Αρχείο ετικέτας Συμφωνία Πρεσπών

Γιατζόγλου «Νέος προοδευτικός πόλος»: περί τίνος ακριβώς πρόκειται;

Δημήτρης Γιατζόγλου

Η αποδοχή από την Αριστερά ότι το μέγιστο που μπορούμε να πετύχουμε είναι η επιστροφή σε μια σοσιαλδημοκρατική διαχείριση της «χρυσής εποχής», δεν μπορεί να ηγεμονεύσει στις κοινωνικές συνειδήσεις, έναντι του επιθετικού ακροδεξιού λαϊκισμού. Και ταυτόχρονα είναι ιστορικά ανέφικτη.

Συνέχεια ανάγνωσης Γιατζόγλου «Νέος προοδευτικός πόλος»: περί τίνος ακριβώς πρόκειται;

Ο ξένος τύπος για τη συμφωνία των πρεσπων

Μία από τις σημαντικότερες διπλωματικές αποφάσεις στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας

Με θετικά σχόλια υποδέχθηκαν τα διεθνή ΜΜΕ την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών . Θυμίζουμε ότι η Συμφωνία κυρώθηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο με 153 ψήφους υπέρ και 146 κατά. Ένας βουλευτής, ψήφισε παρών.

Οι Τimes της Νέας Υόρκης για τη Συμφωνία

«Οι Έλληνες κύρωσαν τη συμφωνία για τη μετονομασία της Μακεδονίας, σε μια νίκη για τη Δύση» τιτλοφορείται το άρθρο των New York Times αναφορικά με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα μετά την υπερψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών από το ελληνικό κοινοβούλιο.

Το άρθρο της αμερικανικής εφημερίδας ξεκινά με την εκτίμηση: «Υπερνικώντας τη ρωσική ανάμειξη στα Βαλκάνια και την έντονη αντίθεση στο εσωτερικό της χώρας, οι Έλληνες βουλευτές ψήφισαν, σε μια βασανιστική διαδικασία, προκειμένου να παραμερίσουν τους ιστορικούς ανταγωνισμούς και να αναγνωρίσουν το άρτι μετονομασθέν κράτος της Βόρειας Μακεδονίας, σε μια σπάνια νίκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ».

O Guardian για τη Συμφωνία των Πρεσπών

Η εφημερίδα Guardian με τίτλο «Οι Έλληνες βουλευτές επικύρωσαν την αλλαγή ονομασίας της Μακεδονίας σε μία ιστορική ψηφοφορία», γράφει ότι η πλειοψηφία του κοινοβουλίου υποστήριξε την συμφωνία, καθώς εθνικιστές που αντιτίθενται σε αυτή φώναζαν θυμωμένα «προδότες». Ο πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης, ανακοίνωσε το αποτέλεσμα (153 υπέρ, 146 κατά και ένα παρών) εν μέσω ενθουσιωδών χειροκροτημάτων.
Όπως υποστηρίζει η πρώην Γιουγκοσλαβική δημοκρατία θα μετονομαστεί σε Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, βάζοντας τέλος σε μία διαμάχη δεκαετιών, αν και οι αντιδράσεις κατά της συμφωνίας ήταν έντονες. Επικαλείται δηλώσεις του πρωθυπουργού στη διάρκεια της συζήτησης στη Βουλή, με την οποία καλούσε τους βουλευτές να εγκρίνουν τη συμφωνία, ενώ γράφει για την χθεσινοβραδινή διαδήλωση με επεισόδια, στην οποία οι διαδηλωτές την χαρακτήρισαν «εθνικό ξεπούλημα» και ζήτησαν τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.

Spiegel: Η Ελλάδα δεν θα αντιταχθεί πλέον στην ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ

“Μετά από σχεδόν 30 χρόνια συγκρούσεων, το ελληνικό κοινοβούλιο αποφάσισε τη μετονομασία του βόρειου γείτονα της Ελλάδας από “Δημοκρατία της Μακεδονίας”, σε “Βόρεια Μακεδονία”. Τη συμφωνία είχε υπογράψει ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, με τον ομόλογό του Ζόραν Ζάεφ το περασμένο καλοκαίρι, γράφει το Der Spiegel.To γερμανικό περιοδικό γράφει ότι η διαμάχη για το όνομα ξεκίνησε από το 1991 που η ΠΓΔΜ έγινε ανεξάρτητη ως πρώην δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας. Πολλοί Έλληνες φοβήθηκαν ότι η γειτονική χώρα θα μπορούσε να έχει εδαφικές αξιώσεις στη βόρεια ελληνική περιοχή της Μακεδονίας. Σε αντάλλαγμα μετά την έγκριση της συμφωνίας, η Αθήνα δεν θα αντιταχθεί πλέον στην ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και στην έναρξη των διαπραγματεύσεων ένταξης στην ΕΕ, γράφει το Der Spiegel.

FAZ: O Τσίπρας κυριάρχησε παρά την έντονη αντίδραση 

“Το ελληνικό κοινοβούλιο ενέκρινε την Παρασκευή τη συμφωνία που επιλύει τη διαμάχη για το όνομα της Μακεδονίας”, γράφει η γερμανική FAZ ,τονίζοντας ότι “ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, κυριάρχησε παρά την έντονη αντίδραση”.Η συμφωνία εγκρίθηκε με 153 ψήφους υπέρ από το κυβερνών κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και αρκετούς ανεξάρτητους βουλευτές. Εναντίον ψήφισαν 146 βουλευτές και ένας παρών.Έτσι, επικυρώθηκε η μετονομασία του βόρειου γείτονα της Ελλάδας από πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας σε “Βόρεια Μακεδονία”. Το κοινοβούλιο των Σκοπίων έχει ήδη εγκρίνει τη συμφωνία και τις αντίστοιχες συνταγματικές τροποποιήσεις, γράφει η FAZ σημειώνοντας ότι “οι εθνικιστές και στις δύο χώρες αντιτάχθηκαν σε αυτή τη συμφωνία”.

BBC: Η ελληνική ψηφοφορία βάζει τέλος σε μία διαμάχη 27 ετών. Η μη «δημοφιλής» συμφωνία για τη μετονομασία της γειτονικής ΠΓΔΜ σε Βόρεια Μακεδονία πέρασε με ισχνή πλειοψηφία από την ελληνική Βουλή.  

Reuters: Το ελληνικό κοινοβούλιο κυρώνει τη συμφωνία για το όνομα Μακεδονία. H ελληνική ψήφος τερματίζει τη διαμάχη Αθήνας – Σκοπίων και ξεμπλοκάρει τις επί δεκαετίες προσδοκίες της πρώην γιουγκοσλαβικής δημοκρατίας να ενταχθεί στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.

«Le Soir», σε δημοσίευμα με τίτλο «Μακεδονία: Μετά το έπος της ονομασίας, το ΝΑΤΟ και η Ε.Ε. στο στόχαστρο», κάνει λόγο για «εξωτική» διαμάχη μεταξύ Σκοπίων και Αθήνας, διάρκειας ενός τετάρτου του αιώνα, η οποία έχει δηλητηριάσει ολόκληρη την περιοχή των Βαλκανίων και βαδίζει προς την επίλυσή της.

Οι Financial Times δημοσιεύουν την είδηση της υπερψήφισης της συμφωνίας με τον τίτλο «Η Ελλάδα τελειώνει την διαμάχη συμφωνώντας στην αλλαγή ονομασίας σε Βόρεια Μακεδονία» και σχολιάζοντας ότι βουλευτές μικρών κομμάτων βοήθησαν τον ΣΥΡΙΖΑ να εξασφαλίσει νίκη με μικρή διαφορά στη Βουλή.

Η Telegraph γράφει σε τίτλο της: «Η Ελλάδα πετυχαίνει ακατόρθωτη αποστολή (‘mission impossible’) επικυρώνοντας τη συμφωνία αλλαγής ονόματος με την Μακεδονία». Αναφέρεται σε μήνυμα του Έλληνα πρωθυπουργού με το οποίο χαιρετίζει «μία νέα σελίδα για τα Βαλκάνια» μετά την υπερψήφιση της συμφωνίας, η οποία αλλάζει το όνομα της «Μακεδονίας» σε «Βόρεια Μακεδονία». Υποστηρίζει ότι η επικύρωση ανοίγει το δρόμο για την «Βόρεια Μακεδονία» να ενταχθεί σε ΝΑΤΟ και ΕΕ, κίνηση που – όπως σχολιάζει – ανακόπτει την ρωσική επιρροή στην περιοχή

Αν καταρρεύσει η Συμφωνία των Πρεσπών εδραιώνεται ο όρος “Δημοκρατία της Μακεδονίας”

Ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, καθηγητής, κοσμήτορας της Σχολής Οικονομικών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, μιλά στο News 24/7 για το πως οι φοιτητές αντιλαμβάνονται το Μακεδονικό, την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Στην πολιτική εκμετάλλευση του Μακεδονικού που είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργήσει στάσεις και αντιστάσεις στην κοινωνία, με αποτέλεσμα να χρειαστεί χρόνος και κόπος για να πειστούν οι φανατικοί, κάνει λόγο ο καθηγητής Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, κοσμήτορας της Σχολής Οικονομικών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μακεδονία.

Μάλιστα όπως τονίζει, στο News 24/7, η Συμφωνία των Πρεσπών « τερματίζει μια αρνητική εκκρεμότητα που είχε βαλτώσει την περιοχή, και δεύτερον εκκινεί ένα σύνθετο πλέγμα συνεργασιών. Δίνει τη δυνατότητα να γυρίσουμε σελίδα στις διακρατικές σχέσεις στην περιοχή» προσθέτοντας ότι «το αν θα γίνει ιστορική είναι στο χέρι των κυβερνήσεων που θα την εφαρμόσουν. Μόνο τότε θα μπορούμε να τη κρίνουμε με ασφάλεια».

Αναλυτικά η συνέντευξη του καθηγητή Κωνσταντίνου Τσιτσελίκη

Πηγή: Τσιτσελίκης: Αν καταρρεύσει η Συμφωνία των Πρεσπών εδραιώνεται ο όρος “Δημοκρατία της Μακεδονίας”

«Το στοίχημα της Συμφωνίας των Πρεσπών»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Πηγή ,Συντάκτης: efsyn.gr

Μίλησαν για τις Πρέσπες, αλλά και για…την προοδευτική συμμαχία UPD

EUROKINISSI13.01.2019, 16:54 | Ετικέτες:  Συμφωνία των ΠρεσπώνΑλέξης ΤσίπραςΚεντροαριστερά
Τελευταία ενημέρωση: 14.01.2019, 08:23

Στη σκιά των εξελίξεων στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ. ΕΛΛ. και με τη συμμετοχή πληθώρας στελεχών της Κεντροαριστεράς πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής εκδήλωση με τίτλο «Το στοίχημα της Συμφωνίας των Πρεσπών». Χαιρετισμός και αναφορά στην πολιτική συγκυρία από τον Αλέξη Τσίπρα.

Συνέχεια ανάγνωσης «Το στοίχημα της Συμφωνίας των Πρεσπών»

Η Συμφωνία των Πρεσπών: δύναμη και ευθύνη του δι-εθνικού

του Μιχάλη Μπαρτσίδη Η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί μια μεγάλη επιτυχία για τη χώρα μας, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη. Οι πολιτικές, πολιτισμικές και ιδεολογικές διαστάσεις είναι αρκετές και τα αποτ…

Πηγή: Η Συμφωνία των Πρεσπών: δύναμη και ευθύνη του δι-εθνικού

Ηλίας Νικολακόπουλος: Το μακεδονικό δεν έχει πραγματική επίπτωση στις κομματικές προτιμήσεις

  • By Epohi, epohi
  • July 16th, 2018

Τη συνέντευξη πήρε
η Τζέλα Αλιπράντη και ο Χ. Γεωργούλας

Πώς κινείται το πολιτικό σύστημα το τελευταίο διάστημα; Στα  αναμενόμενα πλαίσια ή υπήρξαν γεγονότα που το εξέτρεψαν;
Μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να έχει αλλάξει σημαντικά το τοπίο του κομματικού ανταγωνισμού, σε σύγκριση με αυτό πριν από έξι μήνες. Το καινούργιο στοιχείο, βέβαια, είναι το μακεδονικό. Δύο σημεία θα ήθελα να σημειώσω στο ζήτημα αυτό. Το πρώτο, αφορά τη μεγάλη πλειοψηφία που επιμένει στο στερεότυπο ότι η Μακεδονία είναι μία και ελληνική και επομένως δεν έπρεπε να αναγνωρισθεί η Βόρεια Μακεδονία με όρο που να περιέχει τη λέξη «Μακεδονία». Αυτό το στερεότυπο διατηρείται, περίπου, από το 1992 και αναπαράγει την καταστροφική απόφαση για την ονομασία: «ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα». Θέση που συγκέντρωνε περίπου το 80% της αποδοχής σταθερά στις έρευνες της εποχής και μετά. Μου είχε κάνει κατάπληξη η σταθερότητα αυτού του στερεοτύπου. Αυτό δεν συνεπάγεται βέβαια, και κάποια αντίστοιχη αλλαγή των κομματικών συσχετισμών. Ο Σαμαράς που επένδυσε σε αυτό με την Πολιτική Άνοιξη, δεν συγκέντρωσε ούτε 5% στις εκλογές του ‘93 και το ’96 έμεινε εκτός Βουλής. Και η ειρωνεία, σε σχέση με την πολιτική καπηλεία του μακεδονικού, είναι ότι τα ποσοστά της Πολιτικής Άνοιξης ήταν υψηλότερα στην Πελοπόννησο παρά στη Μακεδονία. Δηλαδή, το στερεότυπο αυτό ναι μεν αναπαράγεται εύκολα στις δημοσκοπήσεις, αλλά οι πολιτικές του επιπτώσεις δεν είναι αυτονόητες. Περισσότερο, λοιπόν, θεωρώ αυτό το θέμα ως φάντασμα που πλανάται, χωρίς να έχει πραγματική πολιτική επίπτωση στις κομματικές προτιμήσεις. Άλλωστε, αργά αλλά σταθερά εδώ και πολλά χρόνια, η άκριτη επανάληψη του στερεότυπου έχει μειωθεί περίπου στο 70%, και ευτυχώς ένα 25% συμφωνεί με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Είναι επομένως εξαιρετικά θετική η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να προχωρήσει στη συμφωνία, παραγνωρίζοντας δημοσκοπήσεις, που απλώς επαναλαμβάνουν τη στρεβλή εικόνα που έχει η κοινή γνώμη για την ελληνική ιστορία.
Το δεύτερο σημείο, ως έμμεση συνέπεια του μακεδονικού, αφορά το Κίνημα Αλλαγής, που κάποια στιγμή παρουσίασε δυναμική και οι έρευνες έδειχναν πως θα μπορούσε να ξεπεράσει το 10%, και να έρθει στην τρίτη θέση, ξεπερνώντας την Χρυσή Αυγή. Με τη λογική των ίσων αποστάσεων που πρόβαλε στην αρχή, θα μπορούσε να παίξει ρυθμιστικό ρόλο, να μην προχωρήσει σε συνεργασία με τη ΝΔ χωρίς όρους, να αφήσει ανοιχτό το δρόμο των συναινέσεων. Σήμερα δεν φαίνεται να διατηρείται αυτή η δυναμική. Τελικά, η σύμπραξη του κεντρώου χώρου αποδείχτηκε ασταθής και στην πρώτη σοβαρή απόφαση οδηγήθηκαν σε κρίση. Άρα ο επιδιωκόμενος τρίτος πόλος δεν φαίνεται να μπορεί να διαδραματίσει κάποιο καταλυτικό ρόλο. Ξανακινδυνεύει να βρεθεί στην τέταρτη θέση, πίσω από τη Χ.Α., και η εικόνα του ανταγωνισμού επιστρέφει σε αυτά που ξέραμε πριν. Είναι σημαντικό, επίσης, ότι με το μακεδονικό επιδιώκεται να δημιουργηθεί ένα «κίνημα αγανακτισμένων» με προπηλακισμούς και επιθέσεις εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι μια πολύ επικίνδυνη επιλογή, που αποδυναμώνει όμως και το στερεότυπο που αναφέραμε προηγουμένως, γιατί αν «η Μακεδονία μία και ελληνική» εκφραστεί με αυτό τον τρόπο, θα οδηγήσει σε αντισυσπειρώσεις και θα απομακρύνει μια μερίδα του κόσμου.

Η πτώση των συλλαλητηρίων μπορεί να οφείλεται και σε αυτόν τον παράγοντα;


Ναι, αν τα συλλαλητήρια εναντίον της συμφωνίας μετατραπούν σε συλλαλητήρια χουλιγκανικού τύπου, υπονομεύουν και το στερεότυπο. Προσωπικά τα φοβάμαι, διότι τέτοιου είδους εκδηλώσεις είναι επικίνδυνες, αλλά όχι εκλογικά. Δηλαδή, η προσπάθεια να κινητοποιηθούν 10-20 άνθρωποι για να διαδηλώσουν εναντίον κάποιου κυβερνητικού στελέχους, δεν μπορούν να έχουν απήχηση, και όσο προβάλλονται από κάποια ΜΜΕ ως αντίδραση του κόσμου, τροφοδοτούν την Χ.Α., όχι τη ΝΔ. Θα ήταν προς όφελος της δεύτερης να συγκρατήσει αυτές τις εκδηλώσεις, όσο μπορεί βέβαια, αφού δεν ελέγχει αναγκαστικά αυτό τον κόσμο.

Διαπάλη για τα δεξιά της ΝΔ

Το νέο κόμμα που δημιουργείται δεξιά της ΝΔ από τους Μπαλτάκο και Δημήτρη Καμμένο, θα μπορούσε να έχει απήχηση λόγω μακεδονικού;
Δεν νομίζω ότι θα έχουν την οποιαδήποτε απήχηση στον κόσμο, παρά μόνον αν συμπράξουν και με άλλους «μακεδονομάχους» (ή «μακεδονοκάπηλους»), όπως ο Βελόπουλος. Η τύχη που θα είχε ένα τέτοιο κόμμα θα ήταν καλύτερη σε πιο χαλαρές εκλογές, όπως οι ευρωεκλογές, όχι όμως σε βουλευτικές.

Η στρατηγική της ΝΔ, λέγεται ότι ήταν να αποτρέψει ακριβώς ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Δεν απέδωσε ή ήταν τελικά άλλη;
Η θέση που επέλεξε η ΝΔ δεν ήταν μόνο μικροπολιτική, να μη συγκροτηθεί ένα άλλο δεξιό κόμμα, αλλά οφείλεται και στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος της στελέχωσής της είναι εθνικιστική και λαϊκιστική. Το είδαμε στην πρόταση δυσπιστίας, όπου το 90% των βουλευτών της που μίλησαν ήταν σαν απολιθώματα άλλης εποχής. Λογικοί νεοδημοκράτες ντρέπονταν να τους ακούσουν, αλλά αυτοί οι μετριοπαθείς κεντροδιεξιοί είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Η επιλογή της ΝΔ συνδέεται, επομένως, με την προσπάθεια να μη φτιαχτεί δεξιό μόρφωμα, αλλά αντιστοιχούσε δυστυχώς και στην πολιτική κουλτούρα της πλειοψηφίας της εκλογικής της βάσης. Αλλά δεν νομίζω ότι ένα τέτοιο πολιτικό σχήμα, δεξιότερα της ΝΔ, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση μπορεί να έχει την οποιαδήποτε ελπίδα, πέραν των ευρωεκλογών.

Η ΝΔ στηρίζει πολύ τις ελπίδες της σε αυτό το 70% που λέγαμε πριν. Όμως έτσι δεν έχει περιθώριο διεύρυνσης του ακροατηρίου της, αν και επιδιώκει αυτοδυναμία. Δεν είναι δύο αντιφατικά πράγματα;
Δεν είμαι σίγουρος ότι η ΝΔ επιθυμεί πραγματικά αυτοδυναμία. Νομίζω προτιμά μια οριακή μη αυτοδυναμία, που θα μπορούσε να εξαναγκάσει το όποιο ΠΑΣΟΚ έχει μείνει, να συμπράξει μαζί της. Αυτό θα ήταν καταστροφικό για το ΠΑΣΟΚ, αλλά ενισχυτικό για τη ΝΔ. Μόνο το ΠΑΣΟΚ μπορεί να εύχεται αυτοδυναμία της ΝΔ, για να μείνει καθαρό απ’ έξω. Δεν νομίζω, όμως, να πιάσει η ευχή. Ενότητα, ουσιαστικά, στη ΝΔ δεν υπάρχει, είναι μόνο εξαναγκαστική ενόψει εξουσίας. Δεν κατόρθωσε να φτιάξει το κεντροδεξιό κόμμα που θα μπορούσε όχι απλώς να διεκδικήσει την εξουσία, αλλά να μακροημερεύσει και να εφαρμόσει ανάλογη πολιτική.

Η διαμάχη εντός ΝΔ, μπορεί να επηρεάσει την εκλογή προέδρου Δημοκρατίας;
Τέλη 2019, αρχές 2020 πρέπει να επιλεγεί ο πρόεδρος της Δημοκρατίας. Θα είναι μεγάλη δοκιμασία για τη ΝΔ. Η ηγεσία της είναι σαφές ότι δεν έχει καμία επιθυμία να επανεκλέξει τον σημερινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο. Πώς θα το πετύχει αυτό; Προτείνοντας κάποιον από το ΚΙΝΑΛ, αν αθροιστικά διαθέτουν 180 βουλευτές, και πιέζοντας την καραμανλική της πτέρυγα να ψηφίσει εναντίον του Παυλόπουλου;

Μπορεί να ανακτήσει έδαφος το Ποτάμι;

Οι διεθνείς θεσμοί διαφωνούν με τη στάση της ΝΔ στο μακεδονικό, στην ερμηνεία του Eurogroup κ.ά. Αυτά σε ένα κόμμα θεσμικό, μεγάλο δεν μετράνε;


Η ΝΔ τείνει να πάψει να είναι το κεντροδεξιό θεσμικό κόμμα. Αισθάνεται άσχημα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον του Λαϊκού Ευρωπαϊκού Κόμματος. Δεν μιλάω για το ΚΙΝΑΛ που είναι δακτυλοδεικτούμενο από τους Σοσιαλιστές, αλλά και στο ΕΛΚ όσα κόμματα στηρίζουν την πολιτική της ΝΔ είναι περιθωριακά. Εκεί όντως υπάρχει πρόβλημα, και δεν είναι καθόλου μικρό. Απλώς πιστεύουν ότι μπορούν να πολιτεύονται στην Ελλάδα όπως τους αρέσει, ή όπως φυσάει ο άνεμος, με τη λογική ότι όταν έρθουν στην εξουσία, θα τα βρουν με τους ευρωπαίους ομοϊδεάτες τους. Το ΚΙΝΑΛ δεν ξέρω πώς θα κατορθώσει να επιβιώσει και να πολιτευτεί, μετά από αυτή τη στροφή που έκανε τους τελευταίους μήνες σε ένα αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο. Η λογική τής σκληρής στάσης για να επαναπατρίσουν από τον ΣΥΡΙΖΑ το πατριωτικό ΠΑΣΟΚ, είναι ένα φάντασμα που δεν υπάρχει. Δεν πρόκειται κανείς να γυρίσει στο ΠΑΣΟΚ λόγω μακεδονικού, αυτά είναι φαντασιώσεις. Απογοητευμένοι ψηφοφόροι που έχουν πληγωθεί από την κυβέρνηση, αν τους προσφερόταν μια άλλη προοπτική, θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν θετικά το ΚΙΝΑΛ, αλλά πάντως όχι λόγω μακεδονικού. Δεν μπορώ, ειλικρινά, να καταλάβω γιατί τράβηξε το σκοινί τόσο πολύ σε αυτό το θέμα και διάλεξε τη σύμπλευση με τη ΝΔ, τη στιγμή που φαινόταν ότι υπάρχει κι άλλη δυνατότητα. Η επιλογή του ΠΑΣΟΚ για τη στροφή των τελευταίων μηνών παραμένει ανεξήγητη. Όπως διαβάζω στις συνεντεύξεις κάποιων, όλα αυτά θα κριθούν στην κάλπη, αλλά το βλέπω δύσκολο να κριθούν υπέρ του ΚΙΝΑΛ αυτή τη στιγμή.

Ο Θεοδωράκης θα μπορέσει να επανακτήσει όσους έχασε προς ΝΔ ή ΔΗΣΥ;


Το Ποτάμι, αναγκαστικά, μπαίνει σε καινούργιο τοπίο. Για να παίξει με επιτυχία, πρέπει να πάρει μαζί του κι άλλους ανθρώπους. Δεν είναι πλέον το καινούργιο που θα το ακολουθήσουν κεντροδεξιοί και κεντροαριστεροί σε ένα νέο μείγμα. Ο χώρος δημιουργείται για να μπορεί να σταθεί απέναντι και στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στη στροφή του ΚΙΝΑΛ, αυτό είναι σαφές. Ποιος θα τον εκφράσει είναι ένα ζήτημα. Ο Θεοδωράκης τον εξέφρασε κάποια στιγμή, πιο πριν ήταν η ΔΗΜΑΡ. Αν θα ακολουθήσει την πορεία της δεύτερης, θα δείξει. Πάντως ο χώρος αυτός δημιουργείται. Πρόσωπα υπάρχουν, αλλά επειδή είμαστε σε φάση που όλοι είναι φθαρμένοι, δεν μπορώ να σκεφθώ ποια θα ήταν η σύνθεση αυτού του νέου Ποταμιού, που καλό θα ήταν να μην κρατούσε ούτε το ίδιο όνομα για να τραβήξει κόσμο.

Το κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης

Ποιο θα είναι το κύριο ζήτημα της πολιτικής αντιπαράθεσης κατά τη γνώμη σου στο εξής;
Το διακύβευμα της πολιτικής αντιπαράθεσης, και εκεί είναι το σημείο αδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ, θα επιδιώξει η αντιπολίτευση να είναι το «φύγετε». Είναι ένα αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα που, δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε, υπάρχει έντονο στην κοινωνία. Στο λόγο των ΜΜΕ, της ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ επαναλαμβάνεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια παρέα που διαχειρίζεται την εξουσία και δεν τον θέλουμε. Αν αυτό δεν σπάσει, ο ΣΥΡΙΖΑ θα βρεθεί σε δύσκολη θέση. Θα έπρεπε να είναι το πρώτο του μέλημα, να σπάσει το παγιωμένο, σε μεγάλο βαθμό, αίσθημα του «φύγετε».

Πώς στήνουν την επιχειρηματολογία τους για το «φύγετε»;
Πρώτον, είναι το «δεν σας ξέρουμε». Δεν είστε οι «νόμιμοι ιδιοκτήτες» της χώρας, υπάρχει το αίσθημα «ποιοι είστε εσείς που ήρθατε να κυβερνήσετε τη χώρα;». Αυτό το βλέπουμε ακόμα και σε πρώην συντρόφους του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα κομμάτι από αυτούς είναι εναντίον του και τροφοδοτούν το μέτωπο με ένα εμμονικό λόγο εναντίον του Τσίπρα και της παρέας του. Αν δεν το σπάσεις, πώς πας στις εκλογές; Αυτό σου επιτρέπει μέχρι ενός σημείου να περιχαρακώσεις το χώρο και σου ξαναδίνει μια αριστερή ταυτότητα, π.χ. σε θέματα όπως η εκκλησία, το μακεδονικό κτλ, που είχε θολώσει το προηγούμενο διάστημα, αλλά είναι μειοψηφική και έχεις απέναντι -ακόμα και παράλογο να το πεις- ένα κύμα εναντίωσης.

Και πώς το ανακόπτεις αυτό;
Πρώτον, εδώ έχουν γίνει εξαρχής λάθη εξαιτίας της δύσκολης θέσης που βρέθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, έμεινε δηλαδή μόνος του και έτυχε η σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ, που ήταν ατύχημα ή αναγκαιότητα, πάντως δεν ήταν ούτε προσυμφωνημένη ούτε η πλέον επιθυμητή επιλογή. Αυτό ανέστειλε τη δυνατότητα, όμως, να φτιάξει και ευρύτερες συμμαχίες. Διαισθάνομαι ότι αυτή τη στιγμή επιδιώκονται τέτοιες συμμαχίες, κυρίως στην αυτοδιοίκηση, οι οποίες όμως ακόμα δεν έχουν υλοποιηθεί. Κάποιοι ίσως πουν ότι δεν χρειάζεται, διότι ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε τη δοκιμασία της κυβέρνησης, έφτιαξε ευρωπαϊκή εικόνα και αρκεί να αποτελεί το κυρίαρχο αριστερό κόμμα στην Ελλάδα. Εδώ είναι και έχει προοπτική για τα περαιτέρω. Δηλαδή, δεν πειράζει να χάσει τις επόμενες εκλογές, αρκεί να κρατηθεί γερό το κόμμα, ενώ όλα τα άλλα δίπλα θα είναι συντρίμμια. Το ΚΙΝΑΛ ηττημένο, το ΚΚΕ παρωχημένο. Όμως το άνοιγμα στην κοινωνία με στόχο να σπάσει η περιχαράκωση, αυτή η «υγειονομική ζώνη» που απωθεί τον ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει ακόμα χρόνος να τεθεί ως στόχος. Δεν είναι εύκολος, ούτε οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι σε ένα κλίμα ανοίγματος στον ευρύτερο κόσμο. Το πιο εύκολο άνοιγμα που φαντάζεται κανείς, πχ, είναι σε πρώην ανθρώπους του ΠΑΣΟΚ, αλλά και εκεί υπάρχει δυσπιστία, πολλές φορές δικαιολογημένη. Άλλωστε υπάρχει δυσκολία στο άνοιγμα, αφού μετά το 2012 δεν έχει προκύψει κάποιο άλλο κοινωνικό κίνημα στο οποίο να απευθυνθεί ή άλλος κόσμος δίπλα του, καινούργια πρόσωπα, να εμπιστευτεί.

Οι επιπτώσεις στο χώρο της Αυτοδιοίκησης

Μέχρι τώρα το άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ βασιζόταν σε πλατιά δίπολα, όπως μνημόνιο-αντιμνημόνιο, πρόοδος-συντήρηση. Μήπως ήταν πιο ωφέλιμο να επανέλθει σε πιο ταξικές έννοιες στοχεύοντας στον κόσμο της αριστεράς;


Ναι, αλλά αυτός ο κόσμος προς το παρόν δεν έχει εμφανισθεί. Ο περίγυρος είναι απενεργοποιημένος, έστω και σε τοπικές δράσεις, έστω και σε συγκεκριμένα προβλήματα. Το φαινόμενο της αποχής που εκφράστηκε ήδη το Σεπτέμβριο του 2015, μπορεί να πάρει ως μορφή της πολιτικής διαμαρτυρίας, την έξοδο από τον πολιτικό ανταγωνισμό. Αν δεν υπάρξει μια έκφραση κοινωνικής διαμαρτυρίας στην οποία θα οικοδομήσει ο πολίτης, μπορεί να αποσυρθεί από την πολιτική και αυτό θα ήταν ένα επίσης κρίσιμο ζήτημα.

Πώς θα αντιδράσει αυτός ο κόσμος, σε «επιθέσεις» συνεργασίας σε επίπεδο αυτοδιοίκησης;


Ο κόσμος που εκφραζόταν από το ΚΙΝΑΛ δεν είναι καθόλου ενιαίος, δεν ενδιαφέρθηκε ούτε και το ΚΙΝΑΛ να συγκροτήσει ενιαία τον κόσμο του. Στιγμιαία βρέθηκαν αυτές οι 200 χιλιάδες να πουν «θέλουμε ένα κεντρώο κόμμα», αλλά δεν έγινε καμία προσπάθεια πραγματικά για ενιαία έκφραση, και γι’ αυτό το ΚΙΝΑΛ είναι σε πτωτική τάση. Επίσης, το ΚΙΝΑΛ στηρίζεται ακόμα στο παλιό ΠΑΣΟΚ, τα στελέχη του στην Αυτοδιοίκηση, τα σωματεία  κτλ. Κι αυτό όμως ήταν ανομοιογενές. Νομίζω ότι ορισμένοι θα ήταν θετικοί σε μια συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, άλλοι είναι τελείως προσανατολισμένοι στην αντι-ΣΥΡΙΖΑ στάση. Είναι προφανές πως πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να ανοιχτεί σε αυτόν τον κόσμο. Αλλά έχει δυσκολίες. Ποιους θα μπορούσες, πχ, να θεωρήσεις προοδευτικούς από το παλιό ΠΑΣΟΚ;

Ο τομέας της οικονομίας, και οι επιτυχίες που είχε ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτόν, πώς θα επηρεάσει;


Οι επιτυχίες που είχε ο ΣΥΡΙΖΑ στην οικονομική πολιτική είναι κατά τη γνώμη μου προφανείς πλέον, αλλά πρέπει να κατέβουν στην πραγματική κοινωνία, και αυτό δεν είναι εύκολο. Δηλαδή, αν ο άξονάς του στις εκλογές είναι ότι «σας έβγαλα από το μνημόνιο», μπορεί ο πολίτης να απαντήσει «και εμένα τι με νοιάζει;». Βελτιώθηκε η οικονομική του κατάσταση, η προσωπική; Φοβάμαι ότι οι δέκα μήνες που μεσολαβούν μέχρι τις εκλογές, δεν είναι επαρκές διάστημα για να βελτιωθεί η οικονομική κατάσταση. Η έξοδος, σίγουρα, θα έχει κάποιες μικρές ορατές θετικές επιπτώσεις στα κατώτερα οικονομικά στρώματα, δημιουργεί μια πιο ταξική βάση στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι λογικό να θεωρήσουμε ότι και η επόμενη ψήφος θα έχει μια ταξική διάσταση, το άνοιγμα όμως το οποίο χρειάζεται προς μεσαία στρώματα, δεν θα το πετύχει εύκολα.

Σημασία έχει η προβολή της θετικής δράσης

Δεν θα λειτουργήσει υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και αν δεν είναι τιμητικό, ότι αν φύγει αυτός θα έρθει ο Μητσοτάκης;


Σε μία δημοκρατία ψηφίζεις ούτως ή άλλως συγκριτικά, δεν υπάρχει θετική ή αρνητική ψήφος. Μέχρι στιγμής η ΝΔ είναι ο καλύτερος ψηφολέκτης του ΣΥΡΙΖΑ, κάνει την καλύτερη προπαγάνδα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, εσχάτως και το ΚΙΝΑΛ. Η ψήφος δεν έχει χρώμα, ούτε αίσθημα και όσο εμφανίζεται η άλλη όψη που έρχεται με έντονα εκδικητική μορφή, προφανώς θα ενισχύει τον ΣΥΡΙΖΑ. Ένα πράγμα που φοβάμαι, προέκταση και των συλλαλητηρίων κτλ, είναι με πόσο εκδικητική ορμή θα εμφανισθεί η ΝΔ στο «μπαλκόνι» όσο πλησιάζουμε στις εκλογές. Έχει διαμορφωθεί η πεποίθηση, ειδικά στα συμφέρονται που την υποστηρίζουν, ότι «ερχόμαστε». Αυτό έχει τεράστια αλαζονεία, αλλά είναι και επικίνδυνο. Δεν μπορείς να παραβλέψεις εκδικητικές εκφράσεις, όπως «θα σας στείλουμε στα ειδικά δικαστήρια» κτλ. Υπάρχει ένας λόγος μίσους που εκτρέφεται από τη ΝΔ και τους υποστηριχτές της. Θέλω να ελπίζω ότι θα μειωθεί στο τέλος, η χώρα δεν μπορεί να προχωρήσει έτσι. Το προβαλλόμενο ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ με τους αγανακτισμένους έκανε τα ίδια, δεν ισχύει. Πάνε 7 χρόνια από τότε, ενώ η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν έδειξε εκδικητικότητα απέναντι στους προηγούμενους, με περιορισμένες εξαιρέσεις σε ηγετικό επίπεδο.

Αντίστοιχα, το «μπαλκόνι» του ΣΥΡΙΖΑ πώς το κρίνεις;


Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να προβάλλει το θετικό έργο που έχει κάνει και αυτά που θέλει να κάνει από εδώ και πέρα, να διεκδικεί θετικές ψήφους, τις αρνητικές θα τις καρπώνεται από τη ΝΔ, δεν χρειάζεται να προβάλλει και αυτό. Δεν χρειάζεται να τροφοδοτήσει την πόλωση για να κρατήσει τον κόσμο του. Να εστιάσει σε ένα θετικό λόγο, τον οποίο μπορεί και να υποστηρίξει, πλέον. Όσο δύσκολα και να είναι τα πράγματα, μπορεί να επιδείξει τα βήματα που έγιναν.

Συμφωνία των Πρεσπών: ένα διεθνές γεγονός μακράς διάρκειας;

Χριστόπουλος Δημήτρης 
Ο ανομολόγητος αντίλογος: μακεδονικά φαντάσματα
Πέραν όμως των παραπάνω, μπορεί να υπάρξει ουσιώδης, απροσχημάτιστος αντίλογος στη συμφωνία; Ναι, αλλά είναι δύσκολο να διατυπωθεί ρητά, διότι ακουμπά πολύ ευαίσθητες χορδές. Ενας τέτοιος αντίλογος θα υποστήριζε τα εξής:
Η Ελλάδα από το 1913 που προσάρτησε τις Νέες Χώρες βρέθηκε αντιμέτωπη με τη μακεδονική εθνοτική ποικιλία. Στη μακεδονική ενδοχώρα υπήρχε σλαβόφωνος πληθυσμός που δεν ήθελε να προσεταιριστεί τη Βουλγαρία και την Εκκλησία της, καθώς ένιωθε πίστη στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως: «Δεν θέλουν να ‘ναι μήτε “Μπουλγκάρ”, μήτε “Σρρπ”, μήτε “Γκρρτς”. Μοναχά “Μακεντόν ορτοντόξ”» έγραφε το 1924 ο Στράτης Μυριβήλης. Το μακεδονικό τοπωνύμιο γίνεται σταδιακά εθνοτικός προσδιορισμός. Η Ελλάδα την εποχή εκείνη, ανακουφισμένη μάλλον, έβλεπε την αναδυόμενη ταυτότητα να αδυνατίζει τη βουλγαρική επιρροή στην περιοχή, που  εκλαμβάνεται ως η βασική απειλή.
Υστερα από μια περίοδο ανοχής στον Μεσοπόλεμο, υπό το καθεστώς εποπτείας της Κοινωνίας των Εθνών, η Ελλάδα περνά στην αντεπίθεση από το 1936. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ξεκίνησε μια εκστρατεία βίαιης γλωσσικής αφομοίωσης των σλαβόφωνων Μακεδόνων. Αν ξεχνούσαν αυτό που τους έκανε διαφορετικούς – τη γλώσσα τους -, θα μπορούσαν να γίνουν «άξιοι Ελληνες». Η ελληνική περιπέτεια της δεκαετίας του ’40 έφερε μεγάλες περιπλοκές, καθώς ένα μείζον τμήμα των σλαβόφωνων Μακεδόνων στράφηκε προς την πλευρά του ΕΛΑΣ και κατόπιν του Δημοκρατικού Στρατού, βλέποντας στο πρόγραμμα του ΚΚΕ τη δυνατότητα γλωσσικής, ακόμα και εθνικής αποκατάστασης. Η ήττα του Εμφυλίου για εκείνους δεν ήταν μόνο πολιτική αλλά και η ταφόπλακα των όποιων εθνοτικών διεκδικήσεών τους. Μετά, προσφυγιά χωρίς επιστροφή. Μέχρι και το ΠαΣοΚ, το 1982, αποδέχεται τον επαναπατρισμό μόνο «των Ελλήνων το γένος» πολιτικών προσφύγων, εξαιρώντας δηλαδή τους Σλαβομακεδόνες.
Από αυτούς «γλιτώσαμε»…
Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, το «ιδίωμά» τους γίνεται το απόλυτο μίασμα. Οι πρώτοι τρόφιμοι των εγκαταλελειμμένων ιταλικών εγκαταστάσεων οι οποίες αργότερα έγιναν το ψυχιατρικό κολαστήριο της Λέρου ήταν τα παιδιά των σλαβομακεδόνων προσφύγων που έμειναν πίσω και έπρεπε να «αναμορφωθούν». Η γλώσσα απαγορεύθηκε, τα πανηγύρια σίγησαν και κάπου προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μάθαμε για τα «χάλκινα» από το «Παραδέχτηκα» της Αλκηστης Πρωτοψάλτη, σε μουσική του Μπρέγκοβιτς. Χωρίς όμως ποτέ να καλοσκεφτούμε γιατί τα τραγούδια αυτά δεν είχαν στίχους: πολύ απλά, γιατί οι λέξεις απαγορεύονταν.
Οι ομιλητές συρρικνώθηκαν δραστικά. Η ελληνική πολιτική ήταν βίαιη, αλλά και αποτελεσματική. «Δεν είναι για να είμαστε και περήφανοι μ’ αυτά που τους κάναμε, αλλά για καλό τους τα κάναμε. Αλλιώς ούτε η Ελλάδα θα γίνονταν κράτος, ούτε αυτοί άνθρωποι» μου έλεγε ένας, γέροντας πλέον, δάσκαλος που μετατέθηκε στην ερειπωμένη Πρέσπα στα μέσα της δεκαετίας του ’50.
Και σήμερα; Τρεις γενιές μαστίγιο προκειμένου να σιγήσει η ντοπιολαλιά και να φτάσει η χώρα να αναγνωρίσει «μακεδονική γλώσσα» στους Ψαράδες; Εκεί που, μέχρι λίγα χρόνια πριν, οι ντόπιοι την ψιθύριζαν από τον φόβο να μην ακουστούν στους ξένους και στις Αρχές; Εκεί που 70 χρόνια πιο πίσω πήραν τον δρόμο του φευγιού οι Σλαβομακεδόνες ηττημένοι, μετά την τελευταία ακτίφ του ΚΚΕ στον Εμφύλιο;
Μήπως τελικά τα μακεδονικά φαντάσματα παραμονεύουν στα φαινομενικά ήρεμα νερά των Πρεσπών; Μήπως λοιπόν καλές οι φιέστες αλλά το υπέδαφος είναι επικίνδυνο;
Αλυτρωτισμός;
Τα κράτη δεν ασκούν πολιτικές καταναγκασμού στις μειονότητες επειδή είναι διεστραμμένα. Το κάνουν επειδή υπηρετούν το πρόγραμμα της εθνικής ομογενοποίησης, στο όνομα της ασφάλειάς τους. Αυτό έκανε και η Ελλάδα (όπως τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη) στη μακεδονική ενδοχώρα. Και εκεί που φαινόταν πως η δουλειά είχε γίνει – ξάφνου – η Γιουγκοσλαβία διαλύεται και το 1991 η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανεξαρτητοποιείται με τη νέα συνταγματική  της ονομασία. Το «ανύπαρκτο» έγινε υπαρκτό. Και τι υπαρκτό! Κράτος! Ο κραδασμός είναι μεγάλος. Η Ελλάδα δεν μπορεί να το χωνέψει και αρνείται την αναγνώριση της γειτονικής της Δημοκρατίας, καθώς το «όνομα είναι το όχημα του αλυτρωτισμού».
Υπάρχει λοιπόν ζήτημα αλυτρωτισμού σήμερα; Και αν ναι, σε τι βαθμό σχετίζεται με το «όνομα», όπως εμμονικά υποστηρίζεται στη χώρα μας; Για να υπάρχει αλυτρωτισμός, πρέπει να υπάρχει μειονότητα που να τον στηρίζει. Κι όμως, στην Ελλάδα επισήμως «δεν υπάρχουν μειονότητες» και όλα τα παραπάνω σχετικά με τους σλαβόφωνους Μακεδόνες είναι στη σφαίρα του ανομολόγητου. Εδώ λοιπόν έχουμε έναν αλυτρωτισμό χωρίς πολιτικό υποκείμενο. Φοβούμαστε τον αλυτρωτισμό των «ανύπαρκτων»… Αλλο όμως λοιπόν τι δημοσίως μολογάμε κι άλλο τι – ξέρουμε ότι – μας συμβαίνει. Το ερώτημα λοιπόν τίθεται αλλιώς: Επιθυμούν οι σλαβόφωνοι μακεδόνες συμπολίτες μας να εγείρουν αλυτρωτικούς ισχυρισμούς σε βάρος της Ελλάδας; Σε τελευταία ανάλυση, είναι κάτι το οποίο είναι σε θέση να το ισχυριστεί σοβαρά μια αποδεκατισμένη και κατακερματισμένη κοινότητα;
Η απάντηση είναι ένα ξερό «όχι». Οχι. Ούτε το θέλει ούτε το μπορεί. Υστερα από τα τόσα που τράβηξαν οι άνθρωποι στην περιοχή, άλλους μπελάδες δεν θέλουν. Γνωρίζω καλά τον τόπο και τους ανθρώπους του, τριάντα χρόνια τώρα, αλυτρωτισμό δεν έχω δει. Εχω δει, σε διάφορες διαβαθμίσεις και ένταση, βούληση για ελεύθερη έκφραση στη γλώσσα, παραδόσεις, σεβασμό στη μνήμη, έθιμα ελεύθερα και λοιπά. Αλυτρωτισμό όμως όχι.
Μπορεί όμως να διερωτηθεί κανείς: Μήπως όμως ζήτημα αλυτρωτισμού θα τεθεί πλέον σήμερα, μετά την αναγνώριση μακεδονικής γλώσσας και ιθαγένειας από τη χώρα μας στους γείτονες;
Το πρώτο που θα απαντούσα εδώ είναι πως η μη αναγνώριση μιας ταυτότητας από ένα κράτος δεν την καθιστά αόρατη γενικώς. Επομένως, αν αλυτρωτισμός υπάρχει, αυτός υφίσταται και ανεξάρτητα από το αν η Ελλάδα αναγνωρίσει ή όχι το όνομά του. Το δεύτερο που θα απαντούσα είναι πως η έκφραση μιας γλωσσικής ετερότητας, μιας άλλης μητρικής γλώσσας, δεν είναι αφ’ εαυτής αλυτρωτισμός ούτε μειονοτικός εθνικισμός.
Κάποιοι σλαβόφωνοι συμπολίτες μας, μετά τη συμφωνία, θα ένιωσαν ένα αίσθημα αναγνώρισης, μια ζωογόνα αύρα ότι μια νέα, πιο ελπιδοφόρα  εποχή αρχίζει. Ευκαιρία εθνικής λύτρωσης όμως δεν είδε κανείς. Ούτε πρόκειται. Αλλο η ικανοποίηση για τη στιγμή της αναγνώρισης ύστερα από τρεις γενιές απαξίωσης κι άλλο η αφύπνιση των απωθημένων 70 ετών καταστολής.
Κοινώς, άλλο να αγαπάς την ταυτότητά σου κι άλλο να αποστρέφεσαι την ταυτότητα των άλλων. Ας μην τα μπλέκουμε, είναι πολύ διαφορετικά. Συμφιλιώνοντάς μας με αυτό, η Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να γίνει διεθνές γεγονός μακράς διάρκειας για την Ευρώπη ολόκληρη.
Ο κ. Δημήτρης Χριστόπουλος είναι καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.