Αρχείο ετικέτας Πόλη

T. Παπαιωαννου: Η συνομιλία του έργου τέχνης με την πόλη

Ε 26.07.08 Του ΤΑΣΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ  Καθηγητής Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

2 – 26/07/2008

«Οι μεγάλες ιδέες διατρέχουν την ιστορία των πόλεων και τη διαμορφώνουν», υποστήριζε ο Aldo Rossi. Οι πόλεις ΕΙΝΑΙ αυτές οι ιδέες! Αυτές συγκροτούν τη δομή τους, οργανώνουν τη χάραξή τους, καθορίζουν τη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον, αποτυπώνονται στα οικοδομικά τετράγωνα, «ορθώνουν» τέλος τα μνημεία τους.

Αποσπάσματα από graffiti στους δρόμους της Αθήνας

Η πόλη ως έργο τέχνης των χεριών του ανθρώπου, είναι η πόλη της καθημερινότητας, αλλά και η πόλη των ακραίων καταστάσεων και γεγονότων. Είναι οι ήσυχες και ξέγνοιαστες στιγμές μας, αλλά ταυτόχρονα και εκείνες της τραγικότητας των πυρκαγιών ή των πλημμυρών. Είναι οι στιγμές διασκέδασης και αναψυχής, αλλά και οι κραυγές απόγνωσης των ανθρώπων όταν βλέπουν να καταστρέφεται και να αφανίζονται εν ριπή οφθαλμού το βιος και οι προσπάθειες μιας ολόκληρης ζωής. Η πόλη, λοιπόν, δεν είναι η εικόνα της, αλλά η βαθύτερη (και μερικές φορές κρυμμένη) αλήθεια της που την πραγματώνει και την ουσιώνει. Αυτό όμως δεν υπαινίσσεται και η τέχνη; Το φευγαλέο, το κρυφό, το καθημερινό, το ασήμαντο.

Η πόλη παρουσιάζεται ως συνεχές και αέναο παλίμψηστο κοινωνικών γεγονότων. Κάθε τοποθεσία της πόλης είναι φορτωμένη με μνήμες. Κάθε σημείο της συμπυκνώνει πολλαπλά βιώματα, διαφορετικών χρονικών περιόδων, ενώ σημαίνει για κάθε έναν από εμάς διαφορετικά πράγματα. Η γωνία ενός δρόμου π.χ. θυμίζει σε κάποιον το σημείο των εφηβικών του ραντεβού, ενώ για κάποιον άλλον, μπορεί να είναι η ίδια ακριβώς γωνία που τον συνέλαβαν στη φοιτητική διαδήλωση… Στις απόμερες γωνίες, στους δρόμους και τις πλατείες, στα κτίρια και στις γειτονιές της πόλης γράφεται η ιστορία της.

Αστείρευτη πηγή

Αυτή ακριβώς η πολυσημία της πόλης θεμελιώνει παράλληλα και καλλιτεχνικές δράσεις. Η πόλη λειτουργεί ως τεράστια και αστείρευτη πηγή ερεθισμάτων και έμπνευσης για τους καλλιτέχνες. Στην εισαγωγή του βιβλίου του «Το χρονικό της Τέχνης» ο Ε.Η. Gombrich αναφέρει: «Στην πραγματικότητα, η τέχνη δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνον οι καλλιτέχνες». Αυτό δεν είναι; Οι καλλιτέχνες, δηλαδή οι άνθρωποι!… Της πόλης, της υπαίθρου, του χθες και του αύριο. Ο καλλιτέχνης έχει ανάγκη τη ζωοποιό επικοινωνία με τον κόσμο, την πόλη, το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η τέχνη ως τελικό αποδέκτη έχει την πόλη και τους ανθρώπους της. Από εκεί γεννιέται και για εκεί προορίζεται. Το έργο τέχνης και η πόλη λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Ο καλλιτέχνης παίρνει -δανείζεται τρόπον τινά- και με τη σειρά του επιστρέφει και τροφοδοτεί την πόλη με έργα τέχνης. Είναι (και) αυτά τα έργα που συνδιαμορφώνουν την πόλη και τη μορφή της. Δημιουργείται έτσι με το κύλισμα του χρόνου μια αέναη ανταλλαγή, ένα πάρε-δώσε που κάνει αλληλένδετη και αδιάρρηκτη τη σχέση καλλιτέχνη – έργου τέχνης – πόλης. Το έργο τέχνης περιέχει την πόλη και η πόλη το έργο τέχνης. Η τέχνη, όπως και η αρχιτεκτονική, εκφράζει τη ζωή των ανθρώπων και διηγείται με τον καλύτερο τρόπο την ιστορία τους. Είναι σημαντική παράμετρος όχι μόνο διαμόρφωσης, αλλά και ύπαρξης του αρχιτεκτονικού χώρου.

Από τις καταβολές της ζωγραφικής και την εμφάνιση των πρώτων βραχογραφιών με παραστάσεις ζώων στα σπήλαια Αλταμίρα και Λασκό, μέχρι τα πολύχρωμα graffiti στους τοίχους σήμερα, η τέχνη ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον χώρο κατοίκησης των ανθρώπων. Ο καλλιτέχνης πάντοτε προσδοκούσε την ελεύθερη και ανεμπόδιστη επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Να μοιραστεί τις αγωνίες, τις ελπίδες, τις ματαιώσεις του… και η πόλη είναι το πιο άμεσο περιβάλλον του. Εκεί άλλωστε ζει, αυτή λατρεύει και αυτή μισεί!

Τα τελευταία χρόνια η ζωγραφική φαίνεται να εγκαταλείπει το τελάρο και ξαναγυρνά εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Στον τοίχο. Γίνεται ξανά τοιχογραφία (έστω και παράνομη) και συνδέεται με την αρχιτεκτονική στα πιο πολυσύχναστα σημεία της σύγχρονης πόλης. Απλώνεται στον δημόσιο χώρο και γίνεται κτήμα όλων των πολιτών, εικαστικό στοιχείο ή σχολιασμός της καθημερινότητας. Σαν να θέλει η ζωγραφική να αποδράσει από τις καλά φυλασσόμενες αίθουσες των μουσείων ή των δημοπρασιών που την εκποιούν και την εμπορεύονται και να πάει η ίδια αυτή τη φορά, ελεύθερη, να συναντήσει τον κόσμο. Η τέχνη, έστω και με ανορθόδοξο τρόπο, πλησιάζει ξανά τους απλούς πολίτες, στην πιο άμεση μορφή της, ως έκφραση διαμαρτυρίας, αντίδρασης και απόγνωσης για το ανοίκειο, εχθρικό και απάνθρωπο περιβάλλον των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

Την ίδια στιγμή όμως παρατηρούμε και το αντίθετο φαινόμενο. Τα graffiti τα παραγγέλνουν και τα πληρώνουν συχνά διάφοροι ιδιωτικοί φορείς, ακόμη και το υπουργείο Παιδείας, ενώ πληθαίνουν οι αποκαλούμενοι «καλλιτέχνες του δρόμου» που ο ένας μετά τον άλλον κάνουν εκθέσεις σε γκαλερί και μουσεία, νομιμοποιώντας έτσι αυτό που υποτίθεται ότι ήθελαν να καταγγείλουν. Το σύστημα αλέθει και καταβροχθίζει. Εχει την καταπληκτική ικανότητα να απονευρώνει και να στρογγυλεύει κάθε τι ανατρεπτικό και επικίνδυνο. Η ζωγραφική δεν φεύγει εν τέλει από το τελάρο, αλλά πάει μόνο εκεί που τη θέλει ο μαζικός θεατής. Πάει στην ευκολία του. Η ζωγραφική, η γλυπτική, η αρχιτεκτονική, η τέχνη γενικότερα, μπορούν να φορέσουν ό,τι μανδύα θες – αρκεί να πληρώνονται!

Πολλές αφετηρίες

Το έργο τέχνης έχει τελικά πολλές αφετηρίες και πολλές εκφάνσεις, και παρ’ όλο που υπάρχει καθ’ εαυτό, δεν μπορούμε να το θεωρήσουμε ανεξάρτητα από τον χώρο και τον χρόνο μέσα στον οποίο πραγματοποιήθηκε. Γιατί, όπως γράφει ο Μπόρχες: «Το παρόν δεν ακινητοποιείται. Ενα καθαρό παρόν είναι αδιανόητο: θα ‘ταν ανύπαρκτο. Το παρόν περιλαμβάνει πάντα ένα μέρος του παρελθόντος και ένα μέρος του μέλλοντος».

Αυτό δεν προσπαθεί όμως να κάνει ο καλλιτέχνης; Να αιχμαλωτίσει το φευγαλέο παρόν, να «παγώσει» τη στιγμή, το τώρα; Να δώσει τη δική του απάντηση στον στοιχειωμένο κύκλο της ζωής και του θανάτου, να συντροφεύσει την αδυσώπητη μοναξιά του και αυτή η υπαρξιακή αγωνία θα παραμένει πάντοτε ίδια για τον καλλιτέχνη, του παρόντος και του μέλλοντος. Απομονώνει γεγονότα από την καθημερινότητα και τα τονίζει με το δικό του ιδιαίτερο βλέμμα αναδεικνύοντας τις κρυφές πτυχές τους. Γεγονότα που άλλα ξεθωριάζουν και χάνονται για πάντα και άλλα που μόλις τώρα γεννιούνται. Αυτή την ιδιότυπη και παράδοξη συνύπαρξη του χθες και του αύριο που κρυσταλλοποιούνται στο σήμερα αφηγείται η τέχνη.

Η καλλιτεχνική δημιουργία αναφέρεται ταυτόχρονα και στις δύο αυτές διαστάσεις, συνδέοντας και αποσυνδέοντας την παράμετρο του χώρου από τον χρόνο. Το καινούργιο, άλλωστε, εμπεριέχει μέσα του το πολύ παλαιό, αλλά την ίδια στιγμή και ψήγματα από αυτό πού δεν έχει υπάρξει ακόμη. Πηγάζει μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη παράδοση, την ανθρώπινη σκέψη. Τις ιδέες εκείνες που δεν γνωρίζουν σύνορα. Η κρυφή, υποδόρια ενέργεια που τροφοδοτεί την αληθινή δημιουργία άλλωστε, είναι η ανασφάλεια και η αμφιβολία και όχι φυσικά οι επίπλαστες βεβαιότητες. Εκεί, πάνω στο έδαφος της αβεβαιότητας χτίζει κανείς, εκεί στηρίζεται για να δουλέψει, για να συνεχίζεται η συνομιλία του έργου τέχνης με την πόλη όσο συνεχίζεται κι αυτή η ίδια η ζωή.

Φωτεινάκη «Μηδενική ανοχή στην παράνομη υπαίθρια διαφήμιση τα τροχαία δυστυχήματα, η οπτική ρύπανση και η διαφάνεια»

Α 07.03.10 Κώστας Φωτεινάκης*

Α ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Το θέμα της υπαίθριας διαφήμισης και τη σχέση της με τα τροχαία δυστυχήματα, την οπτική ρύπανση των πόλεων και τη διαφάνεια το είχα αναπτύξει αναλυτικά στο περιοδικό ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ, τ. 25/2003 «Η οπτική ρύπανση και η υπαίθρια διαφήμιση» και τ.28/2004 «Υπαίθρια διαφήμιση: Ξανά στο προσκήνιο εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων».

 

Στα παραπάνω άρθρα παρουσιάζονταν η βασική νομοθεσία και το τελικό συμπέρασμα που προέκυπτε ήταν ότι «υπάρχει όλο το θεσμικό πλαίσιο, οι νόμοι και οι μηχανισμοί να απομακρυνθούν οι διαφημιστικές πινακίδες. Εκείνο που δεν υπάρχει είναι η πολιτική βούληση, ιδιαίτερα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης».

 

Ιδιαίτερη αναφορά έκανα στα τεράστια διαφημιστικά ταμπλό στις οροφές των κτηρίων, ακόμα και σε δημόσιες υπηρεσίες, πανό σε γέφυρες, διαφημίσεις κοντά σε ιστορικούς και αρχαιολογικούς χώρους, σε φανάρια σηματοδότησης, δρόμους ταχείας κυκλοφορίας κλπ.

 

Οι λόγοι της αρχικής παρέμβασης με την αρθρογραφία το 2003, για τον αυστηρό έλεγχο της υπαίθριας διαφήμισης και την αποκαθήλωση των πινακίδων ήταν συγκεκριμένοι, ισχύουν και σήμερα και αυτοί είναι:

 

Διασπούν την προσοχή των οδηγών και συμβάλλουν στα τροχαία δυστυχήματα. Οι βάσεις στήριξης των διαφημιστικών ταμπλό αποτελούν αποδεδειγμένα αιτία θανατηφόρων τροχαίων, όταν τα τροχοφόρα για οποιοδήποτε λόγο παρεκκλίνουν της φυσιολογικής τους πορείας.

 

Συμβάλλουν στην οπτική ρύπανση των πόλεων.

 

Επειδή η υπαίθρια διαφήμιση σχεδόν απαγορεύεται, αν τηρηθεί το θεσμικό πλαίσιο, οι εμπλεκόμενοι σ΄ αυτήν για να εξασφαλίσουν την ανοχή ή την «άδεια» των υπευθύνων, χρησιμοποιούν αδιαφανείς διαδικασίες, σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος.

 

Ένας επιπρόσθετος λόγος, που στη συνέχεια προστέθηκε στην επιχειρηματολογία μας κατά της υπέρμετρης και εδώ παράνομης διαφήμισης, ήταν ότι «συμβάλλει στην προώθηση του υπερκαταναλωτισμού, δημιουργεί τεχνητές ανάγκες».1

 

Β. ΤΙ ΥΠΗΡΧΕ ΜΈΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΙΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ: Υπάρχει α) το Σύνταγμα β) Ο Νόμος 2946 για την Υπαίθρια Διαφήμιση (ΦΕΚ τ.Α΄/224/ 8-10-2001)γ) ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (άρ.11) δ) Η Κοινοτική Νομοθεσία και επιπρόσθετα:

 

Το Υπουργείο Εσωτερικών έχει εκδώσει εγκυκλίους προς τους αρμόδιους φορείς της Αυτοδιοίκησης με τις οποίες τους ενημερώνει για το θεσμικό πλαίσιο που διέπει την υπαίθρια διαφήμιση. Οι εγκύκλιοι αυτοί είναι: 37/Δ17α/01/117/ Φ5.1.1/2003,7/Δ17α/10/11/Φ.5.1.1/2004, 23183/2005. Επιπρόσθετα το Υπουργείο έχει στείλει την εγκύκλιο 34/αρ.πρωτ.15838/23-5-2007 με τον χαρακτηρισμό ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ προς τις Τοπικές Αυτοδιοικήσεις με την οποία μεταξύ των άλλων τονίζει ότι

 

«Θέλουμε εκ νέου να επισημάνουμε την αναγκαιότητα πλήρους ενεργοποίησής σας, σε θέματα ελέγχου, επιβολής κυρώσεων, αποκατάστασης της νομιμότητας και εξάλειψης γενικά του νοσηρού φαινομένου που έχει λάβει τελευταία μεγάλες διαστάσεις, καθώς πρόκειται για έναν τομέα αρμοδιότητάς σας που εμπλέκεται άμεσα με την οδική ασφάλεια, το περιβάλλον, την ποιότητα ζωής και την καθημερινότητα του πολίτη και κατά συνέπεια θα πρέπει απαρέγκλιτα να αντιμετωπίζεται με μηδενική αντοχή, ανεξαρτήτως της ύπαρξης οιονδήποτε τεχνικών δυσκολιών…». Δυστυχώς το «νοσηρό φαινόμενο» και η τεράστια «ανοχή» της αυτοδιοίκησης συνεχίζεται και αυξάνεται. Στο Δήμο Χαϊδαρίου εδώ και δεκαετίες υπάρχουν παράνομες διαφημιστικές πινακίδες στην οροφή του Δημαρχείου!!! ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στα δημόσια κτήρια οι διαφημίσεις απαγορεύονται. (διάβαζε και στο επόμενο κεφάλαιο Γ.)

 

Αποφάσεις του Συμβουλίου Επικρατείας α) του Α΄ Τμήματος 909-910/2007 και β) της Ολομέλειας του ΣτΕ 168-169/2010.

 

Τοποθέτηση της Ολομέλειας της Βουλής 10/10/2008 και της Επιτροπής Οδικής Ασφάλειας της Βουλής 16/12/2008 και 28/1/2009.

 

Εγκύκλιος 9/2009 του Αρείου Πάγου περί «Διαρκούς Εγκλήματος».2

 

Είναι ίσως από τις ελάχιστες φορές που δεν ζητάμε νέους νόμους, αλλά την εφαρμογή του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου!!!

 

Γ. ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ: Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κ.Χάρης Καστανίδης ζήτησε με παραγγελία του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τέντε (1/2/2010) την άμεση εφαρμογή του νόμου που αφορά την παράνομη ανάρτηση διαφημιστικών πινακίδων στο οδικό δίκτυο και την επιβολή κυρώσεων σε βάρος εκείνων που παρανομούν.

 

Ο κ. Καστανίδης επισημαίνει, πως παρατηρείται ολιγωρία σε ότι αφορά τους ελέγχους, αλλά και ουσιαστική αδυναμία επιβολής κυρώσεων και τονίζει ότι «διατηρείται μια παράνομη κατάσταση η οποία προσβάλλει κυρίως το έννομο αγαθό της ασφάλειας των οδηγών και πεζών και εκθέτει την πολιτεία». Γιʼ αυτό το λόγο, ο υπουργός, ζητεί οι αρμόδιοι εισαγγελικοί λειτουργοί να προχωρούν στην άσκηση ποινικών διώξεων σε βάρος των παραβατών αλλά και να ζητούνται ευθύνες από τα αρμόδια όργανα που παραβιάζουν το καθήκον τους και δεν εφαρμόζουν το νόμο κάνοντας ελέγχους και αφαιρώντας τις παράνομες διαφημιστικές πινακίδες.

 

Σύμφωνα με το διαδικτυακό τόπο ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ3 λίγες ημέρες μετά την παραγγελία του κ. Καστανίδη, πραγματοποιήθηκε ενημέρωση των δημάρχων για την εφαρμογή της οδηγίας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Στην ίδια ανάρτηση αναφέρεται αυτολεξεί ότι «Ήδη με βάση την σχετική απόφαση το αρχηγείο της ΕΛ.ΑΣ. εξέδωσε διαταγή προς όλες τις υπηρεσίες για την εφαρμογή της εισαγγελικής οδηγίας αφού προειδοποιηθούν για τελευταία φορά οι αρμόδιοι φορείς. Εφαρμόζοντας το νόμο οι αστυνομικές αρχές πρόκειται να προχωρήσουν σε συλλήψεις, από τις οποίες ωστόσο εξαιρούνται οι αιρετοί των δήμων οι οποίοι απλώς θα μηνύονται. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ΕΛ.ΑΣ. σκοπεύει να προχωρήσει σε 2 με 3 συλλήψεις ανά δήμο προκειμένου να στείλει το μήνυμα» (τα έντονα γράμματα δικά μας).

 

Οι νεώτερες εξελίξεις και η κατ΄ αρχάς αποφασιστικότητα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ι. Τέντε συνάντησαν την αντίδραση της «Πανελλαδικής Ένωσης Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας και Υπαίθριας Διαφήμισης Ερμής», η οποία χρησιμοποιώντας ως απειλή την ανεργία και τη μέθοδο Βωβού για το Mall στον Ελαιώνα (που δεν απέδωσε) έχει ξεκινήσει καμπάνια και πιέσεις με σύνθημα «20.000 άνεργοι θα είναι άλλο ένα πλήγμα σε αυτή τη χώρα».

 

Σε αυτήν τη «νεκρώσιμη» καμπάνια των διαφημιστών απαντούν περισσότερες από 67 φορείς και κινήσεις πολιτών με κεντρικό σύνθημα: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ – Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ»

 

Δ. ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ, ΤΩΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΟΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΩΝ ΠΟΛΗΣ, ΤΩΝ ΠΟΛΕΟΔΟΜΩΝ – ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ: Tα κόμματα, και ιδιαίτερα της Αριστεράς και της Οικολογίας καθώς και οι δημοτικές παρατάξεις που συμμετέχουν ή στηρίζουν, δεν πρέπει από εδώ και στο εξής να χρησιμοποιούν για την προβολή τους την υπαίθρια διαφήμιση.

 

Οι δήμαρχοι της ευρύτερης αριστεράς να είναι οι πρώτοι που άμεσα θα αρχίσουν να «ξηλώνουν» τις διαφημιστικές πινακίδες. Δικαιολογίες για πρακτικά προβλήματα δεν υπάρχουν.

 

Τα κινήματα πόλης και οι ευαισθητοποιημένοι για το φυσικό και το αστικό περιβάλλον πολίτες να συμπεριλάβουν στις δράσεις τους την αποκαθήλωση των διαφημιστικών πινακίδων.

 

Οι επιστήμονες που συνδέονται με την λειτουργία και την εμφάνιση των πόλεων οφείλουν και αυτοί να παρέμβουν.

 

Να στηριχτούν οι πρόσφατες αποφάσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης, της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου για την εφαρμογή με όλα τα μέσα του θεσμικού πλαισίου για την υπαίθρια διαφήμιση.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 

1. «Για το ΑΕΠ, τον Πραγματικό Δείκτη Ευημερίας, τις Διαφημίσεις και τον ΥΠΕΡκαταναλωτισμό», 18/12/2008 http://www.scribd.com/doc/9723729/-Yperkatanalwtismos

 

Τις βασικές πληροφορίες 2,3 έχω πάρει από το blog ΔΙΑΔΡΟΜΗ http://www.diadromi.com/ του Δικηγόρου κ. Θανάση Τσιώκου-Πλαπούτα.

 

www.aftodioikisi.gr (8/2/2010)

 

*prosanatolismoi@hotmail.com

H αποξένωση από το χώρο της πόλης και η κρίση της συλλογικής μνήμης

H Ελένη Πορτάλιου είναι επικ. καθηγήτρια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Τμήμα Αρχιτεκτόνων.

Το παρόν κείμενο αποτελεί Εισήγηση στα Σεμινάρια του Αιγαίου (Μήλος, Αύγουστος 1996)

Τα ιστορικά κέντρα των πόλεων και οι χωρικές σταθερές

O 19ος αιώνας έφερε δραματικές αλλαγές στη μορφή της παραδοσιακής πόλης. Εντοιχισμένες και οριοθετημένες, παρά τις αλλαγές που είχαν εγγραφεί στο σώμα τους μετά το μεσαίωνα, οι πόλεις γνώρισαν μια χωρίς προηγούμενο διάσπαση της συνοχής τους με τη συσσώρευση νέων πληθυσμών και δραστηριοτήτων και τη χωρίς όρια επέκταση, αναδιάτα­ξη και επανασχεδιασμό του χώρου τους, ώστε ν’ ανταποκρίνεται στις νέες ανάγκες κίνησης του κεφαλαίου.

H έκρηξη της βιομηχανικής παραγωγής και η νέα λειτουργία της πόλης ως τεράστιας, ενιαίας αγοράς εμπορευμάτων, μαζί με τη διαμόρφωση ενός σύνθετου πλέγματος θεσμών κρατικής εξουσίας, συμβαδίζουν με την απώλεια ενός κατανοητού χωρικού νοήματος για τις λαϊκές τάξεις και τους κατοίκους τους. Τόσο οι προλεταριοποιημένες αγροτικές μάζες, χωρίς εμπειρία αστικής κατοίκισης, όσο και οι προηγούμενοι κάτοικοι των πόλεων αποκό­πτονται από τις χωρικές σταθερές που είχαν σωρευτικά διαμορφώσει μέσα από την εμπει­ρική παράδοση κατοίκησης και νοηματοδότησης του χώρου.

H πόλη είναι συλλογική ανθρώπινη κατασκευή, έργο των ανθρώπινων χεριών και από τη φύση της διαχρονική, ταλαντευόμενη ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Δεν εκθέτει μια εξελικτική ανάπυξη σταδίων και εποχών, αλλά αντίθετα αποκαλύπτει το πέρασμα του χρόνου σε στρώματα και ίχνη. Το ιστορικό κέντρο, ταυτιζόμενο συνήθως με το κέντρο, δηλαδή την πύκνωση της πόλης με το μεγαλύτερο ιστορικό βάθος, μπορεί να χα­ρακτηριστεί το ίδιο ως προνομιακός συντελεστής διαχρονικής αστικότητας και ν’ αποτελέ­σει ενδιαφέρον πεδίο μελέτης των μετασχηματισμών και των σταθερών της πόλης.

H πόλη μεταβάλλεται και σ’ αυτή την αέναη κίνηση, το στρόβιλο της ιστορίας μετά το 19ο αιώνα, οι σταθερές της ανθρώπινης ύπαρξης αναζητούνται στη μνήμη, η οποία με τη σειρά της αναζητά τις διαβάσεις της. H πόλη είναι από μόνη της θεματοφύλακας της ιστορίας, που η επανασύσταση της μπορεί να γίνει με τάξη, επιμέλεια και, συνήθως, χωρίς χάσματα.

Αλλά οι χώροι της πόλης, τα αρχιτεκτονικά τοπία με τη ζωή που εγχαράσσεται σ’ αυτά, οι μορφές, αποτελούν και ενεργούς τροφοδότες της μνήμης που, αντίθετα με την ιστορία, είναι αποσπασματική και παλινδρομεί.

H πόλη είναι, λοιπόν, γεννήτορας της συλλογικής μνήμης και, αντίστροφα, λειτουργεί ως οδηγός ανάγνωσης και οικειοποίησης του χώρου της πόλης για τις κοινωνικές ομάδες και τα άτομα. Τροφοδοτεί την εμπειρία που, όπως λέει ο Welter Benjamin, «είναι υπόθεση της παράδοσης στη συλλογική και την ιδιωτική ζωή. Σχηματίζεται όχι τόσο από επιμέρους δεδομένα, αυστηρά εντοπισμένα στην ανάμνηση όσο από συσσωρευμένα, συχνά μη συνει­δητά στοιχεία, που συρρέουν στη μνήμη»1.

H σχέση των λαϊκών τάξεων και των κατοίκων της πόλης με το ιστορικό κέντρο επιδέ­χεται αναγνώσεις σε πολλαπλά επίπεδα, πλην όμως εδώ κυρίως υπάρχουν κατατεθειμένες σταθερά οι αψευδείς μαρτυρίες της διαχρονικότητας της πόλης.

Στοιχεία διάρκειας

Οι χωρικές σταθερές στην ιστορία της πόλης

Τα ιστορικά κέντρα των πόλεων ταυτίζονται με τις ίδιες τις πόλεις στη γέννηση τους και έρχονται από το βάθος του χρόνου. Σ’ αυτό το χώρο συγκεντρώνονται τα στοιχεία εκείνα της πόλης που χαρακτηρίζονται από διάρκεια, δηλαδή τη σταθερή παρουσία τους παρόλες τις πιθανές μεταβολές μέσα στους μετασχηματισμούς της πόλης.

O Baudelaire έγραφε: «Le vieux Paris n’est plus (la forme d’une ville/change plus vite, helas! que le coeur d’un mortel)»2. Και ο Aldo Rossi λέει: «Τα σπίτια της παιδικής μας ηλι­κίας παλιώνουν και, καθώς η πόλη αλλάζει, συχνά σβήνει τις αναμνήσεις μας»2.

Όμως το σχέδιο πόλης, τα μνημεία, ορισμένα δημόσια κτίρια και ορισμένοι τύποι κτι­ρίων, στην κλίμακα της πόλης και την κλίμακα της αρχιτεκτονικής, αποτελούν αναφορές ριζωμένες στο χρόνο που παραδίδονται από εποχή σε εποχή, επιτρέποντας στην πόλη συ­νολικά ν’ αποκτήσει ρίζες στην ιστορία.

Κατά τον Marcel Poete οι πόλεις τείνουν να παραμείνουν στους άξονες ανάπτυξής τους, διατηρούν τις χαράξεις τους, εξελίσσονται σύμφωνα με την κατεύθυνση και τη σημα­σία των πιο παλιών συντελεστών τους3. Το σχέδιο πόλης αφορά τη δομή του δημόσιου χώ­ρου και συνδέεται με τους δύο τύπους της πυκνής υπαίθριας αστικότητας —το δρόμο και την πλατεία— που χαρακτηρίζουν την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Παρά τις ριζικές επεμβάσεις που έγιναν το 19ο αιώνα στις πόλεις με τα επάλληλα με­σαιωνικά, αναγεννησιακά, μπαρόκ στρώματά τους και τη βίαιη αποκοπή από την προηγού­μενη σχεδιαστική παράδοση, στα ιστορικά κέντρα τους έμειναν, ηθελημένα ή τυχαία, ίχνη του χρόνου που είχε κυλήσει.

Καθοριστικά στοιχεία των επεμβάσεων και των επεκτάσεων, όπως ο δακτύλιος που αντικατέστησε τα τείχη όταν γκρεμίστηκαν σε πολλές πόλεις, ή τα εγκλωβισμένα αποσπά­σματα που χρειάζονται νοσταλγικά μάτια για να τα εξερευνήσουν, τα προγενέστερα ίχνη της δομής της πόλης μεταγράφονται με κάποιο τρόπο στους μετασχηματισμούς της.

Τα μνημεία παραμένουν εξαιρετικές μορφές τέχνης πάνω από την οικονομία και την πρακτική ανάγκη, διαπιστώνει ο Aldo Rossi, και γύρω απ’ αυτά μπορεί ν’ αρχίσει να ξαναγεννιέται μια πόλη4. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Ακρόπολη, έπαιξε αυτό το ρόλο για την Αθήνα.

Tα  δημόσια κτίρια που δε γίνονται μνημεία, ανεξάρτητα από τους μετασχηματισμούς της χρήσης τους και αποσυνδεδεμένα από μια στενή λειτουργική προσέγγιση, με τη συμβο­λική σημασία και τη μορφή τους αποτελούν καθοριστικά στοιχεία που διαρκούν στην ταυ­τότητα της πόλης.

H αποξένωση από το χώρο της πόλης

H επαφή των κατοίκων της πόλης με τις σταθερές του σχεδίου και του δημόσιου χώ­ρου, των μνημείων, των δημόσιων κτιρίων και ορισμένων κτιριακών τύπων υπόκειται στην αποξένωση που χαρακτηρίζει σταδιακά τις σχέσεις τους με το χώρο. Παρόλ’ αυτά, αυτές οι σταθερές παραμένουν εκεί, ριζωμένες στον τόπο και το χρόνο και μπορούν ν’ ανακληθούν ανά πάσα στιγμή μέσα στις κοινωνικές αντιφάσεις που ενεργοποιούν την ιστορία ή μέσα από τις εκλάμψεις της μνήμης.

H αποξένωση και η αποκοπή του λαϊκού κόσμου από τον κεντρικό χώρο της πόλης εί­ναι μια διαδικασία προοδευτικά αυξανόμενη και ταυτόχρονα αντιφατική, καθώς μεταβαί­νουμε από το 19ο στο τέλος του 20ού αιώνα. Συνδέεται με την ίδια τη φυσική παρουσία τους αλλά και τον τρόπο που αυτή πραγματώνεται σε πολιτικό, κοινωνικό και συμβολικό επίπεδο και, επομένως, με τον τρόπο που το κέντρο της πόλης μπορεί ν’ αποτελέσει υπο­δοχέα της συλλογικής μνήμης.

O 19ος και κυρίως ο 20ός αιώνας χαρακτηρίζονται από τη σταδιακή απώθηση των λαϊ­κών τάξεων από τα κέντρα των πόλεων, καθώς η κατοικία και η εργασία τους εκτοπίζονται στην περιφέρεια.

H πολιτική παρουσία των λαϊκών τάξεων στο κέντρο της πόλης

Oι λαϊκές τάξεις επανέρχονται στην πόλη πολιτικά, στο βαθμό που συμπεριλαμβάνο­νται στους δημόσιους θεσμούς και αποκτούν την ιδιότητα του πολίτη μέσα από τις τυπικές εκδηλώσεις της εξουσίας, καθώς και με τα μεγάλα πολιτκά και κοινωνικά κινήματα που σφραγίζουν τον κεντρικό χώρο της πόλης.

H δημόσια σφαίρα δεν είναι στατική, διατρέχεται από αντιθέσεις και συγκρούσεις. O Richard Sennet αναφερόμενος σε δύο μαζικές λαϊκές γιορτές που έγιναν στην ακμή της Γαλλικής Επανάστασης το 1792 στο Παρίσι, η μια με την οργανωτική φροντίδα του επανα­στάτη καλλιτέχνη Jacques Louis David και η άλλη του αρχιτέκτονα και συγγραφέα Quatremere de Quincy, εξηγεί πώς χρησιμοποιείται τελείως διαφορετικά η γεωγραφία της πόλης ανάλογα με τις ανάγκες των διοργανωτών: η μία γιορτή του Simonneau έγινε για να τιμήσει τους επαναστάτες και η άλλη του Chateauvieux ένα θύμα της επανάστασης5.

Tα  ιστορικά κέντρα των πόλεων είναι φορτισμένα απ’ αυτές τις πραγματώσεις του συλλογικού που ανακαλούνται από το βάθος της ιστορίας και στοιχειώνουν τη συλλογική μνήμη των λαών, εγκυμονώντας το φόβο της επανάστασης για τις κυρίαρχες τάξεις που οργανώνουν το χώρο της πόλης με την ελπίδα να εκτοπίσουν παντοτινά την απειλή.

H πολιτική παρουσία των λαϊκών τάξεων στο κέντρο της πόλης διατηρείται σταθερά με τρόπους τυπικούς και αυτόνομους μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες, όπου περιορίζεται και υποβαθμίζεται με την παρακμή των δημόσιων θεσμών και τη θεαματοποίηση της πο­λιτικής.

Θεατές και καταναλωτές

Αλλά οι κάτοικοι των πόλεων ζουν τον κεντρικό χώρο της πόλης κατά τους μετασχη­ματισμούς του από το 19ο μέχρι και τον 20ό αιώνα επίσης ως θεατές και καταναλωτές των νέων τοπίων της πόλης και των εμπορευμάτων που κατακλύζουν το χώρο της. Το εμπόριο και η οργανωμένη ψυχαγωγία κυριαρχούν σταδιακά στα ιστορικά κέντρα.

Στην πόλη του 19ου αιώνα οι αρχιτέκτονες αναλαμβάνουν το σχεδιασμό και καλλωπι­σμό του δημόσιου χώρου που ενδυναμώνει την έννοια του πολίτη, σχεδιάζουν χώρους δια­σκέδασης, θέατρα και όπερες, νέα πάρκα και χώρους περιπάτου, κτίρια που στεγάζουν δη­μόσιους θεσμούς, μεγάλα πολυκαταστήματα, κτίρια-στοές και μεγάλους χώρους εκθέσεων, πανοράματα, διοράματα και πολυτελή ξενοδοχεία, σιδηροδρομικούς σταθμούς, επιβλητι­κές τράπεζες και γραφεία.

H εξάπλωση των φαντασμαγορικών μορφών στο δημόσιο χώρο εγκλωβίζει στην αμείλι­κτη δύναμη του εμπορεύματος που κρύβεται πίσω από τη φαντασμαγορία την αίγλη της τέ­χνης, το περιεχόμενο του φανταστικού και των αισθήσεων.

Όπως παρατηρεί η Christine Boyer, «η αληθινή πόλη που δεν εκτέθηκε ποτέ πραγματι­κά, βαθμιαία εξαφανίζεται από τη θέα: το χάος της, οι ταξικές διακρίσεις, οι παγίδες και τα ελαττώματά της, όλ’ αυτά τοποθετούνται έξω από το κυκλικό πλαίσιο, πάνω από τον ορίζοντα που δέσποζε στη ματιά του παρατηρητή»6.

O 20ός αιώνας ολοκληρώνει τη λειτουργία του κεντρικού χώρου της πόλης ως αγοράς εμπορευμάτων και οργανωμένης ψυχαγωγίας απωθώντας τις ζώνες παραγωγής και εγκαθι- στώντας σε περίοπτη θέση τη διοίκηση των επιχειρήσεων. Εισάγει τα νέα σύμβολα της τα­χύτητας, της προβολής της διαφήμισης, της ολοκληρωτικής θεαματοποίησης και ο ιστορι­κός χώρος μετατρέπεται σε σκηνογραφικά αποσπάσματα καταναλώσιμα και τα ίδια ως εμπορεύματα.

Παρόλη την αμείλικτη φορά της προόδου, η διαδικασία δεν είναι ευθύγραμμη καθώς πάντα, με φθίνουσα πρόοδο από το παρελθόν στο παρόν, στον κεντρικό χώρο της πόλης επιβιώνουν λαϊκοί θεσμοί μικροεμπορίου και πλανόδιων αγορών, ελεύθερη διασκέδαση και οι κοινωνικές πρακτικές της γιορτής, του καρναβαλιού, των θιάσων, των παραστάσε­ων, της βόλτας, του χαζέματος, της περιπλάνησης. Μέσα σε αποσπασματικά κατάλοιπα τόπων και αναμνήσεων, η πόλη υπενθυμίζει τη δυνατότητά της να παραμένει ένας μαγι­κός μαγνήτης αρχαϊκότητας που δε θα στερηθεί ποτέ τα μυστικά περάσματά της στο χώρο της μνήμης.

H προβληματική σχέση με την ιστορία

H σχέση με το παρελθόν και την ιστορία της πόλης τροποποιείται ριζικά μέσα στις αλ­λαγές που συνοδεύουν τους χωρικούς μετασχηματισμούς.

H συγκρότηση των εθνικών κρατών το 18ο και το 19ο αιώνα χρειάζεται την επανασύ­σταση της ιστορίας, την ταυτότητα που μπορεί να προσδώσει το παρελθόν σ’ έναν κόσμο μεταβαλλόμενο γρήγορα, αναντίστοιχα με το χρόνο της ανθρώπινης ζωής.

Αυτή η επανασύσταση, για την οποία η εξουσία ελπίζει ότι μπορεί ν’ αναστείλει τους κινδύνους που εγκυμονεί για τη σταθερότητά της η ιστορική αταξία, είναι επιλεκτική: μνη­μεία αποσυνδεδεμένα από το περιβάλλον τους, κατάλοιπα προηγούμενων τόπων που φθί­νουν, μουσεία και κατακερματισμός της ολότητας της πόλης στα μάτια των κατοίκων της. Oι εγγεγραμένες παραδόσεις στο χώρο, όταν ενεργοποιούνται κυρίως από τα κινήματα του ρομαντισμού, εντάσσονται στο νέο πλαίσιο τυπικά και φαντάζουν στερημένες νοήματος, αφού δεν αντιστοιχούν σε εμπειρίες του παρόντος.

Oι ουτοπίες του 20ού αιώνα επιχειρούν την πλήρη ρήξη με την ιστορία. H υπαρκτή ιστορική πόλη φαίνεται καθαυτή πηγή δεινών και επικίνδυνων κοινωνικών εξελίξεων, γι’ αυτό οι σχεδιαστικές σχηματοποιήσεις αναφέρονται σε μια άλλη άχρονη πόλη του μέλλο­ντος που βασιλεύει η τάξη του λόγου. H αντιφατική πραγματικότητα των ιστορικών κέ­ντρων μένει έξω από την προσοχή τους.

Μετά το B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι καταστροφές των ιστορικών κέντρων κινδυ­νεύουν να πάρουν μεγαλύτερες διαστάσεις απ’ αυτές του 19ου αιώνα και η ιστορία της πό­λης να μείνει χωρίς καθόλου υλικές αναφορές, δημιουργείται μια αντίστροφη κίνηση προ­στασίας. Όμως η προστασία και η επανακατοίκηση του κέντρου, ιδιαίτερα πρόσφατα, υπο­κινούνται εξ ολοκλήρου από τις δυνάμεις της αγοράς. Πρόκειται, συνήθως, για εμπορευμα­τοποίηση της ιστορίας που απευθύνεται σε προνομιακές κοινωνικές ομάδες καταναλωτών.

H κρίση της συλλογικής μνήμης

Αυτή η προβληματική σχέση των κατοίκων της πόλης με την ιστορία ως επιλεκτική επα- νασυλλογή, ως ρήξη με το παρελθόν ή ως καταναλώσιμο εμπόρευμα συμβαδίζει με την κρί­ση της συλλογικής μνήμης στην οποία έχουν συνεργήσει οι μετασχηματισμοί της δημόσιας σφαίρας και οι οργανώτριες του χώρου της πόλης δυνάμεις της αγοράς.

H κρίση της μνήμης εμφανίζεται κατά τον Walter Benjamin με τη μορφή της αποστα­σιοποίησης για την προστασία από τα σοκαριστικά ερεθίσματα, καθώς «το τεχνολογικά αλλοιωμένο περιβάλλον εκθέτει το ανθρώπινο αισθητήριο σε φυσικά σοκ τα οποία αντι­στοιχούν σε ψυχικό σοκ»7.

Σ’ αυτό το μηχανισμό εδράζεται η κατάρρευση της εμπειρίας, αφού «η αντίληψη γίνεται εμπειρία μόνο όταν συνδέεται με αισθήσεις-μνήμες του παρελθόντος, αλλά για το “προστα­τευτικό μάτι” που αποκρούει τις εντυπώσεις δεν υπάρχει φανταστική άφεση σε μακρινά πράγματα»7.

Από την άλλη, η ανάπτυξη όλο και πιο αφηρημένων μέσων επικοινωνίας που φτάνουν μέχρι τις αόρατες λεωφόρους πληροφορίας και τα προσομοιωμένα περιβάλλοντα, που υποκαθιστούν το χώρο ως κύρια πηγή πληροφορίας, οδηγεί σε ατροφία την εμπειρική συ­ναίσθηση του χώρου και ανατροφοδοτεί την απώλεια της μνήμης.

Γιατί η πόλη ως τόπος (locus) της συλλογικής μνήμης εντυπώνεται στο συλλογικό ασυ­νείδητο, γίνεται οικεία μέσα από διαδικασίες ζωντανής εμπειρίας που παραδίδονται στους κατοίκους της πόλης.

H αρχιτεκτονική, δηλαδή η μορφή που παίρνει η πόλη, αντιμετωπίζεται, όπως αναφέρει πάλι ο Walter Benjamin στο Έργο Τέχνης στην Εποχή της Τεχνικής Αναπαραγωγιμότητάς του με διπλό τρόπο —με τη χρήση και τη θέαση, με την αφή και την όραση. Αυτές οι δύο διαστάσεις αμβλύνονται από το 19ο στον 20ό αιώνα, καθώς ο κύριος τρόπος πρόσκτησης εντυπώσεων γίνεται η αβαθής όραση των αντικειμένων που, στερημένα της αίγλης τους, «δε διατηρούν κάτι από τα μάτια που τα κοίταξαν», κατά τη διατύπωση του Marcel Proust.

Από τη φαντασμαγορία ως υπνωτική σχέση με την εμπειρία και τη φαντασία, στην πα­νοραμική θέαση του χώρου της πόλης ως σειράς γρήγορων εντυπώσεων και μέχρι τα φα­νταστικά στυλ ζωής συντελείται η αποφόρτιση της αισθήσεων και της εμπειρίας.

Επίλογος

O μαρασμός της εμπειρίας και η κρίση της συλλογικής μνήμης, η απώθηση των λαϊκών τά­ξεων από τα ιστορικά κέντρα αλλά και η αποξένωση στις σχέσεις των κατοίκων της πόλης με την ιστορία και το χώρο της, αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά του σύγρονου πολιτισμού.

Παίρνουν εκρηκτικές διαστάσεις καθώς τα κύματα μετανάστευσης διογκώνονται και οι άνθρωποι εξωθούνται αναγκαστικά από τις πατρίδες τους, επομένως αποκόπτονται βίαια από κάθε χωρική αναφορά, και περιφέρονται ξένοι, συχνά παράνομοι και διωκόμενοι, στις χώρες που μεταναστεύουν.

H μελέτη και η κατανόηση αυτών των φαινομένων μπορεί να εντοπίζονται μεθοδολογι­κά στη σφαίρα του πολιτισμού, εδράζονται όμως στις ταξικές και κοινωνικές ανισότητες του σύγχρονου καπιταλισμού, την κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς παγκόσμια και την αντιστροφή της σχέσης δημόσιου-ιδιωτικού.

Σημειώσεις

  1. Walter Benjamin, Illuminations, On some motifs in Baudelaire, Fontana Press, 1992. Ελληνική μετάφαρση Γιώρ­γος Γκουτζούλης, στο Σαρλ Μπωντλαίρ Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1994.
  2. Α^ Rossi, L’ Architettura della cita, CLUP, Milano, 1978. Ελληνική μετάφραση Bασιλική Πετρίδου, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1991.
  3. Α^ Rossi, ο.π.
  4. Α^ Rossi, O.K.
  5. Richard Sennet, Flesh and Stone, Faber & Faber, London-Boston 1994.
  6. Christine Boyer, Ihe City of Collective Memory, ΜΙΤ Press, 1994.
  7. Susan Buck-Morss, «Αισθητική-Αναισθητική». Ελληνική μετάφραση Φώτης Τερζάκης, Mάvος Σπυριδάκης, Λογογεχνικό περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 23, Ιούνιος 1996.
  8. Walter Benjamin, Illuminations, Ihe work of art in the age of mechanical reproduction, Fontana Press, 1992.

Ποδηλατόδρομοι και προτεραιότητες

Ηλίας Μπιτσάνης άρθρο στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Και πάλι συζήτηση για τους ποδηλατόδρομους, με αφορμή την παρουσίαση του σχεδίου για δημιουργία μιας νέας διαδρομής, η οποία ξεκινώντας από τον υπάρχοντα ποδηλατόδρομο στη Νέδοντος θα συνεχίζει μέσα από τον ίδιο δρόμο μέχρι τη Σαλαμίνος και από εκεί θα φτάνει στο λιμάνι. Ασφαλώς ενδιαφέρουσα η διαδρομή, ιδιαίτερα για εκείνους που θέλουν το ποδήλατο για βόλτα, καθώς σε μεγάλο μήκος περνάει δίπλα από περιοχές με πράσινο και κοινωνικές υποδομές κατά μήκος του Νέδοντα.

Το ερώτημα όμως βρίσκεται στις προτεραιότητες, καθώς συζητούμε και πάλι για έναν ποδηλατόδρομο στον άξονα βορρά-νότου, σχεδόν παράλληλο με τον υπάρχοντα. Μπορεί η διαδρομή αυτή να παρουσιάζει ενδεχομένως μικρότερες τεχνικές δυσκολίες, όμως κατά τη γνώμη μας προτεραιότητα έχουν άλλοι άξονες οι οποίοι θα έπρεπε να προηγηθούν.
Το πρώτο ζήτημα είναι η επέκταση του υπάρχοντος ποδηλατόδρομου μέχρι το “Φιλοξένια”.

Οι σκέψεις που ακούγονται για επέκταση μέχρι την Αύρας δεν εξυπηρετούν σε τίποτε – και κατά την ταπεινή μας γνώμη απλώς υποδηλώνουν την ατολμία της δημοτικής αρχής να προχωρήσει σε ουσιαστικά μέτρα διευκόλυνσης πεζών και ποδηλατών. Η λαϊκή παροιμία λέει πως “χωρίς να σπάσεις αυγά δεν γίνεται ομελέτα” και ως εκ τούτου αν δεν στερήσεις χώρο από το αυτοκίνητο για να τον δώσεις στο ποδήλατο, δεν μπορεί να δημιουργηθεί πραγματικό δίκτυο. Κατά το σχέδιο, μέχρι την Αύρας ο ποδηλατόδρομος θα πάει από τη νότια πλευρά του πεζοδρόμου, αλλά θα σταματήσει γιατί από εκεί και πέρα η υψομετρική διαφορά είναι μεγάλη και θα πρέπει να περάσει από την πάνω μεριά του πεζόδρομου. Στον πυρήνα του δισταγμού και της… λύσης είναι ο χώρος για το αυτοκίνητο. Είναι τραγικό να μη διστάζεις να κόψεις παραλία (με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το εύρος της καθώς δεν υπάρχει λιμενική μελέτη), αλλά να βάζεις φρένο όταν φτάνεις στο δρόμο. Αν θέλουμε ποδηλατόδρομο, η επέκταση πρέπει να γίνει άμεσα, παράλληλα και βορείως του πεζόδρομου, οριοθετημένη με ασφαλή τρόπο (σε πρώτη φάση με πλαστικά κολονάκια) και με επεμβάσεις στο οδόστρωμα που θα κάνουν… δύσκολη τη ζωή των οδηγών που δεν σέβονται πεζούς και ποδηλάτες.
Σε αυτή τη λογική θα πρέπει να κινηθούν και οι επεμβάσεις σε δρόμους που οδηγούν από τις συνοικίες μέχρι τον κεντρικό ποδηλατόδρομο. Δεν έχει νόημα ένας άλλος αρτηριακός ποδηλατόδρομος, αν δεν μπορεί ο κάτοικος της συνοικίας να φτάσει σε αυτόν.

Δυστυχώς, ποδηλατόδρομος δεν προβλέφθηκε στη Βασ. Γεωργίου παρά το γεγονός ότι το έργο κατασκευάστηκε προσφάτως. Έχοντας εκμηδενίσει την απόσταση από τις ανατολικές συνοικίες, ο δρόμος αυτός πρέπει να εξοπλιστεί απαραιτήτως και ταχέως με ποδηλατόδρομο, έστω και με πρόχειρη οριοθέτηση. Και φυσικά υπάρχουν η οδός Αθηνών καθώς και άλλοι δρόμοι στους οποίους θα πρέπει να απλωθεί το δίκτυο.
Η κρίση κάνει περισσότερο επιτακτική και εφικτή τη μετακίνηση με ποδήλατο – και ο δήμος οφείλει να συμβάλει σε αυτό αποφασιστικά, σε βάρος του αυτοκινήτου κι εκείνων που έχουν μετατρέψει όλους τους δρόμους σε πάρκινγκ.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας αριστερός, κοινωνικά ενεργός πολεοδόμος

Κυριακή, 05 Σεπτεμβρίου 2010 19:51 

Με μια λιτή πολιτική κηδεία αποχαιρετήσαμε στο Α΄ Νεκροταφείο τον Γρηγόρη Διαμαντόπουλο. Πέθανε σε ηλικία 86 χρόνων. Υπήρξε ένας από τους πιο πρωτοπόρους και προικισμένους πολεοδόμους του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα με έργο που θα μείνει για πάντα. Τουλάχιστον σε πόλεις όπως η Καλαμάτα, η Θήβα, το Πέραμα, ο Βόλος κ. ά. Από νέος στην Αριστερά, γραμματέας της ΕΠΟΝ Πολυτεχνείου ένα διάστημα, εντάχθηκε στο κομμουνιστικό κίνημα και ακολούθησε την γνωστή διαδρομή των αγωνιστών της γενιάς του. Στέλεχος της ΕΔΑ με τη διάσπαση του ΚΚΕ βρέθηκε στο Παρθένι και μετά στις φυλακές Αβέρωφ. Όσοι τον γνωρίσαμε εκεί, όχι μόνο ως στέλεχος της Αριστεράς αλλά και ως ανήσυχο αριστερό διανοούμενο, μάθαμε και με τη συμβολή του από πολύ νωρίς όσο αργότερα θα κατανοούσαμε ως βαθύτερες πηγές της κακοδαιμονίας του ΚΚΕ και του περιορισμού της εμβέλειας της Αριστεράς. Συνέχεια ανάγνωσης ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας αριστερός, κοινωνικά ενεργός πολεοδόμος

Υπήρξε ο πολιτικός μου μέντορας…

Ημερομηνία δημοσίευσης: 05/09/2010
Του Σταύρου Μπένου

Με πολλή συγκίνηση ο Στ. Μπένος μίλησε στην «Αυγή» για τη σχέση του με τον εκλιπόντα και τη συνεισφορά του στην υπόθεση ανασυγκρότησης της Καλαμάτας:

«Ο Γρηγόρης υπήρξε ο πολυτιμότερος συνεργάτης μου στα τριάντα χρόνια της δημόσιας ζωής μου και κυριολεκτικά ο σημαντικότερος πολιτικός μου μέντορας. Εκείνος οδήγησε τα πρώτα μου βήματα κι εκείνος μου έδειξε με ποιο τρόπο πρέπει να πορεύεται κανείς στη δημόσια ζωή.

Δεν θα ξεχάσω πως, πριν ακόμα έρθουν οι δύσκολες μέρες της Καλαμάτας, ο Γρηγόρης με πήρε από το χέρι και με περπάτησε στους ωραίους δρόμους των μεγάλων ιδεών και των μεγάλων ονείρων. Θυμάμαι ακόμα τη φράση του: “Σταύρο, για να πετύχουμε τη μεγάλη αλλαγή που έχει ανάγκη η πόλη, πρέπει να πείσουμε τους πολίτες ότι το συμφέρον τους συμπίπτει με το συμφέρον της πόλης. Οι άρχοντες, οι τοπικοί και οι πολιτειακοί, αξίζει να έχουν θέση στη δημόσια ζωή μονάχα όταν ονειρεύονται και όταν έχουν πάθος να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους.

Εσύ, μου έλεγε, πρέπει να είσαι με την πόλη και με τα όνειρά της. Προς Θεού μη γίνεις διαιτητής στις διάφορες μικροσυγκρούσεις που καθημερινά μαστιγώνουν τις τοπικές κοινωνίες”.

Έτσι λοιπόν ξεκινήσαμε αυτή τη μεγάλη πορεία με τον Γρηγόρη, που οδήγησε στην απόλυτη πολεοδομική ανατροπή της πόλης μας και η Καλαμάτα θεωρείται, μάλιστα, η μόνη πόλη της χώρας που αναγεννήθηκε πολεοδομικά κι αυτό το οφείλουμε στον Γρηγόρη.

Και του οφείλω και κάτι άλλο ακόμα μεγαλύτερο, καθώς είχε δημιουργήσει στην πόλη όλες τις προϋποθέσεις για να μπορέσει ν’ αντέξει τη μεγαλύτερη δοκιμασία στη νεότερη ιστορία της που ήταν οι σεισμοί του ’86. Γιατί ο Γρηγόρης απέδειξε ότι η ανασυγκρότηση μετά τους σεισμούς δεν είναι υπόθεση των πολιτικών μηχανικών και της καλής ανακατασκευής των κτηρίων, αλλά το πώς σχεδιάζουμε ένα πρόγραμμα που πρέπει να είναι ολιστικό, με επίκεντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Θυμάμαι λοιπόν ότι με ειδοποίησε μια νύχτα: “Θέλω μια ώρα να μου διαθέσεις” Με πήγε στα Ζιγκιρέικα και μου είπε: “Σταύρο μου μέχρι τώρα η χώρα μας δεν έχει κουλτούρα αντιμετώπισης του σεισμικού φαινομένου, απλώς δίνει σεισμοδάνεια κι εκεί τελειώνει.

Εμείς λοιπόν, τώρα που είναι ζεστό το πράγμα και που είναι εδώ οι κάμερες και οι δημοσιογράφοι και η κοινή γνώμη είναι πολύ ευαίσθητη για τα ζητήματά μας, πρέπει να πείσουμε ότι έχουμε ως επίκεντρό μας τους πολίτες της σεισμόπληκτης πόλης. Και οι πολίτες δεν έχουν μόνο την ανάγκη να μπουν στο σπίτι τους, αλλά ανάγκες οικονομικές, πολιτισμικές, κοινωνικές και πρέπει όλες να τις αντιμετωπίσουμε”.

Έτσι κάναμε αυτό το ρωμαλέο πρόγραμμα της οικιστικής ανασυγκρότησης της Καλαμάτας που εμπεριείχε μια εξαιρετική πολιτική και που έγινε αντικείμενο ανάγνωσης και μελέτης από τους μεγαλύτερους Οργανισμούς Αντισεισμικής Προστασίας, ακόμα και των πιο προηγμένων χωρών όπως η Ιαπωνία και η Αμερική. Και βεβαίως έγινε και η επίσημη αντισεισμική πολιτική της χώρας μας. Ο Γρηγόρης λοιπόν πρέπει να θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους ευεργέτες της Καλαμάτας.

Ο δικός μου Γρηγόρης ήταν ο καλός μου φίλος, η συντροφιά μου μέχρι το τέλος του. Και τώρα είναι μια μεγάλη απουσία και ταυτόχρονα μια μεγάλη διαρκής παρουσία με την πλούσια προίκα αξιών που μας άφησε.

Μεσολάβησε η χουντική επταετία με τους συνταγματάρχες και έτσι ξανασυναντηθήκαμε αρκετά χρόνια αργότερα, το 1973 στο τέλος της δικτατορίας. Ο Γρηγόρης είχε επιστρέψει από την τελευταία εξορία και εγώ είχα αποφασίσει να εγκαταλείψω τη Γαλλία και να εγκατασταθώ οριστικά στην Ελλάδα. Έτυχε μάλιστα, εκείνη την ίδια περίοδο να γνωρίσουμε εγώ τον σύντροφό μου Νικόλα Φαράκλα και εκείνος τη σύντροφο και φίλη της ζωής του Λία Μπέλλου. Οι άνδρες μας γνωριζόντουσαν καλά: είχαν συνεργαστεί στο περίφημο Ρυθμιστικό της Θήβας, πριν τη δικτατορία. Κάναμε συχνή και καλή παρέα.

«Τι μένει άραγε από 45 χρόνια μαχόμενης πολεοδομίας;»

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφορεί το βιβλίο-αφιέρωμα του ΤΕΕ για τον αρχιτέκτονα πολεοδόμο Γρηγόρη Διαμαντόπουλο, τον άνθρωπο «σταθμό» για την πόλη της Καλαμάτας, στις σελίδες του οποίου, ο σπουδαίος Ελληνας πολεοδόμος κάνει έναν πολυσήμαντο απολογισμό 45 ετών δημιουργίας.

βλέπε και  http://ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας αριστερός, κοινωνικά ενεργός πολεοδόμος

Συνέχεια ανάγνωσης «Τι μένει άραγε από 45 χρόνια μαχόμενης πολεοδομίας;»