Αρχείο ετικέτας πόλη και θεωρία

Η πόλη ως κοινωνικό έργο, αντικείμενο και πεδίο πολιτικής: αστικά και κοινωνικά κινήματα

: Η πόλη ως κοινωνικό έργο, αντικείμενο και πεδίο πολιτικής: αστικά και κοινωνικά κινήματα : Εκπαιδευτικό Υλικό

Εκπαιδευτικό Υλικό



ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ 2010-2011 Ημ. Εισαγωγής: 2/3/2011 7:39:21 μμ
Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 2/3/2011 7:39:21 μμ Μέγεθος αρχείου: 4,77 MB


Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ 3 Ημ. Εισαγωγής: 2/3/2011 7:40:12 μμ Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 17/3/2011 5:45:59 μμ Μέγεθος αρχείου: 3,78 MB


Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ 2 Ημ. Εισαγωγής: 17/3/2011 5:45:42 μμ Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 17/3/2011 5:45:42 μμ Μέγεθος αρχείου: 6,32 MB


Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ 3 Ημ. Εισαγωγής: 17/3/2011 5:46:28 μμ Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 17/3/2011 5:46:29 μμ Μέγεθος αρχείου: 2,55 MB


ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ
ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
Ημ. Εισαγωγής: 23/3/2011 6:38:23 μμ Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 23/3/2011 6:38:24 μμ Μέγεθος αρχείου: 30,88 MB


Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΕΠΙΔΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΙΝΗΜΑΤΩΝ
ΤΑ ΑΝΤΙ-ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ
ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΛΗ
Ημ. Εισαγωγής: 30/3/2011 7:20:09 μμ Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 30/3/2011 7:20:10 μμ Μέγεθος αρχείου: 12,44 MB


ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ 2004 Ημ. Εισαγωγής: 6/4/2011 7:55:46 μμ Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 6/4/2011 7:55:46 μμ Μέγεθος αρχείου: 6,97 MB


ΓΑΛΛΙΑ ΠΑΡΙΣΙΝΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ Ημ. Εισαγωγής: 14/4/2011 6:12:34 μμ Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 14/4/2011 6:13:36 μμ Μέγεθος αρχείου: 5,33 MB


ΓΑΛΛΙΑ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Ημ. Εισαγωγής: 14/4/2011 6:14:26 μμ Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 14/4/2011 6:15:07 μμ Μέγεθος αρχείου: 5,51 MB


Η ΠΟΛΗ ΤΟΝ ΜΑΗ Ημ. Εισαγωγής: 14/6/2011 8:54:27 μμ Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 14/6/2011 8:56:49 μμ Μέγεθος αρχείου: 23,45 MB


ΤΙ ΗΤΑΝ ΛΟΙΠΟΝ ΑΥΤΗ Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ Ημ. Εισαγωγής: 14/6/2011 8:59:35 μμ Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 14/6/2011 8:59:35 μμ Μέγεθος αρχείου: 18,33 MB


ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ : ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΑΡΑΧΕΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ (JUSTICE RIOTS) :
ΜΙΑ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ
Ημ. Εισαγωγής: 5/7/2011 3:49:41 μμ Ημ. Τελευταίας Αλλαγής: 5/7/2011 3:49:42 μμ Μέγεθος αρχείου: 2,03 MB
κοινοποίησε το:

Νεοφιλελεύθερες αστικές πολιτικές : εξευγενισµός, δηµιουργικές πόλεις και city branding

δυο διάσημα γκραφίτι-μουράλ της ιταλικής κολεκτίβας Μπλου (Βlu) που υπήρχαν στην οδό Κούβριστρασε (Cuvrystraße) στο Κρόιτσμπεργκ του Βερολίνου. Η μια τοιχογραφία εικονοποιούσε ένα γιάπη χωρίς κεφάλι που φτιάχνει την γραβάτα του και φοράει δυο χρυσά ρολόγια ρόλεξ, τα οποία δένονται μεταξύ τους με αλυσίδα ώστε να φαίνονται σαν χειροπέδες, και η άλλη δύο καλυμμένα με κουκούλες πρόσωπα που η μια αποκα- λύπτει την άλλη σχηματίζοντας η πρώτη με τα δάχτυλά της το σύμβολο «Ε» για την «Ανατολή (East)» και η δεύτερη το σύμβολο «W» για τη «Δύση (West)».

Κατεξοχήν

Κατεξοχήν πεδίο εφαρµογής των νεοφιλελεύθερων πολιτικών αποτελούν οι πόλεις (Harvey, 1989· Mitchell, 2003· Smith, 1996), οι οποίες έχουν µετατραπεί σε σηµαντικούς γεωγραφικούς στόχους και εργαστήρια για µια ποικιλία από νεοφιλελεύθερα πειράµατα ή όπως το διατυπώνει ο Van Gent (2012:

2) οι πόλεις αποτελούν «µια από τις πιο εξέχουσες τοποθεσίες του νεοφιλελευθερισµού».

Ο νεοφιλελευθερισµός, µε τη σηµερινή του εκδοχή αναδύθηκε τη δεκαετία του ’70 ως απάντηση στην κρίση του κεϋνσιανού µοντέλου του κράτους πρόνοιας και περιλαµβάνει µεταξύ άλλων τις laissez-faire πολιτικές, τις ανοιχτές, ελεύθερες και ανταγωνιστικές αγορές, το ελεύθερο εµπόριο, τον µονεταρισµό, την άρση των προστατευτικών ορίων, τις ιδιωτικοποιήσεις, την κατοχύρωση και προστασία των δικαιωµάτων ιδιοκτησίας και την απορρύθµιση και συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας.

Συνοπτικά τα κρίσιµα σηµεία για τον νεοφιλελευθερισµό είναι τα παρακάτω:

  • Πρώτον, οι εκφράσεις, οι πολιτικές και οι επιπτώσεις του νεοφιλελευθερισµού ποικίλουν και διαφέρουν στις επιµέρους πόλεις, χώρες και κλίµακες.
  • Δεύτερον ως συνέπεια του πρώτου σηµείου είναι κοινή διαπίστωση ότι περισσότερο πρόκειται για διαδικασίες νεοφιλελευθεροποίησης παρά για ένα κλειστό πλήρως ολοκληρωµένο νεοφιλελεύθερο σύστηµα.
  • Τρίτον, οι διαδικασίες νεοφιλελευθεροποίησης δεν είναι αντίθετες προς την κρατική ρύθµιση, αλλά όλο και περισσότερο και ιδίως εντός της τρέχουσας κρίσης, εµπλέκονται µε κρατικές πολιτικές, καθώς και µε διαδικασίες ενίσχυσης της αποκαλούµενης κοινωνικής επιχειρηµατικότητας της «κοινωνίας των πoλιτών».
  • Τέταρτον, οι διαδικασίες νεοφιλελευθεροποίησης εµπλέκονται µε τα πολλαπλά συστήµατα εξουσίας, καταπίεσης και διακρίσεων, αξιοποιούν και αλληλοενισχύονται µε την πατριαρχία, τον φασισµό, τον ρατσισµό και τις ποικίλες διακρίσεις µε βάση το φύλο, την τάξη, το έθνος/εθνότητα, την κουλτούρα κτλ.

Εδώ εξετάζονται αναλυτικότερα οι νεοφιλελεύθερες αστικές πολιτικές όπως αυτές εκφράζονται µε τις λεγόµενες ρεβανσιστικές αστικές πολιτικές, τις πολιτικές εξευγενισµού, δηµιουργικής πόλης, και city branding.

1.  Νεοφιλελευθεροποίηση των πόλεων

Η λεγόµενη νεοφιλελευθεροποίηση των πόλεων µπορεί να ταξινοµηθεί σε τρεις περιόδους.

Ως πρώτη περίοδος

αναγνωρίζεται η εποχή από τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο έως τη δεκαετία του ’70, κατά την οποία επικρατεί η λεγόµενη «Κεϋνσιανή πόλη», στην οποία θεµελιώνονται οι υποδοµές για την ανάδυση  του νεοφιλελευθερισµού  µε κρατικές  επενδύσεις σε  έργα υποδοµών, κοινωνικής κατοικίας, πρόνοιας, εκπαίδευσης, υγείας κτλ. (Castells, 1977[1972]· Brenner and Theodore, 2002· Marcuse, 1985).

Ως δεύτερη περίοδος

θεωρείται η εποχή από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 έως την πρώτη δεκαετία του 2000. Σε αυτή την περίοδο λαµβάνουν χώρα η απορρύθµιση, συρρίκνωση και αποκέντρωση του κράτους µε περικοπές των κρατικών δαπανών, ιδιωτικοποίηση υποδοµών, απελευθέρωση των αγορών και ταυτόχρονα ενίσχυση των εξουσιών των τοπικών δήµων, προβολή και ανταγωνισµό των πόλεων και υιοθέτηση των πολιτικών της λεγόµενης «επιχειρηµατικής πόλης» (entrepreneurial city), στην οποία όλο και περισσότερο σηµαντικό ρόλο αποκτά η αποκαλούµενη «πολιτισµική επιχειρηµατικότητα» (culturepreneur)  για την προσέλκυση επενδύσεων. Οι παραπάνω εξελίξεις εκφράζονται µε τις πολιτικές «εξευγενισµού» (gentrification), µε τις πολιτικές του «city branding» και της «δηµιουργικής πόλης» (creative city). Συνέπεια των παραπάνω πολιτικών αποτελεί µεταξύ άλλων η αύξηση των τιµών γης, τα περίκλειστα µεγάλα αναπτυξιακά αστικά πρότζεκτ, τα περίκλειστα εµπορικά κέντρα-mall, οι ειδικές οικονοµικές ζώνες, οι περίκλειστες κοινότητες (gated communities), οι τεχνοπόλεις, οι fast track πολιτικές που παρακάµπτουν την επίσηµη νοµοθεσία, η ελαστικοποίηση της περιβαλλοντικής νοµοθεσίας, η επιτήρηση των δηµόσιων χώρων, η ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής κατοικίας, οι πολιτικές αύξησης των ενοικίων και η εκτόπιση «µη-επιθυµητών» πληθυσµιακών οµάδων (Jessop, Peck and Tickell, 1999· Harvey, 1989· Smith, 1996).

Στην τρίτη περίοδο,

η οποία συµπίπτει µε την τελευταία δεκαετία και εκδηλώνεται εντός της τρέχουσας κρίσης, συνεχίζονται και εντείνονται οι πολιτικές της προηγούµενης περιόδου και ταυτόχρονα εµπλουτίζονται µε δικτυακές µορφές διακυβέρνησης, το κράτος αναλαµβάνει όλο και περισσότερο το ρόλο του επιχειρηµατία-µάνατζερ µε συµπράξεις δηµοσίου-ιδιωτικού τοµέα, καθώς επίσης δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην επιχειρηµατική ενεργοποίηση της λεγόµενης «δηµιουργικής τάξης» και της «κοινωνίας των πολιτών», που σηµαίνει τον σφετερισµό των κοινωνικών σχέσεων, δικτύων και της κοινωνικής συνεργασίας µέσω της επιστροφής ή της επανεφεύρεσης θεσµικών και κοινωνικών µορφών συλλογικής οργάνωσης (Peck, Theodore and Brenner, 2010· Harvey, 2013[2012]).

2.  Εξευγενισµός και ρεβανσιστική πόλη

Ο αποκαλούµενος «εξευγενισµός» (gentrification)1 των πόλεων αποτελεί τις τελευταίες δεκαετίες µια από τις κυρίαρχες παγκόσµιες τάσεις αστικού µετασχηµατισµού. Πρωτοαναφέρθηκε από την κοινωνιολόγο Ruth Glass το 1964 για να περιγράψει την κοινωνικοχωρική µεταβολή της συνοικίας του Ίσλινγκτον στο δυτικό Λονδίνο, η οποία στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 από εργατική γειτονιά

µετατράπηκε σε περιοχή µεσαίας τάξης. Σύµφωνα µε την περιγραφή της Glass (1964: xviii):

«Μία-µία, πολλές από της εργατικές γειτονιές του Λονδίνου κυριεύθηκαν από τις µεσαίες τάξεις – ανώτερες και κατώτερες. Χαµόσπιτα, στάβλοι και αγροικίες, δύο δωµάτια στον πάνω και δύο στον κάτω όροφο, καταλήφθηκαν όταν εξαντλήθηκαν οι εκµισθώσεις τους, και έγιναν κοµψές, ακριβές

1   Η ετυµολογία του όρου «gentrification» παραπέµπει στο ρήµα «gentry», το οποίο προέρχεται από το γαλλικό

«genterise» του 14ου αιώνα, που σήµαινε «αυτός που έχει γεννηθεί ευγενής» και το χρησιµοποίησαν έπειτα οι Άγγλοι λόρδοι και φεουδάρχες τον 16ο αιώνα για να δηλώσουν την κοινωνική τάξη των «gentlemen», δηλαδή των αριστοκρατών που σταδιακά έχαναν την εξουσία τους από την αναδυόµενη τάξη των εµπόρων στα πλαίσια της

µετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισµό.

κατοικίες (…). Όταν αυτή η διαδικασία “εξευγενισµού” ξεκινά σε µια περιοχή, συνεχίζει ταχέως

µέχρι όλοι ή οι περισσότεροι αρχικοί ένοικοι της εργατικής τάξης να µετατοπιστούν και να αλλάξει ο συνολικός κοινωνικός χαρακτήρας της περιοχής.»

Ήδη από την περιγραφή της Glass γίνεται φανερό ότι στόχος του εξευγενισµού είναι η εκτόπιση και όπως επισηµαίνει ο Marcuse (1985: 196) «η αποµάκρυνση συγκεκριµένων κοινωνικών οµάδων είναι στόχος του εξευγενισµού, όχι µια παρενέργεια». Συνηγορώντας µε την παραπάνω διαπίστωση ο Smith (2012[2002]: 64) ισχυρίζεται ότι «είτε στην αλλόκοτη µορφή της, που αντιπροσωπεύεται από τους αχυρώνες της Glass, είτε στην κοινωνικά οργανωµένη µορφή του 21ου αιώνα, ο εξευγενισµός προµηνύει τον εκτοπισµό των κατοίκων της εργατικής τάξης από τα αστικά κέντρα.»

Ο εξευγενισµός θεωρείται ότι έχει τις ρίζες του στο λεγόµενο ρεύµα του «ρεβανσισµού», καθώς εκφράζεται µε την εκδίκηση-βεντέτα «ενάντια στους εργαζόµενους, τους µετανάστες και τους οµοφυλόφιλους, τους έγχρωµους και τους άστεγους, τους καταληψίες και σε όποιον διαµαρτύρεται δηµόσια» (Smith (2012[2002]: 27). Οι παραπάνω κατηγορούνται γιατί «έκλεψαν τη [πόλη] από τον λευκό µεσοαστό που βλέπει την πόλη σαν κτήµα του» (ο.π.: 27). Ο Harvey (2013[2012]: 47) επεκτείνοντας την παραπάνω προσέγγιση υποστηρίζει ότι o εξευγενισµός έχει τις ρίζες του τόσο στους «ρεβανσιστές» και τους «υπέρµαχους της παράδοσης», όσο και στο έργο της Jane Jacobs

(1961)2   που  από  διαφορετικές  θεωρητικές  αφετηρίες  θέλησαν  να  αντιτάξουν  στον  «θηριώδη

µοντερνισµό των µεγάλης κλίµακας έργων», καθώς και «στην εντεινόµενη προαστοιοποίηση που επικρατούσαν έως τη δεκαετία του ‘60» ένα «διαφορετικό είδος αισθητικής της πόλης µε επίκεντρο την ανάπτυξη της τοπικής γειτονιάς, την ιστορική διατήρηση και τελικά τον εξευγενισµό των παλιών περιοχών» (Harvey, 2013[2012]: 47-48).

Από την εποχή που πρωτοδιατύπωσε η Glass τον ορισµό για την αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσης του Λονδίνου είναι κοινή διαπίστωση ότι ο εξευγενισµός εξαπλώνεται µε αλµατώδεις ρυθµούς σε όλες τις µητροπόλεις και όπως ισχυρίζεται ο έχει γίνει «η παγκόσµια αναπτυξιακή στρατηγική για τις πόλεις, έστω και µε διαφορετικές λογικές, ιστορίες, και επίπεδα επενδύσεων real estate» (Smith, 2012[2002]).

Συνοπτικά διακρίνονται τρεις γενιές εξευγενισµού, οι οποίες συµπίπτουν µε τις τρεις περιόδους νεοφιλελευθεροποίησης που ήδη αναφέρθηκαν. Η πρώτη γενιά εξευγενισµού θεωρείται ότι ξεκινά τη δεκαετία του 1950, και αφορά το λεγόµενο «σποραδικό εξευγενισµό», όπως τον παρατήρησε η Glass και σύµφωνα µε τους Hackworth και Smith (2001: 466) «χρηµατοδοτούνταν από το δηµόσιο τοµέα, καθώς οι τοπικές [αρχές] και η κεντρική κυβέρνηση προσπαθούσαν να ανατρέψουν την “παρακµή” του κέντρου της πόλης». Η δεύτερη γενιά αφορά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, κατά τις οποίες ο εξευγενισµός συσχετίστηκε µε ευρύτερες νεοφιλελεύθερες διαδικασίες αστικής και οικονοµικής αναδόµησης. Πρόκειται για τη «φάση αγκύρωσης» του εξευγενισµού. Η τρίτη περίοδος αναδύεται τη δεκαετία του 1990 και θεωρείται ως η γενίκευση του εξευγενισµού. Σήµερα ο εξευγενισµός δεν περιορίζεται στα κέντρα των πόλεων, ο ρόλος των εταιρειών και του παγκόσµιου κεφαλαίου είναι όλο και πιο καθοριστικός και το κράτος µετασχηµατίζεται σε ρόλο επιχειρηµατία και διαχειριστή των διαδικασιών «αστικής ανανέωσης».

Ωστόσο πρέπει να σηµειωθεί ότι ο εξευγενισµός συµβαίνει µε διαφορετικούς τρόπους στους διαφορετικούς  τόπους.  Όπως  επισηµαίνει  η  Lees  (2012:  163)  ο  εξευγενισµός  «δεν  είναι  µια

µονοσήµαντη διαδικασία» καθώς διαφέρει ανάµεσα στις διαφορετικές πόλεις, και «εξαρτάται από τη γη και τους θεσµούς σε κάθε χώρα». Επίσης ο Clark (2005) επεκτείνοντας την ανάλυση των Hackworth και Smith (2001) για την αποκέντρωση του εξευγενισµού υποστηρίζει ότι ο εξευγενισµός δεν εντοπίζεται µόνο στο κέντρο της πόλης, αλλά και σε «αγροτικές, προαστιακές και νησιωτικές περιοχές», όπως επίσης δεν αφορά µόνο περιοχές κατοικίας, αλλά «αναφέρεται και στην επανάχρηση

2 Η Τζέιν Τζέικοµπς (1916-2006) ήταν διάσηµη αµερικανοκαναδή ακτιβίστρια, συγγραφέας και υπστηρικτής των κοινωνικών κινηµάτων πόλης. Έγινε ιδιαίτερα γνωστή λόγω της δράσης της ενάντια στις πολεοδοµικές επεµβάσεις του Ρόµπερτ Μόουζες (Robert Moses) στη Νέα Υόρκη το 1942. Για τη δράση της υπέστη διώξεις και συλλήψεις (Harvey, (2013[2012]: 47).

βιοµηχανικών και βιοτεχνικών χώρων, λιµανιών ή µαρίνων από άλλες εµπορευµατικές χρήσεις». Στο παραπάνω πλαίσιο ενδεικτική είναι η περιγραφή του Smith (2012[2002]: 65) σύµφωνα µε τον οποίο:

«Στην Πόλη του Μεξικού (…) η διαδικασία δεν είναι σε καµία περιοχή τόσο διαδεδοµένη όσο είναι στη Νέα Υόρκη, παραµένοντας περιορισµένη στην κεντρική περιοχή της πόλης, µε αποτέλεσµα ο διαχωρισµός των τριών διακριτών κυµάτων εξευγενισµού να βρίσκει ελάχιστη εµπειρική επαλήθευση. Στη Σεούλ ή στο Σάο Πάολο η διαδικασία είναι γεωγραφικά περιορισµένη και σε βρεφική ηλικία. Στην Καραϊβική, οι αυξανόµενες διασυνδέσεις ανάµεσα στον εξευγενισµό και στο παγκόσµιο κεφάλαιο, φιλτράρονται από την τουριστική βιοµηχανία. Με την ίδια λογική, ο σταδιακός µετασχηµατισµός των παλιών αποβάθρων και των αποθηκών στο Λονδίνο, στις όχθες του Τάµεση, καταδεικνύει ότι ο εξευγενισµός εδώ είναι πολύ πιο πολυέξοδος από  ότι στις περισσότερες βορειοαµερικανικές πόλεις».

Πέρα από τις παραπάνω επισηµάνσεις για τις ποικίλες διαφοροποιήσεις είναι γενική διαπίστωση ότι οι τάσεις του εξευγενισµού αποτελούν εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες την κυρίαρχη πολιτική στις δυτικές µητροπόλεις και όλο και περισσότερο από τη δεκαετία του 1990 επεκτείνονται σε πλανητική κλίµακα. Ωστόσο, ακολουθώντας τη µεταποικιακή αστική θεωρία πρέπει να επισηµανθεί ότι οι πολιτικές του εξευγενισµού «δεν είναι µια απλή εξαγωγή των αστικών µορφών και αναπτυξιακών

µοντέλων από τον Παγκόσµιο Βορρά στον Παγκόσµιο Νότο» (Jeffrey et al., 2011: 5). Πόλεις της περιφέρειας πλέον όλο και περισσότερο εµφανίζονται ως «ηγετικές θερµοκοιτίδες-εκκολαπτήρια της παγκόσµιας οικονοµίας». Αυτές οι πόλεις, όπως το διατυπώνουν οι Jeffrey et al. (2011: 5) είναι σήµερα «οι καθοδηγητικές αρένες µιας γενικότερης νεοφιλελεύθερης αναµόρφωσης των πόλεων», η οποία περιλαµβάνει µια σειρά εφαρµογών από την κατεδάφιση και ανάπλαση των άτυπων οικισµών και τη µετατροπή τους σε παγκόσµια κέντρα κουλτούρας, γνώσης, επιχειρηµατικότητας και υγείας έως την ανάπτυξη ειδικών οικονοµικών ζωνών.

Με βάση τις παραπάνω απόψεις έχουν γίνει αρκετές απόπειρες ορισµού του εξευγενισµού, ορισµένες εκ των οποίων είναι οι παρακάτω.

Σύµφωνα µε τον Marcuse (1985: 198-199):

«O εξευγενισµός συµβαίνει όταν νέοι κάτοικοι, οι οποίοι δυσανάλογα είναι νέοι, λευκοί, επαγγελµατίες, τεχνικοί και στελέχη επιχειρήσεων µε υψηλή εκπαίδευση και υψηλούς µισθούς, αντικαθιστούν τους παλαιότερους κατοίκους, οι οποίοι δυσανάλογα είναι χαµηλόµισθοι, εργατική τάξη και φτωχοί, µέλη µειονοτικών εθνικών οµάδων και ηλικιωµένοι.»

Σύµφωνα µε τον Smith (2012[2002]: 71):

«Ο εξευγενισµός ως παγκόσµια στρατηγική των πόλεων είναι µία τελειοποιηµένη έκφραση της νεοφιλελεύθερης πολεοδοµίας. Κινητοποιεί τα αιτήµατα της ιδιωτικής περιουσίας δια µέσου µιας αγοράς που λαδώνεται από τις δωρεές του κράτους.»

Σύµφωνα µε τον Slater (2006: 738):

«H θεώρηση [του εξευγενισµού] δεν αφορά µόνο την αύξηση των ενοικίων, τις παρενοχλήσεις των ιδιοκτητών και την εκτόπιση της εργατικής τάξης, αλλά και το θέαµα στο επίπεδο των δρόµων, τα µοντέρνα µπαρ και καφέ, τα i-pod, την κοινωνική πολυµορφία και τα fanky καταστήµατα ρούχων».

Τέλος σύµφωνα µε θεώρηση των Hardt και Negri (2009: 156):

«Ο εξευγενισµός είναι ένα όπλο που δηµιουργεί και διατηρεί τις κοινωνικές διαιρέσεις και αναπαράγει σε κάθε µητρόπολη σε µικρότερη κλίµακα τις παγκόσµιες ιεραρχίες και ανισότητες (…). Φτωχοί καλλιτέχνες µετακοµίζουν σε γειτονιές µε χαµηλές αξίες περιουσιών επειδή δεν

µπορούν να αντέξουν οικονοµικά κάτι άλλο, και επιπρόσθετα παράγοντας την τέχνη τους παράγουν και ένα νέο αστικό τοπίο. Οι αξίες των ακινήτων ανεβαίνουν καθώς οι δραστηριότητές τους κάνουν τη γειτονιά περισσότερο διανοητικά τονωµένη, πολιτιστικά δυναµική και µοδάτη µε

αποτέλεσµα τελικά οι καλλιτέχνες να µην µπορούν πλέον να αντέξουν οικονοµικά να ζουν εκεί και να πρέπει να µετακοµίσουν αλλού. Έπειτα, πλούσιοι µετακοµίζουν και σιγά σιγά η γειτονιά χάνει τον πνευµατικό και πολιτιστικό χαρακτήρα της και γίνεται βαρετή και άγονη.»

Η θεώρηση των Hardt και Negri παραπέµπει στα λεγόµενα «στάδια του εξευγενισµού» όπως έχουν σκιαγραφηθεί από τις µελέτες των Rose (1984) και Ley (1996), σύµφωνα µε τους οποίους στο πρώτο στάδιο του εξευγενισµού εγκαθίστανται στην περιοχή οι λεγόµενοι πρωτοπόροι (pioneers), οι οποίοι συνήθως είναι φτωχοί καλλιτέχνες, εναλλακτική νεολαία, «άνθρωποι µε εναλλακτικές καθηµερινές κουλτούρες που αναζητούν τη διαφορετικότητα και την ένταση» (Αλεξανδρή, 2013: 37). Σε αυτή την πρώτη φάση δεν παρατηρείται ουσιαστική µεταβολή στην αγορά κατοικίας ούτε εκτοπισµός των προϋπαρχόντων πληθυσµών. Στη συνέχεια ακολουθεί η δεύτερη φάση κατά την οποία εγκαθίστανται στην περιοχή η λεγόµενη «νέα µεσαία τάξη», δηλαδή χαµηλόµισθα στελέχη του ιδιωτικού τοµέα, φοιτητές, διανοούµενοι και καλλιτέχνες µε µεσαία εισοδήµατα. Σε αυτή τη φάση ξεκινάει και ο εκτοπισµός των χαµηλότερων οικονοµικών στρωµάτων. Τέλος, ο εξευγενισµός ολοκληρώνεται µε την τρίτη φάση, η οποία αποκαλείται ως «καθαρός εξευγενισµός» κατά την οποία εγκαθίστανται στην περιοχή ανώτερα οικονοµικά στρώµατα. Σε αυτή την φάση εκτοπίζονται τόσο οι αρχικοί κάτοικοι, όσο και οι ενδιάµεσοι εποικιστές της πρώτης και δεύτερης φάσης του εξευγενισµού και τελικά η περιοχή

µετασχηµατίζεται σε µεγαλοαστική συνοικία.

Οι παραπάνω ορισµοί και περιγραφές καταδεικνύουν ότι οι φορείς του εξευγενισµού είναι οι επεκτατικές τάσεις του κεφαλαίου και των µεσαίων και ανώτερων τάξεων, οι οποίες εκτοπίζουν τους παλαιότερους και συνήθως οικονοµικά ασθενέστερους κατοίκους της πόλης. Ωστόσο εµπλέκονται όλο και περισσότερο στοιχεία κουλτούρας, αισθητικής και lifestyle καθώς επίσης αλληλοδιασταυρώνονται στις διαδικασίες εξευγενισµού τα πολλαπλά συστήµατα εξουσίας και διακρίσεων µε βάση το φύλο, την εθνότητα, το χρώµα, την τάξη, την ηλικία, το µορφωτικό επίπεδο κτλ.

Με βάση την παραπάνω ποικιλοµορφία των αιτιών, των διαδικασιών, των κινήτρων, των µορφών, των φορέων και των αποτελεσµάτων του εξευγενισµού έχουν αναδυθεί δύο βασικές ερµηνευτικές προσεγγίσεις. Από τη µια πλευρά είναι η οικονοµική προσέγγιση και από την άλλη η πολιτισµική προσέγγιση ή αλλιώς των δρώντων υποκειµένων.

Η οικονοµική προσέγγιση έχει αναπτυχθεί από µαρξιστές γεωγράφους (Hamnett, 1984· 1991· Marcuse, 1986· Hammel, 1999) µε κυριότερο τον Smith (1987, 1996), για τον οποίο ο εξευγενισµός έχει να κάνει µε τον κύκλο επένδυσης, απο-επένδυσης και επαν-επένδυσης του κεφαλαίου στο δοµηµένο περιβάλλον. Ο Smith εκκινώντας από τις δοµιστικές προσεγγίσεις της δεκαετίας του ’70 περί της αποκαλούµενης «άνισης ανάπτυξης», η οπoία γεννά ανισοµέρειες στο εσωτερικό των πόλεων, ανέπτυξε από τα µέσα της δεκαετίας του ‘80 τη θεωρία της «διαφοράς γαιοπροσόδου» (rent gap). Η θεωρία της «διαφοράς γαιοπροσόδου» µελετά τη διαφορά µεταξύ της «πραγµατικής γαιοπροσόδου», που προσφέρει η τωρινή χρήση της γης και της «δυνητικής γαιοπροσόδου» που θα

µπορούσε να αποκοµισθεί µε τη βέλτιστη και εντατικότερη χρήση της. Κατά τις µεταπολεµικές δεκαετίες τα κέντρα των πόλεων στη Δυτική Ευρώπη και Βόρεια Αµερική εγκαταλείφθηκαν προς όφελος των προαστίων και η λεγόµενη προαστοιοποίηση, σύµφωνα µε τη θεωρία της «διαφοράς γαιοπροσόδου», οφειλόταν στην αυξηµένη γαιοπρόσοδο που προσέφεραν τα νέα προάστια, στα οποία εγκαταστάθηκαν τα µεσαία, ανώτερα οικονοµικά και κατά κανόνα λευκά στρώµατα. Αντίστροφα,   το   εσωτερικό   των   πόλεων   σύµφωνα   µε   την   επίσηµη   ρητορική   άρχισε   να

«εγκαταλείπεται», και καθώς η γαιοπρόσοδός του µειώθηκε, κατοικούνταν από φτωχά οικονοµικά στρώµατα, µετανάστες, µειονότητες, εναλλακτική νεολαία. Η διαφορά γαιοπροσόδου αποτελεί για τον Smith το κλειδί στην κατανόηση του εξευγενισµού καθώς οι «απαγορευµένες» φτωχογειτονιές, κυρίως στα κέντρα των πόλεων, µετά από την περίοδο «απαξίωσης», δηλαδή υποβάθµισης της αξίας τους άρχισαν να προσελκύουν το κερδοσκοπικό κεφάλαιο, το οποίο προσδοκά αυξηµένα κέρδη µε την αξιοποίησή τους. Οι νέες επενδύσεις στις πρώην υποβαθµισµένες περιοχές οδηγούν στη συνέχεια σαν ντόµινο στην αύξηση του µέσου όρου των ενοικίων, και σταδιακά εξαναγκάζονται οι πρώην κάτοικοι και κυρίως οι ενοικιαστές, από τα κατώτερα οικονοµικά στρώµατα, να την εγκαταλείψουν, ενώ τη θέση τους καταλαµβάνουν άτοµα της µεσαίας και της ανώτερης τάξης, τα οποία είναι σε θέση

να καταβάλουν το υψηλότερο αντίτιµο. Τελικά, η διαδικασία του εξευγενισµού έχει ως αποτέλεσµα να µεταβληθεί η ανθρωπογεωγραφική σύνθεση και να αλλάξει ριζικά ο χαρακτήρας της περιοχής. Εποµένως η οικονοµική θεωρία µελετά τον τρόπο που οι οικονοµικές δοµές και συγκεκριµένα η κυκλοφορία του κεφαλαίου µέσω των κύκλων επένδυσης, απο-επένδυσης και επαν-επένδυσης παράγει τον αστικό χώρο και εξαναγκάζει τα υποκείµενα να κινηθούν, να εκτοπιστούν ή ακόµα και να συγκρουστούν.

Η δεύτερη προσέγγιση επικεντρώνει στα πολιτισµικά χαρακτηριστικά των εξεγευνιστών (gentrifiers), των υποκειµένων που µε τη δράση τους υλοποιούν τον εξευγενισµό, καθώς και στις καταναλωτικές τους προτιµήσεις, ακολουθώντας τη λεγόµενη «πολιτισµική στροφή» της ανθρωπογεωγραφίας και, κατ’ επέκταση, µετατοπίζοντας το βάρος της έρευνας από τις οικονοµικές δοµές στην ανθρώπινη δραστηριότητα και στη δυνατότητά της να επηρεάσει και να κατευθύνει τις οικονοµικές διαδικασίες. Πρώτος  ο  Caulfield  (1989),  εξετάζοντας  στα  τέλη  της  δεκαετίας  του  ‘80  την  περίπτωση  του

µεταβιοµηχανικού Τορόντο, υποστήριξε ότι η κίνηση επανεγκατάστασης των µεσαίων στρωµάτων από τα προάστια στο κέντρο της πόλης αποτελεί «µια προσπάθεια επανένωσης των ανθρώπων µε τις παλαιότερες γειτονιές τους». Έπειτα η Rose (1984) υποστήριξε ότι η προσέγγιση των δοµιστών-

µαρξιστών γεωγράφων µε τη θεωρία της «διαφοράς γαιοπροσόδου» δεν «αφήνει περιθώρια παρεκκλίσεων από ένα ήδη διαµορφωµένο θεωρητικό µοντέλο περί εξευγενισµού και διαφοροποίηση ως προς τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο εκδήλωσής του». Πιο συγκεκριµένα η Rose (1984: 56) υποστηρίζει ότι  «οι ανάγκες και οι  επιθυµίες που διαµορφώνουν οι  συγκεκριµένες κοινωνικο- επαγγελµατικές κατηγορίες σε συνδυασµό µε άλλους απρόοπτους παράγοντες αποκτούν ιδιάζουσα σηµασία στην παραγωγή του εξευγενισµού στο χώρο». Στη συνέχεια ο Ley (1996) από τους πιο ένθερµους υποστηρικτές της πολιτισµικής προσέγγισης κατηγορεί για οικονοµικό ντετερµινισµό τη θεώρηση του Smith και κρίνει την προσέγγιση της «διαφοράς γαιοπροσόδου» ως µονοδιάστατη. Πιο συγκεκριµένα, ο Ley (1996) αναφέρει ότι η θεωρία της «διαφοράς γαιοπροσόδου» αµφισβητείται από

µελέτες περίπτωσης, στις οποίες ο εξευγενισµός παρατηρείται και σε περιοχές µε µεσαίες τάξεις, στις οποίες σύµφωνα µε την προσέγγιση των Boddy και Lambert (2002) µια «νέα µεσαία τάξη» µε διαφορετικά πολιτισµικά χαρακτηριστικά επιθυµεί να εγκατασταθεί, καθώς επίσης φορείς του εξευγενισµού συχνά είναι νέοι φτωχοί καλλιτέχνες, εναλλακτική νεολαία και µέλη των lgbtq κοινοτήτων. Επιπλέον το µοντέλο της διαφοράς γαιοπροσόδου έχει κριθεί ότι αφορά κυρίως τις βορειοαµερικανικές πόλεις µε τα εκτεταµένα προάστια και ως εκ τούτου δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις περιπτώσεις των ευρωπαϊκών πόλεων ή και άλλων ηπείρων, στις οποίες οι µετακινήσεις των εξευγενιστών γίνονται από περιοχές εντός της πόλης και όχι εκτός ορίων της. Ως εκ τούτου η πολιτισµική προσέγγιση δίνει βαρύτητα στα ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά των εξευγενιστών, αποµακρύνεται από τις οικονοµικές δοµές και εστιάζει στο λεγόµενο «πολιτισµικό κεφάλαιο», στις καταναλωτικές τους προτιµήσεις, στο µορφωτικό επίπεδο, στην ηλικία τους (συνήθως νέοι, άγαµοι ή

µικρά νοικοκυριά), στις εργασιακές προτιµήσεις (τριτογενής τοµέας) καθώς επίσης δίνει έµφαση και στο λόγο που παράγεται γύρω από τον εξευγενισµό.

Η παραπάνω αντιπαράθεση µεταξύ της «οικονοµικής» έναντι της «πολιτισµικής» προσέγγισης ή

µεταξύ των «δοµών» έναντι των «φορέων δράσης», η οποία κυριαρχεί τις τελευταίες δυο δεκαετίες στις συζητήσεις για την ερµηνεία του εξευγενισµού είναι κοινή διαπίστωση ότι έχει φτάσει στα όριά της και επικρατεί η αντίληψη ότι οι δυο προσεγγίσεις δεν θα πρέπει να θεωρούνται ανταγωνιστικές, αλλά συµπληρωµατικές.

3.  Δηµιουργική πόλη και δηµιουργική τάξη

«Μετά από δεκαετίες παράλληλης εξέλιξης, δυο στρώµατα σύγχρονης ιστορίας έχουν συγκλίνει σε

µια µοναδική τάση: η επανάσταση της πόλης (όπως περιέγραψε ο Λεφέβρ την πόλη στα 1960, ένας κινητήρας δηλαδή αυτόνοµης παραγωγής και συσσώρευσης του κεφαλαίου) και η πολιτιστική βιοµηχανία (όπως βάφτισε η Σχολή της Φρανκφούρτης τη µετατροπή της κουλτούρας σε επιχείρηση και “εξαπάτηση”). Το όνοµα της νεογέννητης αυτής χίµαιρας είναι “δηµιουργική πόλη”.

Πρόκειται για µια ασύµµετρη χίµαιρα, καθώς η µάσκα της κουλτούρας χρησιµοποιείται για να κρύψει την ύδρα του τσιµέντου και της µεσιτικής σπέκουλας» (Pasquinelli, 2010: 5).

«Εµείς δηµιουργούµε την εικόνα: εµείς, οι µουσικοί, οι djs, οι καλλιτέχνες, οι άνθρωποι του κινηµατογράφου και του θεάτρου (…) και καθένας που αντιπροσωπεύει µια διαφορετική ποιότητα ζωής (…) είναι γραφτό να φροντίσει για την ατµόσφαιρα, την αύρα και την ποιότητα της αναψυχής, χωρίς την οποία η τοποθεσία µιας πόλης έχει λίγη τύχη στον παγκόσµιο ανταγωνισµό. Εµείς είµαστε ευπρόσδεκτοι. Κατά ένα τρόπο. Από τη µια πλευρά. Όµως από την άλλη, η ανάπτυξη του αστικού χώρου σηµαίνει ότι εµείς -οι κράχτες- εκτοπιζόµαστε µαζικά, διότι γίνεται όλο και πιο δύσκολο να επιβιώσουµε σε αυτόν εδώ τον χώρο (…) Εµείς λέµε: Η πόλη δεν είναι ένα σύµβολο, ένα brand. Η πόλη δεν είναι µια επιχείρηση. Η πόλη είναι µια κοινότητα. Εµείς θέτουµε το κοινωνικό ζήτηµα σύµφωνα µε το οποίο, οι πόλεις σήµερα σηµατοδοτούν την µάχη για την επικράτεια (…) Εµείς διεκδικούµε το δικαίωµα στην πόλη µαζί µε όλους του κατοίκους του Αµβούργου» Manifesto Not in Our Name, Marke Hamburg (NiON, 2010: 324-325).

Τις τελευταίες δεκαετίες ο όρος «εξευγενισµός» λόγω της έντονης κριτικής που του έχει ασκηθεί, φαίνεται να αντικαθίσταται από την ρητορική για την λεγόµενη «δηµιουργική πόλη» (creative city), τη «δηµιουργική οικονοµία» (creative economy) και την αναδυόµενη «δηµιουργική τάξη» (creative class). Ο όρος «δηµιουργική πόλη» ανήκει στον Charles Landry, ο οποίος τoν εισήγαγε στο τέλος της δεκαετίας του ’80:

«Η δηµιουργικότητα είναι η ραχοκοκαλιά των πόλεων Οι πόλεις έχουν πλέον έναν σηµαντικό και κρίσιµο πόρο: τους ανθρώπους τους. Η ανθρώπινη ευφυΐα, οι επιθυµίες, οι δραστηριότητες, η φαντασία και η δηµιουργικότητα, αντικαθιστούν τη χωροθέτηση, τους φυσικούς πόρους και την πρόσβαση σε αγορές, (…). Η δηµιουργικότητα των ανθρώπων που ζουν και δραστηριοποιούνται στις πόλεις θα καθορίσει τη µελλοντική τους επιτυχία» (Landry, 1995: xiii).

Ήδη από τον ορισµό του Landry γίνεται φανερό ότι η εστίαση των νεοφιλελεύθερων διαδικασιών δεν περιορίζεται απλώς στους φυσικούς πόρους και το δοµηµένο περιβάλλον, αλλά όλο και περισσότερο δίνεται βαρύτητα στους τρόπους επικοινωνίας των κατοίκων τους. Εποµένως η αποκαλούµενη

«δηµιουργικότητα» επιδιώκει να διεµβολίσει τον πυρήνα του κοινωνικού χώρου της πόλης, τοποθετώντας στο επίκεντρο και αξιοποιώντας την «ανθρώπινη ευφυΐα, τις επιθυµίες, τις δραστηριότητες,  τη  φαντασία»  (Landry,  1995:  xiii).  Σύµφωνα  µε  τον  Pasquinelli  (2010:  5)

«ειδικότερα, η παραγωγή κουλτούρας είναι σήµερα µια βιοπολιτική µηχανή», η οποία «ενσωµατώνει όλες τις όψεις της ζωής και τις στρώνει στη δουλειά, όπου τα νέα λάιφστάιλ γίνονται αγαθά προς πώληση, όπου η κουλτούρα θεωρείται οικονοµική ροή όπως κάθε άλλη και όπου, ειδικότερα, η συλλογική παραγωγή του φαντασιακού γρήγορα διαρπάζεται για να αυξήσει τα κέρδη των εταιρειών.»

Το κάλεσµα του Landry για εστίαση στη «δηµιουργικότητα» θα ακολουθήσει το 2002 ο νεοφιλελεύθερος πολεοδόµος Richard Florida, ο οποίος θα κάνει ιδιαίτερα δηµοφιλή την έννοια της αποκαλούµενης «δηµιουργικής τάξης», η οποία κατοικεί στην «δηµιουργική πόλη». Για τον Florida (2002: 18) η δηµιουργική τάξη ορίζεται ως αυτή της οποίας τα µέλη «προσθέτουν οικονοµική αξία

µέσω της δηµιουργικότητάς τους» και ως εκ τούτου το λεγόµενο «ανθρώπινο κλίµα» δηλαδή οι παράγοντες που επηρεάζουν θετικά «τη χωροθέτηση των ανθρώπων» τείνει να γίνει εξίσου σηµαντικός, αν όχι σηµαντικότερος παράγοντας από το «επιχειρηµατικό κλίµα», δηλαδή τους παράγοντες που επηρεάζουν τη χωροθέτηση των επιχειρήσεων. Σύµφωνα µε τον Florida (2002: 13) οι εργαζόµενοι που ανήκουν στη «δηµιουργική τάξη» δεν ακολουθούν τις δουλειές, αλλά αντίθετα

«οι δουλειές ακολουθούν τη δηµιουργική τάξη».

Επιπλέον ο Florida χαρακτηρίζει το «δηµιουργικό άτοµο» ως έναν µποέµ, έναν ηδονοθήρα που είναι πρόθυµος να  πληρώσει πολλά χρήµατα για την ποιότητα ζωής  του και αυτό το στοιχείο του χαρακτήρα είναι ιδιαίτερα επιθυµητό σήµερα από τις πόλεις. Σύµφωνα µε τον Boschma (2005: 2)

«όπου ζει η δηµιουργική τάξη, εγκαθίστανται εταιρείες, δηµιουργούνται νέες επιχειρήσεις και η απασχόληση αυξάνεται. Η δηµιουργική τάξη δεν είναι µόνο δηµιουργική και καινοτόµος, ξοδεύει

επίσης πολλά χρήµατα σε διάφορα είδη παροχών ψυχαγωγίας (…) ξενοδοχεία, εστιατόρια, καφέ, θέατρα, πράγµα που οδηγεί σε επιπλέον απασχόληση και συνεισφορά στην τοπική οικονοµία».

Πιο συγκεκριµένα η αποκαλούµενη «δηµιουργική τάξη», η οποία έχει αντικαταστήσει τον όρο των

«εξευγενιστών», σύµφωνα µε τον Florida, περιλαµβάνει άτοµα που έχουν υψηλό επίπεδο «γνώσεων και ικανοτήτων» και καλούνται να λύσουν προβλήµατα ενσωµατώνοντας καινοτόµες λύσεις, στρατηγικές και ιδέες µε βασικό χαρακτηριστικό της εργασίας τους «την ευελιξία, την ευπλαστότητα και την κινητικότητα». Στη δηµιουργική τάξη ο Florida συµπεριλαµβάνει αυτούς που παραδοσιακά θεωρούνται «δηµιουργικοί»: καλλιτέχνες, ηθοποιοί, µουσικοί, συγγραφείς, αλλά και αυτούς που ονοµάζονται «γνωστικοί εργάτες», µε άλλα λόγια προγραµµατιστές Η/Υ, µηχανικοί, designers, εργαζόµενοι στα µίντια, ακαδηµαϊκοί, φοιτητές, κτλ. Πρόκειται για άτοµα που έχουν ως βασικά χαρακτηριστικά της εργασίας τους τη δηµιουργία νέων µορφών προϊόντων, στρατηγικών, ιδεών, θεωριών. Η δηµιουργική τάξη σύµφωνα µε τον Florida επιδιώκει να έχει έντονες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και συνύπαρξη πολλών και διαφορετικών τρόπων ζωής, δίνοντας έµφαση στην δηµόσια σφαίρα της ζωής (public life) και όχι στην κοινοτική ζωή (community life).

Η αποκαλούµενη δηµιουργική τάξη εποµένως αποτελείται από αποµονωµένα άτοµα, προτιµά την ηµι- ανωνυµία, την παρουσία ελάχιστων ισχυρών κοινωνικών δεσµών και τη δυνατότητα να περιτριγυρίζεται από άγνωστους και διαφορετικών τύπων ανθρώπους. Συνεπώς, σύµφωνα µε την κριτική των Bavo (2006), πρόκειται για τον ανθρωπολογικό τύπο του λεγόµενου «ηδονικού καλβινιστή»,  στον  οποίο  ο  χρόνος  εργασίας  και  ο  ελεύθερος  χρόνος  αναµειγνύονται  σε  µια

«ψυχαναγκαστική απαίτηση για αέναη δηµιουργικότητα».

Εποµένως τα άτοµα της δηµιουργικής τάξης έχουν ανάγκη να ζουν και να εργάζονται σε µέρη όπου ανατρέφεται και ευδοκιµεί η «δηµιουργικότητά» τους. Εδώ λοιπόν ο Tόπος «Τ» µπαίνει στο επίκεντρο και  εξαρτάται  από  αυτό  που  αποκαλεί  ο  Florida  ως  τα  τρία  µικρότερα  «Τ»,  τα  οποία  είναι:

«Τεχνολογία, Ταλέντο, Ανεκτικότητα» (Technology, Talent and Tolerance) και ως εκ τούτου «οι πόλεις οι οποίες προσελκύουν οµοφυλόφιλους, καλλιτέχνες και εθνικές µειονότητες είναι οι νέες οικονοµικές δυνάµεις της εποχής µας, επειδή είναι οι περιοχές που κατοικούνται από δηµιουργικούς εργαζόµενους. (…) Πόλεις χωρίς γκέι και ροκ µπάντες χάνουν την κούρσα της οικονοµικής ανάπτυξης», εκτιµά ο Florida (2005) και συµπληρώνει «µόνο µε την παρουσία αυτής της δηµιουργικής τάξης διασφαλίζεται η αύξηση της αξίας της γης και η µεγιστοποίηση των κερδών όσων ασχολούνται µε το real estate». Συνεπώς σύµφωνα µε τον Florida τα τρία «Τ» είναι απαραίτητα για τη  δηµιουργία  της  ανάπτυξης,  αλλά  αν  δεν  συνυπάρχουν  είναι  αδύνατο  για  έναν  Τόπο  να

«προσελκύσει δηµιουργικούς ανθρώπους, να παραγάγει καινοτοµία και να προκαλέσει οικονοµική

µεγέθυνση» (Florida, 2002: 249).

4.  City branding και η λεγόµενη «οικονοµία της εµπειρίας»

Ταυτόχρονα µε την ρητορική για τη «δηµιουργική τάξη» που κατοικεί στη «δηµιουργική πόλη» όλο και περισσότερο αναπτύσσονται οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές του λεγόµενου «city branding». Πρόκειται για τις διαδικασίες µε τις οποίες «προβάλλεται», «προωθείται» ή «λανσάρεται» στον παγκόσµιο  ανταγωνισµό  η  «εικόνα»  µιας  πόλης  ώστε  να  προσελκύσει  την  αποκαλούµενη

«δηµιουργική τάξη» καθώς και νέες επιχειρήσεις, επενδύσεις, τουρίστες, φοιτητές, καλλιτέχνες, ταλέντα και διάσηµους, πλούσιους και µορφωµένους κατοίκους. Για να επιτευχθεί ο παραπάνω στόχος στην αναδυόµενη «επιχειρηµατική πόλη» οι τοπικές αρχές ασκούν όλο και περισσότερο πολιτικές παρόµοιες µε αυτές των επιχειρήσεων επιδιώκοντας να προβάλλουν την πόλη ως ελκυστικό προϊόν. Στην πραγµατικότητα η πόλη αντιµετωπίζεται ως ένα «εµπόρευµα-προϊόν» και οι προς απεύθυνση κάτοικοι, τουρίστες και επενδυτές αντιµετωπίζονται ως «πελάτες». Η πόλη, εποµένως, ως εµπόρευµα-προϊόν θα πρέπει µε «αυτοπεποίθηση, περηφάνια και ναρκισσισµό» να διαφηµιστεί, αναδεικνύοντας τα πλεονεκτήµατά της καθώς σε αντίθετη περίπτωση, όπως προειδοποιούν οι Kotler

et al. (1993), «oι τόποι που αποτυγχάνουν να προωθηθούν αντιµετωπίζουν το ρίσκο της οικονοµικής στασιµότητας και παρακµής».

Πιο αναλυτικά η διαδικασία του  city branding εκφράζεται συνήθως µέσα από τη διαµόρφωση συγκεκριµένων λογότυπων, σλόγκαν, διαφηµιστικών µηνυµάτων, προγραµµάτων δηµοσίων σχέσεων κ.ά. Στη σχετική βιβλιογραφία (Kotler et al., 1993· Hannigan, 2003· Johansson and Kociatkiewicz, 2011) τονίζεται ότι τα βασικά στοιχεία για την επιτυχία του city branding είναι η αξιοπιστία, η διαφοροποίηση και το εύστοχο µήνυµα, το οποίο θα πρέπει να είναι εύκολα αντιληπτό από τον πιθανό επισκέπτη, να προκαλεί ενθουσιασµό στους τοπικούς δρώντες της αγοράς αλλά και στους κατοίκους της πόλης. Σύµφωνα µε τους ειδικούς του «city branding» πίσω από τις παραπάνω εικόνες θα πρέπει να συντονίζονται οι τοπικές αρχές µε τον πολεοδοµικό σχεδιασµό και την κοινωνία των πολιτών. Ενδεικτικό της παραπάνω τάσης είναι το γεγονός ότι ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες οι πόλεις για την αναδιοργάνωση και αναζωογόνησή τους προσανατολίζονται αφενός στην ανάπτυξη

µεγάλων έργων ή αλλιώς «έργων-ναυαρχίδων» (flagship projects) καθώς επίσης και στη διοργάνωση

µεγάλων εκδηλώσεων και γεγονότων µε διεθνή εµβέλεια όπως διεθνείς εκθέσεις (π.χ. EXPO), συνέδρια, φεστιβάλ, µεγάλα αθλητικά γεγονότα (π.χ. Ολυµπιακοί Αγώνες, Φόρµουλα Ένα, Μουντιάλ), ανάληψη διεθνών θεσµών (π.χ. Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, Πρωτεύουσα Νεολαίας) κ.ά. Οι παραπάνω διοργανώσεις ενισχύονται και ενισχύουν την δυναµική του χτισίµατος της λεγόµενης «ταυτότητας της πόλης».

Σύµφωνα µε τους υποστηρικτές του «city branding» το ιδιαίτερα σηµαντικό στο «λανσάρισµα των πόλεων» είναι η επικέντρωση στην «αντίληψη» των ανθρώπων, των κατοίκων, των επισκεπτών και των επενδυτών για τις πόλεις. Η αντίληψη αυτή διαµορφώνεται, όχι µόνο µε την υλική και γεωγραφική διάσταση της πόλης, αλλά επίσης από το ιστορικά εδραιωµένο σύνολο αναπαραστάσεων που εκπορεύεται από την αρχιτεκτονική και την πολεοδοµία, την τέχνη, τις εικόνες, καθώς επίσης και

µέσω του κινηµατογράφου, της τηλεόρασης, των περιοδικών και άλλων µέσων µαζικής προβολής. Εποµένως εδώ η πόλη ως ολότητα του κοινωνικού χώρου τίθεται στο επίκεντρο. Ο κοινωνικός χώρος σφετερίζεται, περιφράσσεται, ιδιωτικοποιείται και τελικά προβάλλεται ως µια ενιαία εµπορική µάρκα και εικόνα.

Πιο συγκεκριµένα οι διαδικασίες του «city branding» επιδιώκουν να «χτίσουν» την  ανταγωνιστική

«ταυτότητα της πόλης», η οποία «θα την κάνει να θεωρείται µοναδική και ξεχωριστή, όπως µοναδική και ξεχωριστή είναι η ταυτότητα των ανθρώπων» (Donald and Gammack, 2007). Επιπλέον το λανσάρισµα των πόλεων πρέπει «να ασχολείται µε τον τρόπο που ο πολιτισµός, η ιστορία, η οικονοµική και κοινωνική ανάπτυξη, οι υποδοµές και η αρχιτεκτονική, το τοπίο και το περιβάλλον, ανάµεσα σε άλλα, µπορούν να ενωθούν σε µια ταυτότητα προς πώληση αποδεκτή από το κοινό» (Zhang and Zhao, 2009). Τέλος τα στοιχεία, τα οποία πρέπει να αξιολογηθούν για τη δηµιουργία µιας

«δυνατής» ταυτότητας µιας πόλης είναι η «εικόνα», οι «συνειρµοί», οι «αξίες» και οι «εµπειρίες» που θα έχουν οι επισκέπτες καθώς και οι κάτοικοι της πόλης.

Στο παραπάνω πλαίσιο ιδιαίτερη σηµασία δίνεται στην «υπόσχεση της αληθινής εµπειρίας», µε βάση την οποία αναπτύσσεται η λεγόµενη «οικονοµία της εµπειρίας», που σύµφωνα µε τους υποστηρικτές της επιδιώκει να δηλώσει το κοινωνικό-οικονοµικό σύστηµα στο οποίο «οι εµπειρίες παρά τα αγαθά ή οι υπηρεσίες αποτελούν τη βάση για τη δηµιουργία αξιών» (Johansson and Kociatkiewicz, 2011). Η

«οικονοµία  της  εµπειρίας»  βασίζεται  στη  λογική  της  λεγόµενης  «διαφοροποίησης»  και  της

«συναισθηµατικής δέσµευσης» έχοντας άµεση σχέση µε τις πρακτικές του λανσαρίσµατος-branding:

«το προσφερόµενο αγαθό πρέπει να είναι ιδιαίτερο ώστε να προσελκύει καταναλωτές και παράλληλα να παρέχει τη διάσταση της εµπειρίας, η οποία έχει τη δυναµική να δεσµεύει συναισθηµατικά τον καταναλωτή». Ως εκ τούτου οι «εµπειρίες» γίνονται το νέο καταναλωτικό αγαθό, και εποµένως η αξία ενός αγαθού δεν εκτιµάται µόνο από την πραγµατική του χρήση ή την ανταλλακτική του αξία, αλλά και «από την ικανότητά του να µεταµορφώνει τα συναισθήµατα του υποκειµένου» (Klingmann, 2007). Η ιδιότητα αυτή ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της «οικονοµία της εµπειρίας» µεταφέρεται στον πολεοδοµικό σχεδιασµό και στην αρχιτεκτονική, οι οποίες µετατρέπονται σε καταλύτη και ενισχύουν την αντιληπτική αξία του χρήστη προσφέροντάς του εµπειρία «µε ταυτότητα» (brand

experience) και ακολούθως δηµιουργούν «τοπία µε ιδιαίτερη ταυτότητα» (brandscapes). Ως εκ τουτού το «city branding» µε την αποκαλούµενη «οικονοµία της εµπειρίας» αποτελεί την στρατηγική κατά την οποία οι πόλεις αποκτούν µια εικόνα, µια πολιτιστική σηµασία, η οποία ιδανικά λειτουργεί ως πηγή προστιθέµενης συµβολικής και οικονοµικής αξίας.

Γίνεται φανερό από την παραπάνω σύντοµη περιγραφή του λεγόµενου «λανσαρίσµατος των πόλεων» ότι η νεοφιλελευθεροποίηση των πόλεων µέσω της υιοθέτησης των στρατηγικών και πολιτικών του

«city branding» επιδιώκει να εµπορευµατοποιήσει το σύνολο του κοινωνικού χώρου της πόλης, που σηµαίνει ότι µετατρέπει σε κεφάλαιο τόσο τους φυσικούς πόρους όσο και τον τρόπο επικοινωνίας των κατοίκων της. Εφόσον µια πόλη πληροί τις παραπάνω διαδικασίες είναι ικανή να προβληθεί, να αναγνωριστεί, να αξιολογηθεί και να ενταχθεί στον «παγκόσµιο χάρτη των ελκυστικών και δηµιουργικών πόλεων».

Αναφορές

Αλεξανδρή, Γ. (2013). Χωρικές και Κοινωνικές Μεταβολές στο κέντρο της Αθήνας: η περίπτωση του Μεταξουργείου, αδηµοσίευτη διδακτορική διατριβή. Αθήνα: Τµήµα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήµιο.

Bavo (2006). Plea for an uncreative city. [Διαθέσιµο στο: http://www.bavo.biz/texts/view/156 (2/01/2015)].

Brenner, N. and Theodore, N. (2002). Cities and the geographies of actually existing neoliberalism,

Antipode 34(3): 349-379.

Boddy, M. and Lambert, C. (2002). Transforming the city: post-recession gentrification and re- urbanisation, paper presented to Upward Neighbourhood Trajectories conference, 27 September. Glasgow: University of Glasgow.

Boschma, R. (2005). Creatieve klasse en regionaal-economische groei, Departement Sociale geografie en planologie, Utrecht: Universiteit Utrecht.

Castells, Μ. (1977[1972]). The Urban Question. A Marxist Approach. London: Edward Arnold.

Caulfield, J. (1989). Gentrification and desire, Canadian Review of Sociology and Anthropology 26(4): 617–32.

Clark, E. (2005). The order and simplicity of gentrification: a political challenge, in Atkinson, R. and Bridge G. (eds) Gentrification in the global context: the new urban colonialism. Oxon-New York: Routledge, 261-269.

Donald, H.S. and Gammack, J.G. (2007). Tourism and the Branded City: Film and Identity on the Pacific Rim. Aldershot: Ashgate.

Florida, R. (2002). The Rise of the Creative Class. And How It’s Transforming Work, Leisure and Everyday Life. New York: Basic Books.

Florida, R. (2005). Cities and the Creative Class. New York: Routledge. Glass, R. (1964). London: aspects of change. London: MacGibbon & Kee.

Hackworth, J. and Smith, N. (2001). The changing state of gentrification, Tijdschrift voor Economische en Sociale Geografie, 92(4): 4664-4477.

Hammel, J.D. (1999). Re-establishing the Rent Gap: An Alternative View of Capitalised Land Rent, Urban Stud 36:1283.

Hamnett, C. (1984). Gentrification and residential location theory: a review and assessment, in D. Herbert and R.J. Johnston (eds.), Geography and the urban environment: progress in research and applications. New York: Wiley and Sons.

Hannigan, J. (2003). Symposium on branding, the entertainment economy and urban place building: introduction, International Journal of Urban and Regional Research, 27(2): 352-360.

Hardt, M. and Negri, A. (2009). Commonwealth. Cambridge, Massachusetts:Harvard University Press.

Harvey, D. (1989). From managerialism to entrepreneurialism: The transformation of urban governance in late capitalism, Geografiska Annaler 71B: 3–17.

Harvey, D. (2007[2005]). Νεοφιλελευθερισµός, Ιστορία και Παρόν, (µτφρ. Α. Αλαβάνου), Αθήνα: Καστανιώτης.

Harvey, D. (2013[2012]). Εξεγερµένες πόλεις: από το δικαίωµα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης, (µτφρ. Κ. Χαλµούκου). Αθήνα: εκδόσεις ΚΨΜ.

Jacobs, J. (1961). The Death and Life of Great American Cities New York: Random House.

Johansson, M. and Kociatkiewicz, J. (2011). City festivals: creativity and control in staged urban experiences, European Urban and Regional Studies, 18(4): 392-405.

Jeffrey, A., McFarlane, C. and Vasudevan, A. (2011). Rethinking Enclosure: Space, Subjectivity and the Commons, Antipode, 00(00): 1–21.

Jessop, B., Peck, J. and A., Tickell (1999). Retooling the machine: Economic crisis, state restructuring, and urban politics, in A. Jonas and D. Wilson (eds) The Urban Growth Machine. New York: SUNY, 141- 159.

Klingmann, A. (2007). Brandscapes: Architecture in the Experience Economy. Cambridge, Massachusetts

– London: MIT.

Kotler, P., Haider, D.H. and I., Rein, I. (1993). Marketing Places: Attracting Investments, Industry, and Tourism to Cities, States and Nations. New York: The Free Press.

Κοµπρεσέρ: για τον χώρο και την πόλη, (2012). Σηµείωση 1, στο Smith, N. (2012[2002]) Νέος Παγκοσµισµός, Νέα Πολεοδοµία: To gentrification ως παγκόσµια στρατηγική των πόλεων, Κοµπρεσέρ: για τον χώρο και την πόλη, 4: 52-73.

Landry, Ch. (1995). The Creative City: A Toolkit for Urban Innovators. New York-London: Routledge.

Lees, L. (2012). The Geography of gentrification: thinking through comperative urbanism, Progress in Human Geography, 36(2): 155-171.

Ley, D. (1994). Gentrification and the politics of the new middle class, Environment and Planning D: Society and Space 12: 53-74.

Ley, D. (1996). The new middle class and the remaking of the central city, Oxford-New York: Oxford University Press.

Marcuse, P. (1985). Gentrification, abandonment and displacement: connections, causes and policy responses in New York City, Journal of Urban and Contemporary Law, 28:195-240.

Mitchell, D. (2003). The Right to the City: Social Justice and the Fight for Public Space. New York – London: The Guilford Press.

NiON (Not in Our Name) (2010). Not in our name! Jamming the gentrification machine: a manifesto, City,

14(3): 323–5.

Pasquinelli, M. (2010). Beyond the Ruins of the Creative City: Berlin’s Factory of Culture and the Sabotage of Rent, in KUNSTrePUBLIK (ed.), Skulpturenpark Berlin_Zentrum. Berlin: Verlag der Buchhandlung Walther König, 246-259.

Peck, J., Theodore, N. and Brenner, N. (2010). Postneoliberalism and its Malcontents, Antipode, 41: 94– 116.

Rose, D. (1984). Rethinking gentrification: beyond the uneven development of marxist urban theory,

Environment and Planning D: Society and Space, 1(1): 47-74.

Slater, T. (2006). The Eviction of Critical Perspectives from Gentrification Research, International Journal of Urban and Regional Research, 30: 737–757.

Smith, N. (1987). Gentrification and the Rent Gap. Annals of the Association of American Geographers, 77: 462–465.

Smith, N. (1996). The New Urban Frontier: Gentrification and the revanchist city. Oxon: Routledge.

Smith, N. (2012[2002]). Νέος Παγκοσµισµός, Νέα Πολεοδοµία: To gentrification ως παγκόσµια στρατηγική των πόλεων, Κοµπρεσέρ: για τον χώρο και την πόλη, 4: 52-73.

Van Gent, W.P.C. (2012). Neoliberalization, Housing Institutions and Variegated Gentrification: How the ‘Third Wave’ Broke in Amsterdam, International Journal of Urban and Regional Research, 37(2): 503- 522.

Zhang, L. and Zhao, S.X. (2009) City branding and the Olympic effect: a case study of Beijing, Cities, 26(5): 245-254.

κοινοποίησε το:

Ιστορικά παραδείγματα Αυτοκυβερνώμενων Κοινωνιών

Ο αρχαιοελληνικός κοινοτισμός αναδύθηκε ξανά στα πλαίσια της προ του καπιταλισμού φεουδαρχίας σαν εναλλακτική δυνατότητα προς την επερχόμενη καπιταλιστικοποίηση των κοινωνικών και παραγωγικών σχέσεων.

Πηγή: Ιστορικά παραδείγματα Αυτοκυβερνώμενων Κοινωνιών

κοινοποίησε το:

Πόλη = χώρος συνάντησης του συνόλου των ανθρώπινων δραστηριοτήτων


ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

μάλιστα δέ καί τοΰ κυριωτάτου πάντων ή πασών κυριωτάτη καί πάσας περιέχουσα τάς άλλας. Αΰτη δ’ έστίν ή καλουμένη πόλις καί ή κοινωνία ή πολιτική. (Αριστοτέλης)

Η «πόλις», δηλαδή, είναι μια μορφή ανώτερης κοινωνικής συνύπαρξης που εμπεριέχει όλες τις άλλες και αποβλέπει στο ανώτερο από όλα τα αγαθά:

Συνέχεια ανάγνωσης Πόλη = χώρος συνάντησης του συνόλου των ανθρώπινων δραστηριοτήτων
κοινοποίησε το:

Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Παρουσίαση με θέμα: “Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

1 Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

2 The City and the Grassroots
Από το Έργο Η Πόλη και οι Αποκάτω The City and the Grassroots Manuel Castells, 1983

3 Η Άνοδος και η Πτώση των Μεγάλων Συγκροτημάτων
Το Παρίσι δεν είναι πια Παρίσι. Λιγότερο από 16% των Παρισινών ζουν μέσα στα διοικητικά όρια της πόλης. Για τους άλλους, το σπίτι τους είναι τα προάστια (banlieue), ο δακτύλιος των προαστίων που κτίστηκαν γύρω από την ιστορική πόλη στη διάρκεια της επιταχυνόμενης μητροπολιτικής ανάπτυξης της περιόδου μετά το Το τοπίο των προαστίων κυριαρχείται από τα Μεγάλα Συγκροτήματα (Grands Ensembles), μια εικόνα που από τη δεκαετία του ’60 έχει γίνει τόσο χαρακτηριστική του Παρισιού όσο ο πύργος του Eiffel. Το Μεγάλο Συγκρότημα είναι η τελική έκφραση της κοινωνικής παραγωγής κατοικίας με κρατική πρωτοβουλία. Είναι μια εκτεταμένη, πολύ πυκνή, μεγάλου ύψους περιοχή κατοικίας, που κτίστηκε γενικά στο μέσον του πουθενά (δηλ. σε καθαρά αγροτική γη), συνδέθηκε με το Παρίσι με τραίνο και δρόμο, έτσι ώστε οι έως κάτοικοι να μπορούν να μετακινούνται κάθε μέρα είτε στο Παρίσι ή σε κάποια βιομηχανική περιοχή στην περιβάλλουσα περιφέρεια. Το φυσικό σχήμα και το σύστημα διαχείρισης των Grands Ensembles φαίνεται να προσαρμόζεται επίσης καλά στο θεωρητικό μοντέλο που βλέπει την κατοικία ως μέσον αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

4 Το 1954 σχεδόν 90% των κατοίκων του μητροπολιτικού Παρισιού δεν είχαν ένα κανονικό σπίτι …Στην κατηγορία των εργατών μπλε κολάρων το 14% ζούσε μ’ αυτό τον τρόπο. Περαιτέρω στατιστικές δείχνουν ότι κάπου 17% του όλου πληθυσμού εξαναγκάστηκαν να μοιραστούν ένα διαμέρισμα με κάποια άλλη οικογένεια· 15% των μονάδων κατοικίας ήταν υπερσυνωστισμένες· 18% δεν είχαν κουζίνα και 55% δεν είχαν τουαλέτα μέσα στο διαμέρισμα. Το Παρίσι συνέχιζε να είναι η πιο πλεονεκτική τοποθεσία για τις βιομηχανικές εταιρείες που αναζητούσαν εξειδικευμένο προσωπικό και, ως αποτέλεσμα αυτού, άνθρωποι απ’ όλη τη Γαλλία μετανάστευαν στο Παρίσι, αναζητώντας δουλειά. Η ζήτηση κατοικίας, πάντως, δεν καλυπτόταν από την προσφορά.

5 Τα εργατικά σωματεία και το Κομμουνιστικό Κόμμα πίεσαν για χαμηλού ενοικίου δημόσια κατοικία. Ένα Χριστιανικό κίνημα οργανώθηκε γύρω από τον Αββά Pierre για να υπερασπιστεί τις πιο απελπιστικές περιπτώσεις. Οι λαϊκές κινητοποιήσεις αναπτύχθηκαν και κάποιες καταλήψεις έλαβαν χώρα. Η κυβέρνηση απάντησε το 1953 με μια μεγάλη μεταρρύθμιση στην οικιστική πολιτική: το Plan Courant. Τρία μέτρα βρίσκονταν φανερά στην καρδιά ενός νέου προσανατολισμού προς την κατοικία: ζητήθηκε από όλες τις ιδιωτικές επιχειρήσεις να συμβάλλουν με 1% των ημερομισθίων που πλήρωναν σ΄ ένα ιδιαίτερο δημόσιο ταμείο κατοικίας· μια σειρά από νομικές ρυθμίσεις έδωσαν στην κυβέρνηση και τους δήμους εκτεταμένες εξουσίες πάνω στην υπό ανάπτυξη γη· και ένας νέος, παρά το δημόσιο, φορέας ανάπτυξης, η Societé Centrale Immobilière de la Caisse des Depots (SCIC), ενισχύθηκε ώστε να κτίζει δημόσια κατοικία, κυρίως στη βάση των εσόδων που κατατίθονταν στο «Post Office’s Savings», τον πρώτο φορέα συλλογής των λαϊκών αποταμιεύσεων στη Γαλλία.

6 Η ανάγκη για κατοικία ήταν τόσο προφανής, η πίεση τόσο μεγάλη, που η SCIC άρχισε να εργάζεται αμέσως, προσπαθώντας να κτίσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα και όσο το δυνατόν περισσότερο. Έτσι αποκτήθηκε φτηνή γη την οποία η έλλειψη ανέσεων, η απομόνωση και η απόσταση από το Παρίσι έκανε μη ελκυστική για τους ιδιώτες επενδυτές. Η πυκνότητα των σχεδίων ήταν πολύ υψηλή, έτσι ώστε η επίδραση του ενοικίου της γης στο συνολικό κόστος της κατοικίας να μπορεί να μειωθεί και η ποιότητα της κατασκευής ήταν στο χαμηλότερο επίπεδο, ελαχιστοποιώντας το κόστος, μεγιστοποιώντας τον αριθμό των μονάδων και υπενθυμίζοντας σε όλους την προνοιακή φύση της κατασκευής. Από την αρχή, συνεπώς, το πρόγραμμα ήταν προσβολή για τους μελλοντικούς κατοίκους που επιτεινόταν από την αισθητική των Grands Ensembles, ιδιαίτερα αυτών της πρώτης γενιάς (1955 – 1963). Χρησιμοποιώντας τον ορθολογισμό της τυποποίησης της κατασκευής για να μηχανοποιηθεί ο οικοδομικός τομέας, ομοιόμορφα, μεγάλου ύψους, σε παράλληλες σειρές κτίρια φυτεύτηκαν σύμφωνα με ένα ορθογωνικό πλέγμα, ανοιχτό στο βόρειο άνεμο και κατέκλυσαν τους γκρίζους ουρανούς της Παρισινής πεδιάδας. Πιο πέρα, αν η πόλη είναι κάτι περισσότερο από μια συσσώρευση μονάδων κατοικίας, τότε τα Grands Ensembles δεν έγιναν μια πόλη μέχρι πολλά χρόνια αργότερα: δεν είχαν στην αρχή τους βασικό αστικό εξοπλισμό, όπως υπηρεσίες υγείας, ημερήσια κέντρα, αρκετά σχολεία, πολιτιστικές εξυπηρετήσεις, καταστήματα ή επαρκή δημόσια συγκοινωνία Οι Γάλλοι ανακάλυψαν την έκφραση «το δικαίωμα στην πόλη» και φαίνεται ότι ένας τέτοιος επινοητικός ισχυρισμός υποκινήθηκε από την αντίθεση ανάμεσα σε μια από τις πλουσιότερες αστικές κουλτούρες στον κόσμο στις όχθες του Σηκουάνα και την εμπειρία της απομείωσης της αστικής εγκατάστασης σε ένα τσιμεντένιο, παραγόμενο από το κράτος υπνωτήριο.

7 Τα Μεγάλα Συγκροτήματα υπέστησαν συνολική κριτική η οποία τα απαξίωσε πλήρως στην γαλλική κοινή γνώμη. Παρ’ όλες τις κριτικές, τα Grands Ensembles ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια στο Παρισινό τοπίο για σχεδόν είκοσι χρόνια. Ήταν η απάντηση του κράτους στα αιτήματα για στέγη. Κατέκλυσαν τον ορίζοντα, σκεπάζοντας τις ρομαντικές εικόνες του Παρισιού και δημιούργησαν μια νέα ανθεκτική γενιά μητροπολιτικών κατοίκων. Τότε, μια μέρα την Άνοιξη του 1973, όπως οι δεινόσαυροι, εξαφανίστηκαν ξαφνικά. Για να είμαστε ακριβείς, το ίχνος τους παρέμεινε ακόμα στο Παρισινό έδαφος: τα κτίρια είναι εκεί, οι άνθρωποι εκεί, και η γραφειοκρατία της κατοικίας εκεί. Αλλά αυτά είναι κατάλοιπα. Από την Άνοιξη του 1973 και μετά δεν κτίστηκε ούτε ένα Grand Ensemble. Ούτε αντικαταστάθηκαν όταν παρήκμαζαν. Η ιδέα εξαφανίστηκε. Και, όπως με τους δεινόσαυρους, ήταν μια ξαφνική εξαφάνιση που σε πρώτη ματιά παραμένει μυστήριο. Όπως συνήθως, θα θεωρηθεί ότι η Γαλλική ιστορία έχει αλλάξει με διάταγμα, σύμφωνα με κυβερνητική πρωτοβουλία. Πράγματι η απόφαση του Μ.Guichard, Υπουργού Εξοπλισμού, που απαγόρευσε την κατασκευή συγκροτήματος κατοικίας μεγαλύτερου από μονάδες, σηματοδότησε τον θάνατο της αστικής μορφής που είχε χαρακτηρίσει τα Γαλλικά μητροπολιτικά προάστια για πολλά χρόνια.

8 Ακόμα, εκείνη η δραματική μετατόπιση ήταν η ίδια έκφραση βαθύτερων και πιο περιεκτικών σε νόημα κοινωνικών αντιθέσεων. Η πολιτική οπισθοχώρηση του συνασπισμού των Γκωλικών στις εκλογές του Μαρτίου του 1973 (ιδιαίτερα σοβαρή στα Grands Ensembles) όπως και μια γενικά εχθρική κοινή γνώμη, οδήγησαν σε μια μεγαλύτερη αναμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής στη δημόσια πολιτική, που διαμόρφωσε τις Γαλλικές μητροπολιτικές μορφές. Είναι υπόθεσή μας ότι αυτή η κοινωνική πρόοδος και η συνακόλουθη πολιτική καθορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τα αστικά κινήματα διαμαρτυρίας που έλαβαν χώρα στα Παρισινά Grands Ensembles, στη διάρκεια των δεκαετιών του ’60 και ’70.

9 H Eμφάνιση του Aστικού Συνδικαλισμού: Sarcelles
Tο Sarcelles ήταν το πρώτο Grand Ensemble στη μητροπολιτική περιοχή του Παρισιού και ακόμη παραμένει στη συλλογική μνήμη των Παρισινών ως σύμβολο αυτής της ιδιαίτερης αστικής μορφής. Ήταν, επίσης, η πρώτη κοινότητα που έζησε την ανάπτυξη μιας μεγάλης κινητοποίησης των κατοίκων για να βελτιώσουν την κατοικία και τις συνθήκες ζωής τους, Εδώ εμφανίστηκαν οι ενώσεις ενοικιαστών στη δημόσια κατοικία. και η δυσαρέσκεια των κατοίκων, που ήταν συγκεντρωμένοι σ’ αυτά τα νεόκτιστα προαστειακά υπνωτήρια, κατέληξε σε ψήφο μιας τοπικής κυβέρνησης με κυρίαρχους τους κομμουνιστές. Η κατασκευή του Grand Ensemble ξεκίνησε το 1954 στην περιοχή ενός μικρού αγροτικού χωριού, του Sarcelles, 15 χιλμ. βόρεια του Παρισιού, με πληθυσμό άτομα περίπου. Ολοκληρωμένο το 1974, το Sarcelles περιλάμβανε πάνω από μονάδες με πληθυσμό ανθρώπους. Η προέλευση των κατοίκων: από υπερφορτωμένα ή υποβαθμισμένα σπίτια 43%, από επιπλωμένα ξενοδοχεία 14%, από συγκατοίκηση με άλλες οικογένειες 12,5%, από έξωση 8,7%, πρόσφυγες από Bόρεια Aφρική 4,2%, κ.λπ. κατηγορίες χαμηλοεισοδηματιών. Κτίστηκε σε 3 φάσεις: , , μετά το Το 1974, το 1/3 των κατοίκων ήταν ιδιοκτήτες. Μείξη κατοίκων εργατικής μικροαστικής και μεσαίας τάξης.

10 Δύο σημαντικοί παράγοντες φαίνεται να υπήρξαν στην αφετηρία της αστικής κινητοποίησης. Από τη μια ο υψηλά συλλογικός χαρακτήρας της παραγωγής και διαχείρισης της πόλης: η SCIC ήταν ο επενδυτής, κάτοχος και διαχειριστής για κάθε κτίριο σ’όλη την πόλη, καθώς και ο υπεύθυνος θεσμός για την παραγωγή και παράδοση όλου του βασικού αστικού εξοπλισμού. Ενώ οι άνθρωποι στο Παρίσι δύσκολα μπορούσαν να αντιδράσουν συλλογικά ενάντια στις κακές συνθήκες κατοικίας τους, αντιμέτωποι με ένα σύνολο από ξεχωριστούς σπιτονοικοκύρηδες, όλοι στο Sarcelles αντιμετώπιζαν την ίδια συνθήκη και είχαν να κάνουν με τον ίδιο γραφειοκρατικό συνεταίρο. Η κοινωνικοποίηση του αστικού περιβάλλοντος δημιούργησε τις συνθήκες για την ανακάλυψη κοινών ενδιαφερόντων. Ένα δεύτερο σημαντικό στοιχείο πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν: η τραχύτητα των συνθηκών ζωής για τους πρώτους κατοίκους του Sarcelles. Αν και οι συνθήκες της κατοικίας τους βελτιώθηκαν δραστικά σε σχέση με αυτές που είχαν ζήσει στο Παρίσι, εξαναγκάστηκαν να ζήσουν στο μέσον ενός εργοταξίου, χωρίς εξυπηρετήσεις, με φτωχή συγκοινωνία και πλήρη απουσία αστικής ζωής. Oι μελέτες πάνω στις κοινωνικές σχέσεις στο Sarcelles στη διάρκεια του τέλους της 10ετίας του ’50 και της αρχής της 10ετίας του ’60, δείχνουν μια δραματική πτώση στην επέκταση και τον πλούτο των κοινωνικών δικτύων και της ανθρώπινης αλληλοεπίδρασης σε σύγκριση με την προηγούμενη εμπειρία των κατοίκων. Η απομόνωση ήταν ιδιαίτερα οξεία για τις γυναίκες, πολλές από τις οποίες έπρεπε ν’αφήσουν τις εργασίες τους στο Παρίσι για να φροντίσουν τα παιδιά, χάνοντας επίσης τις επαφές τους με φίλους, οικογένεια και γείτονες, που είχαν απολαύσει στο υπερφορτωμένο αλλά ανθρώπινο περιβάλλον τους.

11 Σχεδόν από τη στιγμή της κατασκευής του πρώτου κτιρίου, το φθινόπωρο του 1957, ιδρύθηκε μια οργάνωση κατοίκων, η Association Sarcelloise (AS) ως αντίδραση στα αστικά προβλήματα και την κοινωνική απομόνωση και ανέλαβε πρωτοβουλίες με πολιτικά στρατευμένους (αριστερή πτέρυγα των σοσιαλιστών του Parti Socialiste Unifie [PSU] και κομμουνιστές του Parti Communiste Français [PCF]). Στη γενική πολιτική ατμόσφαιρα της 10ετίας του ’60 πυροδοτήθηκαν δυναμικές κινητοποιήσεις των αποκάτω. Ένα πρώτο γεγονός ήρθε το 1963, όταν το σύστημα θέρμανσης εξερράγη. 3 άνθρωποι σκοτώθηκαν. Οργανώθηκαν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, διεκδικώντας την αναδιοργάνωση του συστήματος με την απομάκρυνση των κεντρικών καυστήρων από τα κτίρια. Η SCIC αρνήθηκε, για λόγους κόστους… Tότε, λίγες εβδομάδες αργότερα το σύστημα έσπασε ξανά και άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους του Sarcelles. Η AS διαπραγματεύτηκε με την SCIC και πέτυχε την επανεξέταση όλης της εγκατάστασης και την απομάκρυνση των καυστήρων από τα κτίρια. Για πρώτη φορά μια μαζική κινητοποίηση είχε δείξει στον κατασκευαστή ότι οι κάτοικοι των Grands Ensembles δεν ήταν διατεθειμένοι να δεχθούν αυτές τις συνθήκες κατοικίας.

12 Τα επόμενα προγράμματα σχεδιάστηκαν για ανθρώπους με υψηλότερα εισοδήματα και τα ενοίκια στις ήδη υπάρχουσες κατοικίες αυξήθηκαν. Αυτή η κίνηση απείλησε τον εύθραυστο προϋπολογισμό των περισσότερων κατοίκων και οδήγησε σε ένα από τους πιο σημαντικούς αγώνες στο Sarcelles: στην απεργία ενοικίων του 1965 (άρνηση πληρωμής της αύξησης). Παρά τις μεγάλες κινητοποιήσεις των κατοίκων, η SCIC απέρριψε κάθε διαπραγμάτευση και άσκησε πιέσεις στους ιδιοκτήτες ατομικά. Η απεργία, για λόγους και αντιφάσεων στη σχέση μεταξύ της δημοτικής αρχής ως κέντρου των κινητοποιήσεων και του αυτόνομου αστικού κινήματος, σταμάτησε. Tελικά το 1968, υπογράφτηκε μια συμφωνία μεταξύ της SCIC και όλων των οργανώσεων των κατοίκων για την εκμίσθωση όλων των ενοικιαζόμενων κατοικιών στο Sarcelles. Η μεγαλύτερη βελτίωση ήταν η εξάρτηση του ενοικίου από το κόστος κατασκευής. H SCIC κέρδισε τη δυνατότητα σταθερής αύξησης κάθε τρία χρόνια. Οι ενοικιαστές κέρδισαν προστασία ενάντια σε αυθαίρετες και ξαφνικές αυξήσεις. Πιο πέρα εγκαθιδρύθηκε η αρχή ότι η μίσθωση υπόκειται σε συλλογική διαπραγμάτευση, τερματίζοντας έτσι την παραδοσιακή σχέση ανάμεσα στον σπιτονοικοκύρη και τον ενοικιαστή. Ως αποτέλεσμα της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της διαχείρισης της κατοικίας, η συλλογική διαπραγμάτευση εισήλθε στη διαδικασία της κατανάλωσης.

13 Σε εφαρμογή της απόφασης του κράτους για δημιουργία εκλεγμένων Συμβουλίων Κατοίκων σε κάθε Grand Ensemble, η SCIC άνοιξε διαπραγματεύσεις με τις εθνικές ενώσεις ενοικιαστών όλων των τάσεων για να καθορίσει το περιεχόμενο και τη λειτουργία αυτών των Συμβουλίων Kατοίκων. Αρκετά σημαντικό, η Eθνική Συνομοσπονδία Kατοικίας (CNL), η Eθνική Ένωση των Oργανώσεων Oικογενειών (UNAF), η Λαϊκή Oργάνωση των Oικογενειών (APF) και η Συνδικαλιστική Oμοσπονδία Oικογενειών (CSF), όλες αυτές οι εθνικές οργανώσεις, έλαβαν μέρος στη διαπραγμάτευση με τη SCIC, μαζί με την AS: μια μεγάλη ένδειξη του στρατηγικού ρόλου που έπαιξε η κινητοποίηση στο Sarcelles επηρεάζοντας τη νέα συμμετοχική πολιτική του δημόσιου τομέα κατοικίας. Στις 26 Iουνίου του 1965 υπογράφτηκε ένα εθνικό συμβόλαιο ανάμεσα στη SCIC και όλες τις συμβαλλόμενες οργανώσεις, που εγκαθίδρυε την ύπαρξη ενός Συμβουλίου Kατοίκων σε κάθε Grand Ensemble, εκλεγμένου στη βάση μιας ψήφου ανά μονάδα κατοικίας. Τα κινήματα των αποκάτω είδαν την παρουσία τους ν’αναγνωρίζεται θεσμικά για πρώτη φορά. Στο Sarcelles, το Συμβούλιο εκλέχτηκε τον Φεβρουάριο του Η AS κέρδισε την εκλογή με 8 έδρες στις 18 και, υπό την επίδρασή της, το Συμβούλιο από εργαλείο συμμετοχής έγινε μια βάση για αστικό αγώνα.

14 Το 1965, στη βάση μιας διαδεδομένης αστικής αναταραχής και οργάνωσης των αποκάτω, τα αριστερά κόμματα αμφισβήτησαν τη συντηρητική συμμαχία ελέγχου του δήμου. Η αμφισβήτηση δεν ήταν εύκολος στόχος. Ο τομέας του πληθυσμού που είχε έρθει από την Aλγερία ήταν ένα σταθερό κάστρο της άκρας δεξιάς. Ενώ η προαστειακή εργατική τάξη στο Παρίσι έτεινε να ψηφίζει περισσότερο κομμουνιστές και σοσιαλιστές έναντι οποιουδήποτε άλλου τμήματος του πληθυσμού, το Sarcelles δεν είχε μια εργατική πλειοψηφία. Αλλά στη βάση της αστικής κινητικότητας, η αριστερά κέρδισε αρκετές ψήφους και πήρε τις εκλογές με μικρή πλειοψηφία. Εκλέχτηκε ένα συμβούλιο της πόλης με 19 κομμουνιστές (συμπεριλαμβανομένου του δημάρχου), 6 σοσιαλιστές και 6 της αριστερής πτέρυγας σοσιαλιστές. Έκτοτε, στα 1971 και 1977, η αριστερή πλειοψηφία ξαναεκλέχτηκε και ο κομμουνιστής δήμαρχος έγινε στα 1977 βουλευτής από την περιοχή του Sarcelles.

15 Η λαϊκή πίεση που ασκήθηκε στη δεκαετία του ’60 από την AS παρήγαγε δύο μείζονα αποτελέσματα στην πόλη: Άλλαξε τις πολιτικές τάσεις του πληθυσμού, ιδιαίτερα της μεσαίας τάξης. H εμπειρία της συλλογικής κινητοποίησης για θέματα κατοικίας εξηγεί την αλλαγή της πολιτικής στάσης μιας μεσαίας και κατώτερης μεσαίας τάξης που μέχρι τότε χαρακτηριζόταν από το διαχωρισμό της από την εργατική τάξη, ως έκφραση της κοινωνικής απόστασης ανάμεσα στις δύο ομάδες στο χώρο εργασίας. Στη βάση ενός τέτοιου μετασχηματισμού της στάσης, η αριστερά μπόρεσε για πρώτη φορά να κατακτήσει μια προαστιακή τοπική κυβέρνηση σε μια μη εργατική ταξικά πόλη. 2. Kάτω από τη συνδυασμένη πίεση της AS ανάμεσα στα και της δημαρχίας των κομμουνιστών από το 1965, η Sarcelles έγινε μια σχετικά καλά εξοπλισμένη προαστιακή κοινότητα, με εκτεταμένες πολιτιστικές και εμπορικές εξυπηρετήσεις, κοινωνικές υπηρεσίες και καλά σχολεία.

16 ΟΙ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ ΣΤΑ ΓΑΛΛΙΚΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ , 2005
ΟΙ ΕΞΕΓΕΡΣΕΙΣ ΣΤΑ ΓΑΛΛΙΚΑ ΠΡΟΑΣΤΙΑ , 2005

17 ΓAΛΛIA: NOEMBPIOΣ 2005 Στα ίχνη της εξέγερσης
Στοιχεία από την εφημερίδα ΕΠΟΧΗ O πληθυσμός του Παρισιού ανέρχεται σε 11,2 εκατομμύρια. Τα 9 ζουν στα προάστια. Περίπου είναι μετανάστες που εγκαταστάθηκαν μετά το 1990. Clichy-Sous-Bois: H ανεργία πλήττει το 23% του πληθυσμού και το 50% των νέων. Kαμένα αυτοκίνητα ανά νύχτα: 30, 29, 30, 40, 69, 49, 315, 596, 897, 1295, 1408, 1173, 617. Πάνω από οι συλλήψεις. Οι συλληφθέντες καταδικάζονται ακόμα κι αν τα παπούτσια τους έχουν ίχνη βενζίνης. Εξεγερμένες πόλεις: Λυών, Pουέν, Nτιζόν, Mασσαλία, Eβρέ, Pουμπέ, Tουρκουάν, Eμ, Στρασβούργο, Pεν, Nάντη, Nίκαια, Tουλούζη, Mπορντό, Πο, Λιλ κ.ά. Το πλούσιο προάστιο του Nεϊγί διαθέτει μόνο το 2,5% των διαθέσιμων κτιρίων του δήμου του για κοινωνικά προγράμματα δημόσιας στέγασης. Ο νόμος προβλέπει 20%. Επεισόδια που σχετίζονται με τα γαλλικά καταγράφηκαν σε Bέλγιο (Bρυξέλλες, Aμβέρσα και άλλες βελγικές πόλεις), Γερμανία (Bρέμη, Bερολίνο), Δανία (Άαρχους), Iσπανία (Σεβίλλη), Πορτογαλία (Λισαβόνα).

18 Ο νόμος περί κήρυξης περιοχών σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης του 1955 εφαρμόστηκε τελευταία φορά το 1984 στη Nέα Kαληδονία, ενώ στη μητροπολιτική Γαλλία το 1962. 57% δεν θέλουν την απομάκρυνση Σαρκοζί, 73% επικροτούν τα σκληρά μέτρα, 50% έχει αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των μέτρων. Iσλάμ στη Γαλλία: η δεύτερη μεγαλύτερη θρησκεία. Πέντε εκατομμύρια πιστοί εκ των οποίων 35% αλγερινής, 25% μαροκινής, 10% τυνησιακής καταγωγής. Κατοικούν στα μεγάλα κέντρα: Παρίσι, Λιλ, Λυών, Mασσαλία κ.α. Πόλεις με γκέτο: (ενδεικτικά) Παρίσι, Λυών, Λονδίνο, Pώμη, Mιλάνο, Aμβέρσα, Bρυξέλλες, Pότερνταμ… Γκέτο στην Eλλάδα: Mενίδι, Zεφύρι, Δενδροπόταμος Θεσ/νίκης.

19 Ποσοστό των κατοίκων που διαμένουν στο κέντρο:
Στη Nέα Yόρκη 37,8% Στο Λονδίνο 60% Στο Λος Άντζελες 22% Στο Παρίσι 18% Ποσοστό των κατοίκων που γεννήθηκαν εκτός: Bρετανικών Nήσων – Λονδίνο 19,5% Tων 50 Πολιτειών H.Π.A. – Nέα Yόρκη 37,8% Λος Άντζελες 22,6% Mητροπολιτικής Γαλλίας – Παρίσι ,4% Z.U.S.: ευαίσθητες αστικές περιοχές Γαλλία Z.U.S. Kάτω από το όριο της φτώχειας 10% 26,5% Aνεργία 9,9% 20,7% Mονογενεϊκές οικογένειες 8% 15% Έως 20 ετών ,5% ,5%

20 Όταν και ο αστικός σχεδιασμός οδηγεί στην εξέγερση
Aυτό που με κάνει να σχολιάζω τα γεγονότα, είναι η απόλυτα άρρηκτη σχέση τους με τον χώρο στον οποίο διαδραματίζονται. Οι νεκρές ή γκρίζες περιοχές-κατοικίες, οι νεκροί ή γκρίζοι δρόμοι που το βράδυ κυρίως γεννούν τον εφιάλτη ενός εξίσου νεκρού ή γκρίζου πρωϊνού, οι περιοχές στις οποίες συσσωρεύεται η νεολαία του 21ου αιώνα, και ασφυκτιά από την ανία, την αβεβαιότητα, τη φτώχεια, την έλλειψη έστω και υποτυπωδών υποδομών παιδείας, αθλητισμού, αναψυχής, απασχόλησης. Κυκλοφόρησα κάποτε σ’ αυτά τα προάστια, προσπαθώντας να μαζέψω υλικό για δύο έρευνες (μία με αναφορά τα περίχωρα του Παρισιού, τότε που δοκιμαζόταν το πείραμα για τις πόλεις-δορυφόρους, και μία για την περιοχή της Λιλ) με θέμα “ο αστικός σχεδιασμός και οι συμπεριφορές του πληθυσμού”. Και οι δύο έρευνες δηλαδή είχαν ως αναφορά περιοχές φτωχές, περιοχές υπνωτήρια, με πολυόροφες κατασκευές, πρόχειρες, προκατασκευασμένα κουτιά το ένα πάνω στο άλλο, το ένα δίπλα στο άλλο, ή διόροφα, ολόϊδια σπίτια παραταγμένα στη σειρά σαν στρατιωτάκια, με ανύπαρκτο κοινωνικό εξοπλισμό, χωρίς πλατείες, χωρίς αλάνες, χωρίς έστω και υποτυπώδεις παιδικές χαρές. Ο αστικός σχεδιασμός σε όλο του το μίζερο μεγαλείο. Στις περιοχές αυτές είτε τότε, είτε αργότερα, ήταν φανερό ότι κάποια προβλήματα θα ξεσπούσαν. Προβλήματα που χρόνια ολόκληρα, θα μπορούσαν ή να επιλυθούν (η εμπειρία πάντα μπορεί να κινητοποιήσει και να οδηγήσει σε βελτιώσεις) ή να παραμείνουν στα αζήτητα. Στο σκοτάδι. Και να βγουν στο φως όταν το μη παρέκει είναι δίπλα και καραδοκεί. Τότε ή σήμερα ή αύριο. Τώρα βγήκαν στο φως τα προβλήματα. Με φωτιές, εμπρησμούς, καταστροφές, γκαζάκια, μολότωφ, πέτρες. Τώρα τα προβλήματα επεκτείνονται. Και διεκδικούν. Bάσω Kιζήλου Eφημ. “H Eποχή” ( )

21 Aπό τα “κόκκινα” στα “δύσκολα”
Πολλές από τις σημερινές “δύσκολες” συνοικίες αποτελούν ιστορικά τα “κόκκινα” παρισινά προάστια. Η μεταστροφή, από “κόκκινα” σε “δύσκολα”, καταγράφεται στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όπου οι περίφημες κοινωνικές κατοικίες, η ενσάρκωση των ουτοπικών προσδοκιών της μοντέρνας αρχιτεκτονικής για σύγχρονη κατοικία για όλους, γίνονται το γκρίζο σκηνικό της ζωής του γκέτο. Από το ’80 και μετά στην κυβέρνηση βρίσκεται κατά κύριο λόγο το σοσιαλιστικό κόμμα και από το 1995 και μετά η “πληθυντική αριστερά”, μέχρι την απροσδόκητης έντασης αποδοκιμασία των φιλελεύθερων πολιτικών της στις 21 Aπριλίου 2002 που φέρνει τον Λεπέν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Στο διάστημα αυτό η ανάπτυξη νέων μεσαίων τάξεων, έρχεται μαζί με ένα νέο είδος φτώχειας για τα χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα που προέρχονται πια κατά κύριο λόγο, και όχι αποκλειστικά, από τη μετανάστευση. Πρόκειται για μια φτώχεια μόνιμη και γι’αυτό απελπιστική που παγιώνεται και διευρύνεται με την κυριαρχία της ελεύθερης αγοράς. Η ταξική συμμαχία της σοσιαλδημοκρατίας, την οποία ασπάστηκε για μια περίοδο και το κομμουνιστικό κόμμα, σήμανε συμπίεση μέχρι σύνθλιψης των ασθενέστερων, τον στιγματισμό και την εγκατάλειψή τους. Πρόκειται για μια εγκατάλειψη όχι μόνο ως αποτέλεσμα των κεντρικών πολιτικών επιλογών, αλλά και ως άμεση πρακτική. Το έργο της διαχείρισης της κοινωνικής ανέχειας “ανατέθηκε” στους συλλόγους της γειτονιάς μαζί με κάποια πενιχρά μέσα για την επίτευξη ενός στόχου τόσο δυσανάλογου, με αποτέλεσμα η θρησκεία να βρίσκεται σε θέση να αποτελεί τον βασικό κοινωνικό ιστό και οι ιμάμηδες τους επίσημους συνομιλητές με την κεντρική εξουσία. Στο ντελίριο της ακροδεξιάς για τους χαραμοφάηδες που ζουν από τους φόρους των εργαζόμενων πολιτών η κυβερνητική αριστερά απάντησε με μισόλογα περί δυνατών και αδύναμων χωρίς να διστάσει να παίξει το χαρτί της ασφάλειας στις προεδρικές εκλογές του 2002. Έλσα Παπαγεωργίου Εφημ. “H Eποχή” ( )

22 Παραδείγματος χάριν… Tο Kλισί Σου Mπουά είναι η πόλη όπου σημειώθηκαν οι πρώτες συγκρούσεις λίγες μόλις ώρες μετά τον θάνατο των δύο εφήβων από ηλεκτροπληξία. Σε απόσταση 15 χιλιομέτρων ανατολικά του Παρισιού, το Kλισί ανήκει στο διαμέρισμα του Σεν Σαν Nτενί με το νούμερο 93 (“νεφ τρουά” για τους φίλους…) και συνιστά εμβληματική περίπτωση συγκέντρωσης σε έναν περιορισμένο γεωγραφικό χώρο, όλων των δυνατών εκφράσεων της κοινωνικής μιζέριας. Το Kλισί σε διάστημα μιας δεκαετίας μετά τον B’ Π.Π. θα μετατραπεί από μικρή αγροτική κοινότητα σε εργατούπολη-υπνωτήριο με πληθυσμό που στο τέλος της δεκαετίας του ’90 θα προσεγγίσει τους κατοίκους. Με δείκτες ανεργίας που αγγίζουν το 25%, το 75% περίπου του καταγεγραμμένου εργαζόμενου πληθυσμού είναι εργάτες και χαμηλόμισθοι υπάλληλοι, ενώ μόνο ένα 5% των κατοίκων απασχολείται ως διευθύνον προσωπικό. Σύμφωνα με τις εθνικές αξιολογήσεις η σχολική αποτυχία θίγει τους μαθητές/μαθήτριες του Kλισί σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από τον εθνικό μέσο όρο, ενώ το σύνολο των σχολείων του δήμου εξαρτάται από Zώνες Eκπαιδευτικής Προτεραιότητας. Το 50% του συνολικού πληθυσμού είναι νέοι κάτω των 25 ετών. Ο δήμαρχος του Kλισί (Σοσιαλιστής) εκλέχθηκε το 2001 από την πρώτη Kυριακή έχοντας επίσης την υποστήριξη του Kομμουνιστικού Kόμματος. Ωστόσο το ποσοστό του 61,91% δεν αντιπροσωπεύει παρά μόνο ψήφους! Aναλυτικότερα, σε σύνολο κατοίκων, μόλις είχαν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους, εκ των οποίων το 46,85% απείχε. H έντονη παρουσία μεταναστευτικών πληθυσμών ωστόσο δεν αρκεί να εξηγήσει τον ελάχιστο αριθμό εγγεγραμμένων. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα αναλυτικά στοιχεία, η μη επίδραση της αύξησης του νεανικού πληθυσμού στον αριθμό των εγγεγραμμένων ο οποίος μειώνεται σταθερά από το 1995, μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι ένα σημαντικό ποσοστό νέων γάλλων πολιτών με μεταναστευτική καταγωγή παραιτείται από την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος αποφεύγοντας την εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους. Εφημ. “H Eποχή” ( )


23 Τραγωδία, φάρσα ή τραγική φάρσα της γαλλικής Republique;
Tο 1955, η γκωλική δεξιά ένιωσε να πλήττεται το αποικιακό της όραμα για τον “εκπολιτισμό των βαρβάρων” και κήρυξε απαγόρευση κυκλοφορίας των εξεγερμένων αλγερινών. Πενήντα χρόνια μετά, η επαναφορά του ίδιου μέτρου, αλλά με γάλλους αυτή τη φορά αποδέκτες, συμπίπτει χρονικά με το μνημόσυνο του θανάτου του Nτε Γκωλ. Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης περιλαμβάνει εκτός από την απαγόρευση κυκλοφορίας σε μη συνοδευόμενα “αληταριά”, την ενίσχυση των αστυνομικών δυνάμεων και την επανενεργοποίηση του σοσιαλδημοκρατικής έμπνευσης ρόλου του “μπάτσου της γειτονιάς”, την όσο το δυνατόν πιο άμεση και παραδειγματική τιμωρία των δραστών, άμεσες οικονομικές κυρώσεις σε “ανεύθυνους γονείς” που πλέον δεν αξίζουν τις επιχορηγήσεις του κράτους, και, last but not least, την απέλαση από το γαλλικό έδαφος κάθε ατόμου με ή χωρίς χαρτιά που “αγνώμον προς τα δημοκρατικά ιδεώδη” ενεπλάκη σε άνομες πράξεις. Πρόκειται για μια πολιτική μηδενικής ανοχής που έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή με τους πρότερους νόμους του Σαρκοζί περί εσωτερικής ασφάλειας (κι αναμένεται να συμπληρωθεί από έναν τρομονόμο που ετοιμάζεται για τον Δεκέμβρη). Την ίδια στιγμή, πολιτοφυλακές συστήνονται και περιφρουρούν τις θερμές ζώνες ενώ φιλήσυχοι πολίτες μετά από πρόσκληση των δεξιών δημάρχων τους διαδηλώνουν μπροστά στα δημαρχεία ζητώντας να επικρατήσει η ειρήνη και φέροντας μαγικά ραβδάκια. Προς το παρόν, ο στρατός μένει στον πάγκο, κάτι που επιτρέπει στην ακροδεξιά το μειδίαμα αλλά και της στερεί το γέλιο καθώς και σημαντικό μέρος του εκλογικού της σώματος.

24 Το μέτρο απαγόρευσης της κυκλοφορίας, πέραν της βαρύνουσας ιστορικής και συμβολικής σημασίας του, ψηφίστηκε τη στιγμή ακριβώς που άρχισε να παρατηρείται ύφεση των συγκρούσεων στα παρισινά προάστια, ενώ άφησε “σκεπτικούς” και “προβληματισμένους” τόσο τους δεξιούς δημάρχους όσο και τα συνδικαλιστικά όργανα των αστυνομικών (όπως εξάλλου και η σύσταση πολιτοφυλακών), για να εφαρμοστεί τελικά σε 5 ή 6 διαμερίσματα. Από την άλλη, η ποινικοποίηση της φτώχειας και της κοινωνικής αποσάρθρωσης που πλήττει μεταξύ άλλων και την οικογένεια εγκαλεί 15χρονα πιτσιρίκια που ανακάλυψαν ένα νέο παιχνίδι διεκδικώντας κι αυτά ένα λεπτό τηλεοπτικής δημοσιότητας που κέρδισε στο χθεσινό δελτίο των 8.00 η διπλανή γειτονιά. Ως αντιστάθμισμα, η κοινωνική προσφορά του Bιλπέν περιλαμβάνει την επανα-χρηματοδότηση των συλλόγων που κατάργησε πρόσφατα ο προκάτοχός του, Pαφαρέν, οικονομικές διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις που εγκαθίστανται σε προάστια με υψηλή ανεργία και αντλούν από αυτά το ένα τρίτο του προσωπικού τους, επιδόματα και προγράμματα επανένταξης και επιμόρφωσης νέων ανέργων, “οικοτροφεία αριστείας”, πλαίσιο επαγγελματικής κατάρτισης από τα 14 χρόνια, σχέδια ανακατασκευής και επέκτασης των κοινωνικών κατοικιών.

25 Ο ορίζοντας των κοινωνικών μέτρων επίλυσης της κρίσης δεν πάει πέρα από τα όρια της διαχειριστικής πολιτικής μιας πληθυντικής και κυβερνητικής αριστεράς, και μάλιστα παλινωδεί στο τελευταίο και πιο αντιδραστικό της κεφάλαιο. Το πιο κοινωνικό προσωπείο που μπορεί να πάρει η γαλλική δεξιά την οδηγεί στον πολλαπλασιασμό των “ειδικών” και των τεχνοκρατών της κοινωνικής μιζέριας: ο λόγος στους κοινωνιολόγους, πολεοδόμους, ρυμοτόμους, επιμορφωτές παντός τύπου, και μεσάζοντες συλλόγων φυτευμένων από τα πάνω που δυστυχώς κατέληξαν να γίνονται η βιτρίνα μιας “προοδευτικής” – αλλά και πάντα προσδεδεμένης στην εξουσία – αριστεράς χωρίς έρεισμα και δεσμούς με τα στρώματα που διατυμπανίζει ότι αντιπροσωπεύει. Ή μήπως θα τους παραδώσει στα επιμορφωτικά προγράμματα του Bιλπέν, ο οποίος προαναγγέλλει την κατάργηση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης μέχρι τα 16 χρόνια για όσους μαθητές “στερούνται ταλέντου” με το πρόσχημα ότι μπορούν να το βρουν σε μια τέχνη; Πάνος Aγγελόπουλος Εφημ. “H Eποχή” ( )

26 Pάπισμα από τη Γαλλία Aυτό που βλέπουμε σήμερα στις γαλλικές πόλεις είναι προϊόν των ανεκπλήρωτων και τραυματισμένων υποσχέσεων μιας κοινωνικής και λαϊκής Republique και όχι συνέπεια κάποιου, υποθετικώς ενιαίου και υπερβατικού, “γαλλικού μοντέλου”. Αυτό που βλέπουμε είναι καρπός μιας ελιτίστικης, αλαζονικής και επιρρεπούς στο φιλελεύθερο μάνατζμεντ πολιτικής αντίληψης, μιας άποψης που θέλει, εδώ και χρόνια, να τελειώνει με τη “γαλλική εξαίρεση” και να προσεγγίσει, επιτέλους, την αμερικανική εμπειρία. Και η ειρωνεία είναι ότι η αμερικανική εμπειρία (το όραμα του Σαρκοζί αλλά και μιας μερίδας της φιλελεύθερης αριστερής διανόησης) ήλθε από εκεί που δεν το περίμεναν οι ελίτ: ήλθε από τα κάτω, από το γκέτο και τις πόλεις του μπετόν που περιβάλλουν τη μητρόπολη. Τα χαρακτηριστικά της εξέγερσης φανερώνουν, πράγματι, μια τεράστια απόσταση από τον παραδοσιακό γαλλικό “κώδικα αναταραχής” όπως τον αποκαλούσε ο Tοκβίλ. Ένας καταστροφισμός και μια συλλογική ενέργεια χωρίς πλαίσιο και ορίζοντες προσδοκιών. Μια εξέγερση χωρίς κείμενα – εκτός από τις συνεννοήσεις του ίντερνετ – χωρίς αφίσες και συνθήματα, χωρίς συνελεύσεις, πορείες, εκπροσώπους ή “γραφεία τύπου”. Μια εξέγερση χωρίς πολιτική, χωρίς καν ιδεολογική πρόφαση.

27 Δεν είναι τυχαίο που αυτές τις νύχτες δεν καίγονται τόσο σύμβολα του πλούτου ή της δομικής ισχύος του “συστήματος” αλλά οι πόροι της ίδιας της συνοικιακής ζωής, το σχολείο, ο παιδικός σταθμός, το αυτοκίνητο ή το μαγαζί του γείτονα. Η βία στράφηκε κυρίως κατά των όσων συμβολίζουν την καθημερινότητα, το άμεσο οπτικό περιβάλλον μιας γενιάς που ζει και η ίδια την αμεσότητα των επιθυμιών της, την απόσχιση από την ιστορία. Ακόμα και το αντι-αστυνομικό μένος δεν φαίνεται εδώ να εκφράζει την επίθεση σε έναν “κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους” αλλά μια βεντέτα με εκείνους που μπλέκονται στην ίδια καθημαγμένη επικράτεια, στο ίδιο δίκτυο της αλληλο-επιτήρησης και της αμοιβαίας πρόκλησης. Εξ ου και η απουσία ελπίδας και η παντελής έλλειψη ουτοπικών στοιχείων σε αυτή τη νέα σκηνή της μητροπολιτικής εχθρότητας. Ως εάν στον κυνισμό και στην αποστασία των ελίτ ανταποκρίθηκε το αντι-όραμα του πλήθους και η δική του απόσχιση από τα νεκρά συμβόλαια. Και το ερώτημα για την αριστερά παραμένει σκληρό και αδυσώπητο: πότε θα ανασυσταθεί ένας λαός εκεί που σήμερα προβάλλει η αυτοκαταστροφή των “αθλίων” και η αυτοσυντήρηση των δημαγωγών; Nικόλας Σεβαστάκης Εφημ. “H Eποχή” ( )

28 Mιμουνά Xατζάμ, εκπρόσωπος της οργάνωσης Africa 93:
Τώρα οι πολιτικοί ενδιαφέρονται για τα προβλήματα των νέων

Eρ.: Εκείνο που προκαλεί απορίες είναι ότι δεν πυρπολήθηκαν μόνο αυτοκίνητα αλλά και σχολεία – κάτι που δεν συνέβαινε στις παλιότερες εκρήξεις τη δεκαετία του 1980 και του 1990…

Aπ.: Ξέρετε, καίνε τα σχολεία γιατί συμβολίζουν την αποτυχία τους. Γιατί όλο και περισσότεροι νέοι βρίσκονται αποκλεισμένοι από το σχολικό σύστημα, στρέφονται πραγματικά προς τάξεις – σκουπιδαριά. Το σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης δεν χαίρει καμίας εκτίμησης γιατί στα Λύκεια, σε αυτή την εκπαιδευτική κατηγορία, δεν συναντάμε παρά φτωχούς μαθητές, παιδιά εργατών και ανέργων. Όχι τα παιδιά των μεσαίων τάξεων, των γιατρών, των δικηγόρων, των εκπαιδευτικών. Ο προσανατολισμός λοιπόν προς αυτούς τους εκπαιδευτικούς κλάδους ισοδυναμεί με αποτυχία. Οι νέοι λοιπόν σήμερα εγκαταλείπουν το σχολείο στα 16 τους… Δεν συμφωνώ βέβαια με την καταστροφή των σχολείων αλλά πρέπει να δούμε τις αιτίες πίσω από την καταστροφή τους. Για παράδειγμα εγώ ζω εδώ και 23 χρόνια στο διαμέρισμα, και μπορώ να σας πω ότι δεν έχουμε κανενός είδους εξαιρετική μεταχείριση. Αντιθέτως. Δεν έχουμε αρκετούς καθηγητές και όταν τελικά έρχονται καθηγητές, θα πρόκειται για νέους, άπειρους… Δεν φταίνε και οι εκπαιδευτικοί. Αντιμετωπίζουν τάξεις πολύ φτωχών μαθητών… Πρόκειται για φαύλο κύκλο.

29 Eρ. :. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε κάποια μέτρα
Aπ.: Δεν θα λύσουν τα βαθύτερα αίτια του προβλήματος. Εδώ και 30 χρόνια γίνεται το ίδιο πράγμα, δεν αντιμετωπίζονται οι βαθύτερες αιτίες του προβλήματος. Εδώ και 30 χρόνια δόθηκαν χρήματα, μέσα έστω και αν τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε κάποια υποχώρηση. Τι ανακοίνωσε η κυβέρνηση, για παράδειγμα, αναφορικά με μέτρα για την απασχόληση; Απολύτως τίποτε. Και σε ό,τι αφορά την κατάρτιση από τα 14, προσωπικά είμαι κατηγορηματικά αντίθετη: χρειαζόμαστε περισσότερο σχολείο για τα παιδιά ενώ έτσι θα παραδίδουμε τα παιδιά νωρίτερα στα αφεντικά, στους νόμους της αγοράς. Αντιθέτως εγώ πιστεύω ότι χρειαζόμαστε περισσότερη εκπαίδευση των παιδιών, καλύτερους καθηγητές… Εκείνο που χρειάζεται δηλαδή είναι να ενεργήσουμε σε ό,τι αφορά την απασχόληση. Δεν μπορεί να γίνει αυτό αμέσως, λόγω της παγκοσμιοποίησης. Αλλά εδώ και χρόνια τα συνδικάτα προτείνουν την απαγόρευση των απολύσεων από εταιρείες που έχουν κέρδη. Γιατί, εδώ στην περιοχή μου, η Alstom, απειλεί να μεταφέρει τα εργοστάσιά της…

30 Πρόκειται για την τελευταία επιχείρηση που βρίσκεται στην πόλη μας, των κατοίκων, όπου το ποσοστό της ανεργίας ανέρχεται σε 39% του ενεργού πληθυσμού. Πιστεύω ότι αυτή είναι η βαθύτερη αιτία, η απασχόληση. Και ξέρετε οι μικρές, προσωρινές δουλειές δεν μπορούν να θρέψουν ολόκληρες οικογένειες, και μάλιστα πολυμελείς όπως είναι οι οικογένειες εδώ, 4 και 5 παιδιά. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, το βάρος πρέπει να πέσει στην απασχόληση και κυρίως στην απασχόληση των νέων, στην κατάρτισή τους. Είναι γενναιόδωρο αυτό που πρότεινε ο Σιράκ για μια Υπηρεσία για τη βοήθεια των νέων, αλλά πρόκειται για μικρό μέτρο. Εμένα ο γιός μου είναι 24 ετών έχει κάνει ανώτατες σπουδές και δεν βρίσκει δουλειά. Σήμερα τα παιδιά κάνουν σπουδές και δεν βρίσκουν δουλειά. Και δεν είναι μόνο το θέμα της απασχόλησης αλλά και της στέγης. Ζούμε σε πόλεις – και δεν θα τις συγκρίνω με εκείνες στις HΠA, τα γκέτο – όπου όμως υπάρχει όλο και λιγότερη κοινωνική ανάμειξη, όπου ουσιαστικά είμαστε έγκλειστοι, δεν έχουμε επιλογή, είμαστε φτωχοί μεταξύ φτωχών… Στην πόλη μου, για παράδειγμα, υπάρχουν 87 εθνικότητες. Εφημ. “Aυγή” ( ) H Mιμούνα Xατζάμ ζει 30 χρόνια στην Kουρνέβ, στο Σεν Nτενί, μια από τις ευαίσθητες περιοχές που γνώρισαν την έκρηξη των νέων.


31 Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την Eυρώπη: Oι μετανάστες
Οι μετανάστες μαζί με πολλούς εθνικούς Γάλλους του ίδιου ταξικού προσδιορισμού στο Παρίσι ωθούνται στα περίφημα dortoirs, τις “πόλεις-κοιμητήρια”, προάστια γκρίζα με φτηνιάρικες πολυκατοικίες και χωρίς υποδομές, όπως η Σαρσέλ, ή το Kλισί-Σου-Mπουά, όταν σιγά σιγά το Παρίσι θα αποκαθαρθεί από τους λαϊκούς πληθυσμούς του και από εργατούπολη θα απολήξει σε πόλη μπουρζουάδων. Η πολωμένη κοινωνική γεωγραφία των πόλεων δεν αφορά μόνο το Παρίσι και ούτε βέβαια μόνο τη Γαλλία. Στη Λυόν, στη Mασσαλία, στην Tουλούζη και αλλού, στις υποβαθμισμένες γειτονιές, στα υποβαθμισμένα σχολειά θα βρεις τους προλετάριους μετανάστες αλλά και όσους Γάλλους φτωχούς δεν καταφέρουν να φύγουν για μια καλύτερη γειτονιά, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω υποβάθμισή τους. Οι υποβαθμισμένοι ταξικοί θύλακες στη γαλλική κοινωνία δεν είναι αυτό καθεαυτό το συστατικό της σημερινής εξέγερσης. Αυτοί υπάρχουν εδώ και 30 χρόνια. Το τοπίο της εξέγερσης είναι η περαιτέρω εγκατάλειψη αυτών των πόλεων και των πληθυσμών τους, τα πεπαλαιωμένα κτίρια με τις χαλασμένες και ανεπισκεύαστες υποδομές, τα προβληματικά συστήματα θέρμανσης, τα σπασμένα παράθυρα, το στοιχειώδες σύστημα αστικών διευκολύνσεων, πολιτιστικών και αθλητικών δραστηριοτήτων, τα υπερφορτωμένα και υποβαθμισμένα σχολειά.

32 Οι συνεχείς περικοπές κονδυλίων από τις υποβαθμισμένες γειτονιές (θέσεις καθηγητών, εκπαιδευτικών, κοινωνικών λειτουργών, κατάργηση οργανώσεων στήριξης νέων). Η χρόνο με το χρόνο μείωση των κοινωνικών προγραμμάτων για δράσεις στις γειτονιές, των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για νέους, η μείωση των προγραμμάτων καταπολέμησης της ανεργίας, η ενίσχυση του κατασταλτικού ρόλου της αστυνομίας με ταυτόχρονη περικοπή των θέσεων στην αστυνομία που έχουν στόχο την παρέμβαση στις γειτονιές και την πρόληψη με γνώση των προβλημάτων των νέων. (Σύμφωνα με τον Σαρκό η δουλειά των αστυνομικών δεν είναι να παίζουν ποδόσφαιρο με τους νέους αυτούς αλλά να τους συλλάβουν). Το τοπίο της εξέγερσης της λαϊκής νεολαίας είναι ο θεσμικός, αν και ανομολόγητος, ρατσισμός της γαλλικής δημοκρατίας, είναι η ανεργία πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς που χτυπάει περισσότερο τους μετανάστες, είναι το κενό και η έλλειψη προοπτικής για το αύριο της λαϊκής νεολαίας που βρίσκεται παροπλισμένη και χωρίς εφόδια. Σ’αυτό το τοπίο θα αναπτυχθεί το Mίσος (οραματική γαλλική ταινία του Mατιέ Kάσσοβιτς των μέσων της δεκαετίας του ’90), το αίσθημα του αποκλεισμού, η ψυχολογία του τείχους όλα αυτά που θα στρέψουν πολλούς νέους στην ήπια ή πιο οργανωμένη (ναρκωτικά) κοινωνική παραβατικότητα ή στη σκληροτράχηλη ταυτότητα του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Γεωργία Πετράκη Εφημ. “Aυγή” ( )

33 Γαλλία: O Σαρκοζί ανάβει φωτιές κι η τηλεόραση τις φουντώνει
Δεύτερος μύθος, το Παρίσι. Τα επεισόδια αυτά δεν γίνονται στο Παρίσι, όπως και σε καμία άλλη μεγάλη πόλη. Γίνονται στα προάστιά τους. Γεωγραφικά είναι δίπλα στις πόλεις, κοινωνικά και κοινωνιολογικά όμως απέχουν παρασάγγας. Τα κέντρα των μεγάλων πόλεων είναι καθαρά και προστατευόμενα, τα κτίρια είναι καλοδιατηρημένα, οι κάτοικοί τους σχετικά ευκατάστατοι, οι συγκοινωνίες τακτικές, οι βιτρίνες των καταστημάτων ελκυστικές, έχει πάρκα, σχολεία, ταχυδρομεία, νοσοκομεία, βιβλιοθήκες, παιδικούς σταθμούς, ταμεία ανεργίας, εστιατόρια, μεγάλες πλατείες, φαρδιά πεζοδρόμια. Στα προάστια δεν έχει απολύτως τίποτε απ’ όλα αυτά. Οι πολυκατοικίες – τεράστια συγκροτήματα, βιαστικά χτισμένα στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 με φτηνά υλικά – διαλύονται ήδη στα εξ ων συνετέθησαν. Όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα μετακομίζουν αλλού, οι υπόλοιποι μένουν. Τι να κάνουν; Tο ποσοστό ανεργίας είναι τρεις φορές ψηλότερο απ’ό,τι σε εθνικό επίπεδο, ένας νέος στους δύο είναι άνεργος. Και πώς να βρει δουλειά; H εμφάνισή του, η αμφίεσή του, ο τρόπος ομιλίας του, η αποτυχία του στο σχολείο του το απαγορεύουν. Πολλές φορές και μόνον η διεύθυνση της κατοικίας του αρκεί για να μην προσληφθεί σε καμιά δουλειά. Τα σχολεία λειτουργούν μόνον με τα παιδιά των φτωχών, πώς να μην πέσει το επίπεδο της εκπαίδευσης; Tα μαγαζιά κλείνουν το ένα μετά το άλλο, και για λόγους ασφαλείας αλλά και γιατί δεν έχουν πελατεία. Σε ορισμένες περιοχές δεν υπάρχει συγκοινωνία. Μόνον αλάνες υπάρχουν, όπου μαζεύονται οι πιτσιρικάδες με ξυρισμένα κεφάλια – απαραίτητο όταν πλακώνεσαι στο ξύλο – κι ακουστικά βιδωμένα στ’αυτιά τους. Και κανένα γήπεδο. Και πάρκινγκ. Ατέλειωτα πάρκινγκ αυτοκινήτων, όπου αν βάλεις φωτιά σε ένα, αρπάζουν όλα ….

34 Τέταρτος μύθος, ότι καίνε τα αυτοκίνητα του κοσμάκη
Τέταρτος μύθος, ότι καίνε τα αυτοκίνητα του κοσμάκη. Τα δικά τους αυτοκίνητα καίνε, του γείτονά τους, των ανθρώπων που μένουν στο ίδιο συγκρότημα μ’ εκείνους. Δεν πάνε σε άλλη γειτονιά, ακόμα λιγότερο στο κέντρο της πόλης, για να κάψουν αυτοκίνητα. Δεν πάνε αλλού γιατί δεν έχουν μάθει να φεύγουν από τη γειτονιά τους. Εκεί κατοικούν, εκεί βάζουν φωτιές. Δεν πρόκειται για κανένα οργανωμένο σχέδιο επιθέσεων που στοχεύει στην αποσταθεροποίηση της Γαλλίας. Σε τίποτε δεν στοχεύει. Δεν υπάρχει καν σχέδιο. Ούτε καν διεκδίκηση. Πρόκειται για μια κραυγή διαμαρτυρίας, θυμού. Άγρια κραυγή. Πολλαπλή. Δεν εξαπλώνεται κατ’εντολήν, απλώς είναι πολλά τα ηχεία που την αντανακλούν. Είναι πολλοί οι άνθρωποι που ασφυκτιούν στην απομόνωσή τους και νιώθουν την ανάγκη να φωνάξουν. Να δηλώσουν ότι υπάρχουν, ότι δεν ανέχονται μια κοινωνία που τους αγνοεί όταν δεν τους καταπιέζει. Φωνάζουν άτσαλα; Eίναι αδιανόητο να καίνε λεωφορεία με τους επιβάτες μέσα; Eίναι αυτοκτονικό να καίνε τα σχολεία, τους παιδικούς σταθμούς, τα ασθενοφόρα; Σίγουρα είναι, τι να κάνουμε όμως; H σκέψη τους είναι περιορισμένη και η συνειδητοποίησή τους ανύπαρκτη. Οτιδήποτε θυμίζει το κράτος, έστω και από μακριά, είναι εχθρός. Αυτά τα πράγματα τα ξέρει όλος ο κόσμος, και οι δημοσιογράφοι που σχολιάζουν τον αριθμό των καμένων αυτοκινήτων και η κυβέρνηση που επέβαλε κατάσταση έκτακτης ανάγκης κι απαγόρευση της κυκλοφορίας μετά τις 10 το βράδυ στις πληγείσες περιοχές, αναβιώνοντας ένα νόμο που είχε ψηφιστεί στη διάρκεια του πολέμου της Aλγερίας (1955). Ο νόμος που έγινε για τους πατεράδες, εφαρμόζεται στα παιδιά τους. Κι όπως πολύ εύστοχα είπε ένας εικοσιεξάχρονος, “θα μας τρελάνουν, δε φτάνει που είμαστε κλεισμένοι στο γκέτο μας, τώρα μας απαγορεύουν να βγαίνουμε κι απ’τα σπίτια μας”.

35 Όσο για τα κανάλια της τηλεόρασης, αντί να μεταδίδουν τα ποσά που κόπηκαν από τις χρηματοδοτήσεις των συλλόγων κι εθελοντικών σωματείων που ασχολούνται με τους νέους στα προάστια με προβλήματα, που τους βοηθάνε στα μαθήματά τους, που τους συνδράμουν στις διάφορες γραφειοκρατικές διαδικασίες, που τους εξηγούν πώς να ψάξουν για δουλειά, που τους κάνουν κοινωνική και πολιτική αγωγή, που τους μαθαίνουν τα δικαιώματά τους, που τους μιλάνε για την αντισύλληψη, αντί να καταγράφουν τις μειώσεις των κονδυλίων του κρατικού και του δημοτικού προϋπολογισμού που συνεπάγεται κλείσιμο σχολείων, ιατρικών κέντρων, αθλητικών χώρων, αντικατάσταση των περιπόλων της δημοτικής αστυνομίας που γνωρίζει τους νέους της περιοχής της με σποραδικές εφόδους αρματωμένων MAT που συλλαμβάνουν και ξυλοκοπάνε όποιον νέο βρουν μπροστά τους, αντί να καταμετρούν τον αριθμό των οικογενειών των 6 ατόμων που ζουν σε 30 τετραγωνικά μέτρα και κατά συνέπεια τα παιδιά μεγαλώνουν στο δρόμο – γιατί πού να μεγαλώσουν αλλού κι ας θέλει η κυβέρνηση να τους επιβάλλει να κλειστούν στα σπίτια τους – αντί να δίνουν τον αριθμό των ασανσέρ που δεν λειτουργούν, τον αριθμό των διαμερισμάτων που τους έχουν κόψει το ηλεκτρικό γιατί οι ένοικοι δεν έχουν να το πληρώσουν – τα κανάλια λοιπόν επέλεξαν να συγκινούν την κοινή γνώμη αναφέροντας τον αριθμό των φλεγόμενων αυτοκινήτων και να κινδυνολογούν σπεκουλάροντας πάνω στη γενίκευση της βίας. Δεν είναι όμως ούτε το πρώτο ούτε το τελευταίο τους ατόπημα. Nίκος Προκόβας Εφημ. “Aυγή” ( )

36 O επισκέπτης Η εξέγερση των νεαρών Γάλλων είναι μια εξέγερση ταξική και φυλετική (racialiste) – οι αποκλεισμένοι και περιθωριοποιημένοι εναντίον των άλλων, οι έγχρωμοι, αραβικής ή αφρικανικής καταγωγής, εναντίον των λευκών αυτοχθόνων – μείγμα που την καθιστά εκρηκτική και δυνάμει πολιτικά επικίνδυνη. Είναι μια εξέγερση ανομική, απολιτική, δίχως αιτήματα και διεκδικήσεις, χωρίς καν λόγο, χωρίς βεβαίως οργάνωση. Μια γιορτή της παρεΐστικης βίας σε μεγάλη κλίμακα, ένα πανηγύρι της φωτιάς, χωρίς φραγμό. Καίνε τα αυτοκίνητα των γειτόνων τους (και όχι των πλουσίων κατοίκων των προνομιούχων περιοχών του Παρισιού), καίνε παιδικούς σταθμούς, σχολεία, ακόμη και νοσοκομεία. Από πού ξεπήδησε ξάφνου τόση βία; Mα, απλούστατα, από την καθημερινή ζωή των παιδιών αυτών, από τις συνθήκες και τον τρόπο της ζωής στα γκέτο τους, ένα είδος πολεοδομικού απαρτχάϊντ. Η βία είναι μόνιμο στοιχείο της καθημερινότητας εκεί, εκδηλώνεται στις μεταξύ τους σχέσεις, σπάνε βιτρίνες, καίνε, κλέβουν, χτυπάνε και χτυπιούνται. Ακόμη και εκείνος που γνωρίζει ελάχιστα για τα γαλλικά προάστια, αλλά έχει δει το “Mίσος” (1995) του Mατιέ Kάσσοβιτς, δεν απορεί για τη βία των πρόσφατων γεγονότων. Καταστρέφουν σχολικά κτίρια γιατί το σχολείο δεν σημαίνει απολύτως τίποτε για αυτούς, δεν είναι ούτε ο ιερός χώρος της γνώσης, γιατί δεν έμαθαν τίποτε εκεί, μήτε καν γαλλικά, ούτε ο θεσμός που τους υπόσχεται ένταξη, εργασία, βελτίωση της ζωής τους. Ξέρουν ότι θα ζήσουν ως άνεργοι – ήδη ο ένας στους δύο, στην ηλικία 15-24, είναι άνεργος. Σταύρος Zουμπουλάκης Εφημ. “Aυγή” ( )

37 Συνέντευξη του πανεπιστημιακού και συγγραφέα Mike Davis

Eρ.: Tη στιγμή αυτή οι εξεγέρσεις των “Γάλλων αποκλεισμένων” είναι πρωτοσέλιδο στο διεθνή Tύπο. Ήσασταν από τους πρώτους που ασχοληθήκατε με το θέμα των μητροπολιτικών εξεγέρσεων, με αφορμή τις ταραχές στο Λος Άντζελες το ’92. Bλέπετε κάποιες ομοιότητες και διαφορές με σήμερα;

Aπ.: Tο 1992 έθεσα το ερώτημα αν οι εξεγέρσεις στο Λ.A. αποτελούν το προανάκρουσμα μιας “αμερικανικής Iντιφάντα”. Σήμερα βλέπουμε το πρόπλασμα μιας “γαλλικής” ή ακόμα και μιας “ευρωπαϊκής ιντιφάντα”. Υπάρχουν πολλές αναλογίες με παλαιότερες εμπειρίες: η παλαιστινιακή, η πρόσφατη αλυσίδα μίνι εξεγέρσεων στα γκέτο της M. Bρετανίας, η εξέγερση για τη δολοφονία του Pόντνεϊ Kινγκ, ακόμα και το κίνημα των πικετέρος στο Mπουένος Άϊρες.

Eρ.: Είναι τέτοιου είδους ταραχές η απαρχή ενός κινήματος ή ξεσπάσματα βίας του σύγχρονου περιθωρίου;

Aπ.: Βάζοντας κατά μέρος τις εθνικές διαφορές, τουλάχιστον για την ώρα, μπορούμε να πούμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα παγκόσμιο φαινόμενο, όπου οι νέοι των μεγαλουπόλεων εξεγείρονται ενάντια στην κοινωνική εγκατάλειψη και την αστυνομική κτηνωδία.

38 Eρ.: Στο βιβλίο που ετοιμάζετε μιλάτε για τα παγκόσμια γκέτο και τις σύγχρονες ζώνες εξαθλίωσης στις παρυφές των μεγαλουπόλεων. Θεωρείτε αυτή τη διαδικασία αναστρέψιμη;

Aπ.: Στο καινούργιο μου βιβλίο “Planet of Slums” – “O πλανήτης των παραγκουπόλεων” – περιγράφω το πώς οι εστίες συγκρούσεων χαμηλής έντασης, στις περιφέρειες των σύγχρονων “φτωχογειτονιών”, είναι αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της “θαυμαστής νέας” αστικής ανάπτυξης. Πολλές από τις εξεγέρσεις των “σύγχρονων κολασμένων” μοιάζουν μηδενιστικές, χωρίς κατεύθυνση. Παρ’όλα αυτά οι στρατιές των περιθωριοποιημένων νέων και ανέργων που ζουν στα σύγχρονα γκέτο των προαστίων ανακαλύπτουν αυτή τη στιγμή ένα νέο στρατηγικό όπλο: την ικανότητά τους να “σακατεύουν” τα κρίσιμα κομβικά σημεία και τους συγκοινωνιακούς άξονες στις παρυφές των αστικών κέντρων και να μεταφέρουν τον “ανταρτοπόλεμο” από περιοχή σε περιοχή, με τέτοια ταχύτητα και κινητικότητα που εξουδετερώνει τη συγκέντρωση των δυνάμεων καταστολής. Το ίδιο το φαινόμενο της περιθωριοποίησης αποτελεί πλέον απρόσμενη κοινωνική δύναμη. Σε μια ζωή καθημερινής βίας, ταπείνωσης, αυτοϋποτίμησης, όπως η ζωή στα σύγχρονα γκέτο, τέτοιου είδους εξεγέρσεις ενσαρκώνουν τόσο την ελπίδα όσο και την οργή. Ας τρέμουν οι “φιλήσυχοι πολίτες”.

39 Eρ.: Στα βιβλία σας ασχολείστε ιδιαίτερα με το πώς οι λεγόμενες “φυσικές καταστροφές” πλήττουν ιδιαίτερα τους μη προνομιούχους, κάτι που είχατε προβλέψει και στον τυφώνα “Kατρίνα”, σε ανύποπτο χρόνο. Θεωρείτε ότι επρόκειτο για το “χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου”;

Aπ.: H εθνοκάθαρση που συνέβη στη Nέα Oρλεάνη, γιατί περί αυτού πρόκειται, είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα που έχω δει να γίνονται στις HΠA όσο ζω. Η συντηρητική ηγεσία του Kογκρέσου έχει εσκεμμένα αναστείλει τα προγράμματα προσωρινής στέγασης, τα δάνεια σε μικρές επιχειρήσεις, τις επαγγελματικές επιδοτήσεις, με σκοπό να αποδυναμώσει τη μαύρη κοινότητα των Δημοκρατικών, που κρατά την ισορροπία των δυνάμεων στη Nέα Oρλεάνη. Όπως το έθεσε ωμά ένας Pεπουμπλικανός γερουσιαστής, “ο Θεός έκανε αυτό που δεν μπορούσαμε να κάνουμε εμείς για να καθαρίσουμε τις εργατικές κατοικίες”. Αλλά το να πετάς τους φτωχούς έξω από την πόλη, στο όνομα της “εξυγίανσης” ή του “εξωραϊσμού”, αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο και ανάγεται πλέον σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα ανθρώπινων δικαιωμάτων της εποχής μας. Το ίδιο έκανε η δικτατορία της Bιρμανίας στο Pανγκούν. Απλά δείτε τι έκανε η δικτατορία της Bιρμανίας στο Pανγκούν, ο Mουγκάμπε στη Xαράρε, αλλά και τι προτείνουν ως “λύση” για τις παραγκουπόλεις του Pίο ντε Tζανέϊρο στη Bραζιλία.

47 Μεγάλωσα εκεί που δεν έχει ηθική/ μόνο αίμα και θάνατο/
Ίσως οι στίχοι του τραγουδιού του συγκροτήματος FMR (που σημαίνει εφήμερο) και δημιουργήθηκε από νέους που κατοικούν στα υποβαθμισμένα Παρισινά προάστια να σκιαγραφεί με τον καλύτερο τρόπο την εικόνα που έχουν οι νέοι των Παρισινών γκέτο για την περιοχή τους. Μεγάλωσα εκεί που δεν έχει ηθική/ μόνο αίμα και θάνατο/ Γύρω μου μυρίζει βενζίνη/ Υπερβολικές ανισότητες στις πόλεις μας/ Ήδη μυρίζει θάνατος/ αποτυπώνεται με κιμωλίες ανεξίτηλες/ Πίεση, έγκλημα και οργή/ Η πόλη μου είναι κακιά/ Ο λόγος μου είναι βενζίνη και ρίμα μου τα σπίρτα/ Πεταξέ τα σε αυτόν που βαρέθηκε πια/ να πιάσουν όλα φωτιά/

* ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ – ΣΧΟΛΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΔΙΑΤΜΗΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ – ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ Α΄ : ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ – ΧΩΡΟΣ – ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΟ ΕΤΟΣ 2007–2008, ΕΑΡΙΝΟ ΕΞΑΜΗΝΟ 2008 Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ : ΑΣΤΙΚΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΔΙΔΑΣΚΟΥΣΑ : ΕΛΕΝΗ ΠΟΡΤΑΛΙΟΥ, αν. καθηγήτρια Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ.

κοινοποίησε το:

6 κεφ. ” Αναζήτηση της βιώσιμης και ανθεκτικής πόλης” 2η Ενότητα

2η ενότητα


Η προετοιμασία της ηλεκτρονικής έκδοσης χρηματοδοτήθηκε από την Πράξη «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα» και είναι διαθέσιμο σε μορφή e- book και αρχείο pdf στο Αποθετήριο Κάλλιπος.  

6.2        EΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Η δεύτερη ενότητα παρουσιάζειεναλλακτικές στρατηγικές ανάκαμψης και το δικαίωμα στηνπόλησυνθέτοντας ζητήματαπουπραγματεύονται τακε- φάλαια του βιβλίου και κυρίως απόψεις, προσεγγίσεις και προτάσεις που διατυπώθηκαν σε συνεντεύξεις με επιστήμονες οι οποίοι έχουν ασχοληθεί και αναδείξει πρωτοβουλίες και συμπεριφορές που εκδηλώνονται απένα- ντι στις συνέπειες της κρίσης. Η ενότητα αναφέρεται στους τρόπους που τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο επιλέγονται δράσεις και διαμορφώνονται πρακτικές προκειμένου οι πόλεις και οι πολίτες να αντι- μετωπίσουν ή να αποφύγουν τις συνέπειες της κρίσης. Φαινόμενα όπως η μετανάστευση νέων επιστημόνων στερούν τις πόλεις από δημιουργικές δυνάμεις και συντελούν στη συρρίκνωση ή στην αύξηση του ποσοστού γήρανσης του αστικού πληθυσμού, υπονομεύοντας έτσι πολλαπλά τις προοπτικές ανάκαμψης των πόλεων. Από την άλλη πλευρά τονίζεται ότι στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης αναδύονται και ενισχύονται τάσεις συλλογικότητας, για παράδειγμα μέσα από πρωτοβουλίες αλληλεγγύης

και προσφοράς σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, ένα φαινόμενο που σημα- τοδοτεί την ανάκτηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης και μπορεί να αποτε- λέσει στοιχείο τόνωσης της κοινωνικής συνοχής. Με τον τρόπο αυτό, οι α- ναδυόμενες στρατηγικές ανάκαμψης και το δικαίωμα των πολιτών στη διαμόρφωσητης πόλης τους, σφυρηλατούν ουσιαστικά τησυνολική αντα- πόκριση της πόλης, που περιλαμβάνει και τον πολεοδομικό σχεδιασμό, στην προώθηση του οράματος για μια βιώσιμη και ανθεκτική πόλη.

Σχετικά με τα θέματα που αναλύθηκαν στο δεύτερο κεφάλαιο, οι διάλογοι που πραγματοποιηθήκαν με ειδικούς επιστήμονες στα θέματα της γεωγραφίας των πόλεων με αφορμή ζητήματα όπως η όξυνση των κοι- νωνικών ανισοτήτων και της ανεργίας, οι χωρικές μεταβολές λόγω της αλ- λαγής της οικονομικής και κοινωνικής βάσης των πόλεων, το οικιστικό πρόβλημα και η στεγαστική κινητικότητα, η ενίσχυση συνεργατικών δρά- σεων με γνώμονα την αλληλεγγύη, η σχέση της πόλης με το φυσικό περι- βάλλον, ανέδειξαν στρατηγικές ανάκαμψης μεέμφασηστην κοινωνική δυ- ναμική της πόλης. Ορισμένες διατυπώνονται με σαφήνεια, ενώ κάποιες διαμορφώνονται εμμέσως μέσα από την κριτική των «κακώς κειμένων». Συνοπτικά οι περισσότερες ιδέες και επισημάνσεις εστιάζουν στη διαχεί- ριση του οικιστικού αποθέματος, στη χάραξη στρατηγικής για τις πόλεις και στον ρόλο των αρμόδιων φορέων.

Η διαχείριση και αξιοποίηση της μικρής ιδιοκτησίας ως μια μορφή ενοικιαζόμενης κοινωνικής κατοικίας, που στην πραγματικότητα θα γεφυ- ρώνει τις διαφορές μεταξύ των μικροϊδιοκτητών και των ενοικιαστών και θα διευθετεί τα προβλήματά τους με αμοιβαία επωφελείς τρόπους, είναι μιαστρατηγική που επισημαίνει ο Θωμάς Μαλούτας. Λαμβάνοντας υπόψη, από τη μια, τον κίνδυνο απώλειας της περιουσίας των μικροϊδιοκτητών ε- ξαιτίας των συνεχών φορολογικών πιέσεων σε συνδυασμό με το επισφα- λές πρόσθετο εισόδημα λόγω της μειωμένης ζήτησηςγιαμίσθωση και από την άλλη, τη δυσκολία πρόσβασης στην κατοικία λόγω μειωμένου ή επισφαλούς εισοδήματος που διατρέχει ορισμένες ευάλωτες κοινωνικές ομά-

δες οδηγώντας ακόμα και σε οριακές καταστάσεις (αστεγία), προτείνει την ύπαρξη κάποιας κοινωνικής συμφωνίας που θα δημιουργεί ασφάλειες και για τις δύο πλευρές. Έτσι, αφενός οι μικροϊδιοκτήτες θα αρκεστούν σε κά- ποιο μικρότερο αντίτιμο για αυτό που νοίκιαζαν παλαιότερα, αφετέρου οι πιο ευάλωτες ομάδες θα έχουν πρόσβαση σε μια κατοικία παρέχοντας ταυτόχρονα κάποια εχέγγυα ότι θα παραμείνουν σε αυτήν για κάποιο χρο- νικό διάστημα και ότι δε θα φύγουν μόλις αλλάξει η κατάσταση. Αυτό το δικαίωμα πρόσβασης στην κατοικία μπορεί να εξασφαλίζεται όχι μόνο έ- ναντι ενός χαμηλού μισθώματος αλλά και έναντι κάποιας προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, που θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, κάποια κοι- νωνική εργασία της μιας ή της άλλης μορφής ανάλογα με τις δυνατότητες κάθε ατόμου.

Στην πραγματικότητα, ο Μαλούτας προτείνει –αντί να αφεθεί η ε- πίλυσητωνπροβλημάτων να γίνει από τηναγορά, όπως συμβαίνει σήμερα άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι–, τη διαμόρφωση μιας συνολικής λύσης που θα διέπεται από τους κατάλληλους μηχανισμούς και θα δίνει τη δυνα- τότητα στους μικροϊδιοκτήτες να παράσχουν για ένα διάστημα το ακίνητό τους για κοινωνική κατοικία ή άλλη κοινωνική χρήση έναντι της φορολογι- κής τους υποχρέωσης και ενός σημαντικά χαμηλότερου ενοικίου. Έτσι, ο χωρικά διάσπαρτος τομέας της ενοικιαζόμενης κοινωνικής κατοικίας, που δεν αναπτύχθηκε ποτέ στην Ελλάδα, θα μπορεί να είναι προσβάσιμος σε πολλές ομάδες που δεν μπορούν εύκολα να στεγαστούν υπό τις παρούσες συνθήκες στη βάση χαμηλότερου ενοικίου ή/και προσφοράς κοινωνικής υπηρεσίας στην τοπική κοινότητα. Καταλήγοντας επισημαίνει ότι «με τον τρόπο αυτό η μικρή ατομική ιδιοκτησία στην κατοικία, που χρησιμοποιή- θηκε μεταπολεμικά ως βασικό όπλο για την κατοχύρωση και εδραίωση ε- νός συντηρητικού πολιτικού τοπίου, σήμερα θα μπορούσε να είναι ο πρα- κτικός συνδετικός κρίκος για μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία μεταξύ χαμηλών μεσαίων στρωμάτων και εργατικών και άλλων λαϊκών στρωμά- των χωρίς περιουσία προς ένα αλληλέγγυο μέλλον».

Παίρνοντας αφορμή από τις νέες συλλογικότητες και τις πρωτο- βουλίες που αναπτύσσονται μέσα στην κρίση στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της προστασίας του περιβάλ- λοντος στο χαμηλό επίπεδο της γειτονιάς (όπως τα κοινωνικά ιατρεία, τα κοινωνικά παντοπωλεία κ.ο.κ.), ο Μαλούτας υπογραμμίζει την ανάγκη ορ- γάνωσης, πολιτικής πλαισίωσης και κατεύθυνσης αυτών των κινημάτων ώ- στε να δημιουργηθούν συνέργειες και να οδηγηθούν προς κάποιο τελικό αποτέλεσμα πουθαέχει έναν κοινωνικά θετικό χαρακτήρα. Δεδομένου ότι ιδιαίτερα σήμερα η αγορά δεν μπορεί να ρυθμίσει τις κοινωνικές σχέσεις με τρόπο αποδεκτό, ενώ ούτε το κλασικό κράτος πρόνοιας είναι εφικτό, σε μια χώρα που παραδοσιακά δεν είχε ιδιαίτερες προνοιακές δομές, απαιτεί- ται η δυνατότητα κάποιων πολιτικών μορφωμάτων να δημιουργήσουν ένα ηγεμονικό –ιδεολογικό και πολιτικό– πλαίσιο μέσα στο οποίο να μπο- ρέσουν να εντάξουν παραγωγικά αυτή τηδυναμική, να τηνενισχύσουν και να της δώσουν μια προοπτική χωρίς να τηγραφειοκρατικοποιήσουν ή/και να την αποδυναμώσουν προσπαθώντας να την οικειοποιηθούν. Η ανά- πτυξη ενός νέου οράματος της κοινωνίας που θα βασίζεται στην αλληλεγ- γύη και όχι στον ανταγωνισμό μπορεί να διευκολύνει τη μετάβαση στη μετά την κρίση εποχή, αλλά ταυτόχρονα να αποτελέσει και μια στέρεα βάση πάνω στην οποία θα μπορεί κανείς να χτίζει συνεχώς ακόμα και μετά την έξοδο από την κρίση.

Η ανάγκη σχεδιασμού και υλοποίησης μιας στρατηγικής των πό- λεων που θαπροκαλέσει μιαδυναμική, κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική ή άλλη, ανάλογα και με τις δυνατότητες που έχει η καθεμία, είναι στρατη- γικήεπιλογή που εξετάζει ο Παύλος-Μαρίνος Δελλαδέτσιμας. Όπως επιση- μαίνει, είναι απαραίτητο να διαμορφωθούν εκείνες οι δυνάμεις, πολιτικές ή κοινωνικές, που θα πάρουν τις πρωτοβουλίες, θα συγκροτήσουν προ- γράμματα, οικονομίες γνώσης, πολιτιστικές βιομηχανίες κ.ο.κ. και, εν γένει, θα δώσουν ουσιαστικές προτεραιότητες σε κρίσιμα θέματα, όπως η απα- σχόληση των νέων ή ο πολιτισμός, αντί να ασχολούνται με έργα εξωραϊ-

σμού και εντυπωσιασμού υπό τη μορφή «αστικών αναπλάσεων». Τονίζει μάλιστα τον καταλυτικό ρόλο που έχουν οι Δήμοι στην ανάληψη αλλά και στην υποστήριξη ανάλογων πρωτοβουλιών.

Όσον αφορά τον τομέα της κατοικίας, ο Δελλαδέτσιμας προτείνει μια διαφορετική λογική διαχείρισης του οικιστικού αποθέματος. Υπογραμ- μίζει την κρισιμότητα που έχει η δομή της ιδιοκτησίας, καθώς η ύπαρξη πολλών και μικρών ιδιοκτητών σε ένα ακίνητο (συνήθως την πολυκατοι- κία) είναι αποτρεπτική για την ανανέωση και αξιοποίησή του. Στη βάση αυτή προτείνει την εισαγωγή διαφορετικών σχημάτων (εταιρειών, κοινο- πραξιών) στον τομέα των ακινήτων, ώστε να υπάρχει περισσότερο αποτε- λεσματική διαχείριση, αντλώντας αντίστοιχη εμπειρία από την Ευρώπη. Μέχρι σήμερα οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα διαχείρι- σης ακινήτων στην Ελλάδα αφορούν κυρίως σε μεγάλα ακίνητα και δεν έ- χουν μπει στην πραγματικότητα της ελληνικής πόλης. Ωστόσο, συνιστούν ένα μηχανισμό που ρίχνει στην αγορά και ακίνητα τα οποία κάτω από τους όρους που επικρατούν σήμερα στην Ελλάδα μένουν αναξιοποίητα. Συνο- πτικά, στο πλαίσιο της ανάκαμψης των πόλεων βασικό ζήτημα αποτελεί η επανάχρηση του οικιστικού αποθέματος. Δεδομένου ότι το κόστος κατα- σκευής νέων κατοικιών είναι πια απαγορευτικό, σε συνδυασμό με την έλ- λειψη τραπεζικής πίστης, η αξιοποίηση των ακινήτων –που κάτω από άλ- λες συνθήκες θα έμεναν κλειστά– αναδεικνύεται σε πυλώνα της οικιστικής πολιτικής. Ωστόσο, είναι αναγκαία η υποστήριξη από φορείς και από κεφά- λαιο. Εδώ τονίζει και πάλι τον κρίσιμο ρόλο που θα μπορούσε να αναλάβει η δημοτική αρχή σε σχέση με τη δημιουργία κάποιων θυλάκων με κάποια μορφή κοινωνικής στέγης. Ως παράδειγμα φέρει το εγχείρημα του Ερυ- θρού Σταυρού που έχει αποκαταστήσει κάποια ακίνητα ιδιοκτησίας του στο κέντρο της Αθήνας και τα έχει παραχωρήσει σε μετανάστες, για ένα διάστημα περίπου πενταετίας, έναντι χαμηλού μισθώματος ενοικίου ή ερ- γασιών επισκευής από μέρους τους.

Αντίθετα με την τρέχουσα πρακτική των μικροβελτιώσεων και των
αποσπασματικών παρεμβάσεων αρχιτεκτονικού κυρίως χαρακτήρα, ο Δη-  μήτρης Εμμανουήλ τονίζει ότι η χάραξη στρατηγικής και ο ρυθμιστικός ρό- λος των σχεδίων-πλαισίων είναι αναγκαίες συνθήκες για την αντιμετώπιση των σύνθετων και ποικίλων προβλημάτων που έχουν οι πόλεις, ακόμα και αν δεν πρόκειται για θεσμοθετημένες ενέργειες. Συμπληρωματική ως προς τον ρυθμιστικό σχεδιασμό, αλλά εξίσου αναγκαία, είναι η ύπαρξη ε- κείνων των θεσμών και φορέων που λειτουργούν ως μέσα ανάπτυξης προ- βληματισμού γιατο αστικό περιβάλλον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν, κατά τον Εμμανουήλ, οι Οργανισμοί Ρυθμιστικού Αθήνας και Θεσσαλονίκης που δεν είχαν διεκπεραιωτικό ρόλο αλλά αποτελούσαν εστίες ανάπτυξης προβληματισμού, συγκέντρωσης και διαμόρφωσης υλικού, ή- ταν κατάλληλα στελεχωμένοι και τελικά είχαν ρόλο θεματοφύλακα, με την έννοια της βελτίωσης και της προστασίας του αστικού περιβάλλοντος.

Η ανάγκη αξιοποίησης του ανθρώπινου κεφαλαίου που υπάρχει στην Ελλάδα και του εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού, το οποίο σήμερα αντιμετωπίζεται ως εξαγώγιμο προϊόν, επισημαίνεται από την Πα-  ναγιώτα Κουτρολίκου. Αυτό το ανθρώπινο δυναμικό, με τα υψηλά προσό- ντα, τις καινοτόμες ιδέες και τις δεξιότητες που έχει, μπορεί να προσδώσει στην πόλη μια δυναμική μέσα από τηνανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Ωστόσο, απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η άρση των συνεχών πιέσεων που ασκούνται κυρίως μέσω της φορολόγησης, η δημιουργία ευνοϊκότε- ρης αντιμετώπισης των νέων επαγγελματιών όσον αφορά το ασφαλιστικό και το φορολογικό και εν γένει η συγκρότηση των δομών εκείνων που θα τους ενθαρρύνουν και θα τους βοηθήσουν να αξιοποιήσουν το κεφάλαιο που διαθέτουν.

Σχετικά με την περιβαλλοντική αναβάθμιση της πόλης, ο Ματθαίος  Σανταμούρης αποσαφηνίζει ότι αυτή δεν επηρεάζεται τόσο από τη σημερινή κρίση, όσο από την αδυναμία διαχείρισης των υφιστάμενων δομών. Επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων στην πόλη απαιτεί πολύ καλή γνώση της υφιστάμενης κατάστασης και χρειάζεται ολιστική αντιμετώπιση από τους φορείς και όχι αποσπασματικές δράσεις και έργα. Περιστασιακές λύσεις ή μεμονωμένες ενέργειες, όπως η δη- μιουργία μικρών χώρων πρασίνου, μπορεί να βοηθούν, αλλά στην πραγ- ματικότητα χρειάζεται να είναι ενταγμένες σε ένα γενικότερο σχεδιασμό για να υπάρχουναπτά αποτελέσματα όσον αφορά τουλάχιστον την αμι- γώς περιβαλλοντική διάσταση, όπως για παράδειγμα την αντιμετώπιση της πρόκλησης της κλιματικής αλλαγής. Εντούτοις,προκειμένου οι πόλεις ναείναι πιο φιλικές προς το περιβάλλον, περισσότερο προσαρμοστικές και ανθεκτικές απέναντι σε μείζονα περιβαλλοντικά προβλήματα, ο Σαντα- μούρης ενθαρρύνει την ανάληψη δράσεων, όπως η δημιουργία πράσινων ταρατσών ή η ενσωμάτωση των ΑΠΕ στο αστικό περιβάλλον. Ειδικά για τις πράσινεςταράτσες αποσαφηνίζεται ότι απαιτούνται μεγάλες επιφάνειες για να είναι αποτελεσματικές και υπό αυτή την οπτική έχει νόημα ναυλο- ποιούνται σε δημόσια ήδημοτικά κτίρια, ήσε μεγάλα εμπορικάκτίρια και όχι σε κτίρια πολυκατοικιών. Η χρήση των ΑΠΕ στο αστικό περιβάλλον δεν σκοπεύει τόσο στηνπαραγωγή ενέργειας όσο στην περιβαλλοντική εκπαί- δευση και ευαισθητοποίηση κυρίως των νέων. Ως χαρακτηριστικά παρα- δείγματαχρήσης αστικών τεχνολογιών, ο Σανταμούρης αναφέρει την ε- γκατάσταση φωτοβολταϊκών πεζοδρομίων (Δήμος Υμηττού) και τηχρήση φωτοκαταλυτικής ασφάλτου και φωτοκαταλυτικών πεζοδρομίων που α- ποσκοπούνστην απορρόφηση της ρύπανσης σε αστικές περιοχές (όπως η οδός Θηβών στα δυτικά προάστια της Αθήνας). Παρόλο που τέτοιες δρά- σεις φαίνονται φιλόδοξες, μπορεί να είναι διαχειρίσιμες ακόμη και την ε- ποχή της κρίσης, ιδιαίτερα με τηναξιοποίηση των κοινοτικών πόρων και χρηματοδοτικών εργαλείων (όπως το ΕΣΠΑ), ενώ σε κάθε περίπτωση το κόστοςκατασκευής τους δεν είναι πολύ πιο δαπανηρό από τις συμβατικές κατασκευές.

Η ανάλυση του τρίτου κεφαλαίου, καθώς και οι συνεντεύξεις που  διενεργήθηκαν για την πολιτική αστικής αναγέννησης στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση», θέτουν –εκτός των άλλων– και το πλαίσιο για τη συμβολή της πολιτικής αυτής στην αναζήτηση εναλλακτικών στρατηγικών ανάκαμψης. Αυτό που γίνεται εξαρχής καθαρό είναι ότι η αναζήτηση συν- θηκών ανάκαμψης δεν αφορά μόνον το οικονομικό-επενδυτικό πεδίο, αλλά συνολικά όλα εκείνα τα ζητήματα που καθιστούν την πόλη πιο βιώ- σιμη από οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη, δίνοντας μά- λιστα, όπως επισημαίνει ο Καραδημητρίου δυνατότητες ανάδρασης έτσι ώστε το όποιο επενδυτικόαποτέλεσμανααποκτήσειμεγαλύτερεςαντοχές στο χρόνο. Η ανάλυση έδειξε ότι για να έχει η πολιτικής αστικής αναγέννη- σης εκείνα τααποτελέσματα πουδιαμορφώνουν συνθήκες ανάκαμψης, με τα όποια σχέδια την υλοποιούν, πρέπει να συνθέτει με περιεκτικό τρόπο μια ποικιλία διαδικασιών, παρεμβάσεων, εργαλείων καιεμπλεκόμενων φο- ρέων για την αντιμετώπιση αστικών προβλημάτων ταυτόχρονα οικονομι- κού, κοινωνικού, περιβαλλοντικού και πολεοδομικού χαρακτήρα. Σε αυτή τη σύνθεση οφείλει να εμπλέκει όλους τους σχετικούς φορείς –δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα– ανάλογα με τους ρόλους που αναλαμβάνουν ή μπορούν να αναλάβουν. Με αυτά ως δεδομένα, εξετάζονται στη συνέχεια κρίσιμαζητήματα που μπορούν να συμβάλουν σε μια ανασύνθεση της πο- λιτικής αστικής αναγέννησης και να την καταστήσουν εργαλείο και ουσια- στική διαδικασία στην υλοποίηση στρατηγικών ανάκαμψης.

Καταρχήν είναι κρίσιμη η εναρμόνιση της αστικής αναγέννησης με τις τοπικές ανάγκες αλλά και γενικά η προσέγγιση «από το τοπικό στο πα- γκόσμιο». Η εναρμόνιση με τις τοπικές ανάγκες που συχνά παραμελήθηκε ή δεν υπήρξε καν σε πολλές αστικές παρεμβάσεις επηρέασε καθοριστικά την τρωτότητα των σχετικών σχεδίων. Η επένδυση στη γη και στα ακίνητα είναι μέρος της οικονομίας και επομένως εκ των πραγμάτων γίνεται μέρος και της πολιτικής οικονομικής αναζωογόνησης μιας περιοχής. Όμως, κα- θώς συχνά παράγονται νέοι χώροι για κερδοσκοπικούς λόγους και όχι σε απόκριση προς τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού, η επένδυση στον χώρο μπορεί να καταλήξει να «αυτοτραυματιστεί» εξαιτίας της υπερπαρα- γωγής, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Madanipour. Σε πολλές περιπτώ-

σεις οι δημόσιες αρχές προωθούν σχέδια ως απλή άσκηση διαμόρφωσης της εικόνας της πόλης και χρησιμοποιούν μέτρα πολιτικής που είναι απο- συνδεδεμένα από το χωρικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα σχέδια αυτά.

Είναι αναγκαία συνεπώς η καλύτερη θεώρηση του τοπικού και του ευρύτερου περιβάλλοντος, αντί της απλής μεταφοράς παραδειγμάτων που έχουν αναπτυχθεί σε άλλα πλαίσια, όπως επίσης και η οργανική και συστηματική παρέμβαση σε εναρμόνιση με το συγκεκριμένο τόπο της α- στικής επέμβασης. Έτσι μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα τα προ- βλήματα της ανισότητας και να παρακινηθεί η τοπική οικονομία που είναι αναγκαία συνθήκη της οικονομικής αναζωογόνησης. Η εναρμόνιση με τις τοπικές συνθήκες είναι μια παράμετρος που ενσωματώνει καλύτερα όλες τις διαστάσεις της βιωσιμότητας στην αστική αναγέννηση. Αυτό συνιστά μια προσέγγιση από το «τοπικό στο παγκόσμιο», προσέγγιση που φυσικά δεν αμφισβητεί την παγκόσμια διάσταση των αστικών ζητημάτων και της αστικής ανάπτυξης. Σημαντικό ζήτημα για την αντιμετώπιση της κρίσης εί- ναι επιπλέον οι τρόποι διαχείρισης των υφιστάμενων πόρων σε μια ευρύ- τερη παγκόσμια κατάσταση, ενώ παράλληλα η καλή τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να χρησιμοποιήσει τις παγκόσμιες διαδικασίες προς όφελός της παρά να αφεθεί χωρίς έλεγχο. Έτσι, η κρίση καθιστά αναγκαίο κάποιου εί- δους τοπικό έλεγχο της αστικής ανάπτυξης.

Σε συνάρτηση με το προηγούμενο ζήτημα είναι και η διασφάλιση τηςενσωμάτωσης τηςκοινωνικής και περιβαλλοντικής διάστασης στασχέ- δια αστικής αναγέννησης. Παρά τον εξ ορισμού διατομεακό χαρακτήρα της πολιτικής, αυτή η ενσωμάτωση δεν ήταν πάντα διασφαλισμένη και δεν είχε άμεσο χαρακτήρα στις επιμέρους αστικές παρεμβάσεις. Η παροχή τουλάχιστον ικανοποιητικών κοινωνικών αγαθών –σταοποίασήμερα πρέ- πει να συμπεριληφθεί σε ένα βαθμό και η κατοικία– είναι από τα βασικά ζητούμενα τέτοιων επεμβάσεων. Σήμερα οι προκλήσεις είναι η αυξανό- μενη κοινωνική ανισότητα και η κλιματική αλλαγή, ζητήματα που δεν αντι-

μετωπίζονται πλήρως με τηνέμφασηστο πεδίο μόνον της οικονομίας. Έτσι αυτό που καθίσταται σημαντικό είναι πώς θα διατηρηθούν στην ατζέντα της πολιτικής τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα μέσα στα οικο- νομικά μέτρα που διαμορφώνονται. Σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαία και η επανεξέταση της έμφασης που δινόταν μέχρι σήμερα σε αρχιτεκτονικού και πολεοδομικού τύπου λύσεις. Το επίκεντρο μιας πολιτικής αστικής ανα- γέννησης, στο σημερινό πλαίσιο των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι πόλεις, θα πρέπει να είναι ένας συνδυασμός πολιτικών, τόσο χωρικών όσο και κοινωνικών, που συνδιαλέγονται μεταξύ τους όπως επισημαίνει ο Σκά-  γιαννηςκαιδενπροωθούνται απλώς παράλληλα, χωρίς βέβαιανααποκλεί- ονται παράλληλες πολιτικές, εφόσον εξυπηρετούν κοινούς στόχους.

Σε συνέχεια με τα παραπάνω έρχεται η επαναθεώρηση της κλίμα- κας των επεμβάσεων και η εμπλοκή του τοπικού πληθυσμού. Η μεγάλη κλίμακα των επεμβάσεων δεν αρκεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι σημαντική και δεν εμπεριέχει πολλές δυνατότητες η αξιοποίηση του μεγά- λης έκτασης αποθέματος ιδιαίτερα στην αστική περίμετρο (όπως φαίνεται στα σχέδια για την πόλη της Αθήνας που βρέθηκαν στην επικαιρότητα ε- ξαιτίας της κρίσης και της ανάγκης για προσέλκυση επενδύσεων). Το ζή- τημα της κλίμακας τίθεται ιδιαίτερα για τα κέντρα των πόλεων και γενικά τις κεντρικές/εσωτερικές ζώνες. Υπό το πρίσμα της κρίσης, η πολιτική αστι- κής αναγέννησης δεν μπορεί να εστιάζει αποκλειστικά στη διαμόρφωση της εικόνας, του προσώπου της πόλης, έστω και αν αυτό την κάνει πιο α- νταγωνιστική ή είναι αναγκαίο για την προσέλκυση επενδύσεων. Είναι πά- ντως απαραίτητη και η στροφή στο «πονεμένο κομμάτι της πόλης», όπως λέει χαρακτηριστικά η Σακελλαρίδου. Οι αστικές παρεμβάσεις οφείλουν να επιδιώκουν την ισορροπία ανάμεσα στις επιμέρους περιοχές της πόλης με τρόπο που δεν θα οδηγούν στην περιθωριοποίηση συγκεκριμένων τόπων. Η ελληνική πόλη ειδικότερα, λόγω της ιδιομορφίας της, προσφέρεται για πολιτικές αναζωογόνησης και αναπλάσεων μικρής κλίμακας, σε επίπεδο γειτονιάς, δίνοντας πιο πολλές δυνατότητες μικρο-παρεμβάσεων και μι-

κρο-διορθώσεων με απλά εργαλεία. Η μέριμνα για τη μικρή κλίμακα προ- ϋποθέτει και τη χρήση εργαλείων που είναι πιο κοινωνικά και ενισχύουν περισσότερο παρεμβάσεις από τα κάτω προς τα πάνω με μορφές περισ- σότερο συμμετοχικού σχεδιασμού. Σε οποιαδήποτε περίπτωση αυτά τα εργαλεία πρέπει να συνάδουν με το πλαίσιο κάθε κοινωνίας ή ακόμα και κάθε γειτονιάς όπως αναφέρει η Δούμπα. Έτσι καθίσταται αναγκαία και ε- κείνη η κλίμακα αστικής αναγέννησης που ξεκινάει από τον ίδιο τον πληθυσμό και τις δικές του ανάγκες δίνοντας έμφαση στις επεμβάσεις σε επίπεδο γειτονιάς.

Τέλος, είναι αναγκαία η έμφαση στην ενεργητική διαχείριση του χώρου της πόλης και στην πολυτομεακή της ανάπτυξη. Σεπολλές περιο- χές, όπως για παράδειγμα τα ιστορικά κέντρα, οι πιο ενεργητικές πολιτικές διαχείρισης των πλεονεκτημάτων τους συμβάλλουν και σε άλλες πολιτικές των πόλεων όπως είναι η τουριστική πολιτική,ενώ παράλληλα με λίγες ε- πενδύσειςδίνεται η δυνατότητα προστασίας ενός δημόσιου αγαθού χωρίς κόστος για τονκάτοικο. Σε μια περίοδομεσοπρόθεσμης πτώσης του μέ- σου εισοδήματος είναι σημαντικό να εξασφαλίζονται δημόσια αγαθά που δεν κοστίζουν, όπως τονίζει οΚαμάρας. Επιπλέον, μέσα από πολιτικές δια- χείρισης των χρήσεων, οι οποίες είναι δημόσιες πολιτικές, μπορούν να δια- μορφωθούν συνθήκες προσέλκυσης δραστηριοτήτων διαφορετικών από αυτές της κατανάλωσης, αναυτές οι πολιτικέςπριμοδοτήσουν δραστηριό- τητες που σχετίζονται με την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών και προσελκύσουν νέους ανθρώπους που έχουν τις ιδέες για νεόφυτες επιχει- ρήσεις.Το θέμα της ενεργητικής διαχείρισης στο παράδειγμα των ιστορι- κών κέντρων συμβάλλει, από τη μια μεριά, στην εισαγωγή κατανάλωσης από το εξωτερικό (από τον τουρίστα) και,από την άλλη, βοηθάει τον κά- τοικο προσφέροντας ένα δημόσιο αγαθό υψηλής ποιότητας σε χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Ταυτόχρονα η πολιτική των χρήσεων γης ενισχύει ένα άλλο πρότυπο για την πόλη, το οποίο δεν είναι προσανατολισμένο μόνον στην κατανάλωση αλλά και στην παραγωγή διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτές οι ενεργητικές πολιτικές προϋποθέτουν βεβαίως ένα σύστημα σχεδιασμού που λειτουργεί ως εργαλείο και όχι ως εμπόδιο στην ανάπτυξη και στην οικονομική δραστηριότητα εν γένει, ό- πως συμβαίνει στην Ελλάδα όπου το σύστημα σχεδιασμού στην τωρινή μορφή του θέτει εμπόδια στην οικονομική δραστηριότητα και ευνοεί την ολιγαρχική δομή της οικονομίας, όπως επισημαίνει ο Καραδημητρίου. Έ- τσι, το ζητούμενο δεν είναι ένα ριζικά νέο σύστημα σχεδιασμού,αλλά να διαμορφωθούν εκείνοι οι θεσμοί που λειτουργούν με τρόπο ώστε να εξα- σφαλίζεται ισότιμα και με διαφάνεια η δυνατότητα να αναπτύξουν οι πολί- τες τη δραστηριότητά τους στον χώρο της πόλης.

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο, οι πόλεις είναι τα κέντρα δρα- στηριότητας όπου διαβιούν οι περισσότεροι άνθρωποι και συνεπώς οι συνθήκες τους έχουν πολύ μεγάλη σημασία καθώς αφορούν έναν πολύ μεγάλο αριθμό κατοίκων και εργαζομένων. Στο πλαίσιο κρίσεων, όπως έ- γινε και στο παρελθόν, οι πόλεις καλούνται να ασκήσουν πολιτικές για την ανασυγκρότηση τόσο του δικού τους όσο και του εθνικού παραγωγικού ιστού και συνεπώς γίνονται το επίκεντρο μεγάλων μετασχηματισμών αλλά και μεγάλων αποφάσεων. Η πολεοδομική πολιτική και τα δημόσια εργα- λεία που θα έχουν στη διάθεσή τους οι πόλεις –ιδίως οι μεγάλες– σε συν- δυασμό με την αξιοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου, μπορούν να οδη- γήσουν σε μια διαφοροποιημένη και περισσότερο βιώσιμη οικονομία, η ο- ποία θαείναι σεθέσηναυποστηρίξει και δημόσια αγαθάπου έχουνχωρική έκφραση.

Οι διάλογοι που διενεργήθηκαν σχετικά με τηνπολιτική αξιοποίη-  σης της δημόσιας περιουσίας την περίοδο της κρίσης και τον ρόλο που μπορεί να παίξει στην αναζωογόνηση των ελληνικών πόλεων, ζητήματα που διερευνήθηκαν στο τέταρτο κεφάλαιο, ανέδειξαν ενδιαφέρουσες α- πόψεις και προσεγγίσεις σε σχέσημε τησυμβολή πουθαμπορούσε να έχει η δημόσια περιουσία στη γενικότερη αναπτυξιακή διαδικασία και στη δια- μόρφωση στρατηγικών ανάκαμψης. Σημαντικό θέμα συζήτησης αποτέλεσε καταρχάς ο χαρακτήρας που θα πρέπει να έχει η στρατηγική αξιοποίη- σης της δημόσιας περιουσίας και οι στόχοι που θα πρέπει να θέσει ώστε να έχει θετικές επιδράσεις στην οικονομική ενδυνάμωση και αναζωογόνηση των ελληνικών πόλεων, που βιώνουν πολλαπλά κοινωνικά και περιβαλλο- ντικά προβλήματα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα το δημόσιο συμφέρον (παροχή κοινωνικών αγαθών, προστασία του περιβάλλοντος κλπ.). Επίσης, το κατά πόσο υπάρχουν κάποια όρια ή ασφαλιστικές δικλείδες που θα έ- πρεπε να τεθούν, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες –τον επείγοντα δη- λαδή χαρακτήρακαι την εξωγενή πίεση– υπό τις οποίες υλοποιείται η πο- λιτική αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας στην Ελλάδα. Κύριο ακόμη σημείο συζήτησης, που σχετίζεται με τον τρόπο συγκρότησης της στρατη- γικής αξιοποίησης, αποτέλεσε και το ζήτημα της συναίνεσης της τοπικής κοινωνίας, της συμμετοχής ήκαι συνδιαμόρφωσης των πολιτικών αξιοποί- ησης, καθώς τόσοοι παλαιότερες όσο και οιπιο πρόσφατες προσπάθειες αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας συνοδεύτηκαν στις περισσότερες περιπτώσεις από σημαντικές αντιδράσεις τοπικώνπαραγόντων και κυρίως κινημάτωνπολιτών. Βασικά ερωτήματα πουτέθηκανωςπροςτοσυγκεκρι- μένο ζήτημα ήταν το κατά πόσο η αντίδραση αυτή πηγάζει από την έλ- λειψη εμπιστοσύνης απέναντιστοκράτοςκαιτους φορείςπου διαχειρίστη- καν μέχρι σήμερατη δημόσια περιουσία και ποιος τελικά θα μπορούσε να είναι ο ρόλος των κινημάτων πόλης. Σε τι θα μπορούσανδηλαδή να στο- χεύσουνή τι θα μπορούσαννααντιπροτείνουν πέρα από την αντίδραση στην προτεινόμενη πολιτική αξιοποίησης.

Ο Χάρης Κοκκώσης θεωρεί ότι ακριβώς αυτή την περίοδο της κρίσης είναι πολύ σημαντική η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, αποτελεί όμως πολύ κρίσιμο ζήτημα το με ποιους όρους θα γίνει, ποιοι θα είναι οι στόχοι και ποια η στρατηγική. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που το δημόσιο δεν έχει χρήματα να επενδύσει και που η οικονομία δεν μπορεί να στηρίξει κάποιες επεμβάσεις που θα παρέχουν ευκαιρίες στους ανθρώπους, πρέπει να πάμε σε μια έξυπνη συνύπαρξη, δηλαδή συνεργασία, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, μέσα όμως από μια συγκροτημένη και συντονισμένη προσπάθεια. Τονίζει επίσης ότι δεν αρκεί η προσφορά δημόσιας γης για την προσέλκυση επενδύσεων στη δημόσια περιουσία, καθώς η απλή παραχώρηση ενός ακινήτου σε κάποιον επενδυτή δεν εξασφαλίζει απαραίτητα ότι θα συμβάλει ουσιαστικά στην αναζωογόνηση της περιοχής. Απαιτείται λοιπόν μια ευρύτερη δημόσια πολιτική που να μπορεί να δρα συμπληρωματικά και συνεργιστικά, μια ευρύτερη πολι- τικήαναζωογόνησης και αναγέννησης, με αναβάθμιση του δημόσιουχώ- ρου και των υποδομών, που θα στηρίζει την επιχειρηματικότητα, θα αλλά- ζει τη δομήτων ευκαιριών και θα μπορείνα προσφέρει νέες δυνατότητες σε μια περιοχή, να επιφέρει ανάπτυξη και να δημιουργήσει νέες θέσεις ερ- γασίας. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να δοθούνκίνητρα και ενισχύσεις σε μικρέςεπιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνταιστονχώρο της καινοτο- μίας και χρειάζονται φθηνό χώρο, ώστε να εγκατασταθούν για ένα διά- στημα πέντε-δέκα χρόνων σε περιοχέςστο κέντρο της Αθήνας. Επισημαί- νει ακόμηότιυπάρχουν δυνατότητες αξιοποίησης της δημόσιας περιου- σίας, είτε εμπλέκοντας ιδιώτες, όπως για παράδειγμα η παραχώρησητης έκτασης στο Παλιούρι, όπου η αναζωογόνησητηςπαλιάς ξενοδοχειακής μονάδαςμπορεί να προσδώσει ζωντάνια σε όλη την περιοχή,είτε όχι, κα- θώςαυτή μπορεί να γίνει και από το Δημόσιο, όπως ηδημιουργία του Τε- χνολογικού Πάρκου από το ΕΜΠ στο Λαύριο, όπου έχουν εγκατασταθεί ε- πιχειρήσεις που ασχολούνται με νέες τεχνολογίες, οι οποίες σε συνδυασμό με το καινούριολιμάνι έχουν προσδώσει σημαντική ζωή σε μια περιοχή που ήταν πεθαμένηβιομηχανικά. Σημαντικές δυνατότητες έχει κατά τη γνώμη του και η αξιοποίηση των ιαματικών πηγών (πχ. Υπάτη, Καμένα Βούρλα κλπ.), οι οποίες λόγω των εξελίξεωνστην ιατρική αλλά και της μεί- ωσης της δυνατότητας του ΙΚΑ να αναγνωρίζει αυτού του είδους τις θερα- πείες,υπέστησαν και υφίστανται μεγάλη ύφεση. Ενδιαφέρον παράδειγμα αξιοποίησης με θετική επίδραση για την ευρύτερη περιοχή αποτελεί η δημιουργία μιας ξενοδοχειακής μονάδας στο Πλατύστομο που στράφηκε σε
μια  πιο σύγχρονη  αντίληψη για  το τι  σημαίνει ιαματικός  τουρισμός (wellness, spa κλπ.).

Ο Κοκκώσης πιστεύει επίσης ότι μπορεί να βρεθεί ένας τρόπος να διασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον κατά την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας αρκεί να βρούμε τελικά τρόπους να ξεπεράσουμε ένα ευρύ- τερο πρόβλημα, κοινωνικό σε μεγάλο βαθμό, να βρούμε δηλαδή τρόπους συνεργασίας και συνέργειας, να καταφέρουμε να υπάρξει πραγματική δια- βούλευση, όσο κι αν αυτό ακούγεται ουτοπικό για την ελληνική πραγματι- κότητα. Στηνέλλειψημηχανισμών διακυβέρνησης στην Ελλάδα, πέρα από τις τυπικές και συνήθως άκαρπες διαδικασίες διαβούλευσης, αποδίδει και την αδυναμία συνδιαμόρφωσης προτάσεων αξιοποίησης. Οι κοινωνικοί ε- ταίροι και η τοπική κοινωνία έχουν και επιβάλλεται ναέχουν έναν πολύ ζω- τικό ρόλο σε κάθε κοινωνία, που είναι να αναδείξουν τα ειδικά προβλή- ματα, κοινωνικής προσβασιμότητας σε υπηρεσίες, κοινωνικής δικαιοσύ- νης, προστασίας περιβάλλοντος, προστασίας της πολιτιστικής κληρονο- μιάς κλπ., αλλά και ενίσχυσης της ταυτότητας ενός τόπου, εμπλουτίζοντας έτσι τον διάλογο, ο οποίος δεν μπορεί να αφεθεί έτσι απλά μεταξύ δημό- σιου και ιδιωτικού τομέα. Λόγω της προσωπικής του εμπειρίας όμως από διαδικασίες διαβούλευσης, εμφανίζεται πολύ σκεπτικός σε σχέση με τις προθέσεις και τις τακτικές αρκετών από αυτές τις ομάδες, οι οποίες ενώ έ- χουν έναν πολύ ουσιαστικό ρόλο σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, δυστυ- χώς στην Ελλάδα, δεν έχουν ασκήσει κατά τη γνώμη του, με την υπευθυ- νότητα που θα έπρεπε τον ρόλο τους. Κατά την άποψή του υπάρχουν φο- ρείς που το κάνουν σωστά και αποτελεσματικά, αλλά μια μεγάλη πλειονό- τητα είναι απλά φορείς αντίδρασης, αντίδρασης σε οτιδήποτε πάει να αλ- λάξει γύρω μας, ή συχνά ακόμα και αντίδρασης που σχετίζεται με το ότι εκπροσωπεύουν συμφέροντα τρίτων, ιδιαίτερα σε θέματα επενδύσεων, με αποτέλεσμα να χάνουν την αξία τους και να μειώνεται κοινωνικά η εικόνα τους.

Ο Guy Burgel πιστεύει, όπως και άλλοι –αν και αυτό δεν αποτελεί όπως επισημαίνει ο ίδιος την κυρίαρχη άποψη– ότι σε μια περίοδο κρίσης, οι δημόσιες επενδύσεις και πιο συγκεκριμένα οι επενδύσεις στον δημόσιο τομέα, πρέπει να αποτελέσουν τη μηχανή επανεκκίνησης της οικονομικής ανάπτυξηςκαι άρα καταπολέμησης των επιπτώσεων της κρίσης. Θεωρεί ότι ο περιορισμός των δημοσίων επενδύσεων, που είναι και η κυρίαρχη λο- γική τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα επειδή το δημόσιο χρέος είναι μεγάλο, είναι καταστροφικός. Αναφέρεται, όπως και πολλοί άλλοι, στο New Deal του Ρούζβελτ μετά την κρίση της δεκαετίας του 1930, επισημαίνοντας ότι είναι γνωστό ότι η οικονομική ανάκαμψη έγινε μέσα από δημόσιες επενδύσεις, μεγάλα δημόσια έργα κλπ. Οι επενδύσεις στον δημόσιο τομέα, δηλαδή στα μεγάλα έργα προς όφελος του συνόλου των πολιτών δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να βασίζονται αποκλειστικά σε δημόσια χρηματοδότηση. Με σωστή διαπραγμάτευση μπορούμε να έχουμε ενέσεις ιδιωτικού κεφαλαίου, όπου ο καθένας, με βάση την περίφημη φόρμουλα «win-win», θα επωφεληθεί από μια επένδυση καλά στοχευμένη και χωροθετημένη. Πιστεύει λοιπόν ότι η δημόσια ιδιοκτησία θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των επενδύσεων στον δημόσιο τομέα, δηλαδή για να υλοποιηθούν επεμβάσεις προς όφελος του συνόλου των πολιτών, και ότι το κράτος θα έπρεπε να συμμετέχει σε αυτές τις επεμβάσεις ώστε να διασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον και όχι να παίρνει απλά τη θέση του πωλητή των εκτάσεων. Επισημαίνει όμως ότι γι’ αυτό χρειάζεται ένα ισχυρό κράτος, ένακράτοςικανόναδιαπραγματευτεί δίκαιες συμφωνίες, το οποίο δενείναι κατά τη γνώμη του η περίπτωση του ελληνικού κράτους (βλ. ανα- λυτικότερα Υποενότητα 4.3.3).

Όσον αφορά τον ρόλο που θα μπορούσαν να παίξουν τα κινήματα πολιτών στη συνδιαμόρφωση πολιτικών αξιοποίησης, ο Burgel βρίσκει πολύ θετικό ότι υπάρχουν κινήματα που διεκδικούν, κινήματα συνειδητο- ποίησης, αλλά κατά τη γνώμη του η πλειονότητά τους εμφανίζει πολύ χα- μηλό επίπεδο πολιτικής συνείδησης. Δεν έχουν μια σαφή εικόνα της κατά- στασης και η συνειδητοποίηση των προβλημάτων παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη ως προς το βάθος των στόχων της. Τονίζει ότι δεν είναι απλά η απουσία του κράτους η οποία είναι αξιοσημείωτη στην Ελλάδα, αλλά και η έλλειψη συνειδητοποίησης ως προς την ιδιότητα του πολίτη. Ορμώμενος από την προσωπική του εμπειρία και την επαφή του με την κοινωνία της Σαντορίνης, η οποία κατά κύριο λόγο δεν είναι ντόπια,επισημαίνει ότι δεν αναρωτήθηκε ποτέ τι μπορεί αυτή να προσφέρει από την ιδιωτική της περιουσίαστις επενδύσεις στον δημόσιο τομέα. Η αντίδραση της τοπικής κοινωνίας είναι συνήθως να καταγγέλλει την κακή διαχείριση των δημο- σίων επενδύσεων, αλλά δεν συμμετέχει άμεσα στην αποκατάστασή τους. Έχουμεεπομένως μια αφύπνισητωνπολιτών, αλλά δεν φτάνει ως το ση- μείο να πουν ότι οι δημόσιεςεπενδύσεις, ο δημόσιοςτομέας, δεν αποτελεί μόνο ευθύνη των υπουργείων, της διοίκησης, των δημόσιων επιχειρή- σεων, αλλά και της κοινωνίαςτων πολιτών. Έτσι, η ανησυχίατων πολιτών, οιοποίοι συνειδητοποιούν πολύ καλά ότι συμβαίνουν πράγματα που δεν είναι φυσιολογικά, είναι συναισθηματική, και φοβάται ότι η εκδήλωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στη συλλογική συνειδητοποίηση των προβλη- μάτων. Δηλαδή,υπάρχει έλλειψη πολιτικού οράματος εκ μέρους του κρά- τους, και παράλληλαυπάρχει έλλειψη πολιτικούοράματος και εκ μέρους των πολιτών που αντιδρούν. Δενθεωρεί ότι είναι σε θέσηναπροτείνει θαυ- ματουργές λύσεις, καθώς παραμένει ένας αναλυτής, αλλά υπογραμμίζει ότι πρόκειταιγια μια ενδιαφέρουσα κατάσταση όσον αφορά το επίπεδο των ιδεών, της σύλληψηςτων κοινωνικών επιστημών, καθώς και της λει- τουργίαςμιας κοινωνίας των πολιτών που δεν είναι πολύ ισχυρή. Στο πλαί- σιο αυτό, η Ελλάδα αποτελεί γι’ αυτόν ένα καλό εργαστήριο διερεύνησης του παραλογισμού των κοινωνιών. Είχε θαυμάσει, όπως επισημαίνει, στη δεκαετίατου εξήντα, το μυστήριο της ανάπτυξης και της αναδιανομής της ανάπτυξης(Burgel, 1978· 2002) και σήμερα είναι έκπληκτος από το μυστή- ριο της φτωχοποίησης και της επιβίωσης. Όπως τονίζει, παρά τη μεγάλη μείωση των μισθών και των συντάξεων και την αύξηση των φόρων, η ελ- ληνική κοινωνία εξακολουθεί να επιβιώνει. Εάν τα ίδια πράγματα συνέβαιναν στη Γαλλία, θα υπήρχε η απόλυτη κρίση. Η «ανθεκτικότητα» της ελλη- νικής κοινωνίας είναι κατά τη γνώμη του αξιοθαύμαστη, όπως επίσης και ένας παράγοντας ελπίδας.

Η Γεωργία Γιαννακούρου υπογραμμίζει ότι ο ρόλος της αξιοποίη- σης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας στην αναζωογόνησητωνπόλεων και ειδικά των περιοχών κεντρικών λειτουργιών, αποτελεί μια παραγνωρι- σμένη πτυχή της σχετικήςσυζήτησης στην Ελλάδα. Ίσως επειδή το πρό- γραμματης αξιοποίησης της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίουέχει επι- κεντρωθείκατά κύριο λόγο σε ακίνητα εκτός σχεδίου πόλεως, σε τουρι- στικά αναπτυγμένες ή αναπτυσσόμενες περιοχές. Ωστόσο, τονίζει, ένα με- γάλο μέρος των δημοσίωναστικών ακινήτων παραμένει επί σειρά ετών α- ναξιοποίητο ή υπο-αξιοποιείται (πχ. ενοικιάζεται σε χαμηλές τιμές), όπως για παράδειγμα στο ιστορικό καιεμπορικό κέντρο της Αθήνας. Θεωρεί λοι- πόν ότι η αξιοποίησή τους θα μπορούσε να αποτελέσει την κινητήρια δύ- ναμη για την ενεργοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων, που σήμερα παραμέ- νουνεπιφυλακτικά και βρίσκονται σε στάσηαναμονής, πρώτον,διότι δεν υπάρχειεμπιστοσύνη στο κράτος και δεύτερον, διότι δεν υπάρχει και το κατάλληλοθεσμικό πλαίσιο. Εάν λοιπόν ξεκινούσε μιατέτοια πρωτοβου- λία από το Δημόσιο,με τη μορφή μιας συστηματικής και συντονισμένης προσπάθειας και μέσω κατάλληλων νομικών εργαλείων, πιστεύει ότι αυτό θα άλλαζε την ψυχολογίατης αγοράς. Κατά τη γνώμη της, ένα πρόγραμμα αξιοποίησης δημοσίων αστικώνακινήτων θαμπορούσε νασυνδυαστείκαι μεευρύτερα μέτρα αστικής ανάπτυξης ή αναζωογόνησης, όπωςπαρεμβά- σεις στον δημόσιοχώρο (αισθητικές, αρχιτεκτονικές κλπ.) καθώς και πολε- οδομικέςρυθμίσεις. Εξίσου σημαντικό θα ήταν και το όφελος για τη διατή- ρηση και ανάδειξητης πολιτιστικής κληρονομιάς, δεδομένου ότι πολλά δημόσιακτίρια έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα, όπως και η,μέσω νέων χρήσεων, προσέλκυση κατοίκων και επιχειρηματιών. Επιπλέον μπορούν να προκύψουνπόροι που θα μπορούσαν να διοχετευθούν στη συνέχεια στη χρηματοδότηση και άλλωνδημοσίων αναγκών. Παράλληλα, μπορούν
να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας τόσο κατά το στάδιο της κατασκευής των σχετικών έργων όσο και κατά το στάδιο της λειτουργίας των σχετικών χρήσεων και εγκαταστάσεων. Ιδίως εφόσον το πρόγραμμα αξιοποίησης συνδυαστεί με υπηρεσίες ή προϊόντα που βρίσκονται ή θα βρεθούν τα επόμενα χρόνια στην αιχμή της ζήτησης (πχ. τουρισμός, αναψυχή κλπ.). Αν και συμφωνεί ότι υπό συνθήκες πίεσης μπορεί να ληφθούν αποφάσεις που δεν θα είναι πάντοτε προϊόν εξαντλητικής συζήτησης, πολλώ μάλλον συναίνεσης ,ωστόσο, θυμίζει ότι σε άλλες περιόδους, ιδίως στις περιόδους της επίπλαστης ευημερίας του παρελθόντος, υπήρχε ταυτόχρονα και ένας ε- φησυχασμός, ο οποίος δικαιολογούσε, αρκετά απλόχερα, κατά τη γνώμη της,τις όποιες καθυστερήσεις, τις ανακολουθίες και, τελικά, τις αποτυχίες. Ίσως λοιπόν, καταλήγει, η κρίση και τα νέα δεδομένα που αυτή δημιουργεί να αποτελέσει και μια ευκαιρία για επιτάχυνση των διαδικασιών σε διάφο- ρους τομείς.

Σχετικά με το ζήτημα των αντιδράσεων στις προσπάθειες αξιοποί- ησης, η Γιαννακούρου επισημαίνει ότι κινητοποιήσεις και αντιδράσεις υ- πάρχουν και αλλού. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι, κατά τη γνώμη της, ότι συνήθως οι κινητοποιήσεις εξαντλούνται στη στείρα διαμαρτυρία και δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες προτάσεις, ώστε να γίνει μια πιο γό- νιμη συζήτηση. Στο σημείο αυτό επαναφέρει και αυτή το ζήτημα της έλλει- ψης παράδοσης δημοσίου διαλόγου και τις ελλιπείς διαδικασίες συμμετο- χής στην Ελλάδα στο πεδίο του πολεοδομικού σχεδιασμού. Επισημαίνει ότι το ελληνικό πολεοδομικό παράδειγμα δεν ενθάρρυνε την παραγωγή ενός εξωστρεφούς συστήματος σχεδιασμού, ούτε βοήθησε στην οικοδό- μησηδημοσίου λόγου και διαλόγου για τα πολεοδομικά ζητήματα,«εκπαι- δεύοντας» σχετικά και τους πολίτες. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που, συχνά, οι αντιδράσεις σε διάφορες πολεοδομικές πρωτοβουλίες εξαντλούνται στο «όχι», χωρίς να απαντούν στο «τι θα κάνουμε», κάτι που πλήττει κατά τη γνώμη της την αξιοπιστία των αντιδράσεων ακόμη και όταν αυτές είναι καταρχήν εύλογες.

Συνεχίζει, εκφράζοντας την άποψη ότι χρειαζόμαστε πιο εντοπι- σμένες πολεοδομικές παρεμβάσεις, ιδίως πιλοτικού χαρακτήρα, ώστε να μελετηθούν σε βάθος και από τα κάτω οι ανάγκες συγκεκριμένων περιο- χών. Τονίζει ότι αυτό θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα της αξιοποίησης των δημοσίων αστικών ακινήτων, δηλαδή ο προσανατο- λισμός τους σε νέες χρήσεις, νέες αστικές λειτουργίες, που δεν μπορούν να προσφερθούν από τα ιδιωτικά ακίνητα, λόγω της πολύπλοκης ιδιοκτησια- κής δομής τους (πολλοί συνιδιοκτήτες, κληρονομικά προβλήματα, ιδιο- κτήτες αγνώστου διαμονής κλπ.). Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτούνται εξειδι- κευμένες, έξυπνες, πιο δημιουργικές προσεγγίσεις που θα συσχετίζουν τις προτεινόμενες αναπτύξεις με τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιο- χής, δημιουργώντας τις βέλτιστες δυνατές συνέργειες. Μια ιδέα θεωρεί ότι θα ήταν η δημιουργία clusters δημοσίων ακινήτων ανά περιοχή που θα συνδυάζονταν με προγράμματα ευρύτερων δημοσίων παρεμβάσεων, ό- πως αναβάθμισης του δημόσιου χώρου και των αστικών υποδομών, προ- ώθησης ήπιων μορφών μετακίνησης, αντιμετώπισης της ηχητικής και αι- σθητικής ρύπανσης, καθώς και δημιουργίας χώρων στάθμευσης, ιδίως στις περιοχές που δεν εξυπηρετούνται επαρκώς από τις δημόσιες συγκοι- νωνίες. Πιστεύει λοιπόν ότι μέσα από έναν συνδυασμό τέτοιων μέτρων, η αξιοποίηση των δημοσίων αστικών ακινήτων μπορεί να αποδειχθεί πολ- λαπλά βιώσιμη και ταυτόχρονα να εξυπηρετήσει και ευρύτερους πολεο- δομικούς στόχους.

Ο Πάνος Παναγιωτίδης τονίζει ότι η διεθνής πρακτική έχει δείξει ότι κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία των προγραμμάτων αξιοποίησης των δημοσίων ακινήτων, αλλά και των αποκρατικοποιήσεων γενικότερα, είναι η ισχυρή πολιτική βούληση για την υλοποίησή τους, ενώ προαπαι- τούμενο στοιχείο για τηνεπιτυχία τους είναι η αλλαγή του τρόπου λειτουρ- γίας των διαφόρων τομέων της οικονομίας και του δημοσίου. Θεωρεί ότι η πραγματική αξία του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, πέραν του ά- μεσου εισπρακτικού σκοπού, έγκειται στις επενδύσεις που οι επενδυτές θα

κάνουν προκειμένου να αναπτύξουν είτε τη γη είτε τις υποδομές που ανέ- λαβαν, ενώ θεωρεί βέβαιο ότι η αξιοποίηση θα φέρει περαιτέρω επενδύ- σεις και θα προσθέσει θέσεις εργασίας. Επιπλέον, το κράτος θα λάβει κρί- σιμη οικονομική ενίσχυση που μπορεί στη συνέχεια να επανεπενδύσει σε υφιστάμενες υποδομές και δημόσιες λειτουργίες. Πιστεύει ότι η αξιοποί- ηση της δημόσιας περιούσιας μπορεί και πρέπει να παίξει τον ρόλο ατμο- μηχανής ανάπτυξης της οικονομίας, κυρίως από επενδύσεις που θα γίνουν από το εξωτερικό, αφού η ιδιωτική ακίνητη περιουσία υποφέρει τόσο από τον κατακερματισμό όσο και από ενυπόθηκα δάνεια σε αξίες προ κρίσης, που τη βάζουν ουσιαστικά σε δεύτερη μοίρα.

Όσον αφορά στις χρήσεις που θα μπορούσαν να προταθούν για τα δημόσιααστικάακίνητα, ο Παναγιωτίδης τονίζει ότι ηβέλτιστη αξιοποίηση οποιουδήποτε αστικού ακινήτου αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση και δεν εξαρτάταιαποκλειστικά από το προς αξιοποίηση ακίνητο, αλλά συνδέεται με το άμεσο περιβάλλον του. Η αξιοποίηση λοιπόν των δημοσίωνακινή- των, μέσω νέων χρήσεων ή με αναβίωσητων παλιών χρήσεων,σχετίζεται με τις δυνατότητες και δυναμικές ανάπτυξης της περιοχής που εντάσσο- νται,με τον σκοπό της επένδυσης και τον χρήστη του τελικούπροϊόντος, χωρίς βέβαια να αναιρείται το ενδεχόμενο μια νέα επένδυση να μπορεί να αλλάξειριζικά και να καθορίσει το αστικό τοπίο γύρω από αυτήν. Ενδει- κτικά, για την Αθήνα και την ευρύτερηπεριοχή της κρίνει εύλογη την ανά- πτυξηνέων τουριστικών υποδομών, προσανατολισμένων σε επιμέρους ει- δικό κοινό, πχ. νέους, φοιτητές, αλλά και συνταξιούχους, οικογένειεςκλπ. με ανάλογη υποδομή ώστε να ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες της κάθε πληθυσμιακής ενότητας. Όσον αφορά τα δημόσια τουριστικά ακί- νητα, θεωρείότι μέσω ΕΣΧΑΔΑ, τα οποία κατά τη γνώμη του προσφέρουν εξαρχήςτη δυνατότητα σωστού προσανατολισμού, μπορεί να θεσμοθε- τηθεί η κατάλληλη επενδυτικήταυτότητα του ακινήτουσε συνεννόηση ε- πενδυτήκαι πολιτείας, η οποία θα καταστήσει ελκυστικό ή/και μοναδικό στην αγορά το προς αξιοποίηση ακίνητο, θα προσδώσει υπεραξία τόσο σε
αυτό όσο και στην ευρύτερη περιοχή, ενώ προσφέροντας νέες θέσεις ερ- γασίας, θα διευρυνθεί η ζώνη επιρροής των θετικών αποτελεσμάτων.Πι- στεύειεπίσης ότι, σεγεωπολιτικό επίπεδο, οινέεςεπενδύσεις μετονέοτου- ριστικό προϊόν υψηλών προδιαγραφών, που εξασφαλίζεται από το σχε- τικό νομοθετικό πλαίσιο, επανατοποθετούν τη χώρα μας στον χάρτη του διεθνούς τουρισμού, επαναπροσδιορίζοντάς την ως πύλη της Ευρώπης.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι οι διάλογοι ανέδειξαν σημαντικά ση- μεία σύγκλισης απόψεων ως προς το ότι η αξιοποίηση της δημόσιας πε- ριουσίας θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση στρα- τηγικών ανάκαμψης από την κρίση, μέσα όμως από μια συγκροτημένη ευ- ρύτερη πολιτική αναζωογόνησης και αναγέννησης περιοχών. Αν και μοιά- ζει να υπάρχει επίσης συμφωνία ως προς την ανάγκη εμπλοκής του ιδιωτι- κού τομέα στα προγράμματα αξιοποίησης, εντούτοις αναδεικνύονται κά- ποιες διαφοροποιήσεις ως προς το στόχο τους, την ενίσχυση δηλαδή των επενδύσεων στον δημόσιο τομέα (δημόσια έργα και υποδομές) ή στον ι- διωτικό τομέα (προώθηση επιχειρηματικότητας), αλλά και ως προς τον βαθμό συμμετοχής και τον ρόλο του ίδιου του Δημοσίου στη διαδικασία υλοποίησης των επεμβάσεων. Φαίνεται επίσης ότι υπάρχει συμφωνία ως προς τον σημαντικό ρόλο των τοπικών κοινωνιών και των κινημάτων πο- λιτών και την ανάγκη συνδιαμόρφωσης προτάσεων αξιοποίησης για την επιτυχή έκβασή τους και για τη μεγιστοποίηση των θετικών επιδράσεων στην ευρύτερη περιοχή στην οποία εντάσσονται. Ωστόσο, είναι αισθητή μια δυσπιστία ως προς τη δυνατότητα επίτευξης αυτού του στόχου, λόγω της έλλειψης κουλτούρας διαλόγου και αποτελεσματικών διαδικασιών συμμετοχής και διαβούλευσης στον τομέα του χωρικού σχεδιασμού στην Ελλάδα.

Η χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση που θεσμοθετήθηκε σχετικά πρόσφατα (Ν. 4269/2014) μελετήθηκε στο πέμπτο κεφάλαιο ως ένα παράδειγμα επιδράσεων στο θεσμικό πλαίσιο, απόρροια της κρίσης ή/και ανταπόκρισης σε αυτήν. Ο συγκεκριμένος νόμος, σε συνέχεια δεκάδων νομοθετημάτων με αντικείμενο τον χωρικό σχεδιασμό που θεσπί- στηκαν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης μέχρι σήμερα, επέφερε αλλαγές αφενός στα επίπεδα και τους τύπους χωρικών σχεδίων και αφετέρου στις κατηγορίες και το περιεχόμενο των χρήσεων γης. Με το νέο σύστημα σχεδιασμού που προωθείται, όπως περιγράφεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου, επιτυγχάνεται: α) η μείωση των επιπέδων του ρυθμι- στικού σχεδιασμού (τέσσερις κύριες κατηγορίες σχεδίων) και η απόδοση διακριτού ρόλου και περιεχομένου σε κάθε επίπεδο, β) η αντιστοίχιση των επιπέδων σχεδιασμού με τα επίπεδα άσκησης αναπτυξιακού προγραμμα- τισμού, γ) η ελάφρυνση του κράτους από τον τεράστιο όγκο λεπτομερεια- κών και τεχνικού χαρακτήραρυθμίσεων, ενώ δ) προβλέπονταιειδικές ρυθ- μίσεις αναθεώρησης του σχεδιασμού για ειδικούς καιεξαιρετικούς λόγους, ώστε ο σχεδιασμός να είναι εύκολα και με γρήγορες διαδικασίες προσαρμόσιμος. Όσον αφορά τις χρήσεις γης, ο Νόμος επαναπροσδιορίζει τις κατηγορίες και το περιεχόμενο αυτών, αυξάνοντας τις γενικές κατηγορίες χρήσεων σε 18 έναντι 9 του προηγούμενου νομοθετήματος και προβαίνοντας σε πολύ πιο αναλυτική και εξαντλητική περιγραφή των επιτρεπόμε- νων ειδικών χρήσεων ανά γενική κατηγορία. Νέο στοιχείο της προσέγγι- σης αποτελείη αντιστοίχιση των κατηγοριών χρήσεων γης με τους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ), όπως αυτοί αναφέρονται στην εκάστοτε Εθνική Ονοματολογία Οικονομικών Δραστηριοτήτων. Επιδίωξη του αρμόδιουΥπουργείου είναι, μεταξύ άλλων και όπως αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση, η ανταπόκριση των νέων κατηγοριών χρήσεων στα σύγχροναδεδομένα, η επίλυσηχρόνιων προβλημάτων και παθογενειών, αποτέλεσμα τουπροηγούμενου νομοθετικού πλαισίου, και ηεπίτευξη δια- φάνειας για τον πολίτη.

Η χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση, σε εναρμόνιση και με άλλα νομοθετήματα της πρόσφατης περιόδου, δίνει έμφαση στη ρύθμιση της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων στον χώρο, με βασική επιδίωξη τη διευκόλυνση της λειτουργίας οικονομικών/παραγωγικών δραστηριοτήτων. Στη θετική κριτική που έχει διατυπωθεί συγκαταλέγεται η επιδίωξη περιορισμού κάποιων βασικών αδυναμιών, ώστε να ανταποκριθεί άμεσα στις τρέχουσες συνθήκες της κρίσης, όπως η μείωση των επιπέδων σχεδιασμού και η δυνατότητα επιτάχυνσης των διαδικασιών διεκπεραίωσης και έγκρισης των σχεδίων. Η αρνητική κριτική που έχει ασκηθεί από την επι- στημονικήκαι επαγγελματική κοινότητα, εστιάζει στην τάση αντίληψης του χώρου ως υποδοχέα δραστηριοτήτων, στην απουσία –σε αντίθεση με το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο– σαφώς διατυπωμένων στόχων για τη βιώσιμηανάπτυξη και στις τρεις διαστάσειςτης, στην έλλειψηπρόβλεψης διαδικασιών διαβούλευσης και συμμετοχής κατά τις διαδικασίες σχεδια- σμού, στην πρόκρισημιας τομεακής κατά περίπτωση προσέγγισης του σχεδιασμού, στην πρόθεση παράκαμψης των βασικών προβλεπόμενων τύπων σχεδίωναπό τα διάφορα επενδυτικά σχέδια κ.ά. Όσον αφορά τις διατάξειςγια τις χρήσεις γης, η κριτικήεπικεντρώνεται στην τάση εξυπηρέ- τησης μεγάλης κλίμακαςεπιχειρηματικών δραστηριοτήτων, στηναποσπα- σματική και μη ολοκληρωμένη αντιμετώπιση τουζητήματος των χρήσεων γης, στην υπερβολική εξειδίκευση του περιεχομένου των γενικών κατηγο- ριών και στη δεσμευτικότητα που αυτός ο χειρισμόςεπιφέρει, στην απου- σία ενός πλαισίουπροβλέψεων για τον εξωοικιστικό χώρο, καθώς και σε γενικότερα ζητήματα που σχετίζονται με τη φιλοσοφία που ενυπάρχει για την οργάνωση, τη μείξη και τον διαχωρισμό των χρήσεων γης. Συνολικά, επομένως,φαίνεται ότι στην πλειονότητά τους οι ειδικοί της επιστήμης του σχεδιασμού του χώρουεμφανίζονται προβληματισμένοι, ακόμα και αρνη- τικοί, απέναντιστη νέα θεσμική πραγματικότητα για τον σχεδιασμό. Φαί- νεται ότι εν μέσω της κρίσης δεν δόθηκε η δέουσασημασία στηδιαμόρ- φωση των προϋποθέσεων αποδοχής του εγχειρήματος τόσο από όσους θα κληθούννα το υλοποιήσουν όσο και απότην κοινωνία. Αναδεικνύεται, επομένως, ως ένα σημαντικό ζήτημα η πρόθεσηκαι ικανότητα της πολιτι- κής ηγεσίαςνα συγκεντρώσει τους διάφορους παίκτες,νασυνθέσει από- ψεις και εμπειρίεςκαι να οδηγήσει σε ένα συναινετικό αποτέλεσμα.

Στις σημερινές συνθήκες, μοιάζει ότι οι συμβατικές προσεγγίσεις του χωρικού σχεδιασμού δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν τις διαφο- ροποιημένες προκλήσεις που αναδύονται ως συνέπεια της κρίσης και επι- τάσσουν τον μετασχηματισμό των μέχρι σήμερα κυρίαρχων αντιλήψεων και πρακτικών. Ταυτόχρονα, η ανάλυση της κοινωνικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας των τόπων, έχει αναδειχθεί ως κεντρικό ζήτημα και ζητούμενο. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανθεκτικότητα των πόλεων και η σύνδεσή της με τον χωρικό σχεδιασμό αποτελεί ένα κρίσιμο πεδίο. Στη συνέχεια παρουσιάζονται συνοπτικά οι απόψεις ειδικών όπως διατυ- πώθηκαν σε μια σειρά συνεντεύξεων για τις παραδόσεις σχεδιασμού. Τα αναλυτικά πρακτικά αυτών των συνεντεύξεων είναι διαθέσιμα στη διεύ- θυνση http://gkafkala.webpages.auth.gr /site/παραδόσεις-σχεδιασμού/.

Η άποψη ότι στην περίπτωση της Ελλάδας ένας από τους λόγους της οικονομικής κρίσης είναι ο ίδιος ο κλασικός χωρικός σχεδιασμός, όπου συμπεριλαμβάνεται και ο περιβαλλοντικός, διατυπώνεται από τον Δηµήτρη Οικονόµου. Αυτό το είδος σχεδιασμού είτε παρεμπόδιζε συστηματικά τις επενδύσεις είτε τις προσανατόλιζε προς λάθος κατευθύνσεις και κυρίως προς τον κατακερματισμό και τη χωρική διασπορά. Ο κατακερματισμός της οικονομικής βάσης υπήρξε παράγοντας μείωσης της ανταγωνιστικό- τητας και της αντοχής στην παγκόσμια κρίση. Ταυτόχρονα, ο χωρικός σχε- διασμός διευκόλυνε συστηματικά και διαχρονικά την ιδιοποίηση περιβαλ- λοντικού κεφαλαίου από τις επιχειρήσεις όλων των μεγεθών. Όπως υπο- στηρίζει συγκεκριμένα, ένα στοιχείο της όποιας αύξησης της ανταγωνιστι- κότητας των οικονομικών μονάδων στη μεταπολεμική Ελλάδα είναι η δυ- νατότητα ιδιοποίησης περιβαλλοντικού και δημοσίου (με την έννοια του δημόσιου χώρου) κεφαλαίου· ο τουρισμός και οι συναφείς δραστηριότη- τες ελεύθερου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις αυθαιρέτων, τηνόμιμηεκτόςσχεδίου δόμηση κ.ά., που αποτελούν τρόπους με τους οποίους γίνεται η ιδιοποίηση περι- βαλλοντικού κεφαλαίου από τους ιδιώτες και εδράζονται σε χωρικές πολιτικές που τα υποθάλπουν.

Κατά την άποψή του, ο χωρικός σχεδιασμός στο μέλλον μπορεί να προσανατολιστεί σε κατεύθυνση διαφορετική από την παραδοσιακή, τόσο ως προς την υποκίνηση του κατακερματισμού όσο και ως προς την περιβαλλοντική διάσταση. Όμως οι συνθήκες της κρίσης μπορούν επίσης να ωθήσουν σε ακόμα μεγαλύτερη «δόση» από την παραδοσιακή θερα- πεία για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, δηλαδή σε ακόμα μεγαλύ- τερη ιδιοποίηση περιβαλλοντικών αγαθών, σε ακόμα μεγαλύτερη υποστή- ριξη του κατακερματισμού και σε αναζήτηση της διεξόδου μέσω της ανα- θέρμανσης της οικοδομής. Συνοψίζοντας, ο Οικονόμου θεωρεί πως όπως ένα συγκεκριμένο είδος χωρικής πολιτικής συνέβαλλε τόσο στην οικονο- μική όσο και στην περιβαλλοντική κρίση, θα μπορούσε κάποιο άλλο είδος χωρικής πολιτικής να συμβάλει στην έξοδο και από τις δύο κρίσεις.

Ένα ειδικότερο πεδίο στο οποίο υπάρχει ανάγκη αλλά και περιθώ- ρια μιας νέας προσέγγισης, είναι οι αστικές αναπλάσεις, όχι όμως με την παραδοσιακή αρχιτεκτονίζουσα προσέγγιση των πεζοδρομήσεων, αλλά με αυτήν της σύνθετης οικονομικής, κοινωνικής και χωρικής αναγέννησης των αστικών περιοχών. Σε κάποιο βαθμό, τα χαρακτηριστικά του νέου συ- στήματος για τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό μπορούν να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως, όσο κι αν η νομοθεσία έχει σημασία, ο Οικονόμου θεωρεί ότι μεγαλύτερη επίδραση έχει ο τρόπος με τον οποίον αυτή εφαρμόζεται, καθώς επίσης και άλλες παράμετροι οι ο- ποίες είναι θεωρητικά εκτός του συστήματος των σχεδίων. Για παρά- δειγμα, η μαζική νομιμοποίηση των αυθαιρέτων σημαίνει ότι ο χώρος πα- ράγεται πιο πολύ μέσω παράνομων διαδικασιών παρά με τις διαδικασίες του επίσημου συστήματος. Με άλλα λόγια, το νομοθετικό πλαίσιο είναι α- πλώς ένας σκελετός,που αποκτά περιεχόμενο από τις συγκεκριμένες πο- λιτικές που προωθούνται μέσω αυτού. Από αυτή την άποψη, το ζήτημα πα- ραμένει ανοικτό. Το νέο σύστημα μπορεί να παίξει θετικό ρόλο υπό προϋ- ποθέσεις,όπως το περιεχόμενο και οι επιλογές των συγκεκριμένων σχεδίων που θα παραχθούν, η επάρκεια των αρμόδιων υπηρεσιών και οι πτυ- χές της χωρικής πολιτικής που τοποθετούνται εκτός της εκπόνησης των σχεδίων.

Όπως τονίζει ο Γιάννης Τσιώμης για να αντιμετωπιστεί η κρίση χρειάζεται εκτός από νέα οικονομική διαχείριση και πολιτική και κοινωνική διαχείριση και σκέψη. Βασικό μέλημα θα πρέπει να είναι η απομάκρυνση από τον συμβατικό τρόπο σκέψης και τον συμβατικό τρόπο παραγωγής του χώρου, υιοθετώντας –πρώτα οι επαγγελματίες του σχεδιασμού– την ιδέα ότι ο χώρος διαμορφώνεται μέσα στη διάρκεια του χρόνου. Η εικόνα που δίνεται στον χώρο μέσω του σχεδιασμού θα πρέπει να είναι δυνατόν να είναι εξελίξιμη, διαμορφώσιμη με τις προοπτικές αλλαγών. Αναφέρεται, επομένως, σε έναν σχεδιασμό «ανοιχτό», επιδεκτικό αλλαγών, κάτι που βε- βαίως απαιτεί μια άλλη «κουλτούρα» και συνέργεια όλων των παικτών.

Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να δουλεύουμε από την κλίμακα της πόλης στη μητροπολιτική κλίμακα και να επιστρέφουμε και πάλι στα προβλήματα τοπικής κλίμακας. Η συγκεκριμένη προσέγγιση οδηγεί στην αναζήτηση ενός νέου προφίλ πολεοδόμου και αρχιτέκτονα, ικανού να κι- νείται σε όλες τις κλίμακες. Αυτό με τη σειρά του απαιτεί τη συνάρθρωση των διαφόρων γνωστικών αντικειμένων που ασχολούνται με τον χώρο. Χρειάζεται να δούμε με ποιο τρόπο μπορούν να επαναμορφωθούν διαφο- ρετικά γνωστικά αντικείμενα, τα οποία μέχρι τώρα ήταν τελείως προκαθο- ρισμένα και για επαγγελματικούς λόγους «κλειστά». Σταπαραπάνω ο Τσιώ- μης προσθέτει και την ανάγκη προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες.

Στις σημερινές συνθήκες υπάρχει μια γενική αστάθεια, η οποία ο- δηγεί στηναβεβαιότηταγια την ορθότητα και αποτελεσματικότητα των ό- ποιων προγραμματισμών. Κατά την άποψή του, το να είναι κύριο μονομε- ρές μέλημα η προσέλκυση επενδύσεων με πρόσχημα την κρίση, είναι τε- ράστιο λάθος. Η σημερινή κατάσταση αποτελεί μια κατάσταση που κλη- ρονομήσαμε πριν από την κρίση, είναι ταυτόχρονα γέννημα της κρίσης αλλάπλέον καιανεξάρτητητης κρίσης. Αυτό απαιτεί μια νέα προοπτική και μια διαδικασία αλλαγής προς την κατεύθυνση του ουσιαστικού περιεχομένου της βιώσιμης ανάπτυξης, δηλαδή προς την αντιμετώπιση όλων των διαστάσεων του χώρου, όχι μόνο της «αισθητικής». Ο ουμανιστικός δημοκρατικός πολιτισμός, υποστηρίζει ο Τσιώμης, έχει φτάσει στα όρια της ανθεκτικότητάς του, γεγονός που επιτάσσει την «αντίδραση» όλων, τόσο ως ειδικοί όσο και ως πολίτες. Θεωρώντας ως δεδομένη τη μη ανθεκτικότητα των πόλεων,περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά, ο χωρικός σχεδια- σμός αποτελεί κομβικό σημείο για την έξοδο από τις πολλαπλές κρίσεις και την αντιμετώπιση των μεταλλαγών. Εκτός από την ανάγκη παραγωγής νέων γνωστικών αντικειμένων και νέων πειραματισμών, για να παραχθεί μια νέα γνώση θα χρειαστεί να υπάρξει συλλογική διεπιστημονική και«δια- καλλιτεχνική» δουλειά, από τους ειδήμονες μέσα στα Πανεπιστήμια και τα Πολυτεχνεία, η οποία θα είναι αποδεκτή και επιθυμητή από την ίδια την κοινωνία.Υποστηρίζει ότι μια πρώτη αρχή είναι να μη θεωρούμε ότι υπάρ- χει ένα μόνο χωροταξικό και πολεοδομικό μοντέλο. Μια δεύτερη αρχή εί- ναι ότι, αν υπάρχει ένα μοντέλο, αυτό είναι της διαρκούς διερεύνησης και διαρκούς εφεύρεσης σεναρίων, τρόπων παρέμβασης και μορφών.

Η άμεση ανάγκη εκσυγχρονισμού στον σχεδιασμό, με την ευρεία χρήση μοντέλωνκαι εργαλείων κατά τις αντίστοιχες διαδικασίες, αποτελεί κατά τον ΚωνσταντίνοΛαλένη καθοριστική προτεραιότητα. Η απουσία τέ- τοιων εργαλείωνστην Ελλάδα συνδέεται με την «αρχιτεκτονική» παρά- δοση του σχεδιασμού και έχει ως αποτέλεσμα ο σχεδιασμός να περιορίζε- ται στη λεκτική περιγραφήιδανικών καταστάσεων για τη μελλοντική ει- κόνα του αντικειμένου του, χωρίς να επιτυγχάνει εν τέλει μια διάσταση ρε- αλισμούγια την πραγματοποίησή του. Το τελευταίο θα πρέπει να συσχετι- στεί και με την άποψη του Λαλένη περί ανάγκης παρακολούθησης,αξιο- λόγησης και ανάδρασης του σχεδιασμού ανά τακτά χρονικά διαστήματα και σε όλες τις φάσεις μελέτηςκαι σχεδιασμού. Ο Λαλένηςθεωρεί κρίσιμη τη χρήσηκαινοτόμων εργαλείωνκαι για την ενδυνάμωση των συμμετοχι- κών διαδικασιών. Σήμερα κυριαρχεί η αντίληψηότι ο σχεδιασμός είναι μια διαδικασία παραγωγής σχεδίων και κειμένων, που περιλαμβάνουν κυρίως περιορισμούς και απαγορεύσεις. Εκτιμά ότι ο σχεδιασμός θα πρέπει να γί- νει πιο ευέλικτος, με περισσότερες διαστάσεις, και να αποτελεί«πορεία» για την εφαρμογή των σχεδίων. Η αντίληψη για τον σχεδιασμό ως«πορεία», σημαίνει ότι σ’ αυτήν δεν εμπλέκονται μόνο η τοπική αυτοδιοίκηση και οι πολεοδόμοι, αλλά και το κοινό σε διάφορα επίπεδα του χώρου.Η χρήση εργαλείων για τη συμμετοχή θα πρέπει να μεριμνά για τη διευκόλυνση μειονεκτούντων ομάδων στον σχεδιασμό, που συνήθως σήμερα δεν εκ- προσωπούνται (πχ. ΑΜΕΑ), καθώς και για τη διέγερσητου ενδιαφέροντος του κοινού,ως βασικό στοιχείο του επιθυμητού εκσυγχρονισμού. Στα πα- ραπάνω προσθέτεικαι την επιταγήγιακατάργηση των περίπλοκων γρα- φειοκρατικών διαδικασιών.

Σε σχέση με «αμφιλεγόμενα στοιχεία» της εποχής της κρίσης, όπως η διευκόλυνση της δράσης οικονομικών παραγόντων, υποστηρίζει ότι πράγματι αυτή θα πρέπει να ενθαρρυνθεί, πάντοτε όμως μέσα σε ορισμέ- να πλαίσια λειτουργίας τα οποία είναι σε θέση να διασφαλίσουν την αειφο- ρική ανάπτυξη, με κύριες διαστάσεις την προστασία του περιβάλλοντος και του δικαιώματος του πολίτη να απολαμβάνει τον δημόσιο χώρο.

Ο σχεδιασμός, επομένως, θα πρέπει να γίνει περισσότερο επιχειρησιακός και ευέλικτος, με περισσότερες εισροές από συμμετέχοντες. Υπο- γραμμίζει πάντως ότι οποιαδήποτε αλλαγή προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να γίνει με προσοχή, ακριβώς λόγω των χαρακτηριστικών της πα- ράδοσης σχεδιασμού στη χώρα. Μια αλματώδης αλλαγή μοντέλου ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας μεγάλης έκτασης κακοδιοίκηση με σύγχρονα φαινόμενα διαφθοράς και έλλειψη ισονομίας για τους πολίτες.

Όσον αφορά το ζήτημα της ανθεκτικότητας των πόλεων και του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει ο σχεδιασμός προς αυτή την κατεύθυνση, ο Λαλένης επικεντρώνεται καταρχήν στην περιβαλλοντική διάσταση της ανθεκτικότητας, συσχετίζοντάς τη με ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή και η προστασία από καταστροφές. Υπενθυμίζει ότι αν και οι προδιαγραφές των γενικών πολεοδομικών σχεδίων της χώρας δίνουν κατεύθυνση για την πρόβλεψη –μέσω των σχεδίων– αντιμετώπισης καταστροφών στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή της (πχ. σεισμών και με- γάλων πυρκαγιών), στην πρακτική του σχεδιασμού το αντικείμενο αυτό θεωρείται ως μια τυπική απαίτηση χωρίς πραγματική αναγκαιότητα. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι αρμόδιοι κατά περίπτωση φορείς αποφεύγουν να δεσμευτούν σε ένα πλαίσιο αντιμετώπισης καταστροφών που δεν προέρχεται άμεσα από τον δικό τους διοικητικό φορέα. Το συγκεκριμένο αποτελεί ένα πεδίο που θα μπορούσε να συνδυαστεί με σύγχρονες τεχνολογίες,όπως οι ΤΠΕ, που να πληροφορούν και να διαμορφώνουν κατάλληλα την αντίδραση του κόσμου απέναντι σε φυσι- κές καταστροφές, έτσι ώστε να αυξάνονται τα επίπεδα ασφάλειας.

Κατά την άποψή του, η διάσταση της ανθεκτικότητας για το ξεπέ- ρασμα της οικονομικής κρίσης, ίσως να μην μπορεί να ενταχθεί στον τυ- πικό ορισμό της «ανθεκτικότητας» (resilience). Αν υποτεθεί ότι η ανθεκτι- κότητα ερμηνεύεται με μια ευρύτητα που επιτρέπει να συμπεριληφθεί και η κρίση μέσα στις καταστροφές, τότε θα θεωρούσε ότι στα στοιχεία ανθε- κτικότητας απέναντι σε τέτοιες κρίσεις θα πρέπει να περιλαμβάνονται αλ- λαγές του σχεδιασμού προς τρεις κατευθύνσεις: πρώτον προς τη βελτίωση της τεχνικής του διάστασης, δεύτερον προς τη βελτίωση της ευελιξίας του, και τρίτον με τη συμπερίληψη και ενίσχυση των κοινωνικών διαστάσεων που ιδιαίτερα η κρίση καθιστά σημαντικά αναγκαίες.

Η σημερινή συγκυρία αλλάζει μεν το οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο, ειδικότερα ως προς τη στόχευση και τις προσδοκίες των πολιτι- κών, δεν αναιρεί όμως καθόλου τη βαρύτητα των επιχειρημάτων της κρι- τικής ως προς το σύστημα σχεδιασμού. Αντίθετα, όπως εκτιμά ο Αθανάσιος Παγώνης αδυνατίζει περισσότερο τα όποια πλεονεκτήματα υπέρ της υφι- στάμενης προσέγγισης της ρύθμισης, δεδομένου ότι το σύστημα γης και οικοδομής από το οποίο αντλούσε τη βασική της νομιμοποίηση έχει ανα- τραπεί. Ο σχεδιασμός στην Ελλάδα, ίσως επειδή στηρίζονταν στο μικρό/μεσαίο κεφάλαιο, είχε μια λογική να επιτρέπει σχεδόν παντού τη δόμηση. Κατά την άποψή του, αυτή η λογική πρέπει να αναθεωρηθεί και να τεθούν πιο σύνθετοι στόχοι, οι οποίοι δεν θα σχετίζονται μόνο με την κάρπωση της γαιοπροσόδου, αλλά θα στηρίζουν ουσιαστικά τις παραγωγικές δυνάμεις της οικονομίας. Πρόσφατα η συγκυρία της κρίσης έχει κινήσει άλλωστε και μια ειδική συζήτηση σχετικά το με ποιον τρόπο ο χωρικός σχεδιασμός μπορεί να διαχειριστεί τις ειδικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες με τις οποίες συνδέεται η κρίση. Αναφέρεται συγκεκριμένα ο Παγώνης στις συζητήσεις σχετικά με τις «συρρικνούμενες πόλεις» (shrinking cities) και την «αστική ανθεκτικότητα» (urban resilience). Όλα αυτά αναδεικνύουν νέες προτεραιότητες που θα πρέπει να διαχειριστεί ο σχεδιασμός, όπως η στήριξη των κοινωνικών δομών, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης, η κινητοποίηση ανενεργών δυναμικών.

Η λογική ρύθμισης με κανονιστικά μέσα που ίσχυε μέχρι σήμερα ως αποκλειστική αρμοδιότητα του ΥΠΕΚΑ (νυν ΥΠΑΠΕΝ) διαχωρισμένη από τις άλλες δομές προγραμματισμού, ταίριαζε στην περίοδο που ανα- πτύσσονταν οι πόλεις και υπήρχαν θερμές κτηματαγορές. Ο Παγώνης θε- ωρείότι αυτό πλέονείναι ξεπερασμένο ως αντίληψησχεδιασμού και ότι ως πρακτική δεν υπήρξε και ιδιαίτερα πετυχημένη. Η απόφαση για το τι θα γί- νει στον χώρο θα έπρεπε να είναι το προϊόν λιγότερο μιας τεχνοκρατικής επεξεργασίας από ειδικούς, πολεοδόμους, και περισσότερο το προϊόν α- ντιπαράθεσης μεταξύ κοινωνικών και οικονομικών δυνάμεων σε πιο ανοι- χτή βάση, ακόμα και με την παραδοχή ότι το προϊόν αυτής της αντιπαρά- θεσης δενθαείναι απαραίτητατο ιδανικό ήτοπιοδίκαιο. Ανκαιδενμπορεί κανείς να υποστηρίξει με βεβαιότητα ότι το αποτέλεσμα θα είναι άμεσα ε- πιτυχές, θα πρέπει να δοθεί μια μεγαλύτερη έμφαση σε περισσότερο δια- πραγματευτικές δομές και στη λογική της επίτευξης συναίνεσης.

Οι καταστάσεις που αντιμετωπίζουν τα κέντρα των πόλεων έχουν πλέονανάγκη για νέα εργαλεία. Ζητούμενο είναι πώς να ενεργοποιήσει κα- νείς σχέσεις, δυναμικές, δικτυώσεις και εν γένει στοιχεία που συνθέτουν αυτό που αναφέρεται ως ανθεκτικότητα. Υπάρχουν σήμερα καινούργια εργαλεία που σχετίζονται με αυτόν τον στόχο, όπως για παράδειγμα το ΣΟΑΠ του Δήμου Αθηναίων, το οποίο φιλοδοξεί να θέσει ένα μεγαλύτερο φάσμα επιδιώξεων. Η κατεύθυνση θα πρέπει γενικώς να είναι προς την αξιοποίηση περισσότερο καινοτόμων προσεγγίσεων. Συμβατικά εργαλεία σχεδιασμού, όπως για παράδειγμα αυτά που μέσα από την αντιπαροχή παρήγαγαν την πόλη, έχουν φτάσει σε αδιέξοδο. Λογικές κανονιστικών ρυθμίσεων για κάθε οικόπεδο και προσεγγίσεις αστικής ανάπλασης που στοχεύουν αποκλειστικά στη βελτίωση του δημόσιου χώρου, δεν επαρκούν για την ολοκληρωμένη παρέμβαση στα κέντρα πόλεων. Εν κατακλείδι, σα- φώς αναζητείται ένας νέος προσανατολισμός του χωρικού σχεδιασμού μακριά από τις λογικές του παρελθόντος.

κοινοποίησε το:

Χωρικός σχεδιασμός και εξέλιξη των χωρικών μορφών

Χωρικός σχεδιασμός και εξέλιξη των χωρικών μορφών

Τα πρότυπα του χωρικού σχεδιασμού στρέφονται σταδιακά προς εξελικτικές προσεγγίσεις με τη χρήση υπολογιστικών μεθόδων (αλγορίθμων) προκειμένου να υποστηρίξουν την προσαρμοστική ικανότητα των χωρικών ενοτήτων. Ο Richard Dawkins στο βιβλίο του The Blind Watchmaker: Why the Evidence of Evolution Reveals a Universe without Design, συγκρίνει την ανθρώπινη ικανότητα για σχεδιασμό More »

κοινοποίησε το: