Αρχείο ετικέτας ΣΠΥΡΟΣ ΤΖΟΚΑΣ

Τζόκας ΚΟΙΝΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΠΕ – ΚΕΔΕ: Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν

Σπύρος Τζόκας πανεπιστημιακός- Αντιπεριφερειάρχης Δυτικού Τομέα Αθηνών

23/4/2018
ΚΟΙΝΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΝΠΕ – ΚΕΔΕ: Ωδινεν όρος και έτεκεν μυν

Το κοινό Συνέδριο ΕΝΠΕ – ΚΕΔΕ που για πρώτη φορά πραγματοποιήθηκε είναι, αναμφίβολα, μια θετική εξέλιξη για την Αυτοδιοίκηση και τη συνολική της δραστηριότητα. Η θέσπιση κοινού Συνεδρίου παρακολουθεί τους μακροχρόνιους αγώνες της αυτοδιοίκησης να γίνει αιρετός, από κρατικός που ήταν, ο δεύτερος βαθμός αυτοδιοίκησης και από κοινού με τον πρώτο να συμβάλλουν στην επίλυση των μεγάλων προβλημάτων της κοινωνίας.

Η θέσπιση κοινού συνεδρίου της Αυτοδιοίκησης αντιπαλεύει ένα νοσηρό κλίμα που και στις μέρες μας καλλιεργείται με απόψεις και θέσεις    που διχάζουν την αυτοδιοίκηση και ενεργοποιούν κοινωνικούς αυτοματισμούς που αν δεν είναι επικίνδυνοι, τουλάχιστον αποπροσανατολίζουν από τα μείζονα κοινωνικά προβλήματα και δίνουν ένα ακόμα χτύπημα στην  ήδη τραυματισμένη αν όχι  «κλινικά νεκρή» αυτοδιοίκηση. Με άλλα λόγια, συμβάλλουν  εκούσια ή ακούσια στην απαξίωση της.

Γιατί το πολιτικό σύστημα και το κεντρικό κράτος αντιπαλεύει μια ισχυρή, υγιή και ενωμένη αυτοδιοίκηση. Δεν συμφέρει και είναι πολλοί οι λόγοι που πολλές φορές έχουν καταγραφεί. Για το ελληνικό πολιτικό σύστημα η αυτοδιοίκηση ήταν απλά “η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων” ούτε καν η διαχείρισή τους. Έτσι λειτούργησε ιστορικά σαν μια μικρογραφία του κράτους και του κεντρικού πολιτικού συστήματος σε τοπικό επίπεδο κι όχι σαν μια διακριτή, πόσο μάλλον εναλλακτική, δομή πολιτικής εξουσίας.

Περιττό είναι δε να σημειωθεί ότι αν η αυτοδιοίκηση δεν ήταν τόσο «καχεκτική», όσο άλλωστε και η δημοκρατία μας, θα είχε πιθανότατα και τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως εφεδρεία του πολιτικού συστήματος και να εξασφαλίσει το δημοκρατικό μετασχηματισμό του στις συνθήκες της τρέχουσας κρίσης η οποία, πέρα από οικονομική, έχει και σαφέστατο πολιτικό υπόβαθρο. Έτσι στην Ελλάδα η αυτοδιοίκηση δεν ήταν ποτέ αυτο-κυβέρνηση, δηλαδή ένα πολιτικό καθεστώς συμμετοχής εντός του οποίου η τοπικότητα απολαμβάνει δικαιώματα πολιτικού αυτοπροσδιορισμού.

Το σημαντικό αυτό κοινό Συνέδριο, όμως, ναρκοθετείται από τις ηγεσίες των δυο συλλογικών οργάνων και από τους νεόκοπους της αυτοδιοίκησης και υποτάσσεται σε μικροκομματικές μεθοδεύσεις που παρακολουθούν και συμπληρώνουν την παρελκυστική πολιτική της κυβέρνησης και του Υπουργείου Εσωτερικών που εδώ και ένα χρόνο βγάζει και κρύβει το νομοσχέδιο. Έτσι διεξάγεται ένα Συνέδριο που θα μπορούσε να δώσει φιλί ζωής στην πληγωμένη αυτοδιοίκηση «εν κενώ» με υποθέσεις και φαντασιώσεις.

Ένα Συνέδριο όπου παράγοντες και παραγοντίσκοι της πολιτικής ζωής σε αγαστή συνεργασία με την πολιτική ηγεσία του τόπου – θου κύριε φυλακή τω στόματι μου –συγκεντρώθηκαν σαν μια νέα «φιλική εταιρεία» να σώσουν το έθνος από τους μιαρούς και να ξορκίσουν την τρισκατάρατη απλή αναλογική που απειλεί τις παραδόσεις μας και τις αξίες μας, δηλαδή την καρέκλα μας. Και όλα αυτά στο όνομα της λεγόμενης κυβερνησιμότητας, η οποία λειτουργεί ως αυτοσκοπός και όχι ως μέσο που έλεγε και η περίφημη «Πολιτεία» του Πλάτωνα. Η κυβερνησιμότητα υπεράνω όλων και από τη βούληση του λαού, η οποία νοθεύεται. Δεν ενδιαφέρει αν Δήμαρχοι ή Περιφερειάρχες με 18% την πρώτη Κυριακή κατέχουν τα 3\5 των εδρών του Συμβουλίου. Ψιλά γράμματα.

Και η πανστρατιά αυτή είναι «περί όνου σκιάς», καθώς ο θησαυρός είναι άνθρακας. Η απλή αναλογική  θα ισχύσει για τους πληβείους, τους δημοτικούς, δηλαδή, και περιφερειακούς συμβούλους. Οι πατρίκιοι, οι Περιφερειάρχες και οι Δήμαρχοι, διατηρούν την ισχύ τους και μάλιστα γίνονται κυρίαρχοι, καθώς εκλέγονται χωριστά στο δεύτερο γύρο.  Μια νοθευμένη αναλογική που δεν θέτει σε κίνδυνο το σημερινό μοντέλο του Δημαρχοκεντρισμού και του περιφερειαρχοκεντρισμού.

Και όμως το κοινό Συνέδριο θα μπορούσε να είναι μια νέα, ελπιδοφόρα αρχή για την Αυτοδιοίκηση, αν ήταν το αποτέλεσμα μιας γόνιμης και οργανωμένης διαδικασίας που θα είχε στόχο να παράξει  έργο χρήσιμο για την κοινωνία και όχι για τους κομματικούς σχηματισμούς ή τη σωτηρία Δημάρχων και Περιφερειαρχών. Ένα τέτοιο Συνέδριο θα έδινε επεξεργασμένες και δημοκρατικά αποφασισμένες απαντήσεις σε ένα συγκεκριμένο νομοσχέδιο που θα είχε δοθεί για διαβούλευση. Θα συσκέπτονταν και θα αποφάσιζαν τα Δημοτικά και Περιφερειακά Συμβούλια, οι ΠΕΔ της χώρας, τα συλλογικά όργανα της Αυτοδιοίκησης και όλα αυτά τα συμπεράσματα θα κατέληγαν σε ένα καλά οργανωμένο κοινό Συνέδριο. Τώρα τίποτα από αυτά δεν έχει γίνει. Τώρα διεξάγεται ένα Συνέδριο «εν κενώ»  χωρίς να γνωρίζουμε καν τις θέσεις της Κυβέρνησης. Και αναρωτιόμαστε, όταν η Κυβέρνηση δώσει στη διαβούλευση τις θέσεις της θα κάνουμε και πάλι Συνέδριο;

Ίσως.  Έτσι και αλλιώς στο πληγωμένο σώμα της Αυτοδιοίκησης γίνονται όλα τα πειράματα.  Το πείραμα αυτό που γίνεται στη χώρα μας συμπαρασύρει μια σειρά από κοινωνικές και πολιτικές λειτουργίες. Μεταξύ αυτών στοχεύει και στην Αυτοδιοίκηση…. με τρόπο μεθοδικό και με συνεργούς αρκετούς λεγόμενους αυτοδιοικητικούς. Η Αυτοδιοίκηση πλήττεται βάναυσα και στα χρόνια της μνημονιακής πολιτικής πνέει τα λοίσθια.  Ο «Καλλικράτης» αυτό ακριβώς το πείραμα έρχεται να υλοποιήσει στην Αυτοδιοίκηση. Επιχειρεί, δηλαδή, να χρησιμοποιήσει την Αυτοδιοίκηση ως ιμάντα μεταφοράς των αντιλαϊκών εκείνων πολιτικών που παράγονται στο εργαστήρι των νεοφιλελεύθερων μνημονιακών πολιτικών.  Προωθεί τη χειραγώγηση του λαού κάτω από την κυρίαρχη πολιτική.

Ο χώρος της Αυτοδιοίκησης, είναι ο χώρος που φαίνεται να συμπυκνώνεται το σύνολο των μνημονιακών πολιτικών σε όλα τα πεδία: Εργασιακές σχέσεις, υπονόμευση και αποσάθρωση των κοινωνικών του δομών, γενικευμένη πολιτική ιδιωτικοποιήσεων, πλειστηριασμούς, ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας, λιμάνια, αεροδρόμια, φτώχεια, ανεργία, ελαστικές σχέσεις εργασίας, περιορισμός των δημοσίων πόρων και πάει λέγοντας και επειδή παρόμοιοι αποπροσανατολισμοί και αυτοματισμοί είναι επικίνδυνοι, επιβάλλεται ψυχραιμία και υψηλό αίσθημα ευθύνης. Διαφορετικά οι κοινωνικοί αυτοματισμοί που έχουν ενεργοποιηθεί πανταχόθεν δεν θα αφήσουν τίποτα όρθιο. Και αυτό βέβαια δεν είναι καλό για την αυτοδιοίκηση και όσους θεωρούν ότι την υπηρετούν ή δηλώνουν εραστές της.

Την κατηφόρα  αυτή  δεν πρέπει να διευκολύνουμε με πράξεις, παραλείψεις, αστοχίες και ωχαδελφισμό και πολύ περισσότερο με αναχωρητισμούς. Να συνεχίσουμε τον αγώνα μας για την Αυτοδιοίκηση. Η υπέρβαση των όρων υπό τους οποίους διεξάγεται αυτή τη στιγμή ο πολιτικός αγώνας προϋποθέτει την εμπλοκή της κοινωνικής βάσης,  την κινητοποίηση των τοπικών, ενδογενών πόρων της και, κυρίως, την ενδυνάμωση και ενότητα των δυο βαθμών.

Το διακύβευμα, επομένως, είναι κρίσιμο και εξαιρετικά επίκαιρο: η Αυτοδιοίκηση θα λειτουργήσει ως ένας πυλώνας λαϊκής εξουσίας και συμμετοχής των πολιτών ή θα παραμείνει ένας γραφειοκρατικός, αποστεωμένος θεσμός παραγωγής παραγόντων και παραγοντίσκων προθύμων να υπηρετήσουν τις κεντρικές πολιτικές που θα τους υπαγορευτούν; Η υποτίμηση του θεσμού της Αυτοδιοίκησης που υπάρχει όχι αδικαιολόγητα, εξαιτίας των φαινομένων αναπαράστασης των πολιτικών και της πολιτικής με την κεντρική σκηνή, θα έχει ως φυσικό αποτέλεσμα το τέλος ενός δυνάμει λαϊκού θεσμού. Και αυτό ακριβώς επιδιώκεται. Ο αγώνας είναι διμέτωπος, στα κινήματα, στη συγκρότηση μετώπων αντίστασης, αλλά  και στην  επεξεργασία εναλλακτικών προτάσεων για το μέλλον της χώρας και της Αυτοδιοίκησης.

Θύτες και θύματα το ίδιο;

25/8/2017

Σπύρος Τζόκας Αντιπεριφερειάρχης Δυτικού Τομέα Αθηνών
Ο Φρύνιχος τιμωρήθηκε από τους Αθηναίους, όταν τους θύμισε με τρόπο δραματικό, στο θέατρο, την άλωση της Μιλήτου, «οι Αθηναίοι ζημίωσαν τον Φρύνιχο ως υπομνήσαντα οικεία κακά». Αυτό σημαίνει ότι η Ιστορία τους πλήγωνε και ήθελαν να την ξεχάσουν ή να την διαγράψουν. Η λήθη, όμως, δεν απέτρεψε τους περσικούς πολέμους, δεν απέτρεψε τους αντιπάλους να φτάσουν στον Μαραθώνα. Αντίθετα η δυναμική απάντηση των αθηναίων και των συμμάχων απέτρεψαν την άλωση της Αθήνας.

Αντίστοιχες προσπάθειες διαγραφής της ιστορίας ή προσαρμογής αυτής στα μέτρα της πολιτικής συγκυρίας σημειώθηκαν πολλές από τότε. Μια τέτοια βίαιη επιχείρηση αναθεώρησης της Ιστορίας διαδραματίζεται τα τελευταία χρόνια και στην Ε.Ε, στην οποία συμμετέχουν πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, πανεπιστημιακοί και άλλοι.

Ημέρα μνήμης λένε η 23η Αυγούστου. Στις 23 Αυγούστου 1939 η Σοβιετική Ένωση και η ναζιστική Γερμανία προχώρησαν στην υπογραφή συμφώνου μη επίθεσης, το οποίο έμεινε γνωστό στην Ιστορία ως σύμφωνο Ρίμπεντροπ – Μολότωφ, από τα ονόματα των Υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών. Χύθηκε πολύ μελάνι από τότε για τη συμφωνία αυτή και διατυπώθηκαν πολλές απόψεις και έχει φωτισθεί από κάθε πλευρά, δικαιώνοντας κυρίως την πολιτική επιλογή της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι σε έναν τότε εχθρικό κόσμο.

Απομονώνουν, λοιπόν, χοντροκομμένα το γεγονός αυτό από την μετέπειτα προσφορά της Σοβιετικής Ένωσης στον αντιφασιστικό αγώνα με τα τόσα θύματα και τολμούν να εξισώνουν τον φασισμό με τον κομμουνισμό και να οικοδομούν την ασεβή και προκλητική θεωρία των δύο άκρων. Φανταστείτε λοιπόν την εξίσωση του αγωνιστή – κομμουνιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη που εκτελέστηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής από τους Ναζί με τον δήμιο του, τον διοικητή του στρατοπέδου Χαϊδαρίου Φίσσερ!!!

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι τωρινό, δεν είναι σημερινό. Δεν το ξεκίνησε η Εσθονία με τη σημερινή διεθνή διάσκεψη για τα εγκλήματα του Ναζισμού και του Κομμουνισμού, όπως ισχυρίζεται. Η εσθονική προεδρία απλά εκμεταλλεύεται τη συγκυρία για τη διοργάνωση μιας αντικομμουνιστικής φιέστας και εκτελεί συμβόλαιο, αδιαφορώντας για το αίμα των θυμάτων της αντιφασιστικής νίκης. Βρίσκεται στη γραμμή της παραχάραξης της Ιστορίας και του προκλητικού συμψηφισμού των θυτών με τα θύματα.

Εδράζεται στη γιγαντιαία επιχείρηση του “ιστορικού αναθεωρητισμού”, την οποία ξεκίνησαν Γερμανοί ιστορικοί, ήδη από τη δεκαετία του ’60, την συνέχισαν επαξίως Γάλλοι, Άγγλοι, Αμερικανοί και εσχάτως προστέθηκαν και οι ημέτεροι ιστορικοί με τις “ακριβείς” καταμετρήσεις σκοτωμένων από την ΟΠΛΑ αφ’ ενός, τους ταγματασφαλίτες και λοιπούς δωσίλογους αφ’ ετέρου. Μπορείτε να φανταστείτε το αποτέλεσμα των καταμετρήσεων αυτών: η κόκκινη τρομοκρατία ήταν αγριότερη και μαζικότερη από τη μαύρη τρομοκρατία!!! Έλεος.

Ψήγματα μόνο αυτής της επιχείρησης φτάνουν και στη δημοσιότητα από αστοχίες ή βολιδοσκοπήσεις των παραπάνω…. μόνο ψήγματα, καθώς η δουλειά είναι οργανωμένη και καλά στημένη. Εκσυγχρονισμός, συμβιβασμός, υποχώρηση και αναθεώρηση της Ιστορίας συμβαδίζουν. Αυτή η πολιτική και ακαδημαϊκή ιντελιγκέντσια επιχειρεί να επιβάλλει τις μεταμοντέρνες – πλην υπόδουλες – απόψεις στους μελλοντικούς δασκάλους της νέας γενιάς, ώστε να αλλάξει η Ιστορία.

Για τους μη εξοικειωμένους σ’ αυτού του είδους την ιστορική μπακαλική, να προσθέσω ότι ο “ιστορικός αναθεωρητισμός”, όχι όμως και το τέκνο του ο “ιστορικός αρνητισμός” (:”δεν υπήρξε ολοκαύτωμα”) κ.λπ. – δεν αποσιωπούν τα εγκλήματα του ναζισμού. “Απλώς”, λιγοστεύουν, τεχνηέντως ή χονδροειδώς, το μερίδιο αίματος του ναζισμού κατά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, το επιρρίπτουν στην ευθύνη αποκλειστικά μιας μερίδας γνωστών ηγετών ναζί και των SS – μέχρι του σημείου ώστε οι θανατωθέντες Εβραίοι στα στρατόπεδα να μην ξεπερνούν, κατ’ αυτούς, τα δύο με τρία το πολύ εκατομμύρια.

Από την άλλη πλευρά αυγατίζουν τα θύματα εις βάρος των Γερμανών και των συμμάχων τους, π.χ. εξαιτίας των συμμαχικών βομβαρδισμών πόλεων και μη στρατιωτικών εγκαταστάσεων, και έτσι, στον σχετικό ισολογισμό, ναζί και σύμμαχοι έρχονται πάτσι. Θύτες και θύματα το ίδιο. Ξεχνιέται έτσι η φρίκη, αθωώνονται τα εγκλήματα και οδηγούν τους λαούς στη λήθη.

Αυτή είναι η “θεωρία”, ήδη λεπτουργημένη στα χρόνια του Μεσοπολέμου και κύριο ιδεολογικό και θεωρητικό εργαλείο του “ελεύθερου κόσμου” τα ατέλειωτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου. Ίσως, θα νόμιζε κανείς, ότι τώρα πλέον η πολεμική δεν έχει ανάγκη τα μέσα που χρησιμοποίησε επί Ψυχρού Πολέμου.. Ουδαμώς. Οι ιδεολόγοι τους γνωρίζουν πολύ καλά αυτό που γνωρίζουμε όλοι. Ότι δηλαδή το παρελθόν νοηματοδοτεί το παρόν και στο παρόν επινοείται το μέλλον μολονότι όχι γραμμικά και όχι νομοτελειακά.

Στη μεταμοντέρνα μας όμως εποχή, που εδράζεται αποκλειστικά στο παρόν, όπου τα πάντα είναι παροντικά, δεν μπορεί να επιβιώνει μια ζώσα ιστορία, ένα παρελθόν δηλαδή που κάτι ακόμη μπορεί να προσκομίσει στο παρόν. Σ’ αυτή την περίπτωση οι διαχειριστές του παρόντος ανακατασκευάζουν το παρελθόν αυθαιρέτως αλλά αληθοφανώς, ώστε να συνάδει και να συνηγορεί προς τη χρεία του παρόντος. Μια κατασκευή, λέγεται, είναι η ιστορία, το πραγματικό κατασκευάζεται κι αυτό: μια αφήγηση είναι και το παρελθόν. Έκαστος και η αφήγησή του περί του παρελθόντος!!!

Πρέπει, λοιπόν, το παρελθόν να εξορκισθεί ανέκλητα και οριστικά, να μην ταράξει ξανά τις συνειδήσεις των ανθρώπων και να τους εμπνεύσει παραδείγματα. Να ξεχαστεί η θεωρία της πάλης των τάξεων ή καλύτερα να ενοχοποιηθεί ή να σαρκασθεί, καθώς το φάντασμα εξακολουθεί να πλανιέται ακόμη πάνω απ’ την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο. Και ιδού η εργαλειακή χρησιμότητα ορισμένων αφηγήσεων στη μεταμοντέρνα εποχή μας: από τους Ελασίτες ως τους μαχητές του Στάλινγκραντ και του Κιούρσκ, από το “κόμμα των εκτελεσμένων” (ΚΚΓ) ως τους μαχητές των Βιετκόγκ, από τα υπόγεια της παρανομίας ως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, από το μαχόμενο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα ως τις απόπειρες θεμελίωσης λαϊκής εξουσίας, όλα αυτά, άνθρωποι, ιδέες, αγώνες ήταν όργανα του κακού!!! Να τα καταδικάσουμε, όπως καταδικάσαμε την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στο Σκοπευτήριο Καισαριανής, το ολοκαύτωμα της Κανδάνου, της Βιάννου, των Καλαβρύτων, του Διστόμου, του Μεσοβούνου της Πτολεμαίδας και τόσα άλλα.

Ο τρόπος της καταδίκης και της ιστορικής αναθεώρησης είναι θεολογικός και η πρακτική συνέπεια, όπως η θεολογία επιτάσσει, είναι η ανάνηψις, ή μετάνοια. Άπειρες οι μορφές της μετάνοιας, κι όχι ίδιες μ’ εκείνες που εξάγονταν παλιά στα κρατητήρια της Ασφάλειας.

Με λίγα λόγια αυτό είναι το στοίχημα. Αυτή η ιστορία των λαών, οι θυσίες να αποδομηθούν από τη νέα τάξη πραγμάτων, ως γραφική, πεπερασμένη και εθνοκεντρική. Οι λαοί να ευτελιστούν, να χάσουν την αυτογνωσία τους, να ενοχοποιηθούν ενδεχομένως και, εν τέλει, να μην έχουν ούτε αυτοσεβασμό, ούτε αξιοπρέπεια.

Αυτό είναι το στοίχημα, καθώς οι λαοί έχουν κάθε συμφέρον να θυμούνται, να πενθούν και να γιορτάζουν. Οι αστικές τάξεις έχουν κάθε συμφέρον να διαχέουν στις μάζες τη λήθη, ώστε να ξαναστέλνουν τους λαούς στα σφαγεία , προκειμένου να αρπάζουν τον πλούτο των εθνών, τον πλούτο των εργατών…

Απότοκος τέτοιων απόψεων είναι και οι πολιτικές εκείνες που ενέκριναν τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία, τις «ανθρωπιστικές» εισβολές στο Ιράκ, την «εξαγωγή της Δημοκρατίας» στον Αραβικό Κόσμο, τις πορτοκαλί επαναστάσεις, την εφαρμογή του Σχεδίου Ανάν στην Κύπρο και εν τέλει των μνημονίων στην Ελλάδα.

Απότοκος τέτοιων κινήσεων είναι και τα σημερινά… Αίφνης προχθές η κυρία Καγκελάριος ενεθυμήθη το προηγούμενο των βαλκανικών συρράξεων και το «εξόρκισε» ως πιθανότητα σήμερα και κίνδυνο να επαναληφθούν σ’ αυτήν την περιοχή (που πρώτη η Γερμανία ρήμαξε τη δεκαετία του 1990).

Παραλλήλως, η ίδια ομού με τον πρώην κ. Ολάντ διακήρυσσαν ότι τα «εθνικά κράτη είναι αναχρονισμός» – αλλά δεν είναι αναχρονισμός ο εθνικισμός με τον οποίον ο Γαλλογερμανικός Αξων βρίσκεται σε αγαστή συνεργασία στην Ουκρανία, την Πολωνία, τις Δημοκρατίες της Βαλτικής, την Τουρκία και αλλαχού, εκεί όπου οι δημοκρατίες… ανθούν και η κοινωνική δικαιοσύνη καλπάζει καβάλα στα άλογα του Αττίλα.

Συνεπώς, όλη αυτή η ορολογία της (μετα)νεωτερικότητας, του μεταεθνικού κράτους, της πολυπολιτισμικότητας, εφόσον δεν σχετίζεται με σοσιαλιστικά κράτη και σοσιαλιστικές κοινωνίες, αποτελεί σφυρί στα χέρια της καπιταλιστικής αποθηρίωσης. Σφυρί για την πολιτισμική καθήλωση των λαών, την πολιτική εξουδετέρωση των φιλολαϊκών δυνάμεων και τον αφοπλισμό των προσώπων από την αξιοπρέπεια και τις προσδοκίες τους.

Τελικά η αλήθεια πρέπει να είναι μόνον θέμα διαπίστωσης και όχι πολιτικό πρόταγμα. Διότι η αλήθεια ως διαπίστωση σημαίνει λίγα, αλλά ως αφορμή σκέψεων και κίνητρο πράξεων σημαίνει τα πάντα…

To ψήφισμα που μειοψήφησε στο Συνέδριο της ΕΝΠΕ -Ποιοι υπογράφουν

 
 

Ένα αναλυτικό ψήφισμα για ένα εύρος θεμάτων που αφορούν την Τοπική Αυτοδιοίκηση, κατατέθηκε στη διάρκεια του Συνεδρίου της ΕΝΠΕ, συγκεντρώνοντας όμως τη μειοψηφία.

Το ψήφισμα αναφέρεται ξεκινάει με ένα γενικό πολιτικό πλαίσιο, αναφέρεται στον «Καλλικράτη», καταθέτει θεμελιώδεις αρχές για ένα νέο πλαίσιο για την Αυτοδιοίκηση και προτείνει ακόμη ένα νέο χωροταξικό και θεσμικό πλαίσιο με βάση συγκεκριμένους άξονες.

Το ψήφισμα, που υπογράφεται από τους:

  • Τζόκας Σπύρος (φωτο), Μέλος Δ.Σ. ΕΝΠΕ, Αντιπεριφερειάρχης Δυτικόύ Τομέα Αθηνών
  • Γαβρίλης Γιώργος, Αντιπεριφερειάρχης Πειραιά, Περιφ. Αττική
  • Κριτσωτάκης Μιχάλης, Περιφερειακός Σύμβουλος Κρήτης
  • Στραβοράβδης Διονύσης, Θεματικός Αντιπεριφερειάρχης Ιονίων Νήσων
  • Φοντάνας Γιάννης, Θεματικός Αντιπεριφερειάρχης Ιονίων Νήσων
  • Χαραλαμπίδου Δέσποινα, Περιφερειακή Σύμβουλος Κεντρικής Μακεδονίας
  • Χατζηλάμπρου Βασίλης, Περιφερειακός Σύμβουλος Δυτικής Ελλάδας

έχει ολόκληρο ως εξής:

ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΕΝΠΕ 22 ΟΚΤΩΒΡΗ

«ΝΕΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ»

 

Α. ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Είναι γεγονός ότι η τοπική αυτοδιοίκηση λειτούργησε ιστορικά σαν μια μικρογραφία του κράτους και του κεντρικού πολιτικού συστήματος σε τοπικό επίπεδο κι όχι σαν μια διακριτή, πόσω μάλλον εναλλακτική, δομή πολιτικής εξουσίας.

Η λειτουργία αυτή επιδεινώθηκε από τις πολιτικές πραγματικότητες που εδραιώθηκαν  στην Ελλάδα της «μνημονιακής» περιόδου, οι οποίες  επέφεραν μια ακόμη οξύτερη επιδείνωση και πολιτικοθεσμική υποβάθμιση της αυτοδιοίκησης. Στο πλαίσιο της προϊούσας «αποκένωσης» του κράτους και της δημόσιας σφαίρας γενικότερα, η αυτοδιοίκηση επλήγη με ιδιαίτερη σφοδρότητα και απειλείται με πολλαπλούς τρόπους.

Πλέον ο κίνδυνος δεν είναι αυτός μιας «καχεκτικής» αυτοδιοίκησης, αλλά μιας «κλινικά νεκρής» αυτοδιοίκησης. Η πρωτόγνωρη χρηματοδοτική της ασφυξία συνδυάσθηκε με μια λαίλαπα άμεσων και έμμεσων, υλοποιούμενων και επαπειλούμενων, ιδιωτικοποιήσεων που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην μετατροπή των ΟΤΑ σε τοπικά παραρτήματα του ΤΑΙΠΕΔ και των συμφερόντων που αυτό φιλοξενεί και δεξιώνεται. Την ίδια στιγμή η προώθηση των συμφωνιών CETA και ΤΤΙΡ που περιορίζουν ακόμα περαιτέρω την κυριαρχία και την ελευθερία προς όφελος των πολυεθνικών εταιρειών καθώς και η δραματική υποστελέχωση των φορέων και των δύο βαθμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης όχι μόνο συντελούν, αλλά επιτείνουν μία πορεία κατάρρευσης των τελευταίων.

Άρα ο κίνδυνος είναι σαφής αλλά και ορατός. Η οποιαδήποτε απόπειρα παρέμβασης στις μικροδομές του πολιτικού συστήματος που θα στερείται ρητής και πολιτικά συγκεκριμένης απεύθυνσης στην κοινωνική βάση και άρα στις τοπικές δυνάμεις που συνιστούν τον πολιτικό μακρόκοσμο θα είναι ατελέσφορη και πιθανότατα θνησιγενής.

Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει να υπάρξει μια εκ βάθρων ανασυγκρότηση της αυτοδιοίκησης – πράγμα που βέβαια σημαίνει την πλήρη ανατροπή του καθεστώτος που εγκαθίδρυσε το σχέδιο «Καλλικράτης». Ο «Καλλικράτης», αυτή η κολοβή και αντιδημοκρατική μεταρρύθμιση, σχεδιάστηκε εξαρχής για να αποτελέσει το όχημα προώθησης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο πεδίο της Αυτοδιοίκησης.

Πράγματι, η Αυτοδιοίκηση υπήρξε ένα από τα μεγάλα θύματα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών λιτότητας και των αλλεπάλληλων Μνημονίων, αφού μετά από την  εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής και του «Καλλικράτη», η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση έχει υποστεί μείωση πάνω από 60% των θεσμοθετημένων πόρων της και έχει οδηγηθεί σε πραγματική οικονομική ασφυξία. Ίδια εικόνα υπάρχει και στην περιφερειακή αυτοδιοίκηση, όπου η μείωση κατά περίπου 40% των πόρων της, μαζί με την απουσία δημοκρατικού προγραμματισμού και αναπτυξιακού σχεδιασμού, τον ερμαφρόδιτο χαρακτήρα της μεταξύ κρατικής διοίκησης και τοπικής αυτοδιοίκησης και τη διατήρηση της επιτήρησης του κράτους με τις επτά αποκεντρωμένες κρατικές διοικήσεις, δημιούργησαν έναν νέο γραφειοκρατικό μηχανισμό, ανίκανο να συμβάλει στην πραγματική ανάπτυξη και πρόοδο της κάθε περιοχής.

Ο «Καλλικράτης» δεν «ατύχησε» απλώς, επειδή συνέπεσε χρονικά με την οικονομική κρίση. Σχεδιάστηκε εξαρχής με άξονα τις νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις για λιτότητα και «λιγότερο Κράτος».

   Γι’ αυτό και, κατά τη γνώμη μας, η Αυτοδιοίκηση, και ευρύτερα η ίδια η κοινωνία και η χώρα έχουν ανάγκη από μία ριζική ανατροπή του «Καλλικράτη» και από την αντικατάστασή του από ένα νέο ριζοσπαστικό, πραγματικά δημοκρατικό και συμμετοχικό θεσμικό πλαίσιο για την Αυτοδιοίκηση.

Στο διάλογο που πρόσφατα με πρωτοβουλία της κυβέρνησης  άνοιξε σχετικά με το  θέμα του «νέου θεσμικού πλαισίου για την Αυτοδιοίκηση» δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο, αν και ήταν ο πυρήνας της αυτοδιοικητικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, όταν ήταν στην αντιπολίτευση και τους πρώτους μήνες της διακυβέρνησης του.

Από τα κείμενα που έχουν δοθεί  μέχρι στιγμής  από το υπουργείο  εσωτερικών δεν υπάρχει πολιτική βούληση για αμφισβήτηση των μνημονίων και ανατροπή του «Καλλικράτη». Το αντίθετο μάλιστα, καθώς  οι εισηγήσεις κινούνται στο γενικότερο σχεδιασμό εφαρμογής των  μνημονίων και ιδιαίτερα του τρίτου (Ν.4336), των δεσμεύσεων της κυβέρνησης  για συνεχή  και αυξανόμενο περιορισμό των κοινωνικών δαπανών. Δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα αμφισβήτησης του πλαισίου δημοσιονομικής πολιτικής, γεγονός που άλλωστε φαίνεται και από το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού που προβλέπει περαιτέρω  μειώσεις  για τα οικονομικά της  Τ. Α.

 

Β. ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΑΡΧΕΣ ΕΝΟΣ ΝΕΟΥ ΘΕΣΜΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ

 ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

  • Οι ανθρώπινες κοινότητες αποτελούν κοινωνικά κύτταρα με πρωτογενή εξουσία η οποία εκφράζεται μέσα από συμμετοχικές δομές αυτοδιεύθυνσης των τοπικών υποθέσεων.
  • Η αυτοδιοίκηση σε όλες τις βαθμίδες δομείται θεσμικά με τρόπο τέτοιο που να αναδεικνύεται η αξία της συλλογικής ευθύνης αντί της προσωποκεντρικής εξουσίας.
  • Η πρωτογενής εξουσία της κοινότητας επί των αιρετών επισφραγίζεται με το δικαίωμά της να τους ανακαλεί μέσω δημοψηφισματικών διαδικασιών .
  • Οι συμμετοχικοί θεσμοί αποτελούν θεμελιώδες γνώρισμα της αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού και κατά συνέπεια αποτελούν αναπόσπαστο και δομικό συστατικό μέρος της θεσμικής και πολιτικής τους λειτουργίας.
  • Η δομή της αυτοδιοίκησης θα πρέπει να σέβεται και να αντανακλά με πολιτικά ορθολογικό τρόπο τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ πόλης και υπαίθρου (η οποία από τον «Καποδίστρια» και μετά έχει χαθεί εντελώς).
  • Οι βαθμίδες αυτοδιοίκησης συναρθρώνονται δομικά με τις κεντρικές πολιτικές κατά το σχεδιασμό της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης. Ο επιμερισμός των ρόλων και των ευθυνών γίνεται στη βάση της αρχής της επικουρικότητας. Οι βαθμίδες αυτοδιοίκησης αποτελούν οργανικά υποκείμενα του χωρικού προγραμματισμού.
  • Η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικού κράτους και αυτοδιοίκησης πρέπει να είναι σαφής, εύληπτη και σταθερή και να μην μπορεί να μεταβληθεί με την έκδοση απλών υπουργικών αποφάσεων.
  • Το φορολογικό σύστημα και η δημοσιονομική πολιτική περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο μέρος κι ένα πολιτικό συμβόλαιο μεταξύ κεντρικού κράτους και αυτοδιοίκησης σχετικά με τον επιμερισμό εσόδων και δαπανών ανάμεσα στις διάφορες χωρικές κλίμακες.
  • Νόμος κατοχυρώνει ότι για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην αυτοδιοίκηση πρέπει να προηγείται η μεταφορά των απαιτούμενων χρηματοδοτικών πόρων.

 

Γ. ΝΕΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

για την  Τοπική Αυτοδιοίκηση

  • Ο νόμος που θα επανιδρύει την αυτοδιοίκηση και των δύο βαθμών θα πρέπει να έχει το χαρακτήρα νόμου-πλαισίου όπου θα ρυθμίζονται τα κεντρικά χαρακτηριστικά του αυτοδιοικητικού συστήματος. Τα υπόλοιπα θέματα συστηματοποιούνται και ρυθμίζονται από έναν νέο και ενιαίο κώδικα αυτοδιοίκησης
  • Η θητεία των αυτοδιοικητικών οργάνων όλων των βαθμίδων μεταπίπτει στο προηγούμενο καθεστώς της τετραετίας και οι εκλογές για την αυτοδιοίκηση αποσυνδέονται από τις ευρωεκλογές.
  • Χωροταξική αποκλιμάκωση των ΟΤΑ, ώστε αφενός να καλυφθεί το τεράστιο σημερινό έλλειμμα πρωτογενούς δημοκρατίας και αφετέρου οι ΟΤΑ να γίνουν πιο αποτελεσματικοί.   Πιο συγκεκριμένα, ως προς τη χωροταξική διάρθρωση των Δήμων αντικαθιστούμε το αμιγώς ποσοτικό και πληθυσμιακό κριτήριο του «Καλλικράτη» από την εξής δέσμη λειτουργικών κριτηρίων/προϋποθέσεων βιωσιμότητας ενός Δήμου : (α) τη διευκόλυνση της ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στα δημοτικά δρώμενα, (β) την οικονομική ευρωστία και επιχειρησιακή ικανότητα του Δήμου, (γ) το σεβασμό στις πολιτιστικές/ιστορικές ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και (δ) τις γεωμορφολογικές συνθήκες κάθε περιοχής (ιδίως σε σχέση με το νησιωτικό, ορεινό χαρακτήρα της χώρας, κ.λπ.).
  • Αποκέντρωση και  σαφής προσδιορισμός των αρμοδιοτήτων κάθε επιπέδου διοίκησης.   Εκ βάθρων επανεξέταση των αρμοδιοτήτων της αυτοδιοίκησης. Επείγει να γίνει μια ενδελεχής μελέτη των αρμοδιοτήτων και του οικονομικού κόστους που αυτές συνεπάγονται ώστε να συνταχθεί ένα συνολικό σχέδιο ορθολογικής κατανομής τους ανάμεσα στο κεντρικό κράτος, τα αποκεντρωμένα του όργανα και τις βαθμίδες αυτοδιοίκησης. Η κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κεντρικού κράτους και Αυτοδιοίκησης πρέπει να είναι σαφής, εύληπτη και σταθερή και να μην μπορεί να μεταβληθεί με την έκδοση απλών υπουργικών αποφάσεων.    Οι Περιφέρειες θα μεταβληθούν σε βασικούς θεσμούς ανάπτυξης. Στόχος είναι το Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων, πέραν των κεντρικών εθνικής εμβέλειας έργων, να υλοποιείται από τις Περιφέρειες, που προβλέπεται να συμμετέχουν ουσιαστικά στο γενικό δημόσιο σχεδιασμό. Παράλληλα, οι Περιφέρειες θα συντονίζουν και θα συναποφασίζουν με τους Ο.Τ.Α τις παραγωγικές και κοινωνικές δράσεις της περιοχής τους.
  • Επαρκής και επακριβής κατανομή των πόρων και των αντίστοιχων επενδυτικών μέσων.   Διασφαλίζεται η εφαρμογή του Συντάγματος ώστε για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην Αυτοδιοίκηση να πρέπει να προηγείται η μεταφορά των απαιτούμενων χρηματοδοτικών πόρων. Οι ανώτατες ελεγκτικές αρχές (π.χ. Ελεγκτικό Συνέδριο) ασκούν δικαίωμα αρνησικυρίας για κάθε αρμοδιότητα που το κεντρικό κράτος μεταβιβάζει στην Αυτοδιοίκηση σε περίπτωση που δεν μεταβιβάζει ταυτόχρονα και τους απαιτούμενους πόρους  για την εξυπηρέτηση της επίδικης αρμοδιότητας.   Στο παραπάνω πλαίσιο, το φορολογικό σύστημα και η δημοσιονομική πολιτική περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο μέρος το πολιτικό συμβόλαιο μεταξύ κεντρικού κράτους και Αυτοδιοίκησης σχετικά με τον επιμερισμό εσόδων και δαπανών ανάμεσα στις διάφορες χωρικές κλίμακες όπως και τη δυνατότητα άσκησης επιμέρους τοπικών πολιτικών.
  • Βαθύς εκδημοκρατισμός της λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η Αυτοδιοίκηση νοείται ως ένας γνήσιος λαϊκός θεσμός, όπου η άμεση δημοκρατία και συλλογική ευθύνη πρέπει να είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, και όχι οι μονοπρόσωπες, συγκεντρωτικές εκτελεστικές εξουσίες. Στην κατεύθυνση αυτή υποστηρίζουμε  τα ακόλουθα: (α) Συμμετοχικούς θεσμούς και παρεμβάσεις ως αναπόσπαστο και δομικό συστατικό μέρος της θεσμικής και πολιτικής τους λειτουργίας της ΤΑ.  (β) Την απλή αναλογική σε όλα τα επίπεδα εκλογής και αντιπροσώπευσης των Ο.Τ.Α., διότι το υφιστάμενο εκλογικό σύστημα που αποδίδει τα 3/5 των εδρών στον συνδυασμό που πλειοψήφησε αλλοιώνει την αναλογική αντιπροσώπευση. (γ) Την ουσιαστική και τυπική αναβάθμιση των συλλογικών οργάνων των Δήμων και των Περιφερειών (δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια, επιτροπές, συμβούλια Νομικών Προσώπων των Ο.Τ.Α.) και των τοπικών συμβουλίων που καθίστανται οι χώροι επεξεργασίας και λήψης όλων των αποφάσεων και ελέγχου της υλοποίησής τους, αντί των Δημάρχων και των Περιφερειαρχών που αποφασίζουν και ελέγχουν στο σημερινό σύστημα.

 

  1. Αναλυτικά για την καλύτερη λειτουργία της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, προτείνονται:
  • Σε κάθε Υπουργείο η σύσταση κοινών οργάνων διαβούλευσης και προετοιμασίας των Νομοσχεδίων με συμμετοχή των Περιφερειών και των Δήμων που να διασφαλίζουν έναν ενισχυμένο και ουσιαστικό ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό και στον αναπτυξιακό προγραμματισμό.
  • να αναλάβουν οι Περιφέρειες, εντός τριετίας, όλες τις αρμοδιότητες προώθησης, έγκρισης και υποστήριξης των ιδιωτικών επενδύσεων περιφερειακής σημασίας και, πριν την έγκριση των ιδιωτικών επενδύσεων εθνικής σημασίας, να γνωμοδοτεί η αντίστοιχη Περιφέρεια.
  • η επικαιροποίηση του κανονιστικού πλαισίου (Ν.1622/86), που αφορά τον αναπτυξιακό προγραμματισμό σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο, η ρύθμιση της συνεργασίας μεταξύ των Υπουργείων, των Περιφερειών και των Δήμων, η χρηματοδότηση και η εφαρμογή των αναπτυξιακών προγραμμάτων.
  • Η κατάργηση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και η μεταφορά των αρμοδιοτήτων της στην Αυτοδιοίκηση, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Η θεσμοθέτηση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης παράλληλα με την Αιρετή Περιφέρεια, καταδεικνύει την δυσπιστία του κράτους στην Αυτοδιοίκηση.
  • η συγκρότηση και λειτουργία των αυτοτελών υπηρεσιών εποπτείας των ΟΤΑ (Ν.3852/2010).
  • η θεσμική ολοκλήρωση, η οργάνωση και ο λειτουργικός εκσυγχρονισμός των Περιφερειών στους τομείς :  Αγροτικής Οικονομίας (Γεωργίας – Κτηνοτροφίας – Αλιείας), Ανάπτυξης (Φυσικών Πόρων – Ενέργειας – Βιομηχανίας, Απασχόλησης – Εμπορίου – Τουρισμού), Μεταφορών – Επικοινωνιών, Προστασίας Περιβάλλοντος,  Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας, Παιδείας – Πολιτισμού – Αθλητισμού  και Πολιτικής Προστασίας.
  • σε όλες τις σχεδιαζόμενες δημόσιες πολιτικές, σε όλα τα κανονιστικά κείμενα (νόμους, προεδρικά διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις) και σε όλα τα εθνικά και τα συγχρηματοδοτούμενα επιχειρησιακά προγράμματα, να εισάγει τη «νησιωτικότητα» ως οριζόντια πολιτική και θετικές διακρίσεις υπέρ των νησιών της χώρας, όπως το μεταφορικό ισοδύναμο, περιλαμβανομένης της μείωσης του ΦΠΑ και της επιδότησης των μεταφορών και των συγκοινωνιών, καθώς και η ανάπτυξη ειδικών πολιτικών και μέτρων για τη λειτουργία του ΕΣΥ των Νησιών.
  • η προώθηση της διαβαθμιδικής συνεργασίας και συγκεκριμένα : η θεσμοθέτηση οργάνων συνεργασίας των δυο βαθμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (κοινού οργάνου Περιφέρειας – Περιφερειακής Ένωσης Δήμων και Εθνικού Συμβουλίου Περιφερειών και Δήμων), η συγκρότηση κοινής επιτροπής ΥΠΕΣ-ΕΝΠΕ-ΚΕΔΕ για την αξιολόγηση της εφαρμογής του «Καλλικράτη» και η εκπόνηση ενός ενιαίου Κώδικα Περιφερειών και Δήμων.
  • η σύσταση Εθνικού Παρατηρητηρίου με τη συμμετοχή των αρμόδιων Κυβερνητικών φορέων, της ΕΝ.Π.Ε που θα έχει ως αποστολή την παρακολούθηση της εφαρμογής και τη συνεχή επικαιροποίηση του κανονιστικού πλαισίου που αφορά τις Περιφέρειες.
  • η προτεινόμενη αναβάθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης απαιτεί και την ταυτόχρονη αναβάθμιση της καταστατικής θέσης των αιρετών, διασφαλίζοντας την αναγκαία θεσμική, τεχνική και οικονομική υποστήριξή τους, για να μπορούν να ανταποκριθούν στην όλο και πολυπλοκότερη αποστολή τους και να αποκτήσουν στην τοπική κοινωνία το κύρος και την αξιοπρέπεια που απαιτεί ο θεσμικός ρόλος τους.
  • Είναι εθνική ανάγκη να προετοιμαστεί το πολυεπίπεδο χωροταξικό σχέδιο στρατηγικής για να οριοθετήσει χωρικά τις δημόσιες πολιτικές και για να καθοδηγήσει τις νέες κοινωνικο–οικονομικές προσπάθειες ανάκαμψης και ανάπτυξης, οι οποίες θα πρέπει να βασίζονται πρωτίστως στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Στον χωροταξικό αυτό σχεδιασμό πρέπει να διασφαλιστεί ο ρόλος των Περιφερειών.
  • Τα Περιφερειακά Χωροταξικά Σχέδια, συνδεόμενα με τα αντίστοιχα Περιφερειακά Αναπτυξιακά Προγράμματα, να διασφαλίζουν τη συνοχή μεταξύ χωρικών, τομεακών και περιβαλλοντικών πολιτικών και να στηρίζουν την ανάπτυξη κάθε Περιφέρειας.
  • Η κατεύθυνση αυτή οδηγεί εύλογα στις Περιφέρειες τους πόρους των διαρθρωτικών ταμείων της περιόδου 2014–2020 για την περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας.
  • Τα «Περιφερειακά Πλαίσια Χωρικής Οργάνωσης» να εκπονούνται από την Περιφέρεια.
  • η επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης από τις υποχρεωτικά εμπλεκόμενες στα δημόσια έργα Υπηρεσίες, μέσω της υιοθέτησης διακριτού πρωτοκόλλου αιτημάτων αδειοδότησης έργων που πρόκειται να υποβληθούν προς ένταξη στο ΕΣΠΑ.
  • Να υιοθετηθεί ένα νέο σύστημα οικονομικού προγραμματισμού των εσόδων των Περιφερειών, σε συνεργασία με τα αρμόδια Υπουργεία που θα στηρίζεται στις αρχές της διαφάνειας και της προβλεψιμότητας που αποτελούν τον πυρήνα της χρηστής διαχείρισης αλλά και της κατοχύρωσης της οικονομικής αυτοτέλειας των Περιφερειών.
  • Το σύστημα αυτό θα πρέπει να στηρίζεται σε ένα μεσοχρόνιο προϋπολογισμό των Κ.Α.Π. σε ορίζοντα τουλάχιστον τριετίας, προκειμένου αυτοί να υπολογίζονται βάσει του μέσου όρου των φορολογικών εσόδων των τριών τελευταίων ετών, ώστε να αποφεύγονται έντονες διακυμάνσεις λόγω ειδικών συνθηκών όπως οι σημερινές.
  • Αυτονόητη είναι η απόδοση των θεσμοθετημένων Κ.Α.Π. (4,2% επί του φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων και 4 % επί του Φ.Π.Α).
  • Η διατήρηση του θεσμού των Κεντρικών Αυτοτελών Πόρων (μέχρι να αλλαχθεί) ως βασική πηγή χρηματοδότησης της αυτοδιοίκησης θα πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο ενός σταθερού και δεσμευτικού δημοσιονομικού συμφώνου μεταξύ κράτους και αυτοδιοίκησης.
  • Ως προς τις δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, θα πρέπει να ενισχυθεί σημαντικά το μερίδιο που κατευθύνεται στην αυτοδιοίκηση τόσο ως προς το συγχρηματοδοτούμενο από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους τμήμα του όσο και ως προς εκείνο που προέρχεται από αμιγώς εθνικούς πόρους.
  • Για κάθε σκέλος των Κ.Α.Π. (λειτουργικούς και επενδυτικούς) προτείνουμε ένα αναλογικό, σχετιζόμενο με πληθυσμιακά, κοινωνικά και γεωγραφικά κριτήρια και ένα εξισορροπητικό μέρος, που θα αμβλύνει τις ειδικές συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι Περιφέρειες (ορεινότητα, νησιωτικότητα, «μητροπολιτικότητα»).
  • Δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος παρακολούθησης των οικονομικών των Περιφερειών, του οποίου θα διασφαλίζεται η διαλειτουργικότητά με τα αντίστοιχα συστήματα της Κεντρικής Δημόσιας Διοίκησης, ώστε να επιτευχθεί η διαφάνεια της διαχείρισης του συνόλου των οικονομικών του Κράτους και η ισότιμη και αποτελεσματική συνεργασία Κυβέρνησης – Περιφερειών στη διαμόρφωση και εφαρμογή των εθνικών και των περιφερειακών δημόσιων πολιτικών.
  • Κατάργηση του Παρατηρητηρίου Οικονομικής Αυτοτέλειας, του οποίου η δομή και οι αρμοδιότητες έχουν μονόπλευρη και παρεμβατική λειτουργία και στοχεύουν στην επιτροπεία των Περιφερειών.
  • Κατάργηση κάθε έμμεσου ελέγχου σκοπιμότητας

 

Υπογραφές

 

Τζόκας Σπύρος, Μέλος Δ.Σ. ΕΝΠΕ, Αντιπεριφερειάρχης Δυτικόύ Τομέα Αθηνών

Γαβρίλης Γιώργος, Αντιπεριφερειάρχης Πειραιά, Περιφ. Αττικής

Κριτσωτάκης Μιχάλης, Περιφερειακός Σύμβουλος Κρήτης

Στραβοράβδης Διονύσης, Θεματικός Αντιπεριφερειάρχης Ιονίων Νήσων

Φοντάνας Γιάννης, Θεματικός Αντιπεριφερειάρχης Ιονίων Νήσων

Χαραλαμπίδου Δέσποινα, Περιφερειακή Σύμβουλος Κεντρικής Μακεδονίας

Χατζηλάμπρου Βασίλης, Περιφερειακός Σύμβουλος Δυτικής Ελλάδας

Κράτα το