Αρχείο ετικέτας Θεσμικό πλαίσιο Αυτοδιοίκησης

Τετραετή Επιχειρησιακά Προγράμματα – Ετήσια Προγράμματα Δράσης Δήμων

Άρθρο 175 – Νόμος 4555/2018

Άρθρο 175 – Νόμος 4555/2018 – Τετραετή Επιχειρησιακά Προγράμματα – Ετήσια Προγράμματα Δράσης Δήμων – Τροποποίηση άρθρου 266 του ν. 3852/2010

1. Η παρ. 1 του άρθρου 266 του ν. 3852/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

Συνέχεια ανάγνωσης Τετραετή Επιχειρησιακά Προγράμματα – Ετήσια Προγράμματα Δράσης Δήμων

ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΚΛΕΙΣΘΕΝΗ 1: υποψηφιότητες -κατάρτιση συνδυασμών

Το κείμενο  είναι εστιασμένο στις παρακάτω διαδικασίες  :

  • Κατηγορίες -συγκρότηση -όργανα διοίκησης Δήμων
  • Διάρκεια δημ. περιόδου- προσόντα εκλογιμότητας -υποψηφιότητες -κατάρτιση συνδυασμών -χρόνος κατάθεσης τους
  • Εκτύπωση – περιεχόμενο ψηφοδελτίων-σταυροί προτίμησης- Αντικατάσταση υποψηφίων

  και αποτελεί υποβοηθητικό κείμενο

Κατηγορίες Δήμων α) Δήμοι Μητροπολιτικών Κέντρων (δήμοι των Περιφερειακών Ενοτήτων Κεντρικού, Βόρειου, Νότιου και Δυτικού Τομέα Αθηνών και της Περιφερειακής Ενότητας Πειραιώς της Περιφέρειας Αττικής, καθώς και οι Δήμοι Θεσσαλονίκης, Αμπελοκήπων – Μενεμένης, Καλαμαριάς, Κορδελιού – Ευ όσμου, Νεάπολης – Συκεών, Παύλου Μελά και Πυλαίας -«Χορτιάτη της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης.) β) Μεγάλοι Ηπειρωτικοί Δήμοι και Δήμοι Πρωτεύουσες Νομών (ηπειρωτικοί δήμοι, καθώς και οι δήμοι της Περιφέρειας Κρήτης και της Περιφερειακής Ενότητας Ευβοίας, με πληθυσμό άνω των 25.000 ) γ) Μεσαίοι Ηπειρωτικοί Δήμοι (ηπειρωτικοί δήμοι, καθώς και οι δήμοι της Περιφέρειας Κρήτης και της Περιφερειακής Ενότητας Ευβοίας, με πληθυσμό άνω των 10.000 και έως 25.000 ) δ) Μικροί Ηπειρωτικοί και Μικροί Ορεινοί Δήμοι (ηπειρωτικοί δήμοι, καθώς και οι δήμοι της Περιφέρειας Κρήτης με πληθυσμό κάτω των 10.000 ). ε) Μεγάλοι και Μεσαίοι Νησιωτικοί Δήμοι(πληθυσμό άνω των 3.500 κατοίκων ). στ) Μικροί Νησιωτικοί Δήμοι (πληθυσμό έως 3.500 κατοίκους ).
Κοινότητες – Όργανα διοίκησης κοινοτήτων άνω των τριακοσίων (300) κατοίκων, α) Το συμβούλιο της κοινότητας.β) Ο πρόεδρος του συμβουλίου της κοινότητας.   Το συμβούλιο της κοινότητας αποτελείται πέντε (5) μέλη σε κοινότητες με μόνιμο πληθυσμό από τριακόσιους έναν έως δύο χιλιάδες (301-2.000)  επτά (7) μέλη σε κοινότητες με μόνιμο πληθυσμό από δύο χιλιάδες έναν έως δέκα χιλιάδες (2.001-10.000) έντεκα (11) μέλη σε κοινότητες με μόνιμο πληθυσμό από δέκα χιλιάδες έναν έως πενήντα χιλιάδες (10.001-50.000) δεκαπέντε (15) μέλη σε κοινότητες με μόνιμο πληθυσμό από πενήντα χιλιάδες έναν (50.001) και άνω .   Όργανο των κοινοτήτων με μόνιμο πληθυσμό έως τριακοσίους (300) κατοίκους είναι ο πρόεδρος της κοινότητας.».  
Διάρκεια δημοτικής περιόδου 1. δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι κοινοτήτων >300 κατοίκων και οι πρόεδροι των κοινοτήτων με μόνιμο πληθυσμό έως τριακοσίων (300) κατοίκων, εκλέγονται κάθε τέσσερα (4) χρόνια με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. 2. Εκλογές τη δεύτερη Κυριακή του μηνός Οκτωβρίου, κάθε τέταρτο έτος .ΕΞΑΙΡΕΣΗ Για την πρώτη εφαρμογή του παρόντος: Ο πρώτος γύρος της εκλογικής διαδικασίας  θα διεξαχθεί την Κυριακή κατά την οποία διενεργείται η ψηφοφορία για την εκλογή των αντιπροσώπων της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο του έτους 2019. 3. η προεκλογική περίοδος αρχίζει δύο (2) μήνες πριν την ημερομηνία των εκλογών.
Προσόντα εκλογιμότητας για την ανάδειξη των δημοτικών αρχών Δήμαρχος μπορεί να εκλεγεί: α) ο δημότης ή πολίτης κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει την ικανότητα να εκλέγει και έχει συμπληρώσει το 21ο έτος της ηλικίας του   και έχει την ικανότητα να εκλέγει(σύμφωνα με τις διατάξεις τησ σχετικής νομοθεσίας) Δημοτικός σύμβουλος, σύμβουλος κοινότητας με μόνιμο πληθυσμό άνω των τριακοσίων (300) κατοίκων ή πρόεδρος κοινότητας με μόνιμο πληθυσμό έως τριακοσίων (300) κατοίκων μπορεί να εκλεγεί: α) ο δημότης ή  πολίτης κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει την ικανότητα να εκλέγει και έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του  
Υποψηφιότητες – κατάρτιση συνδυασμών Κάθε συνδυασμός περιλαμβάνει: α) Τον υποψήφιο δήμαρχο και  β) Τους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους ανά εκλογική περιφέρεια, Ο συνδυασμός καταρτίζεται με γραπτή δήλωση που υπογράφει ο επικεφαλής του. Στη δήλωση του συνδυασμού αναγράφονται κατά σειρά: α) Το όνομα, καθώς και το έμβλημα του συνδυασμού, εφόσον αυτό υπάρχει. β) Το επώνυμο, το κύριο όνομα και το πατρώνυμο του υποψήφιου δημάρχου, γ) Η ονομασία της εκλογικής περιφέρειας και αναγράφεται με αλφαβητική σειρά το επώνυμο, το όνομα και το πατρώνυμο των υποψηφίων δημοτικών συμβούλων αυτής. δ) Ο αριθμός των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσος με τον αριθμό των εδρών κάθε εκλογικής περιφέρειας με δυνατότητα προσαύξησης έως και τριάντα τοις εκατό (30%).. Στις εκλογικές περιφέρειες που εκλέγονται λιγότεροι από πέντε (5) σύμβουλοι ο αριθμός των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων μπορεί να προσαυξηθεί έως ακόμη έναν (1). Ο αριθμός των υποψήφιων δημοτικών συμβού λων από κάθε φύλο ανέρχεται σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%), τουλάχιστον. Στη δήλωση επισυνάπτονται για κάθε υποψήφιο του συνδυασμού: α) Πιστοποιητικό εγγραφής στο δημοτολόγιο του δή μου, όπου είναι υποψήφιος. β) Υπεύθυνη δήλωση του υποψήφιου ότι αποδέχε ται την υποψηφιότητα για το συγκεκριμένο αξίωμα και στη συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια και ότι δεν έχει στερηθεί κανένα πολιτικό του δικαίωμα ή ότι έληξε η πρόσκαιρη αποστέρηση των δικαιωμάτων αυτών ή θα έχει λήξει την ημέρα της εκλογής, καθώς και ότι δεν συ- ντρέχουν τα κωλύματα εκλογιμότητας του άρθρου 14 του παρόντος. Στην υπεύθυνη δήλωση δεν απαιτείται η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος. γ) Αποδεικτικό είσπραξης Δ.Ο.Υ. ή παράβολο από το οποίο προκύπτει ότι ο υποψήφιος δήμαρχος και κάθε υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος, έχει καταθέσει υπέρ του δημοσίου ποσό των διακοσίων (200) και πενήντα  ευρώ αντίστοιχα. Επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί πέραν του κυρίου ονόματος του υποψηφίου ή του επωνύμου και υποκοριστικό ή ψευδώνυμο, καλλιτεχνικό ή άλλο, αυτού, εφόσον με αυτό είναι ευρύτερα γνωστός.  Δεν επιτρέπεται να τίθεται άλλο στοιχείο πέραν του υποκοριστικού ή ψευδωνύμου, όπως κάθε είδους επαγγελματική, πολιτική ή άλλη ιδιότητα. Στην περίπτωση αυτή, η αναγραφή θεωρείται μη γενόμενη και ο υποψήφιος ανακηρύσσεται από το δικαστήριο μόνο με τα ονοματεπωνυμικά του στοιχεία. Κάθε υποψήφιος, εφόσον είναι έγγαμος ή έγγαμη ή έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, μπορεί να προσθέσει, ανεξαρτήτως σειράς, και το επώνυμο του συζύγου ή συμβιούντος. Γυναίκες που είναι εγγεγραμμένες στην οικογενειακή τους μερίδα με το επώνυμο του συζύγου τους, μπορούν να χρησιμοποιήσουν ως πρώτο επώνυμο είτε το πατρικό είτε του συζύγου είτε μόνο ένα από αυτά. Αν γίνει χρήση μόνο του συζυγικού επωνύμου, αντί του πατρωνύμου τίθεται το όνομα του συζύγου, με την ένδειξη «σύζυγος» ή, συντετμημένα, «συζ.».
Εκλογές κοινοτήτων άνω των τριακοσίων (300) κατοίκων Γίνεται με χωριστή κάλπη και κατά συνδυασμούς. Υποψηφιότητες εκτός συνδυασμών αποκλείονται. Κάθε συνδυασμός περιλαμβάνει τον υποψήφιο πρόεδρο του συμβουλίου κοινότητας, ως επικεφαλής του συνδυασμού και τους υποψήφιους συμβούλους της κοινότητας, Κανείς δεν επιτρέπεται να συμμετέχει σε περισσό τερους συνδυασμούς ή να θέτει υποψηφιότητα σε πε ρισσότερες της μίας κοινότητες ή για περισσότερα του ενός αυτοδιοικητικά αξιώματα.Ο συνδυασμός καταρτίζεται με γραπτή δήλωση που υπογράφει ο επικεφαλής του συνδυασμού. στη δήλωση του συνδυασμού αναγράφονται κατά σειρά: α) Το όνομα και, αν υπάρχει, το έμβλημα του συνδυ ασμού. β) Το επώνυμο, το κύριο όνομα και το πατρώνυμο του υποψηφίου προέδρου του συμβουλίου, με την αντίστοιχη ένδειξη, η οποία τίθεται είτε δίπλα είτε κάτω από το όνομα του υποψηφίου προέδρου. γ) Με αλφαβητική σειρά, το επώνυμο, το όνομα και το πατρώνυμο των υποψηφίων συμβούλων κοινότητας του συνδυασμού. Ο αριθμός των υποψήφιων συμβούλων πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσος με τον αριθμό των εδρών του συμβουλίου της οικείας κοινότητας με δυνατότητα προ- σαύξησης έως και τριάντα τοις εκατό (30%).  Κατ’εξαίρεση, στις κοινότητες που εκλέγουν πενταμελή συμβούλια, ο αριθμός των υποψηφίων μπορεί να προσαυξάνεται κατά έναν (1) ακόμα υποψήφιο. Ο αριθμός των υποψήφιων συμβούλων από κάθε φύλο ανέρχεται σε ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%), τουλάχιστον, Στη δήλωση επισυνάπτονται για κάθε υποψήφιο του συνδυασμού: α) Πιστοποιητικό εγγραφής στο δημοτολόγιο του δή μου, όπου είναι υποψήφιος. β) Υπεύθυνη δήλωση του υποψήφιου ότι αποδέχεται την υποψηφιότητα για το συγκεκριμένο αξίωμα και ότι δεν έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα ή ότι έληξε η πρόσκαιρη αποστέρηση των δικαιωμάτων αυτών ή θα έχει λήξει την ημέρα της εκλογής, καθώς και ότι δεν συντρέχουν τα κωλύματα εκλογιμότητας του άρθρου 14. Στην υπεύθυνη δήλωση δεν απαιτείται η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος. γ) Αποδεικτικό είσπραξης Δ.Ο.Υ., ή παράβολο από το οποίο προκύπτει ότι κάθε υποψήφιος σύμβουλος κοινότητας έχει καταθέσει υπέρ του δημοσίου, αντίστοιχα, το ποσό των δέκα (10) ευρώ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών μπορεί να γίνεται αναπροσαρμογή του ποσού αυτού.
Εκλογές κοινοτήτων έως τριακοσίων (300) κατοίκων Η Εκλογή προέδρων των κοινοτήτων με μόνιμο πληθυσμό έως τριακοσίων (300) κατοίκων γίνεται με χωριστή κάλπη και με ενιαίο ψηφοδέλτιο, όλων των με- μονωμένων υποψηφίων. Οι υποψηφιότητες κατατίθενται με γραπτή δήλωση κάθε υποψήφιου, στην οποία ανα γράφεται η κοινότητα για την οποία κατατίθεται υποψη- φιότητα και το επώνυμο, το όνομα και το πατρώνυμο του υποψηφίου. Τα ονόματα των υποψηφίων στο ψηφοδέλτιο τίθενται με αλφαβητική σειρά.   Στη δήλωση επισυνάπτονται:   α) Πιστοποιητικό εγγραφής στο δημοτολόγιο του δήμου, όπου είναι υποψήφιος.   β) Υπεύθυνη δήλωση του υποψήφιου ότι δεν έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα ή ότι έληξε η πρόσκαιρη αποστέρηση των δικαιωμάτων αυτών ή θα έχει λήξει την ημέρα της εκλογής, καθώς και ότι δεν συντρέχουν τα κωλύματα εκλογιμότητας του άρθρου 14. Στην υπεύθυνη δήλωση δεν απαιτείται η θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του δηλούντος.γ) Αποδεικτικό είσπραξης Δ.Ο.Υ., ή παράβολο από το οποίο προκύπτει ότι κάθε υποψήφιος έχει καταθέσει υπέρ του δημοσίου, αντίστοιχα, το ποσό των δέκα (10) ευρώ. Η   γ) δήλωση υποψηφιότητας επιδίδεται από τον υποψήφιο ή με δικαστικό επιμελητή,  ύστερα από παραγ γελία του υποψηφίου, στον πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου το αργότερο είκοσι (20) ημέρες πριν από την ημέρα της ψηφοφορίας.   Κανείς δεν επιτρέπεται να θέτει υποψηφιότητα σε περισσότερες της μίας κοινότητες ή για περισσότερα του ενός αυτοδιοικητικά αξιώματα.    
Εως πότε κατατίθενται οι συνδυασμοί Η δήλωση του συνδυασμού επιδίδεται από τον υποψήφιο δήμαρχο ή πρόεδρο του συμβουλίου κοινότητας (αν πρόκειται για κοινότητα) ή με δικαστικό επιμελητή, ύστερα από παραγγελία του υποψήφιου δημάρχουή προέδρου ((αν πρόκειται για κοινότητα)  , στον πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από την ημέρα της ψηφοφορίας.  Έως τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας, επιτρέπεται μόνο να συμπληρωθεί ο συνδυασμός έως τον επιτρεπόμενο αριθμό των υποψήφιων συμβούλων με συμπληρωματική δήλωση του υποψήφιου δημάρχου. Μετά τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας καμιά μεταβολή της δήλωσης δεν επιτρέπεται, εκτός από την αντικατάσταση προσώπων που παραιτήθηκαν ή απεβίωσαν,
Εκτύπωση και διανομή ψηφοδελτίων 1. Τα  ψηφοδέλτια των συνδυασμών υποψηφίων δημοτικών συμβούλων και τα ψηφοδέλτια των συνδυασμών υποψηφίων συμβούλων κοινότητας άνω των τριακοσίων (300) κατοίκων εκτυπώνονται με μέριμνα του οικείου συνδυασμού. Οι συνδυασμοί οφείλουν να τυπώσουν τα ψηφοδέλτια και να παραδώσουν, με απόδειξη, στο δήμαρχο του οικείου δήμου για τις δημοτικές εκλογές και τις εκλογές των κοινοτήτων , οκτώ (8) τουλάχιστον μέρες πριν από την ψηφοφορία, ψηφοδέλτια σε αριθμό επαρκή για τις ανάγκες των εκλογικών τμημάτων του οικείου δήμου, ο οποίος δεν μπορεί να είναι μικρότερος από τον αριθμό των αντίστοιχων εκλογέων, προσαυξημένος κατά είκοσι τοις εκατό (20%). Σε περίπτωση επαναληπτικών εκλογών τα ψηφοδέλτια παραδίδονται τρεις (3) ημέρες πριν από την ημέρα της ψηφοφορίας.Τα ψηφοδέλτια για τις εκλογές των κοινοτήτων έως και τριακοσίων (300) κατοίκων, καταρτίζονται και εκτυπώνονται με ευθύνη του οικείου δημάρχου και με πιστώσεις του δήμου. Ο οικείος δήμαρχος οφείλει να εφοδιάσει τις εφορευτικές επιτροπές των εκλογικών τμημάτων της περιφέρειάς του με ψηφοδέλτια κάθε συνδυασμού και με ενιαία ψηφοδέλτια μεμονωμένων υποψηφίων για τις κοινότητες , σε επαρκή αριθμό.».
Περιεχόμενο ψηφοδελτίων για τις δημοτικές εκλογές και τις εκλογές των κοινοτήτων Στο επάνω μέρος του ψηφοδελτίου σημειώνονται το όνομα και το τυχόν έμβλημα του συνδυασμού, όπως αναγράφονται στην απόφαση ανακήρυξης.Για τις δημοτικές εκλογές: α) Σε δήμους που αποτελούν ενιαία εκλογική περιφέρεια, στο ψηφοδέλτιο μετά την ονομασία του συνδυασμού αναγράφονται, αα. το επώνυμο, το κύριο όνομα και το πατρώνυμο του υποψήφιου δημάρχου, με την αντίστοιχη ένδειξη, η οποία τίθεται είτε δίπλα είτε κάτω από το όνομα του υποψήφιου δημάρχου.ββ. το επώνυμο, το κύριο όνομα και το πατρώνυμο των υποψηφίων δημοτικών συμβούλων, με αλφαβητική σειρά. β) Σε δήμους που αποτελούνται από περισσότερες εκλογικές περιφέρειες, στο ψηφοδέλτιο, μετά την ονο μασία του συνδυασμού, αναγράφονται κατά σειρά, : αα. το επώνυμο, το κύριο όνομα και το πατρώνυμο του υποψήφιου δημάρχου, με την αντίστοιχη ένδειξη, η οποία τίθεται είτε δίπλα είτε κάτω από το όνομα του υποψήφιου δημάρχου. ββ. το επώνυμο, το κύριο όνομα και το πατρώνυμο των υποψηφίων δημοτικών συμβούλων της αντίστοιχης εκλογικής περιφέρειας, με αλφαβητική σειρά, γγ. το επώνυμο, το κύριο όνομα και το πατρώνυμο των υποψηφίων, με αλφαβητική σειρά, όλων των υπόλοιπων εκλογικών περιφερειών και, εντός παρενθέσεως, η εκλο- γική περιφέρεια στην οποία είναι υποψήφιοι. Για τις εκλογές των κοινοτήτων άνω των τριακοσίων(300) κατοίκων, στο ψηφοδέλτιο, μετά την ονομασία του συνδυασμού αναγράφονται, : α. το επώνυμο, το κύριο όνομα και το πατρώνυμο του υποψήφιου προέδρου του συμβουλίου, με την αντίστοι- χη ένδειξη, η οποία τίθεται είτε δίπλα είτε κάτω από το όνομα του υποψήφιου προέδρου. β. το επώνυμο, το κύριο όνομα και το πατρώνυμο των υποψηφίων συμβούλων της κοινότητας, με αλφαβητική σειρά.   Το ενιαίο ψηφοδέλτιο κάθε κοινότητας έως και τριακοσίων (300) κατοίκων φέρει τον τίτλο «Υποψήφιοι Πρόεδροι της Κοινότητας … του Δήμου…», όπου τίθεται το όνομα της οικείας κοινότητας και του οικείου δήμου και ακολουθούν με αλφαβητική σειρά τα ονόματα των υπο ψηφίων της κοινότητας αυτής που έχουν ανακηρυχθεί από το αρμόδιο δικαστήριο, ς. Σε όσες περιπτώσεις επαναληφθεί η ψηφοφορία για την εκλογή των δημοτικών αρχών, χρησιμοποιούνται τα ίδια ψηφοδέλτια.».
Σταυροί προτίμησης Ο εκλογέας εκφράζει την προτίμηση του σε υποψήφιο συνδυασμού, σημειώνοντας στο ψηφοδέλτιο σταυρό παραπλεύρως του ονόματός του.Για την εκλογή δημοτικών συμβούλων, σε δήμους που αποτελούν ενιαία εκλογική περιφέρεια,  μπορεί να εκφράσει την προτίμησή του υπέρ ενός ή δύο ή τριών υποψηφίων. Για την εκλογή δημοτικών συμβούλων σε δήμους που αποτελούνται από περισσότερες εκλογικές περιφέρειες,  μπορεί να εκφράσει την προτίμησή του υπέρ ενός ή δύο ή τριών υποψηφίων της εκλογικής περιφέρειας και υπέρ ενός υποψηφίου σε μία από τις άλλες εκλογικές περιφέρειες του οικείου δήμου. Στις μονοεδρικές, διεδρικές και τριεδρικές εκλογικές περιφέρειες ο εκλογέας μπορεί να εκφράσει την προτίμησή του μόνον υπέρ ενός υποψηφίου της εκλογικής περιφέρειας στους εκλογικούς καταλόγους της οποίας είναι γραμμένος και υπέρ ενός υποψηφίου σε μία από τις άλλες εκλογικές περιφέρειες του οικείου δήμου.Για την εκλογή συμβουλίων κοινότητας άνω των τρακοσίων (300) κατοίκων,  μπορεί να εκφράσει την προτίμησή του υπέρ ενός (1) υποψηφίου συμβούλου κοινότητας στις κοινότητες που εκλέγουν πενταμελή Συμβούλια και έως δύο (2) υποψηφίων συμβούλων κοινότητας στις κοινότητες που εκλέγουν επταμελή, ενδεκαμελή ή δεκαπενταμελή Συμβούλια.Για την εκλογή προέδρων συμβουλίων κοινότητας έως τριακοσίων (300) κατοίκων, ο εκλογέας μπορεί να εκφράσει την προτίμησή του υπέρ ενός (1) υποψήφιου.  
Αντικατάσταση υποψηφίων Ο υποψήφιος δήμαρχος ή πρόεδρος συμβουλίου κοινότητας  άνω των τριακοσίων (300) κατοίκων μπορεί να παραιτηθεί . Η παραίτηση γίνεται με γραπτή δήλωσή του, η οποία επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή ή παραδίδεται με απόδειξη στον πρόεδρο του πρωτοδικείου την όγδοη (8η) ημέρα, το αργότερο, πριν από τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας.Σε περίπτωση παραίτησης ή θανάτου του υποψήφιου δημάρχου ή του υποψηφίου προέδρου συμβουλί ου κοινότητας με πληθυσμό άνω των τριακοσίων (300) κατοίκων, τη  καταλαμβάνει είτε νέος υποψήφιος είτε ένας από τους υποψήφιους συμβούλους του συνδυασμού, ύστερα από δήλωση της πλειοψηφίας των υποψηφίων που επιδίδεται με απόδειξη στον πρόεδρο του πρωτοδικείου, δύο (2) ημέρες το αργότερο πριν από τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας.  . Αν δεν έγινε αντικατάσταση, τη θέση του δημάρχου καταλαμβάνει ο δημοτικός σύμβουλος του συνδυασμού που θα λάβει τους περισσότερους σταυρούς προτίμησης στο δήμο. Αν δεν έγινε αντικατάσταση του υποψηφίου προέδρου συμβουλίου κοινότητας (>300)  κατοίκων, υποψήφιος για τη θέση του  προέδρου του συμβουλίου,  εφόσον ο συνδυασμός βρίσκεται μεταξύ των δύο συνδυασμών που έλαβαν τις περισσότερες ψήφους, είναι ο σύμβου λος του συνδυασμού που θα λάβει τους περισσότερους σταυρούς προτίμησης στην κοινότητα. Σε περίπτωση θανάτου ή παραίτησης υποψήφιου δημοτικού συμβούλου ή υποψήφιου συμβούλου κοινότητας, αυτός δεν αναπληρώνεται, εκτός και αν ο θάνατος ή η παραίτηση λάβει χώρα πριν από την πάροδο της προθεσμίας κατάθεσης της δήλωσης συνδυασμού,  οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις περί συμπληρωματικής δήλωσης.Θεωρείται νόμιμος συνδυασμός, που περιέχει αριθμό υποψήφιων δημοτικών συμβούλων ή συμβούλωνκοινότητας μικρότερο από το ελάχιστο όριο που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις, περιλαμβανομένων και των ποσο στών από κάθε φύλο, εξαιτίας παραίτησης ή θανάτου υποψηφίων του, μετά το πέρας της προθεσμίας κατά θεσης της δήλωσης συνδυασμού.».
   
   

Για το νόμο «Κλεισθένης Ι» – ανάλυση

Επιτροπή για θέματα πόλης χώρου περιβάλλοντος του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση:

Για το νόμο «Κλεισθένης Ι», νόμος 4555/18, ΦΕΚ133/19-7-2018

Συνέχεια ανάγνωσης Για το νόμο «Κλεισθένης Ι» – ανάλυση

Το νομικό πλαίσιο για την ανεξαρτητοποίηση – διαγραφή μελών δημοτικών παρατάξεων

Άρθρο 73
Δημοτικές παρατάξεις – Αντικατάσταση του άρθρου 66 του ν. 3852/2010
Το άρθρο 66 του ν. 3852/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 66
Δημοτικές παρατάξεις
Οι δημοτικοί σύμβουλοι έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και της ψήφου κατά συνείδηση.

 

Τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου ανήκουν σε δημοτικές παρατάξεις, ανάλογα με το συνδυασμό με τον οποίο έχουν εκλεγεί.
Επικεφαλής της δημοτικής παράταξης είναι ο σύμβουλος που ήταν υποψήφιος δήμαρχος και, στην περίπτωση θανάτου, παραίτησης, ανεξαρτητοποίησης, δια- γραφής ή αδυναμίας του, ο σύμβουλος που εκλέγεται από την πλειοψηφία των δημοτικών συμβούλων που ανήκουν στην παράταξη.
Μέλος του δημοτικού συμβουλίου μπορεί με γραπτή δήλωσή του προς το προεδρείο να ανεξαρτητοποιηθεί από τη δημοτική παράταξη, με την οποία έχει εκλεγεί.
Εάν η δημοτική παράταξη έχει τουλάχιστον τρία (3) μέλη, με αιτιολογημένη απόφαση και με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) αυτών, είναι δυνατόν να διαγραφεί σύμβουλος, ο οποίος είναι μέλος της.
Μέλος του δημοτικού συμβουλίου που ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε από την παράταξή του, μπορεί να ενταχθεί σε άλλη, με γραπτή δήλωση που υποβάλλεται στο προεδρείο του δημοτικού συμβουλίου και υπογράφεται από τον ίδιο και τα δύο τρίτα (2/3) τουλάχιστον των μελών της παράταξης στην οποία προσχωρεί, εφόσον αυτή έχει τουλάχιστον τρία (3) μέλη, ή από όλα τα μέλη της παράταξης στην οποία προσχωρεί, εφόσον αυτή έχει λιγότερα από τρία (3) μέλη.
Υφιστάμενες παρατάξεις μπορούν να συνενωθούν σχηματίζοντας νέα παράταξη, με γραπτή δήλωση προς το προεδρείο του δημοτικού συμβουλίου, την οποία υπογράφει το σύνολο των μελών των συνενούμενων παρατάξεων.
Το μέλος που ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε από την παράταξή του, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 7, δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου, όπου εκλέχτηκε ως μέλος της παράταξης από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή δι- αγράφηκε. Είναι δυνατή, όμως, η επανένταξή του στην παράταξη από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγρά- φηκε, εφόσον τούτο γίνει δεκτό από τα δύο τρίτα (2/3) των μελών, προκειμένου για παρατάξεις που έχουν του- λάχιστον τρία (3) μέλη και από όλα τα μέλη, προκειμένου για παρατάξεις με λιγότερα από τρία (3) μέλη.
Για την αποδοτικότερη λειτουργία των δημοτικών παρατάξεων η δημοτική αρχή οφείλει να παραχωρεί σε αυτές κατάλληλα εξοπλισμένο χώρο, καθώς και γραμ- ματειακή υποστήριξη.».

Η διαδικασία και οι συνέπειες της διαγραφής ή ανεξαρτητοποίησης των δημοτικών συμβούλων – Τα δικαιώματά τους

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ:  Lawspot.gr ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  24/07/2018 – 12:31 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ: 30/07/2018 – 12:41

Με εγκύκλιό του το Υπουργείο Εσωτερικών παρέχει διευκρινίσεις σχετικά με τη διαδικασία και τις συνέπειες της διαγραφής ή ανεξαρτητοποίησης των δημοτικών συμβούλων, όσο και τα δικαιώματά τους.

Εφαρμοστέες Διατάξεις

α. Σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 3852/2010 «Η εκλογή του δημάρχου, των δημοτικών συμβούλων, των συμβούλων των δημοτικών ή τοπικών κοινοτήτων και του εκπροσώπου της τοπικής κοινότητας γίνεται κατά συνδυασμούς. Υποψηφιότητες εκτός συνδυασμών αποκλείονται».

β. Περαιτέρω το άρθρο 66 του ν. 3852/2010 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «Τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου ανήκουν σε δημοτικές παρατάξεις, ανάλογα με το συνδυασμό με τον οποίο έχουν εκλεγεί» (παρ. 2). «Μέλος του δημοτικού συμβουλίου μπορεί με γραπτή δήλωσή του προς το προεδρείο να ανεξαρτητοποιηθεί από τη δημοτική παράταξη, με την οποία έχει εκλεγεί» (παρ. 4). «Εάν η δημοτική παράταξη έχει τουλάχιστον τρία (3) μέλη, με αιτιολογημένη απόφαση και με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) αυτών, είναι δυνατόν να διαγραφεί σύμβουλος, ο οποίος είναι μέλος της» (παρ. 5). «Το μέλος του δημοτικού συμβουλίου που ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε από την παράταξή του δεν μπορεί να ενταχθεί σε άλλη παράταξη και δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου ή της οικονομικής επιτροπής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής, όπου εκλέχτηκε ως μέλος της παράταξης από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε, καθώς και να ορισθεί ή να παραμείνει αντιδήμαρχος κατά τη διάρκεια της θητείας του. Είναι δυνατή, όμως, η επανένταξή του στην παράταξη από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε, εφόσον τούτο γίνει δεκτό από τα δύο τρίτα (2/3) των μελών, προκειμένου για παρατάξεις που έχουν τουλάχιστον τρία (3) μέλη και από όλα τα μέλη, προκειμένου για παρατάξεις με λιγότερα από τρία (3) μέλη» (παρ. 6).

γ. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 8 του ν. 3852/2010, «Όταν τα μέλη της οικονομικής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής παύουν για οποιονδήποτε λόγο να είναι μέλη των αντίστοιχων δημοτικών παρατάξεων, εκπίπτουν αυτοδικαίως από την οικονομική ή την επιτροπή ποιότητας ζωής και αντικαθίστανται, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου αυτού».

δ. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 2 του ν. 3852/2010, «Ο Πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας μπορούν με γραπτή δήλωσή τους προς τον δήμαρχο να ανεξαρτητοποιηθούν από το συνδυασμό με τον οποίο έχουν εκλεγεί. Οι ανωτέρω είναι δυνατόν να διαγραφούν με αιτιολογημένη απόφαση που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των 2/3, η οποία υπολογίζεται επί του συνολικού αριθμού των δημοτικών συμβούλων και συμβούλων δημοτικής κοινότητας στην οποία είναι μέλος ο διαγραφείς. Πρόεδρος ή αναπληρωτής αυτού, δεν μπορεί να γίνει ή να παραμείνει ο ανεξαρτητοποιηθείς ή ο διαγραφείς από το συνδυασμό με τον οποίο εκλέχθηκε».

ε. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 2 εδ. β’ του ν. 3852/2010, «Σε περίπτωση της, με οποιονδήποτε τρόπο, ανεξαρτητοποίησης του Προέδρου του συμβουλίου τοπικής κοινότητας, αυτός εκπίπτει αυτοδικαίως από το αξίωμα του Προέδρου. Τη θέση του Προέδρου λαμβάνει ο επόμενος σε σταυρούς προτίμησης σύμβουλος της τοπικής κοινότητας της ίδιας παρατάξεως. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει άλλος σύμβουλος τοπικής κοινότητας να δύναται και να δέχεται να αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων του Προέδρου ή που να έχει εκλεγεί με την ίδια παράταξη, η θέση αυτή καταλαμβάνεται από το σύμβουλο της δεύτερης σε σειρά εκλογής στη συγκεκριμένη τοπική κοινότητα, παράταξης και, σε περίπτωση κωλύματος και αυτού, τη θέση καταλαμβάνει ο σύμβουλος της τρίτης σε σειρά εκλογής στη συγκεκριμένη τοπική κοινότητα, παράταξης».

Τρόπος εφαρμογής των διατάξεων

Α. Έννοια δημοτικού συνδυασμού και δημοτικής παράταξης

Σε αντιστοιχία με όσα γίνονταν δεκτά και υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, ιδίως επί τη βάσει των διατάξεων των άρθρων 34 και 94 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ, κυρώτ. νόμος 3463/2006, Α’ 114), η διαδικασία εκλογής δημάρχου, δημοτικών συμβούλων, συμβούλων δημοτικών ή τοπικών κοινοτήτων ή εκπροσώπου τοπικής κοινότητας, λαμβάνει χώρα αποκλειστικά κατά συνδυασμούς, ώστε το εκλογικό σώμα να επιλέγει με βάση το πρόγραμμα, το πρόσωπο του επικεφαλής, αλλά και το σύνολο των προσώπων που απαρτίζουν το συνδυασμό και τη δυνατότητα της μεταξύ τους συνεργασίας.

Οι δημοτικές παρατάξεις απαρτίζονται από τα μέλη των συνδυασμών που έλαβαν μέρος στις εκλογές και αναδείχθηκαν δημοτικοί σύμβουλοι ή σύμβουλοι δημοτικών ή τοπικών κοινοτήτων (έστω και αν ο συνδυασμός έχει εκλέξει έναν μόνο σύμβουλο) και αποκτούν υπόσταση κατά την εγκατάσταση των νέων δημοτικών αρχών. Υπογραμμίζεται ότι σύμφωνα με όσα γίνονται νομολογιακά δεκτά, οι δημοτικές παρατάξεις αποτελούν ιδιόμορφα (sui generis) ιδιωτικά σχήματα που αποσκοπούν, όπως άλλωστε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του ΚΔΚ, στην επίτευξη συντονισμένης δράσης των δημοτικών συμβούλων, ενώ δύνανται να αποτελέσουν φορείς τόσο δικαιωμάτων όσο και υποχρεώσεων για θέματα που ανακύπτουν κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του δημοτικού συμβουλίου.

Άμεση συνέπεια του ιδιωτικού χαρακτήρα των συνδυασμών και των δημοτικών παρατάξεων αποτελεί το γεγονός ότι υλικές ή νομικές ενέργειες των ανωτέρω δε δύνανται, σε καμία περίπτωση, να λάβουν χαρακτήρα διοικητικών πράξεων, διότι με αυτές λαμβάνονται πολιτικού χαρακτήρα αποφάσεις. Ειδικότερα, η διαγραφή ή η ανεξαρτητοποίηση μέλους δημοτικής παράταξης αποτελεί εσωτερικό της ζήτημα, ζήτημα δηλαδή που αφορά στη σχέση της παράταξης με τα μέλη της. Έτσι, αποφάσεις που έχουν ληφθεί από την παράταξη ή κείμενα που έχουν εκδοθεί από την ίδια δε θεωρούνται διοικητικές πράξεις και δε δύνανται να ελεγχθούν ως τέτοιες είτε από το δημοτικό συμβούλιο είτε από τον Ελεγκτή Νομιμότητας (Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 238 του ν. 3852/2010 και το άρθρο 28 του Ν. 4325/2015). Επίσης, εκφεύγουν του ακυρωτικού ελέγχου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενώ έχει γίνει δεκτό πως η διαγραφή μέλους δημοτικής παράταξης αποτελεί ένα αντικειμενικό δεδομένο, βάσει του οποίου επέρχονται αυτόθροες συνέπειες στην απώλεια των αξιωμάτων που κατέχει, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του ν. 3852/2010.

Β. Ακολουθούμενη διαδικασία σε περιπτώσεις ανεξαρτητοποίησης ή διαγραφής

α. Ως προς τους δημοτικούς συμβούλους

i. Δημοτικοί σύμβουλοι δύνανται να ανεξαρτητοποιηθούν με δική τους πρωτοβουλία από τη δημοτική παράταξη στην οποία ανήκουν, μέσω υποβολής γραπτής δήλωσής τους προς το προεδρείο του δημοτικού συμβουλίου. Κατ’ αντιστοιχία με όσα γίνονται παγίως δεκτά στην περίπτωση της παραίτησης αιρετών από αξίωμα, η ανωτέρω γραπτή δήλωση πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή, ώστε να προκύπτει η βούληση του δημοτικού συμβούλου να αποχωρήσει, οριστικά, από την δημοτική παράταξη.

ii. Δημοτικοί σύμβουλοι δύνανται, επίσης, να διαγραφούν από τη δημοτική παράταξη στην οποία ανήκουν. Για να λάβει χώρα το ανωτέρω, εάν η δημοτική παράταξη έχει τουλάχιστον τρία (3) μέλη, απαιτείται απόφαση της πλειοψηφίας των δύο τρίτων (2/3) αυτών. Η απόφαση πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, ενώ το πρακτικό λήψης της απόφασης, το οποίο φέρει τις απαιτούμενες υπογραφές, κοινοποιείται υποχρεωτικά στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου, δίχως όμως να ελέγχεται από αυτόν, καθώς και στον διαγραφέντα σύμβουλο.

iii. Σε κάθε περίπτωση, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου οφείλει να ανακοινώσει την απόφαση διαγραφής ή ανεξαρτητοποίησης δημοτικού συμβούλου στο δημοτικό συμβούλιο και να κοινοποιήσει την απόφαση στην αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση.

β. Ως προς τους δημοτικούς συμβούλους που είναι μέλη του προεδρείου δημοτικού συμβουλίου

i. Επισημαίνεται ότι σύμβουλος που ανεξαρτητοποιήθηκε δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου.

ii. Επίσης, μέσω της διαδικασίας που περιγράφηκε ανωτέρω (βλ. αii και αiii), το μέλος του προεδρείου δύναται να διαγραφεί ως δημοτικός σύμβουλος από την παράταξη στην οποία ανήκει, ενώ, μόλις λάβει χώρα η διαγραφή απολύει αυτοδικαίως και το αξίωμά του. Αυτό διότι δημοτικός σύμβουλος που διαγράφηκε από την παράταξή του δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου.

γ. Ως προς τους αντιδημάρχους

i. Σε περίπτωση που αντιδήμαρχος επιθυμεί την ανεξαρτητοποίησή του από τη δημοτική παράταξη στην οποία ανήκει, δύναται να υποβάλλει γραπτή δήλωση ανεξαρτητοποίησής του ως δημοτικός σύμβουλος προς το προεδρείο του οικείου συμβουλίου, κατά τα ισχύοντα για τους δημοτικούς συμβούλους (βλ. αi και αiii). Επισημαίνεται ότι σύμβουλος που ανεξαρτητοποιήθηκε δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι αντιδήμαρχος, συνεπώς αντιδήμαρχος που ανεξαρτητοποιήθηκε απολύει αυτοδικαίως το αξίωμά του.

ii. Δημοτικός σύμβουλος που διαγράφηκε από την παράταξή του, βάσει της διαδικασίας που περιγράφηκε ανωτέρω (βλ. αii και αiii), δεν μπορεί να εξακολουθήσει να κατέχει το αξίωμα του αντιδημάρχου.

δ. Ως προς τα μέλη της οικονομικής επιτροπής και της επιτροπής ποιότητας ζωής

Η εφαρμογή διατάξεων περί ανεξαρτητοποίησης ή διαγραφής από παράταξη δημοτικού συμβούλου επιφέρει συνέπειες και στην ιδιότητά του ως μέλος της οικονομικής επιτροπής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής. Επισημαίνεται ότι και στην περίπτωση αυτή, δημοτικός σύμβουλος που ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε από την παράταξή του απολύει αυτοδικαίως και την ιδιότητα ως μέλος των ανωτέρω επιτροπών στις οποίες εκλέχτηκε ως μέλος της παράταξης από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε (βλ. αi, αii και αiii).

ε. Ως προς τον πρόεδρο και τα μέλη του συμβουλίου δημοτικής κοινότητας

i. Τόσο ο πρόεδρος όσο και τα μέλη συμβουλίου δημοτικής κοινότητας δύνανται να ανεξαρτητοποιηθούν από τη δημοτική παράταξη στην οποία ανήκουν, μέσω υποβολής γραπτής δήλωσής τους προς το δήμαρχο του οικείου δήμου, ο οποίος την κοινοποιεί στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου. Επαναλαμβάνεται ότι η ανωτέρω γραπτή δήλωση πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή, ώστε να προκύπτει η βούληση των ανωτέρω προσώπων να αποχωρήσουν, οριστικά, από την δημοτική παράταξη.

ii. Επισημαίνεται ότι ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας είναι δυνατόν, επίσης, να διαγραφούν με αιτιολογημένη απόφαση που λαμβάνεται με την πλειοψηφία των 2/3, η οποία υπολογίζεται επί του συνολικού αριθμού των δημοτικών συμβούλων και συμβούλων δημοτικής κοινότητας της παράταξης στην οποία είναι μέλος ο διαγραφείς.

iii. Ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου οφείλει να ανακοινώσει την απόφαση διαγραφής ή ανεξαρτητοποίησης συμβούλου δημοτικής κοινότητας στο δημοτικό συμβούλιο και στο συμβούλιο δημοτικής κοινότητας, αλλά και να κοινοποιήσει την απόφαση στην αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση.

iv. Σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή έχει λάβει χώρα ανεξαρτητοποίηση είτε διαγραφή προέδρου δημοτικής κοινότητας από την παράταξη του, ο τελευταίος δε νομιμοποιείται να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντα του προέδρου. Το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση που και ο αναπληρωτής του προέδρου ανεξαρτητοποιηθεί ή διαγραφεί. Σημειώνεται, ότι στο μέτρο που η μη αποδοχή του αξιώματος του Προέδρου δεν οδηγεί σε απώλεια της ιδιότητας του μέλους του συμβουλίου της δημοτικής κοινότητας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι και ο ανεξαρτητοποιηθείς ή διαγραφείς εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του ως μέλος του συμβουλίου, ενώ για την πλήρωση της θέσης του προέδρου εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 79 του ν. 3852/2010.

στ. Ως προς τον πρόεδρο του συμβουλίου τοπικής κοινότητας

Ο πρόεδρος και τα μέλη του συμβουλίου τοπικής κοινότητας δύνανται να ανεξαρτητοποιηθούν από τη δημοτική παράταξη στην οποία ανήκουν, μέσω υποβολής γραπτής δήλωσής τους προς το δήμαρχο του οικείου δήμου, ο οποίος την κοινοποιεί στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου. Ειδικά σε περίπτωση ανεξαρτητοποίησης προέδρου συμβουλίου, αυτός εκπίπτει αυτοδίκαια από το αξίωμά του, ενώ για την πλήρωση της θέσης του προέδρου εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 80 του ν. 3852/2010.

Αντίθετα, ελλείψει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης στο άρθρο 80 του ν. 3852/2010, η ανεξαρτητοποίηση εκπροσώπου τοπικής κοινότητας δεν επιφέρει έννομες συνέπειες, αλλά αποτελεί, απλώς, έκφραση της πολιτικής του βούλησης για ανεξαρτητοποίηση.

Γ. Δικαιώματα και υποχρεώσεις ανεξαρτητοποιηθέντων ή διαγραφέντων μελών δημοτικών παρατάξεων

Όσον αφορά τα δικαιώματα και, συνακόλουθα, τις υποχρεώσεις δημοτικών συμβούλων, που ανεξαρτητοποιήθηκαν ή διαγράφηκαν από την παράταξή τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφηκε ανωτέρω, υπογραμμίζεται, καταρχήν, ότι οι εν λόγω δημοτικοί σύμβουλοι θα πρέπει να θεωρούνται ανεξάρτητα μέλη του συμβουλίου, μη ανήκοντα σε κάποια παράταξη.

Ο ν. 3852/2010 δεν παρέχει τη δυνατότητα δημιουργίας δημοτικής παράταξης από συμβούλους που ανεξαρτητοποιήθηκαν ή διαγράφηκαν από τις δημοτικές παρατάξεις με τις οποίες έχουν εκλεγεί. Ομοίως, αποκλείεται η δυνατότητα προσχώρησης διαγραφέντα ή ανεξαρτητοποιηθέντα δημοτικού συμβούλου σε άλλη παράταξη από αυτήν με την οποία έχει εκλεγεί. Εντούτοις, από το νομοθέτη παρέχεται η δυνατότητα επανένταξης ανεξάρτητου δημοτικού συμβούλου στην παράταξη από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε, εφόσον τούτο γίνει δεκτό από τα δύο τρίτα (2/3) των μελών, προκειμένου για παρατάξεις που έχουν τουλάχιστον τρία (3) μέλη και από όλα τα μέλη, στην περίπτωση ανεξαρτητοποίησης δημοτικού συμβούλου, προκειμένου για παρατάξεις με λιγότερα από τρία (3) μέλη.

Επισημαίνεται ότι τυχόν αλλαγές στον αριθμό των μελών των παρατάξεων της μειοψηφίας, λόγω ανεξαρτητοποιήσεων ή διαγραφών δεν οδηγούν σε επανακαθορισμό των παρατάξεων που συνιστούν τη μείζονα ή την ελάσσονα μειοψηφία του δημοτικού συμβουλίου, καθώς αυτές έχουν διαμορφωθεί με βάση το εκλογικό αποτέλεσμα και τη σχετική απόφαση ανακήρυξής τους από το Πρωτοδικείο. Επίσης, σε τυχόν οριακές περιπτώσεις όπου υπάρχει ικανός αριθμός δημοτικών συμβούλων που ανεξαρτητοποιηθήκαν ή διαγράφηκαν από την παράταξη της πλειοψηφίας, δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης στο πρόσωπο του δημάρχου.

Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 66 παρ. 6 εδ. β’ του ν. 3852/2010, ανεξαρτητοποιηθείς σύμβουλος δε μπορεί να εξακολουθήσει να είναι μέλος του προεδρείου ή της οικονομικής επιτροπής ή της επιτροπής ποιότητας ζωής, όπου εκλέχτηκε ως μέλος της παράταξης από την οποία ανεξαρτητοποιήθηκε ή διαγράφηκε, καθώς και να ορισθεί ή να παραμείνει αντιδήμαρχος κατά τη διάρκεια της θητείας του. Επίσης, συμμετέχει στην εκλογή μελών του προεδρείου του δημοτικού συμβουλίου μόνο κατά τη β’ φάση της εκλογής και όχι κατά την α’ φάση, καθόσον στη φάση αυτή συμμετέχουν μόνο μέλη των δημοτικών παρατάξεων.

Από την άλλη πλευρά, ο ανεξαρτητοποιηθείς ή διαγραφείς δημοτικός σύμβουλος έχει τα κατωτέρω, ενδεικτικά, δικαιώματα:

i. Παρευρίσκεται και ψηφίζει στις συζητήσεις της ολομέλειας του δημοτικού συμβουλίου, καθώς δεν απολύει τη θέση του εντός αυτής.

ii. Δύναται να αιτείται μαζί με άλλους δημοτικούς συμβούλους τη σύγκληση δημοτικού συμβουλίου, βάσει της διάταξης του άρθρου 67 παρ. 2 εδ. α’ του ν. 3852/2010. H εν λόγω διάταξη θεσπίζει ρητά την υποχρέωση του πρόεδρου του δημοτικού συμβουλίου να καλεί τα μέλη του σε συνεδρίαση με γραπτή πρόσκληση, όποτε το ζητήσει το ένα τρίτο (1/3) τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των μελών του συμβουλίου ή το σύνολο των συμβούλων της μειοψηφίας. Στην τελευταία περίπτωση, μάλιστα, ο ανεξάρτητος σύμβουλος λογίζεται ως μέλος της μειοψηφίας.

iii. Δύναται να ζητά από τον δήμαρχο, την οικονομική επιτροπή και την επιτροπή ποιότητας ζωής πληροφορίες και συγκεκριμένα στοιχεία, που είναι χρήσιμα για την άσκηση των καθηκόντων του, βάσει του άρθρου 69 παρ. 3 του ν. 3852/2010.

iv. Δικαιούται να εγγραφεί ως ομιλητής και να τοποθετηθεί επί συγκεκριμένου θέματος της ημερήσιας διάταξης, εντός των συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου.

