Αρχείο ετικέτας 1821

Μύθοι και αλήθειες για την επανάσταση του ’21

Ο Βασίλης Κρεμμυδάς είναι καθηγητής της Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γεννήθηκε το 1935 στη Μεσσήνη. Πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία. Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Lyon. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Υφηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών. Τακτικός καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης. Μέλος, αντιπρόεδρος και πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Πανεπιστημίου Κρήτης (1982-1987). Πρόεδρος της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος (1994-1999).
Από τις εκδόσεις Gutenberg κυκλοφορεί το τελευταίο βιβλίο του, με τίτλο «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Τεκμήρια, αναψηλαφήσεις, ερμηνείες». Με επίμονη και μακροχρόνια έρευνα, με συνολική και μικροσκοπική παρατήρηση, μπορεί κανείς να διακρίνει, όχι άνετα πάντως, ένα γενικό χαρακτηριστικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, να διακρίνει, αλλιώτικα, το στοίχημα ενός ολόκληρου έθνους – από αυτό και ο πρωτοποριακός ρόλος του εγχειρήματος.
Στην τελευταία του συνέντευξη, με τον Θοδωρή Αντωνόπουλο, στο περιοδικό LIFO, καταρρίπτει έναν έναν τους μύθους του 1821 (κι όχι μόνο το Κρυφό Σχολειό).


Τι παραπάνω προσθέτει το βιβλίο σας στην ιστοριογραφία για το ’21;


Ως ιστορικός της Τουρκοκρατίας, συνεχίζω να αναζητώ εδώ τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που οδήγησαν στην Επανάσταση και να εμβαθύνω στις αιτίες που την προκάλεσαν. Χάρη στους Ναπολεόντειους Πόλεμους και τις ανάγκες ανεφοδιασμού των εμπόλεμων ευρωπαϊκών χωρών από «ουδέτερα» πλοία, η ναυτιλία, το εμπόριο και τα συναφή επαγγέλματα γνώρισαν πρωτοφανή ανάπτυξη, δημιουργώντας νέα δεδομένα στην παραγωγή.
Στα χέρια των υπόδουλων Ελλήνων βρέθηκε ξαφνικά πολύ χρήμα – είναι χαρακτηριστική π.χ. η περίπτωση του ζάπλουτου Πελοποννήσιου τραπεζίτη και τοκογλύφου Νικολή Ταμπακόπουλου από τη Βυτίνα, που μέσα σε πέντε χρόνια, παραμονές του ’21, ήταν σε θέση να δανείσει περί τα 2 εκατ. γρόσια, ποσό ασύλληπτο ακόμα και για τα τωρινά δεδομένα, αφού αρκούσε για να ναυλώσει δεκατρία καράβια!
Μπορούσε, μάλιστα, να συντηρεί μέχρι εκατό πολεμιστές, ένα μικρό στρατό δηλαδή. Πολλά ήταν τα πλούτη που είχαν αποκομίσει οι εφοπλιστές αλλά και οι Έλληνες έμποροι των παροικιών. «Λεφτά υπήρχαν» που θα λέγαμε σήμερα, και μάλιστα άφθονα!


 
-Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η Τουρκοκρατία δεν ήταν πάντα τόσο δεσποτική και καταπιεστική, ότι υπήρχαν ελευθερίες, προνόμια κ.λπ.


Υπήρχαν, πράγματι, κάποιες προνομιούχες κοινότητες, η μόρφωση ήταν ελεύθερη, οι εμπορικές δραστηριότητες, η πίστη επίσης. Οι Οθωμανοί κατακτητές απαιτούσαν πολύ συγκεκριμένα πράγματα: να γεμίζουν τα κρατικά ταμεία με χρήμα. Τα άλλα δεν τους ένοιαζαν. Αναμφίβολα, όμως, ήταν ένα πολύ σκληρό καθεστώς για τους υπόδουλους. Δικαιώματα δεν είχαν, η φορολογία ήταν βαριά, οι αυθαιρεσίες και οι βαρβαρότητες της εξουσίας ήταν συχνές. Η ελληνική ήταν ουσιαστικά μια ευρωπαϊκή επανάσταση, άλλαξε το status quo στην Ανατολική Μεσόγειο, την ως τότε πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας και το δόγμα περί ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.


 
-«Κρυφά σχολειά» δεν υπήρξαν πάντως, αυτό έχει πια καταρριφθεί ιστορικά.


Ακριβώς. Εκείνο που υπήρξε σε κάποια μοναστήρια ήταν «σπουδαστήρια», όπου οι εγγράμματοι μοναχοί δίδασκαν γραφή κι ανάγνωση στους νεότερους, μαζί με τη Βίβλο. Δεν επρόκειτο, βέβαια, για κάποια κρυφή ή παράνομη δραστηριότητα, χρησιμοποιήθηκε όμως κατά κόρον ο μύθος αυτός μέχρι και τις μέρες μας – φαντασθείτε ότι το θεωρούμενο «κρυφό σχολειό» στη Μονή Πεντέλης κατασκευάστηκε το ’60 και αναπαλαιώθηκε καταλλήλως, μουτζούρωσαν τους τοίχους για να φαίνεται καπνισμένο από τα κεριά κ.λπ.!


 
-Και δεν είναι, βέβαια, ο μόνος μύθος της Επανάστασης αυτός… Εσείς ποιον θεωρείτε το μεγαλύτερο;


Θα έλεγα αυτόν με τη δήθεν ύψωση του λάβαρου από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στη Μονή της Αγίας Λαύρας την 25η Μαρτίου του 1821, όπου τάχα ορκίστηκαν οι αγωνιστές. Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο δεν ξεκίνησε καν την ημερομηνία εκείνη, αλλά λίγο νωρίτερα. Ο ίδιος ο Γερμανός, άλλωστε, στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι την ημέρα εκείνη βρισκόταν σε άλλο χωριό. Το λάβαρο το ύψωσε, πράγματι, αλλά αυτό έγινε λίγες μέρες αργότερα, στην Πάτρα. Ο θρύλος της Λαύρας εντασσόταν στις μεταγενέστερες προσπάθειες να συνδεθεί η θρησκευτική με τη νεοαναδυόμενη εθνική ταυτότητα.


 
-Μια άλλη «αιρετική» άποψη λέει πως αν οι Έλληνες δε «βιάζονταν» να επαναστατήσουν, θα κατακτούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία οικονομικά, χάρη στον ιδιαίτερο δυναμισμό τους σε αυτό τον τομέα.


Υπερβολές. Υπήρξε, πράγματι, προεπαναστατικά μια μεγάλη οικονομική άνθηση, η οποία όμως ανακόπηκε με τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων. Τα ευρωπαϊκά πλοία επέστρεψαν στις θάλασσες, εκτοπίζοντας τα ελληνικά, εμπόριο και συναλλαγές έπεσαν κατακόρυφα, επήλθε ανεργία, ύφεση και κρίση όχι μόνο στο ναυτιλιακό/εμπορικό τομέα, αλλά και σε όλα τα εξαρτώμενα από αυτόν επαγγέλματα, από το ναυπηγό, τον ξυλουργό και το βιοτέχνη μέχρι το βυρσοδέψη, τον μπακάλη και το χαμάλη του λιμανιού. Οι νέες κοινωνικές τάξεις που είχαν δημιουργήσει οι εξελίξεις έμεναν «ξεκρέμαστες», αφού δεν προστατεύονταν από το κράτος. Υπήρχαν, επιπλέον, μεγάλα χρηματικά κεφάλαια που παρέμεναν ανενεργά – κοντά στα άλλα, η Επανάσταση φάνταζε ιδεώδης λύση τόσο για τις επενδύσεις όσο και για την ανεργία!
 
-Οπότε, τα αίτια του ξεσηκωμού ήταν σε μεγάλο βαθμό οικονομικά;


Καταρχάς, όχι. Η οικονομική κρίση της εποχής ήταν απλώς ο καταλύτης που τον επέσπευσε. Ούτε η διαφορετική πίστη ήταν η κύρια αιτία του – άλλωστε το Πατριαρχείο τον είχε καταδικάσει. Η νεοσύστατη έννοια του έθνους ήταν που διαφοροποιούσε βασικά τον υπόδουλο από τον κατακτητή. Μεγάλο ρόλο έπαιξαν, επίσης, η παιδεία και η οικονομική άνεση (ιδίως στις παροικίες) μια τάξης εύρωστης και ανοιχτής στα μηνύματα του Διαφωτισμού. Η Φιλική Εταιρεία εργαζόταν ήδη στην κατεύθυνση της ίδρυσης ενός ανεξάρτητου αστικού ελληνικού κράτους.
 
-Είχε, τελικά, ταξικό χαρακτήρα το ’21, όπως πρότειναν κάποιοι ιστορικοί;


Με την έννοια ενός προλεταριάτου που εξεγείρεται, σίγουρα όχι. Δεν προκύπτει από πουθενά αυτό, ήταν μυθεύματα του ΚΚΕ και συγγραφέων, όπως ο Γιάννης Κορδάτος. Τον πιστέψαμε πολύ τον Κορδάτο στα νιάτα μας, τραφήκαμε με αυτόν, αλλά δεν ήταν καν ιστορικός ο άνθρωπος, δεν είχε κάνει καμία σοβαρή έρευνα. Μέχρι ανύπαρκτες κοινωνικές τάξεις εφηύρε για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του. Αφήστε, ειδικά από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά συνθλιβήκαμε οι ιστορικοί από τα δύο μεγάλα λιθάρια των μύθων, το ένα της Δεξιάς και της συντήρησης, το άλλο της Αριστεράς…


Ακριβώς. Επρόκειτο, ουσιαστικά, για κατ’ ευφημισμόν εμφυλίους, αφού αντικείμενο της φιλονικίας ήταν το μοίρασμα της εξουσίας και στόχος η ένταξη του ενός στρατοπέδου στο άλλο – αμφότερες οι πλευρές γνώριζαν ότι δεν τις συνέφερε η αλληλοεξόντωση, αφού άλλος ήταν ο κοινός εχθρός, οπότε προσπάθησαν να την αποφύγουν, δόθηκε γενική αμνηστία στους ηττημένους κ.λπ.
 
-Είχαν, πράγματι, υποτιμήσει τον ελληνικό ξεσηκωμό οι Οθωμανοί;
Ναι, κι αυτό ήταν το μεγάλο τους λάθος. Υποτίμησαν όχι μόνο τον ξεσηκωμό, που θεώρησαν αρχικά μια ακόμα επαρχιακή εξέγερση, αλλά και το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Δεν είχαν, επίσης, υπολογίσει τη δύναμη των Ελλήνων στη θάλασσα, μια πλευρά του Αγώνα που δεν έχει προβληθεί όσο της αξίζει. Έπειτα, μια μεγάλη, μακρινή εκστρατεία όπως εκείνη του Δράμαλη, σε εδάφη δύσβατα και με τον αντίπαλο να αποφεύγει να συγκρουστεί ευθέως αλλά να επιδίδεται σε ανταρτοπόλεμο, είχε πολύ υψηλό οικονομικό κόστος (το ίδιο και οι μετακινήσεις του οθωμανικού στόλου). Όταν η στρατιά του Δράμαλη καταστράφηκε, ο Σουλτάνος δυσκολευόταν να οργανώσει μια άλλη, αντίστοιχου μεγέθους, και τότε προσέφυγε στον Ιμπραήμ.
 
-Ποιες προσωπικότητες του Αγώνα θα ξεχωρίζατε περισσότερο;
Τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη από τους στρατιωτικούς και τον, συχνά παρεξηγημένο, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο από τους πολιτικούς. Ο πρώτος διέθετε σπουδαίες στρατηγικές ικανότητες και ο δεύτερος ένα σοβαρό, εκσυγχρονιστικό πολιτικό όραμα.
 
-Πόσο σημαντική ήταν η συμμετοχή των Αρβανιτών στην Επανάσταση;
Πολύ. Αρβανίτες ήταν πολλοί οπλαρχηγοί αλλά και καπεταναίοι των νησιών. Φυσικά, και των Σουλιωτών η συμμετοχή ήταν σημαντική. Όμως, παρά την αλβανική τους καταγωγή, ήταν ενσωματωμένοι από αιώνες, διέθεταν πίστη χριστιανική κι ελληνική εθνική συνείδηση, ακόμα κι αν κάποιοι δε μιλούσαν καν καλά ελληνικά.
 
-Τι ιστορικά διδάγματα μπορούμε να πάρουμε σήμερα από το ’21;
Η Ιστορία, δυστυχώς, δε διδάσκει, αγαπητέ. Μας βοηθά μεν να διευρύνουμε την αντίληψή μας, όμως τα λάθη του παρελθόντος είμαστε καταδικασμένοι να τα επαναλάβουμε, γιατί και οι άνθρωποι είμαστε αδιόρθωτοι, που λένε, αλλά και οι καταστάσεις αλλάζουν διαρκώς. 

Επιμέλεια: Αντώνης Πετρόγιαννης

 

Πρώτη Δημοσίευση: 26/03/2016 14:55 – Τελευταία Ενημέρωση: 26/03/2016 14:55

Ο Βασίλης Κρεμμυδάς είναι καθηγητής της Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γεννήθηκε το 1935 στη Μεσσήνη. Πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία. Λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Lyon. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Υφηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών. Τακτικός καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης. Μέλος, αντιπρόεδρος και πρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Πανεπιστημίου Κρήτης (1982-1987). Πρόεδρος της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος (1994-1999).
Από τις εκδόσεις Gutenberg κυκλοφορεί το τελευταίο βιβλίο του, με τίτλο «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Τεκμήρια, αναψηλαφήσεις, ερμηνείες». Με επίμονη και μακροχρόνια έρευνα, με συνολική και μικροσκοπική παρατήρηση, μπορεί κανείς να διακρίνει, όχι άνετα πάντως, ένα γενικό χαρακτηριστικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, να διακρίνει, αλλιώτικα, το στοίχημα ενός ολόκληρου έθνους – από αυτό και ο πρωτοποριακός ρόλος του εγχειρήματος.
Στην τελευταία του συνέντευξη, με τον Θοδωρή Αντωνόπουλο, στο περιοδικό LIFO, καταρρίπτει έναν έναν τους μύθους του 1821 (κι όχι μόνο το Κρυφό Σχολειό).
 
-Τι παραπάνω προσθέτει το βιβλίο σας στην ιστοριογραφία για το ’21;
Ως ιστορικός της Τουρκοκρατίας, συνεχίζω να αναζητώ εδώ τις κοινωνικές και οικονομικές αλλαγές που οδήγησαν στην Επανάσταση και να εμβαθύνω στις αιτίες που την προκάλεσαν. Χάρη στους Ναπολεόντειους Πόλεμους και τις ανάγκες ανεφοδιασμού των εμπόλεμων ευρωπαϊκών χωρών από «ουδέτερα» πλοία, η ναυτιλία, το εμπόριο και τα συναφή επαγγέλματα γνώρισαν πρωτοφανή ανάπτυξη, δημιουργώντας νέα δεδομένα στην παραγωγή.
Στα χέρια των υπόδουλων Ελλήνων βρέθηκε ξαφνικά πολύ χρήμα – είναι χαρακτηριστική π.χ. η περίπτωση του ζάπλουτου Πελοποννήσιου τραπεζίτη και τοκογλύφου Νικολή Ταμπακόπουλου από τη Βυτίνα, που μέσα σε πέντε χρόνια, παραμονές του ’21, ήταν σε θέση να δανείσει περί τα 2 εκατ. γρόσια, ποσό ασύλληπτο ακόμα και για τα τωρινά δεδομένα, αφού αρκούσε για να ναυλώσει δεκατρία καράβια!
Μπορούσε, μάλιστα, να συντηρεί μέχρι εκατό πολεμιστές, ένα μικρό στρατό δηλαδή. Πολλά ήταν τα πλούτη που είχαν αποκομίσει οι εφοπλιστές αλλά και οι Έλληνες έμποροι των παροικιών. «Λεφτά υπήρχαν» που θα λέγαμε σήμερα, και μάλιστα άφθονα!
 
-Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η Τουρκοκρατία δεν ήταν πάντα τόσο δεσποτική και καταπιεστική, ότι υπήρχαν ελευθερίες, προνόμια κ.λπ.
Υπήρχαν, πράγματι, κάποιες προνομιούχες κοινότητες, η μόρφωση ήταν ελεύθερη, οι εμπορικές δραστηριότητες, η πίστη επίσης. Οι Οθωμανοί κατακτητές απαιτούσαν πολύ συγκεκριμένα πράγματα: να γεμίζουν τα κρατικά ταμεία με χρήμα. Τα άλλα δεν τους ένοιαζαν. Αναμφίβολα, όμως, ήταν ένα πολύ σκληρό καθεστώς για τους υπόδουλους. Δικαιώματα δεν είχαν, η φορολογία ήταν βαριά, οι αυθαιρεσίες και οι βαρβαρότητες της εξουσίας ήταν συχνές. Η ελληνική ήταν ουσιαστικά μια ευρωπαϊκή επανάσταση, άλλαξε το status quo στην Ανατολική Μεσόγειο, την ως τότε πολιτική της Ιεράς Συμμαχίας και το δόγμα περί ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
 
-«Κρυφά σχολειά» δεν υπήρξαν πάντως, αυτό έχει πια καταρριφθεί ιστορικά.
Ακριβώς. Εκείνο που υπήρξε σε κάποια μοναστήρια ήταν «σπουδαστήρια», όπου οι εγγράμματοι μοναχοί δίδασκαν γραφή κι ανάγνωση στους νεότερους, μαζί με τη Βίβλο. Δεν επρόκειτο, βέβαια, για κάποια κρυφή ή παράνομη δραστηριότητα, χρησιμοποιήθηκε όμως κατά κόρον ο μύθος αυτός μέχρι και τις μέρες μας – φαντασθείτε ότι το θεωρούμενο «κρυφό σχολειό» στη Μονή Πεντέλης κατασκευάστηκε το ’60 και αναπαλαιώθηκε καταλλήλως, μουτζούρωσαν τους τοίχους για να φαίνεται καπνισμένο από τα κεριά κ.λπ.!
 
-Και δεν είναι, βέβαια, ο μόνος μύθος της Επανάστασης αυτός… Εσείς ποιον θεωρείτε το μεγαλύτερο;
Θα έλεγα αυτόν με τη δήθεν ύψωση του λάβαρου από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στη Μονή της Αγίας Λαύρας την 25η Μαρτίου του 1821, όπου τάχα ορκίστηκαν οι αγωνιστές. Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο δεν ξεκίνησε καν την ημερομηνία εκείνη, αλλά λίγο νωρίτερα. Ο ίδιος ο Γερμανός, άλλωστε, στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι την ημέρα εκείνη βρισκόταν σε άλλο χωριό. Το λάβαρο το ύψωσε, πράγματι, αλλά αυτό έγινε λίγες μέρες αργότερα, στην Πάτρα. Ο θρύλος της Λαύρας εντασσόταν στις μεταγενέστερες προσπάθειες να συνδεθεί η θρησκευτική με τη νεοαναδυόμενη εθνική ταυτότητα.
 
-Μια άλλη «αιρετική» άποψη λέει πως αν οι Έλληνες δε «βιάζονταν» να επαναστατήσουν, θα κατακτούσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία οικονομικά, χάρη στον ιδιαίτερο δυναμισμό τους σε αυτό τον τομέα.
Υπερβολές. Υπήρξε, πράγματι, προεπαναστατικά μια μεγάλη οικονομική άνθηση, η οποία όμως ανακόπηκε με τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων. Τα ευρωπαϊκά πλοία επέστρεψαν στις θάλασσες, εκτοπίζοντας τα ελληνικά, εμπόριο και συναλλαγές έπεσαν κατακόρυφα, επήλθε ανεργία, ύφεση και κρίση όχι μόνο στο ναυτιλιακό/εμπορικό τομέα, αλλά και σε όλα τα εξαρτώμενα από αυτόν επαγγέλματα, από το ναυπηγό, τον ξυλουργό και το βιοτέχνη μέχρι το βυρσοδέψη, τον μπακάλη και το χαμάλη του λιμανιού. Οι νέες κοινωνικές τάξεις που είχαν δημιουργήσει οι εξελίξεις έμεναν «ξεκρέμαστες», αφού δεν προστατεύονταν από το κράτος. Υπήρχαν, επιπλέον, μεγάλα χρηματικά κεφάλαια που παρέμεναν ανενεργά – κοντά στα άλλα, η Επανάσταση φάνταζε ιδεώδης λύση τόσο για τις επενδύσεις όσο και για την ανεργία!
 
-Οπότε, τα αίτια του ξεσηκωμού ήταν σε μεγάλο βαθμό οικονομικά;
Καταρχάς, όχι. Η οικονομική κρίση της εποχής ήταν απλώς ο καταλύτης που τον επέσπευσε. Ούτε η διαφορετική πίστη ήταν η κύρια αιτία του – άλλωστε το Πατριαρχείο τον είχε καταδικάσει. Η νεοσύστατη έννοια του έθνους ήταν που διαφοροποιούσε βασικά τον υπόδουλο από τον κατακτητή. Μεγάλο ρόλο έπαιξαν, επίσης, η παιδεία και η οικονομική άνεση (ιδίως στις παροικίες) μια τάξης εύρωστης και ανοιχτής στα μηνύματα του Διαφωτισμού. Η Φιλική Εταιρεία εργαζόταν ήδη στην κατεύθυνση της ίδρυσης ενός ανεξάρτητου αστικού ελληνικού κράτους.
 
-Είχε, τελικά, ταξικό χαρακτήρα το ’21, όπως πρότειναν κάποιοι ιστορικοί;
Με την έννοια ενός προλεταριάτου που εξεγείρεται, σίγουρα όχι. Δεν προκύπτει από πουθενά αυτό, ήταν μυθεύματα του ΚΚΕ και συγγραφέων, όπως ο Γιάννης Κορδάτος. Τον πιστέψαμε πολύ τον Κορδάτο στα νιάτα μας, τραφήκαμε με αυτόν, αλλά δεν ήταν καν ιστορικός ο άνθρωπος, δεν είχε κάνει καμία σοβαρή έρευνα. Μέχρι ανύπαρκτες κοινωνικές τάξεις εφηύρε για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του. Αφήστε, ειδικά από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά συνθλιβήκαμε οι ιστορικοί από τα δύο μεγάλα λιθάρια των μύθων, το ένα της Δεξιάς και της συντήρησης, το άλλο της Αριστεράς…
 
-Γράφετε κάπου ότι στη διάρκεια των δύο εμφυλίων της Επανάστασης οι αντίπαλοι δεν επεδίωκαν την εξολόθρευση αλλά τον προσεταιρισμό του αντιπάλου.
Ακριβώς. Επρόκειτο, ουσιαστικά, για κατ’ ευφημισμόν εμφυλίους, αφού αντικείμενο της φιλονικίας ήταν το μοίρασμα της εξουσίας και στόχος η ένταξη του ενός στρατοπέδου στο άλλο – αμφότερες οι πλευρές γνώριζαν ότι δεν τις συνέφερε η αλληλοεξόντωση, αφού άλλος ήταν ο κοινός εχθρός, οπότε προσπάθησαν να την αποφύγουν, δόθηκε γενική αμνηστία στους ηττημένους κ.λπ.
 
-Είχαν, πράγματι, υποτιμήσει τον ελληνικό ξεσηκωμό οι Οθωμανοί;
Ναι, κι αυτό ήταν το μεγάλο τους λάθος. Υποτίμησαν όχι μόνο τον ξεσηκωμό, που θεώρησαν αρχικά μια ακόμα επαρχιακή εξέγερση, αλλά και το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Δεν είχαν, επίσης, υπολογίσει τη δύναμη των Ελλήνων στη θάλασσα, μια πλευρά του Αγώνα που δεν έχει προβληθεί όσο της αξίζει. Έπειτα, μια μεγάλη, μακρινή εκστρατεία όπως εκείνη του Δράμαλη, σε εδάφη δύσβατα και με τον αντίπαλο να αποφεύγει να συγκρουστεί ευθέως αλλά να επιδίδεται σε ανταρτοπόλεμο, είχε πολύ υψηλό οικονομικό κόστος (το ίδιο και οι μετακινήσεις του οθωμανικού στόλου). Όταν η στρατιά του Δράμαλη καταστράφηκε, ο Σουλτάνος δυσκολευόταν να οργανώσει μια άλλη, αντίστοιχου μεγέθους, και τότε προσέφυγε στον Ιμπραήμ.
 
-Ποιες προσωπικότητες του Αγώνα θα ξεχωρίζατε περισσότερο;
Τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη από τους στρατιωτικούς και τον, συχνά παρεξηγημένο, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο από τους πολιτικούς. Ο πρώτος διέθετε σπουδαίες στρατηγικές ικανότητες και ο δεύτερος ένα σοβαρό, εκσυγχρονιστικό πολιτικό όραμα.
 
-Πόσο σημαντική ήταν η συμμετοχή των Αρβανιτών στην Επανάσταση;
Πολύ. Αρβανίτες ήταν πολλοί οπλαρχηγοί αλλά και καπεταναίοι των νησιών. Φυσικά, και των Σουλιωτών η συμμετοχή ήταν σημαντική. Όμως, παρά την αλβανική τους καταγωγή, ήταν ενσωματωμένοι από αιώνες, διέθεταν πίστη χριστιανική κι ελληνική εθνική συνείδηση, ακόμα κι αν κάποιοι δε μιλούσαν καν καλά ελληνικά.
 
-Τι ιστορικά διδάγματα μπορούμε να πάρουμε σήμερα από το ’21;
Η Ιστορία, δυστυχώς, δε διδάσκει, αγαπητέ. Μας βοηθά μεν να διευρύνουμε την αντίληψή μας, όμως τα λάθη του παρελθόντος είμαστε καταδικασμένοι να τα επαναλάβουμε, γιατί και οι άνθρωποι είμαστε αδιόρθωτοι, που λένε, αλλά και οι καταστάσεις αλλάζουν διαρκώς. 

Επιμέλεια: Αντώνης Πετρόγιαννης

Κράτα το

Κράτα το

αρθρογραφία Γ. Σπηλιώτη : Ιστορικοπολιτική Προσέγγιση για το 1821

Τα Ορλωφικά

Ρηγοπούλου Δ εκπαιδευτική πολιτική

Οι αρματολοί

Ο Αφορισμός της Επανάστασης του 21

Βαθμίδες εκπαίδευσης και σπουδές στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα    

O αφορισμός της Επανάστασης του 1821

Στις 23 Μαρτίου 1821, ο εκ Δημητσάνης Αγγελόπουλος, Πατριάρχης των ρωμιών (πιο γνωστός ως Γρηγόριος ο Ε’) συνέταξε τον φοβερό αφορισμό της Επανάστασης και των επαναστατών.


Ακολουθεί το κείμενο του αφορισμού, μαζί με τα ονόματα όσων το προσυπέγραψαν (πρωτοδημοσιεύθηκε στο ελληνικό περιοδικό «Λόγιος Ερμής» που τυπώνονταν στην Βιέννη της Αυστρίας):

Γρηγόριος ελέω Θεού αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, νέας Ρώμης και Oικουμενικός Πατριάρχης.

Οι τω καθ’ ημάς αγιωτάτω, πατριαρχικώ, αποστολικώ και οικουμενικώ θρόνω υποκείμενοι ιερώτατοι μητροπολίται και υπέρτιμοι και θεοφιλέστατοι αρχιεπίσκοποι τε και επίσκοποι, εν αγίω Πνεύματι αγαπητοί αδελφοί και συλλειτουργοί, και εντιμότατοι κληρικοί της καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλης εκκλησίας και εκάστης επαρχίας ευλαβέστατοι ιερείς και οσιότατοι ιερομόναχοι, οι ψάλλοντες εν ταις εκκλησίαις της Πόλεως, του Γαλατά και όλου του Καταστένου και απανταχού, και λοιποί απαξάπαντες ευλογημένοι Χριστιανοί, τέκνα εν Κυρίω ημών αγαπητά, χάρις είη υμήν και ειρήνη παρά Θεού, παρ’ ημών δε ευχή, ευλογία και συγχώρεσις.

Η πρώτη βάσις της ηθικής, ότι είναι η προς τους ευεργετούντας ευγνωμοσύνη είναι ηλίου λαμπρότερον και όστις ευεργετούμενος αχαριστεί είναι ο κάκιστος των ανθρώπων. Αυτήν την κακίαν βλέπομεν πολλαχού στηλιτευομένην και παρά των ιερών γραφών και παρ’ αυτού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ασυγχώρητον, καθώς έχομεν το παράδειγμα του Ιούδα. Όταν δε η αχαριστία ήναι συνωδευμένη και με πνεύμα κακοποιόν και αποστατικόν εναντίον την κοινής ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτου βασιλείας, τότε εμφαίνει και τρόπον αντίθεον, επειδή ουκ έστι, φησί, βασιλεία και εξουσία ειμή υπό Θεού τεταγμένη όθεν και πας ο αντιττατόμενος αυτή τη θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένη κραταιά βασιλεία, τη του Θεού διαταγή ανθέστηκε.

