Αρχείο ετικέτας Αριστερά

Το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά

Μία από τις πολλές αρνητικές αντιδράσεις στο άρθρο του πρωθυπουργού και προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα «Ήταν ο Ανδρέας ψεύτης;», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Documento» με την ευκαιρία της 43ης επετείου της ιδρυτικής διακήρυξης του ΠΑΣΟΚ, προερχόμενη κυρίως (όπως ήταν αναμενόμενο) από τους κύκλους του εορτάζοντος κόμματος, συνίστατο στην έκφραση δυσαρέσκειας για την έπαρση που φανερώνει ο Α. Τσίπρας συγκρίνοντας –εμμέσως πλην σαφώς– τον εαυτό του με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Νομίζω ότι το πρόβλημα με το άρθρο του πρωθυπουργού είναι περίπου το αντίστροφο.

Και προφανώς δεν αναφέρομαι στη σύγκριση μεταξύ του «μεγέθους» της μιας και της άλλης προσωπικότητας. Κάτι τέτοιο ούτως ή άλλως δεν θα ενδιέφερε μια αριστερή –ήτοι μαρξιστική κατά βάση– προσέγγιση. Γι’ αυτό λέω «περίπου» το αντίστροφο. Μάλιστα, δεν αναφέρομαι καν στη σύγκριση μεταξύ του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ των δεκαετιών του 1970 και του 1980 ως προς την πολιτική σπουδαιότητα του κάθε κόμματος. Κυρίως με απασχολεί η –καλώς εννοούμενη, έστω– «ταπεινοφροσύνη» που διακρίνεται στο άρθρο του Α. Τσίπρα σε σχέση με το «παλιό» ΠΑΣΟΚ, και που εκδηλώνεται σε δύο αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα.

Πρώτον, στην εκτίμηση της ικανότητας της ηγεσίας του μικρού τότε ΠΑΣΟΚ να διαγνώσει σωστά την ιστορική συγκυρία, να αξιοποιήσει το «τεράστιο λαϊκό κύμα» που προέκυψε μετά την πτώση της δικτατορίας και να το συνενώσει σε κίνημα που αποτέλεσε μια πολιτική και κοινωνική τομή. Και δεύτερον, προς το τέλος του άρθρου, στη δήλωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «με υπερηφάνεια» έχει «ξαναπιάσει το νήμα» των αρχικών ιδεολογικών στόχων του ΠΑΣΟΚ που αλλοιώθηκαν, εκφυλίστηκαν και διαβρώθηκαν από το κατεστημένο αλλά και τον αντιφατικό χαρακτήρα του ίδιου του ΠΑΣΟΚ και του αρχηγού του.

Διευκρινίζω πως το ζήτημα δεν είναι να αποφασίσουμε αν κάποτε όντως υπήρξε ένα «καλό» –από αριστερή ή προοδευτική σκοπιά– ΠΑΣΟΚ που βαθμιαία εκφυλίστηκε ή διαβρώθηκε, ή αν το ΠΑΣΟΚ ήταν εξαρχής «κακό» – από την ίδια σκοπιά, εννοείται. Ως σύνθετο και σημαντικό ιστορικό φαινόμενο, πρέπει να προσεγγιστεί στην ιδιαιτερότητά του. Σε παλαιότερο άρθρο μου στην «Εφ.Συν.» («Η “ανορθογραφία του 2012”», 24/1/2017), είχα υποστηρίξει πως –εκ των υστέρων, βέβαια– είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε την εν λόγω ιδιαιτερότητα, αν λάβουμε υπόψη ότι το ΠΑΣΟΚ κλήθηκε να παίξει μέσα σε λιγότερο από τρεις δεκαετίες τον στρατηγικό ρόλο που τα δυτικοευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα χρειάστηκαν περίπου οκτώ δεκαετίες και δύο παγκόσμιους πολέμους για να εκπληρώσουν.

Ο αντιφατικός χαρακτήρας του ΠΑΣΟΚ σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στο ότι συμπύκνωσε σε συγκριτικά ελάχιστο ιστορικό χρόνο τις αμφίρροπες κοινωνικο-πολιτικές διεργασίες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Αυτή η τελευταία, από τη μια, αποτελούσε προσπάθεια μεταρρύθμισης του καπιταλιστικού συστήματος προς όφελος των μεσαίων και κατώτερων τάξεων και εις βάρος της ασυδοσίας του μεγάλου κεφαλαίου. Από την άλλη, όμως, δεδομένου πως ποτέ δεν απείλησε ριζικά την ταξική δομή του συστήματος (τουλάχιστον μετά τη διάλυση της Β΄ Διεθνούς), μακροπρόθεσμα συνέβαλε στη βαθμιαία ενσωμάτωση των εν λόγω τάξεων στον καπιταλισμό – με τελική κορύφωση βέβαια την πλήρη προσχώρησή της στα κελεύσματα του νεοφιλελευθερισμού.

Η εντυπωσιακή ασυνέπεια που χαρακτήρισε τη ραγδαία μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ δεν οφείλεται στη χαρακτηρολογική ασυνέπεια των στελεχών του, ούτε στους έξωθεν «εναγκαλισμούς» του κατεστημένου, αλλά στο ότι σε διάστημα μόλις δυόμισι δεκαετιών το κόμμα αυτό έπρεπε αρχικά να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κατώτερων και μεσαίων τάξεων με φιλολαϊκά μέτρα και εκδημοκρατισμό της κοινωνίας (ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, εκσυγχρονισμός του οικογενειακού δικαίου, εκδημοκρατισμός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) και κατόπιν να συμβάλει στην ενσωμάτωσή τους στον ευρωπαϊκό –νεοφιλελεύθερο πλέον– καπιταλισμό. Δεν έχουμε λοιπόν έναν αριστερό ριζοσπαστισμό ο οποίος στη συνέχεια αυτοπροδόθηκε, αλλά μια βεβιασμένη ιστορική διαδικασία στρατηγικής αφομοίωσης στο καπιταλιστικό σύστημα.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. Θυμάμαι τον εαυτό μου νεαρό Ρηγά, μαζί με τους/τις συντρόφους/ισσές μου, να καγχάζουμε με το κεντρικό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974: «Στις 18 σοσιαλισμός». Θυμάμαι ακόμα πως αντιμετωπίζαμε με παρόμοια σκωπτική διάθεση το γεγονός ότι πολλά μέλη της νεολαίας ΠΑΣΟΚ πόζαραν ως πιο «ντούροι» μαρξιστές-λενινιστές και από τους ΚΝίτες, την ίδια στιγμή που στην ηγεσία του κόμματος συμμετείχαν με αποφασιστικό ρόλο στελέχη της παλαιάς Ενωσης Κέντρου. Υπάρχει ολόκληρη παράδοση, εκείνη της ανανεωτικής κομμουνιστικής Αριστεράς, που πέρα από τις όποιες εκ των υστέρων τοποθετήσεις και αναλύσεις, είχε εξαρχής συνειδητοποιήσει την αφερεγγυότητα του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, ακριβώς στην προσπάθειά του να αυτοπροβάλλεται ως ριζοσπαστική Αριστερά.

* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Συνάντηση με τον David Harvey

Δημοσίευση: 26 Μαρτίου 2017 Αυγή 
*H Λίλα Λεοντίδου είναι αρχιτέκτων – πολεοδόμος – γεωγράφος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία της στις 20.3.17 για το καλωσόρισμα του Ντέιβιντ Χάρβεϋ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Η εαρινή ισημερία έφερε πάλι στην Αθήνα έναν φίλο της, έναν από τους κορυφαίους στοχαστές της εποχής μας, τον Ντέιβιντ Χάρβεϋ (David Harvey), διακεκριμένο καθηγητή Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο City της Νέας Υόρκης (CUNY). Οι πρόσφατες διαλέξεις τουi μας έδωσαν έμπνευση και καινοτόμα εναύσματα να αναστοχαστούμε την κατάσταση του κόσμου και τη δική μας.

Εδώ και πέντε δεκαετίες, κάθε νέο βιβλίο του αποτελεί γεγονός στην επιστήμη του και τώρα πια ευρύτερα στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες. Είναι ο ερευνητής που ανέβασε τη Γεωγραφία, σκαλί-σκαλί, από τον περιορισμένο θώκο τής περιγραφικής δραστηριότητας στο επίκεντρο των επιστημονικών εξελίξεων, ώσπου να αποκτήσει το κύρος της διεπιστημονικής πειθαρχίας και τη δύναμη της κριτικής κοινωνικής επιστήμης. Κάθε νέο έργο αυτού του ανήσυχου πνεύματος αποτελεί και έναν συνολικό οντολογικό και μεθοδολογικό αναστοχασμό για τη σημασία του χώρου στην κοινωνική δυναμική, την πολιτική οικονομία, στις πολιτιστικές σπουδές, στην Ιστορία.

Συνέχεια ανάγνωσης Συνάντηση με τον David Harvey

29 Αυγούστου 1949 : Ποιος θυμάται τον Εμφύλιο;

dikisi

Η Εθνική Αλληλεγγύη για τη Λευκή τρομοκρατία, Μάιος 1946
Η Εθνική Αλληλεγγύη για τη Λευκή τρομοκρατία, Μάιος 1946

29 Αυγούστου 1949 : Ποιος θυμάται τον Εμφύλιο;

Ελένη Πασχαλούδη

ο Νίκος Φίλης  για τον Εμφύλιο

dse1

Μιλώντας από το βήμα εκδήλωσης αφιερωμένης στον ελληνικό εμφύλιο, που πραγματοποιήθηκε στο πάρκο Εθνικής συμφιλίωσης στο Γράμμο, ο υπουργός Παιδείας τόνισε ότι «δεν πρέπει να υπάρχουν λευκές σελίδες στα σχολικά βιβλία ιστορίας και πως πρέπει να προσεγγίζουμε την ιστορία με σεβασμό στη μνήμη, τον πόνο όλων των Ελλήνων και κυρίως με σεβασμό στα γεγονότα».

«Συμμετείχαμε σε μία εκδήλωση στο πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης που έχει ως στόχο την εμβάθυνση των ιστορικών γεγονότων του εμφυλίου. Προσεγγίζουμε το θέμα χωρίς υπερβολικό πάθος, αλλά με συνείδηση ότι η ιστορία μπορεί να βοηθήσει στο να βελτιώσουμε την πορεία της χώρας στην έξοδο της από την κρίση. Τα βιβλία της σχολικής ιστορίας αντιμετωπίζουν με αμηχανία τα ζητήματα της σύγχρονης ιστορίας. Στις πλαίσιο της γενικότερης αναδιαμόρφωσης των προγραμμάτων ιστορίας στα σχολεία, είναι προφανές ότι πρέπει να… μιλήσουμε για όλα. Δεν πρέπει να υπάρχουν λευκές σελίδες στα βιβλία σχολικής ιστορίας. Αλλά πάντοτε να προσεγγίζουμε την ιστορία με σεβασμό στην μνήμη και τον πόνο όλων των Ελλήνων και κυρίως με σεβασμό στα γεγονότα», δήλωσε ο κ.Φίλης.

(Από την ειδησεογραφία, 28.8.2016)

*

29 Αυγούστου 1949 θεωρείται το τέλος του αιματηρού εμφυλίου Πολέμου
29 Αυγούστου 1949 θεωρείται το τέλος του αιματηρού εμφυλίου Πολέμου
 
 

Στις 29 Αυγούστου 1949 έληξε ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, με τη στρατιωτική ήττα των δυνάμεων της Αριστεράς στους ορεινούς όγκους του Γράμμου και του Βίτσι. Ο πόλεμος άφησε πίσω του 40.000 νεκρούς στα πεδία των μαχών 50.000 πολιτικούς πρόσφυγες, 20.000 σλαβομακεδόνες που κατέφυγαν στη γειτονική Γιουγκοσλαβία. Ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων έφτασε τις 25.000 το 1947, ενώ οι εκτελεσμένοι έφτασαν μέχρι τη λήξη των εχθροπραξιών τους 3.500. Ο απολογισμός ήταν δυσβάστακτος. Και αν στον παραπάνω κατάλογο προσθέσουμε τις τεράστιες υλικές καταστροφές και τους εσωτερικούς πρόσφυγες, τότε πραγματικά βρισκόμαστε μπροστά στον πιο σκληρό πόλεμο που βίωσε η χώρα από τότε που δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος.

 

Οι συνέπειες του πολέμου, όμως δε σταματούν εδώ δυστυχώς. Για πολλά χρόνια ο εμφύλιος πόλεμος δίχασε την

ΜΑΥδες (ΜΑΥ- Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου). Η δράση τους ήταν οργιώδης εναντίον των ανταρτών και των αριστερών πολιτών
ΜΑΥδες (ΜΑΥ- Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου). Η δράση τους ήταν οργιώδης εναντίον των ανταρτών και των αριστερών πολιτών

ελληνική κοινωνία, τη γέμισε φόβο, ανασφάλεια και καχυποψία. Οι ηττημένοι αριστεροί είτε ακολούθησαν το δρόμο της εξορίας, είτε έμειναν στο εσωτερικό αντιμετωπίζοντας διώξεις και πολιτική περιθωριοποίηση μέχρι το 1974. Η πολιτική έκφραση φιμώθηκε και οι πολιτικές εξελίξεις δηλητηριάζονταν κάθε τόσο από την παρέμβαση του παλατιού, του στρατού, των παρακρατικών που φοβόντουσαν και επαγρυπνούσαν για την ενδεχόμενη επανάληψη της «κομμουνιστικής ανταρσίας». Πάνω σε αυτό το φόβο πραγματικό ή φανταστικό οικοδομήθηκε η ελληνική πολιτική τουλάχιστον μέχρι την πτώση της δικτατορίας, τον Ιούλιο του 1974.

Όλα αυτά, όμως, είναι λίγο ως πολύ γνωστά. Έχουν συζητηθεί ξανά και ξανά και όλοι πλέον συμφωνούν ότι η πολιτική ζωή στην Ελλάδα καθορίστηκε εν πολλοίς από τον εμφύλιο πόλεμο και την κληρονομιά του. Μέχρι εδώ καλά. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Δεν αρκούσε ποτέ. Μετά από μια τόσο καθοριστική και τραυματική εμπειρία η κοινωνία, οι αντιμαχόμενες πλευρές έπρεπε να καταλάβουν γιατί πολέμησαν, έπρεπε να καταλάβουν γιατί αναγκάστηκαν να αφήσουν τον τόπο διαμονής και τις οικογένειες τους για να ζήσουν σε χώρες των οποίων δε μιλούσαν τη γλώσσα και δεν καταλάβαιναν τον τρόπο ζωής. Έπρεπε να κατανοήσουν γιατί ήταν αναγκαίοι οι θάνατοι των δικών τους.  Άλλωστε, μόνο έτσι θα μπορούσαν αφενός να παρηγορηθούν και αφετέρου να οργανώσουν τη ζωή τους, αλλά και τη μεταπολεμική κοινωνία από την αρχή.

Για πάρα πολλά χρόνια η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δε δόθηκε με την ειλικρίνεια και τη σαφήνεια που θα άρμοζε. Αντίθετα, η ερμηνεία του εμφυλίου πολέμου συγκροτήθηκε στη δημόσια σφαίρα και στην πολιτική, αλλά δυστυχώς και στον ακαδημαϊκό χώρο γύρω από την ερώτηση «ποιος φταίει για τον εμφύλιο πόλεμο». Αντί για μια ουσιαστική ερμηνεία που θα ήταν δύσκολη ή και αδύνατη σε συνθήκες Ψυχρού Πολέμου, οι δύο αντίπαλοι προτίμησαν τις αλληλοκατηγορίες. Σύμφωνα με την εκδοχή  των νικητών υπεύθυνη ήταν η Αριστερά, επειδή έστρεψε τα όπλα εναντίον της πατρίδας και της νομιμότητας και επειδή επιθυμούσε να υποβιβάσει την Ελλάδα σε δορυφόρο της Σοβιετικής Ένωσης. Επομένως, οι διώξεις, η περιθωριοποίηση, οι εκτελέσεις ήταν πράξεις δικαιολογημένες. Δίκαιη τιμωρία όσων ευθύνονταν για έσχατη  προδοσία. Από την άλλη, για την Αριστερά υπεύθυνη για τον αιματηρό εμφύλιο ήταν η Δεξιά η οποία όχι μόνο κάλυψε τους δοσίλογους αλλά και με την ανεξέλεγκτη βία κατά την περίοδο της λευκής τρομοκρατίας ανάγκασε τους Αριστερούς να βγουν στο βουνό, να πάρουν τα όπλα για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους και την τιμή τους, όπως είχαν κάνει και την περίοδο της Κατοχής. 

Τη δική του απάντηση σε αυτή την αντιπαράθεση που συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση για δεκαετίες και σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής ζωής, έδωσε το ΠΑΣΟΚ μετά το 1981. Όπως είναι γνωστό, με πράξη του υπουργικού συμβουλίου καταργούνται όλες οι επετειακές εκδηλώσεις του εμφυλίου πολέμου. Επιτρέπεται μόνο η τέλεση θρησκευτικών μνημοσύνων σε «θρησκευτικούς χώρους» χωρίς, όμως την παρουσία αρχών. Περίπου ένα χρόνο μετά, τον Αύγουστο του 1982 ψηφίζεται από τη Βουλή των Ελλήνων ο νόμος για την  αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944. Με μια κίνηση πολιτικής οξυδέρκειας η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να επιτύχει την Εθνική Συμφιλίωση αποφεύγοντας, όμως,  να μιλήσει για τη διαίρεση. Η καινούργια εθνική μνήμη που θα συνένωνε όλους τους Έλληνες είχε τη σφραγίδα της Αντίστασης. Στο μνημειώδη πια λόγο του την ημέρα που συζητήθηκε το σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή ο Α. Παπανδρέου δήλωνε: «Δεν ήλθαμε εδώ σήμερα για να δικάσουμε, πολύ περισσότερο για να διχάσουμε. Ο κύριος στόχος του νομοσχεδίου είναι η εθνική ενότητα […] Μπορούμε να ξαναδώσουμε στο λαό μας την εθνική μνήμη και αυτή νομίζω είναι η μεγαλύτερη προσφορά. Αυτήν τη μνήμη που είναι απαραίτητη τόσο για την αυτογνωσία του λαού μας όσο και για την ενότητα του έθνους μας».

Έτσι, η διαιρετική μνήμη αντικαταστάθηκε από ένα παρελθόν ένδοξο και πατριωτικό. Μετά την αναγνώριση της Εαμικής Αντίστασης και τη μετατροπή της σε Εθνική όλες οι παρατάξεις μπορούσαν να αναγνωρίσουν σε αυτή ένα κομμάτι του παρελθόντος τους. Έτσι, χτίστηκε και στην Ελλάδα ο μύθος της παλλαϊκής Αντίστασης με καθυστέρηση περίπου σαράντα ετών. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αυτή η αφήγηση έγινε κυρίαρχη ήδη από την επομένη της Απελευθέρωσης από τις δυνάμεις του Άξονα. Από τις διαιρέσεις του παρελθόντος παραμένει και αναδεικνύεται μόνο αυτή της συνεργασίας με τους κατακτητές. Όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες, όσοι δεν συνεργάστηκαν με τους κατακτητές μπορούσαν να βρουν τη θέση τους στο ενωτικό αφήγημα της Αντίστασης, να την επικαλεστούν ή να την διεκδικήσουν ως αξιοποιήσιμο παρελθόν. Την ίδια στιγμή ο εμφύλιος πόλεμος απο-πολιτικοποιείται. Στην καινούργια αφήγηση δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, καλοί και κακοί, γιατί «σε έναν εμφύλιο πόλεμο ολόκληρος ο λαός είναι ο ηττημένος», όπως δήλωνε ο Κ. Σημίτης στη Βουλή το 1985.

Το ερώτημα όμως παρέμενε: «Ποιος έφταιγε για τον εμφύλιο σπαραγμό»; Οι υπεύθυνοι καταδεικνύονται αυτή τη φορά με έμφαση έξω από τα όρια και το σώμα του έθνους: οι ξένες δυνάμεις, τα διεθνή κέντρα εξουσίας, τα ξένα συμφέροντα, οι ηγέτες των παρατάξεων που είτε υπηρετούσαν τα ξένα συμφέροντα συνειδητά είτε παρασύρθηκαν γιατί αγνοούσαν το διεθνές παιχνίδι.  Πάντως, ο ελληνικός λαός, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια εκδοχή σε καμία περίπτωση δεν συναίνεσε στον εμφύλιο σπαραγμό. Αντίθετα, «είχε ενταχθεί στην Εθνική Αντίσταση, γιατί πίστευε, ότι η μετακατοχική περίοδος θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται από πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες διαφορετικές από εκείνες που επικρατούσαν πριν το 1940». Η εξέλιξη όμως των γεγονότων οδήγησε στη σύγκρουση, την οποία η πλειοψηφία  καταδίκαζε (Σημίτης, Πρακτικά Συνεδριάσεων της Βουλής, 28.2.1985: 4871).

Το αφήγημα αυτό ήταν βολικό για όλους. Σε πρώτη φάση η Νέα Δημοκρατία του Ε. Αβέρωφ δεν μπόρεσε να δεχτεί τη δικαίωση και την αναγνώριση της δράσης του ΕΑΜ ως αντιστασιακής και πατριωτικής. Η αποχώρηση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος από την αίθουσα της Βουλής την ώρα που ψηφιζόταν το νομοσχέδιο, ωστόσο, δεν είχε τη δύναμη να ανακόψει την ορμή της νέας αφήγησης η οποία γινόταν κυρίαρχη με αστραπιαίο ρυθμό. Το μόνο που κατάφερε ήταν να χαρίσει την πρωτοβουλία της Εθνικής Συμφιλίωσης στο ΠΑΣΟΚ και να εγκλωβίσει τη ΝΔ στην υπεράσπιση της εθνικοφροσύνης που είχε ήδη απο-νομιμοποιηθεί από το 1974. Πολύ γρήγορα, όμως, η Δεξιά εναρμονίστηκε με την καινούργια εθνική μνήμη και άρχισε να τιμά την Εθνική Αντίσταση και την Εθνική Συμφιλίωση. Από το 1983 και μετά οι επιτελείς της ΝΔ συμμετείχαν ανελλιπώς στους εορτασμούς για τη μάχη του Γοργοποτάμου, ενώ το μνημείο της Εθνικής Συμφιλίωσης ανεγέρθη στην πρωτεύουσα επί δημαρχίας Μ. Έβερτ. Ήταν η εποχή που όλοι έκλαιγαν (δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι) βλέποντας την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Πέτρινα Χρόνια.

Κανείς δε ρώτησε ενοχλητικές ερωτήσεις και όλοι επιβεβαίωσαν ένα αφήγημα βολικό, ενωτικό και αξιοποιήσιμο. Η ηττημένη Αριστερά αναζητούσε νομιμοποίηση και αναγνώριση μετά από σαράντα σχεδόν χρόνια πολιτικής περιθωριοποίησης και διώξεων. Άλλωστε, ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ένα παρελθόν ανεπιθύμητο που και οι ίδιοι ήθελαν να ξεχάσουν: ήττα, φυλακίσεις, εξορίες. Από την άλλη η νομιμοποίηση των δύο ΚΚΕ το 1974 και η προσήλωσή τους στις αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας απαιτούσε την αποσιώπηση του επαναστατικού τους παρελθόντος. Η εθνικοπατριωτική μνήμη της εαμικής Αντίστασης ήταν οπωσδήποτε πιο βολική. Η Δεξιά από την άλλη, δεν μπορούσε να είναι υπερήφανη για τη νίκη της στον εμφύλιο πόλεμο. Ήταν άλλωστε μια θλιβερή νίκη επί ενός αντιπάλου – αδελφού. Το ΠΑΣΟΚ συγκρότησε μέσα από την αναγνώριση της Αντίστασης και την Εθνική Συμφιλίωση έναν μηχανισμό προσπορισμού ψήφων από την αριστερά. Τα γνωστά σε όλους συνθήματα «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται» και ο «λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά» εικονογραφούν θαυμάσια αυτό το μηχανισμό. Από τη μια η ευγνωμοσύνη για την αναγνώριση και από την άλλη η διασφάλιση ότι οι διώξεις του εμφυλίου πολέμου δεν θα επαναληφθούν, εφόσον η Δεξιά έμενε μακριά από την εξουσία κρατούσαν την Αριστερά δέσμια του φόβου που είχε κληροδοτήσει στους ηττημένους ο εμφύλιος πόλεμος. Υπόσχονταν επιπλέον στο ΠΑΣΟΚ, κατοχύρωση πολιτικής δύναμης και κυριαρχίας.

Το 1989 οι δύο παραδοσιακοί αντίπαλοι βρέθηκαν στην ίδια κυβέρνηση. Με την ψήφιση του νόμου για την άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου στις 29 Αυγούστου 1989 και τη συμβολική καύση των φακέλων ο εμφύλιος πόλεμος πέρασε οριστικά στη λήθη. Έπαψε πια να καθορίζει την πολιτική συμπεριφορά κομμάτων και πολιτών και έμεινε στην Ελληνική ιστορία ως ένα παράδειγμα προς αποφυγή. Καταδικάστηκε ως ανθρωποσφαγή.

Ν. Μπελογιάννης
Ν. Μπελογιάννης

Όμως, η μνήμη και η λήθη έχουν καμιά φορά τους δικούς μηχανισμούς που λειτουργούν ανεξάρτητα από τη δική μας θέληση. Μπορεί οι πολιτικές ελίτ να βιάστηκαν να κλείσουν τις πληγές και οι απλοί πολίτες να βολεύτηκαν με αυτή την εξέλιξη. Άλλωστε, ποιος θέλει να θυμάται τα δυσάρεστα; Τους φόνους, τη βία, τις καταστροφές;  Έτσι, η αμνησία και η ευημερία εξέθρεψαν πολλές γενιές Ελλήνων που αντί να ασχολούνται με θέματα ενοχλητικά προτιμούσαν τις σπουδές τους, ακριβές ή φθηνές διακοπές, ταξίδια, καταναλωτικά αγαθά και ελαφρά αναγνώσματα, περιοδικά life style και άλλα πολλά. Ποιος ενδιαφερόταν μέσα στην ευφορία του ευρώ, των Ολυμπιακών Αγώνων και της Eurovision για τη δεκαετία του 1940; Είχε πλέον μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Ασχολούνταν με αυτά ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες, ενώ η υπόλοιπη κοινωνία απείχε.

Τα πράγματα άλλαξαν άρδην με την οικονομική κρίση. Όταν η επίπλαστη ευμάρεια των προηγούμενων ετών εξέλιπε, οι άνθρωποι ξαναθυμήθηκαν το παρελθόν, το οποίο ζωντάνεψε σε μερικές, ευτυχώς, όχι τόσο βίαιες εκδοχές του. Εξαίρεση αποτελεί η Χρυσή Αυγή απόγονος της ελληνικής ακροδεξιάς της Κατοχής, του Εμφυλίου και της Χούντας ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες της,  και απολαμβάνει τη στήριξη ενός μεγάλου ποσοστού των Ελλήνων ψηφοφόρων.  Γιατί; Επειδή η διαίρεση θάφτηκε βιαστικά, «κάτω από το χαλί» και στην ουσία έμεινε ανεπεξέργαστη. Η Εθνική Συμφιλίωση ήταν εργαλειακή, επιβεβλημένη από τις πολιτικές ελίτ για να εξυπηρετήσει τρέχουσες πολιτικές ανάγκες. Κανείς δε θέλησε στα αλήθεια να κατανοήσει τι έγινε, κανείς δε θέλησε να αναλάβει τις ευθύνες του, να ζητήσει συγγνώμη και να αντιμετωπίσει τις πράξεις και τις παραλείψεις του. Ούτε οι νικητές, αλλά δυστυχώς ούτε και οι ηττημένοι…… Η οικονομική ευμάρεια και η πρόοδος βοήθησαν όλους μας να ξεχάσουμε. Όταν, όμως η οικονομία κατέρρευσε, κατέρρευσε και το αφήγημα της Εθνικής Συμφιλίωσης. Σα να τράβηξε κάποιος απότομα το βέλο. Είναι γνωστό και αναμενόμενο ότι σε περιόδους κρίσης οι κοινωνίες διαιρούνται, η αλληλεγγύη υποχωρεί και τότε οι διαιρέσεις του παρελθόντος, όταν δεν έχουν γίνει αντικείμενο ενδελεχούς επεξεργασίας επανέρχονται.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι κινδυνεύουμε να ξαναζήσουμε έναν εμφύλιο πόλεμο, πραξικοπήματα και παρεκτροπές από τη νομιμότητα; Όχι. Ευτυχώς το δημοκρατικό πολίτευμα είναι ισχυρό και η πολιτική αντιπαράθεση βρίσκεται πολύ μακριά από όλα αυτά. Ωστόσο, η σταδιακή διολίσθηση στη βία, η γοητεία που ασκούν τα κηρύγματα της Χρυσής Αυγής και ο μιλιταρισμός της στη νεολαία, η ευκολία με την οποία καταφεύγουν ορισμένοι σε συνθήματα που αναφέρονται στην εμφύλια διαίρεση, ακόμη και το ανιστόρητο «ραντεβού στα γουναράδικα» δείχνουν μια κοινωνία η οποία δεν μπόρεσε να κατανοήσει το παρελθόν της. Δεν μπόρεσε να συμβιβαστεί με αυτό και έτσι να το αφήσει πίσω της και να το ξεπεράσει. Αυτό γιατί ποτέ δεν πέρασε από την ερώτηση «ποιος φταίει για τον εμφύλιο πόλεμο» στην ερώτηση «γιατί και πως συνέβη ο εμφύλιος πόλεμος». Αν αυτό είχε συμβεί, αν αντί να αποστρέφουμε το βλέμμα από το ενοχλητικό παρελθόν, ή να το θυμόμαστε επιλεκτικά και εργαλειακά προσπαθούσαμε να το κατανοήσουμε, να καταλάβουμε ποιοι πολέμησαν και για ποιους λόγους, πως άφησαν οι άνθρωποι τα σπίτια τους και τη ζωή τους για να συμμετάσχουν σε ένα πόλεμο σκληρό και αποτρόπαιο, θα μπορούσαμε ενδεχομένως και να απεγκλωβιστούμε από αυτό. Θα καταλαβαίναμε επίσης, ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ (ευτυχώς!). Μόνο ξαναγράφεται ξανά και ξανά μέχρι να συμφιλιωθούμε με τα τραύματά μας, να τα κατανοήσουμε και τελικά να προχωρήσουμε. 

Το κόστος του εμφυλίου ήταν δυσβάστακτο για το ΚΚΕ και την Αριστερά

Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών

Το κόστος για το ΚΚΕ και την Αριστερά

 Ο Ζαχαριάδης στο Βουνό μιλάει σε σύσκεψη στελεχών του ΔΣΕ
Ο Ζαχαριάδης στο Βουνό μιλάει σε σύσκεψη στελεχών του ΔΣΕ

. Τα επίσημα στοιχεία του ΚΚΕ, που κατατέθηκαν στην Τρίτη Συνδιάσκεψή του (10-14/10/1950), κάνουν λόγο για 55.881 πολιτικούς πρόσφυγες (αντάρτες και πολίτες που αναγκάστηκαν μετά την ήττα να εγκαταλείψουν τη χώρα), οι οποίοι κατανεμήθηκαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης και στην ΕΣΣΔ («III Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ – Εισηγήσεις, Λόγοι, Αποφάσεις», Αύγουστος 1951, Μόνο για εσωκομματική χρήση, σελ. 266-267).

Οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού που εγκλωβίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας και δεν κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα, κατά κανόνα συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες. Στοιχεία γι’ αυτό το θέμα δεν υπάρχουν καθόλου.

Επίσημα στοιχεία, επίσης, δεν υπάρχουν και για τις εκτελέσεις αγωνιστών που έγιναν ύστερα από δικαστικές αποφάσεις. Σύμφωνα, πάντως, με ανεπίσημα στοιχεία από τον Ιούλιο του 1946 ώς τον Οκτώβριο του 1951 επιβλήθηκαν συνολικά 7.500 θανατικές καταδίκες με το Γ’ Ψήφισμα του 1946 και τον Α.Ν. 509 του 1947, από τις οποίες 4.000-5.000 εκτελέστηκαν (Ν. Αλιβιζάτος, «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974», εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 520).

 

Το φαινόμενο Μπουρντιέ

Ο γάλλος κοινωνιολόγος βρίσκεται πάλι στο στόχαστρο ως εκπρόσωπος μιας αριστερής Αριστεράς που προβάλλεται εντόνως από τα ΜΜΕ και παίρνει θέση σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα, θέλοντας να δημιουργήσει, κατά πολλούς, ένα «νέο πρότυπο διανοουμένου»

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Pierre_Bourdieu,_painted_portrait_DDC_8931_(cropped).jpg#/media/File:Pierre_Bourdieu,_painted_portrait_DDC_8931_(cropped).jpg

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  13/09/1998 00:00

Συνέχεια ανάγνωσης Το φαινόμενο Μπουρντιέ