Αρχείο ετικέτας βιβλίο

«Η έρημος των Ταρτάρων»

Ελπίζοντας κάτι που δεν θα έρθει ποτέ

Ντίνο Μπουτζάτι «Η έρημος των Ταρτάρων»
(μτφ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Επανεκδίδεται στα ελληνικά, πολλά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της σύγχρονης ιταλικής λογοτεχνίας, Η έρημος των Ταρτάρων, του Ντίνο Μπουτζάτι, στον οποίο έχει αναφερθεί ξανά η στήλη με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου του Ένας έρωτας. Η πρώτη ελληνική έκδοση της Ερήμου… είχε γίνει το 1991 (εκδ. Αστάρτη), σε μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη.

Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο νεαρός υπολοχαγός Τζοβάνι Ντρόγκο, που τοποθετείται με τον πρώτο του διορισμό στο Οχυρό Μπαστιάνι, για το οποίο δεν γνωρίζει τίποτα, «δεν κατάφερνε ακόμη να το φανταστεί», γεγονός που στη χαρά του για τον διορισμό του («αυτή τη μέρα την περίμενε χρόνια, ήταν η έναρξη της πραγματικής του ζωής») δημιουργεί σκιές προβληματισμού, ειδικά όταν στην ατελείωτη πορεία του προς το οχυρό ανακαλύπτει πως μοιάζει να κατευθύνεται σχεδόν προς ένα φάντασμα («σε τούτα τα μέρη δεν υπάρχουν οχυρά», «δεν το έχω ξανακούσει ποτέ», «δεν υπάρχει πια οχυρό εδώ, είναι όλα κλειστά, πάνε καμιά δεκαριά χρόνια που δεν υπάρχει κανείς»).
Όταν τελικά, φτάνοντας στις εσχατιές της χώρας, αντικρίζει το οχυρό (για το οποίο μαθαίνει πως «είναι κομμάτι των νεκρών συνόρων» και «μπροστά υπάρχει μια μεγάλη έρημος, άνυδρη γη, τη λένε έρημο των Ταρτάρων») και συνειδητοποιεί πως «το Οχυρό δεν χρησίμευσε ποτέ σε τίποτα» και πως «όλα εκεί μέσα φανέρωναν παραίτηση», η πρώτη του αντίδραση είναι να ζητήσει να φύγει, «να γυρίσει πίσω». Πείθεται, ωστόσο, για να μη βλάψει ανεπανόρθωτα την καριέρα του, να παραμείνει ένα μικρό διάστημα – τέσσερις μήνες, μόνο.
Σύντομα αντιλαμβάνεται πως, αντί της συνήθους διετούς θητείας, όλοι σχεδόν οι αξιωματικοί βρίσκονται εκεί για πολλά χρόνια –δεκαοκτώ, είκοσι δύο, δεκαπέντε– ενώ ο ίδιος αισθάνεται ότι έχει έρθει «ανάμεσα σε ανθρώπους άλλης φυλής, σε μια ξένη γη, σ’ έναν σκληρό και αχάριστο κόσμο», όπου «ένιωθε ολότελα μόνος». Ψιθυριστά, σχεδόν, ο Ντρόγκο ακούει από διάφορες πλευρές τη συμβουλή: «θα μείνουν εδώ μέχρι να τα τινάξουν, είναι κάτι σαν αρρώστια, προσέξτε όσο είναι καιρός, να φύγετε μόλις μπορέσετε, να μην κολλήσετε τη μανία τους, αν αφεθείτε να σας υποβάλουν θα καταλήξετε κι εσείς να μείνετε». Όσο για τους Τάρταρους, κανείς δεν τους έχει δει, λένε πως κάποτε υπήρχαν, «λένε ότι υπάρχουν ακόμη», αλλά κανείς δεν τους βλέπει ποτέ.
Κάποια στιγμή ο Ντρόγκο νιώθει πως αρχίζει να καταλαβαίνει: κάποιοι ελπίζουν πως πράγματι κάποια στιγμή θα εμφανιστούν από τον βορρά οι Τάρταροι, θα έρθει επιτέλους «η θαυματουργή ώρα που τουλάχιστον μια φορά τυχαίνει στον καθένα» και εκείνοι θα μπορέσουν να εισέλθουν στο πάνθεον των ηρώων και της δόξας. Και στο τέλος των τεσσάρων μηνών, όταν φτάνει η στιγμή να κριθεί αν θα φύγει ή όχι, παίρνει την κρίσιμη απόφαση: «Θέλω να μείνω. Δεν μπορώ να φύγω».

Βουλιάζοντας στην ακινησία

Κι αρχίζει έτσι να βουλιάζει: στη ράθυμη συνήθεια, στην ελώδη ακινησία, στη δίνη του χρόνου που, όσο αργά κι αν κυλάει, τον ρουφάει κι αυτόν όπως και τους άλλους. Όταν, τέσσερα χρόνια μετά, παίρνει την πρώτη του άδεια και γυρίζει για λίγο στην πόλη, θα ανακαλύψει πως «όλα τα πράγματα που έτρεφαν την αλλοτινή του ζωή τού φαίνονταν τώρα ξένα», πως «ήταν ένας κόσμος που ανήκε σε άλλους», πως «δεν ήταν πια η ζωή του», οι άνθρωποί του έχουν ακολουθήσει αποκλίνουσες πορείες και έχουν φύγει πλέον μακριά του, κι έτσι, μόλις τελειώσει η άδειά του σπεύδει να επιστρέψει στο Οχυρό. Και, όταν οι περικοπές προσωπικού και η μείωση της φρουράς βυθίζουν σε ακόμη μεγαλύτερο βάλτο το Οχυρό, ενώ μια απόπειρα του Ντρόγκο να πάρει μετάθεση αποτυγχάνει, ο αξιωματικός «δεν επαναστάτησε, δεν υπέβαλε την παραίτησή του, κατάπιε την αδικία χωρίς να βγάλει άχνα, και επιστρέφει στο γνωστό μέρος», στο Οχυρό, «για να μείνει ποιος ξέρει πόσο καιρό ακόμα».
Κι έτσι, ανεπαισθήτως σχεδόν, χωρίς να ακουστεί κρότος κτιστών, ο Ντρόγκο χτίζει και το δικό του, επιπρόσθετο οχυρό μέσα στο Οχυρό, και περνούν τεσσεράμισι χρόνια, δεκαπέντε χρόνια, θα γίνει 54 ετών, θα ξεπεράσει τα τριάντα χρόνια στο Οχυρό… Θα πάρει άδειες από τις οποίες θα επιστρέψει νωρίτερα από το προβλεπόμενο, μιας και δεν έχει πια κανέναν δεσμό με την άγνωστη πλέον πόλη, θα συνειδητοποιήσει πως «χρόνο τον χρόνο έμαθα να επιθυμώ όλο και λιγότερα», θα νιώσει όλο και εντονότερα να μετατρέπεται η έλευση των Ταρτάρων και ο πόλεμος σε ελπίδα, και θα δει τη «λαθεμένη ζωή» του να συντήκεται με την «ακίνητη» πεδιάδα και τη «στάσιμη» ομίχλη.

Απειλή και προσδοκία

Και όταν τελικά θα πέσει το πετραδάκι που θα ταρακουνήσει τα στάσιμα νερά, ο Ντρόγκο θα βιώσει τη ματαίωση και θα νιώσει τη ματαιότητα, θα καταλάβει τα όρια ανάμεσα στην κοινότητα και την αποξένωση, θα συνειδητοποιήσει την ψευδαίσθηση των σχέσεων και των δεσμών με τους συντρόφους του.
Το μυθιστόρημα του Μπουτζάτι αποτυπώνει όλες τις αντιφατικές ψυχολογικές διαδρομές ενός ανθρώπου που ολόκληρη τη ζωή του πασχίζει –αγωνιωδώς αλλά μάταια– να βρει κάποιο νόημα για να πιαστεί και να δώσει περιεχόμενο στην ύπαρξή του. Οι Τάρταροι (όχι Τάταροι…), απειλή και προσδοκία συνάμα, μετατρέπονται έτσι στα δεσμά με τα οποία ο ίδιος ο Ντρόγκο δένει τον εαυτό του, καθώς αφήνεται να εγκλωβιστεί σε μια αυταπάτη που βαλτώνει όλο και περισσότερο καθώς η ζωή του περνάει. Έτσι, πραγματικός πρωταγωνιστής γίνεται ο χρόνος, ο χρόνος που κυλάει και φυλακίζει και φθείρει, ο χρόνος που έχει αναπότρεπτα περάσει, όταν «γυρίζεις το κεφάλι και βλέπεις πίσω σου μια σφαλιστή πόρτα, που φράζει τον δρόμο του γυρισμού».
Τα βιβλία του Μπουτζάτι –και ειδικά η Έρημος των Ταρτάρων– περιγράφονται συχνά ως «καφκικά», χαρακτηρισμός που ενοχλούσε τον συγγραφέα, όπως μας θυμίζει στο επίμετρό της η μεταφράστρια του βιβλίου: «Από τότε που άρχισα να γράφω, ο Κάφκα ήταν ο σταυρός μου. Μερικοί κριτικοί κατήγγελλαν ένοχες αναλογίες ακόμα κι όταν συμπλήρωνα τη φορολογική μου δήλωση».
Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1940, την εποχή που στην Ευρώπη είχε αρχίσει ο εφιάλτης του πολέμου στον οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο θα είχε η φασιστική Ιταλία, και θεωρείται το κορυφαίο βιβλίο του Μπουτζάτι. Αποτέλεσε παγκόσμια επιτυχία, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, ενώ το 1976 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο.

Κώστας Αθανασίου

Για τη Δημοκρατία και την Αυτοδιοίκηση

Με αφορμή το βιβλίο «Τομές Δημοκρατίας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση»

Της Ρένας Δούρου*

Το βιβλίο του Δημήτρη Κατσούλη «Τομές Δημοκρατίες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση» έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για τον τόπο και για την ίδια την τοπική αυτοδιοίκηση. Λίγους μόλις μήνες πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές της άνοιξης, οι «Τομές δημοκρατίας στην τοπική αυτοδιοίκηση» θέτουν, με θάρρος και επιστημονική πληρότητα, όλα τα κρίσιμα διακυβεύματα Δημοκρατίας, Αυτοτέλειας και Αυτονομίας ενός θεσμού διακυβέρνησης, που παρότι βρίσκεται εγγύτερα στον πολίτη, τα προβλήματα και τις αγωνίες του, συνεχίζει να διεκδικεί την ολοκληρωμένη χειραφέτησή του από την κεντρική εξουσία.

Συνέχεια ανάγνωσης Για τη Δημοκρατία και την Αυτοδιοίκηση

Φράγματα των χειμάρρων & διευθέτηση του χειμαρρόπληκτου φυσικού χώρου από τη δασική υπηρεσία


(απόσπασμα από το βιβλίο του Αντώνιου Β. Καπετάνιου “ΛΙΘΙΝΟΙ ΤΟΙΧΟΙ. Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο…”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2018

Πηγή | dasarxeio.com
Συνέχεια ανάγνωσης Φράγματα των χειμάρρων & διευθέτηση του χειμαρρόπληκτου φυσικού χώρου από τη δασική υπηρεσία

Οι θύελλες της προόδου και τα ηθικά διλήμματα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ – ΒΙΒΛΙΑ

Πάνω δεξιά το εξώφυλλο του βιβλίου και από κάτω ο πίνακας του Πολ Κλέε "Angelus Novus", από τον οποίο εμπνεύστηκε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν

05.04.2017, 20:04 | Ετικέτες:  βιβλίο, συγγραφείς, καπιταλισμός, Ιστορία Συντάκτης: Τάσος Τσακίρογλου

Ο Ευτύχης Μπιτσάκης είναι ένα από πρόσωπα εκείνα που συνδέουν σαν ραχοκοκαλιά πολλές γενιές της χώρας μας, ενσωματώνοντας την πείρα των πιο κρίσιμων ιστορικών περιόδων που καθόρισαν την εξέλιξή της.

Γεννημένος το 1927 στο χωριό Κάδρος της Κρήτης, εντάχθηκε από μικρός στο αριστερό μαθητικό κίνημα.

Στα χρόνια του Εμφυλίου καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση, ενώ στην περίοδο της δικτατορίας πήρε μέρος στο αντιδικτατορικό κίνημα της Ευρώπης ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, από το οποίο αποχώρησε το 1989 «μετά τη συνεργασία του με τη Δεξιά», όπως έγραψε ο ίδιος.

Με σπουδές χημείας, θεωρητικής φυσικής και φιλοσοφίας συμμετείχε διαχρονικά στις πολιτικές και θεωρητικές ζυμώσεις του αριστερού κινήματος, συμβάλλοντας με τον δικό του, μοναδικό τρόπο στην προσπάθεια να αρθρωθεί και να συγκροτηθεί μια αριστερή εναλλακτική πρόταση που θα παίρνει υπόψη της τόσο τις σύγχρονες εξελίξεις στον καπιταλισμό όσο και την τραυματική εμπειρία του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Οι προσπάθειες αυτές αποκρυσταλλώθηκαν σε θεωρητικά περιοδικά που εξέδωσε («Σύγχρονα Θέματα», «Διαλεκτική», «Ουτοπία»), αλλά και σε πολλά βιβλία πολιτικού και φιλοσοφικού στοχασμού.

Τελευταίο του βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΚΨΜ, είναι «Οι θύελλες της προόδου», ένα έργο που συνοψίζει αλλά και αναπτύσσει προβληματισμούς που έχει επεξεργαστεί στο παρελθόν ο Μπιτσάκης.

Στον πυρήνα του βρίσκεται η έννοια-ιανός της «προόδου», τόσο στην ιστορική της διάσταση, ως μια έννοια του αφηρημένου αστικού ανθρωπισμού, όσο και στην εξέλιξή της στη φιλοσοφία και στον μαρξισμό.

Η ασύστολη αναπτυξιολαγνεία

Με μια στιβαρή ανάλυση, ο συγγραφέας δείχνει τις ψευδαισθήσεις της προόδου, αλλά και την έκπτωσή της σε μια καθαρά ποσοτική έννοια, μέσα από την ασύστολη αναπτυξιολαγνεία του αρπακτικού καπιταλισμού, σε σημείο που να ταυτίζεται η «πρόοδος» με την «οικονομική μεγέθυνση».

Αυτή η ποσοτικοποίηση πηγάζει, μας λέει ο Μπιτσάκης, από τη γενικευμένη εμπορευματικοποίηση και την επιθετική στάση προς τη φύση, την οποία ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει ως απλό καύσιμο για την αέναη επέκτασή του.

Ποιος είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο κυρίαρχο σύστημα και το φυσικό του περιβάλλον;

Φυσικά τα εργαλεία, απαντά ο συγγραφέας, θυμίζοντάς μας τον ορισμό του ανθρώπου ως του ζώου που χρησιμοποιεί εργαλεία για να προσποριστεί τους φυσικούς πόρους.

Με τον τρόπο αυτό μας εισάγει στο θέμα της τεχνολογίας και της σχέσης της με τον άνθρωπο και τη φύση, σχέση που αναλύει διεξοδικά και εξαντλητικά, καταλήγοντας στο θέμα της κλιματικής αλλαγής και της σημερινής μετάλλαξης αυτού που ο Μαρξ ονομάζει «μεταβολισμό ανθρώπου – φύσης».

Εδώ μας θυμίζει ότι ο Μαρξ δεν έπεσε στην παγίδα του αστικού επιστημονισμού, επικαλούμενος τις αναλύσεις των «Χειρογράφων του 1844», αλλά και το «Κεφάλαιο» και γεφυρώνοντας έτσι τα νεανικά με τα «ώριμα» έργα του Γερμανού φιλοσόφου και επαναστάτη.

Κυρίως υπογραμμίζει τις αναλύσεις του για την αλλοτρίωση και την αποξένωση, αντινομίες για την ιστορική άρση των οποίων οι άνθρωποι πρέπει να αγωνιστούν συνειδητά και με πρόγραμμα.

Ιδιαίτερη μνεία κάνει ο Μπιτσάκης στο θέμα της πυρηνικής ενέργειας ως φορέα ελπίδων για το ενεργειακό πρόβλημα, αλλά και ως διάψευση αυτών των ελπίδων μέσα από τα τραγικά ιστορικά γεγονότα του τέλους του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, με τον βομβαρδισμό της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, και τα πιο σύγχρονα, με τους βομβαρδισμούς της πρώην Γιουγκοσλαβίας και του Ιράκ.

Με ιστορικές αναφορές στη στάση επιφανών φυσικών επιστημόνων, από τον Αϊνστάιν μέχρι τον Σλίζαρντ και τον Οπενχάιμερ, και στο Σχέδιο Μανχάταν για την ατομική βόμβα, θέτει το πρόβλημα της ηθικής ευθύνης των επιστημόνων στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία, στην οποία η επιστήμη βρίσκεται στα χέρια ανεύθυνων πολιτικών ή μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων.

Ο συγγραφέας, με αφορμή τους κινδύνους από τις σύγχρονες εξελίξεις στην επιστήμη (πυρηνική, βιολογία, βιοτεχνολογία, χημεία, γενετική κ.λπ.), επισημαίνει την ανάγκη κοινωνικού ελέγχου στις επιστημονικές έρευνες και ανάπτυξης της συνείδησης ότι ζούμε σ’ έναν πεπερασμένο και εύθραυστο πλανήτη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Οσο για το ευρύτερο κοινωνικό ζήτημα, υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει μια ευθύγραμμη, ντετερμινιστική εξέλιξη, αλλά ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε την ιστορία ως ένα «πεδίο δυνατοτήτων».

Για τον άνθρωπο, αναφέρει ότι η ανθρώπινη φύση είναι βασικά βιολογική, ενώ η ανθρώπινη ουσία (κατά τον Μαρξ) είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων.

«Ομως όχι μόνο αυτό», προειδοποιεί: «Η ουσία του καθορίζεται από το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων όχι γραμμικά, αλλά μέσα από ποικίλες διαμεσολαβήσεις και σε οργανική αλληλεξάρτηση με τη βιολογική του φύση».

Πέρα από ισοπεδωτικές ή απλουστευτικές θεωρήσεις, ο Μπιτσάκης θέτει και το ζήτημα του σοσιαλισμού ως υπέρβαση του σημερινού συστήματος, συνδυάζοντάς το όμως και με το οικολογικό πρόβλημα.

Τονίζει πως παρότι η σχέση ανθρώπου-φύσης είναι μια δευτερεύουσα και παράγωγη αντίθεση της βασικής αντίθεσης κεφάλαιο-εργασία, σήμερα τείνει να την επικαλύψει.

Ως εκ τούτου, θεωρεί ότι μια πολιτική οικολογία με σαφές αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο μπορεί να πάρει τη μορφή μιας συμμαχίας των ριζοσπαστικών κοινωνικοπολιτικών κινημάτων με το οικολογικό κίνημα.

Συμπληρώνει έτσι την εξίσωση «η ιστορία είναι πεδίο δυνατοτήτων» με το δεύτερο μέρος, ότι δηλαδή «σ’ αυτήν (την ιστορία) ενεργό ρόλο και ενίοτε αποφασιστικό παίζει ο υποκειμενικός παράγοντας».

*Ο πίνακας του Πολ Κλέε “Angelus Novus” (δεξιά στην εικόνα, κάτω από το εξώφυλλο) ενέπνευσε τον Βάλτερ Μπένγιαμιν για τον Άγγελο της Ιστορίας, στην ένατη θέση για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας. Ο τίτλος του Μπιτσάκη είναι παραλλαγή του τέλους της παραγράφου, όπου ο Μπένγιαμιν λέει ότι “αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο, είναι αυτή η θύελλα”.

Σύγχρονη πόλη Η διακυβέρνηση της ελευθερίας Patrick Joyce


Ο Πάτρικ Τζόυς, Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, είναι ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας και ένας από τους κύριους εκφραστές του μετανεωτερικού στοχασμού στο πεδίο της ιστορίας.

Η εξέταση «τεχνουργημάτων» όπως οι χάρτες και οι απογραφές, οι υπόνομοι και οι αγορές, οι δημόσιες βιβλιοθήκες και τα πάρκα, καθώς και η διερεύνηση του ρόλου της δημοτικής διακυβέρνησης και του πολεοδομικού σχεδιασμού, διαπλέκονται με θεωρητικές προσεγγίσεις στην προσπάθεια του συγγραφέα να κατανοήσει τις απρόσωπες, συχνά αόρατες, μορφές της κοινωνικής διοίκησης και ελέγχου που βρίσκονται ενσωματωμένες στις υποδομές της σύγχρονης ζωής, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους οι μηχανισμοί αυτοί διαμορφώνουν τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή αλλά και γεννούν την αντίσταση.


Σύγχρονη πόλη
Η διακυβέρνηση της ελευθερίας
Patrick Joyce
Συνέχεια ανάγνωσης Σύγχρονη πόλη Η διακυβέρνηση της ελευθερίας Patrick Joyce

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

Πηγή: ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

Το 2008 ο αστικός πληθυσμός της γης έφτασε να αποτελεί τον μισό πληθυσμό του πλανήτη, και η τάση είναι το ποσοστό των ανθρώπων που ζουν στις πόλεις να αυξάνεται διαρκώς. Η ταχεία και επιταχυνόμενη μεγέθυνση των πόλεων είναι προϊόν των δύο τελευταίων αιώνων και συνδέεται με τις μεταβολές που επέφερε η Βιομηχανική Επανάσταση. Έκτοτε οι πόλεις συγκεντρώνουν όλο και περισσότερο την οικονομική δραστηριότητα, τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, τα ιδεολογικά ρεύματα, την επιστημονική παραγωγή και την καλλιτεχνική δημιουργία. Και όλα τα παραπάνω συμπυκνώνονται μέσα σε αυτό που ο Ed Soja αποκάλεσε «κοινωνικοχωρική διαλεκτική», δηλαδή μέσα σε μια διαρκή διαδικασία στην οποία οι άνθρωποι διαμορφώνουν καθημερινά τις πόλεις ενώ παράλληλα διαμορφώνονται από αυτές.
Η μελέτη της κοινωνικής γεωγραφίας των πόλεων αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία και γίνεται επιτακτικότερη τόσο λόγω του διαρκώς αυξανόμενου ρόλου που υποστηρίζεται ότι οι πόλεις αποκτούν στη διαχείριση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας όσο και λόγω των κοινωνικών και άλλων επιπτώσεων που αυτός ο ρόλος επιφέρει στο εσωτερικό τους. Οι κοινωνικές επιπτώσεις στις πόλεις του δυτικού κόσμου είναι ορατές εδώ και πολλά χρόνια (στεγαστικός διαχωρισμός, άστεγοι, διακρίσεις απέναντι σε διάφορων ειδών μειονότητες, συγκρούσεις, εγκληματικότητα, (καταπίεση και επιτήρηση), ενώ για την αντιμετώπισή τους αναπτύσσονται κινήματα και προωθούνται πολιτικές. Συνειδητοποιούμε πλέον ότι και οι ελληνικές δεν βρίσκονται στο απυρόβλητο, καθώς προβλήματα που υπήρχαν ή που πρωτοεμφανίζονται έρχονται δυναμικά στην επιφάνεια.
Ο βασικός λόγος για την ελληνική έκδοση του παρόντος βιβλίου είναι ότι το έργο προσφέρει πλήρη εικόνα του εύρους και της ποικιλίας των θεμάτων τα οποία πραγματεύεται η κοινωνική γεωγραφία των πόλεων, ενώ ανατρέχει συστηματικά στις διαδοχικές και παράλληλες ερμηνείες που αναπτύχθηκαν σε αυτό τον τομέα από τις αρχές του 20ού αιώνα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Οδηγοί χρήσης του βιβλίου
Εισαγωγή Θωμάς Μαλούτας
Συντελεστές της ελληνικής έκδοσης
– Η κοινωνική γεωγραφία και η κοινωνικοχωρική διαλεκτική
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Διαφορετικές προσεγγίσεις στο χώρο της ανθρώπινης γεωγραφίας
Η κοινωνικοχωρική διαλεκτική
Το μακρογεωγραφικό πλαίσιο
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Το μεταβαλλόμενο οικονομικό πλαίσιο της αστικής ζωής
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Η προκαπιταλιστική, προβιομηχανική πόλη
Η ανάπτυξη της βιομηχανικής πόλης
Η σύγχρονη πόλη
Συμπέρασμα
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Οι κουλτούρες των πόλεων
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Τι είναι κουλτούρα;
Μετααποικιοκρατική θεωρία και πόλη
Χώρος, εξουσία και κουλτούρα
Μεταμοντερνισμός
Συμπέρασμα
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Σχήματα κοινωνικοχωρικής διαφοροποίησης
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Αστική μορφολογία και υλική δομή των πόλεων
Διαφορετικότητα και ανισότητα: κοινωνικοοικονομικά και κοινωνικοπολιτισμικά σχήματα
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Χωρικά και θεσμικά πλαίσια: πολίτες, κράτος και κοινωνία των πολιτών
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Η αλληλεξάρτηση των δημόσιων θεσμών και της ιδιωτικής σφαίρας
De jure αστικές περιοχές
Η δημοκρατική βάση και το χωρικό της πλαίσιο
Κοινοτικές δομές εξουσίας και ο ρόλος του τοπικού κράτους
Το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης στην πόλη
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Οι δομές παροχής του κτηριακού απποθέματος και η κοινωνική παράγωγή του αστικού περιβάλλοντος
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Οι υποαγορές κατοικίας
Οι πρωταγωνιστές της κοινωνικής παραγωγής του δομημένου περιβάλλοντος
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Οι κοινωνικές διαστάσεις της σύγχρονης αστικότητας
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Η αστική ζωή στη δυτική κουλτούρα
Αστικότητα και κοινωνική θεωρία
Κοινωνική διάδραση και κοινωνικά δίκτυα στα αστικά περιβάλλοντα
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Στεγαστικός διαχωρισμός και συσπείρωση
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Κοινωνική περιχαράκωση, ρατσισμός και διακρίσεις
Ο χωρικός διαχωρισμός μειονοτικών ομάδων
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Γειτονιά, κοινότητα και κοινωνική κατασκευή του τύπου
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Γειτονιά και κοινότητα
Η κοινωνική κατασκευή των αστικών τοπίων
Τα κοινωνικά νοήματα του δομημένου περιβάλλοντος
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Περιβάλλον και συμπεριφορά σε αστικούς χώρους
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Θεωρίες για την “παρεκκλίνουσα” συμπεριφορά
Γνώση και αντίληψη
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Σώματα, σεξουαλικότητα και πόλη
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Κοινωνικό φύλο, ετεροπατριαρχία και πόλη
Σεξουαλικότητα και πόλη
Αναπηρία και πόλη
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Στεγαστική κινητικότητα και αλλαγή γειτονιάς
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Σχήματα κινητικότητας των νοικοκυριών
Στεγαστική κινητικότητα και αλλαγή των γειτονιών
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Αστική μεταβολή και σύγκρουση
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Εξωτερικές οικονομίες
Η προσβασιμότητα σε υπηρεσίες και ανέσεις
Αστική αναδιάρθρωση: ανισότητα και σύγκρουση
Περίληψη κεφαλαίου
Έννοιες και όροι-κλειδιά
Προτεινόμενη βιβλιογραφία
– Προς ποια αστική κοινωνική γεωγραφία;
Πρόσφατες εξελίξεις
Βασικά ζητήματα που εξετάζονται στο κεφάλαιο
Το Λος Άντζελες και η σχολή της Καλιφόρνιας
Κινηματογράφος και πόλη

«Ο Εμφύλιος μοιάζει να μην έχει τελειώσει…»

Αλέξης Πανσέληνος

Συναντώ τον Αλέξη Πανσέληνο, ένα ηλιόλουστο μεσημέρι του Φλεβάρη. Του λέω πως για μέρες έχω βυθιστεί στον κόσμο των βιβλίων του. Είδα στους ήρωές του ανάγλυφη την ελληνική πραγματικότητα· το μεγαλείο της κάποιες φορές, τη φθορά και την παρακμή κάποιες άλλες. Μας μοιάζουν, κι ας είναι πλάσματα φανταστικά, όπως λέει. Μπορεί να είμαστε εμείς, μπορεί και να συναντήσουμε τυχαία κάποιον από αυτούς στον δρόμο.

Με ησυχάζει πάντως πως, κάπου, σε κάποιο σημείο της Αθήνας, βρίσκεται ένας σπουδαίος συγγραφέας, που έχει την ικανότητα να συνθέτει το παρελθόν και το παρόν και αθόρυβα, δίχως τυμπανοκρουσίες και επικοινωνιακά ταρατατζούμ, γράφει βιβλία που δεν μπορείς να ξεχάσεις εύκολα.

● Πώς ξεκίνησε η διάθεσή σας να εκδοθούν αυτές οι 48 αποστροφές, τα «Σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής» (Κίχλη);

Ξεκίνησε από το facebook. Μικρές αναρτήσεις ανά λίγες ήμερες. Κάποια σχετική δυσκολία σ’ αυτά ήταν η διατύπωση. Στα αφοριστικά κείμενα, η διατύπωση πρέπει να είναι πολύ προσεγμένη και πολύ ακριβής, για να μην υπάρχει έδαφος μεγάλης παρερμηνείας.

● Αλήθεια, πώς βλέπετε το facebook;

Το βλέπω πολύ θετικά σαν μέσο επικοινωνίας. Οπως σε όλα τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, εξαρτάται από τη χρήση που θα τους κάνεις. Αλλά νομίζω πως το ίδιο το μέσο παρέχει πάρα πολλά καλά για την επικοινωνία μας. Αντικαθιστά κατά κάποιον τρόπο την έξοδο και την παρέα με ανθρώπους που δεν θα γνώριζες ποτέ διαφορετικά.

● Οι επικριτές λένε ότι είναι ένα «Matrix» και κάπου έξω είναι η αληθινή ζωή…

Κι έξω υπάρχει «Matrix», νομίζω. Πολλές σχέσεις που νομίζουμε ότι είναι πραγματικές επειδή συναντιόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με τους ανθρώπους αποδεικνύονται κάποια στιγμή πως δεν είναι.

● Λέτε σε μια αποστροφή: «Οι άξιοι τεχνίτες είναι άνθρωποι καταδεκτικοί, γιατί η τέχνη τούς έχει διδάξει την ταπεινότητα. Η πόζα είναι η στάση των ασήμαντων που πιστεύουν πως είναι πιο σπουδαίοι από αυτό που υπηρετούν». Είναι διαδεδομένη η πόζα γενικότερα;

Ναι, ευρέως διαδεδομένη κατάσταση. Οταν δηλαδή γράφεις σε μια γλώσσα, τη δική μας συγκεκριμένα, και έχεις διαβάσει όλη την παλιά και νέα ελληνική λογοτεχνία και έχεις δει τα μεγέθη που υπάρχουν -τεράστια μεγέθη-, σου δίνει ένα μέτρο σύγκρισης με τον εαυτό σου. Βλέπεις ότι υπάρχουν σπουδαιότεροι από σένα.

Υπάρχουν αυτοί που σου μάθανε την τέχνη, αυτοί που σε πήραν μαζί τους και σε γοήτευσαν, σε ταξιδέψανε σε βάθη, σε πλάτη, σε μήκη.

Τώρα, μπορώ εγώ, όσο καλή ιδέα και να έχω για τον εαυτό μου, να συγκριθώ με τον Βιζυηνό; Τι να πω; Εγώ είμαι ο Πανσέληνος και δίπλα μου ο Βιζυηνός συνάδελφος; Δεν μου πάει.

Παλιά, δεν έλεγα ότι είμαι συγγραφέας. Προτιμούσα να λέω ότι είμαι δικηγόρος.

● Ο ήρωάς σας στο βιβλίο «Η μεγάλη πομπή», ο Νότης, είχε ένα είδωλο, τον Λάνσετρις. Ο Νότης είχε μια μηχανή, ο Λάνσετρις ένα άλογο. Είναι ανάγκη μας να υποδυόμαστε κάποιον που θαυμάζουμε για να επιβιώσουμε;

Ναι, είναι. Ολοι κάποιον υποδυόμαστε. Μ’ έχω πιάσει μερικές φορές, όταν ζορίζομαι, να λειτουργώ σαν πρόσωπο μιας ταινίας. Βλέπεις συχνά τον εαυτό σου σαν ήρωα ενός έργου.

Βασίλης Μαθιουδάκης

● Κι αν τώρα βλέπατε τον εαυτό σας σ’ αυτό εδώ το τραπέζι, τι θα σκεφτόσασταν γι’ αυτό το πρόσωπο;

Αυτή την εποχή, είμαι πολύ ευτυχισμένος! Η ευτυχία μου περιορίζεται στο γεγονός ότι έχω έτοιμο ένα καινούργιο βιβλίο που περιμένω να βγει στα τέλη Μαρτίου. Στο επίπεδο της δουλειάς, έχω μια ηρεμία και μια ικανοποίηση.

Αν τραβηχτεί λίγο πιο πίσω η κάμερα, θα δείξει έναν άνθρωπο που παλεύει να πληρώσει τους φόρους του και διάφορα άλλα τέτοια βασανιστικά πράγματα, που κάνουν κι εμένα έναν αρκετά ταλαιπωρημένο άνθρωπο.

● Στο κάδρο θα βάζαμε και μια γυναίκα. Τη συγγραφέα Λουκία Δέρβη…

Η Λουκία είναι η δεύτερη γυναίκα μου. Ήμουν ξανά παντρεμένος και χήρεψα. Τη γνώρισα κατ’ αρχάς σαν συγγραφέα. Είχα διαβάσει δυο βιβλία που είχε βγάλει. Μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον.

Έτυχε να κάνει παρέα με έναν φίλο μου συγγραφέα, ο οποίος μου είπε γι’ αυτήν ότι είναι και πολύ ωραίος άνθρωπος.

Πράγματι, η Λουκία είναι ένα κορίτσι ανυπόκριτο, ένας άνθρωπος ευθύς. Έχει μια ωραία παιδικότητα. Με βοήθησε, ξαναζωντάνεψα σε μια περίοδο που νομίζει κανείς ότι τα αφήνει όλα.

Ήμουν πάρα πολύ τυχερός. Παρ’ όλο που όλοι μου έλεγαν «μην παντρεύεσαι συγγραφέα, θα έχετε κόντρες». Δεν έχουμε ποτέ, δεν επεμβαίνει ο ένας στη δουλειά του άλλου.

● Πάντως, κυκλοφορεί μια φήμη που λέει ότι δεν πρέπει να ερωτεύονται οι άντρες γυναίκες που διαβάζουν…

Ευτυχώς που υπάρχουν οι γυναίκες που διαβάζουν! Διότι, αν δεν μας διάβαζαν οι γυναίκες, δεν θα μας διάβαζε κανείς. Οι άντρες έχουν εγκαταλείψει το σπορ!

● Για να σωθεί κανείς, πιστεύετε τελικά όντως πως η μόνη διαχρονική λύση είναι να παντρευτεί κανείς την άσχημη εξαδέλφη με τη μεγάλη προίκα, όπως γίνεται στη «Μεγάλη πομπή»;

Οχι! Αυτή είναι η κακή εξέλιξη. Πολύς κόσμος την ακολουθεί. Είτε γιατί αναγκάζεται είτε γιατί οι δυσκολίες είναι ανυπέρβλητες.

Την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο αυτό, ήταν μεγάλο θέμα οι αυτοκτονίες φαντάρων στα στρατόπεδα, υπήρχε μια δυσκολία ανυπέρβλητη των παιδιών να συμφιλιωθούν με τον κόσμο που τους περιμένει. Δεν μπορούσαν να τον αντέξουν και αποχωρούσαν με αυτόν τον τραγικό τρόπο.

Η πρώτη μου ιδέα ήταν να γράψω μια τέτοια ιστορία αυτοκτονίας στη σκοπιά. Επειδή όμως δεν μ’ αρέσουν τα δακρύβρεχτα βιβλία, σκέφτηκα ότι καλύτερο και πιο δύσκολο θα ήταν να γράψω, αντιθέτως, για ένα παιδί που όχι μόνο δεν αυτοκτονεί, αλλά περνάει από τη μηχανή και μετατρέπεται σε αυτό το οποίο στην αρχή σιχαίνεται. Είναι ένα σκοτεινό βιβλίο.

Εκείνη την εποχή, είχε κάνει μεγάλη εντύπωση και στα παιδιά που ανήκαν στην Αριστερά. Και στα πολιτιστικά του ΚΚΕ…

● Δηλαδή; Με ποιον τρόπο;

Θυμάμαι, με φώναξε μια μέρα η μάνα μου στο πατρικό και μου λέει θέλει να σε γνωρίσει η Ρούλα Κουκούλου (σ.σ. πρώτη γυναίκα του Νίκου Ζαχαριάδη, ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ). Πήγα και εκεί ήταν και άλλα στελέχη νεότερης γενιάς.

Η Κουκούλου με έβαλε κάτω και με δίκασε κανονικά. Γιατί, μου λέει, τόσο μαύρο τέλος; Και γιατί βάζεις την κνίτισσα να κάνει έρωτα στην τουαλέτα; Γιατί; -απαντώ εγώ- έχετε την εντύπωση ότι οι κνίτισσες δεν κάνουν έρωτα στην τουαλέτα;

Κοιτάξτε, της λέω, η δική μας δουλειά είναι να αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα που βλέπουμε να υπάρχει, ελπίδες στον κόσμο δώστε εσείς, οι πολιτικοί, αλλά δεν βλέπω να τα πολυκαταφέρνετε.

Η μάνα μου είχε πρασινίσει, διότι δεν περίμενε τέτοιο πράγμα. Οι νεολαίοι του κόμματος, όμως, με πήραν στο διπλανό δωμάτιο και μου λένε μην ακούς, εμείς ενθουσιαστήκαμε! Ήταν η εποχή των ανανεωτικών, πριν διασπαστεί το ΚΚΕ, μια περίοδος πολύ ελπιδοφόρα.

● Σήμερα, ένα κομμάτι της ανανεωτικής Αριστεράς βρίσκεται στη διακυβέρνηση της χώρας…

Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι αυτό θα γινόταν κάποια στιγμή. Το προηγούμενο πολιτικό καθεστώς, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ δηλαδή, είχαν τελείως «ξεβρακωθεί» και ο κόσμος δεν τους ήθελε πια. Βέβαια, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία δεν πιστεύω ότι οφείλεται σε μια ξαφνική στροφή του ελληνικού λαού στην Αριστερά. Η Αριστερά στην Ελλάδα ήταν πάντα μειοψηφία.

Είμαστε ένας πολύ συντηρητικός λαός. Πολύ περισσότερο από όσο νομίζουμε. Αν ανέβηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, έγινε γιατί οι περισσότεροι πίστεψαν ότι θα γλιτώσουν τον ΕΝΦΙΑ, μην κοροϊδευόμαστε.

Δεν έγινε Αριστερά από τη μια στιγμή στην άλλη όλο αυτό το δεξιό πράγμα που μετεμφυλιακά αναπτύχθηκε και γιγαντώθηκε.

Εφαγε και λάδωσε τ’ άντερό του, έκανε ματσαράγκες, με λεφτά από την Ευρώπη που ήταν για άλλα πράγματα.

Παρ’ όλο που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πτώση του ΣΥΡΙΖΑ, δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι θα ξαναψηφιστούν η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ.

Άλλωστε, η πτώση αυτή είναι σχεδόν αναμενόμενη για ένα κόμμα το οποίο βρίσκεται στην κυβέρνηση και διαχειρίζεται (όπως και όσο το κάνει – που είναι ένα θέμα, βέβαια) την κρίση.

● Τα τελευταία χρόνια, ένα ποσοστό του ελληνικού λαού ακολουθεί ρεύματα φασιστικά…

Είναι γενικό το φαινόμενο στην Ευρώπη. Υπάρχει στην Πολωνία, στην Ουγγαρία, στην Αυστρία.

● Ναι, αλλά σ’ αυτές τις χώρες υπήρχε μια συνέχεια, στην Ουγγαρία, ας πούμε, που ήταν οι πιο αιμοβόροι υποστηρικτές του Χίτλερ. Στην Ελλάδα γιατί;

Και εδώ είχαμε τα ποσοστά μας στον χώρο. Οι θαυμαστές του Μεταξά, οι συνεργάτες των Γερμανών, οι υποστηρικτές της χούντας του ’67 δεν είναι τόσο ορατοί, αλλά υπάρχουν και δίνουν το «παρών» κατά καιρούς – με τη συνεπικούρηση και της Εκκλησίας ή των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων. Το γενικό φαινόμενο, και εδώ και κυρίως στο εξωτερικό, είναι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα της κατάρρευσης του σοσιαλισμού.

Γιατί; Γιατί η εφαρμογή του στις χώρες του σοβιετικού μπλοκ ήταν λανθασμένη. Καταρρέοντας, ο σοσιαλισμός έδωσε επιχειρήματα στον καπιταλισμό και στον ακραίο φιλελευθερισμό να πει «αυτοί απέτυχαν, εμείς είμαστε η απάντηση».

Το αποτέλεσμα είναι ότι όλοι πίστεψαν πως η εξαφάνιση του κράτους θα λύσει τα προβλήματα του κόσμου, αφήνοντας την αγορά ελεύθερη. Οταν η αγορά είναι ελεύθερη, τρώει τον εαυτό της.

Βλέπετε και τώρα οι μεγάλες εταιρείες πριονίζουν το κλαδί που κάθονται. Οταν καταστρέφεται η μεσαία τάξη, ποιος θα αγοράσει τα προϊόντα των βιομηχανιών; Το κράτος πρέπει να παραμένει ως πάροχος της κοινωνίας για τα βασικά πράγματα.

● Αν είχαμε εδώ στην παρέα μας τον πατέρα σας, τον Ασημάκη Πανσέληνο, ο οποίος υπήρξε ένας πολύ θερμός υποστηρικτής της Αριστεράς, τι θα έλεγε;

Ο Ασημάκης ήταν αριστερός, αλλά είχε σε πολύ μεγάλο βαθμό μια αναρχική σκέψη. Και νομίζω ότι η αναρχική σκέψη έχει τελικά πολλά υπέρ, με την έννοια ότι δεν δέχεται αυθεντίες και δεν ανέχεται τη στασιμότητα, την οποία υποθάλπει η συντήρηση. Ακόμα και η Επανάσταση, από τη στιγμή που θα γίνει καθεστώς, πρέπει να ανατραπεί. Τα καθεστώτα πρέπει να ανατρέπονται για να αλλάζουν.

● Έχω μάθει ότι είστε συλλέκτης βινιλίων, ισχύει;

Είμαι συλλέκτης βινιλίων από πολύ παλιά. Από τότε που μου έδιναν οι γονείς μου χαρτζιλίκι…

● Ποια είναι τα «πολύτιμά» σας;

Η κλασική μουσική και η τζαζ.

● Και τα «ελαφρά ελληνικά τραγούδια»; Που είναι και ο τίτλος του καινούργιου σας μυθιστορήματος;

Τα παλιά ελαφρά τραγούδια είναι οι απαρχές της σχέσης μου με τη μουσική. Οταν ήμουν παιδί, δεν υπήρχε τηλεόραση, μόνο ραδιόφωνο. Ηταν μαγεία να βλέπεις να περνάνε οι πόλεις του κόσμου μπροστά στα μάτια σου κοιτώντας το καντράν του ραδιοφώνου, πόλεις άγνωστες, σουηδικές, δανέζικες, ταξίδευες. Ακούγαμε Βέμπο, Γούναρη, Μαρούδα, Πολυμέρη… Δεκαετία του πενήντα και δεκαετία του εξήντα.

Είχα μουσικό αυτί, τα μάθαινα απ’ έξω. Οχι μόνο τα λόγια, αλλά και την ενορχήστρωση. Αυτό ήταν το μουσικό μου σχολείο. Ετυχε να ακούσω αργότερα κλασική μουσική και κόλλησα. Από την κλασική, πέρασα στην τζαζ.

Διάλεξα το θέμα των ελαφρών ελληνικών τραγουδιών, γιατί η ιστορία του βιβλίου διαδραματίζεται την εποχή εκείνη. Εγώ ήμουν περίπου δέκα χρόνων και έχω αρκετές αναμνήσεις της εποχής.

Το βιβλίο μιλάει, συγκεκριμένα, για την περίοδο από το ’50 ώς το ’53, μετεμφυλιακά, σε μια εποχή πολύ μαύρη.

● Είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα;

Ολα τα μυθιστορήματα είναι πολιτικά, εφόσον μιλούν για μια εποχή και απεικονίζουν μια κοινωνία. Είναι ασφαλώς και πολιτικό το νέο μου μυθιστόρημα, χωρίς να βγάζει λόγους και χωρίς να αποτελεί μπροσούρα, αφού μιλάει για μια εποχή που σημάδεψε τη μεταπολεμική περίοδο στην Ελλάδα και τη σημαδεύει μέχρι σήμερα. Δυστυχώς, ο Εμφύλιος μοιάζει να μην έχει τελειώσει. Ηταν μια εποχή που τη θυμάμαι σκοτεινή και μαύρη.

● Αν ήταν εδώ δίπλα σας ο Ασημάκης Πανσέληνος, πιστεύετε πως θα σας έλεγε καλή η μυθιστορία, αλλά το «Τότε που ζούσαμε» (αληθινή βιογραφία μιας εποχής που έγραψε εκείνος και που εξακολουθεί ύστερα από 44 χρόνια να πουλάει πολύ) είναι η πιο δυνατή ιστορία;

Μα, αν το βιβλίο αυτό έχει τη δύναμη που έχει, είναι ακριβώς γιατί η γραφή του στη μυθιστορία παραπέμπει πιο πολύ παρά στη βιογραφία ή στην ιστορική μαρτυρία.

Θα του αντέτασσα ακριβώς αυτό, είναι κάτι που πιστεύω. Πως πιο αληθινή γεύση της ιστορίας δίνει στον αναγνώστη το μυθιστόρημα απ’ όσο η ιστορική μελέτη.

Με τον πατέρα μου διαφωνίες δεν είχαμε, απλώς ήμασταν δυο τελείως διαφορετικοί συγγραφείς. Ηταν ζόρικος άνθρωπος ο Ασημάκης, είχαμε τις διαφορές που θα περίμενε κανείς από δυο τόσο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες και δυο τόσο διαφορετικές γενιές.

● Παρ’ όλα αυτά, γράψατε σε ένα κείμενο ότι τελικά γίνατε ίδιος μ’ αυτόν…

Πιάνω τον εαυτό μου να του μοιάζει. Στο σουλούπι, στις κινήσεις, στα νεύρα, στα καλά και στα κακά που είχε. Και βλέπω τελικά ότι δεν ξεφεύγει κανείς από το DNA. Πολύ συχνά είμαι και η μητέρα μου βέβαια!

Ηταν κι οι δύο πολύ έντονες προσωπικότητες γι’ αυτό και χώρισαν πάρα πολύ νωρίς, πράγμα το οποίο ήταν καλό για μένα σε έναν βαθμό. Μου έδωσε μια ανεξαρτησία δηλαδή και μου επέτρεψε να έχω μια πιο ψύχραιμη κριτική στάση απέναντί τους.

● Ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία, κατά τη γνώμη μου, αλλά και άλλων πολλών, της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας είναι το βιβλίο σας «Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια». Εκεί λέτε: «Τα πρόσωπα μου φαίνεται πως κουβαλούν το στίγμα μιας καταδίκης που δεν θα αργούσε να πέσει πάνω τους. Ήμουν ο ίδιος ένα από αυτά…». Πόσο επικίνδυνο είναι αυτό το παιχνίδι καμιά φορά για τους συγγραφείς;

Υπάρχουν σκοτεινά πράγματα που βγαίνουν από μέσα μας και δεν τα ελέγχουμε απόλυτα. Αλλά κατά κάποιον τρόπο, έρχονται και συνταιριάζουν μ’ αυτό που έχεις συλλάβει ως κατασκευή. Εσωτερικά πράγματα ξεπροβάλλουν συχνά αθέλητά σου, το αυτοβιογραφικό στοιχείο.

● Στο ίδιο βιβλίο λέτε: «Η επαναστατική πράξη βρίσκεται εδώ και λέγεται Καπετάν Γκέκας και Καπετάν Τσάρας, ούτε Ροϊλός, ούτε Καποδίστριας, ούτε Μπενάκης…». Τι θέλετε να μας πείτε;

Οτι η πολιτική ανατροπή γίνεται πάντα με κάποια επανάσταση. Και, για να γίνει η επανάσταση, πρέπει να χυθεί αίμα ενδεχομένως και αθώων. Πολιτική πράξη λέγεται αυτό, ο Καπετάν Γκέκας, οι Σουλιώτες που επαναστατούν. Βεβαίως, συμβάλλει και ο Σολωμός με τον «Υμνο στην Ελευθερία» και την ποίησή του. Αλλά η πολιτική πράξη πάντα μυρίζει αίμα.

● Ποιον στίχο του Σολωμού σκέφτεστε συχνά;

«Το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός ευθύς γέμισε με άνθη…».

● Γεννηθήκατε 2 Δεκέμβρη, σας έχουν διηγηθεί οι γονείς σας καμιά ιστορία από εκείνη τη μέρα;

Δεν ξέρω αν μου το μετέδωσαν αργότερα γιατί μου το περιγράψανε ή αν είναι πραγματικά βρεφική μνήμη ότι κλαίω, χτυπάει το κουδούνι, και κρύβουν το καλάθι όπου κοιμόμουν μέσα κάτω από το κρεβάτι. Κλείνουν την πόρτα και τα φώτα για να παραστήσουν ότι δεν είναι κανείς στο σπίτι. Το ’43 έγινε αυτό. Προφανώς, χτυπούσαν οι Γερμανοί την πόρτα.

Θυμάμαι και το ’47 που κρύβεται ο πατέρας μου σ’ ένα κοφίνι της μπουγάδας στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Από τους Αγγλους αυτή τη φορά, που θέλανε να τους μεταφέρουν στην Ελ-Ντάμπα και η μητέρα μου με παίρνει και καταφεύγουμε στο σπίτι της Καραπάνου, στην Αίγινα. Μένουμε στο σπιτάκι του κηπουρού. Θυμάμαι να παίζω μέσα σ’ ένα ντουλάπι.

● «Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη κι ο κόσμος ζει σε αιώνια αποκριά…» σαν και τώρα, ένας στίχος του πατέρα σας…

Είναι αυτή η προσπάθεια που κάνουμε όλοι να πάρουμε κουράγιο, να επιπλεύσουμε, να επιβιώσουμε, να ερωτευτούμε, να δημιουργήσουμε…

Δημιουργία δεν είναι μόνο να γράφεις βιβλία, είναι να ζωγραφίζεις, να φροντίζεις τις γλάστρες του βασιλικού σου κι άλλα πράγματα καθημερινά.

Η ομορφιά, που μας βοηθά να συνεχίσουμε να ζούμε. Αυτή την ομορφιά κυνηγάμε όλοι. Ακόμα και όταν καταφεύγουμε στην ασχήμια, την ομορφιά επικαλούμαστε.

Πανσέληνος, Αλέξης

Ο Αλέξης Πανσέληνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943. Ο πατέρας και η μητέρα του είναι γνωστοί συγγραφείς της Γενιάς του 30. Σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος με ειδίκευση το ναυτιλιακό δίκαιο. Δημοσίευσε σχετικά αργά το πρώτο του βιβλίο, το 1982 (“Ιστορίες με σκύλους”, διηγήματα, Κέδρος). Ως σήμερα έχουν εκδοθεί άλλος ένας τόμος με διηγήματα (“Τέσσερις ελληνικοί φόνοι”), τέσσερα μυθιστορήματα, ένας τόμος με δοκίμια και άρθρα και ένας τόμος με προσωπικές σκέψεις σχετικά με το βιβλίο και την ανάγνωση. Έχει αρθρογραφήσει σε μεγάλες εφημερίδες γύρω από θέματα τόσο της τέχνης όσο και της πολιτικής και έχει γράψει λογοτεχνική κριτική για σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το μυθιστόρημά του “Η μεγάλη πομπή” τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 1986. Το μυθιστόρημά του “Σκοτεινές επιγραφές” τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού “Διαβάζω” 2012. Από τα βιβλία του, “Η μεγάλη πομπή” έχει μεταφραστεί, μέχρι σήμερα, στα γαλλικά (Griot) και τα ιταλικά (Crocetti), και το “Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια” στα γαλλικά (Gallimard), τα ιταλικά (Crocetti) και τα γερμανικά (Berlin Verlag). Παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, μοιράζει τον χρόνο του, από το 1996 και μετά, μεταξύ Αθήνας και του νησιού της Πάρου, όπου συχνά αποσύρεται για να γράψει. Έχει μεταφράσει βιβλία από τα αγγλικά και τα γερμανικά. Το 1997 ήταν η ελληνική υποψηφιότητα για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Εκτός από τη λογοτεχνία οι ασχολίες του περιλαμβάνουν και μια ιδιαίτερα μεγάλη συλλογή δίσκων κλασικής μουσικής, με την οποία έχει πολύ ιδιαίτερη σχέση, αφού άλλωστε η αρχική του φιλοδοξία ήταν να γίνει μουσικός. Η μουσική κατέχει σημαντική θέση στα λογοτεχνικά του έργα.