Και τα δύο ταύτα ουσιώδη και βάσιμα ηθικά και θρησκευτικά χρέη κατεπάτησαν με απαραδειγμάτιστον θρασύτατα και αλαζονείαν ο,τε προδιορισθείς της Μολδαυίας ηγεμών ως μη ώφειλε, Μιχαήλ, και ο του γνωστού αγνώμονος και φυγάδος Υψηλάντου αγνώμων υιός Αλέξανδρος Υψηλάντης. Εις όλους τους ομογενείς μας είναι γνωστά τα άπειρα ελέη, όσα η αένναος της εφ’ ημάς τεταγμένης κραταίας βασιλείας πηγή εξέχεεν εις τον κακόβουλον αυτόν Μιχαήλ’ από μικρού και ευτελούς τον ανύψωσεν εις βαθμούς και μεγαλεία από αδόξου και ασήμου τον προήγαγεν εις δόξας και τιμάς· τον επλούτισε, τον περιέθαλψε, τέλος πάντων τον ετίμησε και με τον λαμπρότατον της ηγεμονίας αυτής θρόνον και τον κατέστησεν άρχοντα λαών.

Αυτός όμως, φύσει κακόβουλος ων, εφάνη τέρας έμψυχον αχαριστίας και συνεφώνησε μετά του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, υιού του δραπέτου και φυγάδος εκείνου Υψηλάντου, όστις παραλαβών μερικούς ομοίους του βοηθούς ετόλμησε να έλθη αίφνης εις την Μολδαυίαν, και αμφότεροι απονενοημένοι επίσης, αλαζόνες και δοξομανείς, ή μάλλον ειπείν, ματαιόφρονες, εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν και με την φωνήν αυτήν εφείλκυσαν πολλούς των εκεί κακοήθεις και ανοήτους, διασπείραντες και αποστόλους εις διάφορα μέρη δια να εξαπατήσωσι και να εφελκύσωσιν εις τον ίδιον της απωλείας κρημνόν και άλλους πολλούς των ομογενών μας.

Διά να δυνηθώσι δε τρόπον τινά να ενθαρρύνωσι τους ακούοντας μετεχειρίσθησαν και το όνομα της Ρωσσικής Δυνάμεως, προβαλλόμενοι, ότι και αυτή είναι σύμφωνος με τους στοχασμούς και τα κινήματά των πρόβλημα διόλου ψευδές και ανύπαρκτον, και μόνον της ιδικής των κακοβουλίας και ματαιοφροσύνης γέννημά τε και αποκύημα επειδή, εν ω το τοιούτον είναι αδύνατον ηθικώς και πολλής προξένον μομφής εις την ρωσσικήν αυτοκρατορίαν, και ο ίδιος ενταύθα εξοχώτατος πρέσβυς αυτής έδωκεν έγγραφον πληροφορίαν, ότι ουδεμίαν ή είδησιν ή μετοχήν έχει το ρωσσικόν κράτος εις αυτήν την υπόθεσιν, καταμεμφόμενον μάλιστα και αποτροπιαζόμενον του πράγματος της βδελυρίαν και προσεπιπλέον η αυτού εξοχότης ειδοποίησεν εξ επαγγέλματος τα διατρέχοντα, υπομνήσας το βασίλειον κράτος, ότι ανάγκη πάσα να φροντίση ευθύς εξ αρχής τον αποσκορακισμόν και την διάλυσιν των τοιούτων κακών· και τόσον εκ της ειδοποιήσεως ταύτης, όσον και από τα έγγραφα, τα οποία επιάσθησαν από μέρους των μουχαφίσιδων των βασιλικών σερχατίων, και από άλλους πιστούς ομογενείς επαρρησιάσθησαν, έγεινε γνωστή εις το πολυχρόνιον κράτος η ρίζα και η βάσις όλου αυτού του κακοήθους σχεδίου.

Με τοιαύτας ραδιουργίας εσχημάτισαν την ολεθρίαν σκηνήν οι δύο ούτοι και οι τούτων συμπράκτορες φιλελεύθεροι, μάλλον δε μισελεύθεροι, και επεχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσι την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας, την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιλαφή αυτής σκιάν με τόσα ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον, ζώντες ανενόχλητοι με τας γυναίκας και τα τέκνα των, με τας περιουσίας και καταστάσεις, και με την ύπαρξιν της τιμής των, και κατ’ εξοχήν με τα προνόμια της θρησκείας, ήτις διεφυλάχθη και διατηρείται ασκανδάλιστος μέχρι της σήμερον επί ψυχική ημών σωτηρία.

Αντί λοιπόν φιλελευθέρων εφάνησαν μισελεύθεροι, και αντί φιλογενών και φιλοθρήσκων εφάνησαν μισογενείς, μισόθρησκοι και αντίθεοι, διοργανίζοντες, φευ, οι ασυνείδητοι με τα απονενοημένα κινήματά των την αγανάκτησιν της ευμενούς κραταιάς βασιλείας εναντίον των ομογενών μας υπηκόων της, και σπεύδοντες να επιφέρωσι κοινόν και γενικόν τον όλεθρον εναντίον παντός του γένους. Και αγκαλά είναι γνωστόν, ότι, όσοι είναι κατηρτισμένοι τω όντι εις την ευσέβειαν, όσοι νουνεχείς και τίμιοι και των ιερών κανόνων και θείων νόμων ακριβείς φύλακες δεν θέλουν δώσει ευηκοιαν εις τας ψευδολογίας των αχρείων εκείνων και κακόβουλων· επειδή όμως είν’ ενδεχόμενον να σηνηρπάσθησάν τινές και παρασυρθώσι και άλλοι, διά τούτο προκαταλαμβάνοντες εκ προνοίας εκκλησιαστικής υπαγορεύομεν πάσιν υμίν τα σωτήρια, και γράφοντες μετά των περί ημας ιερωτάτων συναδελφών, του μακαριωτάτου πατριάρχου των Ιεροσολύμων, των εκλαμπροτάτων και περιφανεστάτων προυχόντων του γένους, των τιμιωτάτων πραγματευτών, των αφ’ εκάστου ρουφετίου προκριτωτέρων και όλων των εν τη βασιλευούση ορθοδόξων μελών εκάστης τάξεως και εκάστου βαθμού, συμβουλεύομεν και παραινούμεν και εντελλόμεθα και παραγγέλλομεν πάσιν υμίν τοις κατά τόπον αρχιερεύσι, τοις ηγουμένοις των ιερών μοναστηρίων, τοις ιερεύσι των εκκλησιών, τοις πνευματικοίς πατράσι των ενοριών, τοις προεστώσι και ευκαταστάτοις των κωμοπόλεων και χωρίων, και πάσιν απλώς τοις κατά τόπον προκρίτοις να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων, και να τους αποδείξετε και να τους στηλιτεύσετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας, και να προσέχετε όσον το δυνατόν εις τας απάτας αυτών και ραδιουργίας, γινώσκοντες, ότι η μόνη απόδειξις της αθωότητος των είναι να εμφανίσωσιν όσα γράμματα λάβωσι τυχόν εις χείρας περί της αυτής υποθέσεως, ή ειδήσεις μάθωσι, και να παρρησιάσωσιν οι μεν ενταύθα εν βασιλευούση προς ημάς, οι δ’ εν τοις έξω μέρεσιν εις τους κατά τόπον αρχιερείς και τους διοριζομένους παρ’ ημών εκκλησιαστικούς εξάρχους και τους βασιλικούς εξουσιαστάς και διοικητάς, δηλοποιούντες και παραδίδοντες και εκείνους τους απλουστέρους, όσοι ήθελαν φωραθή ότι ενεργούν ανοίκεια του ρεαγιαδιακού χαρακτήρος, καθότι οι τοιούτοι διαταράττουσι την γενικήν ησυχίαν, και κατακρημνίζουσι τους αδυνάτους και αθώους ομογενείς μας εις της απωλείας το βάραθρον.

Και τόσον υμείς οι αρχιερείς, οι μοναστηριακοί, οι ιερωμένοι, και οι προεστώτες και ευκατάστατοι και πρόκριτοι εκάστου τόπου με την άγρυπνον προσοχήν σας, όσον και οι λοιποί εκάστης τάξεως και βαθμού άνθρωποι με τας εκ μέρους σας αδιαλείπτους συμβουλάς και νουθεσίας, και κατά τας πατρικάς και προνοητικάς εκκλησιαστικάς ημών οδηγίας και παραινέσεις να γενήτε εδραίοι και αμετακίνητοι επί του κέντρου του ρεαγιαλικίου, και εξ όλης ψυχής και καρδίας σας να διαφυλλάττετε την πίστιν και κάθε υποταγήν και ευπείθειαν εις αυτήν την θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένην κραταιάν και αήττητον βασιλείαν, και να αποδεικνύετε εντελώς με όλα τα πραγματικά της ειλικρινείας σημεία, καθότι η μετ’ ευχαριστίας και ειλικρινείας υποταγή χαρακτηρίζει και την προς Θεόν αγάπην και πίστιν, και την προς τας θείας αυτού εντολάς και τας υπαγορεύσεις των θείων νόμων και ιερών κανόνων υπακοήν, και την ευγνωμοσύνην της καρδίας ημών διά τ’ άπειρα ελέη, οπού απολαμβάνομεν παρά της βασιλικής φιλανθρωπίας.

Επειδή δε προς τοις άλλοις εγένετο γνωστόν, ότι οι το σατανικόν της δημεγερσίας φρόνημα επινοήσαντες, και εταιρίαν τοιαύτην συστησάμενοι προς αλλήλους συνεδέθησαν και με τον δεσμόν του όρκου, γινωσκέτωσαν, ότι ο όρκος αυτός είναι όρκος απάτης, είναι αδιάκριτος, και όμοιος με τον όρκον του Ηρώδου, όστις, διά να μη φανή παραβάτης του όρκου του, απεκεφάλισεν Ιωάννην τον βαπτιστήν. Αν ήθελεν αθετήσει τον παράλογον όρκον του, τον οποίον επενόησεν η άλογος επιθυμία του, έζη βέβαια τότε ο θείος πρόδρομος, ώστε ενός απλού όρκου επιμονή έφερε τον θάνατον του προδρόμου. Η επιμονή άρα του όρκου εις διατήρησιν των υποσχεθέντων παρά της φατρίας αυτής, πραγματευομένης ουσιωδώς την απώλειαν ενός ολοκλήρου γένους, πόσον είναι ολεθρία και θεομίσητος είναι φανερόν· εξ εναντίας, η αθέτησις του όρκου αυτού, απαλλάττουσα το γένος εκ των επερχομένων απαραμυθήτων δεινών, είναι θεοφιλής και σωτηριώδης. Διά τούτο τη χάριτι του παναγίου Πνέυματος έχει η εκκλησία αυτόν διαλελυμένον, και αποδέχεται και συγχωρεί εκ καρδίας τους μετανοούντας και επιστρέφοντας, και την προτέραν απάτην ομολογούντας, και το πιστόν ρεαγιαλίκι αυτών εναγκαλιζομένους ειλικρινώς.

Ταύτα αμέσως να κοινολογήσετε εις όλους του γνωστούς σας, και να κατασταθήτε όλοι προσεκτικώτεροι, ανατρέποντες και διαλύοντες ως αραχνιώδη υφάσματα, όσα η απάτη και η κακοβουλία των πρωταιτίων εκείνων καθ’ οιονδήτινα τρόπον συνέπλεξε. Επειδή, εάν, ο μη γένοιτο, δεν ήθελε καθαρισθή η θανατηφόρος αύτη λύμη, και φωραθώσί τινες τολμώντες εις επιχειρήματα εναντία των καθηκόντων του ρεαγιαλικίου, κοντά οπού οι τοιούτοι έχουσι να παιδευθώσι χωρίς ελέους και οικτιρμών (μη γένοιτο, Χριστέ βασιλεύ!) αμέσως θέλει εξαφθή η δικαία οργή του κράτους του καθ’ ημών, και ο θυμός τής εκδικήσεως γενικός των εχλιϊσλάμιδων, και θέλουν εκχυθή τόσων αθώων αίματα αδίκως και παραλόγως, καθώς αποκριματίστως ταύτα πάντα διεσάλπισεν η κραταιά και αήττητος βασιλεία διά του εκδοθέντος και επ’ ακροάσει κοινή ημών αναγνωσθέντος υψηλού βασιλικού προσκυνητού ορισμού.

Εκείνους δε τους ασεβείς πρωταιτίους και απονενοημένους φυγάδας και αποστάτας ολεθρίους να τους μισήτε και να τους αποστρέφεσθε και διανοία και λόγω, καθότι και η εκκλησία και το γένος τους έχει μεμισημένους, και επισωρεύει κατ’ αυτών τας παλαμναιοτάτας και φρικωδεστάτας αράς· ως μέλη σεσηπότα, τους έχει αποκεκομμένους της καθαράς και υγιαινούσης χριστιανικής ολομελείας· ως παραβάται δε των θείων νόμων και κανονικών διατάξεων, ως καταφρονηταί του ιερού χρήματος της προς τους ευεργέτας ευγνωμοσύνης και ευχαριστίας, ως εναντίοι ηθικών και πολιτικών όρων, ως την απώλειαν των αθώων και ανευθύνων ομογενών μας ασυνειδήτως τεκταινόμενοι, αφωρισμένοι υπάρχειεν και κατηραμένοι και ασυγχώρητοι, και μετά θάνατον άλυτοι, και τω αιωνίω υπόδικοι αναθέματι, και αυτοί, και όσοι τοις ίχνεσιν αυτών κατηκολούθησαν του λοιπού, αν μη θελήσωσιν εννοήσαι την αρπαγήν και απάτην, και επιστραφήναί τε και βαδίσαι την ευθείαν της σωτηρίας οδόν, αν δεν αναλάβωσιν, ό εστι, τον εντελή χαρακτήρα του ρεαγιαδικού αυτών επαγγέλματος.

Τα αυτά δε και κατά της αρχιερωσύνης σας και ιερωσύνης σας επανατείνομεν, εαν μη βαδίσετε, εις όσα εν Πνέυματι αγίω αποφαινόμεθα δια του παρόντος εκκλησιαστικώς, εάν δεν δείξετε εν έργω την επιμέλειάν σας και προθυμίαν εις την διάλυσιν των σκευωριών, εις την αναστολήν των καταχρήσεων και αταξιών, εις την επιστροφήν των πλανηθέντων, εις την άμεσον και έμμεσον καταδρομήν και εκδίκησιν των επιμενόντων εις τα αποστατικά φρονήματα, εάν δεν συμφωνήσετε τη εκκλησία του Θεού, και, εν ενί λόγω, εάν καθ’ οιονδήτινα τρόπον δολιευθήτε και κατενεχθήτε κατά της κοινής ημών ευεργέτιδος κραταιάς βασιλείας, έχομεν υμάς αργούς πάσης ιεροπραξίας, και τη δύναμει του παναγίου Πνεύματος εκπτώτους του βαθμού της αρχιεροσύνης και ιερωσύνης και το πυρί της γεέννης ενόχους, ως την κοινήν του γένους απώλειαν προτιμήσαντας. Ούτω τοίνυν γινώσκοντες, ανανήψατε προς Θεού και ποιήσατε καθώς γράφομεν εκκλησιαστικώς και γενικώς παρακελευόμεθα, και μη άλλως εξ αποφάσεως, ότι περιμένομεν κατά τάχος την αισίαν των γραφομένων αποπεράτωσιν, ίνα και η του θεού χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών.
αωκα’ εν μηνί Μαρτίω.

Υπεγράφη συνοδικώς επάνωθεν του ιερού θυσιαστηρίου παρά της ημών μετριότητος και της μακαριότητός του και πάντων των συναδέλφων αγίων αρχιερέων.

Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αποφαίνεται.
Ο Ιεροσολύμων Πολύκαρπος συναποφαίνεται.
Ο Καισαρίας Ιωαννίκιος.
Ο Νικομηδείας Αθανάσιος.
Ο Δέρκων Γρηγόριος.
Ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος.
Ο Βιζύης Ιερεμίας.
Ο Σίφνου Καλλίνικος.
Ο Ηρακλείας Μελέτιος.
Ο Νικαίας Μακάριος.
Ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ.
Ο Βερροίας Ζαχαρίας.
Ο Διδυμοτοίχου Καλλίνικος.
Ο Βάρνης Φιλόθεος.
Ο Ρέοντος Διονύσιος.
Ο Κυζίκου Κωνστάντιος.
Ο Χαλκηδόνας Γρηγόριος.
Ο Τουρνόβου Ιωαννίκιος.
Ο Πισειδίας Αθανάσιος.
Ο Δρύστας Ανθιμος.
Ο Σωζοπόλεως Παίσιος.
Ο Φαναρίου και Φερσάλων Δαμασκηνός.
Ο Ναυπάκτου και Άρτης Άνθιμος.

Ο Αφορισμός της Επανάστασης του ’21 και ο Γρηγόριος ο Ε’

Του Γιώργου Θ. Σπηλιώτη, Δικηγόρου, πρόεδρου της επιτροπής για τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατά του ρατσισμού Καλαμάτας

 Ο συνοδικός αφορισμός της Επανάστασης έγινε ως γνωστό στις 23 Μαρτίου 1821 στην Κωνσταντινούπολη με Πατριάρχη τον Γρηγόριο Ε’.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διαμηνύει προς τους Σουλιώτες:

Ο Πατριάρχης βιαζόμενος υπό της Πόρτας σας στέλνει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρείται αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου.

Ο Γρηγόριος ανέβηκε τρεις φορές στον πατριαρχικό θρόνο* το 1797 με 1798, 1806 με 1809 και το 1819 μέχρι 10 Απριλίου 1821, που απαγχονίστηκε από τους Τούρκους. Ήταν συντηρητικών αντιλήψεων και χρησιμοποίησε μέσα εξουσίας εναντίον των αντιφρονούντων, των νέων ιδεών και των επαναστατικών κινήσεων, καθώς και εναντίον του προσανατολισμού προς την ευρωπαϊκή παιδεία. Η όλη του δραστηριότητα πριν την επανάσταση, μαρτυρούσε τις συντηρητικές του θέσεις και τις αρνητικές του διαθέσεις απέναντι στα επαναστατικά κινήματα. Αναδείχθηκε δε στον κατεξοχήν αντίπαλο του διαφωτισμού.

Το 1798 έδωσε εντολή στους μητροπολίτες να κατάσχουν το έργο του Ρήγα «Νέα πολιτική διοίκηση». Τον ίδιο χρόνο έθεσε σε λειτουργία το «Πατριαρχικό τυπογραφείο», με σκοπό τον έλεγχο των εκδόσεων, απαγορεύοντας την εισαγωγή άλλων εντύπων από το εξωτερικό και με ταυτόχρονο έλεγχο των εισαχθέντων ήδη βιβλίων και την εντολή να κατασχεθούν «όσα εστίν αντιβαίνοντα εις τα της αμωμήτου πίστεως ημών δόγματα και κατά της επικρατούσης διοικήσεως της κραταιάς ταύτης Βασιλείας». Το πρώτο βιβλίο που εξέδωσε το τυπογραφείο ήταν το γνωστό εθελόδουλο κείμενο «Πατρική Διδασκαλία». Το 1819 κυκλοφόρησε η γνωστή πατριαρχική εγκύκλιος «Περί των σχολείων της Ελλάδος»,   η   οποία   μεταξύ   άλλων   κατήγγειλε  τους  προοδευτικούς λογίους, εστρέφετο εναντίον των μαθηματικών, αναφερόταν στο πρόγραμμα των σχολείων και απαγόρευε να βαφτίζονται τα παιδιά με αρχαιοελληνικά ονόματα. Το 1820, ο Πατριάρχης, που ήταν συγχρόνως και επίσκοπος Κωνσταντινούπολης, απαγόρευσε την εισαγωγή και αυτής ακόμα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου στα σχολεία της Πόλης. Τον ίδιο χρόνο συνεστήθη επιτροπή λογοκρισίας και συντάχθηκε κατάλογος απαγορευμένων βιβλίων. Επίσης, το 1820, θα αφοριστεί ο Ν. Πίκκολος και άλλοι Έλληνες συγγραφείς φιλελεύθερων συγγραμμάτων στο εξωτερικό και θα καούν στο Πατριαρχείο όλα τα αντίτυπα του φυλλαδίου «Κρίτωνος Στοχασμοί», που κατηγορούσε τον μητροπολίτη Ανδριανούπολης ότι είχε ξοδέψει 70.000 γρόσια από καταβολές των κατοίκων για ανέγερση μητροπολιτικού μεγάρου, ενώ το σχολείο είχε εισόδημα μόνο 7.000 γρόσια. Στις 27 Μαρτίου 1821, δηλαδή στο διάστημα ανάμεσα στην κήρυξη της Επανάστασης από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, που ήταν ήδη γνωστή στην Κωνσταντινούπολη, και πριν γίνει γνωστή η έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, συγκαλείται πατριαρχική σύνοδος που αποφασίζει την κατάργηση των φιλοσοφικών μαθημάτων, διότι δεν «συμφέρουν». Εξάλλου, οι Κωνσταντίνος Κούμας, Βενιαμίν Λεσβίος, Νεόφυτος Βάμβας και Θεόφιλος Καΐρης, διασπείρουν «αποστατικά φρονήματα» κατά των Τούρκων. Διατάσσονται λοιπόν να εγκαταλείψουν τις πόλεις και τα σχολεία όπου διδάσκουν. Οι περισσότεροι τους μέλη της Φιλικής Εταιρείας που έλαβαν ενεργό μέρος στην Επανάσταση του 1821.

Ο Γρηγόριος Ε’ ακολουθούσε την πολιτική της νομιμοφροσύνης, η Εκκλησία άλλωστε ήταν ενταγμένη στο διοικητικό μηχανισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας και δεν ανήκε στους ιεράρχες εκείνους, ακόμα και Πατριάρχες, που παρέκκλιναν από τη γραμμή αυτή. Το 1798 δεν θα διατάξει μόνο την κατάσχεση της «Νέας πολιτικής διοίκησης» του Ρήγα, αλλά θα συμπαραταχθεί με τους Τούρκους, τους Ρώσους και τους Άγγλους εναντίον των δημοκρατικών Γάλλων που βρίσκονται στα Επτάνησα. Τα πράγματα όμως αργότερα θα αλλάξουν και οι Τούρκοι συμμαχούν με τους Γάλλους και κηρύσσουν τον πόλεμο (1806) εναντίον των ορθόδοξων Ρώσων. Ο Γρηγόριος τότε θα είναι με τους Τούρκους και τους Γάλλους εναντίον των ορθόδοξων Ρώσων. Το 1807, που ο αγγλικός στόλος εμφανίζεται μπροστά στην Κωνσταντινούπολη για να πιέσει το σουλτάνο να συνάψει ειρήνη με τους Ρώσους, ο Πατριάρχης θα συμμετέχει προσωπικά στην οχύρωση της πόλης και θα αποσπάσει τα συγχαρητήρια του σουλτάνου. Όταν ήλθε σε σύγκρουση ο Αλή Πασάς με τους Τούρκους, αποτρέπει τους Έλληνες να συμπράξουν με τον Αλή πασά και αφορίζει δύο φορές, το Δεκέμβρη 1820 και το Γενάρη του 1821 τους Σουλιώτες.

Ο Γρηγόριος καμία σχέση δεν είχε με την επανάσταση και τους επαναστάτες, ο δε Σπυρίδων Τρικούπης γράφει: «Συνωμότης κατά της τουρκικής εξουσίας δεν ήτο » και όχι μόνον ουδόλως ενθάρρυνε την ελληνικήν εθνεγερσίαν, αλλά και πάντοτε απέτρεπε τους προς ους διελέγετο φιλεπαναστάτας, θεωρών εθνοφθόρον το τοιούτον τόλμημα και τον προς ον έτεινε σκοπόν ανεπίτευκτον».

Η επανάσταση του 1821 υπήρξε καρπός του Νεοελληνικού Διαφωτισμού

Κανένας ιεράρχης δεν θέλει να σφάζεται το ποίμνιο του, ούτε ο Γρηγόριος Ε’ το ήθελε αυτό, ούτε οι ιεράρχες εκείνοι που παρέκκλιναν από την πολιτική της νομιμοφροσύνης και έλαβαν μέρος σε αντιτουρκικές κινήσεις. Ο Γρηγόριος όμως ήταν επιπλέον αντίθετος και σε επαναστατικά εγχειρήματα (η τουρκική εξουσία ήταν θεόπεμπτη και όποιος την αντιστρατεύετο αμάρταινε) και το Πατριαρχείο δεν ήταν μόνο κορυφή της Ορθοδοξίας, αλλά και θεσμός του οθωμανικού κράτους. Η επανάσταση του 1821 υπήρξε καρπός του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και ο Γρηγόριος Ε’ ήταν πολέμιος του Διαφωτισμού και των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης.

Ο Δ. Σοφιανός, μιλώντας γενικότερα για το Οικουμενικό Πατριαρχείο, γράφει μεταξύ άλλων, ότι ως εκ της φύσεως του ήταν συντηρητικό και προσκολλημένο στην παράδοση και στα καθιερωμένα. Καταδίκαζε δε τις κινήσεις των Ελλήνων εναντίον του Οθωμανού κυρίαρχου. Άλλωστε, είναι χαρακτηριστική η πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριάρχη Αγαθάγγελου που το 1828, σε μια κρίσιμη φάση του Αγώνα, ζητούσε από τον Ι. Καποδίστρια και όσους Έλληνες ήταν ελεύθεροι να επανέλθουν στον τουρκικό ζυγό (Βλ. μεταξύ άλλων συγγραφέων το Δ. Σοφιανό στο Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, τόμο δεύτερο, Αθήνα 2000, σελ. 27, Δ. Φωτιάδη, Η επανάσταση του 21, τόμος 4, σελ. 69).

Ας επανέλθουμε όμως στον Γρηγόριο Ε’ και ας αναφέρουμε πώς τον χαρακτήριζε το 1798, αμέσως μετά τη σύλληψη του Ρήγα από τους Αυστριακούς και με αφορμή τη σύλληψη αυτή, ο αυστριακός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη: «Ιεράρχην συνετόν, πολέμιον των γαλλικών αρχών και είπερ τινά ενδιαφερόμενον υπέρ της συντηρήσεως της τάξεως». Και η Ελληνική Επανάσταση εμπνέετο από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης και έπληττε και την τάξη της θεόπεμπτης βασιλείας των Οθωμανών.

Ποιες άραγε επιπτώσεις είχε στους Έλληνες ο απαγχονισμός του Πατριάρχη, η τρομοκρατική αυτή πράξη του σουλτάνου; Πέτυχε το σκοπό της; Ας δώσουμε το λόγο στον Δημ. Φωτιάδη: «Αναμφισβήτητο λοιπόν είναι τόσο από τα τεκμήρια όσο κι από τις γνώμες που παραθέσαμε, πως ο Γρηγόριος Ε’ δεν συνέβαλε στην εθνεγερσία. Όμοια όμως αναμφισβήτητο στέκεται πως ο τραγικός θάνατος του πρόσφερε σημαντική υπηρεσία σ’ αυτή… Η αγχόνη που πήρε τη ζωή του, αντί να απελπίσει το αγωνιζόμενο έθνος, αντίθετα χαλύβδωσε την απόφαση του να ζήσει ελεύθερο ή να πεθάνει».

Βιβλιογραφία:

  1. Φίλιππου Ηλιου, «Τύφλωσον κύριε τον λαόν σου», του ίδιου, π. «Αντί», τεύχος 652/16-1-1998.
  2. Λουκά Αξελού, «Ρήγας Βελεστινλής».
  3. Κώστα Λάππα, «Περί καθαιρέσεως των φιλοσοφικών μαθημάτων», π. Μνήμων τόμος 11 (1987).
  4. Στέλιου Λαμνή, «Τα Μαθηματικά και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός επί Τουρκοκρατίας».
  5. Δημητρίου Σοφιανού, «Εγκύκλιοι…», στο Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, τόμο Δεύτερο, Αθήνα 2000.
  6. Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», τόμος Α, έκδοση Β’.
  7. Δημήτρη Φωτιάδη, «Η επανάσταση του 21», τομ. 1, Δεύτερη έκδοση.
  8. Θάνου Βερέμη – Γιάννη Κολιόπουλου, Ελλάς. Η σύγχρονη συνέχεια.