Αρχείο ετικέτας Πόλη

Ποιο είναι το μέλλον της Καλαμάτας;

Ενα ερώτημα που αιωρείται ασφαλώς όχι ξεχωριστά από εκείνο που αφορά τη χώρα, πλην όμως με μια αυτοτέλεια σε σχέση με αυτό. Το ειδικό συναρτάται από την τύχη του γενικού, αλλά επηρεάζεται και από ειδικούς παράγοντες που μπορεί να το κάνουν καλύτερο ή χειρότερο.

Είναι μια συζήτηση η οποία δεν γίνεται. Στο βουλευόμενο όργανο της πόλης και της ευρύτερης περιοχής, το Δημοτικό Συμβούλιο δηλαδή, η συζήτηση αναλώνεται σε αντιπαραθέσεις για την καθημερινότητα. Στο γήπεδο της απραξίας δηλαδή που βολεύει αφάνταστα τη δημοτική ηγεσία, της οποίας το όραμα φτάνει μέχρι τη διαχείριση των τραπεζοκαθισμάτων. Δεν κρύβει πως δεν έχει όραμα και μάλιστα θεωρητικοποιεί την απουσία του ως στοιχείο ρεαλισμού. Και δεν μπορεί και δεν θέλει να πάει παραπέρα, καθώς η συγκυρία σπρώχνει τα πράγματα μόνη της και καλύπτει τη γύμνια σχεδιασμού σε σχέση με το μέλλον. Ο δρόμος έγινε χωρίς να νοιαστεί καθόλου γι’ αυτό, ακόμη και όταν το έργο είχε κολλήσει. Το αεροδρόμιο για το οποίο ουδέποτε έχει ουσιαστικά ενδιαφερθεί, πάει μόνο του (μια ολόκληρη συζήτηση το γιατί). Γενικώς, κόσμος πάει και έρχεται και ουκ ολίγοι έχουν πεισθεί πως είναι ζήτημα χρόνου το μπιγκ μπανγκ στην τοπική οικονομία με τον τουρισμό και την αυξημένη προβολή της περιοχής (χωρίς επίσης να έχουν κουνήσει δαχτυλάκι). Θα έλεγα ότι μάλλον δεν έχουν αντιληφθεί ότι ορισμένα πράγματα εξαντλούνται και ήδη πιάνουν τα όριά τους, καθώς απουσιάζουν το πραγματικό ενδιαφέρον και οι υποδομές που θα μπορούσαν να υποδεχθούν ακόμη και ενδεχόμενη αύξηση της ζήτησης. Η οποία φυσικά δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση την πληρότητα των τριημέρων που δίνουν ανάσες, όχι όμως και λύσεις στην τοπική οικονομία. Η έκφραση “βούλιαξε από κόσμο” χρησιμοποιείται πολύ συχνά, δεν έχει όμως ανάλογο αντίκρισμα στα… ταμεία εκείνων που έχουν επενδύσει όνειρα στον τουρισμό.

Η απουσία συνεκτικού εναλλακτικού σχεδίου από τις δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στο δήμο, διευκολύνει το παιχνίδι στο γήπεδο που ορίζει η δημοτική ηγεσία και το κερδίζει χωρίς δυσκολία. Οι μεμονωμένες παρεμβάσεις όση αξία και αν έχουν, όσο σωστές και αν είναι, δεν μπορούν να αλλάξουν τη ροή των πραγμάτων. Και ως εκ τούτου παραμένει ζητούμενο η πειστική εναλλακτική πρόταση τοπικής διακυβέρνησης. Ζητούμενο με προσωπικές, κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους καθώς αυτή δεν μπορεί να υλοποιηθεί με “χαρτιά” αλλά από ανθρώπους και οργανωμένες δυνάμεις που μπορούν να εμπνεύσουν και να κινητοποιήσουν τον πολίτη. Κοντά σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να έχουν λόγο για τα όσα συμβαίνουν στην πόλη, σιωπούν εκκωφαντικά. Οι παρεμβάσεις αυτοδικαίωσης μπορεί να ικανοποιούν τους προσωπικούς εγωισμούς, απέχουν πολύ όμως από το να αποτελούν ενέργειες οι οποίες σε τελευταία ανάλυση μπορεί να ενδιαφέρουν τους πολίτες. Θα τολμούσα να πω μάλιστα ότι κάποιοι στο μυαλό τους έχουν την υστεροφημία και αποφεύγουν να βάλουν το χέρι στη φωτιά όταν χρειάζεται. Θεωρούν ότι αν μιλήσουν γίνονται “μέρος του προβλήματος” όπως χαρακτηρίζουν πλέον στο παρασκήνιο την περί τις δημοτικές υποθέσεις αντιπαράθεση. Ετσι ξεμένουν λίγοι δεξιά – αριστερά που ξιφουλκούν, ματαίως τις περισσότερες φορές, προσπαθώντας να θέσουν επί τάπητος ζητήματα για τα οποία θα έπρεπε να γίνεται ζωηρή συζήτηση. Και τα οποία υποκύπτουν στη λογική του “ενός ανδρός αρχή”.

Και αν έτσι έχουν τα πράγματα με το παλιό πολιτικό προσωπικό που έδωσε στον εαυτό του φύλλο πορείας για αποστρατεία από τη συζήτηση για το μέλλον της πόλης, δεν φαίνεται να υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους νέους ανθρώπους. Αν οι μεγαλύτεροι έχουμε υποχρέωση να συνδράμουμε με τις απόψεις μας (και μόνον) στις υποθέσεις της πόλης, οι νεότεροι έχουν κάθε λόγο όχι μόνον να ανοίγουν τη συζήτηση αλλά και να οργανώνουν την παρέμβασή τους για τα θέματα αυτά. Γιατί είναι ζητήματα που αφορούν πρωτίστως τους ίδιους και τη ζωή τους, τη ζωή των παιδιών τους. Θα είχε ενδιαφέρον να ερευνήσει κάποιος τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό. Σε μια πρώτη προσέγγιση θα τολμούσα να γράψω ότι κρίσιμος παράγοντας είναι η απογοήτευση από τις πρακτικές και η απαξία του θεσμού της αυτοδιοίκησης. Κάποιες φορές αυτό είναι πρόσχημα, τις περισσότερες όμως γεννάει φόβο και μάλιστα σε γενιές που παρακολουθούν την πολιτική ως παρατηρητές χωρίς να συμμετέχουν ή να συμβάλουν στη διαμόρφωσή της. Παράγοντες που μπορούν να καταγραφούν ακόμη είναι οι επαγγελματικές δυσκολίες, η εξάρτηση αυτών πολλές φορές από μηχανισμούς εξουσίας, η προσπάθεια του σημερινού πολιτικού προσωπικού να ενσωματώσει ή να αποθαρρύνει από τη συμμετοχή νέους ανθρώπους. Από την εμπειρία της καθημερινότητας στην πόλη, εκτιμώ ότι η πλειοψηφία των νέων ανθρώπων που έχουν και άποψη για την πόλη και τη ζωή της, προτιμά στην καλύτερη περίπτωση να δραστηριοποιείται σε έναν συγκεκριμένο τομέα, μακριά από τριβές με την τοπική εξουσία και τη φθορά που προκαλείται.

Ασφαλώς δεν θεωρώ πως η Καλαμάτα είναι η εξαίρεση, ανάλογα φαινόμενα υπάρχουν και στις άλλες πόλεις ως απότοκα και της γενικής κατάστασης αλλά και μια αντίληψης “ανάθεσης” σε άλλους της διαχείρισης των υποθέσεων που μας αφορούν. Η αντιστροφή αυτής της εικόνας είναι απαραίτητη για την κοινωνία και την πόλη του μέλλοντος. Οι δρόμοι που ανοίγονται δεν είναι πολλοί και εκ των πραγμάτων βρισκόμαστε σε σταυροδρόμι για πολλούς λόγους αλλά και έναν ειδικότερο: Με την ολοκλήρωση της θητείας (αν όχι και νωρίτερα σε ενδεχόμενο πολιτικών εξελίξεων) εκ των πραγμάτων ολοκληρώνεται και ο κύκλος του δημάρχου Παν. Νίκα στη θέση αυτή. Κρατά στο χέρι του το κλειδί των εξελίξεων και από τον τρόπο που θα το διαχειριστεί, θα εξαρτηθούν πολλά πράγματα για το μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα κριθεί αν η αυτοδιοίκηση και ο δήμος θα αποτελούν την απόληξη των κομματικών βραχιόνων με επένδυση προσωπικών φιλοδοξιών ή χώρους στους οποίους θα παράγεται τοπική πολιτική με όραμα για το μέλλον. Πολλές φορές στο παρελθόν έχω αποσαφηνίσει ότι τα κόμματα έχουν λόγο στην αυτοδιοίκηση αλλά αυτός θα πρέπει να περιοριστεί στην παραγωγή πολιτικής (είδος εν ανεπαρκεία στους σημερινούς μηχανισμούς) και την ανάδειξη τοπικών στελεχών μέσα από αυτή τη διαδικασία. Αυτός ο ρόλος γίνεται καταστροφικός όταν απλώς επωάζουν στους κόλπους τους τις φιλοδοξίες ανθρώπων πρόθυμων να μετατρέψουν το θεσμό της αυτοδιοίκησης σε παράρτημα του κόμματος, αρκεί να καταλάβουν τις θέσεις εξουσίας.

Η πόλη χρειάζεται ανθρώπους με όραμα γι’ αυτήν και την κοινωνία, που θα βάζουν το “εμείς” πάνω από το “εγώ” και δεν θα διστάζουν να συγκρουσθούν με αντιλήψεις και επαγγελματικά λόμπι για να προστατεύσουν το δημόσιο συμφέρον. Χρειάζεται την ενεργοποίηση των δυνάμεων που περιθωριοποιούνται από τη δράση των μηχανισμών εξουσίας, την ενεργοποίηση των νέων ανθρώπων που μπορούν να βλέπουν το δικό τους μέλλον συνδεδεμένο με το μέλλον του τόπου και όχι ως άθροισμα “ευκαιριών” σε περίοδο βαθύτατης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Χρειάζεται αλλαγή της αντίληψης για τη διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων. Πρόκληση για παλιούς και νέους…

Μανιάτικη σαλάτα με πορτοκάλι

Υλικά (για 4 – 6 άτομα)
3 μεγάλες πατάτες βρασμένες με τη φλούδα
1 μεγάλο καθαρισμένο πορτοκάλι κομμένο σε
   κύβους
1 μεγάλο κρεμμύδι κομμένο σε ροδέλες
10 – 15 μεγάλες ελιές Καλαμών
3 κουταλιές σούπας έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
αλάτι, πράσινο πιπέρι, ρίγανη

Εκτέλεση
Καθαρίζετε και κόβετε τις πατάτες σε φέτες μισού εκατοστού. Τις τοποθετείτε σε μεγάλη πιατέλα και τις πασπαλίζετε με το αλατοπίπερο και τη ρίγανη. Από πάνω βάζετε τις ροδέλες του κρεμμυδιού, τους κύβους του πορτοκαλιού και τις ελιές και ραντίζετε καλά τη σαλάτα με το ελαιόλαδο.

Εάν στο τραπέζι δεν έχετε κρασί, μπορείτε να προσθέσετε και λίγο ξύδι, όπως θέλει η παραδοσιακή συνταγή. Αν, όμως, έχετε κρασί τότε αρτύστε τη σαλάτα με μερικές σταγόνες παλαιωμένο ξύδι ή μπαλσάμικο.

Το πρόγραμμα του Διαζώματος για τη βιώσιμη αστική ανάπλαση της Καλαμάτας

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΠΕΝΟΣ ΣΤΗΝ KALAMATA JOURNAL 


Είναι ένα ολιστικό πρόγραμμα που συνδέει το πλούσιο περιβαλλοντικό και πολιτιστικό απόθεμα της Καλαμάτας με την πραγματική ζωή. Έτσι περιγράφει ο επικεφαλής του Διαζώματος, Σταύρος Μπένος, το πρόγραμμα που ετοίμασε το Σωματείο για τη βιώσιμη αστική ανάπλαση της Καλαμάτας. Ένα πρόγραμμα που προσθέτει ότι ανταποκρίνεται απολύτως στη νέα φιλοσοφία του ΕΣΠΑ για ένα ποιοτικό άλμα από τις υποδομές στην ανάπτυξη. Το πρόγραμμα αυτό παρουσιάστηκε στην πανεπιστημιακή σχολή της Καλαμάτας πριν από δύο μήνες ακριβώς, έχει υποβληθεί στη δημοτική αρχή, η οποία όμως δείχνει να μην ενδιαφέρεται…

Επανειλημμένως τους τελευταίους μήνες ο δήμαρχος Καλαμάτας, Παναγιώτης Νίκας, τονίζει ότι ο Δήμος διεκδικεί από το ΕΣΠΑ ένα και μόνο έργο ανάπλασης. Ένα έργο 10.000.000 ευρώ για το παραλιακό μέτωπο της πόλης. Μάλιστα ο δήμαρχος επαναλαμβάνει ότι για το έργο αυτό έχει εξασφαλιστεί η θετική γνώμη τόσο του περιφερειάρχη Πελοποννήσου, Πέτρου Τατούλη όσο και του υφυπουργού Οικονομίας, αρμόδιου για το ΕΣΠΑ, Αλέξη Χαρίτση.
Ας δούμε όμως τι προτείνει και το Διάζωμα, όπως το περιέγραψε ο επικεφαλής του, Σταύρος Μπένος, με τις δηλώσεις του στην Kalamata Journal:

«Η πόλη μας τα έχει όλα. Κατ’ αρχήν είναι όλη ένα μουσείο, με το υπέροχο Ιστορικό της Κέντρο και τα νεοκλασικά της, με την ιστορικότητά της. Και έχει καταπληκτικούς θύλακες που αναφέρονται σε μνημεία τόσο πολιτιστικά όσο και περιβαλλοντικά, όπως είναι η παραλιακή ζώνη. Αλλά έχει και ένα σπουδαίο κεκτημένο στο σύγχρονο πολιτισμό, που είναι και η πιο διακριτή δράση της πόλης μας παγκοσμίως, είναι η ταυτότητά της πια, είναι το Μέγαρο Χορού. Πάνω λοιπόν σε αυτά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα το Διάζωμα έχτισε ένα πρόγραμμα, το οποίο αναφέρεται στις σχετικές εγκυκλίους για το ΕΣΠΑ ως βιώσιμη αστική ανάπλαση».
Το τρίπτυχο που πρέπει να καλύπτεται μέσα από ένα πρόγραμμα βιώσιμης αστικής ανάπτυξης, τόνισε ο επικεφαλής του Διαζώματος, είναι «το περιβαλλοντικό και πολιτιστικό απόθεμα της πόλης, η επιχειρηματικότητα, δηλαδή οι δυνάμεις της παραγωγής και της οικονομίας που πρέπει να εμπλακούν δυναμικά στο σχέδιο αυτό και το τρίτο σκέλος είναι η κοινωνική συνοχή».
Επιπλέον, το κρίσιμο ζήτημα, σύμφωνα με τον Σταύρο Μπένο, στο νέο ΕΣΠΑ, είναι δημιουργηθούν προγράμματα τα οποία θα επιτύχουν «ένα ποιοτικό άλμα, ένα λυτρωτικό ταξίδι, από τις υποδομές στην ανάπτυξη. Οι Έλληνες πολιτικοί ταυτίζουν τις υποδομές με την ανάπτυξη. Όμως οι υποδομές είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη, δεν είναι ανάπτυξη. Δεν σημαίνει ότι όταν θα κάνεις μια μεγάλη υποδομή αυτομάτως κατέκτησες και την ανάπτυξη. Ένα κορυφαίο παράδειγμα είναι τα Ολυμπιακά έργα. Ξοδέψαμε τόσα χρήματα αλλά επειδή δεν φροντίσαμε να τα ενσωματώσουμε λειτουργικά στην οικονομία της χώρας και στη λειτουργία της πόλης, γίνανε κουφάρια. Έρχεται λοιπόν το νέο ΕΣΠΑ και λέει ότι θέλουμε να συνδέσετε όλο το απόθεμα, το περιβαλλοντικό και το πολιτιστικό με την πραγματική οικονομία, με την πραγματική ζωή, για να φέρετε τα μνημεία της φύσης και του πολιτισμού στο κέντρο της αειφορίας και της βιώσιμης ανάπτυξης της χώρας και του κάθε τόπου ξεχωριστά».
Η πρόταση του Διαζώματος για τη βιώσιμη αστική ανάπλαση της Καλαμάτας ανταποκρίνεται απολύτως σε αυτή την επιταγή του νέου ΕΣΠΑ, διαβεβαιώνει ο Σταύρος Μπένος και σημειώνει σχετικά με την προσπάθεια της δημοτικής αρχής για την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου: «Ο δήμαρχος έχει προτάξει -και σωστά- την παραλιακή ζώνη. Όμως την παραλιακή ζώνη ως έργο υποδομής θα δυσκολευτεί πολύ να τη βάλει στο ΕΣΠΑ, ενώ μέσα από αυτό το πρόγραμμα θα ήταν πολύ απλούστερο. Οι Ευρωπαίοι θέλουν να τους αποδείξουμε πια ότι όλες οι υποδομές που θα κάνουμε θα είναι χρήσιμες και θα αποδώσουν στην πραγματική ζωή και στην πραγματική οικονομία. Όλη η πόλη, όλο το δυναμικό της πόλης, θα ήταν σε ένα πάρτυ με αυτό το πρόγραμμα. Και το δυναμικό του Δήμου και το πολιτισμικό δυναμικό, το δυναμικό των μνημείων και το δυναμικό των επιχειρηματιών. Έχουμε βεβαίως και τα προγράμματα κοινωνικής συνοχής, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο από το οποίο θα μπορούσαν να γίνουν πολύ ωραία πράγματα, ιδιαίτερα για τους θύλακες της φτώχειας και της ανεργίας».  
Ο επικεφαλής του Διαζώματος σημείωσε ότι το πρόγραμμα αυτό μπορεί να φαίνεται κάπως σύνθετο, ωστόσο τόνισε ότι δεν πρόκειται για κάτι δύσκολο αλλά για κάτι που απαιτεί «αλλαγή νοοτροπίας, να καθίσουμε να δουλέψουμε όλοι μαζί, γιατί αυτό έχει πολλούς παίχτες, δεν είναι ο δήμαρχος μόνος του. Δηλαδή εγώ στους σεισμούς αν ήμουν μόνος μου δεν θα έκανα τίποτα για την πόλη. Ο Δήμος, που διαχειρίστηκε το πρόγραμμα -και να ξέρεις ιστορικά δεν διαχειρίστηκε ποτέ άλλοτε Δήμος πρόγραμμα σεισμών- ήταν με όλους εκεί. Ήταν το κράτος, ήταν η ΕΟΚ, ήταν το Συμβούλιο της Ευρώπης, ήταν όλοι οι εθελοντικοί οργανισμοί από όλο τον κόσμο. Ήταν αυτό που λέμε ολιστικό πρόγραμμα».
Ανάλογο πρόγραμμα βιώσιμης αστικής ανάπλασης έχει ετοιμάσει το Διάζωμα για τον Ορχομενό της Βοιωτίας όπου, όπως ανέφερε ο κ. Μπένος, έχουν τελειώσει όλες οι μελέτες «και ήδη έχει προκηρυχθεί και αυτό στο ΕΣΠΑ. Εμείς στο Διάζωμα κάναμε αυτά τα δύο πιλοτικά προγράμματα για να δείξουμε στη χώρα μας πως μπορούν να γίνουν τα πράγματα».
Κλείνοντας ο Σταύρος Μπένος σημείωσε ότι μετά την παρουσίαση του προγράμματος του Διαζώματος για τη βιώσιμη αστική ανάπλαση της Καλαμάτας, που έγινε πριν από δύο μήνες στην Πανεπιστημιακή Σχολή της πόλης, δεν είχε καμία άλλη επαφή με το Δήμο, «εγώ έκανα την παρουσίαση θεσμικά ενώπιον του δημάρχου. Εμένα μου αρέσει να λειτουργώ θεσμικά. Από εκεί και πέρα βεβαίως το λόγο τον έχει ο δήμαρχος, εγώ δεν είχα έκτοτε καμία επαφή».
Στ.Μ.

ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ 2010 Σιωπηλές πλατείες

24 Ιούνιος, 2010

Σιωπηλές πλατείες

(A μέρος)

Σκέψεις για την ελληνική πλατεία (A μέρος)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Η πλατεία αποτελεί τον κοινόχρηστο χώρο που χαρακτηρίζει τις ελληνικές πόλεις και τους ελληνικούς οικισμούς. Εξυπηρετεί ανάγκες λειτουργίας του δομημένου χώρου, αλλά και κοινωνικές, πολιτιστικές, πολιτικές, οικολογικές ανάγκες. Λόγω της αποστολής της και των αξιών που κουβαλά (ιστορικών, κοινωνικών, πολιτιστικών κ.ά.), συμβάλλει -συνδυαστικά με τον περίγυρο- στη δημιουργία πολιτισμικού τοπίου, γεγονός που υποδηλεί τη σημαντικότητα τής παρουσίας της για τη συνέχεια ενός βασικού συνόλου, που διαμορφώνει ποιότητα και προοπτική.

Η πλατεία φτιάχτηκε για να λειτουργεί και να παράγει. Φτιάχτηκε για να είναι τόπος κι όχι χώρος 

1. Είναι το ανοικτό πεδίο, το κενό, το ξάγναντο, το διέξοδο, το άφορτο, ο ανασασμός. Ταυτόχρονα αποτελεί πεδίο δραστηριοποίησης των ανθρώπων, τόπο συνεύρεσης, συναναστροφής, αναψυχής κι ανεμελιάς. Είναι τόπος λόγου, πράξης, παραγωγής, άσκησης πολιτιστικής, πολιτικής και κοινωνικής δραστηριότητας, πεδίο δράσης, αγώνων κι ανάπτυξης ιδεών. Είναι, γι’ όλα αυτά, το τοπόσημο που ανάχθηκε σε σύμβολο. Τούτο, που προέκυψε ως ανάγκη παραγωγής στο πεδίο 2, αποτέλεσε το στοιχείο που έκαμε εμβληματική την ελληνική πλατεία (του 19ου αιώνα και του μεγαλύτερου μέρους του 20ου), γιατί την ταύτισε με γεγονότα, με ιδέες, με παραστάσεις, με καταστάσεις, με βιώματα, με πράξεις και συνήθειες. Το χαρακτηριστικό κτίριο (συνήθως, ο ναός ή το δημαρχείο) ή το μνημείο σε αυτήν και ο συγχρωτισμός τους με τον περίγυρο, απέδωσαν στην αστική πλατεία μια κεντρικότητα στο χώρο -που, σε αρκετές περιπτώσεις συνδυάστηκε με μνημειακότητα ή μεγαλοπρέπεια-, κάτι που ενίσχυσε την έννοια του τοπόσημου, πολύ δε περισσότερο του συμβόλου, που της αποδώθηκε.

Φωτ.: Πολιτικό δρώμενο σε αστική πλατεία. Συγκεκριμένα, συγκέντρωση στην πλατεία Ομονοίας στη γενική απεργία του Φεβρουαρίου του 1987 (αρχείο Ιστορίας Συνδικάτων).

Πάμε πλατεία;3

Η ετυμολόγηση της έννοιας «πλατεία», ως «πλατύς δρόμος, πλατιά οδός»4, τόπο ροής, κίνησης, διέλευσης -προφανώς κατά τις αρχές του λειτουργισμού (φονξιοναλισμού)-, γρήγορα ξεπεράστηκε, λόγω του ρόλου που στην πορεία απέκτησε, ως πεδίο ανθρώπινης παραγωγής -όπως αυτή κάθε φορά εννοούνταν. Το ζήτημα που σήμερα τίθεται, αφορά το ρόλο της πλατείας σε σχέση με το παρελθόν της. με άλλα λόγια, ποιο το παρόν και το μέλλον της, σε σχέση πάντα με την αποστολή της στο χώρο. Η πλατεία εξακολουθεί να «παράγει» όπως παλιά; Εξακολουθεί ν’ αποτελεί το ξάνοιγμα στο φτιαχτό χώρο, το κενό που γεμίζει με ανθρώπους, με ιδέες και δραστηριότητες; Έχει ρόλο στη λειτουργία της πόλης και της κοινωνίας, κι αν ναι, πώς εννοείται και πώς πραγματώνεται;

Ο νεολογισμός «πάμε πλατεία;»5, δύο πράματα μπορεί να σημαίνει. Αφενός χαρακτηρίζει συμπεριφορές ανθρώπων, ενδεικτικές του τρόπου της ζωής τους, όπου η ελαφρότητα, η αργία, η ευδαιμονία, η μακαριότητα βρίσκουν πεδίο έκφρασης (και) στο χώρο της πλατείας. Αφετέρου εννοείται ως ενσυνείδητη προτροπή για κοινωνικότητα και χορεία. Στην όλβια ακινησία της ανέγνωμης μάζας λοιπόν, αντιπαρατίθεται, μεμίγνεται ή παραλλήλως υπάρχει η ενέργεια της ζώσας κοινωνίας, που θέλει να εκφραστεί επικοινωνώντας κι όχι απλά συνευρισκόμενη. Τα παραπάνω συνθέτουν απλά την έκφραση στο δημόσιο χώρο, που, τελικά, αποτελεί τον καθρέπτη της κοινωνίας.

Φωτ.: Η πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα ως «πλατειά οδός».

Η αλλοτινή αστική πλατεία6 αποτελούσε πεδίο δραστηριοποίησης του ανθρώπου, αποτελούσε θα λέγαμε πεδίο ενέργειας, μέρος στο οποίο «ασκούνταν» ως ον κοινωνικό και πολιτικό. Ήταν σημείο αναφοράς, ήταν αφετηρία, πορεία και τέρμα ενεργειών, κέντρο-εστία του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτιστικού βίου του7. Οι επαναστάσεις στις πλατείες, οι συγκεντρώσεις σε αυτές, οι ατέλειωτες πολιτικές συζητήσεις στα ανθρώπινα πηγαδάκια των άοκνων αγορητών, οι συναντήσεις, οι συνευρέσεις εκεί, οι συνεχείς περιδιαβάσεις και το «λιώσιμο» των πλακών από τους επίμονους περιπατητές, δεν αποτελούσαν τίποτε περισσότερο από εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής του τοτινού αστού, που ικανοποιούσαν βασικές του ανάγκες: της συναναστροφής, της συλλογικότητας, της συνεύρεσης, της επικοινωνίας, της επαφής, της γειτονίας. Είχε, συνεπώς, βαθύτερο λόγο η ανθρώπινη παρουσία στις πλατείες, δεν τις γέμιζε απλά: τις πλάταινε, τις βάθαινε. Οι πλατείες, έτσι, μιλούσαν, αντηχούσαν, είχαν ενέργεια. κι αυτό γιατί ήταν κατάφορτες με γεγονότα, με παραστάσεις, με βιώματα, με συναισθήματα, με αξίες. Εκεί, στο κενό της πόλης, στο άνοιγμά της, μπορούσες ν’ ανασαίνεις κι ελεύθερος να αισθάνεσαι. να επικοινωνείς, να εκφράζεσαι, να δρας. Αυτή ήταν η χρήση, αυτός κι ο ρόλος της πλατείας παλιά, ένας ρόλος ουσιαστικός, τον οποίον η ελληνική κοινωνία είχε πολύ εκτιμήσει.

Φωτ.: Η πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, κατακλυσμένη από τραπεζοκαθίσματα το 1956 (χαρακτηριστική φωτογραφία του Δ. Α. Χαρισιάδη, αρχείο Μουσείου Μπενάκη).

Από την άλλη πλευρά, η σημερινή αστική πλατεία, λίγο «ανασαίνει», λίγο «μιλά». Άνθρωποι σιωπηλοί, τραγικοί -οι μετανάστες της απόγνωσης-, την καταλαμβάνουν, άνθρωποι λίθινοι, σκιές, γρήγοροι στανικοί διαβάτες, την προσπερνούν. Τα αναψυκτήρια, τα εστιατόρια, τα καφέ-μπαρ κ.ά. την πνίγουν, μέρος κι αυτά ενός ανούσιου, ψυχρού -επιχειρηματικού κατά το πλείστον- σκηνικού, στο οποίο οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν, δε λογιάζουν, απλά ανεμελούν, απλά αδιαφορούν, απλά υπάρχουν, σκοτωμένοι από το δράμα των καιρών, σ’ έναν χώρο που κατά συνθήκη τον αποδέχονται. θα μπορούσαν για τον ίδιο λόγο να βρίσκονται κι αλλού. Η απουσία επικοινωνίας, ο μη διάλογος -αφενός του ανθρώπου με τα γύρω του, αφετέρου μεταξύ των στοιχείων που συνθέτουν το χώρο-, διαμορφώνουν μιαν αδιάφορη κατάσταση, στην οποία κυριαρχεί η κενότητα (η έλλειψη επικοινωνίας, η έλλειψη συναισθημάτων, η έλλειψη δράσεων κ.ά.) Η κενότητα, ως αφηρημένη γεωμετρική έννοια που είναι, γεμίζει το χώρο και τον χαρακτηρίζει. Στον ασφυκτικά περικλεισμένο χώρο, εξαντλείται κατά το μάλλον ή ήττον και η ιδέα του ανοικτού πεδίου, του ξάγναντου, αφού τα υπερμεγέθη για την κλίμακα της πλατείας κτίρια, την περισφίγγουν κατά τρόπο που η θέαση του ουρανού να εκλαμβάνεται ως οπή στο γκρίζο σκίαστρο της πόλης.

Οι σημερινές αστικές πλατείες, όπως και άλλες μορφές κοινοχρήστων αστικών χώρων, μετατρέπονται σε πεδία άσκησης επιχειρηματικών κι εμπορικών δραστηριοτήτων, με την κατασκευή -φαραωνικών διαστάσεων συνήθως για τη μικρή χωρική κλίμακα του ανοικτού πεδίου- αναψυκτηρίων, εμπορικών κέντρων, εγκαταστάσεων που μόνον κατ’ όνομα εξυπηρετούν τον αθλητισμό ή τον πολιτισμό κ.ά., μ’ αποτέλεσμα -εμμέσως πλην σαφώς- να χάνεται η πρωταρχική-ουσιαστική χρήση τους και ο προορισμός τους. Τούτο οδηγεί σε ιδιότυπη ιδιοποίηση του κοινόχρηστου χώρου, με παράλληλη αμφισβήτησή του ως δημοσίου αγαθού, αφού η ανταλλακτική αξία που του αποδίδεται, τον καθιστά πεδίο δραστηριοτήτων ιδιωτικοοικονομικής φύσης. Η ευρύτατη και -δυστυχώς- μη συνειδητοποιημένη ανατροπή που επιφέρεται, έχει να κάμει με τη φύση των σχέσεων που αναπτύσσονται στον κοινόχρηστο χώρο, αφού ο δέκτης-κοινωνός άνθρωπος μετατρέπεται σε πελάτη-καταναλωτή και περιβάλλεται με τα κριτήρια της ιδιωτικότητας και του κέρδους. Εντέλει, το δικαίωμα να δρας ως πολίτης, ασκώντας τα πολιτικά σου δικαιώματα στο δημόσιο χώρο, αντικαθίσταται από το δικαίωμα του πελάτη, βάσει του οποίου αναπτύσσεται σχέση συναλλαγής με αντικείμενο το εμπορικό-υλικό αγαθό, κάτι που οπωσδήποτε λειτουργεί καταχρηστικά έως κατασταλτικά στη λειτουργία του κοινοχρήστου χώρου ως δημοσίου αγαθού και στην απόλαυσή του ως τέτοιο8.

Φωτ.: Η μικρή πλατεία των Τριών Ναυάρχων στην Πάτρα κατειλημμένη σχεδόν στο σύνολό της από ταβέρνες και καφετέριες.

Είναι χαρακτηριστικό, ως μια πιο light εκδοχή της πλάνης της σύγχρονης αστικής πλατείας (ή της ανθρώπινης απόγνωσης;), το γεγονός που παρατηρείται, ότι πολλές -συνοικιακές κυρίως- πλατείες μετατρέπονται σε παιδότοπους, μετατρέπονται σε γήπεδα ποδοσφαίρου, σε αλάνες κατά μία έννοια (λόγω έλλειψης, προφανώς, αθλητικών χώρων στη γειτονική αστική περιοχή), απογινόμενες έτσι, αποκλειστικά πεδία διοχέτευσης της εγκλεισμένης ενέργειας των ελληνοπαίδων, πεδία χρήσης δηλαδή κι εξυπηρέτησης συγκεκριμένης ανάγκης, κι όχι πεδία παραγωγής, όχι πεδία παίδευσης, κατατριβής και κοινωνικής επαφής, όχι πεδία αναψυχής. Έτσι η αστική πλατεία παύει να είναι πολυλειτουργική, παύει να είναι πολλαπλώς χρηστική, αφού μία χρήση της (αυτή του παιχνιδιού) γίνεται κυριαρχική κι ενεργείται σε βάρος των άλλων9.

Η αστική πλατεία σήμερα δεν είναι βουλή10, δεν είναι θώκος, δεν είναι αυλή (με την έννοια της συμμετοχής των ανθρώπων στο κοινωνικό γίγνεσθαι, με την έννοια της γειτονίας). Είναι πεδίο, είναι πλάνο, είναι οδός. Δεν εξασκεί, δεν παιδεύει. κρυερά τέρπει, πληκτικά ξοδεύει, αόριστα υπάρχει.

Ο αντίθετος ισχυρισμός θα υποστήριζε τα εξής: η πόλη άνοιξε, χώρεσε τα πάντα μέσα της, τα ενέταξε, τα έκανε μέρος της, χωρίς να απαιτείται η διακριτή χρήση των κενών για να εκφραστεί. Τα στέκια, οι γειτονιές, οι αυλές, οι παρέες έχουν μετουσιωθεί (θα ήταν ορθότερο να λέγαμε ότι έχουν εξαφανιστεί) και δε θεωρείται πλέον ο δημόσιος χώρος λειτουργικό πεδίο άσκησης κοινωνικότητας, πολιτικής διαπάλης ή αναψυχής. Η συλλογικότητα, η επικοινωνία, η επαφή απαιτούν πλέον τη χρήση μέσων (ηλεκτρονικών ή μηχανικών) για να εκφραστούν, αφού τα χαρακτηρίζει η ευρύτητα, η απόσταση, η διάχυση, η συνεχής αναζήτηση. Ο στενός ορίζοντας ενός πεδίου (του δημοσίου χώρου) φαντάζει εξαιρετικά μικρός και περιοριστικός για τα τόσα που πρέπει να ειδωθούν και να εκφραστούν. Ας απελευθερωθούμε λοιπόν, ας πετάξουμε. Και σε τελική ανάλυση, θέλουμε φρούρια, θέλουμε κάστρα εντός της πόλης; Θέλουμε μικρές ουτοπίες σ’ έναν κόσμο που τον ρεαλισμό του ζει και προχωρά;

Η τεχνοκρατική (η νεωτερική) αντίληψη παραγωγής πόλης, παραπέμπει στη σκόρπια πόλη, που της αποδόθηκε (με σκωπτική διάθεση βεβαίως) ο όρος μετάπολη (Γ. Σημαιοφορίδης, 1998). Η πόλη πρέπει να «χυθεί», να απλωθεί, να φύγει μπροστά, χωρίς τείχη και φραγμούς. Πρέπει να πάψει να φυγομαχεί με τα όριά της, πρέπει ν’ αφεθεί. Στο πλαίσιο αυτό, οι όποιες προσπάθειες ρήξης με το παρελθόν, αλλά και με το παρόν της πόλης, κρίνονται επιβεβλημένες. Όχι στην παραδοσιακή «ασφυκτική» πόλη, με τους δαιδάλους της και τ’ αδιέξοδά της, στην οποία το (κάθε) άνοιγμα (ο ελεύθερος χώρος) φαντάζει ως σωτηρία. Όχι στην προσκόλληση στο παρελθόν σ’ ότι αφορά στη δημιουργία, όχι στη συνέχεια. το νέο δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο παλαιό, η δημιουργία πρέπει ως γέννημα ν’ αναφανεί -αντί της μετάπολης, ο καθηγητής Δημήτρης Φατούρος προτείνει την πολυ-πόλη, η οποία είναι πολύ-πολική (οργάνωση κατά πόλους μικροπόλεων), με διαφορετικούς βαθμούς και τρόπους συγκρότησης.

Νάναι άραγε λόγος αυτός, που η πλατεία γνωρίζει την απαξίωση; Νάναι ότι πρεσβεύει -η αντίστασή της στη σύγχρονη πόλη, στο status της αταξίας ή της σκόρπιας οργάνωσης που επιδιώκεται-, αυτό που την κάμει ουτιδανή; Ο δημιουργός προχωρά καταιγιστικά. Ως υπέρβαση, ως επανάσταση το εννοεί. όμως, μην η τολμητία του είναι προϊόν της σύγχυσής του; Μην παρανοεί εξωθώνοντας το δημιούργημα στα όριά του, ξεπερνώντας τις αντοχές του συστήματος, υπερβαίνοντας τα μέλλοντα;11.

Φωτ.: Πλατεία Αγ. Μελετίου Σεπολίων στην Αθήνα. Ο νέος ναός (επάνω φωτογραφία) «πήρε» μέρος της κατάφυτης μικρής πλατείας, ενώ και ο παλαιός (κάτω φωτογραφία) παρέμεινε! Το αποτέλεσμα είναι να υφίστανται δύο ναοί στην πλατεία. Ελληνικό φαινόμενο;

Η επιστροφή στις ρίζες, σ’ ένα πρωτογενές θεμελιακό αξιακό σύστημα, παραγωγής και συντήρησης μικρών ελπίδων, μήπως τελικά διαμορφώνει την προοπτική μας; Ναι, λοιπόν, στις μικρές ουτοπίες -εάν έτσι τις θεωρήσουμε-, γιατί το όνειρο συντηρούν, γιατί το κρατούν ζωντανό: το όνειρο της λύτρωσης. Μια ποιότητα, ένα σκαλί κάθε φορά είναι η λύτρωσή μας, γι’ αυτό και πρέπει όρθιο να κρατείται ότι σε τούτο κατατείνει. Ο Le Corbusier είχε σοφά πει στη Χάρτα των Αθηνών: «Η πόλη, επειδή είναι μια “μικρή πατρίδα”, είναι φορέας ενός ήθους που είναι αξεδιάλυτα δεμένο μαζί της». Το ήθος της πόλης λοιπόν πρέπει να διαφυλάξουμε, γι’ αυτό και τις ποιότητές της δεν πρέπει να καταστρέψουμε. Όχι στους ξερότοπους, όχι στους πνιγηρούς τόπους, τους υπόδουλους, που η σύγχρονη πόλη θέλει να προβάλει ως ικανούς για τη λειτουργία της. Όχι στην αφομοίωση που σβήνει την ομορφιά, που τη διαλύει κάτω από το φάσμα της σιδηράς, ψυχρής εξουσίας της. Στους τόπους τους μικρούς, η ελπίδα υπάρχει ως αντίσταση στη σκληρή, απόλυτη πόλη. Στους τόπους αυτούς, τους δημόσιους, μια συνείδηση χρέους θα πρέπει ν’ αναπτυχθεί. Μια συνείδηση που θα τους προστατεύσει, θα τους ανάγει, θα τους κάμει ιδικούς μας. Ναι, εντέλει, στα κάστρα εντός της πόλης, εάν σε τούτο οδηγούν: στο να γίνεται η πόλη περισσότερο ανθρώπινη, λιγότερο σκληρή, περισσότερο ζεστή κι άμεση. Χρειάζονται να υπάρχουν ως πηγές, ως ανάσες, ως αντίσταση. κι άμποτε να έλθει η μέρα, η ανθρώπινη πόλη να τα δεχθεί ως μέρος της, γιατί η ίδια, παρά τα όσα υποκριτικά ισχυρίζεται, τα αποβάλλει και τα φτονεί.

Ας δούμε και τούτον τον ισχυρισμό: οι καιροί έχουν αλλάξει, ο κόσμος τρέχει διαρκώς κι ακαταπαύστως, δαπανάται σε συλλογισμούς κι έγνοιες, αποσπάται σε θεάματα, ζει την έντασή του και φαίνεται -στο υλικό του πάθος- να την απολαμβάνει (sic). Ποία η χρεία της «νωχελικής» πλατείας λοιπόν, σ’ έναν κόσμο που η συνεχής δραστηριότητά του δεν του αφήνει χρόνο να αισθανθεί, να νιώσει το χώρο, πολύ δε περισσότερο να τον βιώσει; Γιατί η πλατεία να του είναι αναγκαία, όταν τα ελαφρά που τον αλαφρώνουν -και τού είναι σημαντικά στην πυρετική του ζήση-, τα βρίσκει στο άμεσο προσωπικό του πεδίο -τις περισσότερες φορές, με το πάτημα ενός κουμπιού- ή στις καθιερωμένες μορφές διασκέδασης, χωρίς ο ελεύθερος χώρος να του κινεί το ενδιαφέρον να τ’ αναζητήσει σε αυτόν; Υπό τούτη την έννοια, η πλατεία αποκτά την κυριολεκτική της σημασία, ως «πλατιά οδός» -πατιέται, δεν περπατείται-, γι’ αυτό κι ο άνθρωπος αδιαφορεί για το μέλλον της. η πλατεία αφήνεται στην τυχαιότητά της ή στην κακουργία των διαχειριστών της.

Όμως, πόσο ανέλπιστα αποζητιέται όταν οι αποκαμωμένοι αστοί συνειδητοποιήσουν τ’ αδιέξοδά τους, όταν η φθορά κινήσει βαθιά τους συναισθήματα και τους συγκινήσει, όταν η δολία ισοπέδωση παρασύρει κι αυτούς και νιώσουν απειλητικό τον κίνδυνο του πνιγμού στο τίποτα!.. Τότε θα επιζητήσουν το άϋλο, το απλό, το μικρό. Στο άφορτο, στην απλωσιά, στο ξάγναντο η ελπίδα. Εκεί όπου η ζωή εκφράζεται, σε χώρους ανθρώπινους, τους δημόσιους χώρους, το μέλλον…

Η σύγχρονη αστική πλατεία ως μη-τόπος

Γιατί θεωρούμε τη σύγχρονη αστική πλατεία ως μη-τόπο; Γιατί πικρά τη βλέπουμε; Γιατί σκληρά την κρίνουμε; Η απάντηση απλή: η σύγχρονη αστική πλατεία έχασε την ουσία της, έχασε την ψυχή της. Άχνωτη, κενή, παράταιρη στο σημερινό γίγνεσθαι -στο κατεστημένο της οικτρής υποταγής στη σκλήρυνση των καιρών-, αποξενωμένη από τα γύρω της, από την ιστορία και το φάσμα της, απομεμακρυσμένη από την αποστολή της, παραδέρνει στο υπόφαιο σκότος της εγκατάλειψής της.

Ας αναρωτηθούμε: Ποια η αξία ύπαρξης πλατειών χωρίς τους ανθρώπους της; Ποιος ο λόγος ύπαρξης του κενού όταν δε γεμίζει με ζωές. που όμορφα το πληρούν χωρίς να το κάμουν φορτικό. Οι σκιές, οι άψυχες ζωές -οι άδειες, οι χωρίς ενέργεια-, δεν το γεμίζουν, το αφήνουν τραγικά αδειανό. Ο χώρος απαιτεί πλήρωση, θέλει ενέργεια για να γεμίσει. Η έλλειψη αυτής, βαθαίνει το κενό, ανοίγει το χάσμα του.

Όταν ο χώρος διεκδικείται (κι «αξιοποιείται»!) ως τέτοιος κι όχι ως τόπος, τότε το σχήμα δε γεμίζει και δεν υψώνεται, δε μετουσιώνεται σε σώμα, και η αποστολή του κενού -στο να γεμίσει με ζωή-, έχει αποτύχει. Στην πόλη, μπορεί να δημιουργούμε κενά, που αποκτούν τα τυπικά -χωρικά και λειτουργικά- χαρακτηριστικά για να θεωρηθούν πλατείες, όμως, όταν αυτά δεν αποτελούν μέρος του ανθρώπινου γίγνεσθαι, του «λειτουργείν» και του «παράγειν», όταν αξιακά παραγράφονται και δεν εντάσσονται ενεργά στον κόσμο -και το βίο- του ανθρώπου, τότε παραμένουν -τραγικά- κενά.

Πότε ο χώρος γίνεται τόπος; Πότε το σχήμα γίνεται σώμα; Ο καθηγητής Ν. Κ. Μουτσόπουλος προσδιόρισε τον χώρο ως «τον τόπο που “χωράει”, αλλιώς θα ήταν “αδιαχώρητος”»12. Όταν ο χώρος γεμίζει με ανθρώπους, με τις δραστηριότητές τους, με συναισθήματα, με οράματα, με προσδοκίες, με όνειρα, όσο είναι γεμάτος με τα αποτελέσματα της δραστηριότητας των ανθρώπων, γεμάτος με αντικείμενα που αφήνει ο καθένας στο πέρασμά του, όταν -θα προσέθετα- είναι γεμάτος με ψυχές, τότε γίνεται τόπος (Στεφάνου Ι., 2005). Ο Marc Auge καθόρισε ως μη-τόπο το χώρο που δεν είναι ανθρωπολογικός, καθότι οι ανθρωπολογικοί χώροι δημιούργησαν έναν οργανικό δεσμό μεταξύ των ανθρώπων και των στοιχείων του χώρου, που διαχέεται σε αυτόν και τον καθορίζει (M. Auge, 1992). Όλα συνεπώς που κάμουν το χώρο να «μιλά», ν’ «ανασαίνει», κείνα που τον κάμουν ζωντανό, που τον γεμίζουν με περιεχόμενο, τον κάμουν τόπο.

Φωτ.: Που εχάθη η Ακρόπολη; Με το τοιχίο της αναμορφωμένης πλατείας Ομονοίας το 2002, εχάθη η θέα της Ακρόπολης από τη λεωφόρο της 3ης Σεπτεμβρίου. Παράδειγμα υποβάθμισης του αστικού ελεύθερου χώρου εξαιτίας της αναμόρφωσής του. Υπογραμμίζεται ότι η επιλογή της συγκεκριμένης θέσης κατασκευής της πλατείας Ομονοίας αποσκοπούσε στο να γίνεται ορατή από το σημείο αυτό η Ακρόπολη, ως έχουσα από εκεί την καλύτερη γωνία θέασης.

Τόπος είναι το δημιουργημένο, το ανθρώπινο. μια -κατά το μάλλον ή ήττον- ολότητα. ολότητα ζωής, ιστορίας, μνήμης, τέχνης (πολιτισμού γενικότερα), μύθου, κοινωνικότητας. Είναι το παραγόμενο που φτιάχτηκε για να μιλά, για να είναι ζωντανό, για να προσφέρει, για να αντλεί και να εκπέμπει. Ως τέτοιο έχει αξία, ως τέτοιο έχει αποστολή. Εάν αποφεύγεται, εάν για κάποιο λόγο μεταπίπτει σε αχρησία, εάν απαξιώνεται στη συνείδηση των δημιουργών του (του λαού, δηλαδή) και μεταπίπτει σε έρημο, τότε παύει να είναι ζωντανό, παύει να έχει αποστολή. Παύει, συνεπώς, να είναι τόπος, αφού ως δημιουργία αρχικά θεωρήθηκε, έπαυσε όμως στη συνέχεια ως τέτοια να υφίσταται13.

Ο άνθρωπος απουσιάζει από τις σημερινές αστικές πλατείες. Τις πατά, τις προσπερνά, δεν τις περπατά -«…στις σύγχρονες πόλεις έχει χαθεί το περπάτημα», διαπίστωνε το έτος 1943 ο εμβληματικός αρχιτέκτονας Le Corbusier στην πρώτη έκδοση της Χάρτας των Αθηνών. Τις διέρχεται, δεν τις περιηγείται. Η κίνηση και η στάση τις χαρακτηρίζει, στα πλαίσια όμως της πόρεψης, της περιπέτειας του ανθρώπου στους δαιδάλους της σύγχρονης πόλης. Η προσπελασιμότητα είναι το επιζητούμενο σε αυτές. γι’ αυτό και φροντίζεται ως αξιοθέατα να δομούνται. Δια τούτο, η κολακεία του οπτικού νεύρου είναι κυρίαρχη. Η οπτική φυγή του αστού στο κενό της πόλης, αναγκαία στο κλίμα της βιάσης και του πυρετού του, ικανοποιείται με τη δημιουργία και προβολή αισθητικών στοιχείων-συνθέσεων, που απαλύνουν την αίσθηση του κενού και γεφυρώνουν το χάσμα της επικοινωνίας του με το χώρο.

Από τον παραπάνω κανόνα δεν ξεφεύγει ούτε και η ιστορική αστική πλατεία (όπως, π.χ., η πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο), αλλά ούτε και η δυτικότροπη πολιτιστική-μνημειακή αστική πλατεία (όπως, π.χ., η πλατεία Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη), οι οποίες είθισται να λειτουργούν ως αξιοθέατα (ως atraction), αφού η αποστασιοποίηση του ανθρώπου από την ιστορία και το παρελθόν του τόπου, είναι δεδομένη. Βέβαια, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι στις περιπτώσεις αυτές η ιστορικότητα ή το πολιτιστικό ενδιαφέρον των πλατειών αποπνέει μιαν ευλαβικότητα, έναν σεβασμό, μια μεγαλοπρέπεια, που μοιραία οδηγεί σε ανάταση, φορές σε εξύψωση –αν κι αυτό προϋποθέτει προηγούμενη σπουδή κι επίσκηψη. Ως εκεί φτάνει όμως η όποια ουσιαστική προσέγγιση του χώρου. Διότι συνήθως, με τον εμπλουτισμό του με αισθητικά στοιχεία για την εύκλεια προβολή του υλικού, επιδιώκεται η έλκυση του αδιάφορου και -τις περισσότερες φορές- απαίδευτου ανθρώπου-καταναλωτή, ώστε τούτο να γίνει αποδεκτό κι αισθητικά καταναλώσιμο. Μοιραία λοιπόν ο χώρος μετατρέπεται σε θέαμα, σε αξιοθέατο. Παύει η ιδέα σε αυτόν, ενώ έχει χαθεί και η υποβλητικότητα της λιτότητας και της δωρικότητάς του. Το βλέμμα υποκαθίσταται από τη ματιά, το συναίσθημα από την αίσθηση. Τούτο οδηγεί σε αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο, που είναι η ανάδειξη-προβολή της ιστορικότητας του χώρου, ακόμη και της μνημειακότητάς του, στα πλαίσια μιας δομικής ολότητας, αφού ο χώρος αποσυνέχεται, διασπάται κι αυτοαναιρείται, με τη σκηνική προβολή του. Έτσι, κείνο που αποκομίζεται από τον παρατηρητή είναι μια εντύπωση θαυμασμού, όχι για τη δημιουργία, αλλά για το κατασκεύασμα. Και τούτο διότι ο άνθρωπος δεν λειτουργεί ως συμμέτοχος, ως θεωρός, παρά ως καταναλωτής εικόνων, και φροντίζεται όμορφα αυτό που επιθυμεί να του προσφέρεται.

Ο άνθρωπος δεν «αισθάνεται» πια τις πλατείες, δεν τις νιώθει, δεν ενσκήπτει σε αυτές, ακριβώς γιατί δεν τις βιώνει, γιατί είναι αποστασιοποιημένος από τη φύση τους. Τις χρησιμοποιεί, είτε ικανοποιώντας λανθάνουσες ανάγκες του, καθιερωμένες απολαύσεις του, στα πλαίσια ενός βίου τακτικού-τεχνοκρατικού (η πλατεία ως πεδίο κατανάλωσης, διασκέδασης, διαφήμισης), είτε γιατί τα βήματά του στους λαβυρίνθους της πόλης τον φέρνουν σε αυτές, οπότε αναγκαστικά τις διέρχεται (η πλατεία ως πλατύς δρόμος). Όμως -τι ειρωνεία! -, τούτο που δημιουργήθηκε από τον ίδιο ως πεδίο διοχέτευσης της ενέργειάς του κι αποτέλεσε τη χωρική συνισταμένη πορειών και δράσεων, έχει αφεθεί στην αδιαφορία της διέλευσης: ταχέως ή χασμωδώς την προσπερνά, μη λογιάζοντας για τα σκόπιμα, τα ιδικά του -δεν είναι ξυπνητός με τα γύρω του, δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία τους.

Η πλατεία, στη συνείδηση του σύγχρονου αστού αποτελεί χρήση, κι αυτό την κάμει αδιάφορη. Δεν τη νιώθει (ο αστός) οικεία, δεν έχει ερεθίσματα γι’ αυτήν. Δεν είναι μέρος του περιβάλλοντός του, δεν είναι καν η εξοχή που επιθυμεί. Είναι απρόσωπη επίπεδη επιφάνεια, χωρίς περιεχόμενο, που τη χαρακτηρίζει η έλλειψη επικοινωνίας και διαλόγου του πολίτη με τα στοιχεία του χώρου, αλλά κι αυτών μεταξύ τους (υπάρχει έλλειψη επαφών, συναισθημάτων, δράσεων). Εντέλει, η πλατεία για τον αστό είναι έρημος, μια έκφραση της στειρότητας και σκληρότητας της πόλης. Αποτελεί μέρος ενός σκηνικού που αύριο μπορεί ν’ αλλάξει και να επαναδιαμορφωθεί. Είναι μέρος ενός συστήματος κι όχι μιας σχέσης, κάτι που κάμει τα γύρω να μοιάζουν ψυχρά υλικά συγκεκριμένης χρήσης. Η αντιμετώπιση αυτή καθιστά τον τόπο «άπληρο», ανεπαρκή, και η σύνολη κενότητα, τον καταβιβάζει σε χώρο.

Φωτ.: Η πλατεία των Ποιητών στο Περιστέρι τον χειμώνα του 2003, την περίοδο της κατασκευής της. Τόνοι μπετόν στη δύσμοιρη πόλη…

Επεκτείνοντας τον παραπάνω συλλογισμό, διερωτόμαστε: να είναι άραγε αυτός ο λόγος που οι πλατείες σήμερα φυτεύονται (έστω κι αν λειτουργούν ως ταρατσόκηποι, όπως, π.χ., η Ομόνοια), που γίνονται άλση, κήποι, πάρκα. λόγω της ανάγκης να γίνουν τόποι; Μήπως το κενό απαιτεί να γεμίσει με το έμψυχο που λείπει και στον άνθρωπο δεν ανευρίσκεται; Μήπως τελικά οι ίδιες οι πλατείες, ως κατασκευάσματα κι όχι ως δημιουργίες, με την εικόνα τους (τη διαμόρφωσή τους και τα υλικά τους), γίνονται ψυχρές κι άζωες, διώχνοντας τον άνθρωπο, γι’ αυτό και φυτεύονται. για να γίνουν ζεστές, ανθρώπινες, για να γίνουν τόποι;

Βέβαια, η φύτευση των αστικών πεδίων αποτελεί τη μια εκδοχή σ’ ότι αφορά στη λειτουργία της πόλης. Η άλλη, που κατά βάσιν είναι κυρίαρχη, παραπέμπει σε καταστροφή του πρασίνου των ελεύθερων χώρων και σε κατάληψή τους, χάριν της επιχειρηματικής εκμετάλλευσής τους, στην απώλεια της θέας και της προοπτικής των ανοικτών πεδίων, με χρήσεις ή κατασκευές αποκλεισμού τους, στην χρηστική -για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος!- εκμετάλλευσή τους στα πλαίσια της κοινοχρησίας τους (δημιουργία αθλητικών, πολιτιστικών κ.ά. εγκαταστάσεων σε αυτά) κ.τ.λ.

Τελικά, η σημερινή αστική πλατεία είναι αφιερωμένη στους ανθρώπους της; Είναι προορισμένη γι’ αυτούς; Οι ίδιοι απαντούν με την -πολλαπλώς εννοούμενη- απουσία τους! Έτσι, αφού η γενικώς εννοούμενη στειρότητα του χώρου, δε μπορεί να καλυφθεί με τους «ανύπαρκτους ανθρώπους», που δεν αισθάνονται και δεν ενεργούν στο χώρο αυτόν, φαίνεται ότι απαιτείται να εισέλθει η φύση στα κενά της πόλης για να τη γεμίσει.

Ο ρόλος του φυτού στην αστική πλατεία, άλλοτε και τώρα

Ο άνθρωπος με τη στάση του, με τον τρόπο ζωής του, παραχώρησε το δικαίωμά του, της πλήρωσης του χώρου, στη φύση. Σήμερα βλέπουμε τις πλατείες να φυτεύονται, και τη βλάστηση να προβάλει ως κυριαρχούν στοιχείο στο χώρο, κατά τρόπο που κάθε άλλο παρά ως αισθητική αισθητική παρέμβαση λογίζεται, αλλά ως συμπλήρωση με ζωή του άπληρου κι άζωου σκηνικού (βλέπε τις περιπτώσεις τέτοιων αστικών πλατειών στην Αθήνα, ήτοι: Ομόνοια, πλατεία Συντάγματος, πλατεία Βάθη, πλατεία Κολωνακίου, πλατεία Εξαρχείων κ.ά.) Τούτο φαίνεται να συμβαίνει: αφού η πλήρωση τού κενού δεν είναι από τον άνθρωπο θεμιτή/δυνατή, αφού τις ανάγκες του δεν εξυπηρετεί, αποδίδεται στη φύση, για ν’ αποκτήσει ο χώρος αποστολή. Κι αυτό εντέλει φαίνεται να είναι μια ωραία πρωτοβουλία, μια όμορφη παρέμβαση εις όφελος του αστού!..

Ο άνθρωπος «έδωσε τόπο» στο χώμα, στο φυτό, κι άφησε το φυσικό στοιχείο να καλύψει και να πληρώσει αστικά κενά (όπου, φυσικά, δεν αλλοιώθηκαν ή εξαφανίστηκαν αυτοί οι χώροι από αλλότριες χρήσεις). Αυτό προέκυψε αυθόρμητα, φυσιολογικά, διότι η πλακοστρωμένη πλατεία, από ένα σημείο και ύστερα, βαδίζοντας στα χνάρια του σύγχρονου και του ουτιδανού, φάνηκε ξένη στον αστό. η σφράγιση της γης τού φαινόταν εχθρική. Κι επιζήτησε ότι η άσφαλτός και το τσιμέντο τού στέρησαν: το γήινο. Σκέφτηκε: Γιατί οι πλατείες ν’ αποστερούν από το οικοσύστημα της πόλης το πολύτιμο έδαφός του, τα φυτά, τις ευωδιές και τα χρώματα της φύσης;14 Και τ’ αναζήτησε επαναφέροντας τη χαμένη φυσικότητα. Μια επιστροφή λοιπόν στο πρωτογενές, ένας τυραγνισμός για την αγνοημένη φυσική ζωή, ένας επανακαθορισμός της φυσικότητας, μια επανασύνδεση με το κοιμώμενο ορμέφυτο της δημιουργίας, μια ανάγκη για παραγωγή φύσης, στα πλαίσια του επαναπροσδιορισμού αντιλήψεων και προτύπων, για να συνεχίσει να υπάρχει ζωή στην πόλη. για τούτα, η πλατεία αναθεωρείται αποδιδόμενη στη φύση15.

Το φυτό στον αστικό χώρο δεν πρέπει να αγνοείται και ο ρόλος του να παραβλέπεται. Αυτό, με την κατάλληλη παρουσία, σύνθεση και διάταξη, προσφέρει οικολογικά, κλιματικά, αισθητικά, ενώ δεν πρέπει ν’ αγνοείται και η παιδευτική του σημασία, μέσω της καλλιέργειας ποιοτήτων (συναισθηματικών, ψυχικών, αισθητικών, οικολογικών), που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον αστό και ν’ αντικατοπτρίζονται στην πόλη του16. Στις σημερινές, όμως, τραγικές (ελληνικές) πόλεις -ακριβώς και λόγω της έλλειψης του πρασίνου-, ο αστός καταπνίγεται, μαραζώνει, φθίνει, σ’ ένα περιβάλλον ασφυκτικό κι άρρωστο. Καθίσταται, έτσι, επιτακτική η ανάγκη φύτευσής τους, για να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Μοιραία επομένως προκύπτει το ερώτημα, κατά πόσον σ’ ένα τέτοιο αρμαγεδδωνικό αστικό περιβάλλον, η παρουσία ενός πεδίου (της πλατείας), ενός ανοίγματος από το οποίο απουσιάζει η βλάστηση, είναι αρμοστή, ενδεδειγμένη κι αποδεκτή. Απαιτείται βέβαια να υπάρχει, για τον αερισμό, για τον καθαρισμό και την αποσυμφόρηση της πόλης -πέραν της εξυπηρέτησης κοινωνικών κι άλλων λόγων, που προαναφέρθηκαν-, όμως η φύτευση των πλατειών στους σημερινούς «άπνοους» καιρούς, μήπως επιβάλλεται; Η πόλη, ναι, ανασαίνει στις πλατείες, εφόσον όμως λειτουργεί ορθώς οικοσυστηματικά, γεγονός που σημαίνει ότι το πράσινό της θα πρέπει να είναι επαρκές και σωστά κατανεμημένο. Διαφορετικά, ο οικολογικός ρόλος των πλατειών δεν εκπληρούται. Τούτο γίνεται εμφανές στις σημερινές αστικές πλατείες της Αθήνας, που οι μικρές εξ αυτών (μέχρι 1 στρέμμα) υπερθερμαίνονται κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας η θερμοκρασία τους μειώνεται ελάχιστα, μ’ αποτέλεσμα να μη διαφοροποιούνται από το γύρω δομημένο χώρο (η θερμική νησίδα στους συγκεκριμένους χώρους συντηρείται λόγω των συνθηκών που διαμορφώνονται). Οι δε μεγαλύτερες εξ αυτών (των 5 έως 10 στρεμμάτων) εμφανίζουν ιδιαίτερα αισθητή μείωση της θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια της νύχτας στο κέντρο τους, ενώ με την απομάκρυνση προς την περιφέρειά τους, η αίσθηση της θερμοκρασιακής μείωσης εξαφανίζεται, χωρίς βέβαια η παρουσία τους να επιδρά στο γύρω δομημένο περιβάλλον. Το αντίθετο συμβαίνει όταν ο ελεύθερος χώρος είναι φυτεμένος και ιδιαίτερα όταν αποτελεί πάρκο ή άλσος (η ύπαρξη ξηροφυτικής βλάστησης σε πόλεις όπως η Αθήνα, είναι πολύ σημαντική, διότι δημιουργεί συνθήκες μειωμένης θερμοκρασίας κι αυξημένης υγρασίας, ιδιαίτερα κατά τη θερμή περίοδο του έτους). Στις περιπτώσεις αυτές παρατηρείται έντονη διαφοροποίηση των θερμοϋγρομετρικών συνθηκών από τον γύρω δομημένο χώρο, μ’ αποτέλεσμα να επηρεάζεται θετικά κι αυτός (οι μεγάλες θερμοκρασίες του θέρους αμβλύνονται στον δομημένο γύρω χώρο, λόγω της θετικής επίδρασης της βλάστησης).

Φωτ.: Η πλατεία των Ψηλών Αλωνίων στην Πάτρα, διαρρυθμισμένη σε πάρκο.

Από την άλλη πλευρά, το γεγονός της (διακριτικής συνήθως) φύτευσης της πλατείας μπορεί να το δούμε ως προσπάθεια αυτοπροβολής της, η οποία, για να κινήσει αισθήματα και να εγείρει εντυπώσεις, προσπαθεί με την εγκατεστημένη (φυτική) ζωή να παρακινήσει τον άνθρωπο εν αυτής. Ακόμη κι έτσι να το δούμε, δεν αποτελεί παρά απέλπιδα προσπάθεια του απονενοημένου αστού να κινήσει τον εαυτό του προς τα ένδον, προς τα αγνοημένα αξιακά του πρότυπα (της αισθητικής, της δημιουργίας, της ευαισθησίας κ.ά.), κάτι που ως θετικό μπορεί να λογιστεί, διότι δηλοί μια -έστω και παράωρη- αντίδραση σε αποδομήσεις και θυσιασμούς, μιαν αντίσταση στην απώλεια των ανθρώπινων ποιοτήτων.

Με τη φύτευση των πλατειών όμως, επέρχεται ουσιώδης μεταβολή στο χώρο. Το ανοικτό πεδίο κλείνει, τα φυτά το γεμίζουν και το μεταλλάσσουν σε χώρο κοινοχρήστου πρασίνου. Η πλατεία έτσι αποκτά τη μορφή πάρκου, άλσους ή κήπου και αλλάζει ο προορισμός της, μεταπίπτοντας (από ελεύθερο χώρο) σε αστικό πράσινο. Οι πλατείες, για να παραμένουν πλατείες, θα πρέπει η βλάστηση σε αυτές να μην κλείνει το πεδίο, το πλάτος τους να μην περιορίζεται, καθότι η ευρύτητα του πεδίου και η ανοιχτότητα τις χαρακτηρίζει, για να τις διέρχεται ο αστός, να κάμει τον περίπατό του, να παράγει και να ασκείται κοινωνικά σε αυτές.

Το ποιος προορισμός, της πλατείας ή του αστικού πρασίνου, είναι ωφελιμότερος για την πόλη, είναι σχετικό. Η πόλη, για λόγους οικολογικούς και κοινωνικούς, έχει ανάγκη το πράσινο, έχει όμως ανάγκη και τους ανοικτούς χώρους. Μολαταύτα, όταν οι ανοικτοί χώροι δεν επιτελούν το ρόλο τους και λειτουργούν ως έρημοι (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) στην πόλη, ενώ, από την άλλη πλευρά, το αστικό πράσινο παραμένει απελπιστικά λιγοστό, τότε ωφελιμότερο είναι οι πλατείες να φυτεύονται και να γίνονται πάρκα ή άλση17.

Παλαιά οι αστικές πλατείες φυτεύονταν, ήταν κήποι18. Μια ματιά σε φωτογραφίες και επιστολικά δελτάρια κείνης της εποχής, το πιστοποιεί αυτό. Μάλιστα, τοτινά έγγραφα και δημοσιεύματα (του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου) αναφέρονταν στον Κήπο της Ομόνοιας ή στον Κήπο της Πλατείας Λουδοβίκου (που εχάθη άδοξα όταν ο Κωνσταντίνος Κοτζιάς -Δήμαρχος Αθηνών το 1934 και Υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης το 1939- τον κατέστρεψε μετατρέποντας την έκταση σε «αληθινή» πλατεία, δηλαδή σε γυμνό τόπο!)19 Η τάση υπέρ του πρασίνου ήταν κυρίαρχη έναντι κάθε λογικής που αποσκοπούσε στο να γεμίσει ο κοινόχρηστος χώρος με -συνήθως ετερόκλητες- χρήσεις και να καταστεί (κατά την άποψη των επίδοξων αξιοποιητών του) πολλαπλά λειτουργικός. Η χρηστικότητά του «θυσιάζονταν» προς όφελος της προσφοράς του φυτού -είτε αυτό λογίζονταν ως οικολογική προσφορά, είτε ως αισθητική. Η φύση επιζητούνταν στο δημόσιο χώρο, τα φυτά «άνθιζαν» στις πλατείες. Τούτο μπορεί να εξηγηθεί ως προσπάθεια αποσύνδεσης από το στείρο παρελθόν (της Τουρκοκρατίας), όπου το φυτό απουσίαζε από τον κόσμο του Έλληνα, ή ως προσπάθεια πλήρωσης του κενού που η απουσία της φύσης δημιουργούσε στην πόλη. Ασυναίσθητα λοιπόν κυριαρχούσε η τάση υπέρ του φυτού, αφού επικρατούσε το ορμέφυτο της επαφής με τη φύση, με τη μάνα γη, έναντι της λογικής εκμετάλλευσης (με τη στενή ή ευρεία έννοια) του χώρου20.

Φωτ.: Η πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα. Είχε τη μορφή κήπου (από επιστολικό δελτάριο εποχής).

Με τούτο ως αρχή, στη μικρή πλατεία χωρούσαν-άρμοζαν το φυτό, ο άνθρωπος και οι δράσεις του. Εκείνο που κατά βάση τη γέμιζε και την ιδιαιτεροποιούσε ως ζωτικό χώρο, ήταν η ζωή. Γι’ αυτό και το φυτό αποτελούσε όχι μέρος του σκηνικού, αλλά βασικό-συστατικό στοιχείο του χώρου, αναγκαία παρουσία για τον άνθρωπο. Προσέφερε σκιά, προσέφερε δροσιά, προσέφερε προστασία, ήταν καταφυγή, ήταν συνήθεια, ήταν ο αέρας, ήταν η πνοή.

Φωτ.: Η πλατεία Εθνικής Αντίστασης (πλατεία Κοτζιά, αποκαλείται!) στην Αθήνα, μπροστά από το Δημαρχείο Αθηνών, άλλοτε και τώρα. Ο όμορφος κήπος με το εμβληματικό κτίριο του Δημοτικού Θεάτρου (έργου του Τσίλερ) έγινε μια δυτικού τύπου «άγονη» πλατεία!

Παρά ταύτα, οι πλατείες δε «χάνονταν» με τα πολλά φυτά, δεν αναιρούνταν ο ρόλος τους στην πόλη, δεν έχαναν την αποστολή τους. Δε διαμερισματοποιούνταν με τις (λελογισμένες, ομολογουμένως, και μικρής κλίμακας) κηποτεχνικές τους διευθετήσεις, διατηρούσαν ενιαία δομή, είχαν μία-συνεχή παρουσία, ήταν ανοιχτές, πλέριες, ήταν -με μια αναλογικά αρμονική παρουσία φυτών κι ανοιγμάτων- πεδία και γέμιζαν με τη ζωή του ανθρώπου και της βλάστησης. Αυτό συνέβαινε διότι τα φυτά λειτουργούσαν ως κρίκοι ζωής, ως ανάσες του χώρου, δεν ήταν άψυχα στοιχεία, αισθητικές μόνο παρουσίες. Ο χώρος πληρώνονταν λειτουργικά κι όχι σκηνικά, ήταν κατάφορτος με ενέργεια, με αύρα. και τούτο τού έδινε μιαν υπέροχη ιδιαιτερότητα.

Η φύτευση των πλατειών αποτελεί θα λέγαμε μια επιστροφή στο παρελθόν, με την εξής διαφορά όμως: σήμερα οι πλατείες φυτεύονται για νάχουν ζωή, ενώ παλαιότερα τα φυτά συντρόφευαν τη ζωή. Παραταύτα, καλοδεχούμενα κι έτσι…21

Β Μέρος >>>

Σημειώσεις

1 Σύμφωνα με τον καθηγητή του ΕΜΠ Ιωσήφ Στεφάνου: «Ο τόπος δεν είναι απλώς ένας χώρος. Ο χώρος είναι αφηρημένη γεωμετρική έννοια που αξιολογείται με κριτήριο τη χωρητικότητά του, τη δυνατότητά του σε περιεκτικότητα. Όσο ο χώρος γεμίζει ανθρώπους, με τις δραστηριότητές τους, συναισθήματα, οράματα, προσδοκίες, όνειρα, όσο είναι γεμάτος με τα αποτελέσματα της δραστηριότητας των ανθρώπων, γεμάτος αντικείμενα που αφήνει ο καθένας στο πέρασμά του, τότε αυτός γίνεται τόπος» (άποψη διατυπωμένη στο συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου», επιμέλεια: Παναγιώτης Ν. Δουκέλλης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2005).

2 Προέκυψε ως ανάγκη εξεύρεσης τόπου έκφρασης της πηγαίας ανθρώπινης ενέργειας, που εκφράζεται διαφόρως και προσδιορίζεται ως κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική, οικονομική κ.ά. δραστηριοποίηση.

3 Με τη χρήση του όρου «πλατεία» στο παρόν κεφάλαιο, αναφερόμαστε αποκλειστικά στην αστική πλατεία (την πλατεία της μητρόπολης), την οποία αντιμετωπίζουμε διαφορετικά από την πλατεία του χωριού.

4 Βλέπε: Δημητράκου Δημ., «Μέγα λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης», εκδ. Πρόοδος, Αθήνα 2008, στο λήμμα «πλατεία».

5 Έκφραση δανεισμένη από τη σατυρική τηλεοπτική εκπομπή του ηθοποιού Λάκη Λαζόπουλου με τον τίτλο «10 μικροί Μήτσοι», που παίχτηκε στην ελληνική τηλεόραση στη δεκαετία του ’90 και ως σλόγκαν, περιπαιχτικό των συμπεριφορών μας, χρησιμοποιήθηκε από τα χείλη των νεοελλήνων για τα επόμενα χρόνια.

6 Η έννοια του αλλοτινού εν προκειμένω επεκτείνεται μέχρι και τη δεκαετία του ’70.

7 Η έννοια της κεντρικότητας παλαιότερα, είχε ουσία, είχε περιεχόμενο, αφού σχετίζονταν με τη λειτουργία του χώρου, στα πλαίσια της δραστηριοποίησης του ανθρώπου σε αυτόν. Το κέντρο αποτελούσε το ζωτικό πυρήνα της πόλης, το σημείο αναφοράς της, την τομή των συνισταμένων δράσεων του ανθρώπου, και η πλατεία αποτελούσε την έκφραση του δεδομένου τούτου.

8 Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Προεδρικού Διατάγματος 23ης Φεβρουαρίου 1987, στους ελεύθερους χώρους αστικού πρασίνου επιτρέπονται αναψυκτήρια, αθλητικές εγκαταστάσεις, πολιτιστικά κτίρια και εν γένει πολιτιστικές εγκαταστάσεις και χώροι συνάθροισης κοινού. Δεν είναι βέβαια λίγες οι περιπτώσεις που, παρά την «ανεκτικότητα» της διάταξης ως προς την εκμετάλλευση του χώρου, αυτή προκλητικά καταστρατηγείται (ή με άλλη διάταξη αλλάζει ο χαρακτηρισμός του ελεύθερου χώρου), για να τύχει καλύτερης αξιοποίησης ο χώρος! Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Κτήματος Θων στους Αμπελόκηπους, που προοριζόταν σύμφωνα με το Ρυθμιστικό της Αθήνας ως χώρος πρασίνου, πλην όμως, η χρήση του άλλαξε για να δημιουργηθεί εκεί συγκρότημα γραφείων. Μάλιστα, το Συμβούλιο της Επικρατείας, εντοπίζοντας το παραπάνω πρόβλημα σε μία από τις διαστάσεις του, έκρινε με την αριθ. 3447/2007 απόφαση ως παράνομες κι αντισυνταγματικές τις κάθε είδους μόνιμες ή κινητές κατασκευές που αναπτύσσουν τα αναψυκτήρια, τα εστιατόρια, οι καφετέριες κ.λπ. σε κοινόχρηστους χώρους.

9 Η έλλειψη μακροχρόνιας αστικής παράδοσης από τον Έλληνα, θεωρείται από ερευνητές του χώρου ως λόγος υποβάθμισης των αστικών πλατειών. Διαφωνούμε, καθότι οι συμπεριφορές δεν αποτελούν προϊόν παράδοσης, αλλά παιδείας.

10 Η συνήθεια της διατύπωσης δημόσια πολιτικής γνώμης και της πολιτικής αντιπαράθεσης των (μικροαστών ως επί το πλείστον) Ελλήνων σε πλατείες ή καφενέδες, έχει κατά το μάλλον ή ήττον εκλείψει, όχι τόσο γιατί έλειψαν αυτοί οι χώροι, αλλά μάλλον γιατί τα ενδιαφέροντα του κοινού στους εν λόγω χώρους άλλαξαν, λόγω -ως ένα βαθμό- και της μεταλλαγής των συγκεκριμένων χώρων.

11 Τούτο που είθισται να συμβαίνει, ποιητικά το απέδωσε ο ιδιόρρυθμος φιλόσοφος και δαιμόνιος μαθηματικός Πυθαγόρας ο Σάμιος, ως εξής: «Θα μάθεις πόσο οι άνθρωποι τες συμφορές μονάχοι / δημιουργούν και τ’ αγαθό δεν βλέπουν μήτε ακούουν…» (από τα «Χρυσά Έπη» του Πυθαγόρα του Σάμιου, απόδοση Σίμου Μενάρδου, περιλαμβανόμενο στην «Ανθολογία της αρχαίας ελληνικής ποίησης» του ιδίου, με την επωνυμία «Στέφανος», έκδοση δεύτερη, εκδ, Δίφρος, Αθήνα 1971).

12 Άποψη διατυπωμένη στο συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου», επιμέλεια: Παναγιώτης Ν. Δουκέλλης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2005.

13 Η έννοια «δημιουργία» έχει εν προκειμένω την ουσιαστική σημασία της, ως παραχθείσα από το λαό εργασία κι ως παραχθέν για το λαό έργο, προς ικανοποίηση των αναγκών του (βλέπε: Ανδριώτη Ν.Π., «Ετυμολογικό λεξικό της κοινής νεοελληνικής», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, στο λήμμα «δημιουργία»).

14 Μία σκιά αναζητούσε ο Λουδοβίκος ο Α΄ της Βαυαρίας (ο πατέρας του Όθωνα) στην Αθήνα και δεν την έβρισκε. Γι’ αυτό και παρακινούσε να φυτεύονται οι ελεύθεροι χώροι της πόλης. Είναι γεγονός ότι ο σκληρός μεσογειακός ήλιος, κατά τις καυτές ημέρες του καλοκαιριού, κάνει τις μεσογειακές αστικές πλατείες ανυπόφορες. Τότε, μετ’ επιτάσεως ζητείται η σκιά ενός δένδρου… Το αντίθετο βέβαια συμβαίνει με τις πλατείες του ευρωπαϊκού βορρά, όπου εκεί ο ήλιος είναι επιζητήσιμος και η γυμνότητα του χώρου τον κάνει -ακριβώς για το λόγο αυτό- ελκυστικό.

15 Το αστικό πράσινο διαμορφώνει, στις περιοχές όπου υφίσταται, ιδιαίτερο μικροκλίμα, που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ασφυκτιούσα πόλη. Οι αστικοί χώροι πρασίνου, για να δημιουργήσουν ιδιαίτερες μικροκλιματικές συνθήκες, απαιτείται να έχουν μέγεθος επαρκές, ενώ η ευεργετική τους επίδραση είναι μεγαλύτερη με την αύξηση της επιφανείας τους, με ελάχιστο επαρκές μέγεθος την επιφάνεια διαμέτρου 250 μέτρων (Sperber, 1974). Κλειστές επιφάνειες πρασίνου, με δένδρα αραιώς φυόμενα, δημιουργούν ιδιαίτερο κλίμα σε επιφάνεια διαμέτρου 50 μέτρων και άνω (Finke, 1976). Οι χλοοτάπητες (γκαζόν), χωρίς δένδρα ή με την ύπαρξη αραιών και ελαχίστων, δημιουργούν ιδιαίτερο κλίμα σε έκταση εμβαδού 10 στρεμμάτων και πάνω (Wilmers, 1985).

16 Όλο και περισσότερο σήμερα, λόγω των «αβίωτων» συνθηκών διαβίωσης στην πόλη, γίνεται επιτακτική η ανάγκη παρουσίας της βλάστησης (και ιδίως της υψηλής) στους ελεύθερους χώρους της, για να παίξει το σημαντικό λειτουργικό της ρόλο. Είναι χαρακτηριστική η άποψη του σημαντικού Έλληνα αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δεκαβάλλα: «…και εδώ γίνεται αντιληπτή η σημασία του δημοσίου ελεύθερου χώρου, πυκνά φυτεμένου με υψηλόφυλλο πράσινο» (Δεκαβάλλα Κ., «Από τη μεγάλη κλίμακα στη μικρή», έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008, σελ. 15). Τα ίδια λέγει ο αρχιτέκτονας καθηγητής Δημήτρης Φατούρος: «Οι μεγάλοι κήποι λείπουν -το ψηλό πράσινο, τα νερά, το χώμα και οι πέτρες, κατάλληλα χρησιμοποιημένα. Τόποι για να περάσεις μέσα από αυτούς, να κερδίσεις χρόνο ή να κάνεις τον ίδιο χρόνο αλλά διαφορετικής ποιότητας, για το πρωί και το βράδυ, για συζήτηση, και βέβαια για να βοηθήσουν στο κατάλληλο κλίμα για τις κοντινές περιοχές της πόλης» (Φατούρος Δ., «Ίχνος χρόνου. Αφηγήσεις για τη νεώτερη ελληνική αρχιτεκτονική», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σελ. 318). Παλαιότερα ο Le Corbusier, στη Χάρτα των Αθηνών, είχε θεωρήσει την παρουσία του πρασίνου ως συστατικό στοιχείο της σύγχρονης πόλης, ενώ κρίσιμη παράμετρος για την ορθή λειτουργία της ήταν ο σεβασμός στα στοιχεία της φύσης και η ανάδειξή τους. Είχε πει: «Ο χώρος θα πρέπει να παρέχεται απλόχερα». Ενώ, σε άλλο σημείο της Χάρτας προσέθετε: «Πρέπει να χρησιμοποιούμε όσες επιφάνειες πρασίνου υπάρχουν, να τις δημιουργούμε αν δεν υπάρχουν, ή να τις αναπλάθουμε αν έχουν καταστραφεί… (…) …τα οικιστικά σύνολα θα έχουν την τάση να γίνουν πράσινες πόλεις» (Le Corbusier, «Η Χάρτα των Αθηνών», εκδ. Ύψιλον, β΄ έκδοση, Αθήνα 2003, σελ. 49, 58 και 68 αντίστοιχα).

17 Η μετάλλαξη ενός ελευθέρου αστικού χώρου-πλατείας σε πάρκο ή άλσος, αλλάζει τα δεδομένα της νομικής προστασίας του, αφού το πάρκο ή το άλσος προστατεύεται με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ενώ ο ελεύθερος χώρος προστατεύεται με τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας και οι επιτρεπόμενες χρήσεις σε κάθε περίπτωση είναι διαφορετικές (με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας δεν είναι ανεκτές χρήσεις ψυχαγωγικού, αθλητικού και πολιτιστικού χαρακτήρα στα πάρκα και τα άλση). Η παραπάνω μετάλλαξη του χώρου, εάν πραγματοποιηθεί, είναι δεσμευτική ως προς τον προορισμό του, καθότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, το εν τοις πράγμασι πράσινο σε κοινόχρηστο χώρο τον μεταβιβάζει σε πάρκο ή άλσος κι απαγορεύεται η αλλαγή του προορισμού του. Όμως, και ο ελεύθερος χώρος δε μπορεί να μεταβληθεί και να αλλάξει η χρήση του θίγοντας τη κοινοχρησία, διότι, σύμφωνα πάλι με το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν είναι επιτρεπτή η επιδείνωση των όρων διαβίωσης του πληθυσμού με την πρόβλεψη χρήσεων γης, δυσμενέστερων για το οικιστικό περιβάλλον (σχετική η αριθ. 3447/2007 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που προαναφέρθηκε στην αριθ. 8 παραπομπή).

18 Η έννοια «παλαιά» εν προκειμένω προσδιορίζεται χρονικά μέχρι και τον Μεσοπόλεμο.

19 Διάβασα σχετικά την εξής -ομολογουμένως «περίεργη»- άποψη από παράγοντα του Δήμου Αθηναίων, για την Πλατεία Εθνικής Αντίστασης (την έμπροσθεν του Δημαρχείου της Αθήνας πλατεία, που οι αθηναίοι επιμένουν να την αποκαλούν Πλατεία Κοτζιά, με το όνομα δηλαδή του εκτελεστή της!): «…η πλατεία αυτή φτιάχτηκε για να είναι πέρασμα, για να τη διασχίζεις και να φεύγεις, όχι για τη γειτονιά. Σε διαφορετική περίπτωση, η βιωσιμότητα του πρασίνου θα ήταν επισφαλής. Ο κόσμος δε θα ήταν εύκολο να το σεβαστεί…» (περιοδικό «ΟΙΚΟ» της Καθημερινής, τεύχος 1ο, 15/9/2002).

20 Στην Ελλάδα, οι νέες αστικές πλατείες (του 20ου αιώνα), κατά κανόνα περιέλαβαν τη βλάστηση ως βασικό, δομικό και λειτουργικό στοιχείο τους, κι όπου φτιάχτηκαν γυμνές, στη συνέχεια εγκαταστάθηκε σε πολλές πράσινο ή, τουλάχιστον, επιδιώχθηκε η παρουσία του, έστω με τη μορφή παρτεριών ή νησίδων με φυτά ή γκαζόν [βλέπε περιπτώσεις πλατειών Ομονοίας (στη μετεξέλιξή της), Κάνιγγος, Κλαυθμώνος κ.ά. στην Αθήνα]. Έτσι, κατά το μάλλον ή ήττον, αποκτούσαν προοπτικά μορφή κήπου, πάρκου ή ακόμη κι άλσους. Αντίστοιχα, οι (λαϊκές και κοσμικές) αστικές πλατείες του 19ου αιώνα (κυρίως του δευτέρου μισού) είχαν τη μορφή κήπου, όπως, π.χ., οι περιπτώσεις των πλατειών της Ομόνοιας (στην αρχική μορφή της), του Συντάγματος, της Ελευθερίας στην Αθήνα κ.ά., ενώ οι αποκαλούμενες ιστορικές και πολιτιστικές πλατείες ήταν γυμνές από βλάστηση, υπερτονίζοντας με στοιχεία και με τη σκοπούμενη επιβλητικότητά τους το συμβολικό κι εμβληματικό χαρακτήρα τους (βλέπε, π.χ., την περίπτωση της πλατείας Λουδοβίκου στο Ναύπλιο, μετέπειτα πλατεία Συντάγματος).

21 Σήμερα θα λέγαμε ότι επικρατεί ένας παραλογισμός σε σχέση με τις φυτεύσεις που πραγματοποιούνται στους κοινόχρηστους χώρους και τη φιλοσοφία τους. Πώς είναι δυνατόν να αγνοούνται τα μεσογειακά φυτά, που ως ξηροφυτικά είναι πλήρως εγκλιματισμένα στις συνθήκες του τοπικού περιβάλλοντος κι εναρμονίζονται με το τοπίο και τη φυσιογνωμία της περιοχής (εξαίρεση αποτελούν αστικές περιοχές της βόρειας Ελλάδας ή ορεινές, με ηπειρωτικό τύπο κλίματος), και να φυτεύονται είδη της «εσπερίας», απαιτητικά σε θρεπτικές ουσίες και υδροβόρα, που επιβαρύνουν ενεργειακά κι αισθητικά το περιβάλλον, και που -φυσικά- ουδόλως το αποφορτίζουν, ούτε το εκλεπτύνουν; Πώς είναι επίσης δυνατόν να συνδυάζεται το υδροβόρο φυτικό είδος με το ξηροφυτικό -σ’ έναν υπερβατικό θα λέγαμε συνδυασμό!-, ή το ξενικό φυτικό είδος με το ελληνικό, και να εμφανίζονται ως οικεία οικολογικά, με παρουσία αρμονική, που αναβαθμίζει το μικροπεριβάλλον της περιοχής; Ποία λογική μπορεί να ανεχθεί το πεύκο να φύεται καταμεσίς του γκαζόν και ποιο συναίσθημα μπορεί να εγερθεί όταν ο βραχυχίτωνας συνδυάζεται με το δενδρολίβανο; Αγνοείται το οικολογικό περιβάλλον της περιοχής, το τοπίο της, το φυσικό περιβάλλον της, η συνέχειά της. Αδικαιολόγητες μικρόνοιες, που όμως ανάγονται σε αμαρτήματα κατά της τοπικής φύσης, με αρνητικές -πλην μη συνειδητοποιημένες- συνέπειες για τη ζωή του αστού. Πέραν όμως του οικολογικού κριτηρίου, η συγκεκριμένη αντιμετώπιση θα πρέπει να κριθεί και πολιτισμικά, αφού τα φυτά του τόπου, τον χαρακτηρίζουν, συγκροτώντας το πνεύμα του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου (το genius loci), το οποίο παραπέμπει στην ιστορία και τον πολιτισμό αυτού. Αγνοώντας τα, αγνοούμε το πολιτισμικό πλαίσιο συγκρότησης του τόπου.

Πηγές

  • Αγγελίδης Μ., «Χωροταξικός σχεδιασμός και βιώσιμη ανάπτυξη», εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 2000.
  • Acot P., «L’ histoire d’ ecologie», PUF, 1989.
  • Ανανιάδου-Τζημοπούλου Μ, Καραδήμου-Γερολύμπου Αλ. (επιμέλεια), «Πλατείες της Ευρώπης. Πλατείες για την Ευρώπη», Τμήμα Αρχιτεκτόνων – Πολυτεχνική Σχολή & Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Αρχιτεκτονικής Τοπίου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο & Μουσείο Μπενάκη, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009.
  • Αραβαντινός Αθ., Κοσμάκη Π., «Υπαίθριοι χώροι στην πόλη: Θέματα ανάλυσης και πολεοδομικής οργάνωσης αστικών ελεύθερων χώρων και πρασίνου», εκδ. Συμεών, Αθήνα 1988.
  • Αραβαντινός Αθ., «Πολεοδομικός σχεδιασμός. Για μια βιώσιμη ανάπτυξη του αστικού χώρου», εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1997.
  • Brenner N., Keil R. (eds), «The global cities», Routledge, London and New York 2006.
  • Βώκου Δ., Παντής Γ., Σγαρδέλης Στ., «Οικολογία: Η αναγκαιότητα της σύνθεσης, η η γοητεία των σχέσεων», εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη αχρονολόγητο.
  • Γκουμοπούλου Γ. , «Ελεύθεροι χώροι πρασίνου στην πόλη. Η Περίπτωση των παιχνιδότοπων», http://www.monumenta.org/, 28/2/2007.
  • Δεκαβάλλας Κ., «Από τη μεγάλη κλίμακα στη μικρή», έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008.
  • Gaventa S., «New public spaces», Octopus Publishing Ltd, London 2006.
  • Jacobs J., «The death and life of great American cities», Modern Library Edition, New York 1993.
  • Καρύδης Δ., «Ανάγνωση πολεοδομίας, η κοινωνική σημασία των χωρικών μορφών», εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1991.
  • Κοσμάκη Π., Λουκόπουλος Δ., «Αστικά κενά – Μικρά πάρκα», http://www.monumenta.org/, 10/6/2007.
  • Κούνδουρος Δ., «Αστικό πράσινο και υπόγειοι χώροι στάθμευσης σε συνθήκες πολεοδομικού κορεσμού», εισήγηση σε ημερίδα με θέμα «Ελεύθεροι χώροι και χώροι στάθμευσης», Αθήνα 22 Μαρτίου 2009, www.asda.gr/elxoroi.
  • Κρίκου Ν., «Η προσπελασιμότητα της πόλης, μέσα από τις αστικές πλατείες», http://www.greekarcitects,gr/, 4/4/2008.
  • Latimer Cl., «Parks for the people», Manchester City Art Galleries, Manchester 1987.
  • Le Corbusier, «The city of to-morrow and its planning», Dover Publications, New York 1987.
  • Le Corbusier, «Η Χάρτα των Αθηνών», εκδ. Ύψιλον, β΄ έκδοση, Αθήνα 2003.
  • Μαγκλίνης Ηλ., «Ο αργός θάνατος μιας αθηναϊκής πλατείας», εφημ. «Η Καθημερινή», φύλλο 28ης-4-2009.
  • Μουτσόπουλος Ν., «Χώρος – κτίσμα και τοπίο στο Βυζάντιο», από το συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τοπίου», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2005.
  • Μπελαβίλας Ν., «Τόποι ανθρώπων. Σχόλια για το χώρο και την πολιτική», εκδ. «Ο Πολίτης», Αθήνα 2005.
  • Μπελαβίλας Ν., Βαταβάλη Φ., «Πράσινο και ελεύθεροι χώροι στην πόλη», WWF Ελλάς, Αθήνα 2009.
  • Πικιώνης Δ., «Κείμενα», έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000.
  • Ρηγόπουλος Δ., «Η πλατεία είναι γεμάτη με το νόημα…», εφημ. «Η Καθημερινή», φύλλο 6ης-12-2009.
  • Ρωμανός Αρ., «Αθήνα: Το πολεοδομικό ζήτημα από τη σκοπιά του πολίτη», εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2004.
  • Σημαιοφορίδης Γ., «Η ελληνική πόλη και οι νέες αστικές συνήθειες», κείμενο από τον τόμο «Διελεύσεις», εκδ. METAPOLIS press, Αθήνα 2005.
  • Στεφάνου Ι., «Η φυσιογνωμία ενός τόπου. Ο χαρακτήρας της ελληνικής πόλης τον 21ο αιώνα», Εργαστήριο Πολεοδομικής Σύνθεσης Ε.Μ.Π., Αθήνα 2001.
  • Στεφάνου Ι., «Η φυσιογνωμία της πόλης», Ύλη και Κτίριο, Μάρτιος 2000.
  • Στεφάνου Ι. & Ι., «Η φυσιογνωμία της ελληνικής πόλης», από το συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τοπίου», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2005.
  • Σχίζας Γ., «Η πλατεία στα πλαίσια της ελληνικής πόλης. Σχέσεις επικοινωνίας και πολιτισμού», εισήγηση στο Πανελλαδικό Συνέδριο των περιοδικών, υπό τη διοργάνωση του περιοδικού Highlights, Χίος 1η-3-2006, http://www.greekarcitects,gr/, 5/6/2007.
  • Σχίζας Γ., «Πλατείας Εγκώμιον», http://www.phpbbserver.com/pfor/viewtopic.php?p=7237&mforum=pfor#7237, 18/11/2008.
  • Τερζόγλου Ι., «Ο χαρακτήρας των υπαίθριων κοινόχρηστων χώρων», Ε.Μ.Π., Αθήνα 1987.
  • Τρούμπης Α., «Λογία Οικολογία», εκδ. Τυποθήτω, Αθήνα 1999.
  • Wilson E., «Biodiversity», National Academy Press, New York 1988.
  • http://www.aformi.woedpress.com/, «Το δικαίωμα στην πόλη», ντοκιμαντέρ, 1/2/2010.
  • Φατούρος Δ., «Ίχνος χρόνου. Αφηγήσεις για τη νεώτερη ελληνική αρχιτεκτονική», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008.
  • Fuller R. A., Gaston K. J., «The scaling of green space coverage in European cities», The Royal Society 2009.
  • Ψωμόπουλος Π., «Απολλώνιο», πρακτικά συνεδρίου με θέμα «Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης και το έργο του» (Τ.Ε.Ε., 19-21 Ιανουαρίου 2007), τόμος Β΄, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, Αθήνα 2009.

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

Αρσένης Σπύρος :Η κυβέρνηση και η Τοπική Αυτοδιοίκηση

  • 30.01.2016

Του Σπύρου Αρσένη 

 Ο Σπύρος Αρσένης είναι πρώην δήμαρχος Ιθάκης (1975-95), πρώην νομικός σύμβουλος και πρώην μέλος Δ.Σ. της ΚΕΔΚΕ

 

DIKTUO_ORGΠιστεύω ότι ήρθε η ώρα να δώσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μεγαλύτερη προσοχή στα ζητήματα που απασχολούν θεσμικά την Τοπική Αυτοδιοίκηση της χώρας. Γιατί οι ΟΤΑ, ιδιαίτερα του πρώτου βαθμού, πρέπει να είναι άρρηκτα δεμένοι με την προστασία της υγείας των πολιτών αλλά και με την τοπική οικονομική ανάπτυξη, που περνούν αμφότερα μέσα από την αξιοποίηση των θεσμών που, όπως έχουν σήμερα, δεν αποδίδουν.

Γι’ αυτό πέραν του εκλογικού νόμου, στον οποίο πρέπει να κατοχυρωθεί και μάλιστα συνταγματικά κατά τουλάχιστον 90%, υπάρχουν καίρια ζητήματα που όσο καθυστερεί η αντιμετώπισή τους σταματά η τοπική ανάπτυξη, η οποία μόνο μέσω της αληθινής αποκέντρωσης μπορεί να γίνει πράξη. Γιατί αυτό είναι το ζητούμενο.

Παρά τα όσα λένε τα “παπαγαλάκια” της συντήρησης, την Τοπική Αυτοδιοίκηση την θέλουν υποταγμένη και άβουλη. Θα καταγράψω λοιπόν μερικές σκέψεις μου με την ελπίδα να αποτελέσουν αφορμή για συζήτηση μεταξύ των αρμοδίων.

1. Τα κέντρα υγείας

Τα κέντρα υγείας, ιδιαίτερα της νησιωτικής και επαρχιακής χώρας, στερούνται της τοπικής φροντίδας και εκπροσώπησης, με αποτέλεσμα τα περισσότερα να υπολειτουργούν ακόμη και στα προ της οικονομικής κρίσης χρόνια. Προτείνω λοιπόν τα συναρμόδια υπουργεία Εσωτερικών και Υγείας να προχωρήσουν σε μια απαραίτητη απόφαση, αναθέτοντας την αρμοδιότητα λειτουργίας των κέντρων υγείας όλης της χώρας στους δήμους, ταυτόχρονα όμως με τους οικονομικούς πόρους που διατίθενται τώρα για τα λειτουργικά και εν γένει έξοδά τους βάσει του υπάρχοντος οργανογράμματός τους. Με την ίδια απόφαση θα μπορούν οι δήμοι να προσθέτουν ιατρικές ειδικότητες ανάλογα με τις τοπικές ανάγκες, οι οποίες όμως οικονομικά θα καλύπτονται αποκλειστικά από τον δημοτικό προϋπολογισμό. Ταυτόχρονα, οι δήμοι θα συστήσουν νομικό πρόσωπο με αποκλειστική αρμοδιότητα τη διαχείριση του κάθε κέντρου υγείας. Πιστεύω πως η Τοπική Αυτοδιοίκηση θα δεχτεί την υψηλή αυτή αρμοδιότητα με τους παραπάνω όρους, γιατί είναι μέσα στη βασική κοινωνική της αποστολή.

2. Τα λιμάνια

Όλα τα λιμάνια της χώρας, εκτός Πειραιά και Θεσσαλονίκης να περιέλθουν στην αρμοδιότητα της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Δηλαδή, κάθε δήμος θα ελέγχει και θα διαχειρίζεται τα λιμάνια που χωροταξικά ανήκουν στην Περιφέρειά του αποκλειστικά μέσω ενός νομικού προσώπου. Η έλλειψη αυτής της αρμοδιότητας έχει μειώσει σημαντικά τα έσοδα από τη δραστηριότητα των λιμανιών ιδιαίτερα στα τουριστικά νησιά και στις παράκτιες περιοχές. Είναι αίτημα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης εδώ και τρεις δεκαετίες, αλλά γραφειοκρατία και κάποια συναφή συνδικαλιστικά συμφέροντα πάντα έβαζαν φρένο, παρά τα ομόφωνα ψηφίσματα της ΚΕΔΚΕ και των πανελληνίων συνεδρίων της. Η μεσοβέζικη λύση των διαδημοτικών λιμενικών ταμείων εφευρέθηκε ουσιαστικά για να εξυπηρετούνται στις διοικήσεις κάποιοι ημέτεροι και να καλύπτονται σκανδαλώδεις πρακτικές.

Σημειώνω ότι στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα κέντρα υγείας και τα λιμάνια ανήκουν στους δήμους κάθε χώρας.

3. Η τοπική ενημέρωση

Όλοι οι δήμοι της χώρας να μπορούν να ιδρύουν τοπικής εμβέλειας τοπικά κανάλια και ραδιοφωνικούς σταθμούς πληρώνοντας την άδεια με οικονομικά κριτήρια βάσει των προϋπολογισμών τους. Ιδιαίτερα οι δήμοι κάτω των 5.000 κατοίκων είναι ανάγκη να έχουν στα χέρια τους αυτό το μέσο ενημέρωσης, για να μπορούν να το αξιοποιούν προς όφελος της τοπικής κοινωνίας, προάγοντας κυρίως τον πολιτισμό. Για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει στο Δ.Σ. του φορέα να είναι ισοδύναμη η συμμετοχή πλειοψηφίας και μειοψηφίας και η απόφαση της ίδρυσης στο Δημοτικό Συμβούλιο να λαμβάνεται με τα 2/3 των δημοτικών συμβούλων. Μόνο έτσι μπορεί να κατοχυρωθεί η πολυφωνία και ή αντικειμενική ενημέρωση.

4. Τα κληροδοτήματα

Τα κληροδοτήματα γενικά διέπονται ακόμη από τον μεταξικό Νόμο 2038 του 1938, που έχει αφαιρέσει κάθε συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη διοίκηση των κληροδοτημάτων και ακόμα οι διοικήσεις τους αλληλοδιορίζονται μέχρι να πεθάνουν και μάλιστα με κομματικά και συμφεροντολογικά κριτήρια. Τα περισσότερα ιδρύματα δεν έχουν κανένα έλεγχο από την τοπική κοινωνία και τις περισσότερες φορές όχι μόνο δεν εκπληρώνουν τη θέληση του διαθέτη αλλά και με τη φιλική αλληλοκάλυψη των μελών της διοίκησης έχουν γίνει ιδρύματα… φαντάσματα.

5. Ο “Καλλικράτης”

Στα γενικότερα θεσμικά θέματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ας αποφασίσουμε σύντομα την κατάργηση του «Καλλικράτη», που έθαψε την αυτονομία της και την ιδεολογία της. Πρέπει να καταργηθεί η αποκεντρωμένη κρατική διοίκηση και να δημιουργηθεί μια νέα ελληνική δομή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ και Β’ βαθμού. Γιατί μεταξύ των άλλων κακών που έχει επιφέρει, έχει καταργηθεί ουσιαστικά η λαϊκή συμμετοχή, λόγο της έλλειψης πόρων και αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ αλλά και της αδιαφορίας των πολιτών να συμμετέχουν στα κοινά.

Χωρίς δυνατή και ανεξάρτητη από την πολιτεία Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν θα υπάρξει η επιδιωκόμενη ανάπτυξη, διότι μόνο αυτή μπορεί να δημιουργήσει τον απαραίτητο συνδετικό κρίκο μεταξύ της δημόσιας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας σε όλους τους τομείς. Γιατί μια σύγχρονη, αποκεντρωμένη και κοντά στην κοινωνία Τοπική Αυτοδιοίκηση θα είναι μια σημαντική βοήθεια στην προσπάθεια της κυβέρνησης για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του τόπου μας.

 

* Ο Σπύρος Αρσένης είναι πρώην δήμαρχος Ιθάκης (1975-95), πρώην νομικός σύμβουλος και πρώην μέλος Δ.Σ. της ΚΕΔΚΕ

 

6.3 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΗΣ ΚΑΙ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΠΟΛΗΣ


Η προετοιμασία της ηλεκτρονικής έκδοσης χρηματοδοτήθηκε από την Πράξη «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα» και είναι διαθέσιμο σε μορφή e- book και αρχείο pdf στο Αποθετήριο Κάλλιπος.  

Όπως δηλώθηκε στην εισαγωγή του βιβλίου, αφορμή για τη συγγραφή του αποτέλεσε η εκδήλωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2008 και στη συνέχεια η μετατόπιση και εστίασή της στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και ειδικότερα στην Ελλάδα, όπου απόκτησε μεγάλη διάρκεια και συνδυάστηκε με δομικά και συγκυριακά χαρακτηριστικά που μεγέθυναν και διαδώσαν τους κινδύνους σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Στο πλαί- σιο αυτό τίθεται το ερώτημα του τρόπου που η αντίληψη και η  προσπάθεια υλοποίησης μιας δίκαιης και βιώσιμης πόλης επηρεάζεται από την κρίση.

Η εμπειρία της κρίσης οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι οι κάτοι- κοι των πόλεων και οι ίδιες οι πόλεις επηρεάζονται με τρόπους που διαφέ- ρουν από τον τρόπο που καταγράφονται οι συνέπειες της κρίσης στα μακρο-οικονομικά μεγέθη και στις αντίστοιχες εθνικές οικονομίες. Επιπλέον οι πόλεις φαίνεται να διαφέρουν και μεταξύ τους ως προς την ανθεκτικότητα ή/και την ευαισθησία τους απέναντιστις συνέπειες της κρίσης. Όπως έχει ιστορικάτεκμηριωθεί, οι πόλεις αποτελούντα κέντρα του κοινωνικο- πολιτικούγίγνεσθαι είτε πρόκειται για τη σταθεροποίηση τωνδομών της εξουσίαςείτε για τηρήξη και ανατροπήτους. Η ερώτηση που αναδύεται μέσα από την εμπειρίατης κρίσης είναιαν η κρίση ενισχύειή υπονομεύει τη σημασία των πόλεων ως πεδία σφυρηλάτησης και υλοποίησης της κοι- νωνικήςαλλαγής και αν τα κέντρα αποφάσεων και των διαδικασιών του κοινωνικού μετασχηματισμού έχουν μετατοπιστεί σε άλλα, ενδεχόμενα υ- περτοπικάή/και πλανητικά επίπεδα αναφοράς.

Σχετικά με αυτή τη δυναμική το ερώτημα της μακροχρόνιας αλλη- λεπίδρασης των υπερτοπικών, παγκόσμιων και τοπικών δυνάμεων που διαμορφώνει τη φυσιογνωμία των πόλεων, μετασχηματίζεται στο ερώ- τημα αν οι δυνάμεις που ενεργοποίησε η κρίση λειτουργούν ισοπεδωτικά ανατρέποντας την ιστορικά διαμορφωμένη φυσιογνωμία κάθε πόλης και αν περιορίζουν την όποια εγγενή αυτοδυναμία των τοπικών οικονομιών. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να διερευνηθεί ποια είναι τα περιθώρια κάθε συγκεκριμένης πόλης να αντιδράσει και να προσαρμοστεί απέναντι στην κρίση με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η δίκαιη και βιώσιμη πόλη, ένα όραμα στο οποίο φαίνεται να συγκλίνουν οι θεωρητικές αναζητήσεις αλλά και οι επιδιώξεις και επιθυμίες των πολιτών και των αρχών των πόλεων, εξακολουθεί να αποτελεί προτεραιότητα και κατά την περίοδο της κρίσης ή τεί- νει να αντικατασταθεί από άλλα επί μέρους ζητήματα όπως είναι για παρά- δειγμα η προσέλκυση επενδύσεων ή η επιτήρηση και η ασφάλεια. Στον βαθμό που το όραμα μιας δίκαιης και βιώσιμης πόλης αμφισβητείται εκ των πραγμάτων μέσα στη δίνη των συνεπειών της κρίσης, θα πρέπει να α- ναζητηθεί το όραμα που θα μπορούσε να πάρει τη θέση του. Η ένταση των προβλημάτων που σε ορισμένες περιπτώσεις αποκτά διαστάσεις ανθρωπιστικής κρίσης, οδηγεί σε ανατροπές προτεραιοτήτων καθώς επιβάλλει κοινωνικού χαρακτήρα στόχους την ίδια στιγμή που οι διαθέσιμοι δημό- σιοι πόροι συρρικνώνονται δραματικά.

Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα παρά την κρίση να οδηγη- θούμε σε μια συνολικά δίκαιη και βιώσιμη πόλη, έχει σημασία να διερευνη- θούν οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα μπορούσε να διεκδικηθεί και να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο. Εφόσον η πόλη αποδειχθεί ότι είναι το κατάλληλο εμπειρικό πεδίο αναφοράς των προβλημάτων και των πιθανών λύσεων, πρόκειται για ζητήματα που μπορούν να λυθούν ιεραρχικά με σχεδιασμό εκ των άνω ήαντίθετα πρόκειται για κάτι που μπορεί να προκύ- ψει μόνο εκ των κάτω ως αποτέλεσμα της έκβασης των κοινωνικών και πο- λιτικών συγκρούσεων που ενεργοποιούνται λόγω της κρίσης; Ποιος είναι ο κατάλληλος συνδυασμός θεσμικών υποκειμένων και συμμετοχής των πο- λιτών που μπορεί να σφυρηλατήσει συναινέσεις και να ανταποκριθεί απο- τελεσματικά στις συνέπειες της κρίσης αυξάνοντας έτσι τη βιωσιμότητα και ανθεκτικότητα των πόλεων;

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το γενικό ερώτημα αν η αναζήτηση της δίκαιης και βιώσιμης πόλης είναι ένα σαφές, κατανοητό, κοινά αποδε- κτό και εφικτό όραμα για τις σημερινές πόλεις και αν εξακολουθεί ή όχι να αποτελεί επιδίωξη μέσα στην κρίση. Οι τρεις πυλώνες της βιωσιμότητας, δηλαδή η προώθηση της οικονομικής ευρωστίας, η υποστήριξη της κοινωνικής δικαιοσύνης και η περιβαλλοντική προστασία αποτελούν βασικές συνιστώσες του σχεδιασμού των πόλεων και έχουν αποκτήσει το χαρακτήρα μιας πολιτικά ορθής αναφοράς, συχνά για πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους στόχους και επιδιώξεις.

Τα παραπάνω ερωτήματα αποτέλεσαν το πλαίσιο σειράς διαλόγων  με αντικείμενο την αναζήτηση της δίκαιης και βιώσιμης πόλης που πραγματοποιήθηκαν τον Απρίλιο του 2014 και παρουσιάζονται στη συνέχεια με ευθύνη των συγγραφέων του κεφαλαίου κλείνοντας έτσι τον κύκλο των συμπερασμάτων παράλληλα με το περίγραμμα της μελλοντικής ατζέντας
της σχετικής συζήτησης.

Erik Swyngedouw

Ο Erik Swyngedouw βρίσκει τις αιτίες της κρίσης στο ιδιότυπο lockout στο οποίο καταφεύγει το χρηματοδοτικό κεφάλαιο, μετακυλίοντας τους κινδύνους σε χαμηλότερα και πιο αδύναμα επίπεδα, περιοχές, κοινωνικές ομάδες ή άτομα. Θεωρεί ότι το λεξιλόγιο της κρίσης δημιουργεί σύγχυση επειδή δεν ξεχωρίζει τις αιτίες της κρίσης από τις επιπτώσεις της. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι επιπτώσεις της κρίσης στις πόλεις δεν είναι ίδιες για όλους τους κατοίκους. Οι περικοπές στις κοινωνικές υπηρεσίες θί- γουν περισσότερο όσους εξαρτώνται από αυτές. Και αυτοί είναι κυρίως οι φτωχοί των πόλεων. Για τον λόγο αυτό πρέπει να αναφερόμαστε ειδικά στις αιτίες και τις συνέπειες της κρίσης και όχι γενικά για την κρίση των πόλεων. Οι πόλεις είναι ετερογενείς και δεν πρέπει να προσωποποιούνται. Μπορεί να περιλαμβάνουν τόσο τα θύματα της κρίσης όσο και αυτούς που δημιουργούν την κρίση. Η κρίση κατασκευάζεται από μια συγκεκριμένη αστική ελίτ η οποία θίγεται ελάχιστα από τις επιπτώσεις της. Η ετερογένεια των πόλεων εκφράζει τις συνθήκες εξέλιξης των κοινωνιών. Από την ά- ποψη αυτή η μελέτη των πόλεων μπορεί να διαφωτίσει τις αιτίες και τις επιπτώσεις κάθε κρίσης. Οι πόλεις γίνονται έτσι το πεδίο όπου εκδηλώνονται οι πολιτικές συγκρούσεις για την ανατροπή ή τη διατήρηση της υπάρχουσας τάξης. Υπάρχουν σίγουρα αρκετές θεωρίες που εξετάζουν τις δυνάμεις που μετασχηματίζουν τις κοινωνίες. Οι πόλεις αποτελούν κεντρικό πεδίο εκδήλωσης αυτών των δυνάμεων. Ο Swyngedouw δεν μπορεί να διακρίνει πώς η μια ή η άλλη κατεύθυνση αυτών των συγκρούσεων συνδέονται με την κρίση, συνδέει όμως την ελπίδα για μια απελευθερωτική, βιώσιμη και δίκαιη πόλη με αυτές τις συγκρούσεις. Στη συνέχεια αρνείται ότι η κρίση ομογενοποιεί τις συνθήκες μέσα από τις οποίες αναδύονται οι προσδοκίες και εκδηλώνονται οι συγκρούσεις. Κάθε πόλη ακολουθεί τη δική της τροχιά. Μπορεί σχεδόν όλοι οι πολιτικοί, οι σύμβουλοι και οι σχεδιαστές να χρησιμοποιούν τις ίδιες συμβολικές και μεταφορικές έννοιες για μια ανταγωνιστική, ευφυή και βιώσιμη πόλη, γύρω από τις οποίες φαίνεται να διαμορφώνεται κάποια ευρύτερη συναίνεση. Όμως παρά το γεγονός ότι κάθε πόλη φαίνεται να επιδιώκει ένα παρόμοιο μέλλον, στην πράξη ακολουθεί πολύ διαφορετική διαδρομή. Επίσης δεν θεωρεί ότι υπάρχει ομογενοποίηση ως προς την κατανομή της επικινδυνότητας. Οι παράτυποι μετανάστες, οι άτυπα εργαζόμενοι, οι απόφοιτοι με επισφαλείς μορφές απασχόλησης φαίνεται να πολλαπλασιάζονται, ενώ οι παραδοσιακές ελίτ συνεχίζουν να επωφελούνται μέσω της κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Το ίδιο παρατηρείται και σε παγκόσμια κλίμακα καθώς οι πόλεις διαμορφώνονται από μια διαδικασία παγκόσμιας αστικοποίησης,με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα δίκτυα τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας που θεωρούνται ως μια αποδεκτή οικολογική, κοινωνική και οικονομική λύση για την ευφυή και βιώσιμη αστική ανάπτυξη. Αλλά βέβαια αυτή η τάση δεν παράγει ομογενοποίηση. Η καθαρή τεχνολογία στον παγκόσμιο Βορρά εδράζεται σε μια εξαιρετικά βρώμικη, οικολογικά και κοινωνικά, εκμετάλλευση των πόρων και των ανθρώπων του παγκόσμιου Νότου. Η παγκόσμια αστικοποίηση προϋποθέτει μια ά- νιση οικολογική αποκάλυψη. Η καθαρή ζωή στις βιώσιμες πόλεις του Βορρά συνεπάγεται μια πραγματική οικοκτονία σε άλλες περιοχές του πλανήτη.Υπάρχει οπωσδήποτε κάτι παράδοξο. Η δίκαιη και βιώσιμη πόλη φαίνεται να εξασφαλίζει μεγάλη συναίνεση σε όλο το πολιτικό φάσμα. Στην πράξη όμως έχουν ενεργοποιηθεί δυνάμεις ώστε να μην αλλάξει τί- ποτα που θα έθιγε την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, έστω και στη «zombie» μορφή του που για να επιβιώσει καταφεύγει στη βοήθεια του κράτους. Οι βιώσιμες τεχνολογίες, η βιώσιμη ανάπτυξη, οι βιώσιμες πόλεις, τελικά επιδιώκουν τη βιωσιμότητα του καπιταλισμού. Για τον λόγο αυτό ο Swyngedouw δεν συνιστά τη χρήση του όρου «βιωσιμότητα» γιατί δεν μεταφέρει κάτι πιο δίκαιο κοινωνικά από ότι ήδη διαθέτουν οι πόλεις. Ούτε παραπέμπει σε μια απελευθερωτική και οικολογικά πιο ευαίσθητη τάξη. Περισσότερο χειρονομεί υπέρ της αλλαγής ενώ δρα εναντίον κάθε αλλαγής. Αυτή τη συναίνεση έχουμε σήμερα. Από την άλλη πλευρά έχει συνειδητοποιηθεί ότι η φύση πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Οι ευφυείς πόλεις, οι οικο-πόλεις, ο ανασχεδιασμός, οι εναλλακτι- κές πηγές ενέργειας, οι θεσμικές πρωτοβουλίες περιορισμού της ρύπαν- σης, όλα αυτά αποτελούν συνδυασμούς οικονομο-τεχνικής και οικολογι- κής ισορροπίας που δεν θίγουν την υπάρχουσα κοινωνική, οικονομική και οικολογική ανισότητα. Φυσικά, ο οικολογικός σχεδιασμός, ο εξευγενισμός και το φιλικό και πράσινο περιβάλλον είναι καλοδεχούμενα. Όμως, αν και δίνουν υποσχέσεις σε όλους, δεν προσφέρονται σε όλους. Αντίθετα η δια- τήρηση της υπάρχουσας τάξης συνεπάγεται την αναπαραγωγή της ανισό- τητας. Ακόμη περισσότερο κρύβεται το γεγονός ότι πέραν από την άνιση κατανομή των ευνοϊκών συνθηκών σε περιοχές του Βορρά και επιλεκτικά σε περιοχές του Nότου, προϋποθέτει και την κοινωνικο-οικολογική κατά- στροφή σε άλλες περιοχές. Οι αντιδράσεις σε αυτή την κατάσταση παίρνουν διάφορες μορφές από τον δεξιόστροφο εθνοκεντρισμό έως το θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Περιλαμβάνουν όμως και αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απελευθερωτική πολιτική στάση που γίνεται ορατή στις διαμαρτυρίες και τα κινήματα σε πολλές πόλεις του Βορρά και του Νότου (Νέα Υόρκη, Λονδίνο,Μαδρίτη, Αθήνα, Μπουένος Άιρες, Ρίο ντε Τζανέιρο κλπ.). Η διαφορετικότητά τους συγκλίνει στην κοινή επιθυμία για ισότητα και δημοκρατία. Σε αυτά τα κινήματα βρίσκει κανείς, έστω διστακτικά, την επιστροφή της πολιτικής και των κοινωνικών διεκδικήσεων για ισότητα και δικαιοσύνη. Εδώ υπάρχει η ελπίδα για μια κοινωνικά δίκαιη και πολιτικά δημοκρατική νέα θεσμική τάξη. Σύμφωνα με τον Swyngedouw για να αποκτήσει πραγματικά περιεχόμενο η συζήτηση για τη δίκαιη και βιώσιμη πόλη θα πρέπει να αρθρωθεί ακριβώς με αυτά τα ανατρεπτικά α- στικά κινήματα και πρακτικές.

Πόπη Σαπουντζάκη

Η Πόπη Σαπουντζάκη ξεκινά τη δική της συνέντευξη, με αναφορά στον Ulrich Beck, θυμίζοντας ότι οι σύγχρονες κοινωνίες, ιδιαίτερα μέσα στην κρίση, δεν παράγουν ανισότητα όπως παλιά, κατανέμοντας δηλαδή άνισα παροχές και ευκαιρίες, αλλά αντίθετα κατανέμοντας περικοπές και κινδύνους. Θεωρεί ότι για να αντιληφθούμε τις επιπτώσεις της κρίσης στις πόλεις και τυχόν διαφοροποιήσεις από το εθνικό επίπεδο, θα πρέπει να αναρωτηθούμε πρώτα για κάποιες βασικές έννοιες ή συνθήκες. Συγκεκριμένα για την έκθεση στην κρίση, την τρωτότητα απέναντι στην κρίση και το δυναμικό προσαρμογής όλων αυτών των χωροκοινωνικών, οικονομικών και θεσμικών δομών που συγκροτούν τις πόλεις γενικά και την καθεμιά ξεχωριστά.

Συνεχίζει λέγοντας ότι η δημοσιονομική εξυγίανση και διάσωση, σε εθνικό επίπεδο, η μακρο-οικονομική διάσωση δηλαδή, απαίτησε προσαρμογές από τα υψηλά επίπεδα και τους κυβερνητικούς θεσμούς σε μακροκλίμακα που είχαν ως αποτέλεσμα την επέκταση της έκθεσης και τρωτότητας αστικών κυρίως κοινωνικών δομών, θεσμών και ομάδων σε πιο χαμηλά επίπεδα, έναντι χρόνιων κινδύνων όπως είναι η ανεργία, η αναγκαστική μετανάστευση, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η πτώχευση επιχειρήσεων και κλάδων, η φτώχεια, η μη δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών. Εδώ προσθέτει ακόμα τους κινδύνους απώλειας στέγης, ενεργειακής φτώχειας, υποσιτισμού, απώλειας πρόσβασης σε υπηρεσίες πρόνοιας και φροντίδας ηλικιωμένων, επιδημιών, νοσηρότητας, διατάραξης της ψυχικής υγείας εγκληματικότητας και ανασφάλειας. Η Σαπουντζάκη θεωρεί ότι όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα των προσαρμογών που υλοποιήθηκαν με τη μορφή συρρίκνωσης και υποχρηματοδότησης των δομών του κράτους πρόνοιας, με περικοπές μισθών, με απολύσειςκαι άλλα τέτοια μέτρα μακρο-οικονομικά και δημοσιονομικού ορθολογισμού ή εξυγίανσης. Αυτό που ισχυρίζεται στην ουσία είναι ότι συμβαίνει κάτι ανάλογο με άλλες περιπτώσεις κρίσης, ότι δηλαδή έχουμε μετακύλιση της τρωτότητας από τα ψηλότερα στα χαμηλότερα επίπεδα, από τον ευρωπαϊκό Βορρά στον ευρωπαϊκό Νότο, από το κεντρικό κράτος προς τοπικές αυτοδιοικήσεις, πόλεις και περιφέρειες και κοινωνικές ομάδες που εξαρτώνται από το κοινωνικό κράτος, από διεθνικές επιχειρήσεις σε τοπικές επιχειρήσεις οριακής βιωσιμότητας κ.ο.κ.

Οι συνέπειες είναι μεγαλύτερες εκεί που προϋπάρχουν θύλακες αυξημένης τρωτότητας, όπως είναι αστικές περιοχές με ανεργία και κοινωνικό αποκλεισμό, περιβαλλοντική υποβάθμιση, οικονομικές δομές οριακής βιωσιμότητας που επιβιώνουν λόγω παραβατικότητας, επίσης καταστάσεις μειωμένης κοινωνικής συνοχής και ανίσχυρη τοπική αυτοδιοίκηση, εκεί που κυριαρχούν μορφές εισοδημάτων και απασχόλησης που στηρίζονται στον δημόσιο τομέα, εκεί που επικρατούν κλάδοι που πλήττονται περισσότερο από την κρίση, πχ. ο τομέας ακίνητης περιουσίας, εκεί που είναι ανεπαρκείς οι κοινωνικές υποδομές. Επίσης εκεί που το επίπεδο προσαρμοστικότητας είναι χαμηλό. Σημασία δηλαδή έχει όχι μόνο η υψηλή τρωτότητα αλλά και η περιορισμένη προσαρμοστικότητα. Αυτό μπορεί να κριθεί από την ανυπαρξία δομών αυτοοργάνωσης και πολιτικής διεκδίκησης, χαμηλά επίπεδα εκπαίδευσης και αποταμίευσης, ψηλή εξάρτηση από προνοιακές παροχές, χαμηλά επίπεδα δικτύωσης, χαμηλή επαγγελματική και στεγαστική κινητικότητα. Όλα αυτά περιορίζουν τις δυνατότητες προσαρμογής.

Με βάση εμπειρικά παραδείγματα από πόλεις που τραυματίστηκαν από καταστροφές, η Σαπουντζάκη τονίζει ότι παίζει εδώ πολύ μεγάλο ρόλο το πόσο μεγάλες και ποιες είναι αυτές οι ομάδες που βιώνουν από- το μη αύξηση της τρωτότητάς τους λόγω της κρίσης και επίσης πόσο μεγάλες και ποιες είναι οι ομάδες που εμφανίζουν υψηλό δυναμικό προσαρμογής. Και οι δύο αυτές κατηγορίες βρίσκονται στις πόλεις ή εξαρτώνται από τις πόλεις οι οποίες έτσι εξακολουθούν να διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην κοινωνική αλλαγή. Πάντως, η όποια στοχευμένη κοινωνική αλλαγή, που έχει ωριμάσει, συνειδητοποιηθεί και διεκδικηθεί, προϋποθέτει συλλογικές προσαρμογές και αντιστάσεις. Όμως οι δυτικές κοινωνίες κυριαρχούνται από τον ατομισμό και κατ’ επέκταση τείνουν προς εξατομικευμένες προσαρμογές που ναι μεν μπορεί να φέρουν αλλαγές, αλλά δύσκολα θα στραφούν προς κοινωνικά και συλλογικά στοχευμένες αλλαγές.

Κατ’ αρχήν η πόλη, τουλάχιστον ως προς την αντίδραση και την προσαρμογή στην κρίση, δεν είναι μια ενιαία οντότητα, οπότε το τι θα συμβεί στην ιστορικά διαμορφωμένη φυσιογνωμία κάθε πόλης, εξαρτάται από τους συσχετισμούς προσαρμογής των ενδογενών σε σχέση με εξωγενείς θεσμούς, και τους συσχετισμούς προσαρμογής εξατομικευμένων συμφερόντων σε σχέση με συλλογικότητες που υπερασπίζονται την ταυτότητά τους ή ανθίστανται στην καταστροφή της ταυτότητάς τους.

Σε σχέση με το όραμα για μια δίκαιη και βιώσιμη πόλη, η Σαπουντζάκη μας θυμίζει ότι στον σημερινό κόσμο δεν κυριαρχεί τόσο η κατανομή του πλούτου και των ευκαιριών αλλά η κατανομή των κινδύνων και αντιξοοτήτων. Ακολουθώντας αυτό το νήμα σκέψης, όσοι αγωνίζονται για αυτό το όραμα θα πρέπει να προτάξουν την προστασία των ευάλωτων και αδύναμων από κινδύνους και απώλειες πρώτα από όλα. Όλα αυτά στα ο- ποία αναφερθήκαμε είναι κίνδυνοι και απώλειες όπως στέγης, εργασίας, εισοδήματος, ασφάλειας, πρόσβασης σε υπηρεσίες πρόνοιας. Άρα έχουμε γυρίσει πίσω σε εποχές όταν όλα αυτά δεν ήταν εξασφαλισμένα. Και μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν ισχυρά κέντρα αποφάσεων που πιέζουν για συγκεκριμένες προσαρμογές.

Στο πλαίσιο μιας επικαιροποίησης του οράματος για τη δίκαιη και βιώσιμη πόλη θα πρέπει να προτάξουμε διεκδικήσεις που βάζουν φραγμό σε κινδύνους και απώλειες καθώς και σε απειλές που ξεπερνούν κάποια όρια, για παράδειγμα, τα όρια που προκύπτουν από τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Τελικά στις τραυματικές καταστάσεις και τις κρίσεις οι άνθρωποι και οι θεσμοί αντιτάσσουν την προσαρμοστικότητά τους. Και έ- χουμε δει εδώ, μιλώντας για την περίπτωση της Ελλάδας, ότι κάποιες φορές αυτή η προσαρμοστικότητα είναι επωφελής για το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Αν η μια πλευρά προσαρμογών είναι αυτή, δηλαδή η επωφελής για τις πλέον αδύναμες ομάδες και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, υπάρχει και η άλλη πλευρά που αφορά στις επιζήμιες προσαρμογές όχι μόνο για το περιβάλλον και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον αλλά και για το μέλλον των πόλεων.

Αν προσπαθήσουμε να περιγράψουμε ένα αποτέλεσμα, είναι ότι οι προσαρμογές των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων μπορεί να αυξή- σουν την τρωτότητα των θεσμών και αντιστρόφως, οι προσαρμογές των θεσμώννααυξήσουν τηντρωτότηταατόμων και των κοινωνικών ομάδων. Άλλωστε είδαμε, ιδιαίτερα εδώ στην Ελλάδα, πώς οι θεσμοί εθνικού επιπέ- δου μεταβιβάζουν τρωτότητα στην κοινωνία και τα εξατομικευμένα υπο- κείμενα. Επομένως αν πρέπει να επιλέξουμε την εκ των άνω ή την εκ των κάτω διαδρομή δεν φαίνεται να υφίσταται κατά κάποιο τρόπο καλή και κακή προσαρμοστικότητα. Αντίθετα πρόκειται για κάτι που θα πρέπει να διαχειριστούμε θέτοντας κανονιστικό πλαίσιο και δίνοντας τη δυνατότητα στα άτομα να ελέγχουν τους θεσμούς και αντιστρόφως, στους θεσμούς να ελέγχουν εξατομικευμένα συμφέροντα αλλά και να υπάρχει έλεγχος με- ταξύ των θεσμών.

Η Σαπουντζάκη καταλήγει ότι βιώνουμε ένα σκηνικό ρευστότητας που θα αργήσει να πάρει μια πιο στέρεη μορφή. Η κρίση επεκτείνει και βα- θαίνει την πολυδιάστατη τρωτότητα ατόμων και θεσμών σε αστικές περιοχές και όσοι βιώνουν αυτό το αυξανόμενο δυναμικό απωλειών αντιδρούν αναζητώντας τρόπους και πόρους προσαρμοστικότητας. Οι πόροι αυτοί δεν είναι μόνον οικονομικοί, είναι επίσης και εμπειρία, γνώση, τυπικά και άτυπα κοινωνικά και οικονομικά δίκτυα, είναι μνήμη και εθιμικά πρότυπα ζωής, είναι τοπικές πολιτισμικές πρακτικές, δομές αλληλεγγύης και συμπεριφορικά στοιχεία. Πρόκειται για μια αρένα διαγκωνισμού για πόρους προσαρμοστικότητας, που γεννά νέους κύκλους ανακατανομής της τρωτότητας και είναι άγνωστο που και πότε θα έρθει η σταθεροποίηση.

Μαρία Καΐκα

Στην επόμενη συνέντευξη, η Μαρία Καΐκα υπογραμμίζει ότι αν υ- πάρχει κάποιο ηγεμονικό πλάνο αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη, είναι αυτό της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους που μετασχηματίζει την κοινω- νική πολιτική σε περιστασιακή φιλανθρωπία. Σήμερα μιλάμε για παγκόσμια αστικοποίηση καθώς τα πάντα συν- δέονται με τις πόλεις. Όμως αυτό που ξεχωρίζει τις πόλεις σε σχέση με την κρίση, είναι ότι αποτελούν το άμεσο και πιο δραματικό πεδίο εκδήλωσης των συνεπειών της κρίσης. Όσο δύσκολο και αν είναι να ξεχωρίσουμε τις εθνικές από τις αστικές διαστάσεις της κρίσης,είναι στις πόλεις όπου η οι- κονομική δυσπραγία μεταφράζεται σε ορατά στοιχεία της καθημερινής ζωής. Οι πόλεις αποτελούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο ακούμε και αγγίζουμε την κρίση. Βλέπουμε τα επώδυνα σημάδια της κρίσης στον φυσικό και κοινωνικό ιστό της πόλης: τους φτωχούς και άστεγους στις γωνιές των δρόμων και τις σειρές των κλειστών καταστημάτων στους άλλοτε ζωντα- νούς εμπορικούς δρόμους.

Σύμφωνα με την Καΐκα, ίσως ο βασικός λόγος που οι πόλεις απο- κτούν σημασία στη διάρκεια μιας κρίσης, είναι ότι αποτελούν εστίες της κερδοσκοπίας ακινήτων. Άλλωστε η κερδοσκοπία ακινήτων βρισκόταν στην καρδιά της οικονομικής φούσκας που προκάλεσε την κρίση. Ο ιδιαίτερος ρόλος των πόλεων στην κρίση θα πρέπει να αναζητηθεί στην κερδοσκοπία ακινήτων.

Από την άλλη πλευρά, στη διάρκεια της κρίσης οι πόλεις ανάδειξαν ικανότητες δημιουργικής ενέργειας και κοινωνικής αλλαγής. Ο πολλαπλασιασμός όμως των ομάδων αλληλεγγύης με τις πιο ευάλωτες ομάδες ή διεκδίκησης συγκεκριμένων προγραμμάτων, όσο σημαντικά αποτελέσματα και αν παράγουν, διατρέχουν τον κίνδυνο να περιορίσουν τις πολιτικές διαστάσεις της κρίσης σε τοπικά και επιμέρους ζητήματα. Οι αντιδράσεις για την προστασία επιμέρους πτυχών του κοινωνικού συμβολαίου που θίγονται από την κρίση, μπορεί να συσκοτίζουν την ευρύτερη πολιτική προοπτική. Η κοινωνική πράξη θα πρέπει να συνδυαστεί με σκέψη εναλλακτικών οραμάτων προκειμένου να καταστήσει εφικτό ένα διαφορετικό πολιτικό μέλλον.

Το πρόβλημα είναι ότι χαρακτηρίζοντας κάποιες ομάδες ευάλωτες και προσφέροντας βοήθεια από θέση ισχύος, αναπαράγονται οι σχέσεις εξουσίας και ανισότητας. Οι ευάλωτες ομάδες δεν μπορούν να δράσουν αυτοτελώς για την αλλαγή της κατάστασής τους και θα πρέπει να περιμένουν εξωγενή βοήθεια. Μπορεί τα διάφορα κινήματα αλληλεγγύης να απαλύνουν τις χειρότερες συνέπειες της κρίσης στα άτομα και το περιβάλλον. Δεν θα πρέπει όμως να ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις μιας δραστικής αλλαγής που θα φέρει κοινωνική ισότητα. Η διανόηση μπορεί να παίξει τον ρόλο του ενορχηστρωτή που θα σφυρηλατήσει τη συνέργεια και την αλ- ληλεγγύη ανάμεσα στα διαφορετικά και ετερογενή κινήματα, οδηγώντας τα σε μια συνεκτική πράξη ανατροπής των βαθύτερων αιτιών της κρίσης.

Η Καΐκα θεωρεί πολύ ενδιαφέρον και κρίσιμο να βάλουμε μαζί τη βιωσιμότητα και τη δικαιοσύνη στη συζήτηση για το μέλλον της πόλης. Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι η κυριαρχία της «βιωσιμότητας» σε κάθε έγγραφο και κάθε πολιτική για την πόλη, ενώ η «δίκαιη πόλη» εμφα- νίζεται σπάνια. Ο λόγος είναι ότι η βιωσιμότητα ή ακόμα και η τρωτότητα ή ανθεκτικότητα, αφενός δεν χρειάζονται συγκεκριμένο νόημα και αφετέ- ρου μπορεί να ερμηνευτούν καθαρά αισθητικά και για τον λόγο αυτό να παρακάμπτουν τη συζήτηση για δικαιοσύνη και ισότητα.

Εάν θέλουμε βιωσιμότητα, πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο ζωής μας. Διαφορετικά επαναλαμβάνουμε τα αποπροσανατολιστικά διλήμματα που διαιωνίζουν την κατάσταση. Δεν είναι αρκετή η συζήτηση για αναδιανομή. Πρέπει να αλλάξουμε δραστικά και ίσως η κρίση να προσφέρει μια ευκαιρία για κάτι τέτοιο καθώς αναδεικνύει ζητήματα που παράμεναν στη σκιά. Ποια όμως είναι αυτά, ποιες ευκαιρίες προκύπτουν και για ποιους, εί- ναι κρίσιμα ερωτήματα.Μέχρι τώρα η κρίση φαίνεται να ευνοεί τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Η κερδοσκοπία ακινήτων και η γαιοπρόσοδος, αφού πρώτα προκάλεσαν την κρίση, προβάλλονται τώρα ως διέξοδος από αυτήν. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στην Ισπανία και στην Ελλάδα, μεγάλο μέρος της νομοθεσίας για την αναζωογόνηση της οικονομίας αφορά τις χρήσεις γης, τον φόρο ακίνητης περιουσίας και την απορρύθμιση της αγοράς ακινήτων. Ουσιαστικά πρόκειται για την πλήρη φιλελευθεροποίηση των πρακτικών κερδοσκοπίας ακινήτων.

Όπως τονίζει στη συνέχεια, δεν χρειαζόμαστε συναίνεση αλλά διαφωνία. Ο φόβος ότι θα χάσουμε ότι ακόμα απομένει ακυρώνει τη δράση. Όμως ήδη έχουμε χάσει πολλά. Θα πρέπει να δοκιμάσουμε να κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά και ας αποτύχουμε καλύτερα και την επόμενη φορά ας ξαναδοκιμάσουμε. Όπως φαίνεται το μοναδικό ηγεμονικό πρόγραμμα στην Ευρώπη είναι η διάλυση του κράτους πρόνοιας. Είναι αυτό δίκαιο; Φυσικά οι ελίτ που το προωθούν το θεωρούν δίκαιο. Έχουν δύναμη, αποκτούν πλούτο και αποφασίζουν την απονομή δικαιοσύνης σύμφωνα με τη δική τους εκδοχή.

Όμως ο πλούτος και η δύναμή τους βασίστηκε στο ότι προσέλκυσαν ακόμα και τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα στις διαδικασίες της παγκόσμιας κερδοσκοπίας μοιράζοντας προσδοκίες για ιδιόκτητη κατοικία, για ιδιωτικό αυτοκίνητο, για διακοπές και προσφέροντας δάνεια και υποθήκες ως τα μέσα πραγματοποίησής τους. Αυτό εξαρτά τα άτομα και τα νοικοκυριά από τις διακυμάνσεις των παγκόσμιων αγορών. Η Καΐκα καταλήγει με την προειδοποίηση ότι όσο η φούσκα της κερδοσκοπίας των ακινήτων επεκτείνεται όλα φαίνονται ομαλά. Μόλις όμως σκάσει, όπως έγινε στην Ελλάδα και την Ισπανία, αποκαλύπτεται ο τρόπος που οι προσδοκίες για υλικά αγαθά εξαρτούν τον κύκλο της ζωής από τον κύκλο της παγκόσμιας κερδοσκοπίας των αγορών.

Δημήτρης Δαλάκογλου

Ο Δημήτρης Δαλάκογλου ξεκινά τη δική του συνέντευξη με την πα- ρατήρηση ότι η διάκριση πόλης-υπαίθρου, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, είναι πλέον ξεπερασμένη όχι μόνο επειδή μεγάλο μέρος του πληθυσμού ζει στις πόλεις, αλλά και επειδή σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού ακολουθεί πρακτικά τα αστικά πρότυπα ζωής. Τουλάχιστον από την οπτική της ανθρωπολογίας, ο σύγχρονος τρόπος ζωής μπορεί να θεωρηθεί αστικός. Καθώς τα φαινόμενα που συνδέονται με την κρίση, όπως η χρηματο-οικονομική λειτουργία, οι ανισότητες και οι αποκλεισμοί, αφορούν το σύνολο της κοινωνίας, όλες οι περιοχές, αστικές ή μη, υφίστανται τις επιπτώσεις της κρίσης με παρόμοιο τρόπο, συρρικνώνοντας ακόμα περισσότερο τη διάκριση πόλης-υπαίθρου.

Ο Δαλάκογλου αναφέρει, για παράδειγμα, ότι στην Ελλάδα στη διάρκεια της κρίσης πολλά άτομα εγκαταλείπουν τις πόλεις για τις περιοχές όπου ανατράφηκαν ή από τις οποίες κατάγονται. Εκεί μπορούν ενδεχό- μενα να ασχοληθούν και με κάποιες αγροτικές δραστηριότητες σε επίπεδο επιβίωσης, όπως το ψάρεμα ή το κυνήγι, ως μέρος του τρόπου ζωής. Σε σχέση με την κοινωνική αλλαγή που προκαλεί η κρίση, μπορούμε να φα- νταστούμε πολλές μορφές μετάβασης με λιγότερο ή περισσότερο έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά, λιγότερο ή περισσότερο βίαιες ή επαναστατικές. Η μετάβαση από την πόλη στην ύπαιθρο μπορεί δυνητικά να προκαλέσει τέτοιες αλλαγές εφόσον συνδεθεί με αντίστοιχες αλλαγές στις πόλεις. Ένα παράδειγμα είναι η άμεση σχέση παραγωγών-καταναλωτών και ο περιο- ρισμός των ενδιάμεσων παρασιτικών κυκλωμάτων.

Οπωσδήποτε οι τάσεις κοινωνικής αλλαγής τροφοδοτούνται από τις σχέσεις πόλης και υπαίθρου και από τις αντιδράσεις τωνκατοίκων όλων των περιοχών. Οι αγρότες μπορεί να αντιδρούν και να ανατρέπουν κεντρι- κές πολιτικές που τους επηρεάζουν. Αντίστοιχα, οι κάτοικοι περιαστικών περιοχών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Κερατέα στην Αττική, ανα- τρέπουν τις πολιτικές υποβάθμισης αντιδρώντας στην απόθεση των αστι- κών απορριμμάτων. Τα επιχειρήματα αυτών των αντιδράσεων από οικο- λογικά και τοπικιστικά, εξελίσσονται γρήγορα σε πολιτικά καθώς αμφισβη- τούν τόσο τον τρόπο λήψης τωνκυβερνητικών αποφάσεων όσο και τα μέ- τρα λιτότητας που συνδέονται με τη διαχείριση της κρίσης.

Κατά τον Δαλάκογλου, έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος που συνδέο- νται οι διαφορετικές πρωτοβουλίες. Η δημιουργία δικτύων παραγωγών- καταναλωτών χωρίς ενδιάμεσους είναι σημαντική εξέλιξη. Θα μπορούσε να υπάρξει συντονισμός με κινήματα τύπου Κερατέας,ενάντια στην εγκατάσταση χώρων απόθεσης απορριμμάτων, γιατί θίγονται τα υδατικά απο- θέματα και επηρεάζουν αρνητικά τόσο την ποιότητα ζωής όσο και την αγροτική παραγωγή. Και ακόμα περισσότερο μπορεί να υπάρξει συντονι- σμός με κινήματα ενάντια στην εκμετάλλευση των πρώτων υλών σε εθνική κλίμακα.

Ο καπιταλισμός στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του φαίνεται πως ισο- πεδώνει τα αστικά τοπία, αναπαράγοντας άλλα στη θέση τους σύμφωνα με τα συμφέροντα που εκπροσωπεί. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, η κρίση συνοδεύτηκε με τα προγράμματα ανάπλασης του κέντρου, του θαλάσ- σιου μετώπου και του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού με στόχο να δημιουργηθούν ιδιωτικοποιημένες και αποκλειστικές χρήσεις. Αυτό επα- ναλαμβάνεται και αλλού, σε πολλές πόλεις σε όλο τον κόσμο, συχνά με τη μορφή της πλήρους καταστροφής και αναδόμησης σε νέες βάσεις ολό- κληρων αστικών περιοχών.

Οι πόλεις γίνονται εκ των πραγμάτων πεδία σύγκρουσης των κοι- νωνικών κινημάτων με τον καπιταλισμό. Τα λεγόμενα κινήματα των πλα- τειών σε όλο τον κόσμο είναι ακριβώς τοπικές εκφράσεις μιας παγκόσμιας αντίδρασης. Αυτό ισχύει σήμερα πολύ περισσότερο από τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990. Τότε κυριαρχούσαν κυ- ρίως τα κινήματα του αναπτυγμένου κόσμου που αντιδρούσαν στις ανισό- τητες που ήταν έντονες στον λεγόμενο τρίτο κόσμο, στον παγκόσμιο Νότο. Πλέον, ιδιαίτερα μέσα από την κρίση, η παγκόσμια αδικία, η κρατική βία και η φτώχεια τείνουν να γενικευτούν περιλαμβάνοντας πολλές αναπτυγμένες περιοχές. Στην Ευρώπη, η οποία διέθετε ένα αναπτυγμένο κοινωνικό κράτος, η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού συρρικνώνει τα πεδία της κοινωνικής πολιτικής που οι Ευρωπαίοι πολίτες θεωρούσαν ως δεδομένα. Τα κινήματα των πλατειών σε περιοχές του Βορρά και σε περιοχές του Νό- του, γεννήθηκαν από παρόμοιες συνθήκες και παρά τις διαφορές τους εκ- φράζουν όλα αντι-νεοφιλελεύθερες και αντικαπιταλιστικές απόψεις.

Ο Δαλάκογλου συμφωνεί ότι η δίκαιη και βιώσιμη πόλη πρέπει να είναι το μελλοντικό μας όραμα. Το πρόβλημα όμως είναι ότι οι δυνάμεις του νεο-φιλελευθερισμού έχουν μονοπωλήσει αυτό το όραμα ενώ κατά βάθος είναι αντίθετες στην πραγματοποίησή του. Για δεκαετίες βλέπουμε σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις να υπονομεύουν αυτό το όραμα υιοθετώντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Το ζήτημα είναι λοιπόν το νόημα που δίνουμε σε αυτό το όραμα. Συχνά η βιωσιμότητα αντικαθίσταται από την οικονομική βιωσιμότητα και την προτεραιότητα στην προσέλκυση επενδύσεων με αναπλάσεις και αναζωογόνηση περιοχών. Με τον τρόπο αυτό όμως κρύβεται το γεγονός ότι οι πόλεις της κρίσης είναι γεμάτες ανέργους, άστεγους και μετανάστες χωρίς έγγραφα με ευθύνη των κρατικών αρχών. Μπορεί μετά τις αναπλάσεις οι εξευγενισμένες περιοχές να μην φιλοξενούν αυτές τις κατηγορίες του πληθυσμού αλλά αυτές θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Ουσιαστικά οι εξευγενισμένες περιοχές θα λειτουργούν σαν τείχη που θα αποκλείουν και θα εξαφανίζουν τις δυσάρεστες όψεις της κρίσης και των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού. Αυτή η βιωσιμότητα θα οδηγήσει απλώς σε μια επιφανειακή ωραιοποίηση των πόλεων καθώς η αισθητική τείνει να γίνει εμμονή στις συζητήσεις περί βιώσιμης πόλης ανάμεσα στους επενδυτές, τους εργολάβους και τους πολιτικούς.

Το όραμα της δίκαιης και βιώσιμης πόλης προϋποθέτει αναδια- νομή του εισοδήματος, μεγαλύτερη ισότητα, ενίσχυση των συλλογικών πρωτοβουλιών παροχής υπηρεσιών και ευκαιριών απασχόλησης. Πώς ό- μως θα γίνει αυτό μέσα στην κρίση η οποία είναι συστημική και αποτελεί ευκαιρία για τα οργανωμένα συμφέροντα που δεν πρόκειται να την αφή- σουν αναξιοποίητη;

Η κερδοσκοπία στα ακίνητα, τα δημόσια έργα, η αξιοποίηση περιο-χών, όπως το αεροδρόμιο του Ελληνικού στην Αθήνα, αποτελούν πολυαναμενόμενες ευκαιρίες, τις οποίες τα κερδοσκοπικά κεφάλαια δεν πρόκειται να τις εγκαταλείψουν εύκολα. Οι ελίτ δεν πρόκειται να αφήσουν να πάει χαμένη η ευκαιρία της κρίσης και θα αντιδράσουν σε οποιαδήποτε κοινωνική πολιτική περιορίζει τα κέρδη τους. Σε πολλές περιπτώσεις το κράτος λειτουργεί προληπτικά διώχνοντας τα ενοχλητικά στοιχεία και προετοιμάζοντας τους χώρους της πόλης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δαλάκογλου, αφαιρούν από τις αντιεξουσιαστικές και αναρχικές ομάδες τους χώρους συλλογικής δράσης που κατέχουν και εκδιώκουν τους μετανάστες από τις κεντρικές περιοχές με επιχειρήσεις καθαρισμού.

Είναι αισιόδοξο ότι πολλές πρωτοβουλίες σε επίπεδο κοινωνικών δικτύων ή αστικών γειτονιών παρακάμπτουντο σύστημα και δημιουργούν τοπικά κοινωνικά κέντρα. Άλλες πρωτοβουλίες παράκαμψης των μεγάλων καταναλωτικών αλυσίδων και των υπεραγορών συνδυάζονται με πολιτι- κές πρωτοβουλίες αλληλεγγύης. Το επίσημο κράτος φέρεται συχνά βίαια και επιχειρεί να διαλύσει αυτές τις πρωτοβουλίες. Οι επιθέσεις ακροδεξιών ομάδων είναι μια ένδειξη αυτής της διάχυτης βίας. Τα κοινωνικά κινήματα θα πρέπει να προστατευτούν απέναντι σε επιθέσεις τέτοιου είδους. Επίσης αισιόδοξο είναι το γεγονός ότι παρά τηθεωρία περί απάθειας τωνπολιτών, τα κινήματα αλληλεγγύης πολλαπλασιάζονται. Η πολιτική θεωρία δενείναι ίσως έτοιμη να κατανοήσει αυτές τις αναδυόμενες δομές, καθώς είναι δο- μημένη πάνω σε προηγούμενα συστήματα αναφοράς τα οποία όμως κα- ταρρέουν, ενώ παράλληλα εμφανίζονται νέες ταυτότητες και νέοι δρώ- ντες.

Στον αναπτυγμένο κόσμο, κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κοινωνικό κράτος περιόρισε τις ακρότητες του καπιταλισμού που οδή- γησαν στον ναζισμό και τον φασισμό. Όμως η ανοδική και ανέμελη περίο- δος έχει παρέλθει. Βρισκόμαστε πλέον στη μέση ενός καπιταλιστικού πει- ράματος που επιδιώκει να εξαπλωθεί ο νεοφιλελευθερισμός και στην Ευ- ρώπη, συρρικνώνοντας όλα τα δικαιώματα και τις παροχές της περιόδου ευημερίας. Για τον Δαλάκογλου, το τελικό ζητούμενο είναι να βρεθούν και να στηριχθούν οι κοινωνικές δυνάμεις που θα οδηγήσουν σε απεμπλοκή από τη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση της κρίσης.

Gillian Bristow

Βέβαια η κρίση δεν προκάλεσε τους μετασχηματισμούς στην ένταση και την έκταση που ίσως περιμέναμε. Υπάρχουν όμως πολλά παραδείγματα πρωτοβουλιών μικρής κλίμακας, όπως κοινωνικά κινήματα με οικονομική και κοινωνική ατζέντα, όπως το κίνημα μετάβασης των πόλεων στη Βρετανία ή συμπράξεις για κοινοτική ενέργεια. Όλα αυτά παραμένουν μικρά και δεν έχει εμφανιστεί κάποια ισχυρή τάση. Σίγουρα οι πρωτοβουλίες στην ενέργεια και το περιβάλλον μπορεί να αποτελέσουν πυρήνες ση- μαντικής αλλαγής όπως επίσης και κοινωνικά κινήματα με προοδευτικό πρόσημο. Αυτά εμφανίζονται όμως και σε περιοχές της υπαίθρου. Οι πόλεις δεν φαίνεται να έχουν την αποκλειστικότητα ή τον έλεγχο σε αυτές τις περιπτώσεις.

H Bristow θεωρεί ότι η διεύρυνση της συζήτησης και ο διάλογος σε θέματα όπως ηανθεκτικότητα, επιτρέπει ίσως τηνκατανόηση της ανάγκης να διαμορφωθούν στρατηγικές που να λαμβάνουν υπόψη το πλαίσιο και την ιδιαιτερότητα κάθε περιοχής. Η έρευνα δείχνει ότι κάθε πόλη, κάθε πε- ριοχή, έχει μια ιδιαίτερη ανάπτυξη που ακολουθεί τη δική της τροχιά. Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι η κρίση δεν θίγει όλους με τον ίδιο τρόπο και ότι υπάρχουνδιαφορετικές συνέπειες σε διαφορετικές περιοχές προκειμέ- νου να διαμορφώσουμε τις στρατηγικές αντιμετώπισης της κρίσης.

Προωθεί η κρίση την πράσινηανάπτυξη; Είναι αλήθεια ότι τα δεδο- μένα είναι ασαφή. Σε πολλές περιπτώσεις ως αντίδρασηστηνκρίση ξεκί- νησαν  προγράμματα περιορισμού  της  ενεργειακής κατανάλωσης  άνθρακα. Σε άλλες όμως περιπτώσεις λόγω των περικοπών στις δημόσιες δα- πάνες πολλά τέτοια προγράμματα περιορίστηκαν. Οι προτεραιότητες στράφηκαν στην ανάπτυξη και στις θέσεις εργασίας και όχι στην ενδεχόμενη ρύπανση. Η ατζέντα της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας μάλλον περιορίστηκε. Στη Βρετανία,πολλές τοπικές αρχές αντιλαμβάνονται ότι ορι- σμένα προβλήματα επιλύονται καλύτερα με συνεργασία και μετάβαση σε μεγαλύτερη κλίμακα. Από την άλλη πλευρά όμως ταζητήματα τοπικής πο- λιτικήςκαι άλλες τοπικές ιδιαιτερότητες δημιουργούν εμπόδια σε αυτές τις πρωτοβουλίες.

Η ανάγκη σύνθεσης οικονομίας και περιβάλλοντος οδηγεί συχνά σε καινοτομία. Πόλεις που διαθέτουν μια σχετικά ισχυρή οικονομική βάση όπως το Bristol, στρέφονται σε καινοτόμες λύσεις στο σύστημα μεταφο- ρών. Όλα εξαρτώνται από τις τοπικά διαθέσιμες ικανότητες οι οποίες γε- νικά διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή. Όπου υπάρχουν διαθέσιμοι πό- ροι και κατάλληλη ηγεσία στο τοπικό επίπεδο, μπορεί να προκύψει ισχυρή ώθηση προς μια δίκαιη και βιώσιμη πόλη. Σε κάθε περίπτωση είναι μια δια- δικασία που ενεργοποιείται εκ των κάτω, αλλά οι διαφορές είναι μεγάλες και δεν υπάρχει κυρίαρχη τάση. Όπως υπογραμμίζει η Bristow, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι προσπάθειες στο εθνικό επίπεδο είναι σημαντικές επειδή διαμορφώνουν το πλαίσιο για τις αντιδράσεις στο κατώτερο επί- πεδο. Ειδικά στον βαθμό που πρόκειται για κρίση δημόσιου χρέους, οι επι- λογές όλων των επιπέδων προσδιορίζονται από τους χειρισμούς του κε- ντρικού κράτους.

Συμπερασματικά, όπως έδειξαν οι προσεγγίσεις και τα παραδείγ- ματα που παρουσιάστηκαν στα κεφάλαια του βιβλίου και αναδείχτηκαν μέσα από τις συνεντεύξεις που προαναφέρθηκαν δεν είναι σαφές τι συνι- στά μια δίκαιη και βιώσιμη πόλη ούτε υπάρχουν ενδείξεις ότι αποτελεί προτεραιότητα μέσα στην κρίση. Η πορεία κάθε πόλης θα σφυρηλατηθεί μέσα από τις συγκρούσεις και τις συναινέσεις που διαμορφώνονται στο πλαίσιο της κρίσης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ   ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Ελληνόγλωσσες  αναφορές

Γιαννακούρου, Γ. (2014). Μια συζήτηση με την Γεωργία Γιαννακούρου για τηναξιοποίηση της τηςδημόσιας περιουσίας. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΖΗ-ΜΕ-ΤHΝ-ΤΖΙΝΑ-ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΡΟΥ-ΓΙΑ-ΤΗΝ-ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ-ΤΗΣ-ΔΗΜΟ- ΣΙΑΣ-ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ.pdf

Δαλάκογλου, Δ. (2014). Μια συζήτηση με τον Δημήτρη Δαλάκογλου για την αναζήτηση της δίκαιης και βιώσιμης πόλης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-  content/uploads/2014/08/DIMITRIS-ON-THE-QUEST-FOR-JUST-AND-   SUSTAINABLE-CITY-DRAFT1.pdf

Δούμπα, Β. (2014). Μια συζήτηση μετη Βίβιαν Δούμπαγιατιςπολιτικές αστικής α- ναζωογόνησης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανακτή- θηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-  content/uploads/2014/ΣΥΖΗΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΗΝ-ΒΙΒΙΑΝ-ΔΟΥΜΠΑ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΟΛΙ- ΤΙΚΕΣ-ΑΣΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ.pdf

Εμμανουήλ, Δ. (2014). Μιασυζήτηση με τον Δ. Εμμανουήλ για τις μεταβαλλόμενες γεωγραφίες των πόλεων. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 6 Οκτωβρίου, από http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-   content/uploads/2014/10/ΣΥΖΗΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΔΗΜΗΤΡΗ-ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ1.pdf

Καΐκα, Μ. (2014). Μια συζήτηση με την Μαρία Καΐκα για τηναναζήτηση της δίκαιης καιβιώσιμης πόλης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανα- κτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-   content/uploads/2014/08/MARIA-KAIKA-ON-QUEST-FOR-JUST-AND-   SUSTAINABLE-CITY1.pdf

Καμάρας, Α. (2014). Μιασυζήτηση με τον Αντώνη Καμάρα για τις πολιτικές αστικής αναζωογόνησης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανακτή- θηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-  content/uploads/2014/ΣΥΖΗΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΑΝΤΩΝΗ-ΚΑΜΑΡΑ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΟ- ΛΙΤΙΚΕΣ-ΑΣΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ.pdf

Καραδημητρίου, Ν. (2014). Μια συζήτηση με τον Νίκο Καραδημητρίου για τις πολι- τικές αστικής αναζωογόνησης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από

http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟ-ΝΙΚΟ-ΚΑΡΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ-ΑΣΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΖΩ-   ΟΓΟΝΗΣΗΣ.pdf

Κοκκώσης, Χ. (2014). Μιασυζήτηση με τον Χάρη Κοκκώση για την αξιοποίηση της δημόσιαςπεριουσίας. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Α- νακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΖΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΧΑΡΗ-ΚΟΚΚΩΣΗ-ΓΙΑ-ΤΗΝ-ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ-ΤΗΣ-ΔΗΜΟΣΙΑΣ-ΠΕ-   ΡΙΟΥΣΙΑΣ.pdf

Κουτρολίκου, Π. (2014). Μιασυζήτηση με την Παναγιώτα Κουτρολίκου για τις με- ταβαλλόμενες γεωγραφίες τωνπόλεων. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 8 Οκτωβρίου, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/10/ΣΥΖΗ-   ΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΗΝ-ΠΕΝΝΥ-ΚΟΥΤΡΟΛΙΚΟΥ.pdf

Λαλένης, Κ. (2014). Μιασυζήτηση μετον Κωνσταντίνο Λαλένη για τις παραδόσεις σχεδιασμού και τον ρόλοτωνειδικών. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/ΚΩΝ-   ΣΤΑΝΤΙΝΟΣ-ΛΑΛΕΝΗΣ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ-ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ-ΚΑΙ-ΤΟΝ-ΡΟΛΟ-   ΤΩΝ-ΕΙΔΙΚΩΝ1.pdf

Μαλούτας, Θ. (2014). Μια συζήτηση με τον Θωμά Μαλούτα για τις μεταβαλλόμε- νες γεωγραφίες των πόλεων. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 8 Οκτωβρίου, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/10/ΘΩ-   ΜΑΣ-ΜΑΛΟΥΤΑΣ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ-ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ-ΤΩΝ-ΠΟ-

ΛΕΩΝ.pdf

Οικονόμου, Δ. (2014). Μια συζήτηση με τον Δημήτρη Οικονόμουγιατιςπαραδό- σειςσχεδιασμού και τονρόλοτωνειδικών. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/ΜΙΑ-ΣΥ- ΖΗΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΔΗΜΗΤΡΗ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ-ΣΧΕΔΙΑ-

ΣΜΟΥ.pdf

Παγώνης, Α. (2014). Μια συζήτηση με τον Αθανάσιο Παγώνη για τις παραδόσεις σχεδιασμού και τον ρόλοτωνειδικών. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/Μια-συ-   ζήτηση-με-τον-Αθανάσιο-Παγώνη.pdf

Παναγιωτίδης, Π. (2014). Μια συζήτηση με τον Πάνο Παναγιωτίδη για τηναξιοποί- ησητηςδημόσιαςπεριουσίας. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΖΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΠΑΝΟ-ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ-ΓΙΑ-ΤΗΝ-ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ-ΤΗΣ-ΔΗΜΟ-   ΣΙΑΣ-ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ.pdf

Σακελλαρίδου Ε. (2014). Μια συζήτηση με τη Ρένα Σακελλαρίδου για τις πολιτικές αστικής αναζωογόνησης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΗ-ΡΕΝΑ-ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΟΥ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ-ΑΣΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΖΩΟ- ΓΟΝΗΣΗΣ.pdf

Σανταμούρης, M. (2014). Μια συζήτηση με τον Ματθαίο Σανταμούρη για τις μετα- βαλλόμενες γεωγραφίες των πόλεων. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 6 Οκτωβρίου, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/10/ΣΥΖΗ- ΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΜΑΤΘΑΙΟ-ΣΑΝΤΑΜΟΥΡΗ.pdf

Σαπουντζάκη, Π. (2014). Μια συζήτηση με την Πόπη Σαπουντζάκη για την αναζή- τηση της δίκαιης και βιώσιμηςπόλης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/ΚΑΛ-   ΛΙΟΠΗ-ΣΑΠΟΥΝΤΖΑΚΗ-ΓΙΑ-ΤΗ-ΔΙΚΑΙH-ΚΑΙ-ΒΙΩΣΙΜΗ-ΠΟΛΗ.pdf

Σκάγιαννης, Π. (2014). Μια συζήτηση με τον Παντελή Σκάγιαννηγια τις πολιτικές αστικής αναζωογόνησης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΠΑΝΤΕΛΗ-ΣΚΑΓΙΑΝΝΗ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ-ΑΣΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΖΩ-   ΟΓΟΝΗΣΗΣ.pdf

Τσιώμης, Γ. (2014). Μιασυζήτηση μετον Γιάννη Τσιώμη για τις παραδόσεις σχεδια- σμού και τον ρόλο τωνειδικών. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/ΜΙΑ-ΣΥ-   ΖΗΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΓΙΑΝΝΗ-ΤΣΙΩΜΗ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ-ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ.pdf

Ξενόγλωσσες  αναφορές

Abukhater, A. (2009). Rethinking planning theory and practice: A glimmer of light for prospects of integrated planning to combat complex urban realities. Theoretical and Empirical Researches in Urban Management, 2(11), pp.64- 79.

Andres, L. & Round, J. (2015). The Role of «Persistent Resilience» within Everyday Life and Polity: Households Coping with Marginality within the «Big Soci- ety», Environment and Planning.

Bristow, G. (2014). A conversation with Gillian Bristow on the quest for a just and sustainable city. Dialogues «City+Crisis» Initiative. Retrieved 8 September 2015, from http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/up-   loads/2014/08/GILLIAN-BRISTOW-ON-THE-QUEST-FOR-A-JUST-AND-SUS- TAINABLE-CITY.pdf

Burgel, G. (1978). Αθήνα, μία μεσογειακή πρωτεύουσα. Αθήνα: Εξάντας. Burgel, G. (2002). Le miracle athénien au XXe siècle. Paris: CNRS Editions.

Burgel, G. (2014). Un débat avec Guy Burgel sur la valorisation de la propriété publique. Dialogues «City+Crisis» Initiative. Retrieved 2 September 2015, from http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/DE-   BAT-AVEC-GUY-BURGEL-SUR-LA-VALORISATION-DE-LA-PROPRIETE-   PUBLIQUE.pdf

Christopherson, S., Michie, J. & Tyler, P. (2010). Regional resilience: theoretical and empirical perspectives. Cambridge Journal of Regions, Economy and Soci- ety, 3, pp.3-10.

Davoudi, S. (2012). Resilience: a bridging concept or a dead end?. Planning Theory and Practice, 13, pp.299-333.

Fingleton, B., Garretsen, H. & Martin, R. (2012). Recessionary shocks and regional employment: evidence on the resilience of UK regions. Journal of Regional Science 52, pp.109-133.

Hassink, R. (2010). Regional resilience: a promising concept to explain differences  in regional economic adaptability? Cambridge Journal of Regions, Economy and Society 3, pp.45-58.

Hudson, R. (2009). Resilient regions in an uncertain world: wishful thinking or a practical reality? Cambridge Journal of Regions Economy Society.

Madanipour, A. (2014). Aconversation with Ali Madanipour on urban regeneration policies. Dialogues «City+Crisis» Initiative. Retrieved 8 September, from  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/ALI-   MADANIPOUR-ON-URBAN-REGENERATION.pdf

Martin, R. (2012). Regional economic resilience, hysteresis and recessionary shocks,

Journal of Economic Geography 12, pp.1-32.

Martin-Breen, P. & Anderies, J.M. (2011). Resilience: ALiterature Review, Report for the Rockefeller Foundation. US.

Pike, A. Dawley, St. & Tomaney, J. (2010). Resilience, adaptation and adaptability.

Cambridge Journal of Regions Economy Society.

Sundström, T. & Rydén, L. (2003). The prospect of Sustainable Development vol. 25. In L. Rydén, P. Migula & M. Anderson (Eds.), Environmental Science: Under- standing, protecting andmanaging the environment in the Baltic Sea Re- gion. Uppsala University: The Baltic University Programme.

Swyngedouw, E. (2014). Aconversation with Erik Swyngedouw onthe quest for a just and sustainable city. Dialogues «City+Crisis» Initiative. Retrieved 8 Sep- tember, from http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/up- loads/2014/06/ERIK-SWYNGEDOUW-ON-THE-QUEST-FOR-A-JUST-AND-SUS-  TAINABLE-CITY1.pdf

Vale, L.J. (2014). The politics of resilient cities: whose resilience and whose city?.

Building Research and Information, 42, pp.191-201.

Vale, L.J. & Campanella, T. (2005). The Resilient City: How Modern Cities Recover from Disaster. New York: Oxford University Press.


Η προετοιμασία της ηλεκτρονικής έκδοσης χρηματοδοτήθηκε από την Πράξη «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα» και είναι διαθέσιμο σε μορφή e- book και αρχείο pdf στο Αποθετήριο Κάλλιπος.  

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό