Αρχείο ετικέτας ΠΟΛΕΙΣ

ΕΞΥΠΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

Τι είναι Έξυπνες Πόλεις ?

Η ιδέα της «Έξυπνης Πόλης» δεν είναι στατική… και δεν έχει έναν ορισμό!

Είναι μια διαδικασία ή καλύτερα μία σειρά διαδικασιών με τις οποίες οι πόλεις γίνονται πιο «βιώσιμές» και «ανθεκτικές» και με αυτόν τον τρόπο ικανές να ανταποκριθούν πιο γρήγορα στις νέες «προκλήσεις».

Στις Έξυπνες Πόλεις, οι ψηφιακές τεχνολογίες αξιοποιούνται και μεταφράζονται σε καλύτερες υπηρεσίες προς τους πολίτες, την καλύτερη χρήση των πόρων και λιγότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον.

Περιλαμβάνει μία πιο διαδραστική – και με μεγαλύτερη απόκριση διοίκηση της πόλης.

Απώτερος σκοπός μιας «Έξυπνης Πόλης» είναι η βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών στα πλαίσια της βιώσιμης ανάπτυξης.

κοινοποίησε το:

Νέα μελέτη και διαδραστικό δικτυακό εργαλείο για τις πολιτιστικές και δημιουργικές πόλεις

http://www.ekt.gr/el/news/21093

Η πρώτη έκδοση του «Παρατηρητηρίου Πολιτιστικών και Δημιουργικών Πόλεων» είναι αποτέλεσμα ερευνητικού έργου που καλύπτει 168 πόλεις σε 30 ευρωπαϊκές χώρες και παρέχει συγκρίσιμα στοιχεία σχετικά με τις επιδόσεις ευρωπαϊκών πόλεων σε εννέα διαστάσεις.

Την πρώτη έκδοση του «Παρατηρητηρίου Πολιτιστικών και Δημιουργικών Πόλεων» δημοσίευσε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με στοιχεία σχετικά με τις επιδόσεις ευρωπαϊκών πόλεων σε εννέα διαστάσεις, περιλαμβανομένων και του πολιτισμού και της δημιουργικότητας, τονίζοντας ότι οι επιδόσεις αυτές συμβάλλουν στην κοινωνική ανάπτυξη, στην οικονομική μεγέθυνση και στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Το “Παρατηρητήριο Πολιτιστικών και Δημιουργικών Πόλεων” είναι διαθέσιμο και ως διαδραστικό διαδικτυακό εργαλείο, παρέχοντας τη δυνατότητα στους χρήστες να περιηγηθούν στις επιλεγείσες πόλεις και να έχουν πρόσβαση σε ευρύ φάσμα ποσοτικών και ποιοτικών πληροφοριών σχετικά με τις επιδόσεις τους.

Συνέχεια ανάγνωσης Νέα μελέτη και διαδραστικό δικτυακό εργαλείο για τις πολιτιστικές και δημιουργικές πόλεις
κοινοποίησε το:

Πόλη = χώρος συνάντησης του συνόλου των ανθρώπινων δραστηριοτήτων


ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

μάλιστα δέ καί τοΰ κυριωτάτου πάντων ή πασών κυριωτάτη καί πάσας περιέχουσα τάς άλλας. Αΰτη δ’ έστίν ή καλουμένη πόλις καί ή κοινωνία ή πολιτική. (Αριστοτέλης)

Η «πόλις», δηλαδή, είναι μια μορφή ανώτερης κοινωνικής συνύπαρξης που εμπεριέχει όλες τις άλλες και αποβλέπει στο ανώτερο από όλα τα αγαθά:

Συνέχεια ανάγνωσης Πόλη = χώρος συνάντησης του συνόλου των ανθρώπινων δραστηριοτήτων
κοινοποίησε το:

Για ποιά πόλη και για ποιό δικαίωμα σε αυτήν;

Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί

Γράφει: Θάνος Ανδρίτσος – ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ – 30/04/2014

Κτίριο κατοικιών του αρχιτέκτονα και ζωγράφου F.Hunderwasser, Αυστρία

«Η πόλη που έχεις εσύ δεν είναι αυτή που έχουν οι άλλοι Ζούμε σε διαφορετικές πόλεις, που είναι  κατασκευασμένες με υλικά τις καταχρήσεις εξουσίας και το φόβο, τη διαφθορά και τη διαρκή απειλή της ζούγκλας που, κρυμμένη στα πρόσωπα του συστήματος, ξεπροβάλλει κάθε τόσο για να μας υπενθυμίζει ότι είμαστε εύθραυστοι, ότι είμαστε μόνοι, ότι μια μέρα θα γίνουμε λίπασμα για τα ραδίκια. Ή ότι μια μέρα όλα πρέπει να παιχτούν κορόνα-γράμματα, στυλ γουέστερν, ή να κριθούν σε μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο: ΑΥΤΟΙ Ή ΕΜΕΙΣ…» Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ, «Στην ίδια πόλη υπό βροχή»

αρχιτεκτονική τού Hundertwasser

 

 
 

 

Μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο. Ή ίσως μια μονομαχία στην κεντρική πλατεία. Σαν αυτές που δίνουμε κατά καιρούς; Ίσως μεγαλύτερη. Αυτοί ή Εμείς. Εμείς ενάντια σε Αυτούς.

Να μια πρόταση για την κεντρική μας λεωφόρο. Να μια πρόταση για τις πλατείες μας. Δεν ξέρουμε αν θα υλοποιηθεί, υπάρχουν άλλωστε πολλές προτάσεις για τις λεωφόρους, τις πλατείες, τις πόλεις και τις γειτονιές μας. Είδαμε πρόσφατα μια: σε μεγάλες οθόνες, χαρούμενες πολύχρωμες φιγούρες, κρατώντας σακούλες με ψώνια, να περπατάνε στο όμορφο πλακόστρωτο δίπλα στα μεγάλα νεοκλασικά κτίρια και τα ανθισμένα δέντρα, ενώ ρυάκια με νερό τούς ακολουθούσαν από κοντά.

Φαίνεται πώς όλοι νοιάζονται για την πόλη μας. Πρωτοσέλιδα έγραψαν για τις μεγάλες ευκαιρίες, για «ανάσες» στα δοκιμασμένα αστικά κέντρα. Διάσημοι αρχιτέκτονες έδωσαν διαλέξεις σε χλιδάτα μέγαρα, εκπληκτικά φωτορεαλιστικά σχέδια κολλήθηκαν σε ιλουστρασιόν πινακίδες, επίγειοι παράδεισοι με λίμνες, καζίνα, ξενοδοχεία και γήπεδα ήρθαν, για να απογειώσουν την ελληνική γη που βαλτώνει «αναξιοποίητη»

Τραπεζίτες και σεΐχηδες προετοιμάζουν, καπνίζοντας πούρα σε κτίρια από γυαλί, ουρανοξύστες και τουριστικά θέρετρα. Όλα αυτά μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, αρκεί να φύγουν από μπροστά μας οι περιττοί, οι απόβλητοι, οι φτωχοί, οι μετανάστες, οι διαδηλωτές, οι ταραξίες. Οι παράνομοι.

 

Και πάλι εμείς και αυτοί. Η πόλη μας και η πόλη τους. Γιατί η δικιά μας πόλη είναι άλλη. Και πονάει, όπως πονάνε οι κάτοικοί της. Και πεθαίνει στη φτώχεια, και αυτοκτονεί από απόγνωση, και κρυώνει χωρίς στέγη, και μένει στις γραμμές του ΟΑΕΔ, όπως οι κάτοικοί της. Είναι μια πόλη πραγματική, όχι τρισδιάστατη αποτύπωση. Και είναι μια πόλη που σκοτεινιάζει. Όπως τα σπίτια χωρίς ρεύμα. Όπως οι παρατημένοι δημόσιοι χώροι, οι εγκαταλειμμένες παιδικές χαρές, οι διαλυμένες δημόσιες υπηρεσίες με τους απολυμένους εργαζόμενους. Μια πόλη, με άνδρες, γυναίκες και παιδιά, με δήμους και γειτονιές, καταδικασμένους σε μια θηλιά που όλο στενεύει, ένα χρέος που δεν δημιούργησαν. Που είναι όλοι για πούλημα ή για σφαγή.

Έχει κι αυτή η πόλη τις χαρές της, μέσα στην καταχνιά. Στο παιχνίδι των άτακτων μαθητών, στη συνάντηση, στο δρόμο, στην αλληλεγγύη, στην ανεκτικότητα, στην απόφαση να μη το βάλεις κάτω. Στη γιορτή και την περιπλάνηση. Στον αγώνα, τη σφιγμένη γροθιά. Στις πλατείες, στη μουσική, στην ποίηση, στη φιλία και τον έρωτα. Και σε αυτήν την πόλη, άλλοι είναι οι απόβλητοι και οι περιττοί. Είναι αυτοί που της κόβουν την ανάσα και της κλέβουν τη ζωή, αυτοί που την πουλάνε και την αγοράζουν κάθε μέρα, οι ισχυροί, οι κυβερνήτες, οι κατακτητές της με τα κλομπ και τις στολές σε κάθε γωνία, οι ξυρισμένοι με τις μαύρες μπλούζες, αλλά και οι αξύριστοι με τα κυριλέ κουστούμια.

poli4

Ένας μάλιστα από τους ισχυρούς τής μεγαλύτερης πόλης προέρχεται από μια παράταξη με το όνομα «Δικαίωμα στην Πόλη». Τον συμβούλεψαν πριν λίγα χρόνια να χρησιμοποιήσει αυτό το σλόγκαν. Ίσως να ήξεραν και το βιβλίο από το οποίο προερχόταν, αλλά σίγουρα δεν αναφέρονταν σε αυτό. Αν διάβαζαν το έργο του Ανρί Λεφέβρ, απ’ τον οποίο έκλεβαν το σύνθημα, θα έπεφταν πάνω σε φράσεις όπως αυτήν:

«Το δικαίωμα στην πόλη εκδηλώνεται ως υπέρτατη μορφή των δικαιωμάτων: δικαίωμα στην ελευθερία, στην εξατομίκευση μέσα στην κοινωνικοποίηση, στην κατοικία και το κατοικείν. Το δικαίωμα στο έργο (στη συμμετοχική δραστηριότητα) και το δικαίωμα στην προσοικείωση  (εντελώς διαφορετικό από το δικαίωμα στην ιδιοκτησία) εξυπονοούνται μέσα στο δικαίωμα στην πόλη».  (Ανρί Λεφέβρ, «Δικαίωμα στην Πόλη»)

Ξέρουν τίποτα από αυτό το δικαίωμα οι μνημονιακοί βρικόλακες που διοικούν τη χώρα και τις πόλεις μας; Όχι βέβαια, απλώς κλέβουν ένα τσιτάτο για να προσποιηθούν τους προοδευτικούς. Ίσως πάλι να έχει δίκιο και ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ όταν ξανασκέφτεται για το Δικαίωμα στην Πόλη, πιθανώς έχοντας στο μυαλό του άρπαγες του συνθήματος σαν τον κ. Καμίνη.

Έχει κι αυτή η πόλη τις χαρές της, μέσα στην καταχνιά. Στο παιχνίδι των άτακτων μαθητών, στη συνάντηση, στο δρόμο, στην αλληλεγγύη, στην ανεκτικότητα, στην απόφαση να μη το βάλεις κάτω.

«Το δικαίωμα στην πόλη είναι ένα κενό σημαίνον. Όλα εξαρτώνται από το ποιος θα του προσδώσει ένα νόημα. Οι επενδυτές και οι υπερεργολάβοι μπορούν να το διεκδικήσουν, και έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν. Το ίδιο όμως ισχύει και για τους άστεγους και τους χωρίς χαρτιά. Αναπόφευκτα θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το ερώτημα τίνος τα δικαιώματα αναγνωρίζονται, ενώ παράλληλα καθίσταται σαφές ότι, όπως το έθεσε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, “μεταξύ ίσων δικαιωμάτων κριτής είναι η δύναμη”». (Ντέιβιντ Χάρβεϊ, «Εξεγερμένες Πόλεις»)

Έτσι είναι. Αυτοί ή Εμείς που λέγαμε και στην αρχή. Διεκδικούμε κι εμείς το δικαίωμά μας στην πόλη, το διεκδικούν και αυτοί. Αυτοί το κατανοούν σαν το δικαίωμα να κερδίσουν, να βγάλουν χρήμα – όπως κάνουν με όλα τα άλλα – να διευρύνουν την εξουσία τους, να φιμώσουν κάθε διαφορετική φωνή, να τελειώνουν με κάθε ανορθογραφία ελεύθερης σκέψης και αντίστασης. Εμείς, ίσως, να το κατανοούμε λίγο διαφορετικά, όπως μάλλον και ο εμπνευστής του όρου:

«Το δικαίωμα στην πόλη δεν μπορεί να νοηθεί ως απλό δικαίωμα επίσκεψης ή επιστροφής στις παραδοσιακές πόλεις. Δεν μπορεί να διατυπωθεί, παρά μόνο ως δικαίωμα στην αστική ζωή, μετασχηματισμένη, ανανεωμένη». (Ανρί Λεφέβρ, «Δικαίωμα στην Πόλη»)

poli5

Σε αυτή τη γωνιά του διαδικτύου, μαζευτήκαμε άνθρωποι που μια τέτοια ζωή, μετασχηματισμένη, ονειρευόμαστε. Για μια άλλη, μετασχηματισμένη πόλη – και το δικαίωμα όλων σε αυτή- θα παλεύουμε και θα γράφουμε. Σε αυτή θα αφιερώνουμε τις αναρτήσεις μας. Για το δικαίωμα των δεκαπεντάχρονων αγοριών να πίνουν τη μπύρα τους χωρίς να τους σκοτώνουν οι μπάτσοι. Για το δικαίωμα στους πιτσιρικάδες να σουλατσάρουν στην πόλη χωρίς να τους οδηγούν στο θάνατο για ένα εισιτήριο. Για να μπορεί να κάνει το ποδήλατό του ανενόχλητος ο φίλος με το σκούρο δέρμα, χωρίς να τον εμποδίζουν οι εχθροί με τη σκούρα καρδιά. Για κάθε έναν και κάθε μια από εμάς που θέλει να αποφασίσει ο ίδιος για την εμφάνιση ή τη σεξουαλικότητά του. Για τον Παύλο. Για όλους εμάς που μας αξίζει να ζήσουμε μια διαφορετική ζωή, με αξιοπρέπεια.

Καλή μας αρχή λοιπόν. Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί.

* Ο Θάνος Ανδρίτσος είναι Αρχιτέκτονας Μηχανικός-Πολεοδόμος, υπ.Διδάκτορας Οικονομικής Γεωγραφίας. 

κοινοποίησε το:

T. Παπαιωαννου: Η συνομιλία του έργου τέχνης με την πόλη

Ε 26.07.08 Του ΤΑΣΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ  Καθηγητής Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

2 – 26/07/2008

«Οι μεγάλες ιδέες διατρέχουν την ιστορία των πόλεων και τη διαμορφώνουν», υποστήριζε ο Aldo Rossi. Οι πόλεις ΕΙΝΑΙ αυτές οι ιδέες! Αυτές συγκροτούν τη δομή τους, οργανώνουν τη χάραξή τους, καθορίζουν τη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον, αποτυπώνονται στα οικοδομικά τετράγωνα, «ορθώνουν» τέλος τα μνημεία τους.

Αποσπάσματα από graffiti στους δρόμους της Αθήνας

Η πόλη ως έργο τέχνης των χεριών του ανθρώπου, είναι η πόλη της καθημερινότητας, αλλά και η πόλη των ακραίων καταστάσεων και γεγονότων. Είναι οι ήσυχες και ξέγνοιαστες στιγμές μας, αλλά ταυτόχρονα και εκείνες της τραγικότητας των πυρκαγιών ή των πλημμυρών. Είναι οι στιγμές διασκέδασης και αναψυχής, αλλά και οι κραυγές απόγνωσης των ανθρώπων όταν βλέπουν να καταστρέφεται και να αφανίζονται εν ριπή οφθαλμού το βιος και οι προσπάθειες μιας ολόκληρης ζωής. Η πόλη, λοιπόν, δεν είναι η εικόνα της, αλλά η βαθύτερη (και μερικές φορές κρυμμένη) αλήθεια της που την πραγματώνει και την ουσιώνει. Αυτό όμως δεν υπαινίσσεται και η τέχνη; Το φευγαλέο, το κρυφό, το καθημερινό, το ασήμαντο.

Η πόλη παρουσιάζεται ως συνεχές και αέναο παλίμψηστο κοινωνικών γεγονότων. Κάθε τοποθεσία της πόλης είναι φορτωμένη με μνήμες. Κάθε σημείο της συμπυκνώνει πολλαπλά βιώματα, διαφορετικών χρονικών περιόδων, ενώ σημαίνει για κάθε έναν από εμάς διαφορετικά πράγματα. Η γωνία ενός δρόμου π.χ. θυμίζει σε κάποιον το σημείο των εφηβικών του ραντεβού, ενώ για κάποιον άλλον, μπορεί να είναι η ίδια ακριβώς γωνία που τον συνέλαβαν στη φοιτητική διαδήλωση… Στις απόμερες γωνίες, στους δρόμους και τις πλατείες, στα κτίρια και στις γειτονιές της πόλης γράφεται η ιστορία της.

Αστείρευτη πηγή

Αυτή ακριβώς η πολυσημία της πόλης θεμελιώνει παράλληλα και καλλιτεχνικές δράσεις. Η πόλη λειτουργεί ως τεράστια και αστείρευτη πηγή ερεθισμάτων και έμπνευσης για τους καλλιτέχνες. Στην εισαγωγή του βιβλίου του «Το χρονικό της Τέχνης» ο Ε.Η. Gombrich αναφέρει: «Στην πραγματικότητα, η τέχνη δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνον οι καλλιτέχνες». Αυτό δεν είναι; Οι καλλιτέχνες, δηλαδή οι άνθρωποι!… Της πόλης, της υπαίθρου, του χθες και του αύριο. Ο καλλιτέχνης έχει ανάγκη τη ζωοποιό επικοινωνία με τον κόσμο, την πόλη, το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η τέχνη ως τελικό αποδέκτη έχει την πόλη και τους ανθρώπους της. Από εκεί γεννιέται και για εκεί προορίζεται. Το έργο τέχνης και η πόλη λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Ο καλλιτέχνης παίρνει -δανείζεται τρόπον τινά- και με τη σειρά του επιστρέφει και τροφοδοτεί την πόλη με έργα τέχνης. Είναι (και) αυτά τα έργα που συνδιαμορφώνουν την πόλη και τη μορφή της. Δημιουργείται έτσι με το κύλισμα του χρόνου μια αέναη ανταλλαγή, ένα πάρε-δώσε που κάνει αλληλένδετη και αδιάρρηκτη τη σχέση καλλιτέχνη – έργου τέχνης – πόλης. Το έργο τέχνης περιέχει την πόλη και η πόλη το έργο τέχνης. Η τέχνη, όπως και η αρχιτεκτονική, εκφράζει τη ζωή των ανθρώπων και διηγείται με τον καλύτερο τρόπο την ιστορία τους. Είναι σημαντική παράμετρος όχι μόνο διαμόρφωσης, αλλά και ύπαρξης του αρχιτεκτονικού χώρου.

Από τις καταβολές της ζωγραφικής και την εμφάνιση των πρώτων βραχογραφιών με παραστάσεις ζώων στα σπήλαια Αλταμίρα και Λασκό, μέχρι τα πολύχρωμα graffiti στους τοίχους σήμερα, η τέχνη ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον χώρο κατοίκησης των ανθρώπων. Ο καλλιτέχνης πάντοτε προσδοκούσε την ελεύθερη και ανεμπόδιστη επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Να μοιραστεί τις αγωνίες, τις ελπίδες, τις ματαιώσεις του… και η πόλη είναι το πιο άμεσο περιβάλλον του. Εκεί άλλωστε ζει, αυτή λατρεύει και αυτή μισεί!

Τα τελευταία χρόνια η ζωγραφική φαίνεται να εγκαταλείπει το τελάρο και ξαναγυρνά εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Στον τοίχο. Γίνεται ξανά τοιχογραφία (έστω και παράνομη) και συνδέεται με την αρχιτεκτονική στα πιο πολυσύχναστα σημεία της σύγχρονης πόλης. Απλώνεται στον δημόσιο χώρο και γίνεται κτήμα όλων των πολιτών, εικαστικό στοιχείο ή σχολιασμός της καθημερινότητας. Σαν να θέλει η ζωγραφική να αποδράσει από τις καλά φυλασσόμενες αίθουσες των μουσείων ή των δημοπρασιών που την εκποιούν και την εμπορεύονται και να πάει η ίδια αυτή τη φορά, ελεύθερη, να συναντήσει τον κόσμο. Η τέχνη, έστω και με ανορθόδοξο τρόπο, πλησιάζει ξανά τους απλούς πολίτες, στην πιο άμεση μορφή της, ως έκφραση διαμαρτυρίας, αντίδρασης και απόγνωσης για το ανοίκειο, εχθρικό και απάνθρωπο περιβάλλον των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

Την ίδια στιγμή όμως παρατηρούμε και το αντίθετο φαινόμενο. Τα graffiti τα παραγγέλνουν και τα πληρώνουν συχνά διάφοροι ιδιωτικοί φορείς, ακόμη και το υπουργείο Παιδείας, ενώ πληθαίνουν οι αποκαλούμενοι «καλλιτέχνες του δρόμου» που ο ένας μετά τον άλλον κάνουν εκθέσεις σε γκαλερί και μουσεία, νομιμοποιώντας έτσι αυτό που υποτίθεται ότι ήθελαν να καταγγείλουν. Το σύστημα αλέθει και καταβροχθίζει. Εχει την καταπληκτική ικανότητα να απονευρώνει και να στρογγυλεύει κάθε τι ανατρεπτικό και επικίνδυνο. Η ζωγραφική δεν φεύγει εν τέλει από το τελάρο, αλλά πάει μόνο εκεί που τη θέλει ο μαζικός θεατής. Πάει στην ευκολία του. Η ζωγραφική, η γλυπτική, η αρχιτεκτονική, η τέχνη γενικότερα, μπορούν να φορέσουν ό,τι μανδύα θες – αρκεί να πληρώνονται!

Πολλές αφετηρίες

Το έργο τέχνης έχει τελικά πολλές αφετηρίες και πολλές εκφάνσεις, και παρ’ όλο που υπάρχει καθ’ εαυτό, δεν μπορούμε να το θεωρήσουμε ανεξάρτητα από τον χώρο και τον χρόνο μέσα στον οποίο πραγματοποιήθηκε. Γιατί, όπως γράφει ο Μπόρχες: «Το παρόν δεν ακινητοποιείται. Ενα καθαρό παρόν είναι αδιανόητο: θα ‘ταν ανύπαρκτο. Το παρόν περιλαμβάνει πάντα ένα μέρος του παρελθόντος και ένα μέρος του μέλλοντος».

Αυτό δεν προσπαθεί όμως να κάνει ο καλλιτέχνης; Να αιχμαλωτίσει το φευγαλέο παρόν, να «παγώσει» τη στιγμή, το τώρα; Να δώσει τη δική του απάντηση στον στοιχειωμένο κύκλο της ζωής και του θανάτου, να συντροφεύσει την αδυσώπητη μοναξιά του και αυτή η υπαρξιακή αγωνία θα παραμένει πάντοτε ίδια για τον καλλιτέχνη, του παρόντος και του μέλλοντος. Απομονώνει γεγονότα από την καθημερινότητα και τα τονίζει με το δικό του ιδιαίτερο βλέμμα αναδεικνύοντας τις κρυφές πτυχές τους. Γεγονότα που άλλα ξεθωριάζουν και χάνονται για πάντα και άλλα που μόλις τώρα γεννιούνται. Αυτή την ιδιότυπη και παράδοξη συνύπαρξη του χθες και του αύριο που κρυσταλλοποιούνται στο σήμερα αφηγείται η τέχνη.

Η καλλιτεχνική δημιουργία αναφέρεται ταυτόχρονα και στις δύο αυτές διαστάσεις, συνδέοντας και αποσυνδέοντας την παράμετρο του χώρου από τον χρόνο. Το καινούργιο, άλλωστε, εμπεριέχει μέσα του το πολύ παλαιό, αλλά την ίδια στιγμή και ψήγματα από αυτό πού δεν έχει υπάρξει ακόμη. Πηγάζει μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη παράδοση, την ανθρώπινη σκέψη. Τις ιδέες εκείνες που δεν γνωρίζουν σύνορα. Η κρυφή, υποδόρια ενέργεια που τροφοδοτεί την αληθινή δημιουργία άλλωστε, είναι η ανασφάλεια και η αμφιβολία και όχι φυσικά οι επίπλαστες βεβαιότητες. Εκεί, πάνω στο έδαφος της αβεβαιότητας χτίζει κανείς, εκεί στηρίζεται για να δουλέψει, για να συνεχίζεται η συνομιλία του έργου τέχνης με την πόλη όσο συνεχίζεται κι αυτή η ίδια η ζωή.

κοινοποίησε το:

H αποξένωση από το χώρο της πόλης και η κρίση της συλλογικής μνήμης

H Ελένη Πορτάλιου είναι επικ. καθηγήτρια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Τμήμα Αρχιτεκτόνων.

Το παρόν κείμενο αποτελεί Εισήγηση στα Σεμινάρια του Αιγαίου (Μήλος, Αύγουστος 1996)

Τα ιστορικά κέντρα των πόλεων και οι χωρικές σταθερές

O 19ος αιώνας έφερε δραματικές αλλαγές στη μορφή της παραδοσιακής πόλης. Εντοιχισμένες και οριοθετημένες, παρά τις αλλαγές που είχαν εγγραφεί στο σώμα τους μετά το μεσαίωνα, οι πόλεις γνώρισαν μια χωρίς προηγούμενο διάσπαση της συνοχής τους με τη συσσώρευση νέων πληθυσμών και δραστηριοτήτων και τη χωρίς όρια επέκταση, αναδιάτα­ξη και επανασχεδιασμό του χώρου τους, ώστε ν’ ανταποκρίνεται στις νέες ανάγκες κίνησης του κεφαλαίου.

H έκρηξη της βιομηχανικής παραγωγής και η νέα λειτουργία της πόλης ως τεράστιας, ενιαίας αγοράς εμπορευμάτων, μαζί με τη διαμόρφωση ενός σύνθετου πλέγματος θεσμών κρατικής εξουσίας, συμβαδίζουν με την απώλεια ενός κατανοητού χωρικού νοήματος για τις λαϊκές τάξεις και τους κατοίκους τους. Τόσο οι προλεταριοποιημένες αγροτικές μάζες, χωρίς εμπειρία αστικής κατοίκισης, όσο και οι προηγούμενοι κάτοικοι των πόλεων αποκό­πτονται από τις χωρικές σταθερές που είχαν σωρευτικά διαμορφώσει μέσα από την εμπει­ρική παράδοση κατοίκησης και νοηματοδότησης του χώρου.

H πόλη είναι συλλογική ανθρώπινη κατασκευή, έργο των ανθρώπινων χεριών και από τη φύση της διαχρονική, ταλαντευόμενη ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Δεν εκθέτει μια εξελικτική ανάπυξη σταδίων και εποχών, αλλά αντίθετα αποκαλύπτει το πέρασμα του χρόνου σε στρώματα και ίχνη. Το ιστορικό κέντρο, ταυτιζόμενο συνήθως με το κέντρο, δηλαδή την πύκνωση της πόλης με το μεγαλύτερο ιστορικό βάθος, μπορεί να χα­ρακτηριστεί το ίδιο ως προνομιακός συντελεστής διαχρονικής αστικότητας και ν’ αποτελέ­σει ενδιαφέρον πεδίο μελέτης των μετασχηματισμών και των σταθερών της πόλης.

H πόλη μεταβάλλεται και σ’ αυτή την αέναη κίνηση, το στρόβιλο της ιστορίας μετά το 19ο αιώνα, οι σταθερές της ανθρώπινης ύπαρξης αναζητούνται στη μνήμη, η οποία με τη σειρά της αναζητά τις διαβάσεις της. H πόλη είναι από μόνη της θεματοφύλακας της ιστορίας, που η επανασύσταση της μπορεί να γίνει με τάξη, επιμέλεια και, συνήθως, χωρίς χάσματα.

Αλλά οι χώροι της πόλης, τα αρχιτεκτονικά τοπία με τη ζωή που εγχαράσσεται σ’ αυτά, οι μορφές, αποτελούν και ενεργούς τροφοδότες της μνήμης που, αντίθετα με την ιστορία, είναι αποσπασματική και παλινδρομεί.

H πόλη είναι, λοιπόν, γεννήτορας της συλλογικής μνήμης και, αντίστροφα, λειτουργεί ως οδηγός ανάγνωσης και οικειοποίησης του χώρου της πόλης για τις κοινωνικές ομάδες και τα άτομα. Τροφοδοτεί την εμπειρία που, όπως λέει ο Welter Benjamin, «είναι υπόθεση της παράδοσης στη συλλογική και την ιδιωτική ζωή. Σχηματίζεται όχι τόσο από επιμέρους δεδομένα, αυστηρά εντοπισμένα στην ανάμνηση όσο από συσσωρευμένα, συχνά μη συνει­δητά στοιχεία, που συρρέουν στη μνήμη»1.

H σχέση των λαϊκών τάξεων και των κατοίκων της πόλης με το ιστορικό κέντρο επιδέ­χεται αναγνώσεις σε πολλαπλά επίπεδα, πλην όμως εδώ κυρίως υπάρχουν κατατεθειμένες σταθερά οι αψευδείς μαρτυρίες της διαχρονικότητας της πόλης.

Στοιχεία διάρκειας

Οι χωρικές σταθερές στην ιστορία της πόλης

Τα ιστορικά κέντρα των πόλεων ταυτίζονται με τις ίδιες τις πόλεις στη γέννηση τους και έρχονται από το βάθος του χρόνου. Σ’ αυτό το χώρο συγκεντρώνονται τα στοιχεία εκείνα της πόλης που χαρακτηρίζονται από διάρκεια, δηλαδή τη σταθερή παρουσία τους παρόλες τις πιθανές μεταβολές μέσα στους μετασχηματισμούς της πόλης.

O Baudelaire έγραφε: «Le vieux Paris n’est plus (la forme d’une ville/change plus vite, helas! que le coeur d’un mortel)»2. Και ο Aldo Rossi λέει: «Τα σπίτια της παιδικής μας ηλι­κίας παλιώνουν και, καθώς η πόλη αλλάζει, συχνά σβήνει τις αναμνήσεις μας»2.

Όμως το σχέδιο πόλης, τα μνημεία, ορισμένα δημόσια κτίρια και ορισμένοι τύποι κτι­ρίων, στην κλίμακα της πόλης και την κλίμακα της αρχιτεκτονικής, αποτελούν αναφορές ριζωμένες στο χρόνο που παραδίδονται από εποχή σε εποχή, επιτρέποντας στην πόλη συ­νολικά ν’ αποκτήσει ρίζες στην ιστορία.

Κατά τον Marcel Poete οι πόλεις τείνουν να παραμείνουν στους άξονες ανάπτυξής τους, διατηρούν τις χαράξεις τους, εξελίσσονται σύμφωνα με την κατεύθυνση και τη σημα­σία των πιο παλιών συντελεστών τους3. Το σχέδιο πόλης αφορά τη δομή του δημόσιου χώ­ρου και συνδέεται με τους δύο τύπους της πυκνής υπαίθριας αστικότητας —το δρόμο και την πλατεία— που χαρακτηρίζουν την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Παρά τις ριζικές επεμβάσεις που έγιναν το 19ο αιώνα στις πόλεις με τα επάλληλα με­σαιωνικά, αναγεννησιακά, μπαρόκ στρώματά τους και τη βίαιη αποκοπή από την προηγού­μενη σχεδιαστική παράδοση, στα ιστορικά κέντρα τους έμειναν, ηθελημένα ή τυχαία, ίχνη του χρόνου που είχε κυλήσει.

Καθοριστικά στοιχεία των επεμβάσεων και των επεκτάσεων, όπως ο δακτύλιος που αντικατέστησε τα τείχη όταν γκρεμίστηκαν σε πολλές πόλεις, ή τα εγκλωβισμένα αποσπά­σματα που χρειάζονται νοσταλγικά μάτια για να τα εξερευνήσουν, τα προγενέστερα ίχνη της δομής της πόλης μεταγράφονται με κάποιο τρόπο στους μετασχηματισμούς της.

Τα μνημεία παραμένουν εξαιρετικές μορφές τέχνης πάνω από την οικονομία και την πρακτική ανάγκη, διαπιστώνει ο Aldo Rossi, και γύρω απ’ αυτά μπορεί ν’ αρχίσει να ξαναγεννιέται μια πόλη4. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Ακρόπολη, έπαιξε αυτό το ρόλο για την Αθήνα.

Tα  δημόσια κτίρια που δε γίνονται μνημεία, ανεξάρτητα από τους μετασχηματισμούς της χρήσης τους και αποσυνδεδεμένα από μια στενή λειτουργική προσέγγιση, με τη συμβο­λική σημασία και τη μορφή τους αποτελούν καθοριστικά στοιχεία που διαρκούν στην ταυ­τότητα της πόλης.

H αποξένωση από το χώρο της πόλης

H επαφή των κατοίκων της πόλης με τις σταθερές του σχεδίου και του δημόσιου χώ­ρου, των μνημείων, των δημόσιων κτιρίων και ορισμένων κτιριακών τύπων υπόκειται στην αποξένωση που χαρακτηρίζει σταδιακά τις σχέσεις τους με το χώρο. Παρόλ’ αυτά, αυτές οι σταθερές παραμένουν εκεί, ριζωμένες στον τόπο και το χρόνο και μπορούν ν’ ανακληθούν ανά πάσα στιγμή μέσα στις κοινωνικές αντιφάσεις που ενεργοποιούν την ιστορία ή μέσα από τις εκλάμψεις της μνήμης.

H αποξένωση και η αποκοπή του λαϊκού κόσμου από τον κεντρικό χώρο της πόλης εί­ναι μια διαδικασία προοδευτικά αυξανόμενη και ταυτόχρονα αντιφατική, καθώς μεταβαί­νουμε από το 19ο στο τέλος του 20ού αιώνα. Συνδέεται με την ίδια τη φυσική παρουσία τους αλλά και τον τρόπο που αυτή πραγματώνεται σε πολιτικό, κοινωνικό και συμβολικό επίπεδο και, επομένως, με τον τρόπο που το κέντρο της πόλης μπορεί ν’ αποτελέσει υπο­δοχέα της συλλογικής μνήμης.

O 19ος και κυρίως ο 20ός αιώνας χαρακτηρίζονται από τη σταδιακή απώθηση των λαϊ­κών τάξεων από τα κέντρα των πόλεων, καθώς η κατοικία και η εργασία τους εκτοπίζονται στην περιφέρεια.

H πολιτική παρουσία των λαϊκών τάξεων στο κέντρο της πόλης

Oι λαϊκές τάξεις επανέρχονται στην πόλη πολιτικά, στο βαθμό που συμπεριλαμβάνο­νται στους δημόσιους θεσμούς και αποκτούν την ιδιότητα του πολίτη μέσα από τις τυπικές εκδηλώσεις της εξουσίας, καθώς και με τα μεγάλα πολιτκά και κοινωνικά κινήματα που σφραγίζουν τον κεντρικό χώρο της πόλης.

H δημόσια σφαίρα δεν είναι στατική, διατρέχεται από αντιθέσεις και συγκρούσεις. O Richard Sennet αναφερόμενος σε δύο μαζικές λαϊκές γιορτές που έγιναν στην ακμή της Γαλλικής Επανάστασης το 1792 στο Παρίσι, η μια με την οργανωτική φροντίδα του επανα­στάτη καλλιτέχνη Jacques Louis David και η άλλη του αρχιτέκτονα και συγγραφέα Quatremere de Quincy, εξηγεί πώς χρησιμοποιείται τελείως διαφορετικά η γεωγραφία της πόλης ανάλογα με τις ανάγκες των διοργανωτών: η μία γιορτή του Simonneau έγινε για να τιμήσει τους επαναστάτες και η άλλη του Chateauvieux ένα θύμα της επανάστασης5.

Tα  ιστορικά κέντρα των πόλεων είναι φορτισμένα απ’ αυτές τις πραγματώσεις του συλλογικού που ανακαλούνται από το βάθος της ιστορίας και στοιχειώνουν τη συλλογική μνήμη των λαών, εγκυμονώντας το φόβο της επανάστασης για τις κυρίαρχες τάξεις που οργανώνουν το χώρο της πόλης με την ελπίδα να εκτοπίσουν παντοτινά την απειλή.

H πολιτική παρουσία των λαϊκών τάξεων στο κέντρο της πόλης διατηρείται σταθερά με τρόπους τυπικούς και αυτόνομους μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες, όπου περιορίζεται και υποβαθμίζεται με την παρακμή των δημόσιων θεσμών και τη θεαματοποίηση της πο­λιτικής.

Θεατές και καταναλωτές

Αλλά οι κάτοικοι των πόλεων ζουν τον κεντρικό χώρο της πόλης κατά τους μετασχη­ματισμούς του από το 19ο μέχρι και τον 20ό αιώνα επίσης ως θεατές και καταναλωτές των νέων τοπίων της πόλης και των εμπορευμάτων που κατακλύζουν το χώρο της. Το εμπόριο και η οργανωμένη ψυχαγωγία κυριαρχούν σταδιακά στα ιστορικά κέντρα.

Στην πόλη του 19ου αιώνα οι αρχιτέκτονες αναλαμβάνουν το σχεδιασμό και καλλωπι­σμό του δημόσιου χώρου που ενδυναμώνει την έννοια του πολίτη, σχεδιάζουν χώρους δια­σκέδασης, θέατρα και όπερες, νέα πάρκα και χώρους περιπάτου, κτίρια που στεγάζουν δη­μόσιους θεσμούς, μεγάλα πολυκαταστήματα, κτίρια-στοές και μεγάλους χώρους εκθέσεων, πανοράματα, διοράματα και πολυτελή ξενοδοχεία, σιδηροδρομικούς σταθμούς, επιβλητι­κές τράπεζες και γραφεία.

H εξάπλωση των φαντασμαγορικών μορφών στο δημόσιο χώρο εγκλωβίζει στην αμείλι­κτη δύναμη του εμπορεύματος που κρύβεται πίσω από τη φαντασμαγορία την αίγλη της τέ­χνης, το περιεχόμενο του φανταστικού και των αισθήσεων.

Όπως παρατηρεί η Christine Boyer, «η αληθινή πόλη που δεν εκτέθηκε ποτέ πραγματι­κά, βαθμιαία εξαφανίζεται από τη θέα: το χάος της, οι ταξικές διακρίσεις, οι παγίδες και τα ελαττώματά της, όλ’ αυτά τοποθετούνται έξω από το κυκλικό πλαίσιο, πάνω από τον ορίζοντα που δέσποζε στη ματιά του παρατηρητή»6.

O 20ός αιώνας ολοκληρώνει τη λειτουργία του κεντρικού χώρου της πόλης ως αγοράς εμπορευμάτων και οργανωμένης ψυχαγωγίας απωθώντας τις ζώνες παραγωγής και εγκαθι- στώντας σε περίοπτη θέση τη διοίκηση των επιχειρήσεων. Εισάγει τα νέα σύμβολα της τα­χύτητας, της προβολής της διαφήμισης, της ολοκληρωτικής θεαματοποίησης και ο ιστορι­κός χώρος μετατρέπεται σε σκηνογραφικά αποσπάσματα καταναλώσιμα και τα ίδια ως εμπορεύματα.

Παρόλη την αμείλικτη φορά της προόδου, η διαδικασία δεν είναι ευθύγραμμη καθώς πάντα, με φθίνουσα πρόοδο από το παρελθόν στο παρόν, στον κεντρικό χώρο της πόλης επιβιώνουν λαϊκοί θεσμοί μικροεμπορίου και πλανόδιων αγορών, ελεύθερη διασκέδαση και οι κοινωνικές πρακτικές της γιορτής, του καρναβαλιού, των θιάσων, των παραστάσε­ων, της βόλτας, του χαζέματος, της περιπλάνησης. Μέσα σε αποσπασματικά κατάλοιπα τόπων και αναμνήσεων, η πόλη υπενθυμίζει τη δυνατότητά της να παραμένει ένας μαγι­κός μαγνήτης αρχαϊκότητας που δε θα στερηθεί ποτέ τα μυστικά περάσματά της στο χώρο της μνήμης.

H προβληματική σχέση με την ιστορία

H σχέση με το παρελθόν και την ιστορία της πόλης τροποποιείται ριζικά μέσα στις αλ­λαγές που συνοδεύουν τους χωρικούς μετασχηματισμούς.

H συγκρότηση των εθνικών κρατών το 18ο και το 19ο αιώνα χρειάζεται την επανασύ­σταση της ιστορίας, την ταυτότητα που μπορεί να προσδώσει το παρελθόν σ’ έναν κόσμο μεταβαλλόμενο γρήγορα, αναντίστοιχα με το χρόνο της ανθρώπινης ζωής.

Αυτή η επανασύσταση, για την οποία η εξουσία ελπίζει ότι μπορεί ν’ αναστείλει τους κινδύνους που εγκυμονεί για τη σταθερότητά της η ιστορική αταξία, είναι επιλεκτική: μνη­μεία αποσυνδεδεμένα από το περιβάλλον τους, κατάλοιπα προηγούμενων τόπων που φθί­νουν, μουσεία και κατακερματισμός της ολότητας της πόλης στα μάτια των κατοίκων της. Oι εγγεγραμένες παραδόσεις στο χώρο, όταν ενεργοποιούνται κυρίως από τα κινήματα του ρομαντισμού, εντάσσονται στο νέο πλαίσιο τυπικά και φαντάζουν στερημένες νοήματος, αφού δεν αντιστοιχούν σε εμπειρίες του παρόντος.

Oι ουτοπίες του 20ού αιώνα επιχειρούν την πλήρη ρήξη με την ιστορία. H υπαρκτή ιστορική πόλη φαίνεται καθαυτή πηγή δεινών και επικίνδυνων κοινωνικών εξελίξεων, γι’ αυτό οι σχεδιαστικές σχηματοποιήσεις αναφέρονται σε μια άλλη άχρονη πόλη του μέλλο­ντος που βασιλεύει η τάξη του λόγου. H αντιφατική πραγματικότητα των ιστορικών κέ­ντρων μένει έξω από την προσοχή τους.

Μετά το B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι καταστροφές των ιστορικών κέντρων κινδυ­νεύουν να πάρουν μεγαλύτερες διαστάσεις απ’ αυτές του 19ου αιώνα και η ιστορία της πό­λης να μείνει χωρίς καθόλου υλικές αναφορές, δημιουργείται μια αντίστροφη κίνηση προ­στασίας. Όμως η προστασία και η επανακατοίκηση του κέντρου, ιδιαίτερα πρόσφατα, υπο­κινούνται εξ ολοκλήρου από τις δυνάμεις της αγοράς. Πρόκειται, συνήθως, για εμπορευμα­τοποίηση της ιστορίας που απευθύνεται σε προνομιακές κοινωνικές ομάδες καταναλωτών.

H κρίση της συλλογικής μνήμης

Αυτή η προβληματική σχέση των κατοίκων της πόλης με την ιστορία ως επιλεκτική επα- νασυλλογή, ως ρήξη με το παρελθόν ή ως καταναλώσιμο εμπόρευμα συμβαδίζει με την κρί­ση της συλλογικής μνήμης στην οποία έχουν συνεργήσει οι μετασχηματισμοί της δημόσιας σφαίρας και οι οργανώτριες του χώρου της πόλης δυνάμεις της αγοράς.

H κρίση της μνήμης εμφανίζεται κατά τον Walter Benjamin με τη μορφή της αποστα­σιοποίησης για την προστασία από τα σοκαριστικά ερεθίσματα, καθώς «το τεχνολογικά αλλοιωμένο περιβάλλον εκθέτει το ανθρώπινο αισθητήριο σε φυσικά σοκ τα οποία αντι­στοιχούν σε ψυχικό σοκ»7.

Σ’ αυτό το μηχανισμό εδράζεται η κατάρρευση της εμπειρίας, αφού «η αντίληψη γίνεται εμπειρία μόνο όταν συνδέεται με αισθήσεις-μνήμες του παρελθόντος, αλλά για το “προστα­τευτικό μάτι” που αποκρούει τις εντυπώσεις δεν υπάρχει φανταστική άφεση σε μακρινά πράγματα»7.

Από την άλλη, η ανάπτυξη όλο και πιο αφηρημένων μέσων επικοινωνίας που φτάνουν μέχρι τις αόρατες λεωφόρους πληροφορίας και τα προσομοιωμένα περιβάλλοντα, που υποκαθιστούν το χώρο ως κύρια πηγή πληροφορίας, οδηγεί σε ατροφία την εμπειρική συ­ναίσθηση του χώρου και ανατροφοδοτεί την απώλεια της μνήμης.

Γιατί η πόλη ως τόπος (locus) της συλλογικής μνήμης εντυπώνεται στο συλλογικό ασυ­νείδητο, γίνεται οικεία μέσα από διαδικασίες ζωντανής εμπειρίας που παραδίδονται στους κατοίκους της πόλης.

H αρχιτεκτονική, δηλαδή η μορφή που παίρνει η πόλη, αντιμετωπίζεται, όπως αναφέρει πάλι ο Walter Benjamin στο Έργο Τέχνης στην Εποχή της Τεχνικής Αναπαραγωγιμότητάς του με διπλό τρόπο —με τη χρήση και τη θέαση, με την αφή και την όραση. Αυτές οι δύο διαστάσεις αμβλύνονται από το 19ο στον 20ό αιώνα, καθώς ο κύριος τρόπος πρόσκτησης εντυπώσεων γίνεται η αβαθής όραση των αντικειμένων που, στερημένα της αίγλης τους, «δε διατηρούν κάτι από τα μάτια που τα κοίταξαν», κατά τη διατύπωση του Marcel Proust.

Από τη φαντασμαγορία ως υπνωτική σχέση με την εμπειρία και τη φαντασία, στην πα­νοραμική θέαση του χώρου της πόλης ως σειράς γρήγορων εντυπώσεων και μέχρι τα φα­νταστικά στυλ ζωής συντελείται η αποφόρτιση της αισθήσεων και της εμπειρίας.

Επίλογος

O μαρασμός της εμπειρίας και η κρίση της συλλογικής μνήμης, η απώθηση των λαϊκών τά­ξεων από τα ιστορικά κέντρα αλλά και η αποξένωση στις σχέσεις των κατοίκων της πόλης με την ιστορία και το χώρο της, αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά του σύγρονου πολιτισμού.

Παίρνουν εκρηκτικές διαστάσεις καθώς τα κύματα μετανάστευσης διογκώνονται και οι άνθρωποι εξωθούνται αναγκαστικά από τις πατρίδες τους, επομένως αποκόπτονται βίαια από κάθε χωρική αναφορά, και περιφέρονται ξένοι, συχνά παράνομοι και διωκόμενοι, στις χώρες που μεταναστεύουν.

H μελέτη και η κατανόηση αυτών των φαινομένων μπορεί να εντοπίζονται μεθοδολογι­κά στη σφαίρα του πολιτισμού, εδράζονται όμως στις ταξικές και κοινωνικές ανισότητες του σύγχρονου καπιταλισμού, την κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς παγκόσμια και την αντιστροφή της σχέσης δημόσιου-ιδιωτικού.

Σημειώσεις

  1. Walter Benjamin, Illuminations, On some motifs in Baudelaire, Fontana Press, 1992. Ελληνική μετάφαρση Γιώρ­γος Γκουτζούλης, στο Σαρλ Μπωντλαίρ Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1994.
  2. Α^ Rossi, L’ Architettura della cita, CLUP, Milano, 1978. Ελληνική μετάφραση Bασιλική Πετρίδου, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1991.
  3. Α^ Rossi, ο.π.
  4. Α^ Rossi, O.K.
  5. Richard Sennet, Flesh and Stone, Faber & Faber, London-Boston 1994.
  6. Christine Boyer, Ihe City of Collective Memory, ΜΙΤ Press, 1994.
  7. Susan Buck-Morss, «Αισθητική-Αναισθητική». Ελληνική μετάφραση Φώτης Τερζάκης, Mάvος Σπυριδάκης, Λογογεχνικό περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 23, Ιούνιος 1996.
  8. Walter Benjamin, Illuminations, Ihe work of art in the age of mechanical reproduction, Fontana Press, 1992.
κοινοποίησε το:

«Τι μένει άραγε από 45 χρόνια μαχόμενης πολεοδομίας;»

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφορεί το βιβλίο-αφιέρωμα του ΤΕΕ για τον αρχιτέκτονα πολεοδόμο Γρηγόρη Διαμαντόπουλο, τον άνθρωπο «σταθμό» για την πόλη της Καλαμάτας, στις σελίδες του οποίου, ο σπουδαίος Ελληνας πολεοδόμος κάνει έναν πολυσήμαντο απολογισμό 45 ετών δημιουργίας.

βλέπε και  http://ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας αριστερός, κοινωνικά ενεργός πολεοδόμος

Συνέχεια ανάγνωσης «Τι μένει άραγε από 45 χρόνια μαχόμενης πολεοδομίας;»
κοινοποίησε το: