Αρχείο ετικέτας Umberto Eco

Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου

UMBERTO ECO – ΜΕ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΒΟΥΡΑ – ΘΕΡΜΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΜΕ


Στην πορεία της πρόσφατης πολεμικής γύρω από της επιθέσεις του στους Γερμανούς, ο υφυπουργός Στέφανι προέβαλε, σαν απόδειξη των καλών προθέσεών του, το γεγονός ότι η πρώτη γυναίκα του ήταν Γερμανίδα. Αδύναμο επιχείρημα, στ’ αλήθεια: αν ήταν η τωρινή του γυναίκα, κάτι πάει κι έρχεται, αλλά, αφού ήταν η πρώτη (την οποία προφανώς παράτησε ή τον παράτησε), αυτό είναι προφανώς ένδειξη ότι ποτέ του δεν κατάφερε να τα πάει καλά με τους Γερμανούς.

Το επιχείρημα της συζύγου είναι πολύ σαθρό: αν θυμάμαι καλά, ο Σελίν είχε μια εβραία σύζυγο, ο Μουσολίνι είχε για πολύ καιρό μια εβραία ερωμένη, αλλ’ αυτό δεν εμπόδισε κανέναν απ’ τους δυο, έστω και με διαφορετικούς τρόπους, να έχουν σαφέστατα αντισημιτικά συναισθήματα.

Υπάρχει μια έκφραση που, ιδίως στην Αμερική, έχει γίνει παροιμιώδης: «Some of my best friends» («Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου»)… Όποιος αρχίζει έτσι για να ισχυριστεί ότι μερικοί από τους καλύτερους φίλους του είναι εβραίοι (πράγμα που μπορεί να συμβεί στον καθένα) συνήθως συνεχίζει με ένα «αλλά» ή ένα «κι όμως» και αμέσως εξαπολύει έναν αντισημιτικό φιλιππικό. Στη δεκαετία του 70, ανέβηκε στη Νέα Υόρκη μια κωμωδία για τον αντισημιτισμό με αυτόν ακριβώς τον τίτλο Some of my best friends. Όποιος ξεκινάει έτσι παίρνει αμέσως τη σφραγίδα του αντισημίτη – τόσο που κάποτε, χάριν παραδοξότητας, αποφάσισα ότι για να αρχίσω μια αντιρατσιστική ομιλία, έπρεπε να ξεκινήσω ως εξής: «Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι αντισημίτες…»

To Some of my best friends αντιπροσωπεύει ένα παράδειγμα αυτού που στην κλασική ρητορική ονομαζόταν concessio ή παραχώρηση: αρχίζουμε μιλώντας καλά για τον αντίπαλο και δείχνοντας ότι συμμεριζόμαστε μια από τις  απόψεις του, κι έπειτα περνάμε στο καταστροφικό μέρος. Αν ξεκινούσα μια επιχειρηματολογία με το «μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι Σικελοί», είναι βέβαιος ότι βάζω υποψηφιότητα για το Βραβείο Μπόσι.

Aς επισημάνουμε επί τροχάδην ότι, έστω κι αν είναι πιο σπάνιο, λειτουργεί εξίσου καλά και το αντίθετο τέχνασμα: δεν μπορώ να θυμηθώ αν έχω αγαπημένους φίλους στο Τέρμολι Ιμερέζε, στην Καμπέρα και στο Νταρ-ες-Σαλάμ (και είναι μάλλον εντελώς τυχαίο), αλλά αν ξεκινήσω μια ομιλία λέγοντας «δεν έχω φίλους στην Καμπέρα», κατά πάσα πιθανότητα αυτό που επακολουθεί είναι ένας ασυγκράτητος ύμνος για την αυστραλιανή πρωτεύουσα.

θα ήταν διαφορετική μια πολιτική επιχειρηματολογία, βάσει της οποίας, ας υποθέσουμε, ξεκινάμε αποδεικνύοντας με στατιστικά στοιχεία ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών ανατίθεται στον Μπους και η μεγάλη πλειοψηφία των Ισραηλινών ανατίθεται στον Σαρόν, και στη συνέχεια περνάμε στην κριτική αυτών των δύο κυβερνήσεων. Αλλά το μεμονωμένο παράδειγμα δεν αρκεί· δεν αρκεί να παραθέσουμε τον Άμος Οζ για το Ισραήλ και τη Σούζαν Σόνταγκ για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στη ρητορική, αυτό ονομάζεται exemplum και έχει ψυχολογική αξία, αλλά όχι αξία επιχειρήματος. Δηλαδή η αναφορά στο συγκεκριμένο, είτε πρόκειται για τη Σόνταγκ είτε για μερικούς από τους καλύτερους φίλους μου, δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει γενικά συμπεράσματα. Το γεγονός ότι μου έκλεψαν κάποτε το πορτοφόλι στο Άμστερνταμ δεν μου δίνει το δικαίωμα να συμπεράνω ότι όλοι οι Ολλανδοί είναι κλέφτες (πράγματι, τέτοιου είδους συμπεράσματα βγάζει μόνο ένας ρατσιστής), παρ’ ότι είναι ακόμα πιο μεγάλο αμάρτημα να επιχειρηματολογείς ξεκινώντας απευθείας από το γενικό (όλοι οι Σκωτσέζοι είναι τσιγκούνηδες, όλοι οι Κορεάτες βρομούν σκόρδο), κάνοντας το πολύ πολύ μια υποχώρηση ότι, όλως παραδόξως, όλοι οι Σκωτσέζοι που γνώρισα πάντα με κέρασαν απλόχερα τα ποτά μου και μερικοί από τους καλύτερους  κορεάτες φίλους μου μυρίζουν μόνο ακριβά και ραφινάτα άφτερ σέιβ.

Οι ακροβασίες πάνω στο γενικό είναι πάντοτε επικίνδυνες και απόδειξη είναι το παράδοξο του Επιμενίδη από την Κρήτη που ισχυριζόταν ότι όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες. Προφανώς, αν αυτό το λέει ένας Κρητικός, εξ ορισμού ψεύτης, τότε είναι ψέμα ότι οι Κρητικοί είναι ψεύτες· αλλά, αν κατά συνέπεια οι Κρητικοί είναι ειλικρινείς, τότε ο Επιμενίδης έλεγε αλήθεια ισχυριζόμενος ότι όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες. Και ούτω καθεξής επ’ άπειρον. Στην παγίδα αυτή, έπεσε και ο Απόστολος Παύλος που ισχυρίστηκε ότι πράγματι οι Κρητικοί ήταν ψεύτες, αφού το παραδεχόταν ακόμα και ένας απ’ αυτούς.

Αυτά είναι αστειάκια ενός σεμιναρίου λογικής ή ρητορικής, αλλά αυτό που βγαίνει σαν συμπέρασμα είναι ότι πρέπει να είμαστε καχύποπτοι κάθε φορά που ακούμε κάποιον να ξεκινάει με μια παραχώρηση. Και στη συνέχεια, θα ήταν ενδιαφέρον, ιδίως στην εποχή μας, να αναλύσουμε τις διάφορες μορφές παραχώρησης που ακούγονται στον πολιτικό στίβο, όπως οι διακηρύξεις σεβασμού (εν γένει) για τη δικαστική εξουσία, η αναγνώριση της εργατικότητας πολλών εξωκοινοτικών, ο θαυμασμός για τον μεγάλο πολιτισμό των Αράβων, οι εκφράσεις βαθύτατης εκτίμησης στο πρόσωπο του προέδρου της Δημοκρατίας και ούτω καθεξής.

Αν κάποιος ξεκινάει με μια παραχώρηση, προσέξτε τι θα επακολουθήσει. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

[I’espresso, Αύγουστος 2003.]

***

Umberto Eco – Με το βήμα του κάβουρα – Θερμοί πόλεμοι και λαϊκισμός των ΜΜΕ . Μετάφραση: Έφη Καλλιφατίδη .Ελληνικά Γράμματα, 2006

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ο λύκος και το αρνί. Η ρητορική της κατάχρησης

Ο λύκος και το αρνί διψάσανε και φτάσανε στην ίδια όχθη. Ψηλότερα στεκότανε ο λύκος.
πολύ πιο χαμηλά το αρνί. Τότε σπρωγμένος από την ξέφρενη λαιμαργία του, ο κακούργος εκείνος έψαξε πρόφαση να καβγαδίσει.
“Γιατί¨μου ρίχτηκες ;

“Μου θόλωσες το νερό που έπινα”
Τότε το αρνί του λέει κατατρομαγμένο:
“Από σένα κατεβαίνει το νερό που πίνω”.
Τότε εκείνος, διαψευμένος από τα γεγονότα, επιμένει:’
“Πάνε έξι μήνες που με κακολογείς”.
Και το αρνί του απαντάει: “Μα εγώ ούτε που είχα γεννηθεί”
Και ο άλλος: “Ο πατέρας σου, μα τον Ηρακλή, με κακολογούσε”.
Και με αυτά τα λόγια, το αρπάζει και ενάντια σε κάθε δίκιο το ξεσκίζει.

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΝΙ.

Αυτό που με στεναχωρεί ιδιαίτερα, παρακολουθώντας τις “συζητήσεις” που διεξάγονται στο χώρο της Εκκλησίας -όπου αναμφίβολα υπάρχουν διαφορετικές προσωπικές τοποθετήσεις πάνω σε διάφορα και συχνά φλέγοντα ζητήματα-, είναι: α) η μανιχαϊστική τάση που επικρατεί, με συνεπακόλουθο τις ακραίες τοποθετήσεις, β) η “επίκληση” άκριτων επιχειρημάτων προκειμένου να τεθούν ταμπέλες εκατέρωθεν, γ) η απουσία ουσιαστικού επί της ουσίας διαλόγου και δ) η αδιαφορία και απαξία προς τη γνώμη και τα επιχειρήματα των “΄άλλων”, φαινόμενα που συχνά παρατηρούνται, εκτός κάποιων εξαιρέσεων. Μέσα σε τούτο το σκηνικό, μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το περιεχόμενο μιας διάλεξης με τον ανωτέρω τίτλο, την οποία έδωσε ο Umberto Eco στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια το 2004. Παραλείποντας τα σχόλιά του που αφορούν στις γεωπολιτικές ερμηνείες του μύθου που αναλύει ο Ιταλός φιλόσοφος, παραθέτω κάποια σημεία, ως αφορμή για προβληματισμό και αυτοκριτική. Για όσους πάλι σπεύσουν να ερμηνεύσουν την συγκεκριμένη ανάρτηση με διαφορετικό πρίσμα, θα υπενθυμίσω το “έκαστος των ανθρώπων δύο πήρας έχει” του Αισώπου… «Η ρητορική είναι μια τεχνική της πειθούς και, για μια φορά ακόμη, η πειθώ δεν είναι κάτι κακό, παρόλο που μπορείς να πείσεις κάποιον με αξιόμεμπτα τεχνάσματα να κάνει κάτι ενάντια στο συμφέρον του. Ένα από τα κλασικά παραδείγματα της ψευδορητορικής της κατάχρησης μας δίνεται από το μύθο του λύκου και του αρνιού στον Φαίδρο: Ο λύκος και το αρνί διψάσανε και φτάσανε στην ίδια όχθη. Ψηλά στεκότανε ο λύκος, πολύ πιο χαμηλά το αρνί. Τότε, σπρωγμένος από την ξέφρενη λαιμαργία του, ο κακούργος εκείνος έψαξε πρόφαση να καβγαδίσει. “Γιατί” του ρίχτηκε “μου θόλωσες το νερό που έπινα;” Τότε το αρνί του λέει κατατρομαγμένο:”Με συγχωρείς, λύκε, πώς μπορεί να το έκανα αυτό που με κατηγορείς; Από σένα κατεβαίνει το νερό που πίνω”. Τότε εκείνος, διαψευσμένος από τα γεγονότα, επιμένει: “Πάνε έξι μήνες που με κακολογείς”. Και το αρνί απαντάει: “Μα εγώ ούτε που είχα γεννηθεί!” Και ο άλλος: “Ο πατέρας σου, μα τον Ηρακλή, με κακολογούσε”. Και μ΄ αυτά τα λόγια, το αρπάζει και, ενάντια σε κάθε δίκαιο, το ξεσκίζει. Αυτός ο μύθος αφιερώνεται σε όποιον επινοεί προφάσεις για να καταπιέσει αθώους. Ο μύθος μας λέει δυο πράγματα. Ότι όποιος καταχράται προσπαθεί πάνω απ΄ όλα να δικαιωθεί. Αν η δικαίωση καταρριφθεί, αντιπαραθέτει στη ρητορική το μη επιχείρημα της δύναμης. Για να φάει το αρνί, ο λύκος αναζητά μια casus belli, προσπαθεί δηλαδή να πείσει το αρνί, ή τους παρευρισκόμενους ή τον ίδιο του τον εαυτό, ότι το τρώει, επειδή το αρνί τον αδίκησε. Αυτή είναι η δεύτερη μορφή της ρητορικής κατάχρησης. Ένα από τα πρώτα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται, για να εξαπολυθεί ένας πόλεμος ή να ξεκινήσει ένας διωγμός, είναι η άποψη ότι πρέπει να αντιδράσουμε σε μια συνωμοσία που στήθηκε εναντίον μας, εναντίον της ομάδας, της χώρας, του πολιτισμού μας. Ουσιαστικά, κάθε μορφή λαϊκισμού, ακόμα και σύγχρονου, προσπαθεί να εξασφαλίσει τη συναίνεση μιλώντας για μια απειλή που προέρχεται από το εξωτερικό ή από ομάδες του εσωτερικού. […] όπως και να έχει, για τους φανατικούς, η συνωμοσία και η σκευωρία του Άλλου ελλοχεύουν παντού. Ένα ακόμα επιχείρημα, με αρχαιότατη καταγωγή, μπορούμε να το συνοψίσουμε ως εξής: “Έχουμε το δικαίωμα να καταχρώμαστε, επειδή είμαστε οι καλύτεροι”. Το πρότυπο είναι ένας λόγος του Περικλή, ένα χρόνο μετά την έναρξη του Πελοπονησιακού Πολέμου (Θουκυδίδη Ιστορία 2, 35-46). […] Ο Περικλής ζωγραφίζει με συναρπαστικά χρώματα τον τρόπο ζωής στην Αθήνα για να νομιμοποιήσει το δικαίωμα των Αθηνών να επιβάλλουν την ηγεμονία του. Αυτή είναι μια άλλη μορφή και ίσως η ευφυέστερη μορφή της ρητορικής κατάχρησης: έχουμε το δικαίωμα να επιβάλλουμε τη δύναμή μας στους άλλους, επειδή ενσαρκώνουμε την καλύτερη μορφή πολιτεύματος που υπάρχει. Αλλά ο ίδιος ο Θουκυδίδης (Ιστορία 5, 89-113) μάς προσφέρει μια άλλη και ακραία μορφή της ρητορικής κατάχρησης, η οποία δεν συνίσταται πια στο να βρίσκεις προφάσεις και casus belli, αλλά στο να υποστηρίξεις ξεκάθαρα το αναγκαίο και αναπόφευκτο της κατάχρησης. {σημείωση δική μας: πρόκειται για τον διάλογο μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων, όπου οι πρώτοι, επικαλούμενοι την ισχύ τους, ζητούν από τους δεύτερους να υποταχθούν, διαφορετικά θα τους καταστρέψουν -όπως και έγινε, όταν οι τελευταίοι αρνήθηκαν να υποταχθούν} Ο Θουκυδίδης θέτει επί σκηνής τη μόνη αληθινή ρητορική της κατάχρησης, που δεν ψάχνει άλλες δικαιολογίες πέρα από τον εαυτό της. Η πειθώ ταυτίζεται με την captatio malenvolentiae: “ Ή χορεύεις στο σκοπό μου, ή άντε κόψ’ το λαιμό σου”. Η ιστορία δεν είναι άλλο από μια μακροσκελής, πιστή και λεπτομερής μίμηση αυτού του προτύπου, παρόλο που δεν έχουν όλοι οι καταχραστές τη γενναιότητα και τη διαύγεια, όπως είδαμε, των καλών Αθηναίων.» Umberto Eco, ΜΕ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΒΟΥΡΑ, σ. 64-89. —