Δείτε αναλυτικά την εγκύκλιο εδώ.

Ο «Κλεισθένης» φέρνει διπλές κάλπες

30.04.2018

Διπλές κάλπες στις 13 Οκτωβρίου 2019, με την ταυτόχρονη διεξαγωγή εθνικών και αυτοδιοικητικών εκλογών, φέρνει το επικρατέστερο σενάριο γύρω από τον πολιτικό σχεδιασμό της κυβέρνησης, με το οποίο αποσαφηνίζονται όχι μόνον οι προθέσεις της να εξαντλήσει την τετραετία, αλλά και να διασφαλίσει την εφαρμογή της απλής αναλογικής στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Με τη μετάθεση των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών στην προαναφερθείσα ημερομηνία (αντί τον Μάιο 2019) να έχει καταγραφεί και επισήμως στο νομοσχέδιο «Κλεισθένης 1», ο υπουργός Εσωτερικών, Π. Σκουρλέτης, επιβεβαίωσε χθες ως «πάρα πολύ πιθανό» το ενδεχόμενο να «κουμπώσουν» οι εθνικές εκλογές μαζί με τις αυτοδιοικητικές. Λίγο νωρίτερα, πληροφορίες στον κυριακάτικο Τύπο ήθελαν η κοινή ημερομηνία για τις δύο εκλογικές διαδικασίες να αποτελεί πρόταση του ίδιου του πρωθυπουργού στην Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ.

Ενα από τα επιχειρήματα που φέρεται να επικαλέστηκε ο Αλ. Τσίπρας το περασμένο Σάββατο. απορρίπτοντας σενάρια πρόωρων εκλογών, ήταν η εφαρμογή της απλής αναλογικής στην Αυτοδιοίκηση. Πρόκειται για τη βασικότερη των αλλαγών που φέρνει το νομοσχέδιο «Κλεισθένης 1», που το ανάρτησε προς διαβούλευση το υπουργείο Εσωτερικών από το βράδυ της περασμένης Παρασκευής (διαβούλευση έως τις 14 Μαΐου).

Συνεργασίες

Η αναλογική κατανομή εδρών στα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια προωθείται με την κυβέρνηση να τονίζει τον εκδημοκρατισμό και την ανάγκη διαμόρφωσης μιας κουλτούρας συναινέσεων για τη διαχείριση τοπικών υποθέσεων.

Με το προωθούμενο εκλογικό σύστημα, το σύνολο των εδρών των συμβουλίων θα κατανέμεται στον α’ γύρο. Δεν προβλέπεται πλαφόν εισόδου. Εκλογικό μέτρο θα αποτελεί το πηλίκο του αριθμού των έγκυρων ψηφοδελτίων, διαιρούμενου με τις έδρες κάθε δημοτικού συμβουλίου, αυξημένο κατά μία μονάδα (παραλείποντας λοιπά κλάσματα).

Ο αριθμός των ψήφων κάθε συνδυασμού θα διαιρείται με το μέτρο και οι έδρες θα προκύπτουν με βάση το ακέραιο πηλίκο. Οσες έδρες «περισσεύουν» θα κατανέμονται ανά μία μεταξύ όλων των συνδυασμών (έλαβαν-δεν έλαβαν έδρα) με βάση το αχρησιμοποίητο υπόλοιπο.

Ολοι οι σύμβουλοι, τακτικοί και αναπληρωματικοί, θα εκλέγονται με βάση τα αποτελέσματα του α’ γύρου, σύμφωνα με τους σταυρούς προτίμησης. Εάν κανένας συνδυασμός δεν συγκεντρώνει απόλυτη πλειοψηφία (50%+1), η αναμέτρηση της δεύτερης Κυριακής θα γίνεται μεταξύ των δύο επικρατέστερων υποψηφίων επικεφαλής συνδυασμών, για το ποιος θα αναλάβει καθήκοντα δημάρχου.

Δεν αμφισβητείται, σε θεωρητικό επίπεδο, ότι η απλή (και άδολη, εν προκειμένω) αναλογική ευνοεί τις συνεργασίες (ούτε ότι, πρακτικά, μια αλλαγή στο εκλογικό σύστημα μπορεί να θεραπεύσει γνωστές σε όλους παθογένειες). Πρόσωπα με ισχυρή απήχηση στις τοπικές κοινωνίες, που υπολογίζουν σε εκλογή από τον α’ γύρο καταγράφοντας απόλυτη πλειοψηφία, δεν αναμένεται να αποτυπώσουν μειωμένες δυνάμεις στα τοπικά συμβούλια λόγω αλλαγής εκλογικού συστήματος.

Εκμηδενίζονται όμως τα περιθώρια για «μονοπρόσωπες διοικήσεις», όπως, για παράδειγμα, δημάρχου που εξέπεσε του αξιώματός του αλλά συνέχισε να ασκεί καθήκοντα (σύμφωνα και με δηλώσεις του).

Από τα παραδείγματα (βλ. πίνακες) που παραθέτει η «Εφ.Συν.» (με τη συνεργασία του Π. Κολοκυθά, στατιστικού της ProRata), με βάση τα αποτελέσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών του 2014 προκύπτει ότι με την απλή αναλογική εισέρχονται στα συμβούλια παρατάξεις που αποκλείονταν με το εκλογικό σύστημα του «Καλλικράτη»: μία παράταξη στην περίπτωση του Δήμου Αθηναίων, τρεις στην περίπτωση του Δήμου Θεσσαλονίκης. Οπως είναι αναμενόμενο, ενισχύονται σε έδρες οι αντιπολιτευόμενες παρατάξεις.

Παράλληλα, οι διατάξεις του «Κλεισθένη» θεσπίζουν τη δυνατότητα συνένωσης υφιστάμενων παρατάξεων σε μία νέα ή την προσχώρηση ανεξαρτητοποιημένων ή διαγραμμένων συμβούλων από μία παράταξη σε μια άλλη.

Αντιδήμαρχοι και αντιπεριφερειάρχες μπορούν να ορίζονται και από τις πλειοψηφίες που θα συγκροτούνται από περισσότερες της μιας παρατάξεις. Οι δε χωρικοί αντιπεριφερειάρχες θα προκύπτουν από την επιλογή των εκλεγμένων μελών του συμβουλίου (όχι δηλαδή εκ των προτέρων, ως «δοτοί», με την αναγραφή τους στο ψηφοδέλτιο της οικείας περιφερειακής ενότητας).

Στον «Κλεισθένη» αναφέρεται ρητά ότι οι επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές θα γίνουν στις 13/10/2019 (β’ γύρος: 20/10/2019). Οι νέες διοικήσεις θα αναλάβουν καθήκοντα από 1/1/2020. Οι θητείες των σημερινών διοικήσεων παρατείνονται έως τις 31/12/2019. Από εκεί και πέρα, μειώνονται οι θητείες των τοπικών διοικήσεων στα 4 έτη (από τα 5 που προέβλεπε ο «Καλλικράτης»). Δηλαδή, οι μεθεπόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές προγραμματίζονται για τη δεύτερη Κυριακή του Οκτωβρίου του 2023.

Δεν επέρχονται αιφνιδιασμοί με βάση όσα είχαν γίνει γνωστά για τις προαναφερθείσες βασικές αλλαγές του «Κλεισθένη». Αλλωστε, η αποσύνδεση της ημερομηνίας αυτοδιοικητικών και ευρωπαϊκών εκλογών ήταν δηλωμένη πρόθεση της κυβέρνησης εδώ και περίπου 1,5 χρόνο.

Κατηγοριοποίηση δήμων

Εξι κατηγορίες δήμων προωθούνται μέσω «Κλεισθένη 1». Ειδικότερα:

  • α) Δήμοι Μητροπολιτικών Κέντρων (δήμοι της Περιφέρειας Αττικής -πλην της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων- και δήμοι του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης
  • β) Μεγάλοι Ηπειρωτικοί Δήμοι και Πρωτεύουσες Νομών (με πληθυσμό άνω των 25.000 κατοίκων)
  • γ) Μεσαίοι Ηπειρωτικοί Δήμοι (με πληθυσμό άνω των 10.000 και έως 25.000 κατοίκων)
  • δ) Μικροί Ηπειρωτικοί και Μικροί Ορεινοί Δήμοι (με πληθυσμό κάτω των 10.000 κατοίκων)
  • ε) Μεγάλοι και Μεσαίοι Νησιωτικοί Δήμοι (με πληθυσμό άνω των 3.500 κατοίκων)
  • στ) Μικροί Νησιωτικοί Δήμοι (με πληθυσμό έως 3.500 κατοίκους, βάσει της τελευταίας απογραφής)

Οι κατηγορίες θα ληφθούν υπόψη για την κατανομή της κρατικής χρηματοδότησης (ο πληθυσμός δεν αποτελεί πλέον κορυφαίο κριτήριο για την κατανομή των ΚΑΠ – ανάμεσα στα 11 που θεσπίζονται είναι και η ανεργία, η έκταση του ΟΤΑ, το επίπεδο παρεχόμενων κοινωνικών υπηρεσιών), αλλά και -σε δεύτερο βαθμό- για τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων.

Εποπτεία

Αποσυνδέεται η εποπτεία των δήμων και των περιφερειών από τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και συστήνονται 7 Αυτοτελείς Υπηρεσίες Εποπτείας ΟΤΑ, υπαγόμενες απευθείας στον υπουργό Εσωτερικών. Σταματούν οι έλεγχοι σκοπιμότητας (θα αφορούν, βεβαίως, τη νομιμότητα των πράξεων) και σύμφωνα με το υπουργείο θα επιτευχθεί ταχύτερο και υψηλότερο επίπεδο στη λήψη αποφάσεων, με επιστημονική επάρκεια.

Δημοψηφίσματα

Ο στόχος για εκδημοκρατισμό της Αυτοδιοίκησης συνδυάζεται με την προώθηση της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων επί σημαντικών τοπικών υποθέσεων. Ενεργοποιούνται τοπικά δημοψηφίσματα σε δήμους και περιφέρειες (πλην προεκλογικών περιόδων). Μπορούν να προκηρύσσονται για τοπικές υποθέσεις, όχι όμως για θέματα δημοσιονομικής διαχείρισης του οικείου ΟΤΑ και επιβολής τελών. Ο χαρακτήρας του δημοψηφίσματος (αποφασιστικού ή συμβουλευτικού) θα καθορίζεται στην απόφαση προκήρυξής του.

Αρμοδιότητες

Ενισχύεται ο λόγος της Αυτοδιοίκησης στο νομοθετικό έργο, καθώς θα συμμετέχει σε (προς σύσταση) Μόνιμη Επιτροπή Ελέγχου Αρμοδιοτήτων Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με αντικείμενο τον διαρκή έλεγχο, την εποπτεία και την παροχή γνώμης για κάθε ζήτημα σχετικό με τη μεταβολή του νομοθετικού πλαισίου καθορισμού των αρμοδιοτήτων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, της Κεντρικής Διοίκησης και των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. Μεταξύ άλλων, στόχος είναι και η αποφυγή της πολυνομίας που ταλανίζει την Αυτοδιοίκηση.

Κάτω η χούντα

«Απαγορεύεται να ορίζεται ή να χρησιμοποιείται ως όνομα ή ως έμβλημα του συνδυασμού σύμβολο θρησκευτικής λατρείας ή σημαία ή άλλο παρόμοιο σύμβολο κράτους ή σημείο ιδιαίτερης ευλάβειας, στέμμα, όνομα ή έμβλημα πολιτικής οργάνωσης, φωτογραφία οποιουδήποτε προσώπου, έμβλημα κράτους, που ίσχυε παλαιότερα ή ισχύει ακόμη, καθώς και σύμβολα ή εμβλήματα του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967», προβλέπει το άρθρο 13 του «Κλεισθένη Ι».

Συμμετοχή των γυναικών

Σε ποσοστό τουλάχιστον 40% από κάθε φύλο πρέπει να ανέρχεται ο αριθμός των υποψήφιων δημοτικών συμβούλων κάθε συνδυασμού. Μέχρι πρότινος η συγκεκριμένη ποσόστωση ήταν στο 1/3 του συνολικού αριθμού των μελών του συμβουλίου.

Δ. Μπίρμπα Από τον Καλλικράτη στον Κλεισθένη

άρθρο Δ.Μπίρμπα , δήμαρχος Αιγάλεω και μέλος ΔΣ της ΚΕΔΕ

 

Ξαναβρίσκοντας το νήμα για την αποκέντρωση με Αυτοδιοίκηση και Δημοκρατία
Επιλέγοντας να ονοματοδοτήσεις μια αυτοδιοικητική μεταρρύθμιση, με τα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας – πόλης/κράτους, χωρίς να την θεμελιώνεις στο περιβάλλον άμεσης δημοκρατίας που τα δημιούργησε, ήταν σίγουρο ότι θα αποτύχεις, όπερ και εγένετο, παρά τις τεχνοκρατικές βελτιώσεις και την τομή της αιρετής Περιφέρειας.

Η επιλογή της ονοματοδότησης του μεταρρυθμιστικού σχεδίου της παρούσας κυβέρνησης ως “Κλεισθένης”, νοηματοδοτεί την αναγκαία επιστροφή στις ρίζες και την επαναθεμελίωση του “Καλλικράτη” με βάση τις δημοκρατικές αρχές που του έλειψαν.
Τελειώνοντας με την ιστορική σημειολογία, το πρώτο μεταρρυθμιστικό βήμα της κυβέρνησης στην δομή του κρατικού και αυτοδιοικητικού συστήματος είναι πραγματικότητα.
Τα όρια του καθορίζονται, δυστυχώς εκ των προτέρων, από τις θεσμικές και οικονομικές “δουλείες” της περιόδου. Συνταγματικοί περιορισμοί και μνημονιακή επιτροπεία, σκληρό γραφειοκρατικό πλέγμα και ένδεια πόρων, οικονομικών και ανθρώπινων.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, σε μια εποχή που στην χώρα απαιτούνται προγραμματικές συγκλίσεις και συνθέσεις για την πολιτική και παραγωγική της ανάταξη, καθίσταται αναγκαία η θεσμική τομή της απλής αναλογικής, για την αλλαγή κουλτούρας και συμπεριφοράς διοίκησης.
Προβληματική είναι όμως η ανυπαρξία μέτρου «εισόδου» στα Δημοτικά Συμβούλια, με ισχυρή έτσι την πιθανότητα της έκρηξης τοπικισμών, πολλαπλών υποκειμενισμών και φιλοδοξιών, που θα υπονομεύσουν στην πράξη, την πρώτη μεταπολιτευτική εφαρμογή της, με εμφανείς κινδύνους  κοινωνικής απαξίωσής της, λόγω ρευστοποίησης και πιθανόν προβλημάτων κυβερνησιμότητας.
Θετική τομή επίσης, η κατηγοριοποίηση των Δήμων και η διεύρυνση των κριτηρίων ανακατανομής των ΚΑΠ. Προϋπόθεση όμως αποδοχής και μη σύγκρουσης, η διασφάλιση ότι όλοι οι Δήμοι θα έχουν βελτίωση των οικονομικών τους.
Γεγονός που συνδέεται με μια συζήτηση για  το μεταμνημονιακό περιβάλλον που δεν γίνεται και αποτελεί την αναγκαία συνθήκη οποιουδήποτε μεταρρυθμιστικού βήματος, την συμφωνία απόδοσης των παρακρατηθέντων και την σταδιακή απελευθέρωση των προσλήψεων εξειδικευμένου προσωπικού ,πέραν της θετικής εξέλιξης με τα ανταποδοτικά. Η απουσία τους γεννά αμηχανία που διαπερνά όλο το κείμενο, όπου είναι απαραίτητη η συγκεκριμενοποίηση πόρων.
Θετική τομή η θεσμοθέτηση του επόπτη (ελεγκτή νομιμότητας) των ΟΤΑ, ως έναρξη της διαδικασίας αποδυνάμωσης της Αποκεντρωμένης διοίκησης. Η αποτελεσματικότητά του, θα κριθεί από την στελέχωσή του, την ταχύτητα διεκπεραίωσης και από την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη “αφαίρεση” επικαλυπτόμενων ελέγχων άλλων φορέων.
Στον σχεδιασμό του πρώτου μεταρρυθμιστικού βήματος συμπεριλαμβάνονται θετικά στοιχεία, όσον αφορά:
  • στον δημοκρατικό έλεγχο,
  • Αναβάθμιση συλλογικών οργάνων,
  • Τοπικά δημοψηφίσματα,
  • Δημοτικός και περιφερειακός διαμεσολαβητής,
  • στην λειτουργική βελτίωση.
  • Προϋπολογισμός, η τμηματική ψήφισή του ανά κωδικό δαπάνης και έργου, καθιστά σχεδόν αδύνατο το μπλοκάρισμά του
  • Προγραμματικές συμβάσεις, διεύρυνση δυνατοτήτων και ευκολία συμπράξεων
  • Ηλεκτρονικό μητρώο Δημοτικών ακινήτων, εκμίσθωση ακινήτων
  • Διαδημοτικοί Σύνδεσμοι των Τεχνικών Υπηρεσιών που έρχονται να απαντήσουν στην προφανή έλλειψη πόρων, κατά τη γνώμη μου αυτό οφείλει να επεκταθεί και στις ΥΔΟΜ.
  • στην αναβάθμιση του αναπτυξιακού ρόλου των ΟΤΑ
  • Θεσμοθέτηση δυνατότητας συμμετοχής σε ενεργειακές συμπράξεις, σε εταιρείες διαχείρισης και παραγωγής ενέργειας και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας κλπ.
  • Θεσμοθέτηση επιτροπής παρακολούθησης και υλοποίησης χωρικών και αναπτυξιακών σχεδίων
  • Θεσμοθέτηση επιτροπής διερεύνησης των δυνατοτήτων παρέμβασης στον αγροτικό τομέα και αξιοποίησης των δημοτικών εδαφών
  • Δυνατότητα δανειακής σύμβασης για βελτίωση ενεργειακής αποδοτικότητας κλπ.
  • στην ενίσχυση της καταστατικής θέσης των αιρετών
  • Επαναφορά της ιδιάζουσας δωσιδικίας, απλοποίηση διαδικασιών πειθαρχικών ελέγχων κλπ.
  • στην αναβάθμιση του θεσμικού ρόλου της Τ.Α.
  • Μέσω της διυπουργικής επιτροπής καταπολέμησης της πολυνομίας – κακονομίας και των επικαλύψεων στο υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο, με συμμετοχή της Αυτοδιοίκησης
  • Μέσω της μόνιμης επιτροπής αρμοδιοτήτων, παρακολούθησης και ελέγχου του διαρκώς παραγόμενου νομοθετικού έργου και τις επιπτώσεις του στην Αυτοδιοίκηση. Καλύτερο θα ήταν να ονομασθεί “Επιτροπή Διαπίστωσης Τήρησης των Αρχών του Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας στο σχεδιασμό Δημόσιων Πολιτικών”, ενισχύοντας την θεσμική της διάσταση με αναδιάρθρωση επί το έλαττον των συμμετεχόντων, χωρίς υπηρεσιακούς.
Αυτά είναι και τα πιο σημαντικά στοιχεία του Νομοσχεδίου που προδιαθέτουν για την θετική εξέλιξη της πορείας του οδικού χάρτη:
 Κλεισθένης Ι – Συνταγματική Αναθεώρηση / έξοδος από σκληρή Μνημονιακή Επιτροπεία – Κλεισθένης ΙΙ.
Ουσιαστική μεταρρύθμιση χωρίς Συνταγματική Αναθεώρηση, αναβάθμιση και αποσαφήνιση του ρόλου της Τ.Α. (άρθρα 101 – 102 – 103) σε σχέση με το κράτος, στο πλαίσιο της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης,  σταδιακή απόδοση των παρακρατηθέντων και επαναφορά του ύψους των ΚΑΠ στο 2009, δεν μπορεί να υπάρξει.
Εκ των ων ουκ άνευ, η δημιουργία ενός επιχειρησιακού, επενδυτικού υποστηρικτικού σχεδίου για την άρση των ενδοπεριφερειακών και ενδοδημοτικών ανισοτήτων.
Σημαντικά τα ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ αλλά δεν αρκούν.
Τέλος, βαρύνουσας σημασίας θα ήταν η κατάργηση στο άρθρο 1 της παραγράφου 2 του Ν. 3852/2010, που “μειώνει” τον συνταγματικό ρόλο της Τ.Α. σε αυτοδιοικούμενα Νομικά Πρόσωπα δημοσίου Δικαίου, υπευθύνων μόνο κατά τόπο, και η επαναφορά του ορισμού των ΟΤΑ σύμφωνα με τον Ν. 3463/2006 (Κώδικας) και το Σύνταγμα.
Η διοικητική – τεχνοκρατική προσέγγιση, απέναντι στην Τ.Α., την υποβιβάζει σε μια “άλλου τύπου” κρατική υπηρεσία και όχι σε έναν ελεγχόμενο μεν αλλά παράλληλο πολιτειακό θεσμό προς το κεντρικό κράτος, ουσιαστικό συμμέτοχο στην ανάπτυξη, υπεύθυνο για την “εδαφική και κοινωνική συνοχή” σύμφωνα με τις Ευρωπαϊκές συνθήκες αλλά και το άρθρο 102 του Συντάγματος.
Επίλογος
Ο περιορισμός από το Υπουργείο της “τυπικής διαβούλευσης” στα όρια του Νόμου, 18 ημερών, σίγουρα δεν βοηθά το κλίμα, όταν το Σχέδιο Κλεισθένης Ι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Υπουργείου αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή τον Ιούνιο.
Άρα υπάρχει τουλάχιστον ένας μήνας και πλέον, ουσιαστικής συζήτησης εντός της κοινωνίας,  μέσα στις Επιτροπές της Βουλής και στις λοιπές Κοινοβουλευτικές διαδικασίες πριν την ψήφιση του.
Η τυπική διαβούλευση θα μπορούσε να είχε επεκταθεί τουλάχιστον για 10 ημέρες, όπως είχαμε προτείνει στο κοινό Συνέδριο ΚΕΔΕ – ΕΝΠΕ.
Δεν μπορεί όμως αυτό να αποτελέσει και πάλι, αιτία στρεψοδικίας και μη ουσιαστικής συζήτησης για την αντικυβερνητική πολιτική πλειοψηφία, στα όργανα της Αυτοδιοίκησης, ξεκινώντας έναν νέο κύκλο ατέρμονης καταστροφολογίας.
Η αναγκαία για την ελληνική κοινωνία, παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας προϋποθέτει το τέλος του υπερσυγκεντρωτικού κράτους, την αποκέντρωση, με αυτοδιοίκηση και δημοκρατία, που σημαίνει πέραν των άλλων συγκλίσεις και συνέργειες.
Ο Κομφούκιος λέει ότι “ένα μεγάλο ταξίδι ξεκινά με το πρώτο βήμα” και κατά τη γνώμη μας αυτό γίνεται, ας το βοηθήσουμε να συνεχισθεί.

 

Απλή αναλογική, «κυβερνησιμότητα» και άλλες ιστορίες…

Της Δανάης Κολτσίδα*

Κρίνοντας από την πρόσφατη δημόσια συζήτηση με αφορμή τη μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, φαίνεται πως εν αρχή ην η απλή αναλογική. Με δεδομένο ότι

Υπουργείο Εσωτερικών

ως εκλογικό σύστημα -ως μηχανισμός δηλαδή μετατροπής των ψήφων σε έδρες- αναμφίβολα αποτυπώνει γνησιότερα τη βούληση του εκλογικού σώματος επί της αρχής, κανείς δεν τολμάει να αμφισβητήσει ευθέως τη δικαιοπολιτική της βάση. Διότι, τότε θα έπρεπε να αμφισβητήσει τις αρχές της δημοκρατίας και της ισότητας. Γι’ αυτό και η αμφισβήτηση της απλής αναλογικής δεν είναι ποτέ ευθεία, αλλά διατυπώνεται εμμέσως, με την επίκληση της περιβόητης «κυβερνησιμότητας». Με άλλα λόγια, αυτό που λέγεται είναι ότι η απλή αναλογική είναι, θεωρητικά, σωστή, αλλά «δεν δουλεύει».

Πρώτα απ’ όλα, κάποιος θα πρέπει να εξηγήσει τι είναι η «κυβερνησιμότητα». Προφανώς δεν είναι μια ιδιότητα που έχει ή στερείται μία περιφέρεια ή ένας δήμος. Δεν υπάρχουν «κυβερνήσιμοι» δήμοι. Επομένως, κατά την αντίληψη όσων την επικαλούνται, «κυβερνησιμότητα» σημαίνει την εξασφαλισμένη στήριξη της πλειοψηφίας του Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου, ως αποφασίζοντος οργάνου, στην πολιτική του ηγέτη – εν προκειμένω του δημάρχου ή του περιφερειάρχη.

Ωστόσο, είναι αυταπάτη ο ισχυρισμός ότι υπάρχει κάποια «μαγική» νομοθετική ρύθμιση τέτοια, που -χωρίς να παραβιάζει κατάφωρα τη δημοκρατική αρχή, χωρίς δηλαδή να αλλοιώνει τη σύνθεση των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων ή χωρίς να τα καθιστά απλώς διακοσμητικά, στερώντας τους τις ουσιαστικές αποφασιστικές αρμοδιότητες- θα μπορούσε παρ’ όλα αυτά να εξασφαλίζει ότι, βρέξει χιονίσει, θα υπερψηφίζονται οι εισηγήσεις του δημάρχου ή του περιφερειάρχη.

Άλλωστε, ακόμα και υπό την ισχύ των σημερινών, ενισχυμένων, εκλογικών συστημάτων, τόσο σε εθνικό όσο και σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, η πρόσφατη ελληνική εμπειρία αποδεικνύει αυτό που έχει κατ’ επανάληψη γραφτεί: ότι στη δημοκρατική διακυβέρνηση καμία θεσμική δικλείδα, παρά μόνο η γενικευμένη κοινωνική ευημερία μπορεί να εξασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη και αυτή, με τη σειρά της, να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις της πολιτικής και κυβερνητικής σταθερότητας.

Κατά την τελευταία οκταετία, μονοκομματικές κυβερνήσεις με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν άντεξαν την κοινωνική πίεση. Θηριώδεις αυτοδιοικητικές πλειοψηφίες, σαν κι αυτές που εξασφάλιζε μέχρι σήμερα ο «Καλλικράτης», εξανεμίστηκαν όταν η παράταξη του δημάρχου ή του περιφερειάρχη διασπάστηκε, πολύ συχνά όχι λόγω τοπικών εντάσεων, αλλά ακολουθώντας τις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις.

Άρα, λοιπόν, η «κυβερνησιμότητα» μπορεί να γίνει νοητή μόνο ως η αναγκαία πολιτική συνθήκη που επιτρέπει τη διαμόρφωση συναινέσεων και, κατ’ επέκταση, πλειοψηφιών. Πλειοψηφιών, όμως, που δεν θα είναι πάντα και αναγκαστικά υπέρ της άποψης του δημάρχου ή του περιφερειάρχη. Ως τέτοια λογιζόμενη, η «κυβερνησιμότητα» αποτελεί προφανώς έγκυρο και εύλογο στόχο, αφού αποτελεί τον πυρήνα της εύρυθμης λειτουργίας ενός οργανισμού και φυσικά δεν έρχεται σε αντίθεση -κάθε άλλο- προς την απλή αναλογική.

Υπάρχει βέβαια και η προσπάθεια όσων θα ήθελαν να παραμείνει η απλή αναλογική μόνο στη σφαίρα της θεωρίας, να της «φορτώσουν» τις δικές τους υποκειμενικές αδυναμίες, την αδράνεια και την ανωριμότητα ενός πολιτικού προσωπικού που δεν θέλει να ξεβολευτεί.

Οι μεν, όσοι έχουν συνηθίσει στα φιλόξενα έδρανα της αντιπολίτευσης των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων, αντιλαμβάνονται ότι με την απλή αναλογική ένα μέρος της ευθύνης, έστω όχι το κύριο, μετατίθεται και σε εκείνους. Ο ρόλος του δημοτικού και του περιφερειακού συμβούλου, ακόμα και της πιο μικρής σε δύναμη παράταξης, αναβαθμίζεται. Δεν θα αρκεί πια να λέει όχι σε ό,τι κι αν προτείνει η διοίκηση. Θα χρειαστεί να τεκμηριώνει τις αρνήσεις του με κάτι περισσότερο από γενικόλογες κεντρικού πολιτικού χαρακτήρα καταγγελίες. Θα χρειαστεί να μπει στη βάσανο της στάθμισης, της διατύπωσης εναλλακτικής πρότασης. Και θα χρειαστεί να ακούει περισσότερο, για κάθε θέμα, την τοπική κοινωνία.

Οι δε, όσοι έχουν συνηθίσει να διοικούν με τη στήριξη μιας στοιχισμένης και -λόγω εκλογικού συστήματος- πειθαρχημένης πλειοψηφίας, αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να κάνουν κάτι περισσότερο από το να ανακοινώνουν τις αποφάσεις τους στο Δημοτικό ή το Περιφερειακό Συμβούλιο πριν αυτές, αυτομάτως, υιοθετηθούν. Θα χρειαστεί να ακούσουν και άλλες απόψεις. Θα χρειαστεί να κοπιάσουν για να πείσουν για την ορθότητα της πρότασής τους, αλλά και να είναι έτοιμοι να συνθέσουν, ακόμα και να προσχωρήσουν στην αντίθετη άποψη.

Κι αυτή την εκατέρωθεν απροθυμία δεν την ομολογεί κανείς ευθέως. Λέει μόνο πως ίσως σε άλλες κοινωνίες αυτά να λειτουργούν, αλλά «η ελληνική κοινωνία δεν είναι ώριμη ακόμα». Μόνο που η ελληνική κοινωνία, περνώντας διά πυρός και σιδήρου εδώ και μια δεκαετία, έχει ωριμάσει κι έχει αλλάξει. Ίσως μάλιστα και να είναι πιο μπροστά, σε πολλά πράγματα, από τους εκπροσώπους της.

 

* Η Δανάη Κολτσίδα είναι δικηγόρος, πολιτική επιστήμονας