Αρχείο ετικέτας ΤΑΣΟΣ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ

«Πρόκληση η κατανόηση της κοινωνίας και η προσπάθεια αλλαγής της»

Ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Θανάσης Γκιούρας, με τον συντάκτη της «Εφ.Συν.» Τάσο Τσακίρογλου23.12.2018, Συντάκτης: Τάσος Τσακίρογλου

Ο Θ. Γκιούρας, μεταφραστής των δύο τόμων του Μαρξ με κείμενα της δεκαετίας του 1850, μιλά για τη σημασία του μαρξικού έργου, για τα δημοσιογραφικά κείμενα του Γερμανού φιλοσόφου και τη σχέση του με το αναγνωστικό κοινό, αλλά και για τον συνδυασμό θεωρητικής επεξεργασίας και πολιτικής του δράσης, πάντα με στόχο την κοινωνική αλλαγή​

– Σε λίγες μέρες τελειώνει το 2018, έτος-επέτειος των διακοσίων χρόνων από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ. Ποια θα ήταν εν συντομία η αποτίμηση του έργου του για εσάς;

Το έργο του Μαρξ έχει επιδράσει σε τουλάχιστον δύο κατευθύνσεις: η μία είναι η πολιτική χρησιμοποίηση ή επίδραση, η οποία χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα, μέσα από στρεβλώσεις, μονομερείς ερμηνείες κ.λπ., και η άλλη είναι η επίδρασή του στον επιστημονικό λόγο, κυρίως από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, όταν πλέον μπήκε στην πανεπιστημιακή διδασκαλία, ανοίγοντας νέα πεδία και συμβάλλοντας στη διάνοιξη ολόκληρου ερευνητικού ορίζοντα, τον οποίο ελπίζουμε να κρατήσουμε ανοιχτό και στον 21ο αιώνα.

-Τα τελευταία χρόνια έχετε μεταφράσει τον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου», κείμενα της δεκαετίας του 1840 και τώρα το δίτομο έργο με τα κείμενα της δεκαετίας του 1850. Μιλάμε στην κυριολεξία για μια διανοητική περιπέτεια. Πείτε μας δυο λόγια.

Δεν υπήρχε αρχικά η πρόθεση μιας συστηματικής σειράς του Μαρξ. Είχαμε συγκεντρώσει κάποια κείμενα της δεκαετίας του 1840, τα οποία θεωρήθηκαν κλασικά πλέον τον 20ό αιώνα, και σε συνεργασία με τα MEGA [Marx – Engels GesamtAusgabe], δηλαδή την έκδοση των απάντων από την Ακαδημία Επιστημών του Βρανδεμβούργου – Βερολίνου, ξεκινήσαμε τη δημοσίευση της συλλογής του 1840.

Το «Κεφάλαιο» είχαμε αρχίσει να το επεξεργαζόμαστε από το 2005-6, μέχρι που ολοκληρώθηκε μέσα από διάφορες περιπέτειες, πάλι σε συνεργασία με τις εκδόσεις ΚΨΜ και την αμέριστη συνεργασία των MEGA, η οποία, όπως είπα, ήταν ο σημαντικότερος όρος για να ολοκληρωθεί αυτό το εγχείρημα. Και ως τρίτο βήμα προχωρήσαμε πάλι, χρησιμοποιώντας ως πόλο αναφοράς κλασικά κείμενα, όπως «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» αλλά και άγνωστα κείμενα, στη συλλογή του 1850, ώστε τώρα έχουμε τουλάχιστον για τις δεκαετίες αυτές, σε συνδυασμό και με τη νέα μετάφραση του πρώτου τόμου του «Κεφαλαίου», εν πολλοίς έναν «καινούργιο» Μαρξ, προς μελέτη και συζήτηση.

-Ο Μαρξ εργάστηκε βιοποριστικά τουλάχιστον δέκα χρόνια ως επαγγελματίας δημοσιογράφος, κάνοντας εκατοντάδες πρωτοσέλιδα για την αμερικανική New York Daily Tribune, τη μεγαλύτερη εφημερίδα των ΗΠΑ εκείνη την περίοδο. Σήμερα, σε μια εποχή δημοσιογραφικής ευκολίας, fake news και επιδερμικών αναλύσεων, τι μπορούμε να μάθουμε από τη δημοσιογραφία του Μαρξ;

Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και επίκαιρη ερώτηση. Κάποια στιγμή θα έπρεπε να αντιστραφούν οι όροι της συνέντευξης. Θα έπρεπε εγώ να μάθω από σύγχρονους δημοσιογράφους πώς βλέπουν οι ίδιοι πλέον το έργο του, μια και έχουμε πια στα ελληνικά ένα καλό ποσοστό αυτής της παραγωγής.

-Ως προς τον ίδιο;

Μια διάσταση του έργου του… Αν και ο ίδιος έλεγε ότι η δημοσιογραφική δουλειά του δεν είναι επιστημονική και άρα δεν έχει το αντίστοιχο επίπεδο, ωστόσο δεν υπάρχει ούτε ένα άρθρο που να μην έχει από πίσω συστηματική μελέτη. Ένα κλασικό παράδειγμα, που έγινε σαφές μόλις στα τέλη του 20ού αιώνα αρχές του 21ου, είναι μια σειρά άρθρων που περιλαμβάνονται στη συλλογή του 1850 για την επαναστατημένη Ισπανία, όταν του έρχεται το αίτημα της αρχισυνταξίας από τη Νέα Υόρκη ότι θα πρέπει να στείλει ανταποκρίσεις για την Ισπανία, στην οποία έχουν γίνει διάφορα πραξικοπήματα και πολιτειακές αλλαγές.

Ο Μαρξ ξεκινά και μαθαίνει ισπανικά, διαβάζει τους κλασικούς της ισπανικής λογοτεχνίας στο πρωτότυπο, γιατί έπρεπε να εδραιώσει τη γλώσσα, όπως και άλλα βιβλία και σημειώσεις, τα οποία δημοσιεύτηκαν μόλις πριν από λίγα χρόνια, και μετά αρχίζει τη σύνταξη των άρθρων αυτών. Οπότε, ένα ζήτημα είναι η μελέτη και η ιστορική διάσταση του κάθε φαινομένου. Υπάρχει μέσα σ’ αυτά ένα πολύ ωραίο άρθρο, διδακτικότατο και υποδειγματικό για την ιστορία της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών, που είναι μια επιτομή τού πώς στήθηκε μια πολύ ιδιόμορφη εταιρεία εκμετάλλευσης αποικιακών εδαφών.

-Ποια η σχέση του με το αναγνωστικό κοινό;

Υπάρχει η απαίτηση του Μαρξ από τον αναγνώστη να μπορεί να μελετήσει στατιστικούς πίνακες, να είναι έτοιμος να αναγνωρίσει λογοτεχνικούς χαρακτήρες, οι οποίοι χρησιμοποιούνται ως λογοπαίγνια σε δημοσιογραφικά άρθρα, και να είναι έτοιμος να τον ακολουθήσει σε αναλύσεις διαφορετικών επιπέδων, όπως για παράδειγμα από τις κινήσεις που έχουν οι τιμές διαφόρων εισαγόμενων ή εξαγόμενων προϊόντων, μέχρι τη ρητορική ανάλυση ομιλιών στο κοινοβούλιο. Έτσι, έχει απαιτήσεις και από το αναγνωστικό κοινό να τον παρακολουθήσει σ’ αυτά του τα εγχειρήματα, όταν ο ίδιος δεν αρθρογραφεί για πιο πολιτικό σκοπό, οπότε χρησιμοποιεί διαφορετική επιχειρηματολογία και άλλου είδους «όπλα».

Παράδειγμα είναι η σειρά άρθρων για τον λόρδο Πάλμερστον, στα οποία είναι πολύ χαρακτηριστική η γραφή του και αξίζει να την προσέξει κανείς, όπως επίσης και το ημιτελές εγχείρημα για τη διπλωματική ιστορία του 18ου αιώνα με κέντρο βάρους την τσαρική πολιτική. Οπότε νομίζω ότι παραμένει μια πρόκληση για τον δημοσιογραφικό λόγο, καθώς απαιτεί από τον δημοσιογράφο συστηματική μελέτη του αντικειμένου, γνώση της ιστορίας του και πολύ καλή χρήση της γλώσσας. Μην ξεχνάμε ότι γράφει τα άρθρα σε γλώσσα που έχει μάθει μόλις το 1851-2.

Στις αρχές της δεκαετίας, με το που έρχεται στο Λονδίνο, τα πρώτα άρθρα τα γράφει στα γερμανικά και τα μεταφράζει ο Ένγκελς, αλλά σε 2-3 χρόνια έχει μάθε όχι μόνο καλά αγγλικά, αλλά, όπως λέει και στον Ένγκελς, «πρέπει να μπορώ να κάνω λογοπαίγνια, γιατί αλλιώς δεν μπορώ να γράψω».

-Εδώ παίζει μεγάλο ρόλο το ύφος.

Βεβαίως, το ύφος δεν είναι ένα επιφαινόμενο, αλλά κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Στα λογοπαίγνιά του χρησιμοποιεί όλο το εύρος της γλώσσας που έχει στη διάθεσή του και αυτό είναι κάτι αξιομνημόνευτο για σήμερα, ασχέτως εάν έχουν αλλάξει πλέον και οι δύο όψεις του φάσματος: και ο δημοσιογραφικός λόγος αλλά και το αναγνωστικό κοινό. Σε κάθε περίπτωση, αποτελεί μια πρόκληση, και γι’ αυτόν τον λόγο τουλάχιστον το δημοσιογραφικό έργο – εάν εστιάσουμε προσωρινά σ’ αυτό –είναι πάρα πολύ επίκαιρο.

-Ο Μαρξ στις δεκαετίες 1840 και 1850 είχε εμπλοκή τόσο στην προσπάθεια οργάνωσης του εργατικού κινήματος (Ένωση των Δικαίων, Ένωση των Κομμουνιστών, Διεθνής Ένωση Εργατών) όσο και σε μια βαθιά θεωρητική μελέτη. Αποτέλεσε πρότυπο ενότητας θεωρίας και πράξης και προσπάθησε να ενώσει το κεφάλι, δηλαδή τη διανόηση, με την καρδιά, δηλαδή το προλεταριάτο. Πως αποτυπώνεται αυτό στα γραπτά του;

Στις δεκαετίες του 1840 και 1850 η πολιτική οργάνωση στην οποία εμπλέκεται, πέρα από τη ρητά δεσμευμένη και μάχιμη δημοσιογραφική δουλειά του στην Κολονία, στην εφημερίδα του Ρήνου, είναι η Ένωση των Κομμουνιστών, η οποία διαλύεται στις αρχές της δεκαετίας του 1850 και λόγω της ήττας της επανάστασης αλλά και λόγω εσωτερικών διαφορών. Η Διεθνής Ένωση θα έρθει δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1864, σ’ ένα άλλο πλαίσιο πλέον και με άλλο ρόλο του ίδιου.

Αυτό που μπορούμε να πούμε γι’ αυτές τις προσπάθειες είναι ότι κατά πρώτον έχουμε να κάνουμε με μιαν απόπειρα ανόρθωσης ενός συλλογικού υποκειμένου ονόματι προλεταριάτο, γιατί εκείνα τα χρόνια καταγράφεται για πρώτη φορά ότι αποτελεί ιστορικό παράγοντα. Αυτή η ανόρθωση συνοδεύεται από μια κοινωνική θεωρία, η οποία δείχνει γιατί και υπό ποίους όρους αυτό που ονομάζει προλεταριάτο αποτελεί σημαντικό ιστορικό παράγοντα.

Το δικαιολογεί αυτό στο έργο του ήδη εκείνη την εποχή και από εκεί και πέρα υπάρχει η προσπάθεια, κυρίως μέσα από την Ένωση των Κομμουνιστών και μέσα από το δημοσιογραφικό έργο, να αναδειχθεί στην πολιτική δημοσιότητα το προλεταριάτο ως πολιτικός παράγοντας, εκμεταλλευόμενο οποιονδήποτε χώρο έχει το πολιτικό σύστημα της εποχής.

-Ποιο ήταν το πολιτικό πλαίσιο της εποχής;

Να διευκρινίσουμε πως τότε δεν μιλάμε για κράτη όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Δεν υπάρχει οργανωμένο κομματικό σύστημα. Στον γερμανόφωνο χώρο, ο όρος «κόμμα» έχει αρνητικά πρόσημα. Είναι κάτι που φαίνεται να μην ανήκει στο κράτος. Εκεί έχουμε μια πολύ ριζοσπαστική προσέγγιση, λέγοντας ότι η τάξη αυτή στην οποία εστιάζουμε πρέπει να οργανωθεί σαν κόμμα, δηλαδή να αποκτήσει πολιτικά χαρακτηριστικά, να βγει στη δημοσιότητα και να προσπαθήσει να καταλάβει την εξουσία.

Οπότε, η προσπάθεια αυτή, όπως θα το πει και ο ίδιος μετά την επανάσταση, είναι μια προσπάθεια μακροχρόνια. «Μιλάμε στους εργάτες», τόνιζε, «και τους λέμε ότι έχετε μπροστά σας τριάντα, σαράντα, πενήντα χρόνια σύγκρουσης και εμφυλίου πολέμου», όπως τον χαρακτηρίζει την εποχή εκείνη. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί για τον εμφύλιο πόλεμο και τι γνωρίζουμε εμείς σήμερα για το τι μπορεί να είναι ένας εμφύλιος πόλεμος. Η προσπάθεια αυτή, λοιπόν, παραμένει στις στοχεύσεις του, ακόμα και τη δεκαετία του 1850, όταν αυτός και ο κύκλος των υπόλοιπων γνωστών και φίλων παραμένουν πολιτικά απομονωμένοι μετά τη διάλυση της Ένωσης των Κομμουνιστών.

Ωστόσο, το πολιτικό πρόταγμα παραμένει στον δημοσιογραφικό λόγο, λιγότερο στον αμερικάνικο, αλλά και στα γερμανικά κείμενα, όπως επίσης έχουμε και ένα πολύ ωραίο δείγμα πολιτικής κριτικής με τις αποκαλύψεις για τη δίκη των κομμουνιστών στην Κολονία. Ένα πολύ ωραίο κείμενο, με πάρα πολλές ενδιαφέρουσες διαστάσεις.

-Άρα, αυτή η ενότητα θεωρίας-πράξης υφίσταται…

Οπότε, θα έλεγα ότι η πρώτη απόπειρα συνδυασμού, όπως το λέτε, θεωρίας και πράξης θα γίνει με ηρωικό τρόπο στην επανάσταση του 1848 και μετά. Πρέπει να το έχουμε υπόψη γιατί το λέει ο ίδιος ήδη στους «Ταξικούς Αγώνες στη Γαλλία», και να δώσουμε εξήγηση στο γιατί υπήρξε ήττα της επανάστασης, ποιες ήταν οι αντίρροπες κοινωνικές δυνάμεις και ποιος ήταν ο μη ευνοϊκός διεθνής συσχετισμός δυνάμεων. Σ’ αυτά πρέπει να δώσουμε απάντηση, έτσι ώστε να μπορούμε να εξηγήσουμε μετά το όποιο χρονικό διάστημα πώς κινείται και πάλι η κοινωνία προς τον οποιοδήποτε πολιτικό στόχο.

-Τι εκπροσωπεί η δεκαετία του 1850 –με τις πολλές γεωπολιτικές αλλαγές– για το παγκόσμιο γίγνεσθαι και πώς την είδε ο Μαρξ;

Αυτό είναι κάτι πολύ σημαντικό και τείνει να ξεχνιέται όταν εστιάζει κανείς στο έργο του Μαρξ. Αν μείνουμε μόνο στη θεωρητική του επίδοση, όπως είθισται, θα εστιάσουμε στα περίφημα Grundrisse, τα οποία γράφονται ως χειμαρρώδεις προσωπικές σημειώσεις στο τέλος της δεκαετίας. Ωστόσο, το διεθνές πλαίσιο είναι πάρα πολύ σημαντικό, διότι στη δεκαετία του 1850 κατά πρώτον θα υπάρξουν οι επιπτώσεις της ήττας της επανάστασης του 1848, η οποία συνδυάζει κοινωνικά και εθνικά ζητήματα σε όλη την Ευρώπη, και κατά δεύτερον, θα αρχίσουν σιγά σιγά να εμφανίζονται ρωγμές στη μεταναπολεόντεια περίοδο.

Δηλαδή η Ιερή Συμμαχία, η οποία είχε νικήσει τον Ναπολέοντα και επέβαλε το μετεπαναστατικό καθεστώς, αρχίζει να έχει ρωγμές, με σημαντικότερο δείγμα αυτού του είδους τον Πόλεμο της Κριμαίας, ο οποίος προϊδεάζει για τους σύγχρονους πολέμους. Ένας πόλεμος θέσεων.

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς τον παρακολουθούν δημοσιογραφικά εκ του σύνεγγυς. Πρακτικά ο Ένγκελς αναλαμβάνει τις στρατιωτικές αναλύσεις και ο Μαρξ τις επιπτώσεις κυρίως στη Ρωσία που τον ενδιαφέρει πάρα πολύ, αλλά και στις άλλες εμπλεκόμενες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό σημαίνει ότι μέσα από τον Πόλεμο της Κριμαίας αλλάζει ο ευρωπαϊκός χάρτης. Ας μην ξεχνάμε ότι ακόμα δεν υπάρχει Ιταλία. Η Ιταλία σχηματίζεται ως κράτος.

-Με το Risorgimento

Ακριβώς! Και αυτό είναι το ένα, το οποίο εμπλέκεται με την πορεία της Πολωνίας, η οποία αποτελεί το αρνητικό φωτογραφικό ή καλύτερα το μαύρο σημείο της ευρωπαϊκής Ιστορίας, διότι έχει διαμελιστεί επανειλημμένως από άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις και ήδη στην επανάσταση του 1848, και ο Μαρξ και ο Ένγκελς θα ταχθούν αναφανδόν υπέρ της ανεξαρτησίας της Πολωνίας, κυρίως για να περιοριστούν οι ορέξεις της Ρωσίας. Οπότε, ο ευρωπαϊκός χάρτης της δεκαετίας του 1850 είναι ρευστός, όχι πλέον με τον τρόπο που ήταν στη ναπολεόντεια περίοδο, η οποία έχει πλέον κλείσει ως προς τη δυναμική της, ωστόσο ανοίγει μια άλλη δυναμική, αυτή της παγίωσης των εθνικών κρατών που θα κρατήσει έως τα τέλη του 19ου αιώνα.

Να λάβουμε επίσης υπόψη ότι δεν υπάρχει καν η Γερμανία. Υπάρχει μόνο η Πρωσία και μια σειρά από μικρά ή μεγαλύτερα γερμανικά βασίλεια. Αυτός όμως που κάνει παιχνίδι στον γερμανικό χώρο είναι η Πρωσία.

Σταδιακά επίσης αρχίζει να αναδεικνύεται ο ρόλος των ΗΠΑ, γιατί έχουμε τα χρυσορυχεία της Καλιφόρνιας, έχουμε τη διάνοιξη νέων διεθνών εμπορικών οδών στον Παναμά και στην αμερικανική ήπειρο. Άρα ανοίγει ο χάρτης, και τη δεκαετία του 1850 θα έχουμε τον δεύτερο Πόλεμο του Οπίου στην Κίνα, τον οποίο καταγράφει λεπτομερέστατα με ιδιαίτερο σαρκασμό ο Μαρξ. Έχουμε αυτό που αργότερα θα ονομαστεί ιμπεριαλισμός και περιγράφεται εν τοις πράγμασι από τον Μαρξ, ο οποίος δεν χρησιμοποιεί τον όρο με αυτόν τον τρόπο.

-Άρα έχει μια γενική εποπτεία της εποχής του;

Όλες αυτές οι κινήσεις ενσωματώνονται στο δημοσιογραφικό έργο του και μάλιστα υπάρχει μια σύγχρονη ερμηνεία του έργου του, ότι στα μέσα της δεκαετίας ενδιαφέρεται περισσότερο γι’ αυτό που σήμερα θα λέγαμε «διεθνή πολιτική».

Όταν το 1856-7 ξεσπάει μια μεγάλη διεθνής οικονομική κρίση, στρέφει ξανά το ενδιαφέρον του στις οικονομικές μελέτες και στις σημειώσεις που κρατά για την κρίση και δημοσιεύθηκαν μόλις πριν από λίγα χρόνια και αποτελούν μαζί με τα Grundrisse την πρώτη ύλη για το Κεφάλαιο.

Αυτός ο συσχετισμός ρέουσας πραγματικότητας και θεωρητικής επεξεργασίας έγινε σαφής μόλις την τελευταία δεκαετία. Άρα, λειτουργεί ως δέκτης των σημάτων που του δίνει ο ιστορικός ορίζοντας και εμείς σήμερα είμαστε ευτυχείς –ανεξαρτήτως ποια θέση παίρνει καθένας απέναντι στο έργο του– που έχουμε να κάνουμε με μια διαφωτιστική καταγραφή της διεθνούς ιστορίας εκείνη την περίοδο.

-Πολλοί μιλούν για τον Μαρξ ή εξ ονόματός του, πολλοί λιγότεροι τον μελετούν και ακόμα λιγότεροι –όπως έδειξε η Ιστορία– κατάλαβαν την ουσία της σκέψης του. Πού το αποδίδετε αυτό;

Υπάρχει μια διατύπωση, την οποία έχουμε κυρίως στον κύκλο των κοινωνικών επιστημών, που λέει πως όταν μια θεωρία είναι επιτυχημένη, είναι καταδικασμένη να παρεξηγηθεί όταν θα πάει στο πεδίο της πράξης, όταν δηλαδή υπάρξουν απόπειρες εφαρμογής. Το επιχείρημα του Μαρξ είναι ένα επιχείρημα σύνθετο επειδή είναι σύνθετο το αντικείμενο της κριτικής του, δηλαδή η σύγχρονη κοινωνία, αυτή είναι η κριτική της πολιτικής οικονομίας.

Επίσης είναι ένα επιχείρημα πάρα πολύ ριζοσπαστικό και τολμηρό, διότι δεν απαιτεί επιμέρους αλλαγές, αλλά βάζει ως χειραφετικό πρόταγμα την αλλαγή της κοινωνικής μορφής. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει μέχρι την ώρα που το θέτει ως πολιτικό πρόταγμα και μάλιστα το πλαισιώνει και με διεξοδικές μελέτες επιστημονικού λόγου.

Είναι ευνόητο πως όταν εμπλακεί ο θεωρητικός λόγος με ιστορικές διαδικασίες, οι οποίες συμπαρασύρουν πάθη και μονομέρειες, αυτό είναι αναπόφευκτο. Έτσι κινείται η ιστορία. Τότε είναι αυτονόητο ότι θα υπάρξουν μονομερείς αναγνώσεις του θεωρητικού έργου –μπορεί και να μην υπάρχει χρόνος για αναστοχασμό όταν υπάρχει εσπευσμένη πράξη– και από εκεί και πέρα οι στρωματώσεις αυτές του ιστορικού χρόνου έρχονται να επηρεάσουν τις αναγνώσεις των επόμενων γενεών.

-Είναι αυτή η πηγή των παρανοήσεων;

Γι’ αυτό και κάθε φορά η προσέγγιση του έργου του Μαρξ –τουλάχιστον στον 20ό αιώνα– σημαδεύεται και από μεγάλες περιπέτειες: είτε μιλάμε για την κλασική σοσιαλδημοκρατία πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία διαπιστώνει την πρώτη κρίση του μαρξισμού στο εσωτερικό της, είτε μιλάμε για το μεγάλο άνοιγμα που κάνει η ρωσική επανάσταση, άρα και την ανάγκη επιβολής νέας ανάγνωσης και συστηματοποίησης του μαρξικού έργου, είτε μιλάμε για την πιο ριζοσπαστική ανάγνωση που ξεκινάει σταδιακά τη δεκαετία του 1960 και με κάποιον τρόπο μας συνοδεύει μέχρι σήμερα.

Θα έλεγα, λοιπόν, ότι η πρόκληση στην ανάγνωση του έργου του Μαρξ είναι αφενός να μπορέσουμε να αντιληφθούμε τον δικό του ορίζοντα και τα δικά του εργαλεία και αφετέρου να υποπτευθούμε πού μπορεί να βρίσκονται τα δικά μας σφάλματα και οι δικές μας ροπές για να κάνουμε λάθος. Νομίζω ότι αυτές οι τροπικότητες είναι συνυφασμένες με το ίδιο το αντικείμενο και με τη διαλεκτική παράδοση –το ξέρει πολύ καλά ο Μαρξ και γι’ αυτό κάνει την κριτική της πολιτικής οικονομίας–, οπότε θα έλεγα ότι για κάθε γενιά αποτελεί μια πρόκληση να διαβάσουμε τον Μαρξ, να καταλάβουμε την κοινωνία στην οποία βρισκόμαστε και, ενδεχομένως, να προσπαθήσουμε να την αλλάξουμε.

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ

Ο Θανάσης Γκιούρας είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Έγινε διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Τμήματος Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης. Από τις εκδόσεις ΚΨΜ κυκλοφόρησε πρόσφατα σε δική του μετάφραση το δίτομο έργο «Karl Marx: Κείμενα από τη δεκαετία του 1850». 

πηγή : http://www.efsyn.gr/arthro/proklisi-i-katanoisi-tis-koinonias-kai-i-prospatheia-allagis-tis

Γιατί τα παιδιά μας δεν μαθαίνουν Ιστορία;

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ.(EUROKINISSI-Β. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ)
 

Συνηθισμένο θέμα διαφόρων ρεπορτάζ κατά καιρούς είναι η άγνοια που μαστίζει τους εφήβους και τα νέα παιδιά για ιστορικά γεγονότα και κρίσιμες περιόδους της Ιστορίας μας, σύγχρονης και παλαιότερης: η αρχαία Ελλάδα, η Επανάσταση του 1821, η κατοχή, ο εμφύλιος, η δικτατορία, το Πολυτεχνείο και πάει λέγοντας.

Όπως λέει και η παροιμία, «με τον ήλιο τα μπάζω, με τον ήλιο τα βγάζω, τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε;». Τόσες και τόσες ώρες διδασκαλίας σε Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο, Πανεπιστήμιο και πάλι τίποτα! Ο μεγάλος ιστορικός Μαρκ Φερό, απαντώντας στο ερώτημα «ποια μαθήματα αντλούμε από την Ιστορία;», λέει ότι αυτά τα μαθήματα γλιστρούν σαν τη βροχή στο αδιάβροχο. Και προσθέτει: «Ασφαλώς, κάποια μορφή γεγονοτολογικής γνώσης κατορθώνει να επιπλεύσει, αλλά η αναστοχαστική κατανόηση δεν λειτουργεί ή λειτουργεί ανεπαρκώς».

Ο προβληματισμός αυτός επανέρχεται με αφορμή τις συζητήσεις περί Μακεδονικού, φόντο του οποίου είναι το Ανατολικό Ζήτημα, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Η διδασκαλία της Ιστορίας (και όχι μόνο) στο σχολείο έχει έναν αποσπασματικό χαρακτήρα, με (συνήθως) κακογραμμένα βιβλία, τα οποία, όπως διαπιστώνω και από τον γιο μου, εξακολουθούν να είναι εκτός πραγματικότητας και να μη συμβαδίζουν με το γνωστικό κεκτημένο των μαθητών σε κάθε τάξη. Συμπυκνωμένη, και άρα σχηματοποιημένη, γνώση-κονσέρβα προσφέρεται σε παιδιά που δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν το εννοιολογικό και ορολογικό περιεχόμενό της.

Οπως και στα υπόλοιπα μαθήματα (π.χ. στην Εκθεση), το σχολείο απαιτεί από τα παιδιά ένα επίπεδο κατανόησης και γνώσης, στο οποίο έχει συμβάλει ελάχιστα έως καθόλου. Πώς μπορεί ένα δεκατετράχρονο παιδί να κατανοήσει τι είναι καπιταλισμός, μερκαντιλισμός και φυσιοκρατία, με κείμενο μιας σελίδας, το οποίο προϋποθέτει σειρά ολόκληρη γνώσεων; Μάλλον θα μοιάζει για τους μαθητές με κεφάλαιο μιας ξένης γλώσσας, το οποίο θα πρέπει να αποστηθίσουν και να παπαγαλίσουν στην τάξη και στις εξετάσεις.

Εάν σε άλλες εποχές τα βιβλία προορίζονταν για το χτίσιμο του εθνικού μας μύθου, δηλαδή μιας αφήγησης σύμφωνα με την οποία οι Ελληνες δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού στους άγριους της Δύσης και ο πολιτισμός μας έχει μια τρισχιλιετή αδιάσπαστη συνέχεια, σήμερα έχουν έναν περισσότερο μεταμοντέρνο χαρακτήρα, ο οποίος πολλές φορές καταλήγει στην ασυναρτησία.

Ποιος κερδίζει απ’ αυτό; Μα φυσικά οι «φρουροί» της εθνικής ορθότητας. Οταν η «άλλη» διδασκαλία της Ιστορίας κλονίζει τις υπάρχουσες και εδραιωμένες πεποιθήσεις περί έθνους και εθνικής αποστολής δίχως ένα καινούργιο νόημα, τότε το σταθερό σημείο ξαναγίνεται ο εθνικός μύθος και το ένδοξο παρελθόν. Ετσι όμως αφήνουμε τη νεολαία στο έλεος των κατ’ επάγγελμα πατριωτών, των εθνικιστών, των παπάδων και, τελικά, της Χρυσής Αυγής.

Το μάθημα της Ιστορίας πρέπει να διδάσκει ότι ο κόσμος αποτελεί συνισταμένη δυνάμεων, των οποίων η σύνθεση είναι το ζητούμενο. Οτι η ζωή είναι αλλαγή και άνοιγμα προς το νέο, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουμε και όχι να οχυρωθούμε στις δάφνες ενός εξιδανικευμένου παρελθόντος. Η νοσταλγία είναι πρώτα απ’ όλα άρνηση του παρόντος, φόβος απέναντι στην αλλαγή.

Η μάθηση και η γνώση, οργανωμένες σε επιστημονικούς κλάδους –Ιστορία, Γεωγραφία, Φιλολογία κ.λπ.– δεν έχουν εσωτερική συνάφεια και καταλήγουν να είναι κλεισμένες σε κουτάκια, χωρίς καμία επικοινωνία. Το σχολείο πρέπει να ενοποιεί αυτές τις γνώσεις, δίνοντας νόημα στον κόσμο έξω απ’ αυτό. Έντυπη έκδοση

«Χρειαζόμαστε τη ριζοσπαστι­κοποίηση της Αριστεράς»

Σαμίρ Αμίν Γαλλο-αιγύπτιος οικονομολόγος γεννήθηκε το 1931 στο Κάιρο, σπούδασε στο Παρίσι, όπου έγινε μέλος του γαλλικού Κ.Κ., από το οποίο αποστασιοποιήθηκε αργότερα. Είναι συγγραφέας περισσοτέρων των 30 βιβλίων, ορισμένα εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Μάλιστα ένα απ’ αυτά («Η συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα») το έχει προλογίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος διατηρούσε στενή σχέση μαζί του.

Πηγή : http://www.efsyn.gr/arthro/hreiazomaste-ti-rizospastikopoiisi-tis-aristeras      Συντάκτης:  Τάσος Τσακίρογλου 

Τσίπρας: Ο Σαμίρ Αμίν είδε νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της Αριστεράς

Τον κορυφαίο οικονομολόγο και θεωρητικό του μαρξισμού, Σαμίρ Αμίν, που έφυγε από τη ζωή, αποχαιρετά ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, σημειώνοντας ότι οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για την Αριστερά

Τσίπρας: Ο Σαμίρ Αμίν είδε νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της Αριστεράς | in.gr

Επικαιροποίηση άρθρου 13 Αυγούστου 2018

Τον κορυφαίο οικονομολόγο και θεωρητικό του μαρξισμού, Σαμίρ Αμίν, που έφυγε από τη ζωή, αποχαιρετά ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, σημειώνοντας ότι οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για όλους τους αριστερούς και τις αριστερές.

«Ο Samir Amin, κορυφαίος οικονομολόγος και θεωρητικός του μαρξισμού, είδε από νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της αριστεράς προκειμένου να αντιμετωπίσει τον καταστροφικό, για το περιβάλλον και τους ανθρώπους, καπιταλισμό της εποχής μας. Οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για όλους τους αριστερούς και τις αριστερές. Τον αποχαιρετούμε με σεβασμό», έγραψε σε ανάρτηση του στο twitter ο κ. Τσίπρας.

Ο οικονομολόγος Σαμίρ Αμίν, στο νέο του βιβλίο «Modern Imperialism, Monopoly Finance Capital, and Marx’s Law of Value», «ξαναδιαβάζει» τον Μαρξ και επαναθεμελιώνει την ανάγκη για μελέτη βασικών αναλύσεων του Γερμανού φιλοσόφου. Μιλά στην «Εφ.Συν.» για την Ευρώπη, τη Σοσιαλδημοκρατία, την Αριστερά και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

● Φέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ, ενός ανθρώπου που συνέβαλε αποφασιστικά στην κατανόηση της νεωτερικότητας, των αντιφάσεων του καπιταλισμού αλλά και της σημασίας της ανθρώπινης δράσης στην προσπάθεια για κοινωνική αλλαγή. Τι πρέπει να κρατήσουμε απ’ αυτόν σήμερα;

Χρειαζόμαστε τον Μαρξ περισσότερο από ποτέ. Αυτό που έκανε, δεν ήταν ότι έγραψε για τον 19ο αιώνα, έναν περασμένο αιώνα, αλλά έδωσε τη μοναδική εξήγηση για το τι είναι ο καπιταλισμός, για το ποια είναι η ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και ακόμα περισσότερο, είδε όχι μόνο την οικονομική πλευρά του προβλήματος, αλλά και την κοινωνικοπολιτική πλευρά της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Στον βαθμό που ζούμε σ’ αυτήν την καπιταλιστική κοινωνία, πρέπει να την κατανοήσουμε, όποια και αν είναι η βαθμίδα ανάπτυξής της. Φυσικά, η καπιταλιστική κοινωνία σήμερα είναι πολύ διαφορετική από εκείνην του 19ου αιώνα, όταν έγραφε ο Μαρξ. Αυτό όμως είναι δευτερεύουσας σημασίας, διότι η ουσία του καπιταλισμού είχε ήδη κατανοηθεί από τον Μαρξ.

Και αυτή η ουσία συνεχίζεται για όσο ζούμε σ’ αυτή την κοινωνία. Αυτό είναι κάτι πολύ βασικό. Ο Μαρξ το κατάλαβε από πολύ νέος. Μπορείς να βρεις τις ρίζες του μαρξισμού –από τότε που έγινε μαρξισμός– ήδη από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, 170 χρόνια πριν, το 1848. Τότε ήταν μόλις 30 ετών. Εάν διαβάσετε σήμερα το Μανιφέστο, θα βρείτε προτάσεις οι οποίες ισχύουν περισσότερο σήμερα παρά τότε.

● Ήταν μια επαναστατική εποχή…

Εκείνη την εποχή, το 1848, ο καπιταλισμός στην τελική του μορφή είχε κυριαρχήσει σ’ ένα πολύ μικρό μέρος της Ευρώπης, όπως η Αγγλία, η Γαλλία, το Βέλγιο και σ’ ένα μικρό τμήμα της Δυτικής Γερμανίας. Σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη το καπιταλιστικό σύστημα δεν είχε κυριαρχήσει πραγματικά. Ούτε καν σαν οικονομικό σύστημα και πολύ λιγότερο ως κοινωνικοπολιτικό σύστημα.

Και όμως, ο Μαρξ κατανόησε ότι αυτό το κοινωνικό πλαίσιο πρόκειται να κατακτήσει σύντομα όχι μόνο την Ευρώπη, αλλά ολόκληρο τον κόσμο. Κανένας άλλος δεν το αντιλήφθηκε αυτό εκείνη την εποχή. Όλοι νόμιζαν ότι θα υπάρχει για πολύ καιρό αυτό που ονομάστηκε φεουδαρχισμός. Ο Μαρξ ήταν ο μόνος που κατάλαβε ότι αυτό το σύστημα θα αναπτυχθεί πολύ γρήγορα.

Μετά, στο μείζον έργο του, «Το Κεφάλαιο», και κυρίως στους τόμους 1 και 2, αναλύει την ουσία του καπιταλισμού σαν έναν τρόπο παραγωγής και σαν κοινωνία. Δεν μας παρουσιάζει την ιστορία τού πώς εμφανίστηκε αυτό το σύστημα, αλλά πηγαίνει κατευθείαν στην ουσία. Και η ουσία είναι η ανακάλυψη από τον Μαρξ της θεωρίας της αξίας της εργασίας. Ότι η εργασία μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα. Ότι η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα που πουλιέται. Γίνεται το μείζον πλαίσιο της εργασίας – όχι το μοναδικό, αλλά το μείζον.

● Δηλαδή, απομυστικοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις.

Ναι, τις απομυστικοποιεί. Οι εργάτες νομίζουν ότι πουλάνε την εργασία τους, αλλά στην πραγματικότητα πουλάνε την εργατική τους δύναμη. Και αυτό είναι το μυστικό για να καταλάβουμε την υπεραξία, την εκμετάλλευση και την αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος. Κανένας δεν το κατανόησε αυτό. Ούτε πριν ούτε μετά τον Μαρξ επιχείρησε κάποιος να το κάνει.

● «Ο νεοφιλελευθερισμός βρίσκεται στο τέλος της διαδρομής του, παράγοντας τεράστια εξαθλίωση για τους περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο, διαλύοντας την κοινωνική συνοχή, προωθώντας τον μιλιταρισμό σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά και την οικολογική καταστροφή». Αυτό έχετε γράψει πριν από λίγο καιρό. Ποια είναι η αποτίμησή σας για τη δράση της Αριστεράς να εμποδίσει αυτές τις εξελίξεις;

Πρέπει πρώτα να πούμε δυο λόγια για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό τού σήμερα. Αυτός δεν είναι ίδιος με εκείνον του τέλους του 19ου αιώνα και μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχει μετατοπιστεί δραστικά σε ένα νέο στάδιο μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ξεκινώντας από την [πετρελαϊκή] κρίση του 1973-75. Η κρίση ξεκίνησε τότε και όχι το 2007-8.

Η συστημική και μακρόχρονη κρίση του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός αντέδρασε σ’ αυτή την κρίση περνώντας ακόμα περισσότερο σε έναν μονοπωλιακό έλεγχο του κεφαλαίου. Και μιλώντας για έλεγχο, να πούμε ότι δεν αναφερόμαστε στον έλεγχο της ιδιοκτησίας, αλλά στον καθολικό έλεγχο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που υπάρχει σήμερα, κάτι που δεν συνέβαινε πριν από το 1975.

Φυσικά, τα μονοπώλια υπήρχαν και ήταν σημαντικά, αλλά δεν κυριαρχούσαν μόνα τους. Τώρα έχει πρακτικά υποταχθεί όλο το οικονομικό σύστημα στο στάδιο των υπεργολάβων. Για παράδειγμα, σήμερα οι αγρότες δεν είναι πλέον ανεξάρτητοι καπιταλιστές παραγωγοί, διότι ελέγχονται από το μονοπωλιακό κεφάλαιο, το οποίο τους παρέχει πιστώσεις, υλικά, λιπάσματα, χημικά κ.λπ. Είναι εκ των πραγμάτων υπεργολάβοι του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

● Όμως, ποια ήταν η δράση της Αριστεράς για να εμποδίσει αυτές τις εξελίξεις;

Έρχομαι και σ’ αυτό, αλλά πρώτα να καταλάβουμε ποια είναι η πρόκληση. Γιατί η Αριστερά δεν αντιλαμβάνεται ακριβώς τη φύση της πρόκλησης. Συνεχίζει να νομίζει ότι ο καπιταλιστής είναι αυτός που ήταν, ένα μέλος των καπιταλιστών ιδιοκτητών, μεταξύ αυτών και μέλος φυσικά των μονοπωλίων, και αυτό είναι όλο. Όμως όχι! Είναι πολύ περισσότερα απ’ αυτό. Υπάρχει ένας ολοκληρωτικός έλεγχος και αυτός ο έλεγχος υποβιβάζει όλους τους παραγωγούς στο επίπεδο του υπεργολάβου και παράγει πολιτικά αποτελέσματα.

Σημαίνει ότι δεν βρισκόμαστε πια σε μια δημοκρατία, ακόμα και αστική δημοκρατία, στην οποία υπήρχαν η Αριστερά και η Δεξιά και αποδεχόταν τους βασικούς κανόνες του καπιταλισμού και για τις δύο πλευρές, τουλάχιστον την πλειοψηφία τους, αλλά υπό διαφορετικές συνθήκες για την εργασία και το κεφάλαιο. Δεν συμβαίνει πια αυτό. Έχουμε ένα ολοκληρωτικό σύστημα, το οποίο έχει εξισώσει την εκλογική Αριστερά, την πλειοψηφία της, με τη Δεξιά.

Δηλαδή, μια συναίνεση που αποδέχεται τον έλεγχο του μονοπωλιακού κεφαλαίου πάνω σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα και άρα, και στο πολιτικό σύστημα. Δεν υπάρχει περιθώριο για διαπραγμάτευση.

Και αυτό έχει οδηγήσει την εκλογική Αριστερά στις δυτικές χώρες από τη σοσιαλδημοκρατία στον σοσιαλφιλελευθερισμό, κάτι που σημαίνει ότι δεν υπάρχει διαφορά στην αποδοχή των λεγόμενων κανόνων της αγοράς. Αντικαθίστανται οι κοινωνικές διαπραγματεύσεις ως ένας τρόπος να λειτουργεί το σύστημα οικονομικά και πολιτικά. Έτσι, αυτό καταλήγει να είναι ένα δράμα και μια πρόκληση.

● Και η Αριστερά;

Πώς αντιδρά η Αριστερά; Εάν πάρουμε τις ευρωπαϊκές χώρες –δεν μιλώ για άλλες, όπως οι ΗΠΑ, ή ο Νότος κ.λπ.– και κυρίως τις αναπτυγμένες χώρες, όπως η Βρετανία, η Γερμανία και η Γαλλία και ίσως η Ιταλία και η Ισπανία, αλλά και τις λιγότερο αναπτυγμένες, στην ανατολική και νότια Ευρώπη, θα δούμε ότι η εκλογική Αριστερά εκεί έχει αποκηρύξει όχι μόνο τον σοσιαλιστικό ορίζοντα –με την επαναστατική διαδικασία– αλλά έχουν εγκαταλείψει ακόμα και τη λεγόμενη «μεταρρυθμιστική διαδικασία».

Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι ακριβώς η επιστροφή μας σε μια ριζοσπαστική Αριστερά. Δηλαδή, μια Αριστερά που θα λέει ότι αυτό το σύστημα είναι γερασμένο. Αυτό σημαίνει ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός σ’ αυτό το σημερινό στάδιο είναι ένα σύστημα του οποίου η καταστροφική πλευρά της συσσώρευσης έχει αναπτυχθεί πολύ περισσότερο από τις θετικές και προοδευτικές πλευρές.

Η ιδέα του Σουμπέτερ για τη δημιουργική καταστροφή ήταν σωστή στην εποχή του, τον 19ο αιώνα, αλλά σήμερα είναι μια ανοησία. Σήμερα, η καταστροφική πλευρά είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δημιουργική. Η δημιουργική του πλευρά έχει περιοριστεί στη μόδα και στην ανανέωση των προϊόντων ανά δύο ημέρες, όπως η αντικατάσταση του ενός κινητού από άλλο κ.λπ.

Όλο αυτό αποτελεί σπατάλη φυσικών πόρων. Η κλιματική αλλαγή ως αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι δραματική, αλλά επίσης και οι κοινωνικές καταστροφές, με τη μορφή της μόνιμης ανεργίας, της συνεχόμενης επισφάλειας στη διαχείριση της εργασίας, αλλά και των καταστροφών για τη μεγάλη πλειονότητα του παγκόσμιου Νότου: Ασία, Αφρική, Λ. Αμερική και Καραϊβική.

Δηλαδή, για το 85% του παγκόσμιου πληθυσμού. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες, αλλά αφορά εν μέρει και τη Ρωσία και την Κίνα. Χρειαζόμαστε μια ριζοσπαστικοποίηση της Αριστεράς. Αυτό θεωρήθηκε δυνατό και σε μερικές χώρες, ακόμα και στην Ευρώπη.

● Αυτή είναι η επόμενή ερώτησή μου, η οποία αφορά την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και την αποτίμησή σας για τα τρία χρόνια διακυβέρνησής της.

Είχα μεγάλη συμπάθεια στον ΣΥΡΙΖΑ επειδή πίστευα ότι μπορεί να γίνει πρακτικά ένα κίνημα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων να το υποστηρίζουν και έτσι να αναγκάσει την Ευρώπη να αρχίσει να αλλάζει, μέσω μονομερών μέτρων έστω, σε μια μικρή και ευάλωτη χώρα.

Από κάπου έπρεπε να αρχίσει. Αυτό θα αντηχούσε αμέσως στην Ισπανία με τους PODEMOS και στην Πορτογαλία με την έναρξη μικρών αλλαγών, μέσω των νέων θέσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος και με περιορισμένη υποστήριξη της μισο-αριστερής και όχι ακραίας δεξιάς πολιτικής της λιτότητας.

Αυτό θα είχε αντίκτυπο στη Γαλλία και ίσως στη Γερμανία και σίγουρα θα άρχιζε να αλλάζει την Ευρώπη.

● Ωστόσο, δεν έγινε…

Αντί γι’ αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ συνθηκολόγησε τελικά. Δηλαδή, αποδέχτηκε την κατάσταση ως είχε. Γιατί; Διότι υπήρχαν αντιφάσεις από την αρχή.

Όχι μόνο στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, με τις διάφορες συνιστώσες, οι οποίες ήταν σαν κόμματα μέσα στο κόμμα, αλλά και στο εσωτερικό του ίδιου του ελληνικού λαού. Την ίδια στιγμή απέρριπταν τις συνέπειες της κυριαρχίας του μονοπωλιακού χρηματιστικού κεφαλαίου, δηλαδή την τρομερή λιτότητα, την αβεβαιότητα, την ανεργία κ.λπ. και ταυτόχρονα συνέχιζαν να έχουν ψευδαισθήσεις για την Ευρώπη.

Τα δύο τρίτα των Ελλήνων ήταν κατά της λιτότητας και την ίδια στιγμή αυτά τα δύο τρίτα ήταν φιλοευρωπαϊστές, με εξαίρεση κάποιους. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι αυτή η Ευρώπη μπορεί να αλλάξει. Και αυτό οδήγησε τη δεξιά πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ πίσω στη συνθηκολόγηση και στην αποδοχή της κατάστασης που είχε διαμορφώσει η Γερμανία για όλη την Ευρώπη.

 Ποιος είναι 

Ίσως ο επιφανέστερος εκπρόσωπος των θεωριών για την Ανάπτυξη, ο Γαλλο-αιγύπτιος οικονομολόγος γεννήθηκε το 1931 στο Κάιρο, σπούδασε στο Παρίσι, όπου έγινε μέλος του γαλλικού Κ.Κ., από το οποίο αποστασιοποιήθηκε αργότερα. Είναι συγγραφέας περισσοτέρων των 30 βιβλίων, ορισμένα εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Μάλιστα ένα απ’ αυτά («Η συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα») το έχει προλογίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος διατηρούσε στενή σχέση μαζί του.

ΤΑΣΟΣ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ Τα δύο είδη της δημοσιογραφίας

Τάσος Τσακίρογλου - Εφημερίδα των Συντακτών

Τάσος Τσακίρογλου – Εφημερίδα τών Συντακτών | efsyn.gr/Sebastian Gansrigler13.08.2014, 10:34 | Ετικέτες:  Ευρωπαϊκή ΈνωσηΕλλάδαΔΝΤΣυντάκτης: Τάσος Τσακίρογλου

Από το 2010, όταν η χώρα μπήκε στον λαβύρινθο του μνημονίου, από τον οποίο αναζητά την έξοδο μέχρι σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος ως ένα μέλος της Ε.Ε. που, σύμφωνα με μια προσέγγιση, πληρώνει δικαίως τις αμαρτίες της, ενώ κατά μία άλλη ανάγνωση, ως ένα κράτος-πειραματόζωο για την εφαρμογή μιας πρωτόγνωρης νεοφιλελεύθερης θεραπείας-σοκ.

Τα πρώτα χρόνια της βίαιης προσαρμογής στη δημοσιονομική πειθαρχία, οι μαζικές αντιδράσεις των Ελλήνων και η αντιπαράθεση με την τρόικα έφεραν στην Ελλάδα εκατοντάδες ξένους συναδέλφους (δημοσιογράφους), σταλμένους από μεγάλα κανάλια και εφημερίδες για να καταγράψουν τις εξελίξεις. Η πλειονότητά τους εντάχθηκε σχεδόν αυθόρμητα σε μια σχολή σκέψης που αγαπά τα κλισέ, τις εύκολες ερμηνείες και, κυρίως, την προσαρμογή στις κυρίαρχες επιλογές των ελίτ.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Αμερικανού δημοσιογράφου, Μάικλ Λιούις, «Μπούμερανγκ: ταξίδια στον νέο Τρίτο Κόσμο: Ελλάδα, Ισλανδία, Ιρλανδία, Γερμανία, ΗΠΑ» (εκδόσεις Παπαδόπουλος), αναγνωρίζεις εύκολα αυτήν τη σχολή δημοσιογραφίας. Παρ’ όλο το ταλέντο και τη συγγραφική του δεινότητα, ο Λιούις, έχοντας κάνει ένα ταξίδι αστραπή το 2011 σε Αθήνα και Αγιον Ορος (τότε συζητιόταν ακόμα η υπόθεση του Βατοπεδίου), αναπαράγει για την Ελλάδα όλα τα διεθνή στερεότυπα: οι Ελληνες είναι φοροαπατεώνες, το Δημόσιο είναι η σφηκοφωλιά της διαφθοράς, η Ελλάδα εξαπάτησε την Ευρώπη για να μπει στο ευρώ, οι Ελληνες δεν έχουν να πουν καλό λόγο για κανένα και πάει λέγοντας. Φτάνει μάλιστα στο σημείο να διαπιστώσει ότι η παράδοση στην τρόικα σημαίνει ότι «στην πραγματικότητα οι Ελληνες δεν θέλουν πλέον ούτε να αυτοδιοικούνται». Συνομιλητές του στην Ελλάδα; Οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι: Στέφανος Μάνος, Μιράντα Ξαφά, Πέτρος Δούκας, Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ηγούμενος Εφραίμ και ο μοναχός Αρσένιος. Α! Και δύο εφοριακοί.

Στον αντίποδα, διάβασα στις διακοπές μου το εξαιρετικό βιβλίο «Κλεμμένη Ανοιξη» της Σουηδής δημοσιογράφου Καΐσα Εκις Εκμαν, το οποίο θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο (από τις εκδόσεις Κέδρος). Βαθιά πολιτικό, παραφράζοντας τον τίτλο του αριστουργήματος του Στρατή Τσίρκα «Χαμένη Ανοιξη», αποτελεί το είδος εκείνο της δημοσιογραφικής επιτόπιας έρευνας που σήμερα τελεί υπό εξαφάνιση. Η συνάδελφος ήρθε και έζησε στην Ελλάδα επί δύο ολόκληρα χρόνια. Συνάντησε και πήρε συνεντεύξεις από τους Γιώργο Παπανδρέου (τότε πρωθυπουργό) και Αλέξη Τσίπρα (αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης), ενώ συνομίλησε με αρκετούς βουλευτές όλων των παρατάξεων, αλλά και με συνδικαλιστές, εργαζόμενους και άνεργους.

Συμμετείχε στις μεγάλες διαδηλώσεις της περιόδου 2010-12 και γνώρισε από πρώτο χέρι την αστυνομική βία και καταστολή. Στόχος της, όπως λέει στη συνέντευξη που μου έδωσε και θα δημοσιευθεί αύριο (Πέμπτη), ήταν να αποκαταστήσει στη χώρα της και στο εξωτερικό γενικότερα την αλήθεια για τους Ελληνες, έναν λαό που πριν από τα γεγονότα του χρέους δεν τον γνώριζε καθόλου. Αποτέλεσμα; Βραβεύτηκε στη Σουηδία για τη δουλειά της αυτή και σήμερα οι Σουηδοί βλέπουν με άλλο μάτι όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά την Ευρώπη ολόκληρη. Το μήνυμά της στους Ελληνες; Οπως γράφει στην εισαγωγή της: «Μια άνοιξη δεν μπορεί να κλαπεί για πάντα. Επιστρέφει διαρκώς»!

t.tsakiroglou@efsyn.gr