Αρχείο ετικέτας Κείμενα Πολιτικής

H επιστροφή της πολιτικής

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΜΕΤΑ-ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ & ΤΟΥ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ

«Σε καιρούς παγκόσμιου ψεύδους, το να λες την αλήθεια είναι μια επαναστατική πράξη», κατά τον Τζορτζ Όργουελ. Τι συμβαίνει όμως με την αλήθεια; Είναι υποκειμενική; Ή μήπως είναι σχετική; Ποια είναι τα δεδομένα και τα πραγματικά γεγονότα στα οποία (δεν) βασίζεται; Υπάρχει Η αλήθεια;

Η πρόσφατη, σχετικά, εισαγωγή του όρου «fake news» στην παγκόσμια δημόσια σφαίρα συνδέθηκε με σημαντικές πολιτικές εξελίξεις και σχετίστηκε με την έννοια της μετα-αλήθειας (post-truth).

Η μετα-αλήθεια (και τα λεγόμενα post-truth politics) είναι η λέξη της χρονιάς (2016) για το βρετανικό λεξικό Oxford.[1] Αναφέρεται στις «συνθήκες υπό τις οποίες τα αντικειμενικά γεγονότα έχουν μικρότερη επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης από τις επικλήσεις προς το θυμικό και προς τις προσωπικές απόψεις». Ο όρος «post-truth» εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1992 στο περιοδικό The Nation, ωστόσο μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως. Είναι ενδεικτικό ότι από το 2015 ως το 2016 η συχνότητα χρήσης του όρου αυξήθηκε κατά 2.000%. [2]

Στην εποχή της μετα-αλήθειας

Η εμφάνιση της έννοιας και η σύνδεσή της με την πολιτική οδήγησε σε αναζήτηση των θεωρητικών της χαρακτηριστικών. Δεν μπορούμε να πούμε ότι η μετα-αλήθεια είναι το αντίθετο της αλήθειας. Στο πλαίσιό της τα «εναλλακτικά γεγονότα» (και ο συνδυασμός τους) αντικαθιστούν τα πραγματικά γεγονότα. Τα συναισθήματα, το θυμικό, έχουν περισσότερο βάρος από τα στοιχεία. Η μετα-αλήθεια δεν αναφέρεται στην πραγματικότητα αλλά στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιδρούν προς την πραγματικότητα. [3]

Για τους λόγους αυτούς, στην ηλεκτρονική εποχή της καταιγιστικής ψηφιακής διάδοσης της πληροφορίας η μετα-αλήθεια συνδέεται τόσο με την ενίσχυση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ως πηγής ενημέρωσης όσο και με την αυξανόμενη καχυποψία του κοινού απέναντι σε γεγονότα που παρουσιάζονται μέσω των καθιερωμένων διαύλων. Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν έρχεται και η σύνδεσή της με την πολιτική και η διαμόρφωση του όρου «post-truth politics».[4]

Ακαδημαϊκοί, αναλυτές, δημοσιογράφοι υποστηρίζουν ότι ολοένα και περισσότερο ζούμε στην εποχή των post-truth politics. [5] H κουλτούρα της εποχής μας, μιας εποχής στην οποία «τα πολιτικά, η κοινή γνώμη και οι ιστορίες των ΜΜΕ έχουν σχεδόν αποσυνδεθεί εντελώς από την ουσία της πολιτικής», έχει συνδιαμορφωθεί από την ολοένα εντεινόμενη απογοήτευση των πολιτών από τους πολιτικούς θεσμούς, τους πολιτικούς και τους διαμορφωτές πολιτικής. Θεωρίες συνωμοσίας και κινδυνολογία ανθούν σε ένα τέτοιο πλαίσιο, με τις φωνές του ακροδεξιού λαϊκισμού να εκμεταλλεύονται το ευνοϊκό αυτό έδαφος για να διασπείρουν τις προπαγανδιστικές τους θέσεις σε ένα εντέλει σαστισμένο κοινό, που διακατέχεται από άγνοια τόσο ως προς τις πληροφορίες όσο και ως προς τα Μέσα από τα οποία προέρχονται.

To δημοψήφισμα που σήμανε την έξοδο της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στο προεδρικό αξίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών, κυρίως όμως η επιχειρηματολογία όσων υποστήριξαν τις εξελίξεις αυτές, αποτελούν σημεία αναφοράς στη μετάβαση στην εποχή της μετα-αλήθειας.

Μετα-αλήθεια «από τα πάνω» και «από τα κάτω»

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μετα-αλήθειας στην τρέχουσα συγκυρία αποτελεί το ζήτημα των προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών στην Ευρώπη. Ο ακροδεξιός/εθνικιστικός λαϊκισμός διασπείρει fake news με στόχο τη διαμόρφωση κλίματος ξενοφοβίας και εχθρότητας απέναντι στους πρόσφυγες με επιχειρήματα όπως «οι πρόσφυγες συνιστούν απειλή για την ασφάλεια των δυτικών κοινωνιών», «οι πρόσφυγες ζημιώνουν την οικονομία της χώρας υποδοχής». Αυτή, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι μια τάση «από τα κάτω».

Υπάρχει όμως παράλληλα η κίνηση της μετα-αλήθειας «από τα πάνω» και η σύνδεσή της με το νεοφιλελευθερισμό. Το κίνημα των ιδεών της μετα-αλήθειας δεν απηχεί κάποια βαθύτερη αναζήτηση της εποχής, αλλά είναι μια ευκαιριακή εκδήλωση του πνεύματος του νεοφιλελευθερισμού.[6] Ο νεοφιλελευθερισμός εδράζεται με έναν ιδιότυπο τρόπο στην τεχνογνωσία, στις τεχνοκρατικές γνώσεις και στην (οικονομική) επιστήμη, αποτελώντας μια ιδιάζουσα μορφή μετα-αλήθειας της εποχής μας, περισσότερο συγκαλυμμένη. Στην πολιτική επιστήμη, στην οικονομική επιστήμη, στις κοινωνικές επιστήμες εν γένει, δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενικό γεγονός: Υπάρχει πάντα μια αξιακά φορτισμένη ιθύνουσα ιδέα πίσω από κάθε επιχείρημα. Το περικάλυμμα της τεχνοκρατίας κρύβει συχνά βαθιά μέσα του την υποκειμενική θέαση των πραγμάτων. Και για το λόγο αυτό συνιστά μία ακόμη μορφή μετα-αλήθειας, πιο δύσκολα ανιχνεύσιμη κι εντοπίσιμη από τον ακροδεξιό λαϊκισμό, όμως εξίσου «μετα-αληθή».

Η επιστροφή της πολιτικής απέναντι στα posttruthpolitics

Πώς όμως μπορεί να δημιουργηθεί ένα ανάχωμα, μια ασπίδα προστασίας απέναντι σε αυτή την επικίνδυνη σχετικοποίηση της αλήθειας; Το σίγουρο είναι ότι πρέπει πάντα να αντικρούουμε το ψέμα. Παρότι οι φωνές που ψεύδονται μπορεί να είναι δυνατές, είναι σημαντικό να διαθέτουμε τα στοιχεία, τα πραγματικά γεγονότα, τα ντοκουμέντα. [7] O κίνδυνος της μετα-αλήθειας δεν είναι ότι επιτρέπουμε στις απόψεις και τα συναισθήματά μας να παίξουν ρόλο στη διαμόρφωση του τι θεωρούμε αληθές και πραγματικό γεγονός, αλλά το ότι, εάν το κάνουμε, κινδυνεύουμε να αποξενωθούμε από την ίδια την πραγματικότητα. [8]

Για τους λόγους αυτούς, η απάντηση στο πρόβλημα των «fake news» και της μετα-αλήθειας περνά μέσα από την αναζήτηση των αιτιών της διάδοσής τους. Γιατί απαξιώθηκαν τα παραδοσιακά media; Σε ποιες κοινωνικές αντιθέσεις και αντιφάσεις αντιστοιχεί μια τέτοια εξέλιξη και πώς εκφράζονται αυτές στον δημόσιο χώρο; Ποια είναι η επίδραση της πολιτικής οικονομίας του διαδικτύου; Εάν δεν σκεφτούμε με βάση τα παραπάνω ερωτήματα, οι απαντήσεις που θα δώσουμε δεν θα είναι επαρκείς για την κατανόηση και αντιμετώπιση του φαινομένου.

Στην ουσία, στον πυρήνα του προβλήματος κρύβεται το ζήτημα της κρίσης της πολιτικής. Πώς αντιμετωπίζουμε την κρίση των θεσμών, των φορέων και των διαδικασιών της πολιτικής; Πώς ενεργοποιούμε τη δημοκρατική συμμετοχή; Πώς αποκαθιστούμε την εμπιστοσύνη των πολιτών;

Η ουσιαστική «επιστροφή της πολιτικής» και ο διαρκής αγώνας για την εξάλειψη των πραγματικών αιτιών των κοινωνικών φαινομένων, που εντοπίζονται στις ποικίλες ανισότητες, είναι αναγκαία και φαντάζουν ως μοναδική λύση απέναντι στους εκφραστές της μετα-αλήθειας, συντηρητικούς, νεοφιλελεύθερους και ακροδεξιούς.

Αν δεν αλλάξει αυτό, τότε τα γεγονότα θα παραμείνουν σχετικά και η αλήθεια σχετικοποιημένη. Η γνώση μπορεί να μας βοηθήσει να αλλάξουμε την πραγματικότητα. [9] Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει απέναντι στον καταιγισμό ψευδών και ψευδεπίγραφων ειδήσεων, δύναται να επικρατήσει.

* Το κείμενο αποτελεί την εισήγηση του web, social media & community manager του ΕΝΑ, Βαγγέλη Βιτζηλαίου, σε συζήτηση με θέμα: «“Our truth is the intersection of independent lies.” – Politics between alternative facts, fake news, and the desire for authenticity» στο πλαίσιο του Progressive Youth Academy που διοργάνωσε το  Ίδρυμα Friedrich Ebert .

[1] Βλ. https://en.oxforddictionaries.com/word-of-the-year/word-of-the-year-2016

[2] Βλ. https://www.bbc.com/news/uk-37995600

[3] McIntyre, Post-Truth, Τhe MIT Press Essential Konowledge Series, London, 2018, p. 124

[4] Βλ. https://www.hoddereducation.co.uk/media/Documents/magazine-extras/Politics%20Review/Pol%20Rev%20Vol%2026%20No%202/Politics_e-review_Oct16.pdf?ext=.pdf

[5] Davies W., The Age of Post-Truth Politics, New York Times, 24 Αυγούστου 2016, διαθέσιμο στο https://www.nytimes.com/2016/08/24/opinion/campaign-stops/the-age-of-post-truth-politics.html

[6] Γεωργίου Θ., Τι σημαίνει «μετα-αλήθεια»;, Εφημερίδα των Συντακτών, 2 Ιανουαρίου 2017

[7] McIntyre, Post-Truth, Τhe MIT Press Essential Konowledge Series, London, 2018, p. 116

[8] ό.π. σ. 123

[9] Hansen & Stahl, The Fallacy of Post-Truth, Jacobin, 14 Δεκεμβρίου 2016, διαθέσιμο στο https://www.jacobinmag.com/2016/12/post-truth-fake-news-trump-clinton-election-russia/

«Βόρεια Μακεδονία»: Απόψεις και θέσεις

Κείμενα Πολιτικής  
ENA Institute for Alternative Policies·Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018
Κύρκος Δοξιάδης, Antonis Liakos και Δημήτρης Χριστόπουλος (Dimitris Christopoulos) γράφουν στο #ΕΝΑ για τις εξελίξεις στο θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη συμφωνία στο όνομα «Βόρεια Μακεδονία»
Με αφορμή τις εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη πρόκριση του ονόματος «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ φιλοξενεί απόψεις ακαδημαϊκών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.Κύρκος Δοξιάδης*Δεδομένου ότι ασχολούμαι με το ζήτημα από τότε που προέκυψε το 1992, σε περίπου όλους τους τομείς και τα επίπεδα του συγγραφικού, ερευνητικού και διδακτικού μου έργου, αισθάνομαι ιδιαίτερη ικανοποίηση. Η ικανοποίησή μου είναι και προσωπική, υπό την έννοια ότι η λύση για την ονομασία που τελικά συμφωνήθηκε –«Βόρεια Μακεδονία»– ήταν αυτή που ενδόμυχα πάντοτε πίστευα πως είναι η πιο ορθή. Σκέφτομαι λοιπόν να την υιοθετήσω από τώρα – ακόμη και στον δημόσιο λόγο μου, έστω και αν δεν έχει ακόμη επικυρωθεί επισήμως. Θα με βόλευε ποικιλοτρόπως. Πρώτον, διότι οι δύο ονομασίες –FYROM και ΠΓΔΜ (αγγλιστί και ελληνιστί)– που αναγκαζόμουν να χρησιμοποιώ και που εμπεριέχουν το «πρώην» υποδηλώνουν κάτι το πασιφανώς γελοίο. Είναι όντως γελοίο να εξακολουθείς να αποκαλείς «πρώην» μια χώρα που υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος εδώ και 27 χρόνια.

