Αρχείο ετικέτας H Επόμενη Μέρα Απο Τα Αριστερα

Τ. Καραγιάννη ΜΕΛΟΣ Κ.Ε. ΚΙΝΑΛ: ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ταύτιση με τη ΝΔ


Παραίτηση από το ΚΙΝΑΛ, με σκληρή κριτική

Στρατηγική ταύτισης με τη ΝΔ και συμπεριφορές «βοναπαρτισμού» καταλογίζει στο Κίνημα Αλλαγής, μέσω της επιστολής παραίτησής της από την Κεντρική Επιτροπή, η Τάνια Καραγιάννη, συνδικαλίστρια και πρώην μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ.


Η Τ. Καραγιάννη στηλιτεύει, επίσης, την αντίθετη πορεία του κόμματος με την κατεύθυνση των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών για πανευρωπαϊκό προοδευτικό μέτωπο

Η Τ. Καραγιάννη στηλιτεύει, επίσης, την αντίθετη πορεία του κόμματος με την κατεύθυνση των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών για πανευρωπαϊκό προοδευτικό μέτωπο.

Ολόκληρη η επιστολή:

«Όταν το Κίνημα Αλλαγής, ξεκινώντας τη λειτουργία του, πριν από περίπου ένα χρόνο, διακήρυττε τη στρατηγική των «ίσων αποστάσεων», πιθανόν να έπραττε σωστά, υπό την έννοια ότι κάθε νέα πολιτική συλλογικότητα χρειάζεται -αλλά και δικαιούται- μια «περίοδο χάριτος» έως ότου βρει το βηματισμό της. Όπως, όμως, συμβαίνει με όλα τα πράγματα, έτσι και κάθε τέτοια περίοδος έχει και ημερομηνία λήξης. Και μάλιστα μια ημερομηνία λήξης, η οποία πρώτον καθορίζεται εξωγενώς -και όχι από ίδιες ανάγκες- και δεύτερον ορθώς υπάρχει, διότι διαφορετικά θα ελλόχευε ο κίνδυνος εισόδου στη γραφικότητα της αέναης κίνησης ενός εκκρεμούς. Η “περίοδος χάριτος”, λοιπόν, για το Κίνημα Αλλαγής δείχνει να αγγίζει πλέον τα χρονικά όριά της. Όχι επειδή αυτά προβλέπονται από κάπου, αλλά επειδή αυτό επιβάλλει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο πολιτικά περιβάλλον τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό.

Οι “210.000” των μελών και φίλων του Κινήματος Αλλαγής που ανταποκρίθηκαν τον Νοέμβριο του 2017 στο κάλεσμα και έδωσαν το παρόν στη διαδικασία για την εκλογή προέδρου, προσδοκούσαν τη δημιουργία ενός νέου, ενιαίου πολιτικό φορέα που θα δημιουργούσε διακριτή πολιτική ταυτότητα και θα έδειχνε ότι είχε την ικανότητα να παράγει πολιτικές θέσεις με προοδευτικό πρόσημο και στόχο την επίλυση των «καυτών ζητημάτων της κοινωνίας και των πολιτών».

Στην πορεία από τότε ως σήμερα, το πλήθος των ανθρώπων που συμμετείχαν τότε, πιθανόν, να έχει μεταβληθεί. Το αίτημα, ωστόσο (ή καλύτερα η απαίτησή τους) εξακολουθεί να υφίσταται. Το γεγονός αυτό, από μόνο του, φέρνει το Κίνημα Αλλαγής αντιμέτωπο με την ανάγκη να αποσαφηνίσει τις προθέσεις του ως προς τον δρόμο που προτίθεται να ακολουθήσει και τις πολιτικές που πρόκειται να υποστηρίξει. Διότι όσο εκείνο -ως συλλογικότητα- δεν το κάνει τόσο στο ίδιο σταυροδρόμι, μοιραία, θα καταφθάνουν κάποια από τα στελέχη του, κάποια από τα μέλη του και κάποιοι ακόμη περισσότεροι από τους ψηφοφόρους του. Ο ισχυρισμός αυτός φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων μηνών, στις οποίες αποτυπώνεται η διαρκώς αυξανόμενη τάση του δικομματισμού και η αντίστοιχη συμπίεση -μεταξύ άλλων- του Κινήματος Αλλαγής.

Ωστόσο, η μεγαλύτερη συνιστώσα του Κινήματος Αλλαγής (αν όχι ολόκληρο) δείχνει να μην μπορεί να αποδεχτεί τα δεδομένα, όπως αυτά διαμορφώνονται τους τελευταίους μήνες. Δείχνει να μην μπορεί καν να ξεχωρίσει το ευκταίο από το εφικτό. Η Χαριλάου Τρικούπη συμπεριφέρεται με τρόπο σχεδόν βοναπαρτικό τόσο απέναντι στις υπόλοιπες συνιστώσες του Κινήματος Αλλαγής όσο και απέναντι σε επιμέρους στελέχη της, που κάθε μέρα όλο και περισσότερο συνειδητοποιούν την όλο και μεγαλύτερη εσωστρέφεια, στην οποία βυθίζεται.

Εν τω μεταξύ, μέσα σε αυτό το περιβάλλον κι ενώ το Κίνημα Αλλαγής επιμένει να διακηρύττει τη στρατηγική των «ίσων αποστάσεων», στην πράξη έχει ήδη μετακινηθεί αισθητά προς τη μια κατεύθυνση, γεγονός που προκύπτει και από το αίτημα για εκλογές το καλοκαίρι του 2018 και από τη στάση που κράτησε στα ζητήματα της συμφωνίας των Πρεσπών και της σχέσης Κράτους – Εκκλησίας. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το Κίνημα Αλλαγής επέλεξε -σχήμα οξύμωρο για προοδευτική δύναμη- να ταυτιστεί με τις πολιτικές επιλογές της συντηρητικής παράταξης και της ΝΔ. Σε μία, μάλιστα, τουλάχιστον περίπτωση η ταύτιση έγινε με τρόπο ακατανόητο για τον κοινό μέσο προοδευτικό πολίτη, ο οποίος είδε να διαδραματίζεται μία διαδικασία στο εσωτερικό του Κινήματος Αλλαγής που πόρρω απέχει από οποιαδήποτε έννοια δημοκρατικής διαδικασίας (σ.σ. Όλοι θυμόμαστε ακόμα εκείνο το 5-1 στο πολιτικό συμβούλιο του Κινήματος Αλλαγής που έμελλε να αποτελέσει και τη θρυαλλίδα των εξελίξεων, οδηγώντας στο οριστικό «διαζύγιο» με το Ποτάμι).

Ταυτόχρονα, είναι δύσκολο για τον απλό προοδευτικό πολίτη να κατανοήσει από ποια ακριβώς πλευρά ασκεί κριτική το Κίνημα Αλλαγής στη σημερινή Κυβέρνηση, ιδίως όταν η κριτική αυτή αφορά τα θέματα της διαχείρισης του Μνημονίου. Είναι φανερό ότι η κριτική ασκείται άλλοτε από τα «δεξιά» επειδή «ο ΣΥΡΙΖΑ άργησε να συνέλθει από τις αυταπάτες» και άλλοτε από τα «αριστερά» επειδή «είναι δίγλωσσος και ασυνεπής, αφού άλλα διακήρυττε προεκλογικά και άλλα εφαρμόζει μετεκλογικά». Μόνο που το δεύτερο επιχείρημα έχει λογική όταν διατυπώνεται από τις αποκαλούμενες ως αντι-μνημονιακές δυνάμεις. Από εκείνες δηλαδή τις δυνάμεις που δικαιούνται -τρόπον τινά- να ισχυρίζονται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «απεμπόλησε τον αντι-μνημονιακό του χαρακτήρα και εφάρμοσε μνημόνια». Χάνει, ωστόσο, εντελώς, την αξία του όταν προέρχεται από εκείνους που στην πράξη εισήγαγαν το Μνημόνιο στην ελληνική πραγματικότητα, με το επιχείρημα ότι «ήταν μονόδρομος απέναντι στον κίνδυνο της χρεωκοπίας» και ουδέποτε έως σήμερα αμφισβήτησαν την ορθότητα αυτής τους της απόφασης (αν και κατά τη γνώμη μου, θα έπρεπε, δεδομένου ότι με όχημα τα μνημόνια υλοποιήθηκε μεταξύ άλλων η βιαιότερη αναδιανομή εισοδήματος που έχει γίνει ποτέ στη χώρα προς όφελος των λίγων και η μεγαλύτερη απορρύθμιση του εργασιακού τοπίου).

Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι η στρατηγική των «ίσων αποστάσεων» είναι απλώς ένας προσχηματικός διακηρυκτικός λόγος. Πολύ απλά διότι μία τέτοια στρατηγική προϋποθέτει ότι έχεις τη δυνατότητα να παράγεις αυτόνομα πολιτική και να αυτοκαθορίζεσαι. Αντ’ αυτού, στην πράξη το Κίνημα Αλλαγής, υπό το φόβο της ταύτισης σε οποιοδήποτε θέμα με τον αποκαλούμενο «στρατηγικό» του αντίπαλο, έχει φτάσει σήμερα στο σημείο αφενός να ετεροκαθορίζεται και αφετέρου να ταυτίζεται -όλο και συχνότερα- με τον «παραδοσιακό» του αντίπαλο, τη Ν.Δ. Την Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος είπε ότι πρέπει να τελειώνουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο γι αυτά που κάνει, αλλά και γι αυτά που πιστεύει! Άραγε το Κίνημα Αλλαγής ταυτίζεται και σε αυτό με τον κύριο Μητσοτάκη; Διότι διαφορετικά τι ακριβώς εννοεί όταν μιλάει για «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ;

Όπως είναι λογικό, η πρακτική αυτή κάνει πολλούς να αναρωτιούνται αν τα πράγματα οδηγούνται αναπόδραστα προς την κατεύθυνση της κυβερνητικής συνεργασίας με τη ΝΔ, επιλογή που πέραν των υπολοίπων δείχνει ότι το Κίνημα Αλλαγής δεν φαίνεται να έχει αντιληφθεί ότι η (κατά το πρόσφατο παρελθόν) κυβερνητική συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με τη Δεξιά ήταν εκείνη που του έδωσε το οριστικό χτύπημα και οδήγησε τον παραδοσιακό του ψηφοφόρο να του στρέψει την πλάτη. Για την επιλογή, όμως, αυτή (δηλαδή της συνεργασίας με τη ΝΔ) δεν ευθύνεται κανένας ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ευθύνεται κανένας άλλος, εκτός από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Το ότι αργά ή γρήγορα θα καταλαμβανόταν ο πολιτικός χώρος που ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε από το ΠΑΣΟΚ, από τον κοντινότερο ιδεολογικοπολιτικά «διεκδικητή» ήταν μαθηματικά βέβαιο. Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι η πολιτική -όπως και η φύση- απεχθάνεται τα κενά.

Πέραν όμως από το τι συμβαίνει στο εσωτερικό της χώρας, απορίας άξια είναι και η στάση του Κινήματος Αλλαγής στο εξωτερικό και ιδίως σε ό,τι αφορά τις σχέσεις του με τους Ευρωπαίους Σοσιαλιστές, οι οποίοι σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση επιδιώκουν τη συγκρότηση ενός προοδευτικού μετώπου σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με τη συμμετοχή των δυνάμεων των Σοσιαλιστών, της Αριστεράς και των Πρασίνων ως εξόχως αναγκαία συνθήκη για την αναχαίτιση της ανόδου των ακροδεξιών και των λαϊκίστικων αντιευρωπαϊκών δυνάμεων. Οι ίδιοι έχουν καταστήσει σαφές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί από ελληνικής πλευράς να απουσιάζει από μία τέτοια σύνθεση. Κι όμως το Κίνημα Αλλαγής ακόμα και απέναντι σε αυτόν το στόχο δείχνει να μην μπορεί να ξεπεράσει τη διάθεση ρεβανσισμού απέναντι στον πολιτικό φορέα που -κατά κάποιους- «υφάρπαξε» τους ψηφοφόρους του. Για μια ακόμα φορά η επιδίωξη μικροπολιτικού οφέλους φαίνεται να επικρατεί της κοινής λογικής!

Προσωπικά, παρέμεινα στον χώρο τα «πέτρινα» -για πολλούς από εμάς- χρόνια του Μνημονίου, αναγνωρίζοντας μεν την ιστορία του ΠΑΣΟΚ και την προσφορά του στον τόπο και τη Δημοκρατία, διατηρώντας δε τις διαφωνίες μου για τις πολιτικές επιλογές εκείνης της περιόδου (τις οποίες και εξέφραζα πάντα στα πλαίσια της λειτουργίας της ΠΑΣΚ Δημοσίου Τομέα, συνδικαλιστικής παράταξης που μπορεί να μην έχει οργανωτική σχέση με το ΠΑΣΟΚ, αυτονοήτως -όμως- έχει πολιτική).

Το 2017, αποφάσισα να ενταχθώ στο Κίνημα Αλλαγής, εκτιμώντας ότι υπήρχε ακόμα πολιτικός χρόνος, περιθώρια και διάθεση για αναστοχασμό, ειλικρινή αυτοκριτική και επαναπροσδιορισμό των κεντρικών πολιτικών επιλογών του πολιτικού φορέα προς μία προοδευτικότερη κατεύθυνση.

Τα χρονικά περιθώρια, όμως, έχουν στενέψει ασφυκτικά και η διάθεση δεν έχει διαφανεί. Οι κινήσεις που γίνονται σε πολιτικό επίπεδο εκ μέρους του Κινήματος Αλλαγής, αλλά και σε οργανωτικό επίπεδο με αφορμή τόσο τις επικείμενες αυτοδιοικητικές εκλογές, τις ευρωεκλογές και τις βουλευτικές εκλογές όσο και τα ουσιαστικότατα ζητήματα της (μη) εκλογής των εσωκομματικών οργάνων, δείχνουν κατά τη γνώμη μου ότι οι «έχοντες μία πολιτική προσέγγιση που αποκλίνει λιγότερο ή περισσότερο από την κεντρική γραμμή» καλό θα ήταν να αποχωρήσουμε όσο ακόμα μπορούμε να κρατάμε το κεφάλι μας ψηλά και να έχουμε τη συνείδησή μας ήσυχη.

Με αυτές τις σκέψεις σας υποβάλλω την παραίτησή μου από την Κεντρική Πολιτική Επιτροπή του Κινήματος Αλλαγής και σας εύχομαι καλή συνέχεια και καλή τύχη.

Αθήνα, 8/01/2019
Τάνια Καραγιάννη»


Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

κοινοποίησε το:

Το μεγάλο ΣΤΟΊΧΗΜΑ είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να ΕΜΠΝΕΎΣΕΙ ξανά

Συνέντευξη με τον Μιχάλη Σπουρδαλάκη, κοσμήτορα της Σχολής οικονομικών και πολιτικών επιστημών του ΕΚΠΑ

Τη συνέντευξη πήραν
οι Μπάμπης Γεωργούλας
και Παύλος Κλαυδιανός

<br>Μιχάλης Σπουρδαλάκης / Συνέντευξη

  Το μεγάλο στοίχημα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να εμπνεύσει ξανά

Συνέχεια ανάγνωσης Το μεγάλο ΣΤΟΊΧΗΜΑ είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να ΕΜΠΝΕΎΣΕΙ ξανά
κοινοποίησε το:

Γιατί Σοσιαλισμός; by Albert Einstein

Why Socialism? Γιατί Σοσιαλισμός;
by Albert Einstein
(May 01, 2009)

Μετάφραση: Γιάννης Μπιτσάνης.
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο 1ο φύλλο της Monthly Review (Μηνιαία Επιθεώρηση, Μάιος 1949). Τον Μάιο του 1998 αναδημοσιεύτηκε για την επέτειο 50 χρόνων από τη δημοσίευση του πρώτου φύλλου της Monthly Review.
Η μετάφραση έγινε, κατά το δυνατόν, ‘επί λέξει’ παρά την αναπόφευκτη υφολογική και λογοτεχνική υποτίμηση. Μετάφραση του άρθρου έχει δημοσιευθεί και στο tvxs. Δυστυχώς αυτή η μετάφραση περιέχει 2-3 σημαντικά λάθη που, στα συγκεκριμένα σημεία, αλλοιώνουν το νόημα του πρωτότυπου κειμένου στα αγγλικά.

βλέπε και Κεφαλής Χρήστος : Ο Αϊνστάιν και ο σοσιαλισμός

Επίσης το “διάσημοι υποστηρικτές του σοσιαλισμού”

Περισσότερο γνωστός για το έργο του στη φυσική, ο Αϊνστάιν δεν ήταν ξένος προς τους πολιτικούς αγώνες
Ο Αϊνστάιν ήταν ένας μεγάλος επικριτής του καπιταλισμού και τάχθηκε υπέρ του σοσιαλισμού. Στο δοκίμιό του «Γιατί σοσιαλισμός;”, εξήγησε πώς ο καπιταλισμός καθιστά τα ανθρώπινα όντα να υποφέρουν από μια «διαδικασία φθοράς» και τα καταστεί να «αισθάνονται ανασφαλή, μοναχικά, στερούμενα την αφελή, απλή, και ανεπιτήδευτη απόλαυση της ζωής.»

Είναι συνετό κάποιος μη ειδικός σε οικονομικά και κοινωνικά θέματα να εκφράζει απόψεις για θέμα του σοσιαλισμού;

Για πολλούς λόγους πιστεύω πως είναι.
Ας θεωρήσουμε το ερώτημα από την σκοπιά της επιστημονικής γνώσης. Ίσως φαίνεται ότι δεν υφίστανται ουσιαστικές διαφορές στην μεθοδολογία μελέτης μεταξύ αστρονομίας και οικονομικών: οι επιστήμονες και των δύο κλάδων επιχειρούν να ανακαλύψουν νόμους (σ.μ. κανόνες) γενικής αποδοχής για μία (σ.μ. σαφώς) ορισμένη ομάδα φαινομένων με στόχο να ορίσουν διασυνδέσεις μεταξύ των φαινομένων (σ.μ. που μελετά ο κλάδος) με τον δυνατά πλέον κατανοητό τρόπο. Στην πραγματικότητα όμως τέτοιες μεθοδολογικές διαφορές υπάρχουν. Η ανακάλυψη νόμων της οικονομίας καθίσταται δυσχερής διότι τα παρατηρούμενα οικονομικά φαινόμενα επηρεάζονται συχνά από πολλούς παράγοντες που είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθούν χωριστά (σ.μ., δηλ. απομονώνοντας την επίδραση της μεταβολής ενός παράγοντα ενώ οι υπόλοιποι παραμένουν σταθεροί). Επιπλέον, η σωρευμένη εμπειρία από τις απαρχές της αποκαλούμενης πολιτισμένης περιόδου της ιστορίας της ανθρωπότητας- είναι πασίγνωστο- έχει ισχυρά επηρεασθεί και περιορισθεί από αιτίες οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν είναι αμιγώς οικονομικές. (σ.μ. Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΔΗΛ. Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΟΧΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΘ’ ΕΑΥΤΗΝ). Π.χ. όλα τα μεγάλα κράτη στην (σ.μ. παγκόσμια) ιστορία όφειλαν την ύπαρξή τους στις κατακτήσεις. Κατέσχεσαν για λογαριασμό τους το μονοπώλιο της ιδιοκτησίας γης και διόρισαν ιερείς προερχόμενους από τις τάξεις τους. Οι ιερείς, ελέγχοντας την εκπαίδευση, κατέστησαν τον ταξικό διαχωρισμό της κοινωνίας μόνιμο θεσμό και δημιούργησαν ένα σύστημα αξιών μέσω του οποίου, μετέπειτα, σε μεγάλο βαθμό ασυναίσθητα, χειραγωγούνταν η κοινωνική συμπεριφορά του λαού.
Αλλά η ιστορική παράδοση είναι ‘χάριν λόγου’, (σ.μ. ζήτημα) του χθες. Πουθενά δεν ξεπεράσαμε, αληθινά, αυτό που ο Thorstein Veblen όρισε ως «θηρευτική φάση» της ανθρώπινης εξέλιξης. Τα παρατηρούμενα οικονομικά στοιχεία είναι από αυτή τη φάση. Ακόμη και οι νόμοι (σ.μ. κανονικότητες) που εξάγονται από αυτά δεν έχουν εφαρμογή σε άλλες φάσεις (σ.μ. πιθανόν μελλοντικές φάσεις της ανθρωπότητας). Επειδή ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι επακριβώς το να υπερβεί και να εξυψωθεί της «θηρευτικής φάσης» της ανθρώπινης ανάπτυξης, η οικονομική επιστήμη στην παρούσα κατάστασή (σ.μ. διατύπωσή της) λίγο φωτίζει τα χαρακτηριστικά της σοσιαλιστικής κοινωνίας του μέλλοντος.

Δεύτερον, ο σοσιαλισμός κατευθύνεται προς ένα κοινωνικό-ηθικό στόχο. Η επιστήμη, όμως, δεν μπορεί να δημιουργήσει στόχους (σ.μ. σκοπούς, ιδανικά) και πολύ λιγότερο να τους εμπνεύσει στα ανθρώπινα όντα. Η επιστήμη, το πολύ, μπορεί να διαθέσει τα εργαλεία μέσω των οποίων επιτυγχάνονται ορισμένοι στόχοι. Οι ίδιοι οι στόχοι είναι τα ‘πιστεύω’ προσωπικοτήτων με υψηλά ηθικά ιδανικά και-αυτοί οι στόχοι αν δεν είναι θνησιγενείς αλλά είναι σθεναροί και ζωτικοί-υιοθετούνται και εξελίσσονται από αυτά τα πολλά (σ.μ την μεγάλη μάζα) ανθρώπινα όντα που, μίσο-ασυναίσθητα, καθορίζουν την αργή εξέλιξη της ιστορίας.
Για τους παραπάνω λόγους, πρέπει να ‘βρισκόμαστε σε επιφυλακή’ να μην υπερεκτιμήσουμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους όταν πρόκειται για ανθρώπινα ερωτήματα (σ.μ, ερωτήματα για την κοινωνία και την ανθρωπότητα): και δεν πρέπει να θεωρούμε ότι μόνον ειδικοί δικαιούνται να εκφέρουν άποψη σε ερωτήσεις που επηρεάζουν την κοινωνική οργάνωση.
Αμέτρητες φωνές εδώ και καιρό βεβαιώνουν ότι η ανθρώπινη κοινωνία περνάει κρίση, ότι η σταθερότητά της έχει κλονισθεί επικίνδυνα. (σ.μ. Η ανθρώπινη κοινωνία) Χαρακτηρίζεται από μία κατάσταση όπου τα άτομα αισθάνονται αδιάφορα, ακόμα και εχθρικά απέναντι για την ομάδα, μικρή η μεγάλη, στην οποία ανήκουν. Για να διευκρινίσω τι εννοώ, επιτρέψτε να παραθέσω μία προσωπική εμπειρία. Συζήτησα πρόσφατα με έναν νοήμονα και καλοπροαίρετο άνθρωπο τον κίνδυνο ενός ακόμα (σ.μ. παγκοσμίου) πολέμου, ο οποίος, κατά τη γνώμη θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την ύπαρξη του ανθρώπινου είδους και σημείωσα ότι μόνο ένας υπερεθνικός οργανισμός θα προσέφερε προστασία από αυτό τον κίνδυνο. Επί τούτου ο επισκέπτης μου, πολύ ήρεμα και χαλαρά μου είπε:

«Γιατί είσαι τόσο βαθειά αντίθετος στην εξαφάνιση της ανθρώπινης ράτσας (σ.μ. είδους).

Είμαι σίγουρος ότι τόσο πρόσφατα όσο έναν αιώνα πριν κανείς δεν θα έκανε τόσο ανέμελα μία δήλωση αυτού του είδους. Είναι δήλωση ανθρώπου που εις μάτην έχει παλέψει να φτάσει σε εσωτερική ισορροπία και έχει λίγο-πολύ χάσει την ελπίδα του να το επιτύχει. Είναι η έκφραση οδυνηρής μοναξιάς και απομόνωσης από τις οποίες τόσο πολλοί άνθρωποι υποφέρουν στις μέρες μας. Ποια είναι η αιτία; Υπάρχει διέξοδος;
Είναι εύκολο να τίθενται τέτοιες ερωτήσεις, αλλά δύσκολο να απαντηθούν με οποιονδήποτε βαθμό βεβαιότητας. Παρ’ όλα αυτά, εγώ πρέπει να προσπαθήσω, όσο καλύτερα μπορώ, μολονότι έχω βαθειά συναίσθηση της πραγματικότητας ότι τα συναισθήματά και οι αγώνες μας συχνά είναι αντιφατικά και ασαφή και δεν μπορούν να εκφρασθούν με εύκολους και απλούς (σ.μ. μαθηματικούς) τύπους.

Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα μονήρες ον και κοινωνικό ον.

  • Σαν μονήρες ον επιχειρεί να προστατέψει τη δική του ύπαρξη και την ύπαρξη αυτών που είναι κοντά του (σ.μ. οικογένεια, φίλοι, αγάπες), να ικανοποιήσει τους προσωπικούς του πόθους, να αναπτύξει τις έμφυτες ικανότητές του.
  • Σαν κοινωνικό ον επιδιώκει να κερδίσει την αναγνώριση και στοργή των συνανθρώπων του, να μοιραστεί στις χαρές τους, να τους ανακουφίσει στις λύπες τους και να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής τους.

Μόνον η ύπαρξη αυτών των ποικίλων, συχνά αντικρουόμενων, προσπαθειών εξηγεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ενός (σ.μ. συγκεκριμένου) ανθρώπου και ο ιδιαίτερος συνδυασμός τους καθορίζει το βαθμό στον οποίο ένα άτομο φτάνει στην εσωτερική ισορροπία και μπορεί να συνεισφέρει ευημερία της κοινωνίας. Είναι αρκετά πιθανόν ότι η σχετική ισχύς αυτών των δύο κινήτρων, κυρίως, παγιοποιείται από την κληρονομικότητα. Αλλά η προσωπικότητα που τελικά αναδύεται σε μεγάλο βαθμό σχηματίζεται από το περιβάλλον στο οποίο τυχαίνει να ζει κατά την ανάπτυξή του, από την δομή της κοινωνίας μέσα στην οποία μεγαλώνει, από την παράδοση αυτής της κοινωνίας και από την εκτίμησή της συγκεκριμένων τύπων συμπεριφοράς.

Η αφηρημένη έννοια «κοινωνία» για το συγκεκριμένο ανθρώπινο ον σημαίνει το ολικό άθροισμα των άμεσων και έμμεσων σχέσεών του με τους σύγχρονούς του και όλους τους ανθρώπους από παλιότερες γενιές. Το άτομο δύναται να σκεφτεί, αισθανθεί, αγωνιστεί και εργασθεί μόνο του: αλλά εξαρτάται τόσο πολύ από την κοινωνία, για τη φυσική, διανοητική και συναισθηματική υπόστασή του, που είναι αδύνατον να σκεφτεί, η καταλάβει τον εαυτό του έξω από το πλαίσιο της κοινωνίας. Είναι η «κοινωνία» που εφοδιάζει τον άνθρωπο με τροφή, ένδυση, ένα σπίτι, εργαλεία της δουλειάς, γλώσσα, σχήματα σκέψης και το περισσότερο περιεχόμενο της σκέψης (σ.μ. του): η ζωή του γίνεται δυνατή μέσω του κόπου και των επιτευγμάτων των πολλών εκατομμυρίων από το παρελθόν και το παρόν που κρύβονται μέσα στη μικρή λέξη «κοινωνία».

Επομένως, είναι εμφανές ότι η εξάρτηση του ατόμου από την κοινωνία είναι μία φυσική πραγματικότητα που δεν μπορεί να καταργηθεί, ακριβώς όπως στην περίπτωση των μυρμηγκιών και των μελισσών. Όμως, ενώ το σύνολο της διαδικασίας της ζωής μυρμηγκιών και μελισσών καθορίζεται στην παραμικρή λεπτομέρεια από άκαμπτα, κληρονομικά ένστικτα, η κοινωνική οργάνωση και οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπινων όντων είναι πολύ μεταβλητές και επιδεκτικές αλλαγής. Η μνήμη, η δυνατότητα δημιουργίας νέων συνδυασμών (σ.μ. συνθέσεων), το δώρο της προφορικής επικοινωνίας κατέστησαν δυνατές εξελίξεις μεταξύ ανθρώπινων όντων που δεν επιβάλλονται από βιολογικές αναγκαιότητες. Τέτοιες εξελίξεις εκδηλώνονται στις παραδόσεις, στους θεσμούς και οργανισμούς, στη λογοτεχνία, στα επιστημονικά επιτεύγματα, τα επιτεύγματα της μηχανικής, στα έργα τέχνης. Αυτά εξηγούν πως συμβαίνει, υπό μία έννοια, ο άνθρωπος να μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του μέσω της δικής του επαφής (σ.μ., δραστηριότητας) και ότι σ’ αυτήν τη διαδικασία συνειδητή σκέψη και επιθυμίες μπορούν να παίξουν ρόλο.
Ο άνθρωπος αποκτά στη γέννηση (σ.μ. του), μέσω κληρονομικότητας, μία βιολογική σύσταση την οποία πρέπει να θεωρήσουμε πάγια και αναλλοίωτη, που περιλαμβάνει τις φυσικές ορμές χαρακτηριστικές του ανθρώπινου είδους. Επιπρόσθετα, στη διάρκεια της ζωής του, αποκτά μια πολιτισμική σύσταση που υιοθετεί από την κοινωνία μέσω επικοινωνίας και μέσω επιρροών πολλών άλλων τύπων. Είναι αυτή η πολιτισμική σύσταση η οποία, με το πέρασμα του χρόνου, υπόκειται σε αλλαγή και η οποία καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας. Η μοντέρνα Ανθρωπολογία μας έχει διδάξει, μέσω συγκριτικής έρευνας των αποκαλούμενων πρωτόγονων πολιτισμών, ότι η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπινων όντων μπορεί να διαφέρει πολύ, εξαρτώμενη από τις επικρατούσες πολιτισμικές μορφές και τους τύπους οργάνωσης που επικρατούν στην κοινωνία. Είναι αυτό (σ.μ., αυτή η παρατήρηση) που επάνω του εκείνοι που πασχίζουν να βελτιώσουν το μερίδιο του ανθρώπου μπορούν να βασίσουν τις ελπίδες τους: τα ανθρώπινα όντα δεν είναι καταδικασμένα, λόγω της βιολογικής τους σύστασης, να αφανίσουν το ένα το άλλο, η να είναι στο έλεος μιας σκληρής, αυτό-προκαλούμενης μοίρας.
Αν αναρωτηθούμε πως η δομή της κοινωνίας και η πολιτισμική στάση του ανθρώπου πρέπει να αλλάξουν προκειμένου η ανθρώπινη ζωή να γίνει τόσο ικανοποιητική όσο είναι δυνατόν πρέπει σταθερά να έχουμε συνείδηση του γεγονότος ότι υπάρχουν όροι που αδυνατούμε να τροποποιήσουμε. Όπως προαναφέρθηκε, η βιολογική φύση του ανθρώπου, από κάθε πρακτική σκοπιά, δεν υπόκειται σε αλλαγή. Επιπλέον, τεχνολογικές και δημογραφικές εξελίξεις των τελευταίων λίγων αιώνων έχουν δημιουργήσει συνθήκες που είναι εδώ για να μείνουν. Σε σχετικά πυκνά εγκατεστημένους πληθυσμούς με τα αγαθά που είναι απαραίτητα για τη συνεχιζόμενη ύπαρξή τους, ακραία εργασιακή εξειδίκευση και ισχυρά συγκεντρωτικές παραγωγικές μέθοδοι είναι απολύτως απαραίτητες. Ο χρόνος, που κοιτάζοντας πίσω, μοιάζει τόσο ειδυλλιακός, όταν άτομα, η μικρές ομάδες μπορούσαν να είναι αυτάρκεις, έχει περάσει για πάντα. Είναι μόνον ελαφρά υπερβολή να πούμε ότι η ανθρωπότητα αποτελεί, ήδη, μια πλανητική κοινότητα παραγωγής και κατανάλωσης.

Έχω φτάσει το σημείο όπου επιτρέπεται να υποδείξω εν συντομία τι κατ’ εμέ συνθέτει το απόσταγμα της κρίσης της εποχής μας. Αφορά τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία. Το άτομο έχει καταστεί περισσότερο συνειδητό από ποτέ της εξάρτησής του από την κοινωνία. Αλλά δεν βιώνει αυτή την εξάρτηση σαν θετικό κτήμα, σαν οργανικό δεσμό, σαν προστάτιδα δύναμη, αλλά μάλλον σαν απειλή στα φυσικά (σ.μ. εκ της φύσεως) του δικαιώματα, η ακόμη και στην οικονομική του ύπαρξη. Επιπλέον, η θέση του στην κοινωνία είναι τέτοια που οι εγωιστικές ορμές της (σ.μ. βιολογικής) κατασκευής του σταθερά τονίζονται, ενώ τα οι κοινωνικές ορμές του, οι οποίες είναι φύσει ασθενέστερες, προοδευτικά φθείρονται. Όλα τα ανθρώπινα όντα, οποιαδήποτε και αν είναι η θέση τους στην κοινωνία, υποφέρουν από αυτήν τη διαδικασία φθοράς. Εν αγνοία τους φυλακισμένοι του δικού τους εγωισμού, νιώθουν ανασφαλείς, μόνοι και στερημένοι από την απλοϊκή, απλή και ακατέργαστη απόλαυση της ζωής. Ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή, σύντομη και επικίνδυνη όπως είναι, μόνο αφοσιώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.
Η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως υφίσταται σήμερα, είναι, κατά τη γνώμη μου, η πραγματική πηγή του κακού. Βλέπουμε μπροστά μας μια τεράστια κοινότητα παραγωγών τα μέλη της οποίας πασχίζουν αδιάκοπα να στερήσουν ο ένας απ’ τον άλλο τους καρπούς της συλλογικής τους εργασίας-όχι δια της βίας, αλλά σε γενικές γραμμές δια της πιστής συμφωνίας με νομικά καθιερωμένους κανόνες. Απ’ αυτή την άποψη είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι τα μέσα παραγωγής- δηλ. ολόκληρο το παραγωγικό δυναμικό που απαιτείται για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, όπως επίσης και κεφαλαιουχικών αγαθών-δύναται νομικά να είναι, και στο μεγαλύτερο μέρος είναι, προσωπική ιδιοκτησία ατόμων.
Χάριν απλότητας, στη συζήτηση που ακολουθεί θα αποκαλώ «εργάτες» όλους αυτούς που δεν έχουν μερίδιο στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, παρ’ ότι αυτό (σ.μ., αυτός ο ορισμός) δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην συνήθη χρήση του όρου. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής ο εργάτης παράγει νέα αγαθά τα οποία γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Το ουσιώδες σημείο σχετικά με αυτήν τη διαδικασία είναι η σχέση ανάμεσα σε αυτό που ο εργάτης παράγει και αυτό που πληρώνεται, και τα δύο μετρούμενα σε όρους πραγματικής αξίας. Στην έκταση που το εργασιακό συμβόλαιο είναι «ελεύθερο», αυτό που λαμβάνει ο εργάτης καθορίζεται όχι από την πραγματική αξία των αγαθών που παράγει, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του και από τις απαιτήσεις του καπιταλιστή για εργατική δύναμη σε σχέση με τον αριθμό των εργατών που ανταγωνίζονται για δουλειές.
Το ιδιωτικό κεφάλαιο τείνει να συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ καπιταλιστών και εν μέρει λόγω τεχνολογικών εξελίξεων και την αυξανόμενη διαίρεση εξειδίκευση της εργασίας. (σ.μ. οι παραπάνω λόγοι) ενθαρρύνουν τον σχηματισμό μεγαλύτερων μονάδων παραγωγής εις βάρος των μικρότερων. Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων είναι μία ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου η τεράστια δύναμη του οποίου δεν μπορεί να ελεγχθεί ακόμα και από μία δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία. Αυτό είναι αληθές αφού τα μέλη των νομοθετικών σωμάτων επιλέγονται από πολιτικά κόμματα, που χρηματοδοτούνται και με ποικίλους τρόπους επηρεάζονται από ιδιωτικούς καπιταλιστές οι οποίοι (σ.μ. τρόποι) πρακτικά διαχωρίζουν τους ψηφοφόρους από το νομοθετικό σώμα. Η συνέπεια είναι ότι οι εκπρόσωποι του λαού στ’ αλήθεια δεν προστατεύουν επαρκώς τα συμφέροντα των μη προνομιούχων τμημάτων του πληθυσμού. Επιπλέον, υπό τις υφιστάμενες συνθήκες,, οι ιδιωτικοί καπιταλιστές αναπόφευκτα ελέγχουν, άμεσα η έμμεσα, τις κύριες πηγές πληροφόρησης (τύπος, ράδιο, εκπαίδευση). Είναι επομένως εξαιρετικά δύσκολο, και πράγματι στις περισσότερες περιπτώσεις αδύνατο, για τον μεμονωμένο πολίτη να οδηγηθεί σε αντικειμενικά συμπεράσματα και να κάνει νοήμονα χρήση των πολιτικών δικαιωμάτων του.
Η κατάσταση που επικρατεί σε μια οικονομία βασισμένη στην ιδιωτική (σ.μ. ατομική) ιδιοκτησία του κεφαλαίου χαρακτηρίζεται από δύο κύριες αρχές: πρώτον, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο) κατέχονται ιδιωτικά και οι ιδιοκτήτες τα παραχωρούν με όποιον τρόπο θεωρούν κατάλληλο: δεύτερον, το εργασιακό συμβόλαιο είναι ελεύθερο. Φυσικά, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως η καθαρά καπιταλιστική κοινωνία με την αυτήν (σ.μ. την παραπάνω) έννοια. Ειδικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εργάτες, με μακρούς πολύχρονους και πικρούς αγώνες, έχουν επιτύχει να ασφαλίσουν μία κάπως βελτιωμένη μορφή από το «ελεύθερο εργασιακό συμβόλαιο» για ορισμένες κατηγορίες εργατών. Αλλά στη συνολική εικόνα, η οικονομία των ημερών μας δεν διαφέρει πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό
Η παραγωγή συνεχίζεται για το κέρδος, όχι για τη χρήση. Δεν υπάρχει καμία φροντίδα ότι όλοι αυτοί που μπορούν και επιθυμούν να εργαστούν θα είναι πάντα σε θέση να βρουν απασχόληση: ένας «στρατός ανέργων» σχεδόν πάντα υπάρχει. Ο εργάτης είναι πάντα με το φόβο να χάσει τη δουλειά του. Αφού οι άνεργοι και οι κακοπληρωμένοι εργάτες δεν συνιστούν κερδοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών περιορίζεται και η συνέπεια είναι μεγάλη ταλαιπωρία. Η τεχνολογική πρόοδος συχνά έχει σαν αποτέλεσμα περισσότερη ανεργία αντί την ελάφρυνση του κάματου της εργασίας για όλους. Το κίνητρο του κέρδους, σε σύνδεση με τον ανταγωνισμό μεταξύ καπιταλιστών, ευθύνεται για μία αστάθεια στη συσσώρευση και χρησιμοποίηση του κεφαλαίου που οδηγεί σε αυξανόμενα δριμείες υφέσεις. Ο χωρίς όρια ανταγωνισμός οδηγεί σε μία τεράστια φθορά της εργατικού δυναμικού, και σε αυτήν την αναπηρία της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων που ανέφερα πριν.
Αυτή την αναπηρία των ατόμων θεωρώ ως το μεγαλύτερο κακό του καπιταλισμού. Όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα υποφέρει από αυτό το κακό. Μια υπερβολικά ανταγωνιστική στάση εγχαράσσεται στον μαθητή, ο οποίος εκπαιδεύεται να λατρεύει την μέσω απόκτησης (σ.μ. αγαθών) επιτυχία σαν προετοιμασία για την μελλοντική του καριέρα.

Είμαι πεισμένος ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να εξαλείψουμε αυτά τα σοβαρά δεινά, συγκεκριμένα μέσω της καθιέρωσης μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, συνοδευόμενης από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα είναι προσανατολισμένο σε κοινωνικούς σκοπούς. Σε μια τέτοια οικονομία, τα μέσα παραγωγής κατέχονται από την ίδια την κοινωνία και χρησιμοποιούνται με προγραμματισμένο τρόπο. Μία προγραμματισμένη οικονομία, που προσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινότητας, θα κατένειμε την εργασία που πρέπει να γίνει ανάμεσα σε όλους τους ικανούς για εργασία και θα εγγυόταν τα προς το ζην σε κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Η εκπαίδευση του ατόμου, πέραν του ότι θα προάγει τις έμφυτες ικανότητές του, θα απεπειράτο να αναπτύξει σε αυτόν μία αίσθηση ευθύνης για τους συνανθρώπους του στη θέση της δόξας της δύναμης και της επιτυχίας στην υπάρχουσα κοινωνία μας.

Εν τούτοις, είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι μία προγραμματισμένη οικονομία δεν είναι ακόμα σοσιαλισμός. Η προγραμματισμένη οικονομία σαν τέτοια μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υποδούλωση του ατόμου. Η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί τη λύση κάποιων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικό-πολιτικών προβλημάτων: πως είναι δυνατόν, θεωρώντας την εκτεταμένη συγκεντροποίηση πολιτικής και οικονομικής δύναμης, να εμποδίσουμε την γραφειοκρατία από το γίνει παντοδύναμη και αλαζονική; Πως μπορεί να προστατευθούν τα δικαιώματα του ατόμου και επί τούτου ένα δημοκρατικό αντίβαρο στην δύναμη της γραφειοκρατίας να εξασφαλιστεί;

Καθαρότητα σχετικά με τους σκοπούς και τα προβλήματα του σοσιαλισμού είναι μεγίστης σημασίας στη μεταβατική εποχή μας. Αφού, υπό τις παρούσες συνθήκες, ελεύθερη και απρόσκοπτη συζήτηση αυτών των προβλημάτων κατέληξε να αντιμετωπίζει ισχυρή προκατάληψη (ταμπού), θεωρώ την ίδρυση αυτού του περιοδικού ως σημαντική υπηρεσία στο δημόσιο (σ.μ. βίο).

κοινοποίησε το:

Μελαγχολική Αριστερά

Εντσο Τραβέρσο
enzo traverso

Εντσο Τραβέρσο

«Η μελαγχολία, σαν σκιά, ακολουθεί τα βήματα της επανάστασης: ανεπαίσθητη τη στιγμή της ακμής της, μεγαλώνει κατά την υποχώρησή της και την τυλίγει μετά την ήττα της», γράφει ο Ιταλός ιστορικός Εντσο Τραβέρσο στο βιβλίο του «Αριστερή μελαγχολία», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017). Η ήττα και η αποτυχία των επαναστάσεων γεννούσαν πάντα μια βαθιά μελαγχολία στους ηττημένους.

Στο παρελθόν, ωστόσο, το πένθος δεν κατέπνιγε την ελπίδα. Οι ήττες των επαναστάσεων του 1848, της Παρισινής Κομμούνας, των σπαρτακιστών, θεωρούνταν μόνο χαμένες μάχες που αναγγέλλανε τη μελλοντική νίκη. Συνέχεια ανάγνωσης Μελαγχολική Αριστερά

κοινοποίησε το:

Μαδώντας τη μαργαρίτα για τον ΣΥΡΙΖΑ

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μετεξελιχθεί σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα;

«Οχι», λένε οι εγχώριοι οπαδοί της σοσιαλδημοκρατίας και το σχήμα που ανήκει σ’ αυτόν τον χώρο, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. Απαιτείται -αναφέρουν- πριν από οποιαδήποτε συζήτηση να ζητήσει συγγνώμη, να ταπεινωθεί πολιτικά, να συντριβεί εκλογικά και ύστερα βλέπουμε.

«Βεβαίως» και μπορεί να μετεξελιχθεί, αντιγυρίζουν οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές, και γι’ αυτό καλούν τον Αλέξη Τσίπρα στις συνόδους τους, του προσφέρουν βήμα για να καταθέσει τις απόψεις του, τον τοποθετούν σε περίοπτη θέση στις οικογενειακές φωτογραφίες μετά τη λήξη των συνεδριάσεων και τον αποθεώνουν για τις επιδόσεις του στην οικονομία και την τόλμη του στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Αλλά για ποια σοσιαλδημοκρατία μιλάμε σήμερα;

Είναι ελκυστικός προορισμός για ένα κόμμα της Αριστεράς, μεταρρυθμιστικής ή ριζοσπαστικής;

Σε ποιο ιδεολογικό ρεύμα ανήκουν τα κόμματα που δηλώνουν ότι έχουν σημείο αναφοράς τους τη σοσιαλδημοκρατία;

Έχει καμιά σχέση η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία με τη σοσιαλδημοκρατία του Κάουτσκι;

Έχει καμία σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία του Βίλι Μπραντ, του Μπρούνο Κράισκι, του Ούλοφ Πάλμε; Αυτές τις περιόδους η σημερινή σοσιαλδημοκρατία τις έχει απωθήσει, ενδεχομένως και να τις έχει διαγράψει.

Εχει όμως σχέση και μάλιστα πολύ στενή με τη σοσιαλδημοκρατία του Τόνι Μπλερ, του μοιραίου για τη σοσιαλδημοκρατία πολιτικού που οδήγησε το Εργατικό Κόμμα στην πλήρη μετάλλαξή του και επηρέασε τα άλλα κόμματα στην Ευρώπη, τα οποία έσπευσαν (σαν έτοιμα από καιρό) να εφαρμόσουν πολιτικές που θα ζήλευαν τα συντηρητικά κόμματα.

Υπηρετώντας με θρησκευτική ευλάβεια τη θατσερική άποψη, «δεν υπάρχει εναλλακτική», συνθηκολόγησαν χωρίς να προβάλουν την παραμικρή αντίσταση, χωρίς να δώσουν μάχη ούτε καν για τα προσχήματα. Την υιοθέτηση άλλωστε του μοντέλου του τρίτου δρόμου (που δεν ήταν καθόλου τρίτος) πληρώνουν σήμερα τα κόμματά της.

Η εικόνα είναι απογοητευτική. Θα έλεγα, αποκρουστική. Τι θυμίζει η ιταλική σοσιαλδημοκρατία; Σκορποχώρι. Πού είναι η γαλλική σοσιαλδημοκρατία; Εξαφανισμένη. Την ψάχνουν με το μικροσκόπιο. Τι κάνει το πιο ιστορικό κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, το SPD; Συμμετέχει σε μια κυβέρνηση συνασπισμού και απλώς παρακολουθεί τη διένεξη ανάμεσα στη Μέρκελ και τους Χριστιανοκοινωνιστές.

Επί της ουσίας, είναι ένα κόμμα που δεν του αρέσει να κάνει αντιπολίτευση («άχαρο πράγμα η αντιπολίτευση», είχε δηλώσει κορυφαίο στέλεχός του πριν από τις εκλογές), έχει εγκαταλείψει τις ιδρυτικές αρχές του και μπαίνει στις κυβερνήσεις συνασπισμού για να επιβιώνει. Κυρίως για να παίρνει ένα μερίδιο εξουσίας προκειμένου να βολεύει τα στελέχη του.

Το τίμημα για τους αλλεπάλληλους οπορτουνισμούς του είναι η μείωση της εκλογικής επιρροής του -στις τελευταίες δημοσκοπήσεις τερματίζει τρίτο και καταϊδρωμένο. Οπότε το εισαγωγικό ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα σαν αυτά που υπάρχουν σήμερα;» Αν θέλει να έχει την τύχη τους, ας γίνει.

Ανάγωγα

«Είμαστε αρκετά ισχυροί για να ενισχύσουμε την οικονομική ανάπτυξη στις χώρες προέλευσης αυτών των ανθρώπων, δηλαδή στην Αφρική; Είμαστε σε θέση να τερματίσουμε τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία; Μπορούμε να εστιάσουμε περισσότερο στους προσφυγικούς καταυλισμούς που βρίσκονται κοντά στις χώρες προέλευσης;

Κανείς δεν εγκαταλείπει την πατρίδα του χωρίς λόγο. Και ένα ακόμη ερώτημα: Μπορούμε να συμφωνήσουμε σε ενιαίες διαδικασίες για όλη την Ευρώπη;». Κρίσιμα ερωτήματα. Βρίσκονται στο μυαλό κάθε ανθρώπου. Με τη διαφορά ότι τα διατυπώνει η επικεφαλής της ισχυρότερης χώρας της Ευρώπης, η καγκελάριος της Γερμανίας Ανγκελα Μέρκελ. Δουλειά της όμως είναι να απαντάει, όχι να ρωτάει…

Τάσος Παππάς

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

κοινοποίησε το: