Αρχείο ετικέτας Αριστερά

«Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι νέες προκλήσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη»: Η εκδήλωση με τους Ευ. Τσακαλώτο, Ε. Αχτσιόγλου, Σ. Κούλογλου (βίντεο)

Για τη διεύρυνση και ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ και τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού προγράμματος διακυβέρνησης απέναντι στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, συζήτησαν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και η Έφη Αχτσιόγλου σε ανοιχτή εκδήλωση του tvxs.gr με συντονιστή τον Στέλιο Κούλογλου, στο Τριανόν το βράδυ της Πέμπτης 19/9

301122-ekdilositvxs.jpg

Με στόχο το διάλογο για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ και του προοδευτικού χώρου, το Tvxs.gr διοργάνωσε στον κινηματογράφο ΤΡΙΑΝΟΝ, μια διαδραστική συζήτηση με τη συμμετοχή του κοινού και ομιλητές τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, Ευκλείδη Τσακαλώτο και Έφη Αχτσιόγλου, και συντονιστή τον ευρωβουλευτή Στέλιο Κούλογλου.

Δείτε τη συζήτηση όπως μεταδόθηκε – έναρξη στο 30’00”

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος επεσήμανε, μεταξύ άλλων, την προώθηση πολιτικών στην Ευρώπη, που δημιουργούν στασιμότητα στους μισθούς, έλλειψη εργασιακής ασφάλειας και επαγγελματικής ανόδου και υπογράμμισε ότι αυτό δεν θα αλλάξει «με τον κ. Μητσοτάκη και τον κ. Βρούτση», αντίθετα θα εξακολουθεί να είναι στο περιθώριο ο κόσμος της εργασίας.

Από την πλευρά της, η Έφη Αχτσιόγλου, μιλώντας για την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, τόνισε ότι μεγάλες μάζες πληθυσμού στην Ευρώπη «γύρισαν την πλάτη» στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, γιατί δεν μπορούσαν να δουν ότι αφορά τη ζωή τους, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια εκδηλώθηκε με εθνικιστική αναδίπλωση. Τόνισε δε την ανάγκη ενοποίησης των προοδευτικών δυνάμεων, με πολιτικό στόχο τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και πολύ συγκεκριμένα αιτήματα, όπως η σύγκλιση των μισθών προς τα πάνω, που είναι «ένα κορυφαίο αίτημα». 

Την ανάγκη σύγκλισης και άλλων δυνάμεων για τη μείωση των ανισοτήτων, «γιατί η Αριστερά μόνη της δεν μπορεί να τα καταφέρει» τόνισε και ο Στ. Κούλογλου, προσθέτοντας ότι η Αριστερά είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ, σε μια δεξιά Ευρώπη.

Απαντώντας στο ζήτημα της αυτοκριτικής από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ – στο πλαίσιο ερωτήσεων που τέθηκαν στους ομιλητές και στις οποίες είχε τη δυνατότητα να απαντήσει και το κοινό, μέσω του κινητού τηλεφώνου- η κ. Αχτσιόγλου είπε ότι «οφείλαμε να κάνουμε κάτι περισσότερο» τονίζοντας ότι η  επαφή του πολίτη με το κράτος είναι από τα κορυφαία ζητήματα, συμπληρώνοντας ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ παρέλαβε χάος «πέρα από κάθε φαντασία» τουλάχιστον στο ασφαλιστικό.

Για το ίδιο θέμα, ο κ. Τσακαλώτος προσέθεσε ότι κάποια ζητήματα ήταν «εκτός των ραντάρ μας» αναφέροντας τον πολιτισμό, ενώ για το οικολογικό ζήτημα, είπε ότι «κάναμε πολιτικά λάθη. Ήταν πολιτικό λάθος οι εξορύξεις. Πρέπει κάποτε να το πούμε αυτό» τόνισε.

Στο πλαίσιο της συζήτησης για τα λάθη που έγιναν, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος αναφέρθηκε και στην ΕΡΤ, λέγοντας ότι «δεν το πήραμε σοβαρά». Όπως εξήγησε, «το όραμά μου για τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, δεν είναι να έχουμε έναν αριστερό Μπάμπη Παπαδημητρίου και έναν αριστερό ‘Αρη Προτοσάλτε. Θέλουμε μία δημόσια ραδιοτηλεόραση αντικειμενική και εκεί δεν τα πήγαμε καλά». Τόνισε επίσης, ότι πρέπει να ξεχωρίζει η είδηση από την άποψη και «να ξέρουν όλοι, δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, ότι στη δική τους τηλεόραση, στη δημόσια τηλεόραση, θα μάθεις την είδηση, ασχέτως αν θα μάθεις μετά το σχόλιο».

Για «στρατηγική αποτυχία» στην ΕΡΤ μίλησε από την πλευρά του ο Στ. Κούλογλου, τονίζοντας την ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων δημοκρατικών θεσμών και στο θέμα της δημόσιας τηλεόρασης.

Όσον αφορά τον κίνδυνο «πασοκοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Τσακαλώτος είπε ότι δεν φοβάται, γιατί αυτό «δεν το θέλουν ούτε οι συριζαίοι, αυτοί που έρχονται», αλλά και διότι «δεν υπάρχει χώρος για κεντρώα πολιτική», προσθέτοντας ότι η κεντρώα πολιτική Ρέντζι, Μπλερ, Σημίτη, «πουθενά δεν εμπνέει». Πρόσθεσε ότι οι πολιτικές διαφορές είναι «ελεγχόμενες» και σημείωσε ότι η διαδικασία διεύρυνσης θα διαρκέσει πολύ καιρό, μέχρι το συνέδριο που θα πραγματοποιηθεί τους πρώτους μήνες του 2020, πιθανόν τον Φεβρουάριο.

Από την πλευρά της, η Έ. Αχτσιόγλου σημείωσε ότι ένα κόμμα που θέλει να ονομάζεται αριστερό, δεν μπορεί να φοβάται να γίνει μαζικό και πρόσθεσε ότι δεν έχει «κανένα άγχος ιδεολογικής επιμόλυνσης του ΣΥΡΙΖΑ».

(με πληροφορίες από ΑΠΕ_ΜΠΕ

«Συμμαχία από τον Μακρόν έως τον Τσίπρα»;

in Αναδημοσιευσεις / by epohi / on October 23, 2018 at 9:14 am /

Τέσσερις τρόποι για να μην ηττηθούν Ακροδεξιά και εθνικισμός

Του Σωτήρη Βαλντέν*

Παρακολουθούμε με αμηχανία, αλλά και με πανικό την αδιάκοπη ενίσχυση της Ακροδεξιάς και του εθνικισμού στον δυτικό κόσμο. Πρόκειται για ένα πραγματικό τσουνάμι που θέτει σε κίνδυνο θεμελιώδεις αξίες και κατακτήσεις μας και θυμίζει δεκαετία του 1930.

Ακροδεξιοί και εθνικιστές βρίσκονται ήδη στην εξουσία σε ΗΠΑ, Ιταλία, Πολωνία, Ουγγαρία, Αυστρία, Τσεχία, Σλοβακία και αλλού, κέρδισαν το δημοψήφισμα του Brexit, ενώ ενισχύονται απειλητικά και σε πολλές άλλες χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Σουηδία.

Για την αντιμετώπιση του υπαρξιακού αυτού κινδύνου οι δημοκρατικές και αντιεθνικιστικές δυνάμεις φαίνεται να στερούνται στρατηγικής ή η στρατηγική τους είναι λαθεμένη.

Η ανάγκη για ένα πλατύ μέτωπο των δημοκρατικών δυνάμεων ενάντια στην Ακροδεξιά είναι επιτακτική. Και η πρόταση που διατυπώθηκε για μια συμμαχία «από τον Μακρόν ώς τον Τσίπρα» ακούγεται ελκυστική, παραπέμποντας μάλιστα στα αντιφασιστικά μέτωπα περασμένων δεκαετιών. Τίθεται ωστόσο το ερώτημα για τη γραμμή πάνω στην οποία θα πρέπει να οικοδομηθεί μια τέτοια συμμαχία.

Δυστυχώς, οι κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις αναζητούν τα αίτια και τους υπευθύνους γι’ αυτές τις εξελίξεις οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί όπου κυρίως βρίσκονται, στις πολιτικές που οι ίδιες εφαρμόζουν. Μας ζητούν δεν συχνά να συσπειρωθούμε εναντίον των εχθρών της δημοκρατίας με πολιτικές που, αντί να τους εξασθενούν, τους ενισχύουν. Ιδού τέσσερις πολιτικές που, κατά τη γνώμη μου, βοηθούν αντί να πολεμούν την Ακροδεξιά και τους εθνικιστές:

Εμμονή στον νεοφιλελευθερισμό ως όπλο κατά του λαϊκισμού της Ακροδεξιάς

Μια από τις κύριες -αν όχι η κύρια- αιτίες της κρίσης των δημοκρατιών μας και της Ευρώπης είναι ο νεοφιλελευθερισμός των τελευταίων δεκαετιών, με την ακραία λιτότητα, την υψηλή ανεργία, τις σκανδαλώδεις ανισότητες και την ανασφάλεια που επιφέρει. Η ενσωμάτωση μάλιστα του μεγαλύτερου μέρους της Σοσιαλδημοκρατίας σε αυτές τις πολιτικές έχει στερήσει τους εργαζόμενους από τους κυριότερους φυσικούς τους εκπροσώπους.

Η Ακροδεξιά το γνωρίζει και εμφανίζεται συχνά πολέμια του νεοφιλελευθερισμού (Ιταλία, Γαλλία, Ουγγαρία κλπ.). Πολλά από όσα λέει εν προκειμένω είναι σωστά, τα λέει ή θα έπρεπε να τα λέει πρώτη η Αριστερά, σοσιαλδημοκρατική και μη. Όμως πολλοί -ακόμη και προοδευτικοί- επικεντρώνουν την πολεμική τους στον «λαϊκισμό».

Η Ακροδεξιά είναι βέβαια συνώνυμη του άκρατου λαϊκισμού. Και ασφαλώς εναντιωνόμαστε απόλυτα στο να «πετάνε το μωρό μαζί με τα απόνερα» σε θέματα όπως η Ε.Ε., η παγκοσμιοποίηση, το ελεύθερο εμπόριο, η διεύρυνση ή η δημοσιονομική πειθαρχία.

Όμως «απόνερα» υπάρχουν, και πολλά. Και το να «χαρίζουμε» στους εχθρούς της δημοκρατίας την πάλη για να αλλάξουν πολιτικές που αποδεικνύονται ολοένα και πιο καταστροφικές και αδιέξοδες κοινωνικά και οικονομικά, το να εμφανίζουμε την υπεράσπισή τους ως μάχη κατά της Ακροδεξιάς αποτελεί αυτοκτονική στρατηγική.

Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ιταλία. Η ακροδεξιά / λαϊκιστική κυβέρνηση διεκδικεί χαλάρωση της λιτότητας, μεγαλύτερη ευελιξία στα δημοσιονομικά και εξισορρόπηση των ισοζυγίων με τη Γερμανία. Πώς να το κάνουμε, σ’ αυτά έχει βασικά δίκιο.

Όμως το κατεστημένο των Βρυξελλών, που μόλις τέλειωσε έναν υποκριτικό γύρο αυτοκριτικής για τα εγκληματικά «λάθη» του στην Ελλάδα, επαναλαμβάνει τα ίδια σαν να μην έχει διδαχτεί τίποτε: άτεγκτη εμμονή στη δημοσιονομική «ορθοδοξία» και εκστρατεία εκφοβισμού (που ενισχύει και τις αναταραχές στις αγορές). Αλλά τα πράγματα είναι τώρα δυσκολότερα.

Το 2015 είχαν να κάνουν με μια μικρή οικονομία και μια αριστερή, φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση. Τώρα έχουν μπροστά τους την τρίτη οικονομία της Ευρωζώνης και μια εν πολλοίς ακροδεξιά, ευρωσκεπτικιστική, χυδαία κυβέρνηση αγνώστων προθέσεων.

Μια υποχώρηση κινδυνεύει να φανεί ως υποχώρηση στην Ακροδεξιά, αλλά μια κάθετη σύγκρουση θα τινάξει στον αέρα το ευρώ και την Ευρώπη, και μάλιστα με το «ηθικό πλεονέκτημα» στην πλευρά των φασιστών! Θα ήταν καλύτερα αν η Ευρώπη και η Γερμανία είχαν δείξει ευελιξία το 2015. Όμως τώρα -που οι συσχετισμοί δεν τους επιτρέπουν να συντρίψουν το «άτακτο παιδί»- ας μην μας πάνε, υπνοβατούντες, στον γκρεμό.

Αλλά και στη Γαλλία η νεοφιλελεύθερη πολιτική του Μακρόν, που τον καθιέρωσε ως τον «Πρόεδρο των πλουσίων», κάθε άλλο παρά θωρακίζει από την επικράτηση της Ακροδεξιάς στις επόμενες εκλογές. Το πολιτικό κενό που διαμορφώνεται στη χώρα μόνο τη δημοκρατία δεν εξυπηρετεί. Ούτε βέβαια πολεμάμε πειστικά τον προστατευτισμό του Τραμπ όταν καλούμαστε να υπερασπιστούμε τα θηριώδη πλεονάσματα της Γερμανίας, αυτά ακριβώς που καταστρέφουν τον Νότο της Ευρώπης.

Μια αποτελεσματική στρατηγική κατά της Ακροδεξιάς θα συνδύαζε την απόρριψη του προστατευτισμού και του ευρωσκεπτικισμού με την πάλη για την προοδευτική μεταρρύθμιση της Ευρώπης και την αντίκρουση των αρνητικών πλευρών της παγκοσμιοποίησης, έχοντας συνείδηση πως το σημερινό ευρωπαϊκό και παγκόσμιο status quo ούτε υπερασπίσιμο είναι ούτε βιώσιμο.

Ακόμη θα ξεσκέπαζε την υποκρισία όσων στην Ακροδεξιά δηλώνουν «φιλολαϊκοί» αλλά ακολουθούν και αυτοί πολιτικές που ευνοούν τους πλούσιους (οικονομική πολιτική Τραμπ, φορολογική πολιτική Λέγκας, προγράμματα ακροδεξιών σε Γερμανία, Σουηδία, Ολλανδία και αλλού κ.λπ.).

Όμως, το διεθνές πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο φαίνεται να θέλει «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο». Πρώτη του προτεραιότητα δεν είναι η απόκρουση της Ακροδεξιάς, αλλά η διατήρηση ανέπαφων των προνομίων του.

«Δανεισμός» από την ατζέντα της Ακροδεξιάς σε θέματα ταυτότητας

Η ανερχόμενη τάση στις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης -πρώτιστα τις συντηρητικές, αλλά όχι μόνο- είναι να υιοθετούν μέρος της αντι-μεταναστευτικής και ξενοφοβικής πλατφόρμας της Ακροδεξιάς με το επιχείρημα πως έτσι θα συγκρατήσουν τους ψηφοφόρους τους.

Σε όλη σχεδόν την Ευρώπη (από τη Δανία, ώς τη Μόρια) επικρίνεται και ακυρώνεται η ανοικτή πολιτική του 2015, προτείνονται και υιοθετούνται μέτρα που προπαγανδίζει η Ακροδεξιά, παραγνωρίζεται το διεθνές και ανθρωπιστικό δίκαιο και επιδεικνύεται μια ανεκτικότητα σε ξενοφοβικές και ρατσιστικές «ευαισθησίες» που μάταια θα την αναζητήσουμε στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα.

Ασφαλώς στα θέματα αυτά η μάχη δεν έχει κριθεί. Υπάρχουν ακόμα ισχυρές αντιστάσεις στην Ακροδεξιά πολιτική κατά των προσφύγων και των μεταναστών. Ο Όρμπαν και το Βίσεγκραντ καταδικάζονται, το ίδιο και οι Ιταλοί όταν αφήνουν πρόσφυγες να πνίγονται στη Μεσόγειο. Όμως η υποκρισία περισσεύει. Η Ευρώπη βρίσκει κοινό παρονομαστή σε απραγματοποίητα και απάνθρωπα σχέδια για hotspots σε τρίτες χώρες.

Οι Ιταλοί κατηγορούνται πιο πολύ επειδή ζητούν την κατανομή των βαρών και σε άλλα κράτη – μέλη, παρά για την εγκληματική τους συμπεριφορά στους μετανάστες. H επιστροφή των αιτούντων άσυλο στις χώρες της πρώτης εισόδου, δηλαδή το «φόρτωμα» όλου του βάρους ενός ευρωπαϊκού προβλήματος στην Ιταλία και την Ελλάδα, εμφανίζεται ως προοδευτική πολιτική.

Η Ιστορία έχει αποδείξει πως η τακτική της υιοθέτησης ακροδεξιών πολιτικών σε ζητήματα ταυτότητας δεν αποδυναμώνει την Ακροδεξιά, την ενισχύει. Η μετατόπιση του κέντρου βάρους της πολιτικής ζωής προς την κατεύθυνσή της οδηγεί τους πολίτες να προτιμούν το αυθεντικό από τις απομιμήσεις. Αυτό επιβεβαιώνεται ήδη στη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Σουηδία και την Αυστρία.

Η υποχωρητικότητα στο μεταναστευτικό, ανοίγει τον δρόμο στη νομιμοποίηση και τον διάλογο με την Ακροδεξιά και στη συνέχεια στη διαμόρφωση συμμαχιών εξουσίας με αυτή. Ήδη τέτοιες τάσεις παρατηρούμε σε πολλές χώρες.

Η πάλη κατά της Ακροδεξιάς ως σταυροφορία κατά της Ρωσίας του Πούτιν

Διαβάζοντας τον φιλελεύθερο διεθνή Τύπο θα νόμιζε κανείς πως το κύριο πρόβλημα με τον Τραμπ είναι η συμπάθειά του για τη Ρωσία του Πούτιν και η στήριξή του από αυτήν. Το ότι ο Τραμπ κλιμακώνει καθημερινά την αντιρωσική σταυροφορία αγνοείται ή αποδίδεται στο ότι το «σώφρον» περιβάλλον του κατορθώνει να τον παρακάμψει. Ο «φιλορωσισμός» είναι και κεντρικό στοιχείο στο κατηγορητήριο κατά Ευρωπαίων ακροδεξιών (Λεπέν, Όρμπαν κ.λπ.). Θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε πως η βασική αιτία της ανόδου της Ακροδεξιάς είναι τα βρόμικα παιχνίδια και τα ρούβλια του Πούτιν.

Υπάρχει ασφαλώς μια αποκρουστική ιδεολογική και πολιτική συνάφεια του Πούτιν με τους ανά τον κόσμο ακροδεξιούς. Είναι επίσης σαφές πως η Μόσχα ενισχύει όλες τις δυνάμεις που μπορούν να εξασθενήσουν τη Δύση και την Ευρώπη στο πλαίσιο ενός σπιράλ κλιμακούμενου ψυχρού πολέμου. Όμως, η ικανότητα του Πούτιν να επηρεάσει τις εξελίξεις στις δυτικές χώρες προβάλλεται υπερβολικά, σε βαθμό καρικατούρας, και η συνωμοσιολογία τείνει να υποκαταστήσει την ανάλυση των αιτίων της ανόδου της Ακροδεξιάς και της κρίσης της Ευρώπης.

Το αφήγημα αυτό εντάσσεται στο από εικοσαετίας σχέδιο της Δύσης να περιθωριοποιήσει περαιτέρω τη Ρωσία. Η επιθετική δυτική στρατηγική είναι η κύρια αιτία του νέου ψυχρού πολέμου και ο Πούτιν εκφράζει τη θέληση της χώρας του να αμυνθεί, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό όλα τα πρόσφορα μέσα. Εξάλλου η δυτική επιθετικότητα (στην οποία μάλιστα πρωτοστατούν, ιδίως στις ΗΠΑ, οι φιλελεύθεροι) συμβάλλει στην ενίσχυση του καθεστώτος Πούτιν.

Το να αποδίδουμε την άνοδο της Ακροδεξιάς στη δράση της Ρωσίας και όχι στα εσωτερικά προβλήματα των κοινωνιών μας δεν είναι αξιόπιστο. Οι δυνητικοί οπαδοί της Ακροδεξιάς δεν εκφοβίζονται από τη ρωσοφοβία του κατεστημένου. Μάλλον ενισχύεται η πεποίθησή τους ότι τους «δουλεύουν». Ίσως να ενισχύεται και η δημοτικότητα του Πούτιν. Και βέβαια η ταύτιση της πάλης κατά της Ακροδεξιάς με μια πολιτική που εξυπηρετεί τους εμπόρους του πολέμου και θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την παγκόσμια ειρήνη κάθε άλλο παρά ενισχύει το «ηθικό πλεονέκτημα» των δημοκρατικών δυνάμεων.

Δημοκρατικές «ζαβολιές» στο όνομα του πολέμου κατά των εχθρών της

Όλοι συμφωνούμε πως κάθε μέσο είναι θεμιτό για την άμυνα της δημοκρατίας έναντι μιας εκτροπής. Το ερώτημα είναι αν είναι θεμιτή και η παραγνώριση των δημοκρατικών κανόνων για να εμποδιστεί η με νόμιμα μέσα άνοδος στην εξουσία ή και διακυβέρνηση της Ακροδεξιάς. Η δημοκρατική απάντηση είναι, πιστεύω, «όχι», τουλάχιστον όταν η απειλή για την κατάλυση της δημοκρατίας δεν είναι έκδηλη και άμεση. Γιατί ποιος αποφασίζει πότε και πόσο απειλείται η δημοκρατία;

Δυστυχώς τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε όλο και πιο συχνά ενέργειες που παραβιάζουν κραυγαλέα τη δημοκρατική πρακτική, ακόμη και τη νομιμότητα, με αιτιολογία την καταπολέμηση της Ακροδεξιάς και του εθνικισμού.

Με ποια λογική ο ανεύθυνος Πρόεδρος της Ιταλίας νομιμοποιείται (πολιτικά ή και θεσμικά) να αποκλείει τον προτεινόμενο από την εκλεγμένη κυβέρνηση υπουργό Οικονομικών, επειδή εκτιμά πως ο τελευταίος είναι αντίθετος στο ευρώ; Πόσο δημοκρατικό είναι να ασκείται πίεση για επανάληψη ή ακύρωση δημοψηφισμάτων (Αγγλία, Ολλανδία) επειδή το αποτέλεσμα δεν αρέσει;

Πόσο θεμιτό είναι οι φιλελεύθεροι να πανηγυρίζουν όταν αποκαλύπτεται πως κάποιοι ανώνυμοι σύμβουλοι του δημοκρατικά εκλεγμένου Αμερικανού Προέδρου συνωμοτούν ενάντια στις αποφάσεις και τη θέληση του αφεντικού τους; Πόσο δημοκρατικό είναι οι μεγάλοι της Δύσης να θριαμβολογούν για το 91% του μακεδονικού δημοψηφίσματος, την ώρα που όλοι γνωρίζουμε πως οι αντίπαλοι του «ναι» απείχαν και η αποχή ήταν αισθητά μεγαλύτερη από ό,τι αναμενόταν;

Η «υπεράσπιση της δημοκρατίας» με τέτοια μέσα οδηγεί μαθηματικά στην υπονόμευσή της, αφού όλο και περισσότεροι πολίτες πείθονται πως οι κανόνες και οι αξίες της δημοκρατίας είναι ευκαιριακά προπετάσματα καπνού που χρησιμοποιούν οι ισχυροί όταν και μόνο τους συμφέρει.

Πλατιά ενότητα κατά της Ακροδεξιάς με ποια γραμμή

Η πρόσφατη πρόταση για διαμόρφωση ενός πανευρωπαϊκού πλατιού μετώπου κατά της Ακροδεξιάς «από τον Μακρόν έως τον Τσίπρα» που διατυπώθηκε από στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος της Ιταλίας (ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που, σημειωτέον, με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική του και την υπεροψία του ηγέτη του, συνέβαλε τα μέγιστα στην επικράτηση της Ακροδεξιάς και των λαϊκιστών) παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Με τον Αννίβα ante portas, σε ορισμένες στιγμές και καταστάσεις, όπως π.χ. στον δεύτερο γύρο των γαλλικών εκλογών, προέχει να του φράξουμε τον δρόμο, ακόμη και χωρίς προαπαιτούμενα.

Όμως, ως στρατηγική, η πλατιά ενότητα κατά της Ακροδεξιάς δεν μπορεί να ξεφύγει από το ερώτημα «σε ποια βάση», με ποια γραμμή. Νομίζω λοιπόν ότι φανερό πως μια ενότητα όπου ηγεμονεύουν όσοι εμμένουν στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, υποχωρούν στην ατζέντα της Ακροδεξιάς στο μεταναστευτικό, προσπαθούν να μετατρέψουν τον αντιφασιστικό αγώνα σε αντιρωσική σταυροφορία και δεν διστάζουν να μετέρχονται αντιδημοκρατικά κόλπα, περιφρονώντας βάναυσα τον κόσμο που υποτίθεται πως εκπροσωπούν, δεν θα εξασθενήσει την Ακροδεξιά, αλλά θα τη φέρει γρηγορότερα στην εξουσία. Η δημοκρατική Αριστερά δεν μπορεί να συναινεί σε ένα τέτοιο μέτωπο.

Χωρίς αλλαγή κατεύθυνσης στην οικονομική πολιτική και στις πολιτικές της Ευρώπης, χωρίς ασυμβίβαστο μέτωπο στον ρατσισμό και την ξενοφοβία, χωρίς μια φιλειρηνική πολιτική διεθνώς και χωρίς σεβασμό στους πολίτες και προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος που έχει προκληθεί ανάμεσα σ’ αυτούς και τη δημοκρατική πολιτική, οι δημοκρατίες μας και η Ευρώπη οδηγούνται στον γκρεμό.

Με αυτή και μόνο τη στρατηγική πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να προσέλθει η δημοκρατική Αριστερά σε οποιαδήποτε συζήτηση για το απαραίτητο νέο αντιφασιστικό μέτωπο.

* Ο Σωτήρης Βαλντέν διδάσκει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών

Πηγή: Αυγή

Για την οργανωτική διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ

Για την οργανωτική διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ

Το φαινόμενο ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος με την εκλογική απήχηση που σταθερά απολαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 είναι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Πράγμα που σημαίνει ότι η αριθμητική δυσαναλογία μεταξύ μελών και ψηφοφόρων δεν οφείλεται ούτε σε κάποιον εγγενή και αναπόδραστο αρχηγισμό ούτε σε κάποια τεμπελιά, νωθρότητα, ανικανότητα ή υπερβολική «εσωστρέφεια» του εν λόγω κόμματος. Αλλά στο ότι δεν υπάρχουν οι ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που θα επιτρέψουν σε ένα μη αστικό και κατά συνέπεια μη πελατειακό ελληνικό κόμμα εύκολα να αποκτήσει αληθινά μαζικές οργανωτικές δομές.

στη μνήμη του Βαγγέλη Καραγεώργου

Σε παλαιότερα άρθρα μου στην «Εφ.Συν.» (κυρίως: «Ας ξεχάσουμε την Κεντροαριστερά», 19.2.2019, και «Ας ξεχάσουμε (ξανά) την Κεντροαριστερά», 12.3.2019), είχα αναφερθεί αρκετά αναλυτικά στο ζήτημα της πιθανής ιδεολογικής διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Εν ολίγοις, το βασικό μου επιχείρημα ήταν ότι το περίφημο «άνοιγμα προς την Κεντροαριστερά» δεν έχει νόημα από πλευράς ιδεολογικής, δεδομένου ότι τα κεντρικά αντινεοφιλελεύθερα προτάγματα, όπως είναι η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και η εναντίωση στη δημοσιονομική λιτότητα, που παλαιότερα συγκροτούσαν την πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας, στις σημερινές συνθήκες του αμετανόητα νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού αποτελούν ούτως ή άλλως κομβική συνιστώσα της στρατηγικής της ριζοσπαστικής, δηλαδή αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Απομένει όμως το ζήτημα της οργανωτικής διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Ακούγεται συχνά ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: ότι ο αριθμός των μελών του ΣΥΡΙΖΑ είναι δυσανάλογα μικρός σε σχέση με τους ψηφοφόρους του. Η επικρατούσα ερμηνεία αυτού του γεγονότος είναι τουλάχιστον συζητήσιμη: Οτι αυτό σημαίνει πως η πολιτική απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ συνίσταται σχεδόν αποκλειστικά σε εκείνη του αρχηγού του Αλέξη Τσίπρα.

Ακόμη και αν δεχτούμε πως σε επίπεδο «συμπτωματολογίας» κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, θα ήταν ολέθριο σφάλμα να συμπεράνουμε ότι τούτο σημαίνει πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «από τη φύση του» ένα αρχηγοκεντρικό κόμμα. Εξηγούμαι.

Εχει σημασία να καταλάβουμε πως η σύγκριση όσον αφορά την αναλογία μελών και ψηφοφόρων γίνεται με τα αστικά κόμματα στην ελληνική ιδιαιτερότητά τους. Δηλαδή γίνεται με κόμματα, η μαζικότητα των οποίων οφείλεται πρώτα και κύρια στην αποτελεσματική λειτουργία του ελληνικού πελατειακού συστήματος.

Κοινωνικο-ταξικά η αστική πολιτική εκπροσώπηση στην Ελλάδα δεν συνίσταται σε προγραμματικές στρατηγικές, αλλά σε στρατηγικές εξυπηρέτησης προσωπικών και οικογενειακών συμφερόντων διά μέσου της άμεσης ενεργοποίησης των προνομίων που παρέχει ο κρατικός μηχανισμός. Και τούτο δεν ισχύει μόνο στο επίπεδο της εκλογικής πελατείας στις εθνικές εκλογές, αλλά και σε εκείνο της επιρροής στα συνδικάτα, στις επαγγελματικές οργανώσεις και στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι το ΠΑΣΟΚ, στα πρώτα του βήματα τουλάχιστον, δεν ήταν «ακραιφνώς αστικό» κόμμα, είναι γεγονός πως η οργανωτική του ανάπτυξη σε τεράστιο βαθμό στηρίχτηκε στις οργανωτικές δομές της προδικτατορικής Ενωσης Κέντρου, που ήταν εξίσου πελατειακές με εκείνες της –προδικτατορικής και μεταδικτατορικής– Δεξιάς.

Η Αριστερά απ’ την άλλη, στη μετεμφυλιακή και προδικτατορική περίοδο, ήτοι η ΕΔΑ, ακόμη και στο ζενίθ της εκλογικής της δύναμης, δεν ήταν μεν πελατειακό κόμμα, αλλά η μαζικότητά της οφειλόταν στο ότι ήταν νωπές ακόμη οι μνήμες της ΕΑΜικής αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου. Μνήμες όχι μόνον ιδεολογικές αλλά και πραγματικές. Υπήρχαν αμέτρητες οικογένειες που αυτο-ορίζονταν στο πολιτικό γίγνεσθαι από το γεγονός και μόνον ότι ζώντα ή πρόσφατα θανόντα μέλη τους είχαν συμμετάσχει στο ΕΑΜ ή/και είχαν διωχθεί από το εμφυλιακό και μετεμφυλιακό κράτος.

Υπ’ αυτή την έννοια, το φαινόμενο ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος με την εκλογική απήχηση που σταθερά απολαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 είναι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Πράγμα που σημαίνει ότι η αριθμητική δυσαναλογία μεταξύ μελών και ψηφοφόρων δεν οφείλεται ούτε σε κάποιον εγγενή και αναπόδραστο αρχηγισμό ούτε σε κάποια τεμπελιά, νωθρότητα, ανικανότητα ή υπερβολική «εσωστρέφεια» του εν λόγω κόμματος. Αλλά στο ότι δεν υπάρχουν οι ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που θα επιτρέψουν σε ένα μη αστικό και κατά συνέπεια μη πελατειακό ελληνικό κόμμα εύκολα να αποκτήσει αληθινά μαζικές οργανωτικές δομές.

Εύκολα. Δύσκολα έστω; Ας αρχίσουν οι προσπάθειες από την αναγνώριση των δυσκολιών. Πράγμα που θα ισοδυναμεί με την αποφυγή αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «άδικη αυτοκριτική». Η οποία με τη σειρά της απλώς αποπροσανατολίζει οδηγώντας στην αναζήτηση λύσεων προς καταστροφικά λανθασμένες κατευθύνσεις. Δύο τέτοιες έχω κυρίως κατά νου τούτη τη στιγμή, θα κλείσω τη σύντομη αυτή παρέμβαση αναφέροντάς τες.

Η πρώτη λάθος κατεύθυνση αφορά το ζήτημα του αρχηγισμού. Ξεχνώντας το ότι η ταύτιση Αλέξη Τσίπρα και ΣΥΡΙΖΑ στα μυαλά του πολλού κόσμου οφείλεται ακριβώς στο ότι ακόμη δεν υπάρχουν δομές που καθιστούν την παρουσία του ίδιου του κόμματος επαρκώς αισθητή, η λογική αυτή ακολουθεί τη μοιρολατρική αποδοχή του «μόνο με τον Τσίπρα είναι ισχυρή η Αριστερά».

Η δεύτερη αποπροσανατολιστική κατεύθυνση, που άνετα συνυπάρχει με την πρώτη, μας γυρίζει στην αρχή του παρόντος άρθρου – στην ιδεολογική διεύρυνση. Αφού ως ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορούμε να έχουμε μαζικές οργανώσεις, άντε ας γίνουμε λιγότερο ριζοσπαστική μπας και τα καταφέρουμε. Ακριβώς αυτό θέλει από εμάς και το νεοφιλελεύθερο καθεστώς.

*καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

«Στόχος μας μια νέα ανοιχτή πληθυντική Αριστερά»

Δημήτρης Κουκλουμπέρης

Ενα σύγχρονο, ανοιχτό, αριστερό κίνημα που θα πρωταγωνιστεί στα κοινωνικά μέτωπα και θα υπερβαίνει ό,τι μέχρι σήμερα κρατά τον ΣΥΡΙΖΑ μακριά από τον κόσμο και τα προβλήματά του, πρέπει να είναι ο στόχος της ανασυγκρότησης, σύμφωνα με την απερχόμενη περιφερειάρχη Αττικής και μέλος της Πολιτικής Γραμματείας ΣΥΡΙΖΑ, Ρένα Δούρου.

«Τώρα οφείλουμε να προχωρήσουμε, χωρίς εκπτώσεις και φοβίες σε πρωτοβουλίες και ρήξεις με αριστερό, κοινωνικό πρόσημο», δηλώνει χαρακτηριστικά στην «Εφ.Συν.». Αφήνει αιχμές για συντρόφους της που βλέπουν την πολιτική με όρους καριέρας, ενώ παίρνει θέση για το θέμα της εκλογής αρχηγού από τη βάση

● Οι εκλογές τελείωσαν, το κόμμα σας έχασε, χωρίς να ηττηθεί στρατηγικά και περνά στην αντιπολίτευση, επιχειρώντας να ανασυγκροτηθεί. Νέα κατάσταση -νέα καθήκοντα, νέες εποχές-, νέα ήθη… Αυτό συμβαίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ ή μήπως όχι;

Η αλήθεια είναι ότι βρισκόμαστε πλέον σε μια ριζικά νέα πολιτική περίοδο. Οι πολίτες εμπιστεύθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ την αξιωματική αντιπολίτευση. Από εδώ και στο εξής θα δοκιμαστούμε και θα δοκιμάσουμε. Γιατί κάθε είδους επανάπαυση ή θριαμβολογία είναι λάθος. Από τη μια τα προβλήματα των πολιτών και κυρίως των πιο αδύναμων εντείνονται μέρα με τη μέρα, εξαιτίας της διακυβέρνησης της Ν.Δ. Και τα προβλήματα αυτά δεν μπορούν να περιμένουν να ολοκληρώσουμε εμείς την αυτοκριτική ή τον οργανωτικό σχεδιασμό μας.

Τώρα οφείλουμε να προχωρήσουμε, χωρίς εκπτώσεις και χωρίς φοβίες, στις πρωτοβουλίες, τις ρήξεις, τις αλλαγές, με αριστερό κοινωνικό πρόσημο, που θα κάνουν τον ΣΥΡΙΖΑ την εγγύηση εκείνων των πολιτικών που θα προστατεύουν όσα πετύχαμε και θα ανοίγουν παράλληλα και νέους δρόμους. Γιατί ο μεγαλύτερος κίνδυνος σε αυτή τη φάση είναι η εσωστρέφεια, η επίδειξη αλαζονείας, η αναζήτηση λύσεων που αντιγράφουν χρεοκοπημένες πολιτικές τού χθες.

Σήμερα, περισσότερο ίσως από ποτέ άλλοτε, απαιτείται αξιόπιστος, τεκμηριωμένος αριστερός, προοδευτικός λόγος, γιατί ήδη η κυβέρνηση Μητσοτάκη υλοποιεί το συντηρητικό, με αυταρχικά χαρακτηριστικά, πρόγραμμά της. Δεν είναι ώρα για μεμψιμοιρίες, αλλά για δράση.

Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να χαθεί ούτε λεπτό για να κάνουμε τον ΣΥΡΙΖΑ το σύγχρονο αριστερό, ανοιχτό στους αγώνες και τις αγωνίες των πολιτών, κίνημα που επιχειρεί να απαντήσει στα καίρια ερωτήματα της δίκαιης ανάπτυξης, του περιβάλλοντος. Της προάσπισης των δικαιωμάτων που η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία θεωρεί «πολυτέλεια». Το κίνημα που χρειάζεται ο τόπος και η Ευρώπη.

Βλέπουμε συντρόφους μας που, αφού δεν κατάφεραν να εκλεγούν στις αυτοδιοικητικές εκλογές, μεταπήδησαν με ευκολία στον βουλευτικό θώκο

● Πώς έχετε πολιτικά στο μυαλό σας τους όρους «μετασχηματισμός» και «επανίδρυση», με τους οποίους περιέγραψε ο Αλέξης Τσίπρας τη μετάβαση στη νέα φάση του κόμματός σας;

Το ζητούμενο είναι να υπερβούμε ό,τι κρατάει τον ΣΥΡΙΖΑ μακριά από την κοινωνία και τα προβλήματά της. Τους όρους για την υπέρβαση αυτή πρέπει να τους διαμορφώσουμε όλοι μαζί, με αριστερό προγραμματικό λόγο και με στόχο μια νέα σχέση με την πολιτική, μέσα από την οικοδόμηση ενός νέου πολιτικού ήθους. Σε αυτό, όμως, δεν βοηθάνε συμπεριφορές που μαρτυρούν αντιμετώπιση της πολιτικής υπό το πρίσμα της καριέρας.

Για παράδειγμα, βλέπουμε συντρόφους μας που, αφού δεν κατάφεραν να εκλεγούν στις αυτοδιοικητικές εκλογές, μεταπήδησαν με ευκολία στον βουλευτικό θώκο. Τέτοιες ενέργειες, που έρχονται σε αντίθεση με το δικό μας ηθικό υπόδειγμα, το παράδειγμα της Δύναμης Ζωής στην Περιφέρεια Αττικής, όπου δείξαμε ότι σεβόμαστε την υπόθεση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, χωρίς να εγκαταλείψουμε το μετερίζι της, εκπέμπουν ένα παλαιοκομματικό μήνυμα. Ενα μήνυμα που δεν συνάδει με την ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ ως ελκυστικού πόλου συσπείρωσης των δημοκρατικών, προοδευτικών, αριστερών δυνάμεων.

Γιατί δεν αρκεί να κλίνουμε σε όλες τις πτώσεις τον επιθετικό προσδιορισμό «αριστερός». Χρειάζεται να τον κάνουμε πράξη καθημερινά, με το παράδειγμά μας. Γιατί το νέο ήθος με τη νέα οργάνωση είναι συγκοινωνούντα δοχεία: χωρίς το πρώτο, η νέα οργάνωση θα παραπέμπει στο παλιό, στην απομάκρυνση από την κοινωνία, την πολιτική ως καριέρα.

● Θα αναρωτηθεί κάποιος: Και γιατί η Κεντροαριστερά και η σοσιαλδημοκρατία να είναι ο προορισμός της διεύρυνσης; Από πότε αντιληφθήκατε ότι πρόκειται για μια «ελκυστική» πολιτικά δεξαμενή;

Αν η υπόθεση της ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ αφορά προσέλκυση ψήφων, τότε είναι χαμένη υπόθεση. Ο σκοπός είναι να αποδείξουμε ότι μπορούμε να οργανωθούμε έτσι ώστε να είμαστε χρήσιμοι στην κοινωνία, μακριά από καλούπια. Αυτό άλλωστε είναι και το συλλογικό μας στοίχημα. Να αλλάξουμε οργανωτικά, στηρίζοντας και προστατεύοντας παράλληλα ό,τι καταφέραμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια διακυβέρνησής μας σε οικονομικό, κοινωνικό επίπεδο, απέναντι στον νεοφιλελεύθερο οδοστρωτήρα πολιτικής και κοινωνικής οπισθοδρόμησης της Ν.Δ.

● Τα στελέχη που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ, τη ΔΗΜΑΡ και άλλες δυνάμεις και συμπράττουν με τον ΣΥΡΙΖΑ μέσω Προοδευτικής Συμμαχίας, είναι ή θα γίνουν σύντροφοί σας ή είναι συνεργαζόμενοι και απλώς συνοδοιπόροι;

Στην ιστορία του προοδευτικού κινήματος, οι συναντήσεις διαφορετικών παραδόσεων ήταν πηγή ιδεολογικού πλούτου και πολιτικής έμπνευσης, όταν δεν επιδεικνύονταν ηγεμονισμοί και απόπειρες «καπελωμάτων». Ο στόχος μας είναι σήμερα κοινός και αφορά το πολιτικό και κοινωνικό μας στίγμα στη βάση της διάκρισης – πυξίδας για τους αγώνες του σήμερα και του αύριο, μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς.

Οι ταξικές πολιτικές της Ν.Δ. αποδεικνύουν την επικαιρότητα και τη χρησιμότητα της διάκρισης αυτής. Αποδεικνύουν την ανάγκη οικοδόμησης ενός ευρύτατου κοινωνικού μετώπου με πρωταγωνιστή μια νέα, πληθυντική, ανοιχτή Αριστερά.

Μια Αριστερά που θα εμπνέει, φέρνοντας στο επίκεντρο την ανάγκη ριζικής ανακατανομής πλούτου και εισοδήματος, την υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων, την προστασία του κόσμου της εργασίας, την κοινωνική αλληλεγγύη.

● Η εκλογή προέδρου από τη βάση διευκολύνει τον στόχο για ένα μαζικό-ανοιχτό κόμμα;

Τα θέματα αυτά κρίνονται από καταστατικά συνέδρια και όχι σε κλειστά γραφεία. Δεν μιλάμε για ενός ανδρός αρχή. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν και δεν είναι αρχηγοκεντρικό κόμμα. Και φυσικά, αν χρειαστεί, θα συζητήσουμε την εκλογή από τη βάση στο πλαίσιο οργανωμένης, ανοιχτής συζήτησης.

Σήμερα το ζητούμενο είναι ένα μαζικό-ανοιχτό κόμμα συνδεδεμένο με την κοινωνία, σε όλα τα επίπεδα. Είτε πρόκειται για την Τοπική Αυτοδιοίκηση είτε για τα συνδικάτα ή τους επαγγελματικούς, επιστημονικούς συλλόγους. Γιατί το κρίσιμο είναι ο ριζικός προγραμματικός μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ σε δύναμη της κοινωνίας, σε εκφραστή μιας εναλλακτικής, συνεκτικής αριστερής πρότασης απέναντι στην ιδεολογική κατίσχυση της Δεξιάς.

● Παλαιότερα, τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής του, είχε ειπωθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ωρίμασε βίαια. Τώρα, με δεδομένες τις προωθούμενες αλλαγές, μπορούμε να μιλάμε για ενηλικίωση; Συνήθως, όταν ενηλικιωνόμαστε, γινόμαστε και πιο συμβατικοί και η επαναστατικότητα υποχωρεί. Θέλει κάτι τέτοιο ο ΣΥΡΙΖΑ;

Το κρίσιμο δεν είναι το ηλικιακό, αλλά η δημιουργία των συνθηκών για την ώριμη αποφασιστικότητα ενός κινήματος που θα διασφαλίσει ότι δεν θα πάνε χαμένες οι θυσίες και οι κόποι των πολιτών τα τελευταία τέσσερα χρόνια, στο όνομα των ιδεοληψιών της Ν.Δ.

Σε αυτή την κατεύθυνση, αποτιμώντας χωρίς εξωραϊσμούς την κυβερνητική μας εμπειρία, οφείλουμε να υπερβούμε λογικές σεχταρισμού και εσωστρέφειας, που παραπέμπουν σε παιδικές ασθένειες. Να κάνουμε πράξη αυτό που έχω περιγράψει ως διπλό πρόταγμα.

Τη δομική ανασυγκρότηση με υπέρβαση των παθογενειών εσωστρέφειας και παράλληλα την ενεργητική υπεράσπιση όσων επιτεύχθηκαν από την κυβέρνησή μας, σε επίπεδο οικονομίας και κοινωνίας, μέσα από μια προγραμματική αντιπολίτευση.

«Η επιλογή μας δεν είναι αν θα έλθει η αλλαγή αλλά αν μπορούμε να θέσουμε την αλλαγή αυτή στην υπηρεσία των ιδανικών μας», παρατηρούσε πριν από δεκαετίες κορυφαίος Αμερικανός πολιτικός. Και ακριβώς αυτή είναι σήμερα η ιστορική, πολιτική και ηθική μας ευθύνη. Ευθύνη – πρόκληση για μια Αριστερά στην Ευρώπη του 21ου αιώνα.

● Την Πέμπτη, μετά την απολογία σας για την τραγωδία στη Μάνδρα, κρούσατε τον κώδωνα του κινδύνου για τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Για ποιον λόγο;

Υπάρχει ορατός κίνδυνος, αν δεν αλλάξει ριζικά το θεσμικό πλαίσιο, να ακυρωθεί η αποτελεσματική λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αν συνεχίσει να διαιωνίζεται η φιλοσοφία του «εσαεί υπόλογου», αναφορικά με τους αιρετούς της Αυτοδιοίκησης, τότε αναιρείται στην πράξη κάθε προσπάθεια να γίνουν Δήμοι και Περιφέρειες παράγοντας ανάπτυξης.

Γιατί ο πέλεκυς μιας δικαστικής δίωξης σε συνδυασμό με το ασαφές πλαίσιο αρμοδιοτήτων, με τις αλληλοεπικαλύψεις και τη γραφειοκρατία, λειτουργούν εντέλει σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος.

Οι καλές προθέσεις θα μένουν στα λόγια γιατί η υλοποίησή τους θα σκιάζεται από το ενδεχόμενο, ανά πάσα στιγμή, να βρεθεί ο αιρετός στη εδώλιο του κατηγορούμενου για ελλείψεις και παραλείψεις που έχουν να κάνουν με χρόνιες και δομικές παθογένειες… Και τραγωδίες σαν αυτή της Μάνδρας είναι ενδεικτικές τού πόσα πρέπει να αλλάξουν άμεσα και ριζικά στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της Τ.Α.

Πάνος Λάμπρου: Λύσεις κεντρώες, μεσαίες δεν μπορούν να υπάρξουν

·στο κόκκινο

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το μαζικό κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, τα χιλιάδες μέλη του δεν… πρασινίζουν, λύσεις κεντρώες, μεσαίες δεν μπορούν να υπάρξουν, πρέπει να επιμείνουμε στο δρόμο των συγκρούσεων, τόνισε το μέλος της ΠΓ και υποψήφιος ευρωβουλευτής Πάνος Λάμπρου μιλώντας Στο Κόκκινο και τον Βαγγέλη Καραγεώργο.

«Ήμουν σίγουρος ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις με την υποψηφιότητά μου στο ευρωψηφοδέλτιο. Ο γραμματέας του ΚΙΝΑΛΛ μίλησε για τον “Λάμπρου των τρομοκρατών”. Όλο αυτό θα μπορούσε να ήταν αστείο, αν δεν ήταν ταυτόχρονα και επικίνδυνο. Όταν σε στοχοποιούν με τόσο βάναυσο τρόπο εδώ και σχεδόν τέσσερα χρόνια και είναι συνεχόμενο, λέγε-λέγε-λέγε, κάτι μένει. Είμαι ένας κινούμενος στόχος για φασίστες, ακροδεξιούς», είπε ο κ. Λάμπρου, ο οποίος σε άλλο σημείο αναφέρθηκε εκτενώς στις επιθέσεις που δέχθηκε από την αντιπολίτευση για την επιλογή του να είναι μάρτυρας στην δίκη της 17Ν, επιθέσεις που ήταν υπαναχώρηση από τον νομικό μας πολιτισμό, αλλά και στα κατασκευασμένα δημοσιεύματα για τους διαλόγους με τους Πυρήνες της Φωτιάς.

Η Νέα Δημοκρατία αντίστοιχα «υιοθετεί ακραία δεξιά ρητορική», όπως είπε και τόνισε ότι υπάρχουν «δύο διαφορετικά ανταγωνιστικά σχέδια ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τα λέει κανονικά, δεν τα κρύβει. Δώρο, σύνταξη, άσυλο. Δεν έχουν πρόβλημα να τα περιγράψουν. Δεν έχουν πρόβλημα να μιλήσουν καθαρά για την πολιτική τους που θυμίζει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική Όρμπαν. Συναντάται η νεοφιλελεύθερη λογική και η λογική της καταστολής και της ανελευθερίας. Αυτό είναι το μίγμα της νέας Δεξιάς στην Ευρώπη, του μαύρου μετώπου», όπως τόνισε.

Για το ΚΙΝΑΛΛ σημείωσε ότι η σοσιαλδημοκρατία του «δεν εμφανίζεται πουθενά, δεν υπάρχει. Το ΚΙΝΑΛΛ δεν έχει καμία σχέση ούτε με την αριστερή σοσιαλδημοκρατία, ούτε καν με τη σοσιαλδημοκρατία. Για την ηγετική ομάδα μιλάω. Οι ψηφοφόροι όμως του ΚΙΝΑΛΛ έχουν τις καταβολές».

Ο κ. Λάμπρου συνέχισε σημειώνοντας ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το μαζικό κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς» και παραδέχθηκε ότι «υπάρχουν παραφωνίες», αλλά «τα χιλιάδες μέλη του δεν πρασινίζουν, παραμένουν κόκκινοί, όχι από δογματισμό, αλλά επειδή πρέπει να μπορέσουμε κάποια στιγμή να κάνουμε βήματα για τον ελεύθερο και δημοκρατικό σοσιαλισμό. Δεν μπορεί να πασοκοποιηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ και για ιστορικούς λόγους και για πολιτικούς λόγους. Είναι τόσο μεγάλες οι αντιθέσεις, είναι τόσο διαφορετικοί οι κόσμοι, που λύσεις κεντρώες, μεσαίες δεν μπορούν να υπάρξουν. Δεν έχουμε άλλο δρόμο. Πρέπει να επιμείνουμε στο δρόμο των συγκρούσεων και όχι στο δρόμο της υποταγής και της ένταξης σε ένα θολό προοδευτικό κέντρο ή όπως αλλιώς το ονομάσει κανείς».

Ο ίδιος περιέγραψε την «ταξική μεροληψία» της κυβέρνησης, αναφέροντας τα βήματα της αύξησης του κατώτατου μισθού και τις συλλογικές συμβάσεις που υπογράφονται, υπογραμμίζοντας ωστόσο την ίδια ώρα το «παράδοξο να μην έχει αναπτυχθεί το εργατικό κίνημα. Κι ας μας αμφισβητεί … Μόνο έτσι θα έχουμε κατακτήσεις», όπως υπογράμμισε.

Η είσοδος στην μεταμνημνημονιακή περίοδο είναι «μεγάλη κατάκτηση και ελπίδα», αλλά από τα μνημόνια «οι ουρές, η πίεση είναι ακόμη εδώ. Το αισθάνεται ο κόσμος … πρέπει να κουβεντιάσουμε με αυτό τον κόσμο. Να πούμε αλήθειες. Να πούμε ότι γίνεται πολύ μεγάλη προσπάθεια να αρθούν οι αδικίες τόσων χρόνων. Υπάρχουν εκβιασμοί από τις ευρωπαϊκές ελίτ που θα συνεχιστούν. Χρειάζεται ένα σχέδιο, μια στρατηγική εξόδου από την κρίση και όχι μόνο από το μνημόνιο για να αρθούν μία-μία αυτές οι αδικίες. Δεν είναι εύκολο. Ο κόσμος που αμφισβητεί και λέει “δεν κάνατε αυτά που είχατε πει”, σε ένα βαθμό έχουν δίκιο. Παρά τη θέλησή μας, παρά την επιθυμία μας κάποια τα καταφέραμε, κάποια όχι. Θέλει σχέδιο, επιμονή και αγώνα».

Αναφέρθηκε επίσης στην «λογική εξαφάνισης των περισσευόμενων του κόσμου … την νεοφιλελεύθερη λογική που οδηγεί στις άκρες της κοινωνίας, τον κοινωνικό αποκλεισμό», θυμίζοντας την περίοδο πριν τους Ολυμπιακούς και την λογική της «ανθρώπινης σκούπας … μην χαλάσει η λάμψη … Εγώ πιστεύω στις πολλαπλές αντιθέσεις … κυρίαρχη είναι το Κεφάλαιο-Εργασία, αλλά βλέπουμε στο προσκήνιο νέα φουρνιά αποκλεισμένων, το Ειρήνη-Πόλεμος, το Γυναίκα-άνδρας, παρότι έχουμε φθάσει σε ένα σημείο μεγάλης ισοτιμίας πρέπει να δεχθούμε ότι υπάρχει ένα τμήμα γυναικών που βρίσκεται σε καθεστώς ομηρίας», όπως τόνισε.

Ο κ. Λάμπρου αναφέρθηκε επίσης και στον νόμο Παρασκευόπουλου που έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από την αξιωματική αντιπολίτευση για επιθέσεις στην κυβέρνηση. «Έχει συνέπεια η ΝΔ στον αξιακό της λόγο … Γιατί δίνει τόση ένταση στον περιβόητο νόμο Παρασκευόπουλου; Γιατί τέτοια μανία, τέτοια λύσσα, τέτοιο μίσος; Γιατί είναι σε μεγάλο βαθμό η δικαίωση των δικαιωμάτων στο χώρο του σωφρονιστικού συστήματος. Ανατρέπει την κυρίαρχη άποψη ότι σωφρονισμός είναι εγκλεισμός, ξύλο, τιμωρία κτλ.», όπως τόνισε. «Πολλοί θεωρούν ότι ο νόμος Παρασκευόπουλου απλώς αποφυλακίζει. Δεν είναι έτσι. Έχει κάνει πολύ μεγάλη τομή σε σχέση με τους ανήλικους. Πλέον δεν έχουμε φυλακές ανηλίκων, αλλά φυλακές νέων. Δεν θέλουμε τιμωρία, ούτε εκδίκηση, αλλά ο νέοι άνθρωποι μόλις βγουν από τις φυλακές να μπορούν να ενταχθούν στην κοινωνία. Να μην ξαναπέσουν στην παραβατικότητα. Το στοίχημα για μας, για την ανθρωπιστική άποψη είναι σώσεις τα παιδιά, όχι να τα εξοντώσεις».

Κύρκος Δοξιάδης: «Νεοφιλοφασισμός»

  • Εφημερίδα Εποχή
  • Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Ξεκινώντας από τις ευρωεκλογές, να σου θέσουμε το εξής ερώτημα: εμείς, ως Αριστερά, έχουμε ορίσει το περιεχόμενό τους, τη σημασία τους. Ο κόσμος πώς τις βλέπει και εδώ και στην Ευρώπη;


Να εξετάσουμε την ερώτηση σε διαφορετικά επίπεδα. Ένα πρώτο, γενικό επίπεδο, το οποίο όμως έχει να κάνει και με την ιδιαιτερότητα αυτών των ευρωεκλογών, είναι ότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα δημοκρατίας στην ΕΕ. Δεν είναι θεωρητικό το ζήτημα, ανέκυψε με οξύτητα στα χρόνια της κρίσης, το νιώσαμε στο πετσί μας. Ουσιαστικά η έννοια και η ουσία των μνημονίων και το πώς εφαρμόστηκαν συνίστανται στο ότι υπάρχουν μηχανισμοί, οι οποίοι σε τεράστιο βαθμό είναι ανεξέλεγκτοι από τα εθνικά κοινοβούλια. Το λένε σχεδόν όλοι αυτό – πχ για θεσμούς όπως το Eurogroup ή το Euroworking group. Θεσμοί ανεξέλεγκτοι, αλλά με καθοριστική σημασία όσον αφορά την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής. Το γεγονός, ύστερα από αυτή την εμπειρία, ότι θα ψηφίσουμε για ένα θεσμό, όπως το Ευρωκοινοβούλιο, που παρά όλα τα στραβά του είναι ο μόνος αντιπροσωπευτικός, καθιστά αυτές τις εκλογές σημαντικές. Μπορεί να συμπεράνει κανείς, ακόμη και μη ειδικός στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ότι πολλά από όσα συμβαίνουν ούτε καν σε επίπεδο ευρωκοινοβουλίου μπορεί να ελεγχθούν. Θα έπρεπε, λοιπόν, ο θεσμός να ενισχυθεί και αυτό θα έπρεπε να είναι μια πλευρά του περιεχομένου της ψήφου. Το δεύτερο επίπεδο, είναι το οξύ θέμα της ανόδου της ακροδεξιάς, που υπάρχει φόβος να ενισχυθεί σε βαθμό επικίνδυνο, κρίσιμο σ’ αυτές τις εκλογές. Πρέπει, με την ψήφο, να αποτραπεί, να αποφευχθεί, κατά το δυνατό, η άνοδος της ακροδεξιάς. Τα δύο αυτά επίπεδα αφορούν αυτό που πρέπει να γίνει. Τώρα, όσον αφορά το πώς αντιλαμβάνονται οι πολίτες το ζήτημα, νομίζω ότι δεν έχουν αλλάξει πολύ οι οπτικές τους σε σχέση με παλαιότερες ευρωεκλογές. Δηλαδή, πάλι μετράει περισσότερο η σημασία τους για τις επερχόμενες εθνικές εκλογές, όχι ως ψήφος για ουσιαστική ισχύ ως προς ό,τι συμβαίνει στην Ευρώπη.

Ο ενοχλητικός ΣΥΡΙΖΑ

Είμαστε, όμως, λίγο χρόνο – μήνες – και από τις εθνικές εκλογές. Ποια η στρατηγική των κομμάτων, ποιο το επίδικο αυτών των εκλογών; Πώς εγγράφονται και στο κοινωνικό – συλλογικό επίπεδο;
Τεράστιο θέμα με πολλές διαστάσεις. Νομίζω ότι το επίδικο, όσον αφορά τα αστικά κόμματα, είναι να κλείσει, επιτέλους, αυτή η αφόρητη και τεράστια παρένθεση. Εδώ βλέπει κανείς να υπάρχει μια εντυπωσιακή συσπείρωση. Είναι ενδεικτικό για το πόσο βαθιά ταξική είναι η πολιτική διαμάχη τα τελευταία χρόνια, η πρωτοφανής συσπείρωσή τους, όσο και αν διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, ιδίως η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Παρά το ιστορικό τους μίσος, τα δύο κόμματα έχουν αγαστή σύμπνοια σχεδόν σε όλα τα ζητήματα εναντίον τού ΣΥΡΙΖΑ. Πέραν αυτού του αμυντικού στόχου της αστικής παράταξης, θέλουν να επαναφέρουν την κατάσταση όπως ήταν πριν ανακύψει αυτή η ενοχλητική ιστορία που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ. Το νέο, ίσως, είναι ότι, μαζί με την προσπάθεια αποκατάστασης της προηγούμενης άκρως νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, επανακάμπτει μια συστημική ακροδεξιά, θα την ονομάζαμε, η οποία σε υφέρπουσα μορφή πάντοτε υπήρχε στο κόμμα της Δεξιάς, αλλά δεν είχε βγει στην επιφάνεια, όπως συμβαίνει τον τελευταίο καιρό με αφορμή και στήριγμα το περίφημο Μακεδονικό. Αυτό λειτούργησε και στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τώρα, όπως και τότε, νομίζω πως αποτελεί ένα είδος κομβικού στρατηγικού σημείου που χρησιμεύει στη Δεξιά και γενικότερα στις αστικές δυνάμεις να συνδεθούν με τον «παλιό καλό τους εαυτό» τής προδικτατορικής δεξιάς προς μια κεκαλυμμένη ή και εμφανή ακροδεξιά κατεύθυνση.

Το Μακεδονικό, όπως τέθηκε, πόσο είναι τακτική, να πάρουν ψήφους, πόσο ουσιαστικό δομικό στοιχείο;


Το τακτικό στοιχείο σίγουρα παίζει ρόλο. Θυμίζω ότι στην αρχή, όταν τέθηκε το Μακεδονικό, υπήρξε ταλάντευση στη ΝΔ. Σίγουρα έπαιξε ρόλο το ότι, επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ, η Αριστερά, αυτή τη φορά τάχθηκε ξεκάθαρα προς μια αντιεθνικιστική κατεύθυνση, το είδαν ως ευκαιρία να κάνουν εύκολη αντιπολίτευση, στηριζόμενοι στο ότι υπάρχουν τα γνωστά διάχυτα εθνικιστικά χαρακτηριστικά στην κοινωνία. Αλλά αυτό το τακτικό στοιχείο έβγαλε στην επιφάνεια βαθύτερα, δομικά στοιχεία. Το βλέπουμε και στα ελληνοτουρκικά, αλλά στο Μακεδονικό διαφέρει, το είχαμε από παλιά, από το 1992. Σε μεγάλο βαθμό τότε συμμετείχε και μεγάλο μέρος της Αριστεράς, δυστυχώς, παρά κάποιες σημαντικές εξαιρέσεις. Το φαινόμενο, τότε, Σαμαρά ήταν το νήμα που συνδεόταν με τον Αβέρωφ και τους συν αυτώ, που ποτέ τους δεν χώνεψαν ότι υπήρξε μεταπολίτευση, ότι η Ελλάδα μετά το 1974 έγινε μια γνήσια δημοκρατική χώρα. Θέλησαν να το υπονομεύσουν, πράγμα όχι εύκολο ούτε επί Κωνσταντίνου Καραμανλή ούτε μετά επί Ανδρέα Παπανδρέου που έγιναν κάποιες προσπάθειες εκσυγχρονισμού σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Υπ’ αυτή την έννοια η λεγόμενη στροφή προς την ακροδεξιά της ΝΔ σε ένα επίπεδο είναι όντως εντυπωσιακή, από την άλλη όμως δεν είναι και κάτι που πρέπει να μας εκπλήσσει και πολύ, υπό την έννοια ότι τώρα απλώς βγαίνει στην επιφάνεια. Ως προς το Μακεδονικό, η διαφορά είναι ότι τώρα δεν υπάρχει ευρεία συναίνεση όπως στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ο ΣΥΡΙΖΑ κράτησε μια πάρα πολύ καλή στάση. Η ΝΔ τώρα κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για διχαστική πολιτική και από την πλευρά της έχει δίκιο. Διότι ναι μεν είχαν συμφωνήσει σε επίπεδο κορυφής για σύνθετη ονομασία, αλλά στο κοινωνικό πεδίο είχε εξακολουθήσει να επικρατεί η εντύπωση ότι η κοινή θέση είναι «κανένα παράγωγο του όρου Μακεδονία». Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, επίσης ορθά λέει ότι η σύνθετη ονομασία ήταν η «εθνική γραμμή», αλλά διατυπωνόταν μόνο σε επίπεδο κορυφής και με τους Ευρωπαίους. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, τόλμησε να πει «ειρήνη στα Βαλκάνια, συνανάπτυξη, συνεργασία με τους γείτονες» κτλ. Σε κάποιον κόσμο αυτό πέρασε, ευτυχώς, και έσπασε την εθνικιστική συναίνεση. Αλλά ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, ακόμη, παραμένει στα παλιά.

Οι επιπτώσεις του Μακεδονικού

Κατά τη γνώμη σου η στάση στο Μακεδονικό μετατοπίζει ψήφο;


Είναι ένα τεράστιο θέμα και κρίσιμο, αν το δεις εκλογικά. Δεν ξέρω πόσο αξιόπιστες είναι οι δημοσκοπήσεις για να εξετάσουμε αυτό το λεπτό ζήτημα. Έχω, όμως, μια υποψία ότι, δεδομένου ότι ο κόσμος έχει καταλάβει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πετύχει μια σειρά σημαντικά πράγματα, μέτρα κτλ, το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη ανακάμψει ουσιαστικά, μάλλον πρέπει να οφείλεται στη δυσαρέσκεια για το Μακεδονικό. Κάνω αυτή τη σκέψη, αλλά διευκρινίζοντας ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα δημοσκοπικά ευρήματα σ’ αυτό το θέμα απ’ όσο ξέρω. Τώρα, ως προς τη στάση της ΝΔ για τα ελληνοτουρκικά, που κινδυνολογεί, με αυτοσυγκράτηση έστω, είναι για να σπρώξουν τα πράγματα σε μια κατεύθυνση που «στριμώχνει» τον ΣΥΡΙΖΑ, σε επίπεδο τακτικής, και, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αποτελεί συνέχεια με την παλιά δεξιά γραμμή. Είναι συνολικά μια βαθιά στρατηγική για τη Δεξιά, δεν την έχει εγκαταλείψει, που μ’ αυτή επιδιώκει ηγεμονία και έναντι του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Κ. Μητσοτάκης, ωστόσο, διατείνεται ότι ως κύριο σημείο αντιπαράθεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει την οικονομία.


Ναι, είναι και τα δυο, σίγουρα. Χρησιμοποίησα τελευταία ένα νεολογισμό σε άρθρα μου: «νεοφιλοφασισμός», δηλαδή μαζί νεοφιλελευθερισμός και ακροδεξιά. Το βλέπουμε ως τάση και στην Ευρώπη, για διαφόρους λόγους. Αυτό το πάντρεμα ακροδεξιάς και νεοφιλελευθερισμού, ούτε θεωρητικά ούτε πολιτικά είναι αδιανόητο. Να πούμε και το εξής: ο νεοφιλελευθερισμός τι είναι; Είναι σκληρός καπιταλισμός. Αυτό δεν είναι εύκολο να κερδηθεί με συναίνεση ως πολιτική, δεν έγινε ποτέ. Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ευρώπη ο καπιταλισμός δεν ήταν τόσο σκληρός, υπήρχε κοινωνικό κράτος, «καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» κτλ. Στη σύγχρονη εποχή και μέχρι τώρα στην Ευρώπη τα νεοφιλελεύθερα μέτρα επιβάλλονταν από τους θεσμούς, όπως είπαμε πριν, μιλώντας για το δημοκρατικό έλλειμμα. Αν αυτό δεν κριθεί επαρκές, και υπάρξουν ανταρσίες κατά τόπους, μπορεί η προσφυγή στις συνεργασίες με την ακροδεξιά να κριθεί ως έσχατη λύση. Προκύπτει δε, και αντίστροφα: ακροδεξιές δυνάμεις υιοθετούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές, δεν είναι τυχαίο. Στην Ελλάδα η τάση εντοπίζεται στη ΝΔ με τη στροφή στην ακροδεξιά.

Η αποτίμηση του κυβερνητικού έργου

Να έλθουμε στην Αριστερά τώρα, τον ΣΥΡΙΖΑ. Να κάνουμε, πρώτα, μια εκτίμηση της κυβερνητικής του θητείας;


Κατά την άποψή μου το σημαντικό ζήτημα είναι να σκεφτούμε τι διαφορετικό θα μπορούσε να γίνει πέρα από αυτό που συνέβη. Είχαμε μια ήττα το 2015, μια τρομερά σημαντική υποχώρηση που υπέστη η Αριστερά, βρέθηκε σε κατάσταση άμυνας, κατάφερε να εκλεγεί τον Σεπτέμβρη και από εκεί και πέρα άσκησε μια πολιτική, έστω «με την κοινωνία όρθια», που προσδιορίστηκε, όμως, από τον συμβιβασμό της. Εδώ θα πρέπει να κατανοήσουμε τον θεσμικό δυϊσμό: δεν υπάρχει δημοσιονομική αυτονομία στην Ευρωζώνη. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, και μάλιστα με τη συγκεκριμένη δέσμευση σκληρού μνημονίου, τι εναλλακτική υπήρχε; Να παραδώσει τα όπλα, δηλαδή να παραδεχθεί ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αριστερή κυβέρνηση, οπότε θα παρέδιδε το κράτος «σαν φρούριο» σε μια άλλη δύναμη που «της ταιριάζει» πιο πολύ η νεοφιλελεύθερη πολιτική. Στο σύγχρονο κράτος, όμως, δεν ασκείται έτσι η πολιτική. Το κράτος δεν είναι φρούριο, έχει ορισμένες λειτουργίες, οι οποίες επιτελούνται ούτως ή άλλως, κάποιος πρέπει να τις εκτελέσει και, αν δεν το κάνει η Αριστερά, θα το κάνει άλλος με τρόπο πιο επώδυνο για τις μάζες. Αυτό ήταν το δίλημμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, επομένως, καλά έκανε, δεν μπορούσε να παραδώσει τα όπλα. Μπορεί να κατάφερνε, έτσι, να διασώσει, πρόσκαιρα, την «ταξική του συνέπεια», την «αριστερή του αξιοπρέπεια», αλλά σ’ ό,τι αφορά το ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις για τις λαϊκές τάξεις θα ήταν πολύ χειρότερα. Μ’ αυτό το δεδομένο δεν μπορώ να έχω απορριπτική στάση, κατάφερε, ακριβώς επειδή είναι αριστερή δύναμη και στα πολύ στενά περιθώρια που είχε, μια σειρά πράγματα, να περισώσει κάπως την κατάσταση.

Τώρα, στη βάση αυτού του έργου που λες, που συνοπτικά είναι το τέλος των μνημονιακών προγραμμάτων, η μη κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, η οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης, τα διάφορα αξιακά μέτρα, το Μακεδονικό κ.ά. υπάρχει μια αυξημένη αξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ, ο υγειονομικός κύκλος υπέστη πλήγματα, με αποτέλεσμα να συσπειρώσει μέρος του κόσμου που έχασε ή και άλλους. Πώς μπορεί να οργανώσει την πολιτική του με βάση αυτά;


Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να δούμε πιο καθαρά αυτές τις τάσεις που ανέφερες, την έκτασή τους. Η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ αυξήθηκε μεν είναι όμως χαμηλά, πάντα. Όσον αφορά την προσέλευση άλλων δυνάμεων, εξ αιτίας της στάσης του στο Μακεδονικό, επίσης χρειάζεται συζήτηση. Καταρχάς δεν εκφράζω καμιά επιφύλαξη, καλά κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ και ανοίγεται σε αυτές τις δυνάμεις, εκτιμώ πολύ τη στάση τους, ιδίως αν λάβουμε υπόψη τη στάση άλλων δυνάμεων της «Κεντροαριστεράς» στο Μακεδονικό. Από την άλλη όμως είναι ένας κόσμος που κατά βάση περιορίζεται στο Μακεδονικό ως προς την προσέγγισή του στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι οι δυνάμεις που βλέπουν αρνητικά την ακροδεξιά στροφή του Κ. Μητσοτάκη και τούτο είναι σημαντικό, ασφαλώς.

Η πολιτική του προοδευτικού πόλου

Το κείμενο της «Γέφυρας», ωστόσο, δεν περιορίζεται στο Μακεδονικό ή την ακροδεξιά στροφή της ΝΔ. Θέτει και ζητήματα όπως το κοινωνικό κράτος, ο νεοφιλελευθερισμός.


Σύμφωνοι, είναι όμως ένα κείμενο και ένα κίνημα που προς το παρόν, τουλάχιστον, εκφράζεται σε επίπεδο προσωπικοτήτων, κυρίως. Πρέπει να αποτιμηθεί και από το αν μπορεί να εκφράσει και μια συμμαχία στο κοινωνικό επίπεδο. Υπ’ αυτή την έννοια επισήμανα ότι είναι νωρίς για να κριθεί. Το Προοδευτικό Μέτωπο είναι πιο ευρύ ως στόχευση, αλλά αυτό πρέπει να δούμε πώς μπορεί να απευθυνθεί σε επίπεδο κοινωνίας, προς τα πού απευθύνεται. Έχω απλώς έναν προβληματισμό, δεν διαφωνώ. Αν, όμως, ο μόνος τρόπος για να εκφραστεί αυτό το μέτωπο είναι σε επίπεδο προσωπικοτήτων, δεν ξέρω μέχρι πού μπορεί να πάει. Εύχομαι να έχει απήχηση. Θέλω να το θέσω και αλλιώς το ζήτημα που συζητάμε. Στην παρούσα ιστορική φάση, αν μιλήσουμε για πολιτικές – διότι και οι συμμαχίες κρίνονται στη βάση πολιτικών – και όχι μόνο στην Ελλάδα, το να είσαι υπέρ του κοινωνικού κράτους και εναντίον της λιτότητας και υπέρ μιας φιλολαϊκής οικονομικής πολιτικής, στη σημερινή φάση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού αυτή η στάση είναι ριζοσπαστικά αριστερή. Είναι, μ’ αυτή την έννοια, αντικαπιταλιστική στάση. Η άποψή μου είναι πως αυτό σημαίνει ότι η πολιτική, ακόμη και στο επίπεδο της οικονομίας, που εξέφραζε παλιότερα η σοσιαλδημοκρατία στις καλές της εποχές, και που ήταν έκφραση μιας συναίνεσης, αυτή η πολιτική τώρα δεν είναι συναινετική, είναι αντικαπιταλιστική. Οπότε, μ’ αυτό το δεδομένο, αναρωτιέμαι ποιες είναι αυτές οι μεσαίες δυνάμεις που δεν είναι αριστερές όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν είναι και νεοφιλελεύθερες. Σήμερα υπάρχουν πλέον αυτές οι δυνάμεις σε επίπεδο κοινωνικής βάσης; Τα πράγματα είναι, πλέον, πολωμένα. Όχι με τη μορφή του ερωτήματος αν είμαστε υπέρ της αταξικής κοινωνίας ή υπέρ του καπιταλισμού, αλλά τι κάνουμε με τον καπιταλισμό στην παρούσα φάση του, δηλαδή με το νεοφιλελευθερισμό. Εκεί τα πράγματα είναι λίγο-πολύ μοιρασμένα στα δύο.

Μιλώντας για τις κοινωνικές συμμαχίες, να πούμε ότι η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ κάνει πολιτική, παίρνει μέτρα που στοχεύουν σε κοινωνικές συμμαχίες. Οι αντίπαλοι αυτά τα λένε μέτρα για τους φτωχούς, που κάνουν την προοπτική μας ως χώρας φτωχική…


Βεβαίως, είναι κοινωνικές συμμαχίες αυτά, αλλά και βάση της Αριστεράς. Δεν είναι ενδιάμεσος χώρος αυτά τα μέτρα, αλλά τα χαρακτηρίζω, χρησιμοποιώντας σκοπίμως έμφαση, αντικαπιταλιστικά. Δεν απευθύνονται σε έναν κεντρώο χώρο, αλλά στις λαϊκές τάξεις. Προφανώς θέλει να έχει, μ’ αυτά, επιρροή στο πολιτικό επίπεδο. Όσον αφορά τις πολιτικές εκφράσεις του μεσαίου χώρου, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν. Στην Ευρώπη συναντάμε σοσιαλιστικά κόμματα που εξακολουθούν να είναι αριστερά, αλλά αυτό είναι το περίφημο μετέωρο βήμα της σοσιαλδημοκρατίας. Ακόμη μερικά παίζουν με το νεοφιλελευθερισμό, άλλα όμως κινούνται αντίθετα, προς τ’ αριστερά.

Να ξαναρθούμε στον ΣΥΡΙΖΑ. Κάπου σ’ ένα άρθρο σου σημειώνεις ότι πρέπει να διατηρήσει τον ριζοσπαστισμό του και σε παρένθεση σημειώνεις «ή και να τον ανακτήσει;». Πώς το προσεγγίζεις αυτό;


Ήδη είπα ότι για μένα, στο βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ προωθεί μια πολιτική υπέρ του κοινωνικού κράτους και περιορισμού της λιτότητας, είναι ήδη ριζοσπαστικός και στο βαθμό που μπορεί να το ακολουθεί αυτό είναι ριζοσπαστικό. Η παρένθεση με ερωτηματικό αναφέρεται στο ότι υπάρχει η πραγματικότητα της εφαρμογής του μνημονίου – έστω αναγκαστικά, όπως εξήγησα πριν. Καθώς και στο ότι λιγάκι με ανησυχούν όλα αυτά τα πειράματα και οι τάσεις που υπάρχουν προς την κατεύθυνση μιας συναίνεσης. Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει, με όρους Αριστεράς, συναίνεση αυτή τη στιγμή όχι μόνο σε εγχώριο, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν εγκαταλείπεται εύκολα από τις κυρίαρχες δυνάμεις το καθεστώς που έχουν επιβάλει, δηλαδή ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός. Με προβληματίζουν, λοιπόν, συζητώντας για το ριζοσπαστισμό του ΣΥΡΙΖΑ, λογικές ή πολιτικές που λένε να προσπαθήσουμε, μέσω μιας «ευρείας κεντροαριστεράς», να πετύχουμε μια συναίνεση.

Δεν είπαμε κάτι πιο συγκεκριμένο για το ΚΙΝΑΛ. Ένας στόχος όπως αυτός της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, που πηγαίνει σαφώς πιο πέρα από τη θέση τής μη συνεργασίας με την Αριστερά, όπως πχ των σοσιαλδημοκρατών της Γερμανίας, πώς μπορεί να ερμηνευθεί;


Πιστεύω ότι υπάρχει μια εμπάθεια απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ διότι, ουσιαστικά, τι ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ; Ήταν ένας εφιάλτης τους που βγήκε αληθινός. Ένα κόμμα γνήσια αριστερό, ριζοσπαστικό – διότι το ΠΑΣΟΚ, κατά τη γνώμη μου, δεν υπήρξε ριζοσπαστικό ούτε επί Α. Παπανδρέου – το οποίο κατάφερε να κερδίσει τον κόσμο. Αλλά είναι και κάτι βαθύτερο: η ίδια η πορεία του ΠΑΣΟΚ ως σοσιαλδημοκρατίας με τις ελληνικές της ιδιαιτερότητες. Κατάφερε να περάσει ορισμένα θετικά μέτρα τη δεκαετία του ’80, από την άλλη όμως ακολούθησε με ένα βεβιασμένο τρόπο – το έκανε σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα – τη γενικότερη στρατηγική της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας: μια βαθμιαία προσαρμογή και αφομοίωση των κατώτερων και μεσαίων τάξεων στο καπιταλιστικό σύστημα, που κατέληξε όπου και τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αρχής γενομένης με τον Μπλερ στη Βρετανία. Δεν είναι απορίας άξιο, λοιπόν, που συντάσσεται σήμερα με τη δεξιά και εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ.

Πηγή: Η Εποχή

η τεχνοκρατική προσέγγιση και η ψυχολογικοποίηση των ανθρώπινων ζητημάτων

ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

Συνέχεια ανάγνωσης η τεχνοκρατική προσέγγιση και η ψυχολογικοποίηση των ανθρώπινων ζητημάτων