Κύρκος Δοξιάδης

Και δεύτερον, διότι έτσι «θα πάρω το αίμα μου πίσω» για την αφόρητη τσαντίλα που αισθανόμουν –και εξακολουθώ να αισθάνομαι– όλα αυτά τα χρόνια όταν άκουγα –και ακούω– να βαφτίζουν με το ζόρι –και απολύτως παράνομα, εννοείται– τη γειτονική χώρα «Σκόπια» και τους κατοίκους της «Σκοπιανούς». Σήμερα το πρωί μάλιστα άκουσα να εκφράζεται δημόσια και επίσημα η άποψη, διά στόματος –φευ!- βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, ότι «αν το είχαμε χειριστεί σωστά» κατά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας θα είχαμε κατορθώσει η γειτονική χώρα να λέγεται «Δημοκρατία των Σκοπίων»!!! «Βόρεια Μακεδονία» και «Βορειομακεδόνες» από εδώ και στο εξής λοιπόν. Και ας τολμήσουν να με καταγγείλουν για εσχάτη προδοσία οι λογής λογής ακροδεξιοί που κυκλοφορούν ανάμεσά μας παριστάνοντας τους πατριώτες.

* Καθηγητής Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών     

Αντώνης Λιάκος*

H συμφωνία αυτή είναι ιστορική, και τερματίζει ένα πρόβλημα 27 χρόνων. Aν πάει καλά ως το τέλος, θα είναι ένα από τα λίγα επιτεύγματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με τα  εθνικά θέματα, σημαντικό όσο και η είσοδος της Κύπρου στην ΕΕ. Δείχνει ικανότητα, ψυχραιμία και καθαρή ματιά. Κι εγώ αμφέβαλλα αν θα ολοκληρωνόταν, αλλά πρέπει να τους το πιστώσουμε. Οι της απέναντι όχθης, ψυχραιμία και να γιορτάσουμε μαζί.

Η συμφωνία αυτή διαλύει ένα από τα ιδεολογικά σχήματα που είχαν φτιαχτεί στην κρίση, και μετά το 2015 είχαν πιάσει σαν σιδερένια λαβίδα το λαιμό του πολιτικού σώματος. Διαλύει δηλαδή το μύθο ότι αφενός έχεις τις πολιτικές δυνάμεις του εκμοντερνισμού, της λογικής, του κοσμοπολιτισμού, της τόλμης και αφετέρου την ιδεολογία των μη προνομιούχων, που είναι συντηρητική, βρίσκει καταφύγιο στη θρησκεία και στο έθνος, φοβάται τις μεγάλες αλλαγές. Για να δούμε λοιπόν τώρα ποιοι παρατάσσονται με τις δυνάμεις της αλλαγής σε ένα χρόνιο τέλμα, ποιοι πολεμούν το τέρας του εθνικισμού και των παραφυάδων του και ποιοι αντιστέκονται, δημαγωγούν και υποκλίνονται στον εθνικισμό.

* Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Δημήτρης Χριστόπουλος*

To όνομα ενός κράτους μπορεί οριακά να γίνει αντικείμενο διπλωματικής διαπραγμάτευσης, ακόμη κι αν αυτό δεν είθισται στις διεθνείς σχέσεις. Το όνομα ενός έθνους –η ταυτότητα ενός λαού, το πώς αισθάνεται το ανήκειν του– δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, διότι δεν είναι ζήτημα κανόνων αλλά ζήτημα συνείδησης. Θεωρώ λοιπόν ότι η συμφωνία βρίσκει μια βιώσιμη τομή που αξίζει: Η Αθήνα «κερδίζει» την ονομασία με γεωγραφικό επιθετικό προσδιορισμό έναντι όλων και τα Σκόπια κρατούν την αξιοπρέπεια της ταυτότητας του λαού της χώρας τους. Άλλη λύση δεν υπήρχε, ούτε θα μπορούσε να υπάρχει.

Είμαι ικανοποιημένος με τη συμφωνία, αρκεί τώρα οι δύο κυβερνήσεις να δείξουν σταθερότητα και ψυχραιμία στις πιέσεις που θα δεχθούν. Είναι αναπάντεχα καλό νέο που ένα διμερές πρόβλημα που είχε η χώρα μας –κατά την άποψή μου, με δική της ευθύνη– δρομολογείται να βρει μια λύση. Η χώρα έχει πραγματικά και σοβαρά εθνικά θέματα στα οποία πλέον μπορεί να συγκεντρώσει τις πολιτικές της δυνάμεις και το διπλωματικό κεφάλαιο που τόσο απερίσκεπτα σπατάλησε με το Μακεδονικό. Καιρός λοιπόν να γυρίσουμε σελίδα. Έγινε μια αρχή. Αυτό είναι μείζον.

* Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου – Πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Κείμενα Πολιτικής

«Βόρεια Μακεδονία»: Απόψεις και θέσεις (Μέρος Β’)

Με αφορμή τις εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη πρόκριση του ονόματος «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ φιλοξενεί απόψεις ακαδημαϊκών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.Όθων Αναστασάκης*Πολύ σημαντική συμφωνία, η οποία ξεκινά τη διαδικασία απεγκλωβισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από το ονοματολογικό θέμα, που είχε καθηλώσει τη διπλωματία μας σε μια κυριολεκτικά στείρα αντιπαράθεση με τον βόρειο γείτονα.Το ότι κανείς εκτός Ελλάδας δεν κατανοούσε τις θέσεις της χώρας και όλοι αποκαλούσαν τη χώρα «Μακεδονία» στο εξωτερικό είναι γνωστό. Το ότι ο όρος «Μακεδονία» συνέχιζε να χρησιμοποιείται και είχε παγιωθεί στο όνομα της γειτονικής χώρας, είτε ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» είτε ως «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατία της Μακεδονίας», είναι επίσης αυτονόητο.Η συμφωνία φέρνει τον ΣΥΡΙΖΑ κοντά στην κεντροαριστερή άποψη και διανόηση στα εξωτερικά ζητήματα, που είχε πάντα πιο μετριοπαθή στάση στο Μακεδονικό, αλλά δεν τολμούσε να μιλήσει, και δίνει επιτέλους ένα επιχείρημα ώστε μια σειρά από μετριοπαθείς πολίτες να στηρίξουν τη θέση τους. Με αυτή τη συμφωνία ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται κοντά σε πιο τεχνοκρατικές απόψεις της ελληνικής κοινωνίας. Μέχρι τώρα το θέμα της ονομασίας ήταν ένα ταμπού, στο οποίο η συμφωνία αυτή βάζει φρένο. Από εδώ και πέρα το Μακεδονικό έχει δύο απόψεις στην Ελλάδα. Ο διάλογος έχει ξεκινήσει σε συγκεκριμένη βάση για πρώτη φορά και η μετριοπαθής πλευρά έχει αποκτήσει φωνή, επιχείρημα και όνομα να αποκαλέσει τη «χώρα χωρίς όνομα».

Είναι σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, να εστιάσει κανείς στις θετικές επιπτώσεις της συμφωνίας και να ξεκινήσει ένα διάλογο σε κοινωνικό επίπεδο. Η πλευρά που υποστηρίζει τη συμφωνία έχει μια σειρά από επιχειρήματα να αναδείξει.

Η συμφωνία:

  1. Αντικαθιστά την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με σύνθετο προσδιορισμό και κατοχυρώνει το αρχαίο ελληνικό παρελθόν στην ελληνική πλευρά. Οι παραχωρήσεις της άλλης πλευράς είναι προφανείς σε σύγκριση με την προηγούμενη ακραία κατάσταση.
  2. Ανοίγει το δρόμο για συνεργασία με τα Δυτικά Βαλκάνια, από τα οποία η Ελλάδα είχε περιθωριοποιηθεί τα τελευταία χρόνια για οικονομικούς αλλά και διμερείς λόγους με την ΠΓΔΜ.
  3. Συμπεριλαμβάνει μια σειρά θεμάτων που αφορούν σε θέματα διμερούς συνεργασίας και σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που πρέπει να αναδειχθούν.
  4. Δημιουργεί ένα πρώτο σημαντικό προβάδισμα για την επίλυση διμερών διαφωνιών στο χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, δείχνοντας το δρόμο για το άλλο μεγάλο θέμα των Βαλκανίων μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου. Στην επίλυση αυτής της σημαντικής διαφοράς που ταλανίζει τα Δυτικά Βαλκάνια η Ελλάδα μπορεί να εμφανιστεί ως μια αξιόπιστη τρίτη δύναμη στο διεθνές περιβάλλον.
  5. Βάζει την Ελλάδα δυναμικά στο οικονομικό και πολιτικό παιγνίδι των Βαλκανίων και η χώρα «βρίσκει τον παλιό καλό εαυτό της» σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία έχει αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή και ιδιαίτερα στη γειτονική χώρα.
  6. Προσδίδει στη χώρα σημαντική αξιοπιστία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ σε μια περίοδο μεγάλης γεωπολιτικής αστάθειας.
  7. Επιτρέπει στην Ελλάδα να ζητήσει ανταλλάγματα στο οικονομικό πεδίο από την ΕΕ και πολιτικά από τις ΗΠΑ.

Για την ανάδειξη όλων αυτών των προτερημάτων χρειάζεται η κυβέρνηση να συνταχθεί με όλες τις φιλικές φωνές στον ακαδημαϊκό, επιχειρηματικό και άλλους φίλα προσκείμενους, στο θέμα του Μακεδονικού, χώρους και να συντάξει μια εναλλακτική φωνή στον εθνικισμό του Μακεδονικού.

Το παρόν κείμενο δεν θριαμβολογεί, απλά εστιάζει στις θετικές συνέπειες.

Η συμφωνία αυτή κάνει μια σημαντική αρχή. Όπως έχουμε δει και από άλλες αντίστοιχες συμφωνίες στην περιοχή (Σερβία-Κόσοβο), θα υπάρξουν προβλήματα στην εφαρμογή της, άλλα αναμενόμενα και άλλα που θα εξαρτώνται από την εκάστοτε συγκυρία. Κατά τη γνώμη μου, και όπως μας έχει δείξει το πρόσφατο παρελθόν, η ισχύς και αυτοτέλεια της Ελλάδας είναι συνυφασμένη με την οικονομική της βάση και όχι με την ένταση των εθνικιστικών φωνών.

Διευθυντής του European Studies Centre/South East European Studies στο St Antony’s College της Οξφόρδης

Σωτήρης Βαλντέν*

Η επίλυση του ζητήματος της ονομασίας της γειτονικής μας χώρας αποτελεί ένα ιστορικό γεγονός προς όφελος και των δύο χωρών, καθώς και της σταθερότητας στην περιοχή. Η συμφωνία ικανοποιεί ευαισθησίες της ελληνικής πλευράς, ενώ σέβεται την αξιοπρέπεια και την ταυτότητα των γειτόνων μας. Απελευθερώνει την εξωτερική και βαλκανική μας πολιτική από ένα μεγάλο βαρίδι και από τα αδιέξοδα στα οποία είχαμε οδηγηθεί τα τελευταία 25 χρόνια.

Η κυβέρνηση ορθότατα αξιοποίησε το «παράθυρο ευκαιρίας» που δημιούργησε η δημοκρατική πολιτική αλλαγή στη γείτονα και η διεθνής συγκυρία. Επέδειξε πολιτικό θάρρος και διαπραγματευτική ικανότητα, για την οποία Τσίπρας και Κοτζιάς αξίζουν συγχαρητήρια. Βέβαια, και στις δύο χώρες απομένει αρκετός δρόμος ως την υλοποίηση της συμφωνίας. Όσον μας αφορά, προέχει τώρα η μάχη ενάντια στους ποικίλης προέλευσης πατριδοκάπηλους που επιδιώκουν την υπονόμευση της συμφωνίας. Θέλω να ελπίζω ότι τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης θα αρθούν στο ύψος των περιστάσεων. Ιδιαίτερα η ΝΔ ελπίζω να εγκαταλείψει το δρόμο του άκρατου λαϊκισμού και της ανευθυνότητας τον οποίο ακολουθεί σήμερα, και πιστεύω πως αυτό επιθυμεί και η πλειοψηφία των φιλελεύθερων οπαδών της. Όσον αφορά τον προοδευτικό χώρο, η στάση των πολιτικών δυνάμεων στο Μακεδονικό υπενθυμίζει πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή προόδου – αντίδρασης και προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αναζητηθούν προοδευτικές συγκλίσεις.

*  Διδάσκων στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών

 

Χρήστος Ζιώγας*

Γιατί δεν είναι επωφελής η συμφωνία με τα Σκόπια… Πρώτον, οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν κατέληξαν σε συμφωνία με το γειτονικό κράτος διότι θεωρούσαν επιζήμιο να αναγνωρίσουν μακεδονική ταυτότητα και γλώσσα, που ήταν και τα δυσκολότερα ζητήματα της διαπραγμάτευσης. Η παρούσα κυβέρνηση συμφώνησε, υιοθετώντας επί του θέματος τις μειοψηφικές και όχι τις πλειοψηφικές αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας. Κατά μία έννοια, αναγνωρίζοντας μακεδονική εθνότητα και γλώσσα, αναιρείται ο γεωγραφικός προσδιορισμός ως βασική συνιστώσα της προσπάθειας διευθέτησης, και ο αλυτρωτισμός, ενώ εξαλείφεται από τα θεσμικά κείμενα των Σκοπίων, μελλοντικά δύναται να επανέλθει εξ αυτού του γεγονότος.

Δεύτερον, οι διεθνείς συμφωνίες αντικειμενικό σκοπό έχουν την αμοιβαία δέσμευση των μερών και την κοινή αντίληψή τους επί των συμφωνηθέντων. Οι αρχαίοι έλεγαν: «Σοφόν το σαφές, ου το μη σαφές»! Όλα τα σημεία της συμφωνίας τα οποία δίνουν την δυνατότητα διαφορετικής ερμηνείας, πολύ πιθανόν να δημιουργήσουν προβλήματα στο μέλλον. Αναμφίβολα, το ζήτημα της ιστορικής κληρονομίας της Μακεδονίας και της μακεδονικής ταυτότητας στη σύγχρονή της διάσταση συνιστούν τέτοια.

Τρίτον, κυνικά αλλά κατά το πλείστον στο διεθνές σύστημα, η Ελλάδα ως ισχυρότερο κράτος δεν μπόρεσε να επιβάλει την επωφελέστερη για την ίδια λύση, μετατρέποντας -κατά τα φαινόμενα- ένα διμερές πρόβλημα σε εσωτερικό. Τέταρτο και συνακόλουθο, το κράτος των Σκοπίων επιθυμεί να γίνει μέλος διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχει η Ελλάδα. Είθισται τα προς ένταξη κράτη να προβαίνουν σε περισσότερες υποχωρήσεις, όχι το αντίστροφο. Πέμπτον, μια συμφωνία δεν πρέπει να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που θεωρητικά επιλύει, και η συγκεκριμένη, αν και διευθετεί ορισμένα ζητήματα, ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία.

* Μεταδιδακτορικός Ερευνητής και Διδάσκων Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

 

Αλέξης Ηρακλείδης*

Η φόρμουλα λύσης που πρόσφατα βρέθηκε στο Μακεδονικό ήταν ανέλπιστη. Η διπλωματική αυτή επιτυχία της Ελλάδας ξεπέρασε κάθε ρεαλιστική ελληνική προσδοκία.

Κατόρθωσε το ακατόρθωτο, όχι μόνο την αλλαγή του ονόματος, αλλά και την εξασφάλιση του erga omnes και την αλλαγή εδαφίων του Συντάγματος. Δεν πρόκειται καν για μια λύση «θετικού αθροίσματος», με δύο κερδισμένους, χωρίς χαμένους, που ήταν το ζητούμενο, αλλά για λύση που γέρνει σαφώς υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Ωστόσο, αυτή η ελληνική διπλωματική νίκη ίσως κρύβει, ακριβώς επειδή είναι ετεροβαρής (με νικητή την Ελλάδα), μια αχίλλειο πτέρνα: μπορεί τελικά να μη γίνει αποδεκτή από τους Σλαβομακεδόνες, όσο σημαντικά και να είναι τα «καρότα» (η ένταξη στο ΝΑΤΟ και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ) που χρυσώνουν το επώδυνο γι’ αυτούς χάπι.

*  Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ανάλυσης Συγκρούσεων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό