Αρχείο ετικέτας Τάσος Κεφαλάς

Διαχείριση απορριμμάτων χωρίς ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ: Μια βολική φαντασίωση ή το τυρί στη «φάκα» των εργολάβων;

 
 
 

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

 
Τάσος Κεφαλάς ΠΡΩΣΥΝΑΤ
Ο Τάσος Κεφαλάς είναι μέλος της Πρωτοβουλίας συνεννόησης για τη διαχείριση των απορριμμάτων (ΠΡΩΣΥΝΑΤ)
Η διοίκηση, από τα υπουργεία και τις αποκεντρωμένες διοικήσεις, ως τις περιφέρειες και τους δήμους, τρέχει πανικόβλητη να διασφαλίσει τα ελάχιστα: να σταματήσει, τουλάχιστον, την ανεξέλεγκτη διάθεση, μέχρι τον Ιούνη, διότι τα πρόστιμα από την ΕΕ άρχισαν να επιβάλλονται και είναι πολύ βαριά. Με «άνωθεν» αποφάσεις, τα απορρίμματα μεγάλων περιοχών οδηγούνται σε άλλες, δεκάδες και εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, που έχουν (για πόσο ακόμη;) χώρους ταφής.
Τι προοπτική, όμως, μπορούν να έχουν αυτού του είδους οι πυροσβεστικές πολιτικές; Αφού, στην πραγματικότητα, το μόνο που καταφέρνουν είναι να επιταχύνουν την εκδήλωση του ίδιου προβλήματος, σε κάποιες άλλες περιοχές, στις επόμενες, δηλαδή, «πυριτιδαποθήκες».

Από τα προβλήματα αυτά δε μένουν ανέγγιχτες, φυσικά, οι περιοχές με τα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα. Ο ν. Θεσσαλονίκης, του οποίου ο σχετικά νέος και μοναδικός ΧΥΤΑ της Μαυροράχης γέμισε ταχύτατα και η επέκτασή του γίνεται με χίλια μύρια προβλήματα. Πολύ δε περισσότερο η περιφέρεια Αττικής, η οποία για πάνω από πενήντα χρόνια εφησυχάζει, χάρη στη λειτουργία της τερατώδους, σε μέγεθος και προβλήματα, εγκατάστασης της Φυλής, με πυρήνα ένα ΧΥΤΑ – χωματερή, με ελάχιστο χρόνο ζωής ακόμη. Είναι τρομακτικό και μόνο να σκεφτεί κανείς το τι σημαίνει να έρθει η στιγμή της εξάντλησης του ΧΥΤΑ της Φυλής, χωρίς να έχει υπάρξει μια ασφαλής εναλλακτική λύση διαχείρισης. Στο σημείο αυτό, ας μην επικαλεστεί κανείς τους ΧΥΤΑ Γραμματικού (υπό κατασκευή) και Κερατέας (στα χαρτιά). Γιατί, ακόμη κι αν δεν είχαν τα προφανή προβλήματα χωροθέτησης, που τους καθιστούν ακατάλληλους, θα ήταν αδύνατο να καλύψουν τις ανάγκες της Αττικής.
Το συγκεντρωτικό μοντέλο και η αποκεντρωμένη διαχείριση, με έμφαση στην προδιαλογή
Το πως φτάσαμε ως εδώ έχει την εξήγησή του. Το ίδιο και οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών σε νέους χώρους ταφής, ακόμη και σε ήπιες δραστηριότητες διαχείρισης, όπως η ανακύκλωση. Όμως, αυτό που, τώρα, προέχει δεν είναι οι θεωρητικές αναλύσεις, αλλά οι συγκεκριμένες πολιτικές, που, αφενός, θα αποτρέψουν μια προδιαγεγραμμένη έκρηξη και, αφετέρου, θα δρομολογήσουν ένα νέο μοντέλο διαχείρισης, με προοπτική και σε όφελος της κοινωνίας.
Στο επίπεδο αυτό τα πράγματα έχουν γίνει αρκετά καθαρά. Τα βασικά «στρατόπεδα» έχουν διαμορφωθεί και το καθένα από αυτά έχει να προτείνει το δικό του μοντέλο διαχείρισης:
Το σύνολο των κατασκευαστικών ομίλων της χώρας, μαζί με το νεοφιλελεύθερο πολιτικό προσωπικό, ένα τμήμα της κρατικής γραφειοκρατίας και ένα αξιοσημείωτο μέρος της επιστημονικής κοινότητας αποτελούν το ένα «στρατόπεδο». Αυτό που ποντάρει στη διατήρηση των ΑΣΑ σε σύμμεικτη μορφή, ώστε να αποτελέσουν έτοιμη πρώτη ύλη για συγκεντρωτικές μονάδες επεξεργασίας, σε πρώτη φάση. Την οποία θα ακολουθήσει η ανομολόγητη, προς το παρόν, δεύτερη φάση των μονάδων ενεργειακής αξιοποίησης – καύσης των «προϊόντων», που θα παράγουν οι πρώτες. Το μοντέλο αυτό στηρίζεται στη λογική της πλήρους ιδιωτικοποίησης της διαχείρισης των απορριμμάτων και εκφράστηκε με την απόπειρα της προηγούμενης κυβέρνησης να υλοποιήσει ένα εκτεταμένο σχέδιο δημοπράτησης φαραωνικών μονάδων επεξεργασίας, με τη μέθοδο της σύμπραξης δημόσιου – ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ).
Το δεύτερο «στρατόπεδο» το συγκροτούν, κατά βάση, κοινωνικές πρωτοβουλίες και συλλογικότητες βάσης, σε κοινό μέτωπο με αυτοδιοικητικά σχήματα, με τα πιο κοινωνικοποιημένα τμήματα των εργαζομένων στην αυτοδιοίκηση και με το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής έκφρασης της αριστεράς. Αντιπαρατάσσει την ήπια, δημόσια διαχείριση με τη λογική της εγγύτητας και της μικρής κλίμακας, που αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση της προδιαλογής και ανάκτησης υλικών, στον δραστικό περιορισμό της ανάμειξης των υλικών, άρα και των μονάδων επεξεργασίας και ενεργειακής αξιοποίησης σύμμεικτων απορριμμάτων και στην ασφαλή διάθεση μικρών ποσοτήτων υπολειμμάτων σε ΧΥΤΥ. Είναι η λογική που οδήγησε στην ακύρωση των τεσσάρων διαγωνισμών ΣΔΙΤ στην Αττική και αυτή που έχει αποτρέψει, προς το παρόν, να μπει υπογραφή και σε οποιαδήποτε άλλη σύμβαση.
Το τι διαχωρίζει και τι προσδίδει κοινωνικό – ταξικό πρόσημο στα δύο μοντέλα είναι εύκολα αποδείξιμο: οι επιδόσεις τους ως προς το τελικό κόστος επιβάρυνσης των πολιτών – δημοτών, την περιβαλλοντική ασφάλεια και τη δυνατότητα κοινωνικού ελέγχου του συστήματος διαχείρισης.
Μετάβαση στο «νέο» με παλινδρομήσεις
Όσο τα πράγματα μένουν στη σχηματική καταγραφή και αποτύπωση εκτιμήσεων και προτάσεων, τα πράγματα φαίνονται απλά. Συνήθως και αυτονόητα. Στην πράξη, τα πράγματα είναι αρκετά πιο σύνθετα. Όχι τόσο για το φιλοεργολαβικό μπλοκ, που έχει σαφή στρατηγική και ξέρει πολύ καλά τι επιδιώκει. Όσο για το κινηματικό μπλοκ, που πρέπει να κατακτήσει και να αφομοιώσει κοινό λόγο και κοινή αντίληψη για τις πρακτικές μετάβασης από το υφιστάμενο καθεστώς σε αυτό της αποκεντρωμένης διαχείρισης.
Η προσπάθεια αυτή δεν είναι ευθύγραμμη και, ορισμένες φορές, εγκυμονεί τον κίνδυνο της παλινδρόμησης από θέσεις, που, υποτίθεται, έχουν κατακτηθεί. Οι παράγοντες που υπεισέρχονται σε αυτήν τη διαδικασία είναι οι εξής:
Μια βαθιά ριζωμένη προκατάληψη, που εκδηλώνεται απέναντι σε οτιδήποτε έχει σχέση με τη διαχείριση απορριμμάτων. Ας πρόκειται και για την πιο ήπια δραστηριότητα π.χ. ανακύκλωση προδιαλεγμένων υλικών συσκευασίας ή «πράσινα σημεία» για συγκέντρωση άλλων ανακυκλώσιμων υλικών.
Ο φόβος ότι, λόγω των τρομακτικών καθυστερήσεων, κάποιες ακατάλληλες υποδομές θα τεθούν σε λειτουργία ή θα συνεχίσουν να λειτουργούν στο διηνεκές, με την επίκληση του επείγοντος ή μιας πιθανής κατάστασης έκτακτης ανάγκης.
Στην Αττική, προβληματισμοί τέτοιου είδους σχετίζονται άμεσα με τους ΧΥΤΑ. Της Φυλής, κυρίως, που λειτουργεί πέντε δεκαετίες, έχει υπολειπόμενο χρόνο ζωής δύο, το πολύ, τρία χρόνια, πρέπει να κλείσει οριστικά και, παρόλα αυτά, εγκυμονείται ο κίνδυνος να συνεχιστεί η λειτουργία του για πολλά χρόνια ακόμη, μέσω μιας νέας επέκτασης. Αλλά και του Γραμματικού, που αποτελεί μέρος του υφιστάμενου σχεδιασμού, ολοκληρώνεται η κατασκευή του, παρόλο που έχει χωροθετηθεί σε προφανώς ακατάλληλη θέση και του οποίου συζητείται η λειτουργία, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σαν το «μαξιλαράκι ανακούφισης» του συστήματος, στο ενδεχόμενο οι νέες υποδομές της αποκεντρωμένης διαχείρισης να έχουν παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες. Το ενδεχόμενο της κατασκευής του ΧΥΤΑ Κερατέας φαίνεται να έχει εκλείψει, προς το παρόν, αν και όχι οριστικά και επίσημα. Αν στα παραπάνω, απολύτως εξηγήσιμα, προσθέσουμε και την τάση των κατοίκων που αντιδρούν να απορρίψουν και για άλλες περιοχές την κατασκευή ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ, ώστε να μην κατηγορηθούν για ιδιοτελή στάση, έχουμε όλο το υπόβαθρο, πάνω στο οποίο αναπτύσσονται οι σχετικοί προβληματισμοί.
Μπορούμε χωρίς ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ;
Δεν είναι τυχαίο ότι σ’ αυτές τις περιοχές, κυρίως, έχει αρχίσει να βρίσκει έδαφος μια λογική «κατά των ΧΥΤΑ», γενικά. Σύμφωνα με αυτήν, υποτίθεται ότι μπορεί να υπάρξει ένα βιώσιμο, εναλλακτικό στο σημερινό, σύστημα διαχείρισης, που, ουσιαστικά, δεν θα έχει ανάγκη χώρων ασφαλούς διάθεσης – ταφής. Χρειάζεται, λοιπόν, να απαντήσουμε αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό και αν είναι η απάντηση στο (υπαρκτό) πρόβλημα των συγκεκριμένων περιοχών, αλλά κι όλης της περιφέρειας Αττικής. Και πρέπει να το κάνουμε ΤΩΡΑ, γιατί:
Αν η παραπάνω υπόθεση είναι σωστή, πρέπει το κίνημα να επαναπροσδιορίσει τους στόχους του και οι αυτοδιοικητικοί τις προτεραιότητές τους.
Αν είναι λάθος, όμως, η αναζήτηση των νέων χώρων ασφαλούς διάθεσης πρέπει να αποτελέσει ένα από τα βασικά ζητούμενα της αναθεώρησης του περιφερειακού σχεδιασμού διαχείρισης των αποβλήτων της Αττικής, που έχει, ήδη, καθυστερήσει πάρα πολύ. Αλλιώς, η Φυλή και το Γραμματικό θα αποτελέσουν θύματα μιας δικής τους λαθεμένης επιλογής, αν υποθέσουμε ότι αυτή έχει γενικευμένη αποδοχή.
Ας προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την απάντηση στο αρχικό ερώτημα, εξετάζοντας τρεις βασικές πτυχές του ζητήματος.
Η πολιτική – κινηματική προσέγγιση
Ας υποθέσουμε ότι με ένα μαγικό τρόπο, δεν εξετάζουμε ποιόν, έχουμε καταφέρει να «απεξαρτηθούμε» από τους ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ, προτού γεμίσει ο υφιστάμενος, μοναδικός ΧΥΤΑ της Φυλής, ας πούμε μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Τι θα έχουμε πετύχει:
Οι κάτοικοι της Φυλής και του Γραμματικού, να απαλλαγούν από τη λειτουργία των ΧΥΤΑ, χωρίς κανείς να διανοηθεί να τους κατηγορήσει ότι έχουν ιδιοτελή κίνητρα.
Οι κάτοικοι των άλλων περιοχών της Αττικής, να αισθανθούν ανακουφισμένοι, αφού ποτέ στο μέλλον δεν πρόκειται να τους αγγίξει το «μίασμα» ενός νέου ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ.
Η περιφέρεια Αττικής και ο ΕΔΣΝΑ, να μην επωμιστούν το τεράστιο βάρος της διαχείρισης των υπαρχουσών υποδομών σε Φυλή και Γραμματικό και της επώδυνης αναζήτησης χώρων για νέους ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ.
Το τμήμα του πολιτικού προσωπικού, που αρέσκεται στην κολακεία των αντιδράσεων και όχι στη διαμόρφωση συνειδήσεων, να έχει καταγάγει μια ακόμη περιφανή νίκη.
Οι εργολάβοι, να τρίβουν τα χέρια τους, αφού θα έχουν πολλαπλασιαστεί οι πιθανότητες να γίνουν, επιτέλους, πράξη οι φαραωνικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας σύμμεικτων απορριμμάτων, για τις οποίες τόσο κατηγορήθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν. Ως γνωστόν, η αρχή διατήρησης της μάζας ισχύει και τα απορρίμματα δεν θα εξαφανιστούν δια μαγείας.
Με άλλα λόγια, θα έχει συμβεί το εξής σουρεαλιστικό: τα μεγαλύτερα τμήματα των δύο αντιμαχόμενων «στρατοπέδων» θα έχουν ομονοήσει σε ένα από τα κεντρικά ζητήματα της διαχείρισης των απορριμμάτων. Η οποία διαχείριση, έχουμε ήδη συμφωνήσει ότι έχει κοινωνικό – ταξικό πρόσημο. Η μόνη εξήγηση που θα μπορούσε, τότε, να δοθεί είναι ότι κάποιος «πάτησε την πεπονόφλουδα» και, από μέρους μας, δεν είναι καθόλου δύσκολο να φανταστούμε ποιος.
Η εμπειρική προσέγγιση
πινακας-ΧΥΤΑ
Εξίσου διδακτική είναι και η εμπειρική προσέγγιση. Διαλέξαμε γι αυτό, όχι μια τριτοκοσμική χώρα, αλλά την Ευρώπη, η οποία φημίζεται για σχετικά καλές επιδόσεις στη διαχείριση των απορριμμάτων. Στον πίνακα που παρατίθεται η Eurostat παρουσιάζει τους τρόπους με τους οποίους οι ευρωπαϊκές χώρες διαχειρίστηκαν το 2013 τα αστικά απόβλητα, χρησιμοποιώντας τις κατηγορίες: ταφή, αποτέφρωση, ανακύκλωση, κομποστοποίηση. Βλέπουμε ότι υπάρχουν οκτώ χώρες (της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, έχει τη σημασία του αυτό το στοιχείο), με ποσοστά ταφής από 0% – 4% (οι υπόλοιπες έχουν από 17% και πάνω). Για τις οκτώ αυτές χώρες θα μπορούσαμε να πούμε ότι εφαρμόζουν διαχείριση «χωρίς ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ».
Η πρώτη διαπίστωση, για τις συγκεκριμένες χώρες, είναι ότι παρουσιάζουν ορισμένα από τα υψηλότερα ποσοστά αποτέφρωσης, που ξεκινούν από το 35% και φτάνουν το 58% του συνόλου των ΑΣΑ. Αφήνουμε στην άκρη το γεγονός ότι οι μονάδες αποτέφρωσης παράγουν τοξικά απόβλητα, τα οποία χρειάζονται ειδική διαχείριση και, πολλές φορές, ειδικούς χώρους υγειονομικής ταφής επικίνδυνων αποβλήτων (ΧΥΤΕΑ), κάτι που δεν αποτυπώνεται στον πίνακα της Eurostat.
Υποθέτουμε, βάσιμα, ότι ένα μέρος των ανακυκλώσιμων και των οργανικών που κομποστοποιούνται, σε αυτές τις χώρες, δεν προέρχεται από προδιαλογή, αλλά από επεξεργασία σύμμεικτων απορριμμάτων. Η δεύτερη διαπίστωση, συνεπώς, είναι ότι η συνολική διαχείριση σύμμεικτων απορριμμάτων αφορά ποσοστό, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τα, ήδη, υψηλά ποσοστά της αποτέφρωσης και μπορεί να κυμαίνεται από 50% – 70% του συνόλου των ΑΣΑ.
Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι η διαχείριση των ΑΣΑ «χωρίς ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ», στην Ευρώπη, είναι σχετικά περιορισμένη και, όπου εφαρμόζεται, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με υψηλά ποσοστά σύμμεικτων απορριμμάτων και με την ενεργειακή αξιοποίηση – καύση. Δηλαδή, με ότι αγωνιζόμαστε να αποτρέψουμε. Ή, μήπως, όχι;
Η ορθολογική προσέγγιση
Αν οι προηγούμενες προσεγγίσεις «χτυπούν το καμπανάκι» για τον κίνδυνο διολίσθησης στην φιλο-εργολαβική αντίληψη της συγκεντρωτικής διαχείρισης σύμμεικτων απορριμμάτων, με σκοπό την καύση, οφείλουμε να εξετάσουμε μιαν ακόμη εκδοχή. Τη δυνατότητα, δηλαδή, να οδηγηθούμε σε διαχείριση «χωρίς ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ», στο πλαίσιο της ήπιας, αποκεντρωμένης διαχείρισης, με κεντρικό πυλώνα την προδιαλογή των υλικών.
Αν σκεφτούμε ότι το 90%, περίπου, των αστικών στερεών αποβλήτων είναι ανακυκλώσιμα και οργανικά υλικά, ο στόχος για ένα τελικό υπόλειμμα της τάξης του 10% είναι, θεωρητικά, εφικτός. Με την προϋπόθεση ότι: γίνεται γενικευμένη εφαρμογή του νέου μοντέλου διαχείρισης, υπάρχει εκτεταμένη και διαρκής ενημέρωση και υποστήριξη, διασφαλίζονται οι αναγκαίες υποδομές υποδοχής και διαχείρισης των ανακτώμενων υλικών και η στάση πολιτείας και πολιτών χαρακτηρίζεται από συνέπεια και στοχοπροσήλωση. Και με την επιπλέον προϋπόθεση ότι υπάρχει ο ελάχιστος αναγκαίος χρόνος για την ομαλή ανάπτυξη ενός τέτοιου προγράμματος. Χρόνος που, με τις ιδανικότερες των συνθηκών, είναι αδιανόητο να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να είναι μικρότερος της δεκαετίας.
Για να πάμε σε ταφή του 10%, από το σημερινό 81%, σε βάθος μιας δεκαετίας και με όλες τις παραπάνω προϋποθέσεις, σημαίνει ότι θα εκτρέπεται από την ταφή, κατά μέσο όρο, το 7% περίπου του συνόλου της σημερινής παραγωγής ΑΣΑ. Αυτό σημαίνει επίσης, ότι στη διάρκεια της δεκαετίας θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν τεράστιες ποσότητες σύμμεικτων ΑΣΑ, που θα έχουν ανάγκη ασφαλούς διάθεσης. Οι ποσότητες αυτές, για την περίπτωση της Αττικής, εκτιμώνται σε, περίπου, 10 εκατ. τόνους.
Με δεδομένο το κλείσιμο του ΧΥΤΑ Φυλής και τη μη λειτουργία του ΧΥΤΑ Γραμματικού, μπορεί να διανοηθεί κανείς ότι αυτό το πραγματικό πρόβλημα γίνεται να αντιμετωπιστεί χωρίς τη δημιουργία νέων χώρων ασφαλούς διάθεσης;
Από το ένα λάθος, στο χειρότερο
Ένα μέρος από τους θιασώτες της αντίληψης «ποτέ και πουθενά ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ», αντιλαμβάνεται τη διάσταση του συνθήματος, διότι για σύνθημα πρόκειται, με την πραγματικότητα. Αντί να την αντιμετωπίσει με τον αναγκαίο ρεαλισμό, όμως, την αντιμετωπίζει με μια νέα φυγή από την πραγματικότητα. Με την ιδέα της μεταφοράς στο εξωτερικό, με σκοπό την καύση, των σύμμεικτων απορριμμάτων, τα οποία δεν θα έχουμε τους αναγκαίους χώρους για να τα διαθέσουμε με ασφάλεια. Και τα οποία, για να ωραιοποιηθεί ο παραλογισμός της πρότασης, μεταβαπτίζονται σε «υπόλειμμα». Ενώ δεν είναι προϊόν επεξεργασίας, αλλά ατόφια σύμμεικτα ή, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, μικτά επιμολυσμένα απόβλητα.
Οι θιασώτες αυτής της φαεινής ιδέας επικαλούνται το οικονομικό όφελος, υποστηρίζοντας ότι η μεταφορά στο εξωτερικό στοιχίζει λιγότερο από την υφιστάμενη διαχείριση και την ύπαρξη αγοράς, δηλαδή τη δυνατότητα διάθεσης. Και τα δύο μένει να τεκμηριωθούν, πειστικά.
Δε θα σταθούμε στην ηθική πλευρά της πρότασης. Το με ποια, δηλαδή, κινηματική αντίληψη μπορεί να θεωρείται ανεκτή και να επιδιώκεται να υλοποιείται, κάπου αλλού, μια συγκεκριμένη πρακτική διαχείρισης, που στη δική σου χώρα ή στη δική σου περιοχή θεωρείται απαράδεκτη και καταδικαστέα. Θα σταθούμε στα πρακτικά παρεπόμενα της πρότασης, που την κάνουν ακόμη πιο προβληματική:
Αν η καύση των απορριμμάτων είναι αποδεκτή σε μια άλλη χώρα, για ποιο λόγο να μην είναι και στη δική μας χώρα; Υπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων; Ή, μήπως, οι επιπτώσεις διαφοροποιούνται, ανάλογα με τις πολιτικές ανοχής συγκεκριμένων κυβερνήσεων και τις κερδοσκοπικές επιδιώξεις του κεφαλαίου;
Αν είναι οικονομική η διαχείριση, αυτού του τύπου, στο εξωτερικό, δε θα ήταν ακόμη οικονομικότερη αν γίνονταν στην Ελλάδα; Δεν είναι ένα σαφές μήνυμα προς τους εργολάβους αυτό;
Αν είναι φυσιολογική η μεταφορά απορριμμάτων στο εξωτερικό, γιατί μας ξενίζει η μεταφορά τους από την Τρίπολη, στη Φυλή, για παράδειγμα;
Η πρακτική υλοποίησης της διακρατικής μεταφοράς απορριμμάτων ισοδυναμεί με διαιώνιση της ύπαρξης κεντρικών υποδομών διαχείρισης σύμμεικτων, αφού κάπου πρέπει να μεταφορτώνονται τα απορρίμματα. Εκτός αν κανείς φαντάζεται ότι χίλια απορριμματοφόρα και φορτηγά, καθημερινά, θα μεταφορτώνουν τα απορρίμματα σε σιδηροδρομικούς σταθμούς και λιμάνια της Αττικής.
Επίλογος
Συνοψίζοντας, μπορούμε βάσιμα να ισχυριστούμε ότι σε ένα σύστημα αποκεντρωμένης διαχείρισης, με έμφαση στην προδιαλογή των υλικών, οι ανάγκες σε χώρους υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων θα περιοριστούν δραστικά και οι ίδιοι οι ΧΥΤΥ θα καταστούν ασφαλέστεροι. Θα εξακολουθήσουν, όμως, να είναι αναγκαίοι για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος διαχείρισης, για αρκετά χρόνια ακόμη. Η πρόταξη του στόχου «ποτέ και πουθενά ΧΥΤΑ/ΧΥΤΥ», εκτός από το να αποτελεί μια «βολική» φαντασίωση, εγκυμονεί τον κίνδυνο να ξαναβάλει στο «παιχνίδι» τα μεγαλοεργολαβικά συμφέροντα της συγκεντρωτικής διαχείρισης σύμμεικτων απορριμμάτων και της καύσης τους, μέσα από μια διαδικασία πλήρους ιδιωτικοποίησης.
κοινοποίησε το:

Από την πίσω πόρτα, οι εργολάβοι στους δήμους

15 Νοεμβρίου , 2015

 
 

 

Τάσος Κεφαλάς ΠΡΩΣΥΝΑΤ
Τάσος Κεφαλάς ΠΡΩΣΥΝΑΤ

Είναι κάμποσα χρόνια τώρα, που δεν υπάρχει συζήτηση, διαβούλευση ή αντιπαράθεση για το ζήτημα της διαχείρισης των αποβλήτων χωρίς αναφορά στο θέμα του δημόσιου ή μη χαρακτήρα της. Ιδεοληπτική εμμονή η υπεράσπισή της, λένε κάποιοι. Επιπόλαιος και «πιασάρικος» ισχυρισμός θα αντιτείνω. Αρκεί να σκεφτούμε ότι πρόκειται για μια δραστηριότητα με καθολικό χαρακτήρα -αφορά τους πάντες- αναπόσπαστο κομμάτι των σύγχρονων κοινωνιών. Που και γι αυτό το λόγο παρουσιάζει μια συνθετότητα και μεγάλους περιβαλλοντικούς κινδύνους. Είναι εύλογη, λοιπόν, η απαίτηση να ασκείται αδιάλειπτα, σε όλους τους τομείς και όχι μόνο εκεί που υπάρχει κέρδος, με ασφάλεια, με οικονομικότητα και σε περιβάλλον που ενθαρρύνει την κοινωνική συμμετοχή. Αυτούς τους όρους και τις προϋποθέσεις μόνο ένα σύστημα με δημόσιο – κοινωνικό χαρακτήρα μπορεί να τους διασφαλίσει.

 

Από την άλλη πλευρά, το «μέτωπο» των ωφελούμενων από την ιδιωτικοποίηση έχει ένα ισχυρό κίνητρο, το οικονομικό. Γιατί η διαχείριση των αποβλήτων, εκτός όλων των άλλων πτυχών της, αποτελεί και μια οικονομική δραστηριότητα με τεράστιους τζίρους. Μιλώντας μόνο για τα αστικά απόβλητα, έχουμε ένα μέσο κόστος της τοπικής αυτοδιοίκησης, που κυμαίνεται στα 190 €/τόνο για τα μεγάλα αστικά κέντρα και στα 120-130 €/τόνο για την περιφέρεια. Αυτό σημαίνει ένα ετήσιο κόστος της τοπικής αυτοδιοίκησης της τάξης των 850 εκατομμυρίων ευρώ. Ο τζίρος στον τομέα της ανακύκλωσης, παρόλο ότι βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, είναι τεράστιος. Πρόσφατη μελέτη της IBHS τον ανεβάζει στα 358 εκ. ευρώ στα μεταλλικά απόβλητα και στα 179 εκ. ευρώ στα μη μεταλλικά. Αν προσθέσουμε τη διαχείριση εμπορικών και βιομηχανικών αποβλήτων, των επικίνδυνων αποβλήτων και των αποβλήτων υγειονομικών μονάδων, πολύ πρόχειρα φτάνουμε να μιλάμε για τζίρο που ξεπερνά το 1,5 δις ευρώ το χρόνο.

 

Το κίνητρο της κερδοφορίας για το ιδιωτικό κεφάλαιο έρχεται να το ενισχύσει το πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, που έχουν διαμορφώσει οι πολιτικές των μνημονίων. Κεντρικό στοιχείο των οποίων είναι η ιδιωτικοποίηση μεγάλου μέρους υποδομών και δραστηριοτήτων, που μέχρι τώρα ήταν, αυτονόητα, μέρος των λειτουργιών του κράτους ή της αυτοδιοίκησης. Όχι, πάντα με τον καλύτερο τρόπο, για να λέμε και του στραβού το δίκιο. Σε μια περίοδο οικονομικής δυσπραγίας, με ελάχιστες πρωτοβουλίες επενδύσεων σε παραγωγικές δραστηριότητες, είναι πολύ μεγάλο το δέλεαρ μιας εγγυημένης επιχειρηματικής δραστηριότητας, σε μεγάλο βάθος χρόνου, όπως αυτή της διαχείρισης των αποβλήτων. Γι αυτό και έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον όλων των μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων της χώρας, που έχουν αναπτύξει, πλέον, και ξεχωριστούς κλάδους για τη διαχείριση των αποβλήτων, πολλές φορές σε συνεργασία με μεγάλες πολυεθνικές, κυρίως ευρωπαϊκές. Γι αυτό ας μην πέφτουν από τα σύννεφα οι υπέρμαχοι της «Ευρώπης των λαών», όταν διαπιστώνουν στην πράξη να θυσιάζονται οι περιβαλλοντικές κατακτήσεις στο βωμό των συμφερόντων των μεγάλων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και σημαίνοντα πολιτικά στελέχη (βλέπε: Φούχτελ, Ράιχενμπαχ) να λειτουργούν σαν οι πλασιέ τους.

 

Η ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των αποβλήτων, ακόμη και των αστικών – δημοτικών, δεν είναι, απλά, ένας επαπειλούμενος κίνδυνος. Είναι μια εξελισσόμενη πραγματικότητα. Στο επίκεντρο οι συμπράξεις δημόσιου – ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) για μεγάλα εργοστάσια επεξεργασίας σύμμεικτων απορριμμάτων. Που παρά τις αντίθετες δεσμεύσεις της κυβέρνησης ξαναμπαίνουν στο τραπέζι. Ο τομέας της ανακύκλωσης βρίσκεται ολοκληρωτικά στα χέρια ιδιωτικών συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης (ΣΕΔ), με υποτυπώδη εποπτεία από τον Ελληνικό οργανισμό ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ). Η διαχείριση των περισσότερων χώρων ταφής (ΧΥΤΑ), όπου οδηγείται το 85% των αστικών αποβλήτων, γίνεται από εργολάβους. Το 95% των εργασιών στο «μεγαθήριο» της Φυλής (μονάδα μηχανικής επεξεργασία σύμμεικτων, αποτεφρωτήρας υγειονομικών αποβλήτων, καύση βιοαερίου, βιολογικοί καθαρισμοί, ταφή κλπ.) γίνονται από εργολάβους. Σε μια σειρά δήμων, ακόμη και η αποκομιδή των απορριμμάτων έχει ανατεθεί σε ιδιώτες.

 

Είναι αναστρέψιμη αυτή η διαδικασία;

 

Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν οδηγούμαστε αναγκαστικά στην πλήρη ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης (και) των αστικών αποβλήτων και αν η διαδικασία αυτή είναι αναστρέψιμη. Και το επόμενο ερώτημα: μπορεί ένα διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης, όπως αυτό της αποκεντρωμένης διαχείρισης, που προωθούν οι κινηματικές πρωτοβουλίες και ενσωμάτωσε σε μεγάλο βαθμό το νέο εθνικό σχέδιο διαχείρισης αποβλήτων, να αποτρέψει την ιδιωτικοποίηση;

 

Εδώ δε χωρούν αυταπάτες. Η αποκεντρωμένη διαχείριση, σε αντίθεση με το συγκεντρωτικό μοντέλο, προβλέπει υποδομές και δραστηριότητες που μπορούν να διαχειριστούν οι δήμοι και οι περιφέρειες, που είναι «στα μέτρα τους». Με αυτήν την έννοια, λειτουργεί αποτρεπτικά στις λογικές της ιδωτικοποίησης, χωρίς όμως να μπορεί -από μόνη της- να την εξουδετερώσει. Ο καθοριστικός παράγοντας είναι η πολιτική βούληση και οι επιλογές της κυβέρνησης και της αυτοδιοίκησης. Και εδώ τα πράγματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Η κυβέρνηση και μεγάλο μέρος των αυτοδιοικητικών του ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να «πατά σε δύο βάρκες», ενώ το σύμπλεγμα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, στις περιφέρειες και στην τοπική αυτοδιοίκηση, κατά κανόνα, αντιμάχεται την αποκεντρωμένη διαχείριση και ανοίγει διάπλατα τις πόρτες στην ιδιωτικοποίηση.

 

Συμπερασματικά: ακόμη κι αν με κάποιο μαγικό τρόπο πετυχαίναμε μια καθολική εφαρμογή του μοντέλου της αποκεντρωμένης διαχείρισης, τίποτε δεν μπορεί να αποκλείσει την ιδιωτικοποίηση των υποδομών και των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει, αν λείπει η στήριξη της κυβέρνησης και αν οι πολιτικές και οι πρακτικές περιφερειών και τοπικής αυτοδιοίκησης είναι «μπολιασμένες» με τις τη λογική της ιδιωτικοποίησης.

 

Πρακτικές δήμων που ξενίζουν

 

Την απλή αυτή αλήθεια έρχονται να την επιβεβαιώσουν οι επιλογές τριών δήμων της Αττικής, που, μάλλον, ξενίζουν. Από την άποψη ότι πρόκειται για δήμους που έχουν αποπειραθεί να ξεφύγουν λίγο από την πεπατημένη της συγκεντρωτικής διαχείρισης και να υλοποιήσουν κάποιες αποκεντρωμένες δημοτικές υποδομές, έστω και με τον ατελή και συζητήσιμο τρόπο που το κάνουν. Ας δούμε αυτές τις επιλογές.

 

Δήμος Ελευσίνας

 

Ο δήμος Ελευσίνας λειτουργεί, εδώ και αρκετά χρόνια, μια δημοτική υποδομή, που την ονομάζει δημοτικό ΚΔΑΥ, σε έκταση που του έχει παραχωρηθεί από την τσιμεντοβιομηχανία ΤΙΤΑΝ. Επαίρεται πολύ συχνά γι αυτήν την υποδομή. Δεν πρόκειται για τα κλασικά ΚΔΑΥ, σαν αυτά της ΕΕΑΑ, που διαχειρίζονται ανακυκλώσιμα υλικά συσκευασίας. Ούτε σχετίζεται με τις άλλες μεγάλες κατηγορίες απορριμμάτων, τα οργανικά και τα σύμμεικτα. Έχει έναν περιορισμένο ρόλο, καθώς υποδέχεται, κυρίως, κλαδέματα, ογκώδη, μπάζα, ηλεκτρικές συσκευές και ελαστικά. Τα υλικά αυτά, κατά έναν ανεξήγητο και ανορθολογικό τρόπο, συγκεντρώνονται σε κοινά containers, που υπάρχουν σε διάφορα σημεία της πόλης. Στη συνέχεια, οδηγούνται στη δημοτική υποδομή, υφίστανται έναν πρώτο χειρωνακτικό διαχωρισμό (συσκευές, ελαστικά, ξύλα, κάποια ανακυκλώσιμα) και μετά τεμαχισμό και περαιτέρω «διαχωρισμό», με απλά μηχανικά μέσα. Το μεγαλύτερο μέρος των προϊόντων αυτής της επεξεργασίας οδηγείται στη Φυλή. Γι αυτό και ο δήμος Ελευσίνας δε διαφέρει από τους άλλους δήμους της Αττικής, ως προς το τι στέλνει στη Φυλή (το 2013, το 87% του συνόλου των ΑΣΑ).

 

Ξαφνικά(;), έρχεται για συζήτηση στο δημοτικό συμβούλιο εισήγηση για ανάθεση μελέτης σε εξωτερικό μελετητή (;), που θα διερευνήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάθεση της λειτουργίας του δημοτικού ΚΔΑΥ σε ιδιώτη εργολάβο. Ήρθε, φαίνεται, η ώρα η ίδια η δημοτική αρχή να αποκαθηλώσει το «κατόρθωμά» της.

 

Δήμος Ηλιούπολης

 

Ο δήμος Ηλιούπολης, είναι αλήθεια, έχει παρελθόν με τις ιδωτικοποιήσεις. Έκρινε, ωστόσο, ότι θα είναι χρήσιμη μια δημοτική υποδομή κομποστοποίησης των πράσινων του δήμου, αντί να τα οδηγεί στη Φυλή και, μάλιστα, πληρώνοντας την ταφή του. Ξεκίνησε να την υλοποιεί από το 2011 και συνεχίζει να τη λειτουργεί. Σήμερα υποδέχεται γύρω στους 600 τόνους πράσινων το χρόνο και παράγει κομπόστ που το χρησιμοποιεί ή το διαθέτει στους δημότες. Αποδείχτηκε μια χρήσιμη πρωτοβουλία, παρά το περιορισμένο εύρος της, που υλοποιήθηκε σχετικά εύκολα. Ποιο είναι το ενδιαφέρον στην υπόθεση; Ότι μια σχετικά απλή υποδομή και διαδικασία την ανέθεσε εργολαβικά στο ΤΕΙ Κρήτης (και αυτό, με τη σειρά του, σε κάποιον υπεργολάβο). Προτίθεται δε να συνεχίσει να τη λειτουργεί με αυτό το καθεστώς μέχρι το 2019, σύμφωνα με το τοπικό σχέδιο διαχείρισης, που βρίσκεται σε διαβούλευση.

 

Δήμος Βύρωνα

 

Ο δήμος Βύρωνα είναι ο μοναδικός δήμος της Αττικής με δικό του ανεξάρτητο δημοτικό σύστημα ανακύκλωσης, με ξεχωριστούς κάδους για χαρτί, μέταλλα, πλαστικά και γυαλί. Από το 2008. Διαθέτει ο ίδιος τα υλικά που συλλέγονται στο εμπόριο και έχει ένα μικρό έσοδο, που θα μπορούσε να ήταν πολύ μεγαλύτερο αν το σύστημα λειτουργούσε με καλύτερη οργάνωση (είναι μια ξεχωριστή συζήτηση αυτή). Ποτέ δεν είχε σχέση με την ΕΕΑΑ και ποτέ δε λειτούργησε με μπλε κάδο.

 

Η νέα δημοτική αρχή, από την αρχή, σχεδόν, της θητείας της, ξεκίνησε συζήτηση με την ΕΕΑΑ, με σκοπό μια συνεργασία που θα απέφερε κάποια οικονομική ενίσχυση του δήμου (σε χρήμα και σε μέσα). Ξεκαθαρίζουμε ότι δεν πρόκειται για κλασική περίπτωση ιδιωτικοποίησης, αφού ο δήμος θα συνεχίζει να διαχειρίζεται ο ίδιος το δημοτικό σύστημα ανακύκλωσης, θα διαθέτει ο ίδιος τα υλικά και θα εισπράττει. Απλά, το σύστημα μπαίνει κάτω από την «αιγίδα» της ΕΕΑΑ, αν μπορούμε να το πούμε έτσι.

 

Ένα τέτοιο καθεστώς, για όλους τους άλλους δήμους, που είναι εξαρτημένοι από τον μπλε κάδο, τα ΚΔΑΥ και το «ταμείο» της ΕΕΑΑ, θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόοδος. Για το δήμο Βύρωνα, όμως, που το δημοτικό του σύστημα λειτούργησε και λειτουργεί σαν το αντιπαράδειγμα του μπλε κάδου, είναι μεγάλο λάθος. Όχι γιατί θα αλλάξει κάτι στην καθημερινή διαχείριση της ανακύκλωσης στο δήμο Βύρωνα. Αλλά γιατί θα σταλεί ένα λάθος μήνυμα (υποταγής) στους άλλους δήμους, τη στιγμή που ακόμη και το εθνικό σχέδιο διαχείρισης αποβλήτων (ΕΣΔΑ) μιλά για δημοτικά συστήματα ανακύκλωσης, για ριζική αναδιάρθρωση της ανακύκλωσης και των ΣΕΔ και θεωρεί δημόσιο τον πόρο της ανακύκλωσης, που πρέπει να διαχειριστεί ένας εθνικός φορέας. Η ΕΕΑΑ, σε μια εποχή που αμφισβητείται πλατιά η δράση της, έχει προφανή σκοπιμότητα να θέλει μια τέτοια εξέλιξη. Ο δήμος Βύρωνα δε δικαιολογείται να συμπράξει στην αυτοακύρωση της μέχρι τώρα στάσης του.

 

Η ευθύνη της κυβέρνησης και της περιφέρειας Αττικής

 

Τα παραδείγματα που εκτέθηκαν επιβεβαιώνουν, με έμφαση, το βασικό συμπέρασμα που προηγήθηκε. Ωστόσο, δεν θα ήμασταν εκτός τόπου και χρόνου, αν υποθέταμε ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν διαφορετικά, αν ήταν άλλη η στάση της κυβέρνησης και της περιφέρειας Αττικής. Σε τι αναφερόμαστε;

 

Η κυβέρνηση, με το νέο εθνικό σχέδιο διαχείρισης αποβλήτων που υιοθέτησε, φάνηκε να υιοθετεί το βασικό πυρήνα της αντίληψης για αποκεντρωμένη διαχείριση, με δημόσιο χαρακτήρα και με έμφαση στην προδιαλογή των υλικών. Για την υλοποίησή του, προβλέπει κάποιες προϋποθέσεις και ενέργειες, όπως η απεμπλοκή από τις ΣΔΙΤ, η αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης, η διευκόλυνση της χωροθέτησης ήπιων δημοτικών υποδομών, η διασφάλιση της δυνατότητας οργάνωσης συστημάτων δημοτικής ανακύκλωσης, η ριζική αναδιάρθρωση του τομέα της ανακύκλωσης, η δημιουργία εθνικού φορέα για τη διαχείριση των αποβλήτων, που θα διαχειρίζεται σαν δημόσιους τους πόρους της ανακύκλωσης, η χρηματοδότηση των αποκεντρωμένων υποδομών κλπ. Τι απ’ όλα αυτά έχει γίνει; Σχεδόν, τίποτα, ενώ η συζήτηση για τις ΣΔΙΤ ξανανοίγει. Μόλις τώρα, στο νόμο για τα προαπαιτούμενα, «πέρασε» διάταξη για την τυπική επικύρωση του εθνικού σχεδίου, που μέχρι τότε ήταν έωλος. Η κυβέρνηση και τα αρμόδια υπουργεία ας αναλογιστούν, επιτέλους, τις τεράστιες ευθύνες που έχουν και ας προχωρήσουν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες.

 

Η περιφέρεια Αττικής έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης. Αφού με το είδος της αναθεώρησης του περιφερειακού σχεδιασμού (ΠΕΣΔΑ) που υιοθέτησε (8/10/2015) και την πόρτα στις ιδιωτικοποιήσεις αφήνει ανοιχτή και αφήνει ένα τεράστιο κενό σε παντοειδείς πρωτοβουλίες, καθώς δεν περιγράφει με σαφήνεια τις αναγκαίες υποδομές διαχείρισης στο επίπεδο της περιφέρειας, αλλά και στο επίπεδο των δήμων. Επιπρόσθετα, συνεχίζει να μην προχωρά στην αναγκαία ουσιαστική αξιολόγηση των τοπικών σχεδίων (ΤΣΔ) των δήμων, με αποτέλεσμα ο κάθε δήμος να σχεδιάζει και να υλοποιεί «κατά το δοκούν», χωρίς έναν ενιαίο μπούσουλα.

 

Δε θέλησε να το παραδεχτεί δημόσια, ωστόσο είναι φανερό ότι εισέπραξε το μήνυμα της εκτεταμένης κριτικής στην αναθεώρηση. Γι αυτό και ανέθεσε στους μελετητές να επεξεργαστούν περαιτέρω τον ΠΕΣΔΑ Αττικής, προκειμένου να αποκτήσει υπόσταση πραγματικού στρατηγικού σχεδίου. Η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να παραπεμφθεί στις καλένδες. Πρέπει να γίνει με συγκροτημένο τρόπο, όπως πρότεινε με παρέμβασή της η ΠΡΩΣΥΝΑΤ, ώστε μέχρι το τέλος του 2015 να έχει γίνει η αξιολόγηση των ΤΣΔ, η αναμόρφωση του ΠΕΣΔΑ, η εκπόνηση της στρατηγικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η τελική επικύρωση του ΠΕΣΔΑ από το περιφερειακό συμβούλιο και η εναρμόνιση των τοπικών σχεδίων διαχείρισης των δήμων.

 

15/11/2015

Τάσος Κεφαλάς

μέλος της Πρωτοβουλίας συνεννόησης για τη διαχείριση των απορριμμάτων (ΠΡΩΣΥΝΑΤ)

κοινοποίησε το: