Αρχείο ετικέτας Συμφωνία Πρεσπών

Η Συμφωνία των Πρεσπών: δύναμη και ευθύνη του δι-εθνικού

του Μιχάλη Μπαρτσίδη Η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί μια μεγάλη επιτυχία για τη χώρα μας, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη. Οι πολιτικές, πολιτισμικές και ιδεολογικές διαστάσεις είναι αρκετές και τα αποτ…

Πηγή: Η Συμφωνία των Πρεσπών: δύναμη και ευθύνη του δι-εθνικού

Συμφωνία των Πρεσπών: ένα διεθνές γεγονός μακράς διάρκειας;

Χριστόπουλος Δημήτρης 
Ο ανομολόγητος αντίλογος: μακεδονικά φαντάσματα
Πέραν όμως των παραπάνω, μπορεί να υπάρξει ουσιώδης, απροσχημάτιστος αντίλογος στη συμφωνία; Ναι, αλλά είναι δύσκολο να διατυπωθεί ρητά, διότι ακουμπά πολύ ευαίσθητες χορδές. Ενας τέτοιος αντίλογος θα υποστήριζε τα εξής:
Η Ελλάδα από το 1913 που προσάρτησε τις Νέες Χώρες βρέθηκε αντιμέτωπη με τη μακεδονική εθνοτική ποικιλία. Στη μακεδονική ενδοχώρα υπήρχε σλαβόφωνος πληθυσμός που δεν ήθελε να προσεταιριστεί τη Βουλγαρία και την Εκκλησία της, καθώς ένιωθε πίστη στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως: «Δεν θέλουν να ‘ναι μήτε «Μπουλγκάρ», μήτε «Σρρπ», μήτε «Γκρρτς». Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ»» έγραφε το 1924 ο Στράτης Μυριβήλης. Το μακεδονικό τοπωνύμιο γίνεται σταδιακά εθνοτικός προσδιορισμός. Η Ελλάδα την εποχή εκείνη, ανακουφισμένη μάλλον, έβλεπε την αναδυόμενη ταυτότητα να αδυνατίζει τη βουλγαρική επιρροή στην περιοχή, που  εκλαμβάνεται ως η βασική απειλή.
Υστερα από μια περίοδο ανοχής στον Μεσοπόλεμο, υπό το καθεστώς εποπτείας της Κοινωνίας των Εθνών, η Ελλάδα περνά στην αντεπίθεση από το 1936. Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ξεκίνησε μια εκστρατεία βίαιης γλωσσικής αφομοίωσης των σλαβόφωνων Μακεδόνων. Αν ξεχνούσαν αυτό που τους έκανε διαφορετικούς – τη γλώσσα τους -, θα μπορούσαν να γίνουν «άξιοι Ελληνες». Η ελληνική περιπέτεια της δεκαετίας του ’40 έφερε μεγάλες περιπλοκές, καθώς ένα μείζον τμήμα των σλαβόφωνων Μακεδόνων στράφηκε προς την πλευρά του ΕΛΑΣ και κατόπιν του Δημοκρατικού Στρατού, βλέποντας στο πρόγραμμα του ΚΚΕ τη δυνατότητα γλωσσικής, ακόμα και εθνικής αποκατάστασης. Η ήττα του Εμφυλίου για εκείνους δεν ήταν μόνο πολιτική αλλά και η ταφόπλακα των όποιων εθνοτικών διεκδικήσεών τους. Μετά, προσφυγιά χωρίς επιστροφή. Μέχρι και το ΠαΣοΚ, το 1982, αποδέχεται τον επαναπατρισμό μόνο «των Ελλήνων το γένος» πολιτικών προσφύγων, εξαιρώντας δηλαδή τους Σλαβομακεδόνες.
Από αυτούς «γλιτώσαμε»…
Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, το «ιδίωμά» τους γίνεται το απόλυτο μίασμα. Οι πρώτοι τρόφιμοι των εγκαταλελειμμένων ιταλικών εγκαταστάσεων οι οποίες αργότερα έγιναν το ψυχιατρικό κολαστήριο της Λέρου ήταν τα παιδιά των σλαβομακεδόνων προσφύγων που έμειναν πίσω και έπρεπε να «αναμορφωθούν». Η γλώσσα απαγορεύθηκε, τα πανηγύρια σίγησαν και κάπου προς τα τέλη της δεκαετίας του 1980 μάθαμε για τα «χάλκινα» από το «Παραδέχτηκα» της Αλκηστης Πρωτοψάλτη, σε μουσική του Μπρέγκοβιτς. Χωρίς όμως ποτέ να καλοσκεφτούμε γιατί τα τραγούδια αυτά δεν είχαν στίχους: πολύ απλά, γιατί οι λέξεις απαγορεύονταν.
Οι ομιλητές συρρικνώθηκαν δραστικά. Η ελληνική πολιτική ήταν βίαιη, αλλά και αποτελεσματική. «Δεν είναι για να είμαστε και περήφανοι μ’ αυτά που τους κάναμε, αλλά για καλό τους τα κάναμε. Αλλιώς ούτε η Ελλάδα θα γίνονταν κράτος, ούτε αυτοί άνθρωποι» μου έλεγε ένας, γέροντας πλέον, δάσκαλος που μετατέθηκε στην ερειπωμένη Πρέσπα στα μέσα της δεκαετίας του ’50.
Και σήμερα; Τρεις γενιές μαστίγιο προκειμένου να σιγήσει η ντοπιολαλιά και να φτάσει η χώρα να αναγνωρίσει «μακεδονική γλώσσα» στους Ψαράδες; Εκεί που, μέχρι λίγα χρόνια πριν, οι ντόπιοι την ψιθύριζαν από τον φόβο να μην ακουστούν στους ξένους και στις Αρχές; Εκεί που 70 χρόνια πιο πίσω πήραν τον δρόμο του φευγιού οι Σλαβομακεδόνες ηττημένοι, μετά την τελευταία ακτίφ του ΚΚΕ στον Εμφύλιο;
Μήπως τελικά τα μακεδονικά φαντάσματα παραμονεύουν στα φαινομενικά ήρεμα νερά των Πρεσπών; Μήπως λοιπόν καλές οι φιέστες αλλά το υπέδαφος είναι επικίνδυνο;
Αλυτρωτισμός;
Τα κράτη δεν ασκούν πολιτικές καταναγκασμού στις μειονότητες επειδή είναι διεστραμμένα. Το κάνουν επειδή υπηρετούν το πρόγραμμα της εθνικής ομογενοποίησης, στο όνομα της ασφάλειάς τους. Αυτό έκανε και η Ελλάδα (όπως τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη) στη μακεδονική ενδοχώρα. Και εκεί που φαινόταν πως η δουλειά είχε γίνει – ξάφνου – η Γιουγκοσλαβία διαλύεται και το 1991 η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ανεξαρτητοποιείται με τη νέα συνταγματική  της ονομασία. Το «ανύπαρκτο» έγινε υπαρκτό. Και τι υπαρκτό! Κράτος! Ο κραδασμός είναι μεγάλος. Η Ελλάδα δεν μπορεί να το χωνέψει και αρνείται την αναγνώριση της γειτονικής της Δημοκρατίας, καθώς το «όνομα είναι το όχημα του αλυτρωτισμού».
Υπάρχει λοιπόν ζήτημα αλυτρωτισμού σήμερα; Και αν ναι, σε τι βαθμό σχετίζεται με το «όνομα», όπως εμμονικά υποστηρίζεται στη χώρα μας; Για να υπάρχει αλυτρωτισμός, πρέπει να υπάρχει μειονότητα που να τον στηρίζει. Κι όμως, στην Ελλάδα επισήμως «δεν υπάρχουν μειονότητες» και όλα τα παραπάνω σχετικά με τους σλαβόφωνους Μακεδόνες είναι στη σφαίρα του ανομολόγητου. Εδώ λοιπόν έχουμε έναν αλυτρωτισμό χωρίς πολιτικό υποκείμενο. Φοβούμαστε τον αλυτρωτισμό των «ανύπαρκτων»… Αλλο όμως λοιπόν τι δημοσίως μολογάμε κι άλλο τι – ξέρουμε ότι – μας συμβαίνει. Το ερώτημα λοιπόν τίθεται αλλιώς: Επιθυμούν οι σλαβόφωνοι μακεδόνες συμπολίτες μας να εγείρουν αλυτρωτικούς ισχυρισμούς σε βάρος της Ελλάδας; Σε τελευταία ανάλυση, είναι κάτι το οποίο είναι σε θέση να το ισχυριστεί σοβαρά μια αποδεκατισμένη και κατακερματισμένη κοινότητα;
Η απάντηση είναι ένα ξερό «όχι». Οχι. Ούτε το θέλει ούτε το μπορεί. Υστερα από τα τόσα που τράβηξαν οι άνθρωποι στην περιοχή, άλλους μπελάδες δεν θέλουν. Γνωρίζω καλά τον τόπο και τους ανθρώπους του, τριάντα χρόνια τώρα, αλυτρωτισμό δεν έχω δει. Εχω δει, σε διάφορες διαβαθμίσεις και ένταση, βούληση για ελεύθερη έκφραση στη γλώσσα, παραδόσεις, σεβασμό στη μνήμη, έθιμα ελεύθερα και λοιπά. Αλυτρωτισμό όμως όχι.
Μπορεί όμως να διερωτηθεί κανείς: Μήπως όμως ζήτημα αλυτρωτισμού θα τεθεί πλέον σήμερα, μετά την αναγνώριση μακεδονικής γλώσσας και ιθαγένειας από τη χώρα μας στους γείτονες;
Το πρώτο που θα απαντούσα εδώ είναι πως η μη αναγνώριση μιας ταυτότητας από ένα κράτος δεν την καθιστά αόρατη γενικώς. Επομένως, αν αλυτρωτισμός υπάρχει, αυτός υφίσταται και ανεξάρτητα από το αν η Ελλάδα αναγνωρίσει ή όχι το όνομά του. Το δεύτερο που θα απαντούσα είναι πως η έκφραση μιας γλωσσικής ετερότητας, μιας άλλης μητρικής γλώσσας, δεν είναι αφ’ εαυτής αλυτρωτισμός ούτε μειονοτικός εθνικισμός.
Κάποιοι σλαβόφωνοι συμπολίτες μας, μετά τη συμφωνία, θα ένιωσαν ένα αίσθημα αναγνώρισης, μια ζωογόνα αύρα ότι μια νέα, πιο ελπιδοφόρα  εποχή αρχίζει. Ευκαιρία εθνικής λύτρωσης όμως δεν είδε κανείς. Ούτε πρόκειται. Αλλο η ικανοποίηση για τη στιγμή της αναγνώρισης ύστερα από τρεις γενιές απαξίωσης κι άλλο η αφύπνιση των απωθημένων 70 ετών καταστολής.
Κοινώς, άλλο να αγαπάς την ταυτότητά σου κι άλλο να αποστρέφεσαι την ταυτότητα των άλλων. Ας μην τα μπλέκουμε, είναι πολύ διαφορετικά. Συμφιλιώνοντάς μας με αυτό, η Συμφωνία των Πρεσπών μπορεί να γίνει διεθνές γεγονός μακράς διάρκειας για την Ευρώπη ολόκληρη.
Ο κ. Δημήτρης Χριστόπουλος είναι καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

«Μακεδονικό» και Αριστερά

Η επιλογή «καταψηφίζω τη συμφωνία γιατί δεν θέλω την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ» είναι προβληματική ως θέση αρχής γιατί κλείνει τα μάτια στο ζήτημα των εθνικισμών. Το να ηττηθούν οι εθνικισμοί και στις δυο μεριές, μόνο κέρδος μπορεί να είναι για τους δυο λαούς και για τους συσχετισμούς δύναμης στις δύο χώρες

ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΣΕΚΕΡΗ

Τόσο το ΚΚΕ όσο και μια σειρά από άλλες οργανώσεις και ομάδες της Αριστεράς έχουν τοποθετηθεί εναντίον της συμφωνίας των Πρεσπών με το επιχείρημα ότι η λύση του ονοματολογικού εξυπηρετεί τα ιμπεριαλιστικά σχέδια που θέλουν να εντάξουν την ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ. Σύμφωνα με τη λογική αυτή, δεν έχει καμία σημασία ούτε η εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες ούτε και η στρατηγική ήττα του σοβινισμού, που κρατάει το θέμα ανοιχτό εδώ και 25 χρόνια.

Μια τέτοια τοποθέτηση είναι πιο “εύκολη” από όσο δείχνει η βαριά καταγγελτική ρητορική της: σχετίζεται περισσότερο με την εσωτερική πολιτική κατανάλωση παρά με κάποια αντιιμπεριαλιστική στρατηγική στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Το πρόβλημα είναι ότι, έτσι, εγκαταλείπεται μια συνεπής διεθνιστική στάση που κράτησε όλος ο χώρος της Αριστεράς στο ζήτημα του “Μακεδονικού” κατά τη διάρκεια των 25 αυτών χρόνων.

Ενσωματώνοντας τη δεξιά ρητορική περί “αλυτρωτισμού”

Αν υποθέσουμε ότι η αποτροπή των σχεδίων του ιμπεριαλισμού είναι πιο σημαντικός στόχος από το να ηττηθεί ο σοβινισμός και να εξομαλυνθούν οι σχέσεις ανάμεσα σε δύο λαούς, τότε κάθε άλλη κριτική επί του περιεχομένου της συμφωνίας, περιττεύει. Οποιαδήποτε συμφωνία, όσο δίκαιη και καλή και αν είναι, πρέπει να καταψηφιστεί.

Συνεπώς τα περί αλυτρωτισμού, αναγνώρισης γλώσσας, εθνότητας κ.λπ., δεν είναι αναγκαία πουθενά σε αυτή την ανάλυση. Αυτοί, όμως, που επί 25 χρόνια κινούνταν για το «Μακεδονικό» στη λογική της σημερινής συμφωνίας πρέπει να εξηγήσουν γιατί σήμερα αλλάζουν τη στάση τους. Και έτσι ανακαλύπτουν το ζήτημα της γλώσσας και της εθνικότητας καταφεύγοντας στη βασική επιχειρηματολογία της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς.

Τα επιχειρήματα περί αλυτρωτισμού θα μπορούσαν να σταθούν αν κάποιοι πίστευαν σοβαρά ότι ο μακεδονικός σοβινισμός είναι όχημα εξυπηρέτησης των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων. Αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε για αστείο. Στην ΠΓΔΜ το σοβινιστικό – αλυτρωτικό μπλοκ (το οποίο κατά τα λοιπά δεν έχει κανένα πρόβλημα με την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε.) δίνει μάχη κατά της συμφωνίας – και, κατά συνέπεια, βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις.

Αντίθετα τη συμφωνία υποστηρίζουν οι μετριοπαθείς, οι οποίοι στο εσωτερικό της χώρας τους δέχονται επιθέσεις κατηγορούμενοι για “μειοδοσία” και “ενδοτισμό”. Πώς λοιπόν η συμφωνία ενδίδει σε αλυτρωτικές πιέσεις της γειτονικής χώρας; Εκτός αν ονομάζουμε “αλυτρωτισμό” κάθε δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των γειτόνων μας, όπως ακριβώς κάνει η δεξιά εθνικιστική προπαγάνδα.

Από αριστερούς ανθρώπους όμως, αυτή είναι μια στάση προβληματική και ανιστόρητη. Απέναντι σε τέτοιες αντιλήψεις η Αριστερά όφειλε να έχει σταθερό και αταλάντευτο μέτωπο, και όχι να τις ενσωματώνει στη ρητορική της.

Πώς προωθούνται και πώς αποτρέπονται τα ιμπεριαλιστικά σχέδια;

Ένα άλλο προβληματικό σημείο είναι το εξής: Αν ο ιμπεριαλισμός επείγεται τόσο πολύ να λύσει το θέμα, γιατί δεν το λύνει με πιο συνοπτικές διαδικασίες; Γιατί περιμένει 25 χρόνια να ωριμάσουν οι διαπραγματεύσεις του ΟΗΕ και να δημιουργηθούν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες στις δυο χώρες; Και γιατί επιβάλλει μια διαδικασία η οποία μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπεί σε μία από τις δύο χώρες;

Δεν μας έχει συνηθίσει ο ιμπεριαλισμός σε τόσο χαλαρούς, ανεκτικούς και δημοκρατικούς ρυθμούς, όταν σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους ξεκίνησε πόλεμο στην περιοχή για να υπηρετήσει τους σχεδιασμούς του. Συνεπώς η ανάλυση εδώ έχει πρόβλημα. Αυτό που θα εξηγούσε κάπως καλύτερα την κατάσταση είναι ότι, πέραν του ιμπεριαλισμού, η ίδια η ΠΓΔΜ ιεραρχεί πλέον ψηλότερα την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε. σε σχέση με τις διαφορές για το ονοματολογικό, θεωρώντας, προφανώς, ότι έτσι εδραιώνει την εσωτερική της σταθερότητα.

Αυτή η μεταβολή ήταν που επιτάχυνε τις εξελίξεις. Κατά συνέπεια μοναδική στρατηγική για την αποτροπή των ιμπεριαλιστικών σχεδίων είναι η αλλαγή των εσωτερικών συσχετισμών στην ΠΓΔΜ. Διότι, αν οι συσχετισμοί στην ΠΓΔΜ ευνοούν την ένταξή της στο ΝΑΤΟ και το ΝΑΤΟ θέλει να εντάξει την ΠΓΔΜ, είτε καταψηφίσουμε εμείς τη συμφωνία είτε όχι, η ένταξη θα προχωρήσει έτσι κι αλλιώς.

Ενδιαφέρει την Αριστερά η ήττα των εθνικισμών;

Υπό την έννοια αυτή, η καταψήφιση της συμφωνίας από τα αριστερά έχει μόνο συμβολικό νόημα. “Ψηφίζουμε εναντίον επειδή ο ιμπεριαλισμός θέλει να ψηφίσουμε υπέρ”. Θεμιτό. Ας δούμε όμως τι άλλες επιπτώσεις έχει μια τέτοια στάση. Πρώτον, ενισχύει το σοβινιστικό μπλοκ στη γειτονική χώρα. Και επομένως κάνει ευκολότερη την χειραγώγηση και τον αποπροσανατολισμό του λαού της ΠΓΔΜ, χωρίς, όπως είπαμε μόλις πιο πριν, να αποτρέπει την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ. Δεύτερον και πιο σοβαρό: ενισχύει αντικειμενικά το εθνικολαϊκιστικό μπλοκ της Λαϊκής Δεξιάς και της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα, που σε αυτό το ζήτημα είναι τόσο ηγεμονικό, ώστε να σέρνει πίσω του την ηγεσία της Ν.Δ. και σχεδόν ολόκληρο το ΚΙΝ.ΑΛΛ. Το μέτωπο αυτό έχει μια μακρά παράδοση στο «Μακεδονικό», έχει κατηγορήσει την Αριστερά για προδοσίες, προβάλλεται κατά κόρον από τα κανάλια για πολιτικούς και τηλεοπτικούς λόγους και αναπόφευκτα δίνει τον τόνο στην επιχειρηματολογία. Αυτό βέβαια δεν είναι λόγος να μην διατυπωθεί μια οποιαδήποτε θέση εναντίον της συμφωνίας από την Αριστερά.

Αλλά πρέπει να είμαστε καθαροί: Όποιος αριστερός νομίζει ότι η στάση κατά της συμφωνίας θα τον φέρει σε επαφή με τον απλό λαϊκό και ακατέργαστο κόσμο του εθνικολαϊκιστικού μπλοκ και, άρα, να του εξασφαλίσει και καμιά ψήφο, σκέφτεται με τερατωδώς οπορτουνιστικό τρόπο και διαπράττει τεράστιο πολιτικό και ιδεολογικό λάθος.

Ο “αντιιμπεριαλισμός” ως τακτικισμός

Συνεπώς η επιλογή «καταψηφίζω τη συμφωνία γιατί δεν θέλω την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ» είναι προβληματική ως θέση αρχής γιατί κλείνει τα μάτια στο ζήτημα των εθνικισμών. Το να ηττηθούν οι εθνικισμοί και στις δυο μεριές, μόνο κέρδος μπορεί να είναι για τους δυο λαούς και για τους συσχετισμούς δύναμης στις δύο χώρες.

Μπορείς πάντα να αντιτεθείς στην ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, αλλά να στηρίξεις τη συμφωνία, όπως κάνουν οι δυνάμεις στης Αριστεράς στην ΠΓΔΜ. Στην Ελλάδα, όμως, οι αριστεροί που αντιτίθενται στη συμφωνία δεν ενδιαφέρονται για τόσο σύνθετες αναλύσεις.

Αυτό που τους νοιάζει είναι να μην αθροίσουν τις ψήφους τους με την κυβέρνηση την ώρα που η υπόλοιπη αντιπολίτευση της επιτίθεται με λύσσα. Γιατί αυτό μπορεί να παρεξηγηθεί μέσα και έξω από τις γραμμές τους. Και έτσι επιλέγουν την ασφάλεια της άρνησης και τον τακτικισμό και βγάζουν την ουρά τους απέξω. Ακόμα κι αν, για να το πετύχουν, χρειάζεται να πετάξουν στα σκουπίδια τίμιες και καθαρές αριστερές θέσεις 25 χρόνων.

«Βόρεια Μακεδονία»: Απόψεις και θέσεις

Κείμενα Πολιτικής  
ENA Institute for Alternative Policies·Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018
Κύρκος Δοξιάδης, Antonis Liakos και Δημήτρης Χριστόπουλος (Dimitris Christopoulos) γράφουν στο #ΕΝΑ για τις εξελίξεις στο θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη συμφωνία στο όνομα «Βόρεια Μακεδονία»
Με αφορμή τις εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη πρόκριση του ονόματος «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ φιλοξενεί απόψεις ακαδημαϊκών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.Κύρκος Δοξιάδης*Δεδομένου ότι ασχολούμαι με το ζήτημα από τότε που προέκυψε το 1992, σε περίπου όλους τους τομείς και τα επίπεδα του συγγραφικού, ερευνητικού και διδακτικού μου έργου, αισθάνομαι ιδιαίτερη ικανοποίηση. Η ικανοποίησή μου είναι και προσωπική, υπό την έννοια ότι η λύση για την ονομασία που τελικά συμφωνήθηκε –«Βόρεια Μακεδονία»– ήταν αυτή που ενδόμυχα πάντοτε πίστευα πως είναι η πιο ορθή. Σκέφτομαι λοιπόν να την υιοθετήσω από τώρα – ακόμη και στον δημόσιο λόγο μου, έστω και αν δεν έχει ακόμη επικυρωθεί επισήμως. Θα με βόλευε ποικιλοτρόπως. Πρώτον, διότι οι δύο ονομασίες –FYROM και ΠΓΔΜ (αγγλιστί και ελληνιστί)– που αναγκαζόμουν να χρησιμοποιώ και που εμπεριέχουν το «πρώην» υποδηλώνουν κάτι το πασιφανώς γελοίο. Είναι όντως γελοίο να εξακολουθείς να αποκαλείς «πρώην» μια χώρα που υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος εδώ και 27 χρόνια.

Κύρκος Δοξιάδης

Και δεύτερον, διότι έτσι «θα πάρω το αίμα μου πίσω» για την αφόρητη τσαντίλα που αισθανόμουν –και εξακολουθώ να αισθάνομαι– όλα αυτά τα χρόνια όταν άκουγα –και ακούω– να βαφτίζουν με το ζόρι –και απολύτως παράνομα, εννοείται– τη γειτονική χώρα «Σκόπια» και τους κατοίκους της «Σκοπιανούς». Σήμερα το πρωί μάλιστα άκουσα να εκφράζεται δημόσια και επίσημα η άποψη, διά στόματος –φευ!- βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, ότι «αν το είχαμε χειριστεί σωστά» κατά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας θα είχαμε κατορθώσει η γειτονική χώρα να λέγεται «Δημοκρατία των Σκοπίων»!!! «Βόρεια Μακεδονία» και «Βορειομακεδόνες» από εδώ και στο εξής λοιπόν. Και ας τολμήσουν να με καταγγείλουν για εσχάτη προδοσία οι λογής λογής ακροδεξιοί που κυκλοφορούν ανάμεσά μας παριστάνοντας τους πατριώτες.

* Καθηγητής Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών     

Αντώνης Λιάκος*

H συμφωνία αυτή είναι ιστορική, και τερματίζει ένα πρόβλημα 27 χρόνων. Aν πάει καλά ως το τέλος, θα είναι ένα από τα λίγα επιτεύγματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με τα  εθνικά θέματα, σημαντικό όσο και η είσοδος της Κύπρου στην ΕΕ. Δείχνει ικανότητα, ψυχραιμία και καθαρή ματιά. Κι εγώ αμφέβαλλα αν θα ολοκληρωνόταν, αλλά πρέπει να τους το πιστώσουμε. Οι της απέναντι όχθης, ψυχραιμία και να γιορτάσουμε μαζί.

Η συμφωνία αυτή διαλύει ένα από τα ιδεολογικά σχήματα που είχαν φτιαχτεί στην κρίση, και μετά το 2015 είχαν πιάσει σαν σιδερένια λαβίδα το λαιμό του πολιτικού σώματος. Διαλύει δηλαδή το μύθο ότι αφενός έχεις τις πολιτικές δυνάμεις του εκμοντερνισμού, της λογικής, του κοσμοπολιτισμού, της τόλμης και αφετέρου την ιδεολογία των μη προνομιούχων, που είναι συντηρητική, βρίσκει καταφύγιο στη θρησκεία και στο έθνος, φοβάται τις μεγάλες αλλαγές. Για να δούμε λοιπόν τώρα ποιοι παρατάσσονται με τις δυνάμεις της αλλαγής σε ένα χρόνιο τέλμα, ποιοι πολεμούν το τέρας του εθνικισμού και των παραφυάδων του και ποιοι αντιστέκονται, δημαγωγούν και υποκλίνονται στον εθνικισμό.

* Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Δημήτρης Χριστόπουλος*

To όνομα ενός κράτους μπορεί οριακά να γίνει αντικείμενο διπλωματικής διαπραγμάτευσης, ακόμη κι αν αυτό δεν είθισται στις διεθνείς σχέσεις. Το όνομα ενός έθνους –η ταυτότητα ενός λαού, το πώς αισθάνεται το ανήκειν του– δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, διότι δεν είναι ζήτημα κανόνων αλλά ζήτημα συνείδησης. Θεωρώ λοιπόν ότι η συμφωνία βρίσκει μια βιώσιμη τομή που αξίζει: Η Αθήνα «κερδίζει» την ονομασία με γεωγραφικό επιθετικό προσδιορισμό έναντι όλων και τα Σκόπια κρατούν την αξιοπρέπεια της ταυτότητας του λαού της χώρας τους. Άλλη λύση δεν υπήρχε, ούτε θα μπορούσε να υπάρχει.

Είμαι ικανοποιημένος με τη συμφωνία, αρκεί τώρα οι δύο κυβερνήσεις να δείξουν σταθερότητα και ψυχραιμία στις πιέσεις που θα δεχθούν. Είναι αναπάντεχα καλό νέο που ένα διμερές πρόβλημα που είχε η χώρα μας –κατά την άποψή μου, με δική της ευθύνη– δρομολογείται να βρει μια λύση. Η χώρα έχει πραγματικά και σοβαρά εθνικά θέματα στα οποία πλέον μπορεί να συγκεντρώσει τις πολιτικές της δυνάμεις και το διπλωματικό κεφάλαιο που τόσο απερίσκεπτα σπατάλησε με το Μακεδονικό. Καιρός λοιπόν να γυρίσουμε σελίδα. Έγινε μια αρχή. Αυτό είναι μείζον.

* Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου – Πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Κείμενα Πολιτικής

«Βόρεια Μακεδονία»: Απόψεις και θέσεις (Μέρος Β’)

Με αφορμή τις εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη πρόκριση του ονόματος «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ φιλοξενεί απόψεις ακαδημαϊκών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.Όθων Αναστασάκης*Πολύ σημαντική συμφωνία, η οποία ξεκινά τη διαδικασία απεγκλωβισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από το ονοματολογικό θέμα, που είχε καθηλώσει τη διπλωματία μας σε μια κυριολεκτικά στείρα αντιπαράθεση με τον βόρειο γείτονα.Το ότι κανείς εκτός Ελλάδας δεν κατανοούσε τις θέσεις της χώρας και όλοι αποκαλούσαν τη χώρα «Μακεδονία» στο εξωτερικό είναι γνωστό. Το ότι ο όρος «Μακεδονία» συνέχιζε να χρησιμοποιείται και είχε παγιωθεί στο όνομα της γειτονικής χώρας, είτε ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» είτε ως «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατία της Μακεδονίας», είναι επίσης αυτονόητο.Η συμφωνία φέρνει τον ΣΥΡΙΖΑ κοντά στην κεντροαριστερή άποψη και διανόηση στα εξωτερικά ζητήματα, που είχε πάντα πιο μετριοπαθή στάση στο Μακεδονικό, αλλά δεν τολμούσε να μιλήσει, και δίνει επιτέλους ένα επιχείρημα ώστε μια σειρά από μετριοπαθείς πολίτες να στηρίξουν τη θέση τους. Με αυτή τη συμφωνία ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται κοντά σε πιο τεχνοκρατικές απόψεις της ελληνικής κοινωνίας. Μέχρι τώρα το θέμα της ονομασίας ήταν ένα ταμπού, στο οποίο η συμφωνία αυτή βάζει φρένο. Από εδώ και πέρα το Μακεδονικό έχει δύο απόψεις στην Ελλάδα. Ο διάλογος έχει ξεκινήσει σε συγκεκριμένη βάση για πρώτη φορά και η μετριοπαθής πλευρά έχει αποκτήσει φωνή, επιχείρημα και όνομα να αποκαλέσει τη «χώρα χωρίς όνομα».

Είναι σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, να εστιάσει κανείς στις θετικές επιπτώσεις της συμφωνίας και να ξεκινήσει ένα διάλογο σε κοινωνικό επίπεδο. Η πλευρά που υποστηρίζει τη συμφωνία έχει μια σειρά από επιχειρήματα να αναδείξει.

Η συμφωνία:

  1. Αντικαθιστά την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με σύνθετο προσδιορισμό και κατοχυρώνει το αρχαίο ελληνικό παρελθόν στην ελληνική πλευρά. Οι παραχωρήσεις της άλλης πλευράς είναι προφανείς σε σύγκριση με την προηγούμενη ακραία κατάσταση.
  2. Ανοίγει το δρόμο για συνεργασία με τα Δυτικά Βαλκάνια, από τα οποία η Ελλάδα είχε περιθωριοποιηθεί τα τελευταία χρόνια για οικονομικούς αλλά και διμερείς λόγους με την ΠΓΔΜ.
  3. Συμπεριλαμβάνει μια σειρά θεμάτων που αφορούν σε θέματα διμερούς συνεργασίας και σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που πρέπει να αναδειχθούν.
  4. Δημιουργεί ένα πρώτο σημαντικό προβάδισμα για την επίλυση διμερών διαφωνιών στο χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, δείχνοντας το δρόμο για το άλλο μεγάλο θέμα των Βαλκανίων μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου. Στην επίλυση αυτής της σημαντικής διαφοράς που ταλανίζει τα Δυτικά Βαλκάνια η Ελλάδα μπορεί να εμφανιστεί ως μια αξιόπιστη τρίτη δύναμη στο διεθνές περιβάλλον.
  5. Βάζει την Ελλάδα δυναμικά στο οικονομικό και πολιτικό παιγνίδι των Βαλκανίων και η χώρα «βρίσκει τον παλιό καλό εαυτό της» σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία έχει αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή και ιδιαίτερα στη γειτονική χώρα.
  6. Προσδίδει στη χώρα σημαντική αξιοπιστία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ σε μια περίοδο μεγάλης γεωπολιτικής αστάθειας.
  7. Επιτρέπει στην Ελλάδα να ζητήσει ανταλλάγματα στο οικονομικό πεδίο από την ΕΕ και πολιτικά από τις ΗΠΑ.

Για την ανάδειξη όλων αυτών των προτερημάτων χρειάζεται η κυβέρνηση να συνταχθεί με όλες τις φιλικές φωνές στον ακαδημαϊκό, επιχειρηματικό και άλλους φίλα προσκείμενους, στο θέμα του Μακεδονικού, χώρους και να συντάξει μια εναλλακτική φωνή στον εθνικισμό του Μακεδονικού.

Το παρόν κείμενο δεν θριαμβολογεί, απλά εστιάζει στις θετικές συνέπειες.

Η συμφωνία αυτή κάνει μια σημαντική αρχή. Όπως έχουμε δει και από άλλες αντίστοιχες συμφωνίες στην περιοχή (Σερβία-Κόσοβο), θα υπάρξουν προβλήματα στην εφαρμογή της, άλλα αναμενόμενα και άλλα που θα εξαρτώνται από την εκάστοτε συγκυρία. Κατά τη γνώμη μου, και όπως μας έχει δείξει το πρόσφατο παρελθόν, η ισχύς και αυτοτέλεια της Ελλάδας είναι συνυφασμένη με την οικονομική της βάση και όχι με την ένταση των εθνικιστικών φωνών.

Διευθυντής του European Studies Centre/South East European Studies στο St Antony’s College της Οξφόρδης

Σωτήρης Βαλντέν*

Η επίλυση του ζητήματος της ονομασίας της γειτονικής μας χώρας αποτελεί ένα ιστορικό γεγονός προς όφελος και των δύο χωρών, καθώς και της σταθερότητας στην περιοχή. Η συμφωνία ικανοποιεί ευαισθησίες της ελληνικής πλευράς, ενώ σέβεται την αξιοπρέπεια και την ταυτότητα των γειτόνων μας. Απελευθερώνει την εξωτερική και βαλκανική μας πολιτική από ένα μεγάλο βαρίδι και από τα αδιέξοδα στα οποία είχαμε οδηγηθεί τα τελευταία 25 χρόνια.

Η κυβέρνηση ορθότατα αξιοποίησε το «παράθυρο ευκαιρίας» που δημιούργησε η δημοκρατική πολιτική αλλαγή στη γείτονα και η διεθνής συγκυρία. Επέδειξε πολιτικό θάρρος και διαπραγματευτική ικανότητα, για την οποία Τσίπρας και Κοτζιάς αξίζουν συγχαρητήρια. Βέβαια, και στις δύο χώρες απομένει αρκετός δρόμος ως την υλοποίηση της συμφωνίας. Όσον μας αφορά, προέχει τώρα η μάχη ενάντια στους ποικίλης προέλευσης πατριδοκάπηλους που επιδιώκουν την υπονόμευση της συμφωνίας. Θέλω να ελπίζω ότι τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης θα αρθούν στο ύψος των περιστάσεων. Ιδιαίτερα η ΝΔ ελπίζω να εγκαταλείψει το δρόμο του άκρατου λαϊκισμού και της ανευθυνότητας τον οποίο ακολουθεί σήμερα, και πιστεύω πως αυτό επιθυμεί και η πλειοψηφία των φιλελεύθερων οπαδών της. Όσον αφορά τον προοδευτικό χώρο, η στάση των πολιτικών δυνάμεων στο Μακεδονικό υπενθυμίζει πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή προόδου – αντίδρασης και προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αναζητηθούν προοδευτικές συγκλίσεις.

*  Διδάσκων στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών

 

Χρήστος Ζιώγας*

Γιατί δεν είναι επωφελής η συμφωνία με τα Σκόπια… Πρώτον, οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν κατέληξαν σε συμφωνία με το γειτονικό κράτος διότι θεωρούσαν επιζήμιο να αναγνωρίσουν μακεδονική ταυτότητα και γλώσσα, που ήταν και τα δυσκολότερα ζητήματα της διαπραγμάτευσης. Η παρούσα κυβέρνηση συμφώνησε, υιοθετώντας επί του θέματος τις μειοψηφικές και όχι τις πλειοψηφικές αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας. Κατά μία έννοια, αναγνωρίζοντας μακεδονική εθνότητα και γλώσσα, αναιρείται ο γεωγραφικός προσδιορισμός ως βασική συνιστώσα της προσπάθειας διευθέτησης, και ο αλυτρωτισμός, ενώ εξαλείφεται από τα θεσμικά κείμενα των Σκοπίων, μελλοντικά δύναται να επανέλθει εξ αυτού του γεγονότος.

Δεύτερον, οι διεθνείς συμφωνίες αντικειμενικό σκοπό έχουν την αμοιβαία δέσμευση των μερών και την κοινή αντίληψή τους επί των συμφωνηθέντων. Οι αρχαίοι έλεγαν: «Σοφόν το σαφές, ου το μη σαφές»! Όλα τα σημεία της συμφωνίας τα οποία δίνουν την δυνατότητα διαφορετικής ερμηνείας, πολύ πιθανόν να δημιουργήσουν προβλήματα στο μέλλον. Αναμφίβολα, το ζήτημα της ιστορικής κληρονομίας της Μακεδονίας και της μακεδονικής ταυτότητας στη σύγχρονή της διάσταση συνιστούν τέτοια.

Τρίτον, κυνικά αλλά κατά το πλείστον στο διεθνές σύστημα, η Ελλάδα ως ισχυρότερο κράτος δεν μπόρεσε να επιβάλει την επωφελέστερη για την ίδια λύση, μετατρέποντας -κατά τα φαινόμενα- ένα διμερές πρόβλημα σε εσωτερικό. Τέταρτο και συνακόλουθο, το κράτος των Σκοπίων επιθυμεί να γίνει μέλος διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχει η Ελλάδα. Είθισται τα προς ένταξη κράτη να προβαίνουν σε περισσότερες υποχωρήσεις, όχι το αντίστροφο. Πέμπτον, μια συμφωνία δεν πρέπει να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που θεωρητικά επιλύει, και η συγκεκριμένη, αν και διευθετεί ορισμένα ζητήματα, ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία.

* Μεταδιδακτορικός Ερευνητής και Διδάσκων Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

 

Αλέξης Ηρακλείδης*

Η φόρμουλα λύσης που πρόσφατα βρέθηκε στο Μακεδονικό ήταν ανέλπιστη. Η διπλωματική αυτή επιτυχία της Ελλάδας ξεπέρασε κάθε ρεαλιστική ελληνική προσδοκία.

Κατόρθωσε το ακατόρθωτο, όχι μόνο την αλλαγή του ονόματος, αλλά και την εξασφάλιση του erga omnes και την αλλαγή εδαφίων του Συντάγματος. Δεν πρόκειται καν για μια λύση «θετικού αθροίσματος», με δύο κερδισμένους, χωρίς χαμένους, που ήταν το ζητούμενο, αλλά για λύση που γέρνει σαφώς υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Ωστόσο, αυτή η ελληνική διπλωματική νίκη ίσως κρύβει, ακριβώς επειδή είναι ετεροβαρής (με νικητή την Ελλάδα), μια αχίλλειο πτέρνα: μπορεί τελικά να μη γίνει αποδεκτή από τους Σλαβομακεδόνες, όσο σημαντικά και να είναι τα «καρότα» (η ένταξη στο ΝΑΤΟ και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ) που χρυσώνουν το επώδυνο γι’ αυτούς χάπι.

*  Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ανάλυσης Συγκρούσεων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό