Αρχείο ετικέτας ΠΟΛΕΙΣ

ΕΞΥΠΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

Τι είναι Έξυπνες Πόλεις ?

Η ιδέα της «Έξυπνης Πόλης» δεν είναι στατική… και δεν έχει έναν ορισμό!

Είναι μια διαδικασία ή καλύτερα μία σειρά διαδικασιών με τις οποίες οι πόλεις γίνονται πιο «βιώσιμές» και «ανθεκτικές» και με αυτόν τον τρόπο ικανές να ανταποκριθούν πιο γρήγορα στις νέες «προκλήσεις».

Στις Έξυπνες Πόλεις, οι ψηφιακές τεχνολογίες αξιοποιούνται και μεταφράζονται σε καλύτερες υπηρεσίες προς τους πολίτες, την καλύτερη χρήση των πόρων και λιγότερες επιπτώσεις στο περιβάλλον.

Περιλαμβάνει μία πιο διαδραστική – και με μεγαλύτερη απόκριση διοίκηση της πόλης.

Απώτερος σκοπός μιας «Έξυπνης Πόλης» είναι η βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών στα πλαίσια της βιώσιμης ανάπτυξης.

κοινοποίησε το:

Νέα μελέτη και διαδραστικό δικτυακό εργαλείο για τις πολιτιστικές και δημιουργικές πόλεις

http://www.ekt.gr/el/news/21093

Η πρώτη έκδοση του «Παρατηρητηρίου Πολιτιστικών και Δημιουργικών Πόλεων» είναι αποτέλεσμα ερευνητικού έργου που καλύπτει 168 πόλεις σε 30 ευρωπαϊκές χώρες και παρέχει συγκρίσιμα στοιχεία σχετικά με τις επιδόσεις ευρωπαϊκών πόλεων σε εννέα διαστάσεις.

Την πρώτη έκδοση του «Παρατηρητηρίου Πολιτιστικών και Δημιουργικών Πόλεων» δημοσίευσε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με στοιχεία σχετικά με τις επιδόσεις ευρωπαϊκών πόλεων σε εννέα διαστάσεις, περιλαμβανομένων και του πολιτισμού και της δημιουργικότητας, τονίζοντας ότι οι επιδόσεις αυτές συμβάλλουν στην κοινωνική ανάπτυξη, στην οικονομική μεγέθυνση και στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Το “Παρατηρητήριο Πολιτιστικών και Δημιουργικών Πόλεων” είναι διαθέσιμο και ως διαδραστικό διαδικτυακό εργαλείο, παρέχοντας τη δυνατότητα στους χρήστες να περιηγηθούν στις επιλεγείσες πόλεις και να έχουν πρόσβαση σε ευρύ φάσμα ποσοτικών και ποιοτικών πληροφοριών σχετικά με τις επιδόσεις τους.

Συνέχεια ανάγνωσης Νέα μελέτη και διαδραστικό δικτυακό εργαλείο για τις πολιτιστικές και δημιουργικές πόλεις
κοινοποίησε το:

Πόλη = χώρος συνάντησης του συνόλου των ανθρώπινων δραστηριοτήτων


ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

μάλιστα δέ καί τοΰ κυριωτάτου πάντων ή πασών κυριωτάτη καί πάσας περιέχουσα τάς άλλας. Αΰτη δ’ έστίν ή καλουμένη πόλις καί ή κοινωνία ή πολιτική. (Αριστοτέλης)

Η «πόλις», δηλαδή, είναι μια μορφή ανώτερης κοινωνικής συνύπαρξης που εμπεριέχει όλες τις άλλες και αποβλέπει στο ανώτερο από όλα τα αγαθά:

ΤΗΝ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

ΠΟΙΟ ΑΓΑΘΟ;

Το αγαθό στο οποίο αποβλέπει η πόλη, που είναι η ευδαιμονία των πολιτών, είναι το ανώτερο από όλα τα αγαθά των κοινωνιών και μ’ αυτό η «πόλις» επιδιώκει το συμφέρον του συνόλου των πολιτών.

Αντίθετα, οι άλλες μορφές κοινωνίας επιδιώκουν ένα επιμέρους αγαθό για το συμφέρον των μελών τους.

Τι προσφέρει η πόλη

Ο Αριστοτέλης επισφραγίζει τον ορισμό της έννοιας «πόλις» με τον χαρακτηρισμό πολιτική κοινωνία, δηλαδή την οργανωμένη κοινωνία η οποία έχει:

αυτάρκεια, αυτονομία, ελευθερία, Θεσμούς, πολίτευμα.

‘Ιδιο παραμένει και σήμερα το ζητούμενο από την ζωή στην πόλη

Η ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ =ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Ο όρος «κοινωνία» προέρχεται από το ρήμα «κοινωνώ» που στα αρχαία ελληνικάσημαίνει μοιράζομαι ή κάνω κάτι μαζί με άλλους.

Με τον όρο αυτό νοείται μια ομάδα ανθρώπων που συνυπάρχουν και συνεργάζονται αποβλέποντας – η καθεμιά ξεχωριστά – στην επίτευξη ενός κοινού για τα μέλη της σκοπού, δηλαδή την ευδαιμονία του συνόλου των πολιτών.

Το Δίδαγμα της Ιστορίας

Από τότε που ο Αριστοτέλης και η αρχαία Ελλάδα έδιδε για πρώτη φοράαυτους τους ορισμούς αναπτύσσονται σημαντικές πόλεις

ΠΟΥ ΣΤΗΝ ΔΟΜΗ τους ΑΠΟΤΥΠΩΝΕΤΑΙ Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑΣ

ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ – ΡΩΜΗ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ – ΒΕΝΕΤΙΑ – ΠΑΡΙΣΙ

ΛΟΝΔΙΝΟ – ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ – ΣΑΓΚΑΗ – ΝΤΟΥΜΠΑΙ

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι το μεγάλο ορόσημο στην σύγχρονη ιστορία αυτών των πόλεων.

Οι μεγάλες αλλαγές που χαρακτηρίζουν τα τελευταία 60 χρόνια τις πόλεις μπορούν να κωδικοποιηθούν στις

περιόδους:

•    Μεταπολεμική Πεοίοδος 1945-1960

•    Πεοίοδος 1960-1970

•    Πεοίοδος 1970-80

•    Πεοίοδος 1980-1990

•    Πεοίοδος 1990-2000

•    Πεοίοδος 2000-2010

Μεταπολεμική Περίοδος 1945-1960

   Με το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου η ανάγκη ανοικοδόμησης των κατεστραμμένων πόλεων και επιμέρους περιοχών τους στηρίζεται αφενός στην ανάκαμψη της οικονομίας και στην αναπτυξιακή δυναμική και αφετέρου στον πολεοδομικό σχεδιασμό.

•    Οι επεμβάσεις αυτή την περίοδο θεωρούνται ριζικές καθώς, στις περισσότερες περιπτώσεις, συνοδεύονται από μεταφορά και μεταβολές στην κοινωνική σύσταση του πληθυσμού, ως αποτέλεσμα των συνεπειών του πολέμου.

Περίοδος 1960-1970

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 αρχίζει να εφαρμόζεται στα ιστορικά κέντρα και μια σειρά παρεμβάσεων, κυρίως κυκλοφοριακών, οι οποίες είχαν σαν στόχο να συμβάλουν στην περαιτέρω ανασυγκρότησή τους (Κολωνία, Μπολώνια), μέσω και της απομάκρυνσης του Ι.Χ. αυτοκινήτου από αυτά.

Η προσέγγιση ανάπλασης κατά την παραπάνω περίοδο, αποδίδεται με τον όρο «rehabilitation» δηλ ΕΠΑΝΑΧΡΗΣΗ, που σχετίζεται με τη

•    βελτίωση,

•    αναβάθμιση και

•    επανάχρηση των κτιρίων,

Περίοδος 1970-80

Στο πλαίσιο της ανάπτυξης ενός άκρατου καπιταλισμού αρχίζουν για πρώτη να εμφανίζονται στην περιφέρεια των μεγαλύτερων πόλεων τα εμπορικά κέντρα.

Την περίοδο αυτή ο τρόπος ζωής στις πόλεις αρχίζει να χαρακτηρίζεται από τη λογική της απομόνωσης και της αποξένωσης μεταξύ των κατοίκων, κάτι που εκφράζεται με το σλόγκαν «μετακίνηση-εργασία-ύπνος», που περιγράφει τις καθημερινές συνήθειες και δραστηριότητες των πολιτών

•    Η περίοδος χαρακτηρίζεται επίσης από την εμφάνιση του περιφερειακού σχεδιασμού. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 σχεδιάζονται και κατασκευάζονται νέες πόλεις με σύγχρονα δίκτυα, ενώ αρχίζουν να δημιουργούνται και μεγάλα επιχειρηματικά κέντρα για να ανταποκριθούν στις νέες οικονομικές απαιτήσεις (Defense, 1970).

•    Ταυτόχρονα υλοποιούνται πολύ σημαντικές και εκτεταμένες αναπλάσεις σε τμήματα πόλεων (Παρίσι- Halles, Lyon-Part-Dieu, Μιλάνο).

Περίοδος 1980-1990

Με δεδομένη την οικονομική κρίση των πρώην βιομηχανικών πόλεων δόθηκε πλέον από τις κυβερνήσεις ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο των μικρών παρεμβάσεων, με συμμετοχή συνεταιριστικών προγραμμάτων τοπικής ενδογενούς αναπτυξιακής κατεύθυνσης.

Περίοδος 1990-2000

δομή και η ποιότητα του αστικού χώρου είναι αυτά που δίνουν τις κατευθυντήριες γραμμές των νέων πολεοδομικών επεμβάσεων στα πλαίσια της κοινωνικής και πολιτισμικής εξέλιξης και οι οποίες έχουν ως στόχο να δημιουργήσουν “brand name” της περιοχής, της ίδιας της πόλης.

Πρόκειται ουσιαστικά για ενα σχεδιασμό του δημόσιου χώρου μεσα από αναπλάσεις όπου δίνεται έμφαση στην ανάγκη για μεγαλύτερο αριθμό επεμβάσεων, με παρεμβάσεις ήπιων μορφών.

Εξαιτίας των μεγάλων κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων, τη θέση του «μοντέρνου» παίρνει το «μεταμοντέρνο» κίνημα, που εστιάζει στην αισθητική στο δημόσιο χώρο, στην πρακτική της πολεοδομίας και όχι στην ιδεολογία και στην «ουτοπία».

Περίοδος 2000-2010

Βασικός στόχος είναι:

•    μέσα από τις αστικές αναπλάσεις, να επανακτηθεί η έννοια της «συμπαγούς πόλης». Πόλεις πιο συμπαγείς, με όρια, με τοπόσημα, με κόμβους και γειτονιές, πόλεις του γνωστικού καπιταλισμού, πόλεις high-tech.

•    απομάκρυνση από την έννοια της «πόλης προάστιο» που αναφέρεται στον τρόπο οργάνωσης και διαχείρισης και η επαναφορά στην έννοια της συμπαγούς πόλης.

Οι αναπλάσεις στοχεύουν στη βελτίωση του οικιστικού περιβάλλοντος, δίνοντας έμφαση στην ποιότητα και στην εικόνα του δημόσιου χώρου, με αύξηση της παρουσίας του φυσικού περιβάλλοντος καθώς και στην εφαρμογή των αρχών της βιώσιμης αστικής κινητικότητας. Βασικό ρόλο παίζει η τήρηση και εφαρμογή των αποφάσεων που ελήφθησαν στη διάσκεψη κορυφής του Γιοχάνεσμπουργκ (2002) για τη βιώσιμη ανάπτυξη και κυρίως το πρωτόκολλο του Κιότο (2010).

Σημερινές επιδιώξεις και προοπτικές 2010 και επέκεινα

•    Σήμερα οι ευρωπαϊκές πόλεις γίνονται ολοένα και πιο αφιλόξενες, πιο απρόσωπες, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν ευρύ φάσμα οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων. Στα πλαίσια αυτά αλλάζει και η λογική των αναπλάσεων.

•    Κυριαρχεί η αστική αναγέννηση (αστική χωρική ανασύνταξη) δεν προωθεί κάτι νέο για την επίλυση των σημερινών προβλημάτων των πόλεων.

Πρόκειται για μια περιεκτική και ολοκληρωμένη οπτική και δράση που οδηγεί στην επίλυση των πολεοδομικών προβλημάτων και επιχειρεί να επιφέρει μια διαρκή βελτίωση στην οικονομική, φυσική, κοινωνική και περιβαλλοντική κατάσταση μιας περιοχής που έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές.

Η αστική αναγέννηση

Προϋποθέτει μια μακροπρόθεσμη και στρατηγική προσέγγιση και είναι μια συνεχής και παρεμβατική από τη φύση της διαδικασία. Αυτός ο τύπος επέμβασης δεν απαιτεί μόνο οικονομικές επενδύσεις, αλλά και συμμετοχή πολλών παραγόντων.

*    Η ανεργία,

*    η εγκληματικότητα,

*    η κοινωνική υποβάθμιση,

*    η παρακμή της βιομηχανίας,

συνέπειες των προηγούμενων αποτυχημένων πολεοδομικών επεμβάσεων, είχαν ως αποτέλεσμα την ανάδυση ενός νέου τρόπου προσέγγισης του χώρου, καθώς και του σχετικού προβληματισμού με την ελπίδα τα φαινόμενα αυτά, αν όχι να εξαλειφθούν, να περιοριστούν.

Σήμερα ΤΙ;

Οι επεμβάσεις σήμερα οφείλουν ιδιαίτερα να λαμβάνουν υπόψη τους τις νέες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες.

*    Είναι η περίοδος για επαναφορά στην έννοια της «συμπαγούς» πόλης, της γειτονιάς, των ορίων, της βιώσιμης κινητικότητας της ορθολογικής διαχείρισης των πόλεων και βασικά της συλλογικότητας και όχι του «ατομικισμού».

*    Είναι η περίοδος της ελπίδας όπου, μέσα από το «μύθο» της ποιότητας ζωής και περιβάλλοντος, το όραμα της πόλης συνεχίζει να υπάρχει και να δημιουργεί.

Προοπτικές

Η πραγματικότητα δείχνει ότι η δυναμική της ανάπτυξης των πόλεων έχει επηρεαστεί δραματικά στα πλαίσια της οικονομικής παγκοσμιοποίησης:

•    Οι αγορές υπερβαίνουν πλέον τα σύνορα και τα συμφέροντα των εθνικών κρατών, ενώ φθίνει η ικανότητα κάθε κράτους να διαμορφώνει την εθνική του οικονομία και τον τρόπο αλληλεπίδρασης των εξωτερικών δυνάμεων και δομών.

Αυτές οι αλλαγές επηρεάζουν την λειτουργία των πόλεων γιατί:

•    πρώτον, ανακατανέμουν τα εισοδήματα και τις ευκαιρίες των πόλεων σε συνάρτηση με το βαθμό συμμετοχής τους στην παγκόσμια οικονομία.

•    δεύτερον, δημιουργούν νέα αστικά δίκτυα και αναδιαρθρώνουν τις ιεραρχίες των πόλεων μέσα σε αυτά

•    τρίτον, επηρεάζουν την οργάνωση, τη δομή και τη μορφολογία του χώρου μέσα στις πόλεις

Ποιες οι Προκλήσεις

Στο νέο περιβάλλον του εντεινόμενου ανταγωνισμού οι πόλεις επιχειρούν να προσελκύσουν επιχειρήσεις

•    είτε ανανεώνοντας την οικονομική ελκυστικότητά τους (π.χ. μειωμένοι φόροι, χαμηλότεροι μισθοί, νομοθετική ευελιξία επενδύσεων),

•    είτε βελτιώνοντας την ποιότητα του αστικού χώρου.

Με τι εργαλεία

Η βελτίωση της ποιότητας του αστικού χώρου στηρίζεται:

α. στον εκσυγχρονισμό των υποδομών (μεταφορικών υποδομών, τηλεπικοινωνιών)

β. στην αναβάθμιση της εικόνας της πόλης και την ανάδειξη της ταυτότητας του τόπου.

Το δεύτερο επιχειρείται μέσω της ανάδειξης της ιστορικής και πολιτισμικής

κληρονομιάς, του καινοτομου σχεδιασμού του χώρου και της δημιουργίας νέων επικέντρων:

•    επιχειρηματικών επικέντρων όπως τα Docklands του Λονδίνου ή το Potzdamer Platz του Βερολίνου,

•    επικέντρων υψηλής τέχνης όπως οι γειτονιές των Μουσείων στην Βιέννη και στο Ρότερνταμ,

•    επικέντρων πολιτισμού και αναψυχής στα όρια της πόλης με το φυσικό υδάτινο στοιχείο όπως το Forum of the Cultures της Βαρκελώνης και η περιοχή Abandoibarra του Μπιλμπάο,

•    επικέντρων δημοφιλούς ψυχαγωγίας όπως το TempleBar στο Δουβλίνο, το Ψυρρή στην Αθήνα και τα Λαδάδικα στη Θεσσαλονίκη

Ένα παράδειγμα

m-

Ηράκλειο + αστικές αναπλάσεις

Για μια συνολική ανάπλαση της

πόλης

1

   David Harvey, The right to the city, http://kompreser.espivblogs.net/2011/04/02/dikaioma-stin-poli-david-harvey/

2

είδος γίγνεσθαι, στο βαθμό που δεν υπάρχει δημιουργός πίσω από αυτή τη διαδικασία. Μέσω της παραγωγής της υποκειμενικότητας το πλήθος είναι το ίδιο δημιουργός της διαρκούς διαδικασίας να γίνει κάτι άλλο, μια αδιάκοπη διαδικασία συλλογικού αυτομετασχηματισμού”. Michael Hardt, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, Το κοινό στον κομμουνισμό, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα, 2010

3

   Στο επίπεδο του περιεχομένου της δράσης, τρία είδη αιτημάτων αναγνωρίζονται στη βιβλιογραφία ως χαρακτηριστικά των κινημάτων πόλης. Το πρώτο είδος αφορά αιτήματα γύρω από τη συλλογική κατανάλωση (Castells,1977,CasteUs, 1978, Lowe 1986). Το δεύτερο είδος αιτημάτων αφορά την προστασία της πόλης από κοινωνικές και φυσικές απειλές και την προάσπιση της ποιότητας ζωής. Το τρίτο είδος αιτημάτων συνιστά περισσότερο μια προέκταση των δύο προηγούμενων παρά μια καθαρή κατηγορία, καθώς αναφέρεται στη διεκδίκηση μεγαλύτερων δυνατοτήτων επιρροής ή και ελέγχου εκ μέρους των πολιτών των τοπικών θεσμών και αποφάσεων (Pickvance, 1995). Βλέπουμε λοιπόν ότι εκτός από την υπεράσπιση του περιβάλλοντος ‘πάνω και πέρα από τα κέρδη’, οι συλλογικότητες διεκδικούν και ταυτόχρονα προωθούν μια νέα αστική κουλτούρα, μέσω δράσεων πολιτιστικού, εκπαιδευτικού ή και ψυχαγωγικού χαρακτήρα. Έχοντας ως αντικείμενο το ευρύτερο πλαίσιο ζωής, τις μορφές και τους ρυθμούς της καθημερινής ζωής, οι συλλογικότητες θέτουν στη διάθεση των πολιτών μία νέα κοινωνικότητα

4

   Η “παραγωγή του χώρου” και η συσχετίσεις αυτού αποτέλεσαν το βασικό προβληματισμό του Ανρί Λεφέρβ, ο οποίος αντιλαμβάνεται το χώρο μόνο ως άρρηκτα συνδεδεμένο με την κοινωνική πραγματικότητα. Η θεωρία του αντιλαμβάνεται το χώρο ως το προιόν των κοινωνικών σχέσεων που λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα, υπογραμμίζοντας πως κάθε κοινωνία παράγει το δικό της χώρο. Lefebvre Henri, 1991, The Production of space, transl. by Nicholson -Smith, Blackwell Publishing, Oxford.

5

αναφέρονται σε θέματα συλλογικής κατανάλωσης, αστικού περιβάλλοντος και ποιότητας της καθημερινή ζωής στην πόλη, διεκδικούν μεγαλύτερη επιρροή στους τοπικούς θεσμούς και τις αποφάσεις, έχουν εξωθεσμικό χαρακτήρα, κάνουν συστηματική χρήση αντισυμβατικών μορφών διαμαρτυρίας, παρουσιάζουν μια σχετική διάρκεια και συνέχεια στη δράση τους, έχουν αναπτύξει ή/και συμμετέχουν σε δίκτυα ομάδων και οργανώσεων και επιδιώκουν κοινωνικές αλλαγές που υπερβαίνουν τον στενό ορίζοντα της γειτονιάς.

6

   Οι τρόποι με τους οποίους οι συλλογικότητες ασκούν πίεση στην κεντρική εξουσία, είναι αφενός μέσω της προβολής των αιτημάτων τους στους αρμόδιους κρατικούς φορείς και μέσω της κατάθεσης προτάσεων σε αυτούς, με σκοπό την από κοινού επίλυση των εκάστοτε ζητημάτων. Πολλές όμως είναι και οι περιπτώσεις που οι συλλογικότητες προχωρούν σε άλλου τύπου ενέργειες, όπως πορείες και διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, καθώς και προσφυγή στη δικαιοσύνη σε περιπτώσεις αυθαιρεσίας από την πλευρά της κεντρικής διοίκησης. Κύριο όμως γνώρισμα του τρόπου με τον οποίο ενεργούν οι συλλογικότητες, είναι η οργάνωση δράσεων ακτιβιστικού χαρακτήρα. Πρόκειται για τις στιγμές εκείνες όπου οι συλλογικότητες λαμβάνουν ενεργό χαρακτήρα, αποφασίζοντας ‘να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους’, διεκδικώντας την ίδια την πόλη.

7

   Ενδεικτικό της κατάστασης των δημοσίων χώρων στην Ελλάδα είναι πως χώρος πρασίνου που αντιστοιχεί σε κάθε κάτοικο κυμαίνεται μεταξύ των 2,5 και 3,5 τ.μ., απέχοντας κατά πολύ από άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες καθώς και από τα 9 τ.μ. που ορίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ως το ελάχιστο μέγεθος που εξασφαλίζει την καλή υγεία των κατοίκων των πόλεων. Δ. Εμμανουήλ, Έ. Ζακοπούλου, Ρ. Καυταντζόγλου, Θ. Μαλούτας, Α. Χατζηγιάννη, επιμέλεια, Κοινωνικοί και Χωρικοί Μετασχηματισμοί στην Αθήνα του 21ου Αιώνα, ΜΕΛΕΤΕΣ – ΕΡΕΥΝΕΣ ΕΚΚΕ, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα, 2008.

8

Ο συγκεκριμένος χάρτης αποτελεί καταγραφή των περιοχών του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας, οι οποίες βρίσκονται υπό διεκδίκηση, σύμφωνα με την καταγραφή που έγινε το 2008 από το Παρατηρητήριο Ελεύθερων χώρων, μια πρωτοβουλία η οποία δημιουργήθηκε προκειμένου να παρέχει την απαραίτητα πληροφόρηση αλλά και να επιτύχει το συντονισμό επιμέρους δράσεων και πρωτοβουλιών πολιτών. Ο χάρτης αφορά στις κοινωνικές αντιστάσεις ενάντι στην ιδιωτικοποίηση και την απώλεια του δημόσιου και κοινόχρηστου χαρακτήρα των ελεύθερων χώρων υπέρ της προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος, και όχι καταγραφή πολεοδομικών προβλημάτων. Μέσα από την ανάγνωση του χάρτη γίνεται εμφανής η συσσώρευση σημειακών περιοχών στο μητροπολιτικό κέντρο της Αθήνας, λόγω της πυκνότητας του δομημένου περιβάλλοντος κ της τεράστιας έλλειψης ελεύθερων χώρων. Όμως και στα περίχωρα της πόλης μεγάλες εκτάσεις, δασικές ή παράκτιες, απειλούνται από ιδιωτικοποίηση και ταυτόχρονη δόμησή τους, περιοχές που προορίζονται για μητροπολιτικά πάρκα και θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ανάσα πνοής για το ασφυκτικά δομημένο κέντρο της Αθήνας.

9

Αναγνωρίζοντας τη μεγάλη συμμετοχή της νεολαίας στα γεγονότα της εποχής, έχει πολύ εύστοχα σημειωθεί πως “…η εξεγερμένη νεολαία εσέβαλε στα κέντρα των πόλεων και των δήμων, κατέλαβε δομημένους και αδόμητους χώρους και προσπάθησε να επαναπροσδιορίσει τις λειτουργίες τους και το περιεχόμενό τους, θέτοντάς τους στην υπηρεσία των αναγκών της εξέγερσης και του δημόσιου οφέλους. Πρόβαλε έναν δημοκρατικό τρόπο οργάνωσης και διαχείρισης του δημόσιου χώρου”. Στα πλαίσια του ντοκιμαντέρ “το δικαίωμα στην πόλη” του aformi.gr. “Υπάρχει πολιτική του χώρου γιατί ο χώρος είναι πολιτικός”. πηγή: Μΐρ://%’%’%^ίοι™ί^Γ/2010/02/ένα-ντοκιμαντέρ-του^ίθΜί-το-δικαίωμα-στην/ Ημ. τελευταίας επίσκεψης: 30/09/2013

10

Σύμφωνα με τους Negri και Hardt . .Ενώ η παραδοσιακή έννοια αντιλαμβάνεται το κοινό σαν το φυσικό κόσμο έξω από την κοινωνία, η βιοπολιτική αντίληψη του κοινού αφορά όλες τις σφαίρες της ζωής, καθώς αναφέρεται όχι μόνο στη γη, τον αέρα, τα στοιχεία, ή ακόμα στα φυτά και στα ζώα, αλλά επίσης στα συντακτικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης, όπως είναι η κοινή γλώσσα, οι συνήθειες, οι χειρονομίες, οι παθήσεις, οι κώδικες κ.ο.κ. Η σύγχρονη βιοπολιτική δίνει έμφαση όχι μόνο στη διατήρηση του κοινού, αλλά και στον αγώνα για τις συνθήκες παραγωγής του, όπως επίσης και στην επιλογή ανάμεσα στις ιδιότητές του, προωθώντας τις ευεργετικές και απωθώντας τις επιζήμιες, διεφθαρμένες μορφές του.

κοινοποίησε το:

Για ποιά πόλη και για ποιό δικαίωμα σε αυτήν;

Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί

Γράφει: Θάνος Ανδρίτσος – ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ – 30/04/2014

Κτίριο κατοικιών του αρχιτέκτονα και ζωγράφου F.Hunderwasser, Αυστρία

«Η πόλη που έχεις εσύ δεν είναι αυτή που έχουν οι άλλοι Ζούμε σε διαφορετικές πόλεις, που είναι  κατασκευασμένες με υλικά τις καταχρήσεις εξουσίας και το φόβο, τη διαφθορά και τη διαρκή απειλή της ζούγκλας που, κρυμμένη στα πρόσωπα του συστήματος, ξεπροβάλλει κάθε τόσο για να μας υπενθυμίζει ότι είμαστε εύθραυστοι, ότι είμαστε μόνοι, ότι μια μέρα θα γίνουμε λίπασμα για τα ραδίκια. Ή ότι μια μέρα όλα πρέπει να παιχτούν κορόνα-γράμματα, στυλ γουέστερν, ή να κριθούν σε μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο: ΑΥΤΟΙ Ή ΕΜΕΙΣ…» Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ, «Στην ίδια πόλη υπό βροχή»

αρχιτεκτονική τού Hundertwasser

 

 
 

 

Μια μονομαχία στην κεντρική λεωφόρο. Ή ίσως μια μονομαχία στην κεντρική πλατεία. Σαν αυτές που δίνουμε κατά καιρούς; Ίσως μεγαλύτερη. Αυτοί ή Εμείς. Εμείς ενάντια σε Αυτούς.

Να μια πρόταση για την κεντρική μας λεωφόρο. Να μια πρόταση για τις πλατείες μας. Δεν ξέρουμε αν θα υλοποιηθεί, υπάρχουν άλλωστε πολλές προτάσεις για τις λεωφόρους, τις πλατείες, τις πόλεις και τις γειτονιές μας. Είδαμε πρόσφατα μια: σε μεγάλες οθόνες, χαρούμενες πολύχρωμες φιγούρες, κρατώντας σακούλες με ψώνια, να περπατάνε στο όμορφο πλακόστρωτο δίπλα στα μεγάλα νεοκλασικά κτίρια και τα ανθισμένα δέντρα, ενώ ρυάκια με νερό τούς ακολουθούσαν από κοντά.

Φαίνεται πώς όλοι νοιάζονται για την πόλη μας. Πρωτοσέλιδα έγραψαν για τις μεγάλες ευκαιρίες, για «ανάσες» στα δοκιμασμένα αστικά κέντρα. Διάσημοι αρχιτέκτονες έδωσαν διαλέξεις σε χλιδάτα μέγαρα, εκπληκτικά φωτορεαλιστικά σχέδια κολλήθηκαν σε ιλουστρασιόν πινακίδες, επίγειοι παράδεισοι με λίμνες, καζίνα, ξενοδοχεία και γήπεδα ήρθαν, για να απογειώσουν την ελληνική γη που βαλτώνει «αναξιοποίητη»

Τραπεζίτες και σεΐχηδες προετοιμάζουν, καπνίζοντας πούρα σε κτίρια από γυαλί, ουρανοξύστες και τουριστικά θέρετρα. Όλα αυτά μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, αρκεί να φύγουν από μπροστά μας οι περιττοί, οι απόβλητοι, οι φτωχοί, οι μετανάστες, οι διαδηλωτές, οι ταραξίες. Οι παράνομοι.

 

Και πάλι εμείς και αυτοί. Η πόλη μας και η πόλη τους. Γιατί η δικιά μας πόλη είναι άλλη. Και πονάει, όπως πονάνε οι κάτοικοί της. Και πεθαίνει στη φτώχεια, και αυτοκτονεί από απόγνωση, και κρυώνει χωρίς στέγη, και μένει στις γραμμές του ΟΑΕΔ, όπως οι κάτοικοί της. Είναι μια πόλη πραγματική, όχι τρισδιάστατη αποτύπωση. Και είναι μια πόλη που σκοτεινιάζει. Όπως τα σπίτια χωρίς ρεύμα. Όπως οι παρατημένοι δημόσιοι χώροι, οι εγκαταλειμμένες παιδικές χαρές, οι διαλυμένες δημόσιες υπηρεσίες με τους απολυμένους εργαζόμενους. Μια πόλη, με άνδρες, γυναίκες και παιδιά, με δήμους και γειτονιές, καταδικασμένους σε μια θηλιά που όλο στενεύει, ένα χρέος που δεν δημιούργησαν. Που είναι όλοι για πούλημα ή για σφαγή.

Έχει κι αυτή η πόλη τις χαρές της, μέσα στην καταχνιά. Στο παιχνίδι των άτακτων μαθητών, στη συνάντηση, στο δρόμο, στην αλληλεγγύη, στην ανεκτικότητα, στην απόφαση να μη το βάλεις κάτω. Στη γιορτή και την περιπλάνηση. Στον αγώνα, τη σφιγμένη γροθιά. Στις πλατείες, στη μουσική, στην ποίηση, στη φιλία και τον έρωτα. Και σε αυτήν την πόλη, άλλοι είναι οι απόβλητοι και οι περιττοί. Είναι αυτοί που της κόβουν την ανάσα και της κλέβουν τη ζωή, αυτοί που την πουλάνε και την αγοράζουν κάθε μέρα, οι ισχυροί, οι κυβερνήτες, οι κατακτητές της με τα κλομπ και τις στολές σε κάθε γωνία, οι ξυρισμένοι με τις μαύρες μπλούζες, αλλά και οι αξύριστοι με τα κυριλέ κουστούμια.

poli4

Ένας μάλιστα από τους ισχυρούς τής μεγαλύτερης πόλης προέρχεται από μια παράταξη με το όνομα «Δικαίωμα στην Πόλη». Τον συμβούλεψαν πριν λίγα χρόνια να χρησιμοποιήσει αυτό το σλόγκαν. Ίσως να ήξεραν και το βιβλίο από το οποίο προερχόταν, αλλά σίγουρα δεν αναφέρονταν σε αυτό. Αν διάβαζαν το έργο του Ανρί Λεφέβρ, απ’ τον οποίο έκλεβαν το σύνθημα, θα έπεφταν πάνω σε φράσεις όπως αυτήν:

«Το δικαίωμα στην πόλη εκδηλώνεται ως υπέρτατη μορφή των δικαιωμάτων: δικαίωμα στην ελευθερία, στην εξατομίκευση μέσα στην κοινωνικοποίηση, στην κατοικία και το κατοικείν. Το δικαίωμα στο έργο (στη συμμετοχική δραστηριότητα) και το δικαίωμα στην προσοικείωση  (εντελώς διαφορετικό από το δικαίωμα στην ιδιοκτησία) εξυπονοούνται μέσα στο δικαίωμα στην πόλη».  (Ανρί Λεφέβρ, «Δικαίωμα στην Πόλη»)

Ξέρουν τίποτα από αυτό το δικαίωμα οι μνημονιακοί βρικόλακες που διοικούν τη χώρα και τις πόλεις μας; Όχι βέβαια, απλώς κλέβουν ένα τσιτάτο για να προσποιηθούν τους προοδευτικούς. Ίσως πάλι να έχει δίκιο και ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ όταν ξανασκέφτεται για το Δικαίωμα στην Πόλη, πιθανώς έχοντας στο μυαλό του άρπαγες του συνθήματος σαν τον κ. Καμίνη.

Έχει κι αυτή η πόλη τις χαρές της, μέσα στην καταχνιά. Στο παιχνίδι των άτακτων μαθητών, στη συνάντηση, στο δρόμο, στην αλληλεγγύη, στην ανεκτικότητα, στην απόφαση να μη το βάλεις κάτω.

«Το δικαίωμα στην πόλη είναι ένα κενό σημαίνον. Όλα εξαρτώνται από το ποιος θα του προσδώσει ένα νόημα. Οι επενδυτές και οι υπερεργολάβοι μπορούν να το διεκδικήσουν, και έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν. Το ίδιο όμως ισχύει και για τους άστεγους και τους χωρίς χαρτιά. Αναπόφευκτα θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το ερώτημα τίνος τα δικαιώματα αναγνωρίζονται, ενώ παράλληλα καθίσταται σαφές ότι, όπως το έθεσε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο, “μεταξύ ίσων δικαιωμάτων κριτής είναι η δύναμη”». (Ντέιβιντ Χάρβεϊ, «Εξεγερμένες Πόλεις»)

Έτσι είναι. Αυτοί ή Εμείς που λέγαμε και στην αρχή. Διεκδικούμε κι εμείς το δικαίωμά μας στην πόλη, το διεκδικούν και αυτοί. Αυτοί το κατανοούν σαν το δικαίωμα να κερδίσουν, να βγάλουν χρήμα – όπως κάνουν με όλα τα άλλα – να διευρύνουν την εξουσία τους, να φιμώσουν κάθε διαφορετική φωνή, να τελειώνουν με κάθε ανορθογραφία ελεύθερης σκέψης και αντίστασης. Εμείς, ίσως, να το κατανοούμε λίγο διαφορετικά, όπως μάλλον και ο εμπνευστής του όρου:

«Το δικαίωμα στην πόλη δεν μπορεί να νοηθεί ως απλό δικαίωμα επίσκεψης ή επιστροφής στις παραδοσιακές πόλεις. Δεν μπορεί να διατυπωθεί, παρά μόνο ως δικαίωμα στην αστική ζωή, μετασχηματισμένη, ανανεωμένη». (Ανρί Λεφέβρ, «Δικαίωμα στην Πόλη»)

poli5

Σε αυτή τη γωνιά του διαδικτύου, μαζευτήκαμε άνθρωποι που μια τέτοια ζωή, μετασχηματισμένη, ονειρευόμαστε. Για μια άλλη, μετασχηματισμένη πόλη – και το δικαίωμα όλων σε αυτή- θα παλεύουμε και θα γράφουμε. Σε αυτή θα αφιερώνουμε τις αναρτήσεις μας. Για το δικαίωμα των δεκαπεντάχρονων αγοριών να πίνουν τη μπύρα τους χωρίς να τους σκοτώνουν οι μπάτσοι. Για το δικαίωμα στους πιτσιρικάδες να σουλατσάρουν στην πόλη χωρίς να τους οδηγούν στο θάνατο για ένα εισιτήριο. Για να μπορεί να κάνει το ποδήλατό του ανενόχλητος ο φίλος με το σκούρο δέρμα, χωρίς να τον εμποδίζουν οι εχθροί με τη σκούρα καρδιά. Για κάθε έναν και κάθε μια από εμάς που θέλει να αποφασίσει ο ίδιος για την εμφάνιση ή τη σεξουαλικότητά του. Για τον Παύλο. Για όλους εμάς που μας αξίζει να ζήσουμε μια διαφορετική ζωή, με αξιοπρέπεια.

Καλή μας αρχή λοιπόν. Έξω οι δρόμοι αναπνέουν διψασμένοι, ανοιχτοί.

* Ο Θάνος Ανδρίτσος είναι Αρχιτέκτονας Μηχανικός-Πολεοδόμος, υπ.Διδάκτορας Οικονομικής Γεωγραφίας. 

κοινοποίησε το:

T. Παπαιωαννου: Η συνομιλία του έργου τέχνης με την πόλη

Ε 26.07.08 Του ΤΑΣΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ  Καθηγητής Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

2 – 26/07/2008

«Οι μεγάλες ιδέες διατρέχουν την ιστορία των πόλεων και τη διαμορφώνουν», υποστήριζε ο Aldo Rossi. Οι πόλεις ΕΙΝΑΙ αυτές οι ιδέες! Αυτές συγκροτούν τη δομή τους, οργανώνουν τη χάραξή τους, καθορίζουν τη σχέση τους με το φυσικό περιβάλλον, αποτυπώνονται στα οικοδομικά τετράγωνα, «ορθώνουν» τέλος τα μνημεία τους.

Αποσπάσματα από graffiti στους δρόμους της Αθήνας

Η πόλη ως έργο τέχνης των χεριών του ανθρώπου, είναι η πόλη της καθημερινότητας, αλλά και η πόλη των ακραίων καταστάσεων και γεγονότων. Είναι οι ήσυχες και ξέγνοιαστες στιγμές μας, αλλά ταυτόχρονα και εκείνες της τραγικότητας των πυρκαγιών ή των πλημμυρών. Είναι οι στιγμές διασκέδασης και αναψυχής, αλλά και οι κραυγές απόγνωσης των ανθρώπων όταν βλέπουν να καταστρέφεται και να αφανίζονται εν ριπή οφθαλμού το βιος και οι προσπάθειες μιας ολόκληρης ζωής. Η πόλη, λοιπόν, δεν είναι η εικόνα της, αλλά η βαθύτερη (και μερικές φορές κρυμμένη) αλήθεια της που την πραγματώνει και την ουσιώνει. Αυτό όμως δεν υπαινίσσεται και η τέχνη; Το φευγαλέο, το κρυφό, το καθημερινό, το ασήμαντο.

Η πόλη παρουσιάζεται ως συνεχές και αέναο παλίμψηστο κοινωνικών γεγονότων. Κάθε τοποθεσία της πόλης είναι φορτωμένη με μνήμες. Κάθε σημείο της συμπυκνώνει πολλαπλά βιώματα, διαφορετικών χρονικών περιόδων, ενώ σημαίνει για κάθε έναν από εμάς διαφορετικά πράγματα. Η γωνία ενός δρόμου π.χ. θυμίζει σε κάποιον το σημείο των εφηβικών του ραντεβού, ενώ για κάποιον άλλον, μπορεί να είναι η ίδια ακριβώς γωνία που τον συνέλαβαν στη φοιτητική διαδήλωση… Στις απόμερες γωνίες, στους δρόμους και τις πλατείες, στα κτίρια και στις γειτονιές της πόλης γράφεται η ιστορία της.

Αστείρευτη πηγή

Αυτή ακριβώς η πολυσημία της πόλης θεμελιώνει παράλληλα και καλλιτεχνικές δράσεις. Η πόλη λειτουργεί ως τεράστια και αστείρευτη πηγή ερεθισμάτων και έμπνευσης για τους καλλιτέχνες. Στην εισαγωγή του βιβλίου του «Το χρονικό της Τέχνης» ο Ε.Η. Gombrich αναφέρει: «Στην πραγματικότητα, η τέχνη δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνον οι καλλιτέχνες». Αυτό δεν είναι; Οι καλλιτέχνες, δηλαδή οι άνθρωποι!… Της πόλης, της υπαίθρου, του χθες και του αύριο. Ο καλλιτέχνης έχει ανάγκη τη ζωοποιό επικοινωνία με τον κόσμο, την πόλη, το κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η τέχνη ως τελικό αποδέκτη έχει την πόλη και τους ανθρώπους της. Από εκεί γεννιέται και για εκεί προορίζεται. Το έργο τέχνης και η πόλη λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Ο καλλιτέχνης παίρνει -δανείζεται τρόπον τινά- και με τη σειρά του επιστρέφει και τροφοδοτεί την πόλη με έργα τέχνης. Είναι (και) αυτά τα έργα που συνδιαμορφώνουν την πόλη και τη μορφή της. Δημιουργείται έτσι με το κύλισμα του χρόνου μια αέναη ανταλλαγή, ένα πάρε-δώσε που κάνει αλληλένδετη και αδιάρρηκτη τη σχέση καλλιτέχνη – έργου τέχνης – πόλης. Το έργο τέχνης περιέχει την πόλη και η πόλη το έργο τέχνης. Η τέχνη, όπως και η αρχιτεκτονική, εκφράζει τη ζωή των ανθρώπων και διηγείται με τον καλύτερο τρόπο την ιστορία τους. Είναι σημαντική παράμετρος όχι μόνο διαμόρφωσης, αλλά και ύπαρξης του αρχιτεκτονικού χώρου.

Από τις καταβολές της ζωγραφικής και την εμφάνιση των πρώτων βραχογραφιών με παραστάσεις ζώων στα σπήλαια Αλταμίρα και Λασκό, μέχρι τα πολύχρωμα graffiti στους τοίχους σήμερα, η τέχνη ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον χώρο κατοίκησης των ανθρώπων. Ο καλλιτέχνης πάντοτε προσδοκούσε την ελεύθερη και ανεμπόδιστη επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Να μοιραστεί τις αγωνίες, τις ελπίδες, τις ματαιώσεις του… και η πόλη είναι το πιο άμεσο περιβάλλον του. Εκεί άλλωστε ζει, αυτή λατρεύει και αυτή μισεί!

Τα τελευταία χρόνια η ζωγραφική φαίνεται να εγκαταλείπει το τελάρο και ξαναγυρνά εκεί απ’ όπου ξεκίνησε. Στον τοίχο. Γίνεται ξανά τοιχογραφία (έστω και παράνομη) και συνδέεται με την αρχιτεκτονική στα πιο πολυσύχναστα σημεία της σύγχρονης πόλης. Απλώνεται στον δημόσιο χώρο και γίνεται κτήμα όλων των πολιτών, εικαστικό στοιχείο ή σχολιασμός της καθημερινότητας. Σαν να θέλει η ζωγραφική να αποδράσει από τις καλά φυλασσόμενες αίθουσες των μουσείων ή των δημοπρασιών που την εκποιούν και την εμπορεύονται και να πάει η ίδια αυτή τη φορά, ελεύθερη, να συναντήσει τον κόσμο. Η τέχνη, έστω και με ανορθόδοξο τρόπο, πλησιάζει ξανά τους απλούς πολίτες, στην πιο άμεση μορφή της, ως έκφραση διαμαρτυρίας, αντίδρασης και απόγνωσης για το ανοίκειο, εχθρικό και απάνθρωπο περιβάλλον των σύγχρονων μεγαλουπόλεων.

Την ίδια στιγμή όμως παρατηρούμε και το αντίθετο φαινόμενο. Τα graffiti τα παραγγέλνουν και τα πληρώνουν συχνά διάφοροι ιδιωτικοί φορείς, ακόμη και το υπουργείο Παιδείας, ενώ πληθαίνουν οι αποκαλούμενοι «καλλιτέχνες του δρόμου» που ο ένας μετά τον άλλον κάνουν εκθέσεις σε γκαλερί και μουσεία, νομιμοποιώντας έτσι αυτό που υποτίθεται ότι ήθελαν να καταγγείλουν. Το σύστημα αλέθει και καταβροχθίζει. Εχει την καταπληκτική ικανότητα να απονευρώνει και να στρογγυλεύει κάθε τι ανατρεπτικό και επικίνδυνο. Η ζωγραφική δεν φεύγει εν τέλει από το τελάρο, αλλά πάει μόνο εκεί που τη θέλει ο μαζικός θεατής. Πάει στην ευκολία του. Η ζωγραφική, η γλυπτική, η αρχιτεκτονική, η τέχνη γενικότερα, μπορούν να φορέσουν ό,τι μανδύα θες – αρκεί να πληρώνονται!

Πολλές αφετηρίες

Το έργο τέχνης έχει τελικά πολλές αφετηρίες και πολλές εκφάνσεις, και παρ’ όλο που υπάρχει καθ’ εαυτό, δεν μπορούμε να το θεωρήσουμε ανεξάρτητα από τον χώρο και τον χρόνο μέσα στον οποίο πραγματοποιήθηκε. Γιατί, όπως γράφει ο Μπόρχες: «Το παρόν δεν ακινητοποιείται. Ενα καθαρό παρόν είναι αδιανόητο: θα ‘ταν ανύπαρκτο. Το παρόν περιλαμβάνει πάντα ένα μέρος του παρελθόντος και ένα μέρος του μέλλοντος».

Αυτό δεν προσπαθεί όμως να κάνει ο καλλιτέχνης; Να αιχμαλωτίσει το φευγαλέο παρόν, να «παγώσει» τη στιγμή, το τώρα; Να δώσει τη δική του απάντηση στον στοιχειωμένο κύκλο της ζωής και του θανάτου, να συντροφεύσει την αδυσώπητη μοναξιά του και αυτή η υπαρξιακή αγωνία θα παραμένει πάντοτε ίδια για τον καλλιτέχνη, του παρόντος και του μέλλοντος. Απομονώνει γεγονότα από την καθημερινότητα και τα τονίζει με το δικό του ιδιαίτερο βλέμμα αναδεικνύοντας τις κρυφές πτυχές τους. Γεγονότα που άλλα ξεθωριάζουν και χάνονται για πάντα και άλλα που μόλις τώρα γεννιούνται. Αυτή την ιδιότυπη και παράδοξη συνύπαρξη του χθες και του αύριο που κρυσταλλοποιούνται στο σήμερα αφηγείται η τέχνη.

Η καλλιτεχνική δημιουργία αναφέρεται ταυτόχρονα και στις δύο αυτές διαστάσεις, συνδέοντας και αποσυνδέοντας την παράμετρο του χώρου από τον χρόνο. Το καινούργιο, άλλωστε, εμπεριέχει μέσα του το πολύ παλαιό, αλλά την ίδια στιγμή και ψήγματα από αυτό πού δεν έχει υπάρξει ακόμη. Πηγάζει μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη παράδοση, την ανθρώπινη σκέψη. Τις ιδέες εκείνες που δεν γνωρίζουν σύνορα. Η κρυφή, υποδόρια ενέργεια που τροφοδοτεί την αληθινή δημιουργία άλλωστε, είναι η ανασφάλεια και η αμφιβολία και όχι φυσικά οι επίπλαστες βεβαιότητες. Εκεί, πάνω στο έδαφος της αβεβαιότητας χτίζει κανείς, εκεί στηρίζεται για να δουλέψει, για να συνεχίζεται η συνομιλία του έργου τέχνης με την πόλη όσο συνεχίζεται κι αυτή η ίδια η ζωή.

κοινοποίησε το:

H αποξένωση από το χώρο της πόλης και η κρίση της συλλογικής μνήμης

H Ελένη Πορτάλιου είναι επικ. καθηγήτρια στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Τμήμα Αρχιτεκτόνων.

Το παρόν κείμενο αποτελεί Εισήγηση στα Σεμινάρια του Αιγαίου (Μήλος, Αύγουστος 1996)

Τα ιστορικά κέντρα των πόλεων και οι χωρικές σταθερές

O 19ος αιώνας έφερε δραματικές αλλαγές στη μορφή της παραδοσιακής πόλης. Εντοιχισμένες και οριοθετημένες, παρά τις αλλαγές που είχαν εγγραφεί στο σώμα τους μετά το μεσαίωνα, οι πόλεις γνώρισαν μια χωρίς προηγούμενο διάσπαση της συνοχής τους με τη συσσώρευση νέων πληθυσμών και δραστηριοτήτων και τη χωρίς όρια επέκταση, αναδιάτα­ξη και επανασχεδιασμό του χώρου τους, ώστε ν’ ανταποκρίνεται στις νέες ανάγκες κίνησης του κεφαλαίου.

H έκρηξη της βιομηχανικής παραγωγής και η νέα λειτουργία της πόλης ως τεράστιας, ενιαίας αγοράς εμπορευμάτων, μαζί με τη διαμόρφωση ενός σύνθετου πλέγματος θεσμών κρατικής εξουσίας, συμβαδίζουν με την απώλεια ενός κατανοητού χωρικού νοήματος για τις λαϊκές τάξεις και τους κατοίκους τους. Τόσο οι προλεταριοποιημένες αγροτικές μάζες, χωρίς εμπειρία αστικής κατοίκισης, όσο και οι προηγούμενοι κάτοικοι των πόλεων αποκό­πτονται από τις χωρικές σταθερές που είχαν σωρευτικά διαμορφώσει μέσα από την εμπει­ρική παράδοση κατοίκησης και νοηματοδότησης του χώρου.

H πόλη είναι συλλογική ανθρώπινη κατασκευή, έργο των ανθρώπινων χεριών και από τη φύση της διαχρονική, ταλαντευόμενη ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Δεν εκθέτει μια εξελικτική ανάπυξη σταδίων και εποχών, αλλά αντίθετα αποκαλύπτει το πέρασμα του χρόνου σε στρώματα και ίχνη. Το ιστορικό κέντρο, ταυτιζόμενο συνήθως με το κέντρο, δηλαδή την πύκνωση της πόλης με το μεγαλύτερο ιστορικό βάθος, μπορεί να χα­ρακτηριστεί το ίδιο ως προνομιακός συντελεστής διαχρονικής αστικότητας και ν’ αποτελέ­σει ενδιαφέρον πεδίο μελέτης των μετασχηματισμών και των σταθερών της πόλης.

H πόλη μεταβάλλεται και σ’ αυτή την αέναη κίνηση, το στρόβιλο της ιστορίας μετά το 19ο αιώνα, οι σταθερές της ανθρώπινης ύπαρξης αναζητούνται στη μνήμη, η οποία με τη σειρά της αναζητά τις διαβάσεις της. H πόλη είναι από μόνη της θεματοφύλακας της ιστορίας, που η επανασύσταση της μπορεί να γίνει με τάξη, επιμέλεια και, συνήθως, χωρίς χάσματα.

Αλλά οι χώροι της πόλης, τα αρχιτεκτονικά τοπία με τη ζωή που εγχαράσσεται σ’ αυτά, οι μορφές, αποτελούν και ενεργούς τροφοδότες της μνήμης που, αντίθετα με την ιστορία, είναι αποσπασματική και παλινδρομεί.

H πόλη είναι, λοιπόν, γεννήτορας της συλλογικής μνήμης και, αντίστροφα, λειτουργεί ως οδηγός ανάγνωσης και οικειοποίησης του χώρου της πόλης για τις κοινωνικές ομάδες και τα άτομα. Τροφοδοτεί την εμπειρία που, όπως λέει ο Welter Benjamin, «είναι υπόθεση της παράδοσης στη συλλογική και την ιδιωτική ζωή. Σχηματίζεται όχι τόσο από επιμέρους δεδομένα, αυστηρά εντοπισμένα στην ανάμνηση όσο από συσσωρευμένα, συχνά μη συνει­δητά στοιχεία, που συρρέουν στη μνήμη»1.

H σχέση των λαϊκών τάξεων και των κατοίκων της πόλης με το ιστορικό κέντρο επιδέ­χεται αναγνώσεις σε πολλαπλά επίπεδα, πλην όμως εδώ κυρίως υπάρχουν κατατεθειμένες σταθερά οι αψευδείς μαρτυρίες της διαχρονικότητας της πόλης.

Στοιχεία διάρκειας

Οι χωρικές σταθερές στην ιστορία της πόλης

Τα ιστορικά κέντρα των πόλεων ταυτίζονται με τις ίδιες τις πόλεις στη γέννηση τους και έρχονται από το βάθος του χρόνου. Σ’ αυτό το χώρο συγκεντρώνονται τα στοιχεία εκείνα της πόλης που χαρακτηρίζονται από διάρκεια, δηλαδή τη σταθερή παρουσία τους παρόλες τις πιθανές μεταβολές μέσα στους μετασχηματισμούς της πόλης.

O Baudelaire έγραφε: «Le vieux Paris n’est plus (la forme d’une ville/change plus vite, helas! que le coeur d’un mortel)»2. Και ο Aldo Rossi λέει: «Τα σπίτια της παιδικής μας ηλι­κίας παλιώνουν και, καθώς η πόλη αλλάζει, συχνά σβήνει τις αναμνήσεις μας»2.

Όμως το σχέδιο πόλης, τα μνημεία, ορισμένα δημόσια κτίρια και ορισμένοι τύποι κτι­ρίων, στην κλίμακα της πόλης και την κλίμακα της αρχιτεκτονικής, αποτελούν αναφορές ριζωμένες στο χρόνο που παραδίδονται από εποχή σε εποχή, επιτρέποντας στην πόλη συ­νολικά ν’ αποκτήσει ρίζες στην ιστορία.

Κατά τον Marcel Poete οι πόλεις τείνουν να παραμείνουν στους άξονες ανάπτυξής τους, διατηρούν τις χαράξεις τους, εξελίσσονται σύμφωνα με την κατεύθυνση και τη σημα­σία των πιο παλιών συντελεστών τους3. Το σχέδιο πόλης αφορά τη δομή του δημόσιου χώ­ρου και συνδέεται με τους δύο τύπους της πυκνής υπαίθριας αστικότητας —το δρόμο και την πλατεία— που χαρακτηρίζουν την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού.

Παρά τις ριζικές επεμβάσεις που έγιναν το 19ο αιώνα στις πόλεις με τα επάλληλα με­σαιωνικά, αναγεννησιακά, μπαρόκ στρώματά τους και τη βίαιη αποκοπή από την προηγού­μενη σχεδιαστική παράδοση, στα ιστορικά κέντρα τους έμειναν, ηθελημένα ή τυχαία, ίχνη του χρόνου που είχε κυλήσει.

Καθοριστικά στοιχεία των επεμβάσεων και των επεκτάσεων, όπως ο δακτύλιος που αντικατέστησε τα τείχη όταν γκρεμίστηκαν σε πολλές πόλεις, ή τα εγκλωβισμένα αποσπά­σματα που χρειάζονται νοσταλγικά μάτια για να τα εξερευνήσουν, τα προγενέστερα ίχνη της δομής της πόλης μεταγράφονται με κάποιο τρόπο στους μετασχηματισμούς της.

Τα μνημεία παραμένουν εξαιρετικές μορφές τέχνης πάνω από την οικονομία και την πρακτική ανάγκη, διαπιστώνει ο Aldo Rossi, και γύρω απ’ αυτά μπορεί ν’ αρχίσει να ξαναγεννιέται μια πόλη4. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η Ακρόπολη, έπαιξε αυτό το ρόλο για την Αθήνα.

Tα  δημόσια κτίρια που δε γίνονται μνημεία, ανεξάρτητα από τους μετασχηματισμούς της χρήσης τους και αποσυνδεδεμένα από μια στενή λειτουργική προσέγγιση, με τη συμβο­λική σημασία και τη μορφή τους αποτελούν καθοριστικά στοιχεία που διαρκούν στην ταυ­τότητα της πόλης.

H αποξένωση από το χώρο της πόλης

H επαφή των κατοίκων της πόλης με τις σταθερές του σχεδίου και του δημόσιου χώ­ρου, των μνημείων, των δημόσιων κτιρίων και ορισμένων κτιριακών τύπων υπόκειται στην αποξένωση που χαρακτηρίζει σταδιακά τις σχέσεις τους με το χώρο. Παρόλ’ αυτά, αυτές οι σταθερές παραμένουν εκεί, ριζωμένες στον τόπο και το χρόνο και μπορούν ν’ ανακληθούν ανά πάσα στιγμή μέσα στις κοινωνικές αντιφάσεις που ενεργοποιούν την ιστορία ή μέσα από τις εκλάμψεις της μνήμης.

H αποξένωση και η αποκοπή του λαϊκού κόσμου από τον κεντρικό χώρο της πόλης εί­ναι μια διαδικασία προοδευτικά αυξανόμενη και ταυτόχρονα αντιφατική, καθώς μεταβαί­νουμε από το 19ο στο τέλος του 20ού αιώνα. Συνδέεται με την ίδια τη φυσική παρουσία τους αλλά και τον τρόπο που αυτή πραγματώνεται σε πολιτικό, κοινωνικό και συμβολικό επίπεδο και, επομένως, με τον τρόπο που το κέντρο της πόλης μπορεί ν’ αποτελέσει υπο­δοχέα της συλλογικής μνήμης.

O 19ος και κυρίως ο 20ός αιώνας χαρακτηρίζονται από τη σταδιακή απώθηση των λαϊ­κών τάξεων από τα κέντρα των πόλεων, καθώς η κατοικία και η εργασία τους εκτοπίζονται στην περιφέρεια.

H πολιτική παρουσία των λαϊκών τάξεων στο κέντρο της πόλης

Oι λαϊκές τάξεις επανέρχονται στην πόλη πολιτικά, στο βαθμό που συμπεριλαμβάνο­νται στους δημόσιους θεσμούς και αποκτούν την ιδιότητα του πολίτη μέσα από τις τυπικές εκδηλώσεις της εξουσίας, καθώς και με τα μεγάλα πολιτκά και κοινωνικά κινήματα που σφραγίζουν τον κεντρικό χώρο της πόλης.

H δημόσια σφαίρα δεν είναι στατική, διατρέχεται από αντιθέσεις και συγκρούσεις. O Richard Sennet αναφερόμενος σε δύο μαζικές λαϊκές γιορτές που έγιναν στην ακμή της Γαλλικής Επανάστασης το 1792 στο Παρίσι, η μια με την οργανωτική φροντίδα του επανα­στάτη καλλιτέχνη Jacques Louis David και η άλλη του αρχιτέκτονα και συγγραφέα Quatremere de Quincy, εξηγεί πώς χρησιμοποιείται τελείως διαφορετικά η γεωγραφία της πόλης ανάλογα με τις ανάγκες των διοργανωτών: η μία γιορτή του Simonneau έγινε για να τιμήσει τους επαναστάτες και η άλλη του Chateauvieux ένα θύμα της επανάστασης5.

Tα  ιστορικά κέντρα των πόλεων είναι φορτισμένα απ’ αυτές τις πραγματώσεις του συλλογικού που ανακαλούνται από το βάθος της ιστορίας και στοιχειώνουν τη συλλογική μνήμη των λαών, εγκυμονώντας το φόβο της επανάστασης για τις κυρίαρχες τάξεις που οργανώνουν το χώρο της πόλης με την ελπίδα να εκτοπίσουν παντοτινά την απειλή.

H πολιτική παρουσία των λαϊκών τάξεων στο κέντρο της πόλης διατηρείται σταθερά με τρόπους τυπικούς και αυτόνομους μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες, όπου περιορίζεται και υποβαθμίζεται με την παρακμή των δημόσιων θεσμών και τη θεαματοποίηση της πο­λιτικής.

Θεατές και καταναλωτές

Αλλά οι κάτοικοι των πόλεων ζουν τον κεντρικό χώρο της πόλης κατά τους μετασχη­ματισμούς του από το 19ο μέχρι και τον 20ό αιώνα επίσης ως θεατές και καταναλωτές των νέων τοπίων της πόλης και των εμπορευμάτων που κατακλύζουν το χώρο της. Το εμπόριο και η οργανωμένη ψυχαγωγία κυριαρχούν σταδιακά στα ιστορικά κέντρα.

Στην πόλη του 19ου αιώνα οι αρχιτέκτονες αναλαμβάνουν το σχεδιασμό και καλλωπι­σμό του δημόσιου χώρου που ενδυναμώνει την έννοια του πολίτη, σχεδιάζουν χώρους δια­σκέδασης, θέατρα και όπερες, νέα πάρκα και χώρους περιπάτου, κτίρια που στεγάζουν δη­μόσιους θεσμούς, μεγάλα πολυκαταστήματα, κτίρια-στοές και μεγάλους χώρους εκθέσεων, πανοράματα, διοράματα και πολυτελή ξενοδοχεία, σιδηροδρομικούς σταθμούς, επιβλητι­κές τράπεζες και γραφεία.

H εξάπλωση των φαντασμαγορικών μορφών στο δημόσιο χώρο εγκλωβίζει στην αμείλι­κτη δύναμη του εμπορεύματος που κρύβεται πίσω από τη φαντασμαγορία την αίγλη της τέ­χνης, το περιεχόμενο του φανταστικού και των αισθήσεων.

Όπως παρατηρεί η Christine Boyer, «η αληθινή πόλη που δεν εκτέθηκε ποτέ πραγματι­κά, βαθμιαία εξαφανίζεται από τη θέα: το χάος της, οι ταξικές διακρίσεις, οι παγίδες και τα ελαττώματά της, όλ’ αυτά τοποθετούνται έξω από το κυκλικό πλαίσιο, πάνω από τον ορίζοντα που δέσποζε στη ματιά του παρατηρητή»6.

O 20ός αιώνας ολοκληρώνει τη λειτουργία του κεντρικού χώρου της πόλης ως αγοράς εμπορευμάτων και οργανωμένης ψυχαγωγίας απωθώντας τις ζώνες παραγωγής και εγκαθι- στώντας σε περίοπτη θέση τη διοίκηση των επιχειρήσεων. Εισάγει τα νέα σύμβολα της τα­χύτητας, της προβολής της διαφήμισης, της ολοκληρωτικής θεαματοποίησης και ο ιστορι­κός χώρος μετατρέπεται σε σκηνογραφικά αποσπάσματα καταναλώσιμα και τα ίδια ως εμπορεύματα.

Παρόλη την αμείλικτη φορά της προόδου, η διαδικασία δεν είναι ευθύγραμμη καθώς πάντα, με φθίνουσα πρόοδο από το παρελθόν στο παρόν, στον κεντρικό χώρο της πόλης επιβιώνουν λαϊκοί θεσμοί μικροεμπορίου και πλανόδιων αγορών, ελεύθερη διασκέδαση και οι κοινωνικές πρακτικές της γιορτής, του καρναβαλιού, των θιάσων, των παραστάσε­ων, της βόλτας, του χαζέματος, της περιπλάνησης. Μέσα σε αποσπασματικά κατάλοιπα τόπων και αναμνήσεων, η πόλη υπενθυμίζει τη δυνατότητά της να παραμένει ένας μαγι­κός μαγνήτης αρχαϊκότητας που δε θα στερηθεί ποτέ τα μυστικά περάσματά της στο χώρο της μνήμης.

H προβληματική σχέση με την ιστορία

H σχέση με το παρελθόν και την ιστορία της πόλης τροποποιείται ριζικά μέσα στις αλ­λαγές που συνοδεύουν τους χωρικούς μετασχηματισμούς.

H συγκρότηση των εθνικών κρατών το 18ο και το 19ο αιώνα χρειάζεται την επανασύ­σταση της ιστορίας, την ταυτότητα που μπορεί να προσδώσει το παρελθόν σ’ έναν κόσμο μεταβαλλόμενο γρήγορα, αναντίστοιχα με το χρόνο της ανθρώπινης ζωής.

Αυτή η επανασύσταση, για την οποία η εξουσία ελπίζει ότι μπορεί ν’ αναστείλει τους κινδύνους που εγκυμονεί για τη σταθερότητά της η ιστορική αταξία, είναι επιλεκτική: μνη­μεία αποσυνδεδεμένα από το περιβάλλον τους, κατάλοιπα προηγούμενων τόπων που φθί­νουν, μουσεία και κατακερματισμός της ολότητας της πόλης στα μάτια των κατοίκων της. Oι εγγεγραμένες παραδόσεις στο χώρο, όταν ενεργοποιούνται κυρίως από τα κινήματα του ρομαντισμού, εντάσσονται στο νέο πλαίσιο τυπικά και φαντάζουν στερημένες νοήματος, αφού δεν αντιστοιχούν σε εμπειρίες του παρόντος.

Oι ουτοπίες του 20ού αιώνα επιχειρούν την πλήρη ρήξη με την ιστορία. H υπαρκτή ιστορική πόλη φαίνεται καθαυτή πηγή δεινών και επικίνδυνων κοινωνικών εξελίξεων, γι’ αυτό οι σχεδιαστικές σχηματοποιήσεις αναφέρονται σε μια άλλη άχρονη πόλη του μέλλο­ντος που βασιλεύει η τάξη του λόγου. H αντιφατική πραγματικότητα των ιστορικών κέ­ντρων μένει έξω από την προσοχή τους.

Μετά το B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι καταστροφές των ιστορικών κέντρων κινδυ­νεύουν να πάρουν μεγαλύτερες διαστάσεις απ’ αυτές του 19ου αιώνα και η ιστορία της πό­λης να μείνει χωρίς καθόλου υλικές αναφορές, δημιουργείται μια αντίστροφη κίνηση προ­στασίας. Όμως η προστασία και η επανακατοίκηση του κέντρου, ιδιαίτερα πρόσφατα, υπο­κινούνται εξ ολοκλήρου από τις δυνάμεις της αγοράς. Πρόκειται, συνήθως, για εμπορευμα­τοποίηση της ιστορίας που απευθύνεται σε προνομιακές κοινωνικές ομάδες καταναλωτών.

H κρίση της συλλογικής μνήμης

Αυτή η προβληματική σχέση των κατοίκων της πόλης με την ιστορία ως επιλεκτική επα- νασυλλογή, ως ρήξη με το παρελθόν ή ως καταναλώσιμο εμπόρευμα συμβαδίζει με την κρί­ση της συλλογικής μνήμης στην οποία έχουν συνεργήσει οι μετασχηματισμοί της δημόσιας σφαίρας και οι οργανώτριες του χώρου της πόλης δυνάμεις της αγοράς.

H κρίση της μνήμης εμφανίζεται κατά τον Walter Benjamin με τη μορφή της αποστα­σιοποίησης για την προστασία από τα σοκαριστικά ερεθίσματα, καθώς «το τεχνολογικά αλλοιωμένο περιβάλλον εκθέτει το ανθρώπινο αισθητήριο σε φυσικά σοκ τα οποία αντι­στοιχούν σε ψυχικό σοκ»7.

Σ’ αυτό το μηχανισμό εδράζεται η κατάρρευση της εμπειρίας, αφού «η αντίληψη γίνεται εμπειρία μόνο όταν συνδέεται με αισθήσεις-μνήμες του παρελθόντος, αλλά για το “προστα­τευτικό μάτι” που αποκρούει τις εντυπώσεις δεν υπάρχει φανταστική άφεση σε μακρινά πράγματα»7.

Από την άλλη, η ανάπτυξη όλο και πιο αφηρημένων μέσων επικοινωνίας που φτάνουν μέχρι τις αόρατες λεωφόρους πληροφορίας και τα προσομοιωμένα περιβάλλοντα, που υποκαθιστούν το χώρο ως κύρια πηγή πληροφορίας, οδηγεί σε ατροφία την εμπειρική συ­ναίσθηση του χώρου και ανατροφοδοτεί την απώλεια της μνήμης.

Γιατί η πόλη ως τόπος (locus) της συλλογικής μνήμης εντυπώνεται στο συλλογικό ασυ­νείδητο, γίνεται οικεία μέσα από διαδικασίες ζωντανής εμπειρίας που παραδίδονται στους κατοίκους της πόλης.

H αρχιτεκτονική, δηλαδή η μορφή που παίρνει η πόλη, αντιμετωπίζεται, όπως αναφέρει πάλι ο Walter Benjamin στο Έργο Τέχνης στην Εποχή της Τεχνικής Αναπαραγωγιμότητάς του με διπλό τρόπο —με τη χρήση και τη θέαση, με την αφή και την όραση. Αυτές οι δύο διαστάσεις αμβλύνονται από το 19ο στον 20ό αιώνα, καθώς ο κύριος τρόπος πρόσκτησης εντυπώσεων γίνεται η αβαθής όραση των αντικειμένων που, στερημένα της αίγλης τους, «δε διατηρούν κάτι από τα μάτια που τα κοίταξαν», κατά τη διατύπωση του Marcel Proust.

Από τη φαντασμαγορία ως υπνωτική σχέση με την εμπειρία και τη φαντασία, στην πα­νοραμική θέαση του χώρου της πόλης ως σειράς γρήγορων εντυπώσεων και μέχρι τα φα­νταστικά στυλ ζωής συντελείται η αποφόρτιση της αισθήσεων και της εμπειρίας.

Επίλογος

O μαρασμός της εμπειρίας και η κρίση της συλλογικής μνήμης, η απώθηση των λαϊκών τά­ξεων από τα ιστορικά κέντρα αλλά και η αποξένωση στις σχέσεις των κατοίκων της πόλης με την ιστορία και το χώρο της, αποτελούν δομικά χαρακτηριστικά του σύγρονου πολιτισμού.

Παίρνουν εκρηκτικές διαστάσεις καθώς τα κύματα μετανάστευσης διογκώνονται και οι άνθρωποι εξωθούνται αναγκαστικά από τις πατρίδες τους, επομένως αποκόπτονται βίαια από κάθε χωρική αναφορά, και περιφέρονται ξένοι, συχνά παράνομοι και διωκόμενοι, στις χώρες που μεταναστεύουν.

H μελέτη και η κατανόηση αυτών των φαινομένων μπορεί να εντοπίζονται μεθοδολογι­κά στη σφαίρα του πολιτισμού, εδράζονται όμως στις ταξικές και κοινωνικές ανισότητες του σύγχρονου καπιταλισμού, την κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς παγκόσμια και την αντιστροφή της σχέσης δημόσιου-ιδιωτικού.

Σημειώσεις

  1. Walter Benjamin, Illuminations, On some motifs in Baudelaire, Fontana Press, 1992. Ελληνική μετάφαρση Γιώρ­γος Γκουτζούλης, στο Σαρλ Μπωντλαίρ Ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 1994.
  2. Α^ Rossi, L’ Architettura della cita, CLUP, Milano, 1978. Ελληνική μετάφραση Bασιλική Πετρίδου, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1991.
  3. Α^ Rossi, ο.π.
  4. Α^ Rossi, O.K.
  5. Richard Sennet, Flesh and Stone, Faber & Faber, London-Boston 1994.
  6. Christine Boyer, Ihe City of Collective Memory, ΜΙΤ Press, 1994.
  7. Susan Buck-Morss, «Αισθητική-Αναισθητική». Ελληνική μετάφραση Φώτης Τερζάκης, Mάvος Σπυριδάκης, Λογογεχνικό περιοδικό Πλανόδιον, τεύχος 23, Ιούνιος 1996.
  8. Walter Benjamin, Illuminations, Ihe work of art in the age of mechanical reproduction, Fontana Press, 1992.
κοινοποίησε το:

«Τι μένει άραγε από 45 χρόνια μαχόμενης πολεοδομίας;»

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφορεί το βιβλίο-αφιέρωμα του ΤΕΕ για τον αρχιτέκτονα πολεοδόμο Γρηγόρη Διαμαντόπουλο, τον άνθρωπο «σταθμό» για την πόλη της Καλαμάτας, στις σελίδες του οποίου, ο σπουδαίος Ελληνας πολεοδόμος κάνει έναν πολυσήμαντο απολογισμό 45 ετών δημιουργίας.

βλέπε και  http://ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας αριστερός, κοινωνικά ενεργός πολεοδόμος

Της Σταυρούλας Μπάκα

Τι λέτε να γίνεται «όταν το όραμα τροφοδοτεί το ρεαλισμό και αυτός ενισχύει το όραμα»; Σωστά μαντέψατε: Σπουδαία έργα. Σαν αυτά που μπορεί κανείς να γνωρίσει ξεφυλλίζοντας το λεύκωμα αφιέρωμα του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας στο έργο και την προσωπικότητα του αρχιτέκτονα και πολεοδόμου Γρηγόρη Διαμαντόπουλου το οποίο, σύμφωνα με το πρόγραμμα, παρουσιάστηκε σε ειδική εκδήλωση την Τρίτη 13 Ιανουαρίου στην Αθήνα.

Στις 450 σελίδες του λευκώματος, του οποίου την επιμέλεια έχει ο ίδιος ο κ. Διαμαντόπουλος (κάτι που κάνει το βιβλίο πολύ ενδιαφέρον όχι μόνο για όσους είναι γνώστες του αντικειμένου) μπορεί κανείς να ταξιδέψει σε πόλεις και νησιά της Ελλάδας, για τα οποία ο σπουδαίος αυτός πολεοδόμος έκανε μελέτες και να τα γνωρίσει μέσα από μια άλλη οπτική, με πλούσια ιδεολογία και αξιοθαύμαστη επιστημονική σκέψη. Τήλος, Χίος, Θήβα, Ανατολική Αθήνα, Πειραιάς, Τρίκαλα, Καλαμάτα, Μεσσήνη, Πέραμα, Πάρος και Αντίπαρος είναι μερικές από τις περιοχές της χώρας μας που φέρουν τη σφραγίδα του.

Ο πολεοδόμος χάρη στον οποίο η Καλαμάτα κέρδισε το 1991 από την τότε Ε.Ο.Κ. το πρώτο Ευρωπαϊκό Πολεοδομικό Βραβείο στις Βρυξέλλες και ξεχώρισε ανάμεσα σε 220 ευρωπαϊκές πόλεις που πήραν μέρος στο διαγωνισμό, εξιστορεί με το δικό του εύστοχο τρόπο πώς ένα σχέδιο μπορεί τελικά να γίνει πράξη, ένα όραμα να γίνει έργο και μια πόλη να αλλάξει τα δεδομένα.

«Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζεται ένα σημαντικό, πρωτοπόρο σε οργάνωση, σκέψη και εφαρμοσιμότητα έργο ενός σπουδαίου ανθρώπου». Με αυτά τα λόγια ξεκινά ο Γιάννης Αλαβάνος, πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας τον πρόλογο στο βιβλίο του Γρηγόρη Διαμαντόπουλου. Πόλη και νερό, Δομή και οργάνωση της πόλης, Ο πόλεμος του πεζού με τον τροχό, Αντισεισμική πολεοδομική θωράκιση, Αειοφορική πολεοδομική ανάπτυξη, Τα τραίνα, οι σταθμοί τους και οι κάτοικοι είναι οι επιμέρους τομείς του βιβλίου αλλά και τα ζητήματα που απασχόλησαν το συγγραφέα στο πολεοδομικό του έργο το οποίο ξεφεύγει από τα τεχνοκρατικά δεδομένα της επιστήμης του και αποκτά ιδεολογία επηρεάζοντας μεταγενέστερους πολεοδόμους και εμπνευσμένους δημάρχους.

Ο Σταύρος Μπένος για το έργο του Γρηγόρη Διαμαντόπουλου

Για θρίαμβο του Πολεοδομικού Σχεδιασμού για την εξέλιξη και το μέλλον της Καλαμάτας μιλάει στο βιβλίο ο δήμαρχος της Καλαμάτας, την περίοδο 1979-1990, Σταύρος Μπένος. Ο κ. Μπένος με λίγα λόγια και 18 σημερινές φωτογραφίες της Καλαμάτας, δείχνει την εικόνα της πόλης όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία 22 χρόνια μετά την εφαρμογή των ριζοσπαστικών προτάσεων της πολεοδομικής μελέτης η οποία προέκυψε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κ. Διαμαντόπουλου, από την αγαστή δεκαετή συνεργασία των πολεοδόμων μελετητών και του Δήμου.

Ο κ. Μπένος μας είπε: «Η δουλειά του Γρηγόρη ήταν μια τεράστια προσφορά στον αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό διάλογο που είναι σε διαρκη δυναμική και κάποτε η Καλαμάτα αποτέλεσε επίκεντρό του σε δύο κορυφαία ζητήματα. Το ένα είναι πώς διαχειριζόμαστε το σεισμικό φαινόμενο. Την πλήρη δηλαδή αντισεισμική προστασία από την πολεοδομική της πλευρά, την οποία ο Γρηγόρης μας βοήθησε να καταλάβουμε. Χρησιμοποίησε την απλή φράση “O σεισμός δεν πλήττει τα ντουβάρια, τα κτήρια, αλλά πλήττει τους ανθρώπους. Συνεπώς μια ολοκληρωμένη αντισεισμική πολιτική και το μετασεισμικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης πρέπει να αφορά όλο το φάσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Τι είναι ο άνθρωπος, ποιες είναι οι ανάγκες του. Τον άνθρωπο ως πολιτιστικό φαινόμενο, ως κοινωνικό φαινόμενο, ως οικονομικό φαινόμενο”. Με βάση αυτό συγκροτήθηκε το μετασεισμικό πρόγραμμα της Καλαμάτας, το οποίο έδωσε την αφετηρία ενός διαλόγου στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και μεγάλων χωρών όπως η Ιαπωνία και η Αμερική και καθόρισε τη μετασεισμική πολιτική της χώρας μας.

Το δεύτερο και πιο σημαντικό ζήτημα στο οποίο επικεντρώθηκε είναι πως σε μια χώρα ταλαιπωρημένη πολεοδομικά, όπως είναι η Ελλάδα, όπου τα πράγματα έχουν συμβεί κυρίως ως βίωμα και ως γέννημα των κοινωνικών συγκρούσεων των πόλεων μας, ξεκινώντας από την Αθήνα και καταλήγοντας σε όλες τις επαρχιακές πόλεις, ο Γρηγόρης ο Διαμαντόπουλος μέσω της Καλαμάτας μας δίδαξε πώς μπορούν να γίνουν ανατροπές μέσω της πολεοδομίας. Είναι η μόνη πόλη της χώρας που είχε πλήρη ανατροπή μέσω σχεδιασμού πολεοδομίας. Και αυτό ακριβώς, το οποίο αποτελεί πλέον ένα κεντρικό σημείο στον προβληματισμό των πολεοδόμων, αναδεικνύεται πολύ καλά με το βιβλίο αυτό του Γρηγόρη».

Η περίπτωση της Καλαμάτας και το πάρκο του ΟΣΕ

Οι μελέτες ξεκινούν το 1983 ενώ το 1986 γίνονται οι καταστροφικοί σεισμοί. Ετσι η Καλαμάτα αποτελεί ένα σπάνιο παράδειγμα μελέτης μιας σεισμόπληκτης πόλης, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τους σεισμούς.

Το πάρκο του ΟΣΕ το οποίο είναι και το πρώτο θεματικό πάρκο της Ελλάδας, δημιουργήθηκε στο νότιο κομμάτι του οδικού άξονα της Αριστομένους και σε μια μεγάλη έκταση πάνω στην οποία αποθηκευόταν λιθάνθρακας (!) για τις ανάγκες των τρένων. «Χωρίς δεκάρα τσακιστή για την αγορά γης» όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο πολεοδόμος. Αυτή η ρυπογόνος περιοχή δεν μετατράπηκε απλώς σε χώρο πράσινου, όπως κάποιοι ονομάζουν το πάρκο του ΟΣΕ σήμερα, αλλά σύμφωνα με τα σχέδια του ανθρώπου που το εμπνεύστηκε σε ένα κέντρο κοινωνικών λειτουργιών. Το πάρκο το οποίο καλύπτει μια έκταση 54 στερεμάτων φιλοξενεί τρεις βασικές στάσεις πολιτισμού όπως διακρίνεται στο λειτουργικό διάγραμμα (βλέπε εικόνα): Στάση βιβλίο και αθλοπαιδιές, στάση θέαμα, μουσική, χορό και στάση σταθμαρχείο για το μουσείο ΟΣΕ, την καφετέρια, την πινακοθήκη, το ομαδικό εργαστήριο ζωγραφικής, χώρο για παιχνίδι παιδιών κ.α. Το λειτουργικό διάγραμμα που απεικονίζεται στη σελίδα 236 του βιβλίου του κ. Διαμαντόπουλου παρουσιάζει το πάρκο του ΟΣΕ όπως ήταν τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του. Ενας χώρος που έκανε πραγματικά εντύπωση λόγω τόσο της έκτασης όσο και των λεπτομερειών που ήθελαν τα παιχνίδια του πάρκου να είναι τοποθετημένα σε ομάδες ανάλογα με την ηλικία των παιδιών στα οποία απευθύνονταν και να είναι όλα φτιαγμένα από ξύλο. Οι συρμοί που φιλοξενούνται στο πάρκο δεν αποτελούσαν μόνο μουσειακό υλικό αλλά χώρους δράσεις των πολιτιστικών ομάδων ενώ στο κέντρο του πάρκου, κάτι που σώζεται μέχρι σήμερα, είχε δημιουργηθεί ένα φυσικό αμφιθέατρο στο χώρο της πίστας του πατινάζ. Το γιατί αυτός ο χώρος έχει τη σημερινή εικόνα είναι ένα ερώτημα που μένει να απαντηθεί από εμάς τους ίδιους.

Το πάρκο διέψευσε ακόμα και όσους θεωρούσαν τη δημιουργία του μια περιττή «πολυτέλεια» αφού κατά τη διάρκεια των σεισμών του 1986 έγινε ένας από τους μεγαλύτερους και πιο προσεγμένους χώρους κατασκήνωσης των τότε σεισμόπληκτων.

Στο βιβλίο θα δούμε τη δημιουργία του Ανατολικού και Δυτικού Κέντρου της Καλαμάτας και τις προοπτικές βάσει των οποίων φτιάχτηκαν και βραβεύθηκαν οι χώροι αυτοί όσο και αν η σημερινή τους εικόνα μας ξενίζει λόγω της εγκατάλειψής τους. Η Μαρίνα και η ανάπλαση της περιοχής της Δυτικής παραλίας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον αλλά και η άποψη του συγγραφέα για τον τρόπο διαχείρισης των παραλιών, οι οποίες όσο και αν μας ακούγεται παράξενο γίνονται… δρόμοι.

Μεταξύ άλλων

«Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε καλύτερες πόλεις αν δεν χτυπηθούν στη ρίζα τους το λάδωμα, η μίζα και το ρουσφέτι» είχε πει μεταξύ άλλων ο Γρηγόρης Διαμαντόπουλος και κοιτάζοντας το διαχρονικό για την Ελλάδα και όχι μόνο πρόβλημα των σεισμών είχε τονίσει πως ένας καταστροφικός σεισμός μπορεί να γίνει η αφετηρία για τη δημιουργία μιας καλύτερης πόλης.

Μιας πόλης με επίκεντρο τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο ο οποίος είναι και το επίκεντρο της ιδεολογίας του σπουδαίου αυτού πολεοδόμου ο οποίος συνεχίζει στα 86 του χρόνια να παραμένει πιστός στις αρχές, βάσει των οποίων δημιούργησε και ευτυχώς για εμάς τους πολίτες επηρέασε την επιστήμη της πολεοδομίας.

===============================
Στις φωτογραφίες

Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο της Καλαμάτας.

13 Σεπτεμβρίου 1986, Σάββατο απόγευμα: ο δήμαρχος Σταύρος Μπένος εγκαινιάζει τη γραμμή ferry boat, που συνδέει για πρώτη φορά την Καλαμάτα με την Κρήτη. Χιλιάδες κάτοικοι, την ώρα του πρώτου σεισμού παρακολουθούν τη γιορτή, ενώ άλλους τόσους τους φιλοξενεί το «δημοτικό πάρκο των σιδηροδρόμων, που είχε εγκαινιαστεί μόλις πριν μια βδομάδα.

Τι μένει άραγε από 45 χρόνια μαχόμενης πολεοδομίας;

για τον αρχιτέκτονα πολεοδόμο Γρηγόρη Διαμαντόπουλο

κοινοποίησε το: