Αρχείο ετικέτας συνέντευξη

«Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι θέμα πολιτικής βούλησης»

“… Οι πολίτες ενδιαφέρονται για την κλιματική αλλαγή, αλλά πολλοί αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα πολύ άμεσα προβλήματα. Και όταν εμπλέκονται, εισπράττουν αντιφατικά μηνύματα από τους πολιτικούς και τη βιομηχανία. Πρώτον, τους λένε ότι η κλιματική αλλαγή είναι η μεγαλύτερη απειλή για την ανθρωπότητα αυτόν τον αιώνα, όπως και πραγματικά είναι, και μετά απλώς τους ενθαρρύνουν να αναλάβουν κάποιες μικρές ατομικές δράσεις, όπως η ανακύκλωση, προκειμένου να την αντιμετωπίσουν.
Η αναντιστοιχία ανάμεσα στην κλίμακα του προβλήματος και στις προτεινόμενες λύσεις οδηγεί σε δυσπιστία για το πόσο μεγάλη είναι στην πραγματικότητα η απειλή. Η πραγματικότητα είναι ότι ο μετασχηματισμός της οικονομίας μας είναι αναγκαίος για να ευδοκιμήσει η ανθρωπότητα αυτόν τον αιώνα, αλλά οι πολίτες δεν ακούνε αυτό το μήνυμα…”


Συντάκτης: 
Τάσος Τσακίρογλου


Πηγή: «Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι θέμα πολιτικής βούλησης»

Ο καθηγητής της Επιστήμης των Παγκόσμιων Αλλαγών Σάιμον Λιούις εξηγεί τι είναι η «Ανθρωπόκαινος εποχή», διευκρινίζοντας ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί έναν πολλαπλασιαστή ήδη υπαρχόντων προβλημάτων. Θεωρεί ότι η συζήτηση για τον καπιταλισμό, την παραγωγή και την κατανάλωση είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ και τονίζει ότι η απάντηση στις σοβαρές περιβαλλοντικές προκλήσεις είναι θέμα πολιτικής βούλησης.

Συνέχεια ανάγνωσης «Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι θέμα πολιτικής βούλησης»

Νόαμ Τσόμσκι: Σενάρια δημοκρατίας

IN ΔΙΕΘΝΗ / BY EPOHI / ON OCTOBER 21, 2018 AT 7:02 PM /

Νόαμ Τσόμσκι

Πλησιάζουν οι εκλογές του Midterm. Σύμφωνα με το φιλόσοφο, ο λαός επαναστατεί εναντίον των ελίτ, δεν πρόκειται για λαϊκισμό. «Η μετατόπιση προς τα δεξιά γεννιέται από την εξέγερση ενάντια στους θεσμούς και τις κυρίαρχες τάξεις και στην Ευρώπη συμβαίνει το ίδιο, αλλά ακόμη χειρότερα». Γλωσσολόγος, φιλόσοφος, ακαδημαϊκός, θεωρητικός της επικοινωνίας και πολιτικός ακτιβιστής, ο καθηγητής Νόαμ Τσόμσκι δεν χρειάζεται συστάσεις. Αφού άλλαξε ριζικά τον χώρο της γλωσσολογίας με τη θεωρία του για τη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική των δεκαετιών ‘50-’60, συνέχισε να παρατηρεί την πραγματικότητα και τις κοινωνικές δυναμικές με ένα επαναστατικό βλέμμα, παράγοντας αναλύσεις και δοκίμια για τα θέματα της εξουσίας, της δημοκρατίας και της γλώσσας. Μολονότι τον τελευταίο ενάμιση χρόνο –μετά την εκλογή του Τραμπ- εντατικοποίησε την ατζέντα των συναντήσεων και των συνεντεύξεών του, βρήκε χρόνο να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις στο Il Manifesto για το σκηνικό των Ηνωμένων Πολιτειών και τις διολισθήσεις της Ευρώπης.

Συνέχεια ανάγνωσης Νόαμ Τσόμσκι: Σενάρια δημοκρατίας

Ιταλία όπως Ελλάδα; – Αρχική

Εδώ και μερικούς μήνες, ο κόσμος όλος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα το θρίλερ που εξελίσσεται στην Ιταλία, με την αγωνία να κορυφώνεται τις τελευταίες μέρες. Αναταραχή στις αγορές, ανησυχία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σκαμπανεβάσματα στα spreads, διχασμένη η ιταλική κοινωνία, με τους μισούς να φοβούνται τη ρήξη και τους άλλους μισούς να χαίρονται που επιτέλους η Ιταλία σήκωσε κεφάλι. Φοβέρες […]

Πηγή: Ιταλία όπως Ελλάδα; – Αρχική

«Μοιραίες οι λάθος εκτιμήσεις για την πολιτική λιτότητας»


17/9/2018

Σύμφωνα με μελέτη της ΕΚΤ που δημοσιεύει η Handelsblatt, η ΕΕ υποβάθμισε τους κινδύνους από τη λιτότητα χρησιμοποιώντας λάθος πολλαπλασιαστή δημοσίων δαπανών.

Spiegel για Θεόδωρο Κουρεντζή: «Καλοσυγκερασμένη αναρχία».

Επιδείνωσε και παρέτεινε η τρόικα την οικονομική και δημοσιονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008; Απαίτησε από τις κυβερνήσεις χωρών που κατέφυγαν σε προγράμματα βοήθειας υπερβολικές μειώσεις δαπανών και αύξηση εισφορών; Τα ερωτήματα αυτά απασχολούν τον αρθρογράφο της οικονομικής εφημερίδας Handelsblatt  με αφορμή πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ΕΚΤ για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου.

Η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική στραγγάλισε την ανάπτυξη

Η εφημερίδα παραπέμπει καταρχήν σε άρθρο του Ντάνιελ Λι, αναπληρωτή επικεφαλής οικονομολόγου του ΔΝΤ, το οποίο θα μπορούσε να είναι και ομολογία ενοχής, όπως σημειώνεται. Γιατί υποστηρίζει ότι σε χώρες με μνημόνια η οικονομική συγκυρία υπέστη πιο ισχυρό πλήγμα από όσο είχε προβλεφθεί. «Το συμπέρασμά του Ντάνιελ Λι, όπως και του προϊσταμένου του Ολιβιέ Μπλανσάρ, επικεφαλής οικονομολόγου του Ταμείου από το 2008 μέχρι το 2015, είναι ότι οι προσπάθειες δημοσιονομικής λιτότητας πνίγουν την οικονομική δραστηριότητα περισσότερο από όσο είχε αρχικά θεωρηθεί. Διατυπωμένο με τεχνικούς όρους, ο πολλαπλασιαστής δημοσίων δαπανών δεν πρέπει να υπολογίζεται με βάση το 0,5 όπως νομιζότααν μέχρι τώρα, αλλά πάνω από τη μία μονάδα. Κατά συνέπεια, μείωση των κρατικών δαπανών κατά ένα ευρώ, δεν μειώνει αντίστοιχα την απόδοση της οικονομίας μόνο κατά μισό ευρώ, αλλά πάνω από ένα ευρώ, που σημαίνει ότι η πολιτική λιτότητας με τη μείωση των δημοσίων επενδύσεων έρχεται σε αντίθεση με τον στόχο μείωσης του χρέους». Η εφημερίδα υπενθυμίζει ότι η συζήτηση για την επίδραση της πολιτικής λιτότητας έγινε αντικείμενο θυελλωδών συζητήσεων, κυρίως ανάμεσα σε οικονομολόγους και πολιτικούς της Γερμανίας και του αγγλοσαξονικού χώρου. Οι πρώτοι υποστήριζαν αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, οι δεύτεροι δημοσιονομική πολιτική που προσανατολίζεται στην ενίσχυση της ανάπτυξης.

Τέσσερις οικονομολόγοι της ΕΚΤ δημοσίευσαν στο ενημερωτικό δελτίο της τράπεζας μελέτη με τον τίτλο «Learning about fiscal multipliers during European sovereign debt crisis». Σε αυτήν εξετάζουν το ύψος του πολλαπλασιαστή κρατικών δαπανών και καταλήγουν στην καθόλου κολακευτική για την Κομισιόν διαπίστωση ότι τα πρώτα χρόνια της κρίσης υπολόγιζε τον πολλαπλασιαστή όχι με βάση το σύνηθες 0,5 αλλά πολλές φορές γύρω στο μηδέν, κάτι που την οδήγησε στη διαπίστωση ότι η μείωση των δημοσίων δαπανών έχει σχεδόν μηδενική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα Στα επόμενα χρόνια η Κομισιόν αύξανε σταδιακά τον πολλαπλασιαστή, έτσι ώστε πολλοί οικονομολόγοι να αποδώσουν την οικονομική ανάπτυξη κρατών, επί χρόνια συνδεδεμένα σε πρόγραμμα στήριξης, στον μετριασμό των όρων αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής». Και ο αρθρογράφος καταλήγει: «Εάν η ανάλυση της ομάδας από την ΕΚΤ ισχύει, τότε οι αγγλοσάξονες με την κριτική του είχαν δίκιο και η κρίση κυρίως στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου θα είχε λιγότερη διάρκεια και δεν θα ήταν τόσο βαθιά, εάν οι Βρυξέλλες και η Φραγκφούρτη άκουγαν τα επιχειρήματά τους».

Πηγή Deutsche Welle

Το ΔΝΤ παραδέχτηκε το λάθος στον υπολογισμό του δημοσιονομικού συντελεστή το 2013. Ο οικονομολόγος Θεόδωρος Μαριόλης υπολόγισε τον σωστό συντελεστή (1,7) ενάμιση χρόνο πριν το ΔΝΤ. Η Γερμανία και το ΔΝΤ έπαιξαν στα ζάρια την τύχη ενός ολόκληρου λαού. Το άσχημο είναι ότι το κάνουν ακόμα δεδομένου ότι η Γερμανία απέκλεισε την Ελλάδα από την ποσοτική χαλάρωση (αγορά κρατικών ομολόγων από την ΕΚΤ) που θα της επέτρεπε να δανειστεί με χαμηλά επιτόκια από τις ”αγορές” όπως και η πολιτική των τεράστιων πρωτογενών πλεονασμάτων για τα επόμενα 42 χρόνια (3.5% μέχρι το 2022 και 2.2% μέχρι το 2060).

Η πολιτική αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Τα επόμενα χρόνια η Γερμανία θα βρει έναν άλλο ”Τσίπρα” για να του ρίξει την ευθύνη για την αποτυχία. Σαφώς και θα υπάρξει νέα ”κρίση” και επιστροφή στα μνημόνια ή σε κάποιον μηχανισμό δανεισμού με άλλο όνομα. Οι διαβόητες ”μεταρρυθμίσεις” που διαλύουν την οικονομία και την κοινωνία θα συνεχιστούν. Η Ελλάδα μετατρέπεται σε κράτος με οικονομία σύμφωνε μη την Προτεσταντική ηθική. Το κακό είναι ότι οι Έλληνες θέλουν αυτή την αλλαγή. 

Κύρκος Δοξιάδης Τοξική ταξικότητα


Η Ακροδεξιά κάθε χώρας έχει την ιδιαιτερότητά της. Στη σύγχρονη Ευρώπη, όμως, είναι αλήθεια ότι οι ακροδεξιές παρατάξεις τείνουν να συγκλίνουν, και κατά συνέπεια να συμμαχούν μεταξύ τους, με αναφορά σε δύο βασικά κοινωνικο-πολιτικά διακυβεύματα. Το ένα είναι πως προβάλλονται, με τη στάση που αποκαλείται (ακροδεξιός) «ευρωσκεπτικισμός», ως μοναδική εναλλακτική πρόταση απέναντι στη νεοφιλελεύθερη ευρωπαϊκή ενοποίηση και στη δυσαρέσκεια που αυτή προξενεί και το δεύτερο έχει να κάνει με τη σκληρή ξενοφοβική στάση απέναντι στο μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα.

Κύρκος Δοξιάδης


καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών


Και με τους δύο αυτούς τρόπους διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό απ’ ό,τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «συστημική», ταξικά και πολιτικά, ιδεολογία και θεσμική εκπροσώπηση: από τον (νεοφιλελεύθερο) «ευρωπαϊσμό» και τα παραδοσιακά αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που εξακολουθούν να διατηρούν κάποια -χαλαρή έστω- σχέση και με τον πολιτικό φιλελευθερισμό.

Εάν μέναμε σε αυτά τα δύο στοιχεία που ορίζουν ως τέτοια την Ακροδεξιά σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, θα χάναμε την ουσία της ιδιαιτερότητας της ελληνικής Ακροδεξιάς. Δεν αναφέρομαι τόσο στη Χρυσή Αυγή, που μπορούμε να πούμε πως μετέχει και στα δύο βασικά γνωρίσματα της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, και μάλιστα στην πιο ακραία τους μορφή. Μακροπρόθεσμα είναι ίσως πιο σημαντικό το φαινόμενο που σήμερα παρουσιάζεται ως «ακροδεξιά μετάλλαξη» της Νέας Δημοκρατίας.

Κατά την άποψή μου, δεν πρόκειται ακριβώς για «μετάλλαξη». Η ακροδεξιά διάσταση του επίσημου φορέα της ελληνικής Δεξιάς έχει μακρά Ιστορία, τις καταβολές της οποίας θα βρούμε στη δικτατορία του Μεταξά και στους δωσίλογους και ταγματασφαλίτες της Κατοχής.

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε ουσιαστική αντι-φασιστική κάθαρση μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ότι, αντιθέτως, το αστικό καθεστώς στηρίχτηκε στην ενσωμάτωση ακραιφνώς φασιστικών στοιχείων για να επιβιώσει, είναι μια πραγματικότητα που παρέμενε στην αφάνεια όσο διαρκούσε ακόμη η απόπειρα εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού του ελληνικού πολιτικού βίου που σημάδεψε κατά μέγα μέρος τις πρώτες μεταδικτατορικές δεκαετίες. Με την κρίση, τα μνημόνια και την άνοδο της Αριστεράς στην κυβερνητική εξουσία, «τα ψέματα τελείωσαν».

Το ενδιαφέρον λοιπόν με αυτήν την ελληνική Ακροδεξιά είναι πως πρόκειται για μια απολύτως «συστημική» Ακροδεξιά. Από τότε που ανέλαβε ο Αντώνης Σαμαράς αρχηγός της Ν.Δ., ετέθη ως κεντρικός στόχος του μεγάλου αστικού πολιτικού φορέα της σύγχρονης Ελλάδας η ουσιαστική ματαίωση της Μεταπολίτευσης.

Που σημαίνει, η ακύρωση της μεγάλης θεσμικής αλλαγής που συντελέστηκε μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974 και που συνίστατο στον στοιχειώδη πολιτικό εκσυγχρονισμό που μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει ακόμη η Ελλάδα. Η επιστροφή στην «αντικομμουνιστική κανονικότητα» του μετεμφυλιακού κράτους αποτελεί, λοιπόν, έναν σαφέστατα ταξικό στρατηγικό σχεδιασμό.

Αρχισε να οργανώνεται ολόκληρη η ιδεολογία και πολιτική πρακτική των αστικών δυνάμεων προς μια οργανική διασύνδεση με εμφανώς φασιστικά στοιχεία – όπως ακριβώς δηλαδή ίσχυε στην προδικτατορική Ελλάδα. Η μόνη διαφορά είναι πως η σύγχρονη φασιστοειδής ταξικότητα που χαρακτηρίζει τις κυρίαρχες πολιτικο-οικονομικές δυνάμεις είναι αναλόγως «εκσυγχρονισμένη» ως προς τα κελεύσματα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.

Πριν από δυο βδομάδες, δημιουργήθηκε σούσουρο γύρω από μια δήλωση του Μάκη Βορίδη, που εμπεριείχε τη φράση «ελαττωματικές ιδέες της Αριστεράς». Ολόκληρη η σχετική διατύπωση έχει ως εξής: «Πρέπει να υπάρξει στρατηγική ήττα των ιδεών της Αριστεράς για να μην ξαναβρεθεί στην εξουσία με οποιαδήποτε μορφή της. Ο Κυρ. Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία, γιατί οι ιδέες της είναι ελαττωματικές».

Εξ αρχής μου έκανε εντύπωση ότι ο θόρυβος επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη φράση «ελαττωματικές ιδέες». Δεδομένου του τι λέγεται κατά καιρούς τόσο από τον ίδιον όσο και από άλλους εναντίον της Αριστεράς, μου φάνηκε εξαιρετικά ήπια έκφραση. Στη χειρότερη περίπτωση, επρόκειτο απλώς για αδέξιο χαρακτηρισμό («ελαττωματικό» λες ένα μηχάνημα, όχι κάποιες ιδέες).

Και κατόπιν συνειδητοποίησα πως ο θόρυβος που προκλήθηκε αποτελεί μία από τις «σατανικές» εκείνες επικοινωνιακές παραπλανήσεις, που η «σατανικότητά» τους έγκειται στο ότι δεν έχουν σχεδιαστεί συνειδητά από κανέναν.

Με το να επικεντρωθεί ολόκληρη η προσοχή του κόσμου στην απλώς αδέξια διατύπωση περί «ελαττωματικότητας των ιδεών», συγκαλύφθηκε η κεφαλαιώδους σημασίας προτροπή προς τον αρχηγό της Ν.Δ. που παρατηρούμε στο πρώτο σκέλος της πρότασης: «Ο Κυρ. Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία…». Τι μπορεί να σημαίνει αυτό αν όχι παρότρυνση προς τον «μέλλοντα πρωθυπουργό» να επαναφέρει τους φασιστοειδείς θεσμούς του αντικομμουνιστικού κράτους της μετεμφυλιακής περιόδου;


Πηγή: Τοξική ταξικότητα

Ερμηνευτικά σημεία για τη Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, με σειρά και γραπτών παρεμβάσεών του, επιδιώκει να οριοθετήσει το ΠΑΣΟΚ απέναντι τόσο στη σοσιαλδημοκρατία και στον υπαρκτό σοσιαλισμό όσο και στον ευρωκομμουνισμό, επιχειρώντας να διαμορφώσει έναν διαφορετικό εθνικό και δημοκρατικό δρόμο για τον σοσιαλισμό που θα κωδικοποιήσει ως στρατηγική του Τρίτου Δρόμου στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Συντάκτης:  Βασίλης Ασημακόπουλος* και Χρύσανθος Τάσσης**

https://www.youtube.com/watch?time_continue=21&v=8iptU3tCxQY

Πηγή: Ερμηνευτικά σημεία για τη Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη

Μ. Μανουσάκης: Απαιτείται ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του δημόσιου τομέα

Η μεγάλη πλειονότητα που στήριξε τις κινητοποιήσεις ενάντια στην ισοπέδωση του Δημοσίου απαιτεί πλέον πρακτικές πολιτικές απαντήσεις στο πώς μπορεί να γίνει αλλιώς. Πώς δηλαδή θα αλλάξει άρδην η σχέση του κράτους με τον πολίτη, πώς το κράτος θα γίνει πιο αποτελεσματικό από τον ιδιωτικό τομέα απέναντι στους πολίτες

Του Μάνου Μανουσάκη*

Έφτασε η 20ή Αυγούστου, η ιστορική ημερομηνία που σηματοδοτεί την έξοδο της Ελλάδας από το στενό πλαίσιο της μνημονιακής επιτροπείας και ταυτόχρονα την είσοδό της σε μια μεταβατική φάση σχετικής πολιτικής ελευθερίας κινήσεων.

Η χώρα, εκμεταλλευόμενη τους βαθμούς ελευθερίας που αποκτά, οφείλει να αποδείξει στους δανειστές της και στις χρηματαγορές ότι μπορεί να αυτοκυβερνηθεί κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί εκ νέου η ανεξαρτησία της. Τα “μέτωπα” στα οποία θα κριθεί εν πολλοίς αυτό το διακύβευμα είναι δύο: η πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών και η μετεξέλιξη της δημόσιας διοίκησης.

Το πρώτο μέτωπο έχει γίνει πλήρως αντιληπτό ως πεδίο δοκιμασίας από όλες τις πλευρές. Η αναδιανομή πόρων υπέρ όσων επλήγησαν κατά την εννιαετή περίοδο της σκληρής λιτότητας (2010-2018), η οποία συνιστά την πραγματική «έξοδο από τα Μνημόνια», είναι απολύτως αναγκαία. Εξίσου σημαντικό όμως είναι να διεξαχθεί ο δημόσιος διάλογος για το πώς θα υλοποιηθεί αυτή η αναδιανομή στο πλαίσιο του σεβασμού των δημοσιονομικών επιτευγμάτων της περιόδου 2016-2018. Έχει γίνει δηλαδή απολύτως σαφές ότι, για να μην διολισθήσουμε εκ νέου ως χώρα σε κατάσταση χρεοκοπίας, πρέπει να μην επαναληφθούν λάθη δημοσιονομικής πολιτικής παρόμοια με εκείνα που μας οδήγησαν στο θλιβερό 2010.

Στο δεύτερο όμως μέτωπο, αυτό της δημόσιας διοίκησης, με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου, η κατάσταση είναι περισσότερο πολύπλοκη. Η σημερινή κυβέρνηση έχει αναλάβει βέβαια αρκετές πρωτοβουλίες προς τη σωστή κατεύθυνση. Όμως, λόγω της συσσώρευσης παθογενειών πολλών δεκαετιών, αυτές δεν κατόρθωσαν να αλλάξουν την αντίληψη της κοινής γνώμης, που είναι ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και οι δημόσιες επιχειρήσεις παραμένουν λίγο έως πολύ όπως ήταν και πριν από το 2015, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

Η κυριότερη αιτία γι’ αυτό είναι ότι η κυβέρνηση αναλώθηκε αναγκαστικά στις πολύπλοκες και εξαιρετικά επίπονες διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές της χώρας καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου από τον Ιανουάριο του 2015 έως σήμερα. Η συνεχής -και πολυεπίπεδη- διαπραγμάτευση είχε αποτέλεσμα να μην έχει τη δυνατότητα να διοχετεύσει τις δυνάμεις και το πολιτικό κεφάλαιο που διέθετε σε απολύτως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και τομές στη δημόσια διοίκηση, η μη εφαρμογή των οποίων έχει δημιουργήσει σε πολλές περιπτώσεις άκρως προβληματικές καταστάσεις, όπως όλοι αντιλαμβάνονται πλέον.

Η σημερινή αντιπολίτευση, το παλιό πολιτικό σύστημα, την περίοδο 2010-2014 επέλεξε να προωθήσει μέτρα ισοπέδωσης του Δημοσίου προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα από τους δανειστές δημοσιονομικά αποτελέσματα. Η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία όμως αντιστάθηκε στην ελαχιστοποίηση κάθε τι δημόσιου (και άρα «κοινής ιδιοκτησίας των πολιτών») και τις απολύσεις μεγάλου αριθμού δημόσιων υπαλλήλων με το πρόσχημα της αξιολόγησης.

Ακόμη και σήμερα η αξιωματική αντιπολίτευση δεν διαθέτει όραμα μετεξέλιξης του δημόσιου τομέα και επιμένει εμμονικά στο θεώρημα της ανάληψης των λειτουργιών του Δημοσίου από την «αγορά», παρά τις αποτυχίες που έχουν καταγραφεί διεθνώς από αυτήν την πρακτική.

Σήμερα η μεγάλη πλειονότητα που στήριξε τις κινητοποιήσεις ενάντια στην ισοπέδωση του Δημοσίου απαιτεί πλέον πρακτικές πολιτικές απαντήσεις στο πώς μπορεί να γίνει αλλιώς. Πώς δηλαδή θα αλλάξει άρδην η σχέση του κράτους με τον πολίτη, η οποία παραμένει σχέση γραφειοκρατικής εξουσίας στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων.

Πώς η δημόσια διοίκηση θα μετατραπεί από το εσωστρεφές σύστημα που είναι σήμερα σε εξωστρεφή θεσμό με την εξυπηρέτηση των αναγκών του πολίτη ως υπαρξιακό του στοιχείο. Πώς το κράτος θα γίνει πιο αποτελεσματικό από τον ιδιωτικό τομέα απέναντι στους πολίτες (όπως οφείλει άλλωστε…).

Η απάντηση σε αυτό το ολοένα και πιο πιεστικό πολιτικό ερώτημα, το οποίο σήμερα προσλαμβάνει ιστορικές διαστάσεις, πρέπει να δοθεί στο επίπεδο της εφαρμοσμένης πολιτικής και όχι στο επίπεδο απλώς της καταγγελίας του ισοπεδωτικού νεοφιλελευθερισμού.

Η απάντηση πρέπει να μετουσιωθεί σε εφαρμογή ικανού αριθμού μεταρρυθμίσεων και νομοθετικών πρωτοβουλιών στη δημόσια διοίκηση και τους δημόσιους οργανισμούς προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της αποτελεσματικότηταςτης προώθησης της αξιοπιστίας και πάνω απ όλα προς την κατεύθυνση της αλλαγής κουλτούρας σχετικά με τον ίδιο τον ρόλο του Δημοσίου.

Χωρίς την υλοποίηση των συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων, η χώρα θα υποβιβαστεί σε επίπεδο τεχνολογικών και διοικητικών υποδομών του κράτους σε βαθμό που όχι μόνο δεν θα προσελκύει επενδύσεις, αλλά θα οδηγηθεί σε περαιτέρω αποεπένδυση, πράγμα που θα δημιουργήσει κίνδυνο επαναφοράς της μνημονιακής επιτροπείας. Επιπλέον, σε περίπτωση που δεν εφαρμοστούν μεταρρυθμίσεις που θα δίνουν ξεκάθαρο σήμα στους πολίτες ότι ο μετασχηματισμός του Δημοσίου στοχεύει στην καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των αναγκών τους, τότε η ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου στρατοπέδου στο θέμα αυτό θα συνεχιστεί.

Είναι προφανές ότι, για να γίνει ριζοσπαστικός μετασχηματισμός προς αυτήν την κατεύθυνση, χρειάζονται συγκρούσεις με το εδραιωμένο εδώ και δεκαετίες κατεστημένο της ανώτερης ιεραρχίας της δημόσιας διοίκησης και των δημόσιων οργανισμών γενικότερα. Απαιτείται η “κατεδάφιση” διοικητικών δομών που ευνοούν την αυθαιρεσία και τη διαφθορά, η κατάργηση υπηρεσιών που δεν λειτουργούν προς όφελος των πολιτών και η σύσταση νέων από μηδενική βάση.

Πέρα όμως από το -απολύτως απαραίτητο- γκρέμισμα χρειάζεται και συγκεκριμένη θετική στρατηγική για τη λειτουργία του κράτους. Για να επιτευχθούν σε σύντομο χρόνο, όπως πρέπει, όσα δεν έγιναν εδώ και δεκαετίες, απαιτείται πάνω απ’ όλα ισχυρή πολιτική βούληση και προσήλωση σε συγκεκριμένους ποιοτικούς, αλλά και μετρήσιμους στόχους.

Σίγουρα στο σημείο αυτό αρκετές αναγνώστριες και αναγνώστες θα σκεφτούν το πολιτικό κόστος και τις επερχόμενες εκλογές τον Μάιο και το φθινόπωρο του 2019. Η πραγματικότητα όμως σχετικά με το πολιτικό κόστος είναι αντίθετη από αυτή που συνήθως παρουσιάζεται.

Πολιτικό κόστος στην περίπτωση αυτή θα έχει η αδράνεια και όχι οι τολμηρές πολιτικές πρωτοβουλίες. Οι διοικητικές ελίτ που λειτούργησαν το πελατειακό και εσωστρεφές κράτος με τρόπο κερδοφόρο για το παλαιό σύστημα εξουσίας και τις ίδιες έχουν πλέον απονομιμοποιηθεί στη συνείδηση της πλειονότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Ειδικά για τους νεότερους υπαλλήλους η απονομιμοποίηση αυτή είναι καθολική.

Στον ευρύτερο χώρο της δημόσιας διοίκησης και των επιχειρήσεων υπό δημόσιο έλεγχο υπάρχει μια σημαντική μερίδα υπαλλήλων που έχει κατανοήσει πού βρισκόμαστε, ποιοι είναι οι κίνδυνοι που απειλούν το κάθε τι δημόσιο και είναι έτοιμες και έτοιμοι να στηρίξουν τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό των υπηρεσιών και των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται.

Για να δημιουργηθεί το κατάλληλο υπόβαθρο προκειμένου αυτή η σημαντική μερίδα των δημοσίων υπαλλήλων να πειστεί να υλοποιήσει τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό, απαιτείται πολιτική βούληση και τόλμη. Αν αυτή υπάρξει, τότε το ρεύμα μέσα στον δημόσιο τομέα θα είναι πολύ ισχυρό και τα αποτελέσματα ορατά πολύ σύντομα. Η ιστορική ευθύνη είναι πολύ μεγάλη. Hic Rhodus, hic salta.

Ο Μάνος Μανουσάκης είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ)