Αρχείο ετικέτας Μπιτσάνης

Ηλίας Μπιτσάνης: ο ματωμένος επίλογος της Γερμανικής κατοχής στη Μεσσηνία

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα, άτομα περπατούν, πλήθος και υπαίθριες δραστηριότητες
Στη φωτογραφία παρέλαση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Καλαμάτα στις 6/9/1944

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΆ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΓΑΚ

Στη Μεσσηνία σαν σήμερα πριν 75 χρόνια άρχισε να γράφεται ο ματωμένος επίλογος της Γερμανικής κατοχής, που λειτούργησε ως πρελούδιο του εμφυλίου πολέμου. Μετά από σκέψη αποφάσισα να ασχοληθώ με το ζήτημα αυτό και μα σκοπό να φωτιστούν ορισμένες πλευρές που αγνοεί η συντριπτική πλειοψηφία ακόμη και των Μεσσηνίων.

Είναι δύσκολο να μιλάς για θανάτους, ο νεκρός κάθε οικογένειας είναι από τα ιερά της. Ο αναγκαίος ανθρώπινος σεβασμός όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε παραχάραξη της ιστορίας. Και η εκφορά του ιστορικού λόγου δεν μπορεί παρά να περιγράφει τα γεγονότα πέρα από την επίκληση πραγματικών ή φανταστικών περιστατικών μιας ταραγμένης εποχής. Αφορμή της ενασχόλησης κάποιοι σχολιασμοί σε προηγούμενη ανάρτηση και το κείμενο που ακολουθεί δεν αποτελεί μια απάντηση “επί προσωπικού” αλλά απάντηση σε αντιλήψεις που εκφράζουν είτε από άγνοια, είτε από συναισθηματισμό, είτε από μια βολική θεώρηση εκείνης της εποχής, πολύ μεγαλύτερες ομάδες πολιτών.

014 1944 9 10
14. Στην οδό Μητροπολίτη Μελετίου, την ώρα της ταφής, το παριστάμενο πλήθος γονατισμένο αποδίδει τιμή στους νεκρούς (10-9-1944).
015 1944 9 10
15. Κηδεία ανταρτών. Στο βάθος φαίνεται το περιτοίχισμα του περιβόλου της Μονής Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης (10-9-1944).


Η προσέγγιση δεν μπορεί παρά να έχει ως αφετηρία το γεγονός ότι στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, άλλοι πολέμησαν τον κατακτητή και τον φασισμό (εν προκειμένω το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ) και άλλοι συνεργάστηκαν μαζί του (τα Τάγματα Ασφαλείας). Αδιαπραγμάτευτο σε ό, τι αφορά την αφετηρία της σκέψης, όλα τα υπόλοιπα υπό συζήτηση και μάλιστα υπό το πρίσμα της κοινωνικής κατάστασης εκείνη την και με φόντο τον φασιστικό αντικομμουνισμό του μεσοπόλεμου και τη δικτατορία του Μεταξά.
Το 1944 το ΕΑΜ πολιτικά κυριαρχεί στην Καλαμάτα και τη Μεσσηνία, ο ΕΛΑΣ διαφεντεύει τα βουνά και επιτίθεται στους Γερμανούς με τη βοήθεια του δικτύου πολιτικών συνδέσμων και των οργανώσεων σε πόλεις και χωριά. Για βοήθεια στα Γερμανικά στρατεύματα δημιουργούνται τα Τάγματα Ασφαλείας, μια προδοτική οργάνωση “ομόκεντρων κύκλων”. Στον πυρήνα τους οι φανατικοί διώκτες των κομμουνιστών στο μεσοπόλεμο, γύρω από αυτόν οι αλήτες και εγκληματίες που περιμάζεψε ο Νομάρχης Δ. Περρωτής για να υπηρετούν τους Γερμανούς κάνοντας… ντόλτσε βίτα στην πόλη, οι απάτριδες που εντάχθηκαν για φαΐ και τσιγάρο και εκείνοι που φοβήθηκαν να πολεμήσουν τους κατακτητές και όταν τους “ζόρισε” ο ΕΛΑΣ έτρεξαν να συνδράμουν Γερμανούς και συνεργάτες τους και αυτοί με το αζημίωτο. Απόκοντα οι διορισμένοι σε θέσεις ευθύνης γερμανόφιλοι και η “καλή κοινωνία” των καμπαρέ και της οικονομικής άνεσης του μαυραγοριτισμού, όλοι εκείνοι η οποία πούλησαν στη συνέχεια… ελληνοχριστιανικό εθνικοπατριωτισμό. Η σύγκρουση είναι καθολική, εκατοντάδες πατριώτες συλλαμβάνονται και εκτελούνται, η Μεσσηνία ζει τη θανάσιμη την τρομοκρατία Γερμανών και συνεργατών. Ετσι οι οργανωμένες επιθέσεις κατά των κατακτητών και των δοσίλογων συνοδεύονται και από στοχευμένα ή τυφλά χτυπήματα, η βία αντιμετωπίζεται με βία, πολλές φορές ο προσωπικός παράγοντας υποκαθιστά την πολιτική και πλήττει ακόμη και την αντίσταση.

11. Στον εξώστη των γραφείων της ΕΑΜ-ΝΕΜ. Στο βάθος διακρίνεται ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Καλαμάτας.


Η δικαίωση της αντίστασης και των ανθρώπων που πολέμησαν τον κατακτητή άρχισε να διαφαίνεται από τα τέλη Αυγούστου, όταν οι Γερμανοί παρουσιάζουν σημεία αναδίπλωσης και αφήνουν περισσότερο χώρο στους σύγχρονους “γενίτσαρους” των Ταγμάτων Ασφαλείας. Η αναχώρηση από την Καλαμάτα γίνεται στις 6 Σεπτεμβρίου, δεν τους παίρνουν μαζί τους (άλλωστε αυτούς που πήραν τους εκτέλεσαν), τους χρησιμοποιούν ως πλαγιοφυλακή στη μετακίνησή τους, κόβουν όλες τις επικοινωνίας για να μην κινδυνεύουν οι ίδιοι αφήνοντας τους συνεργάτες τους στο κενό και τους αφήνουν “στο πόδι” τους ξεκινώντας από τις νοτιότερες περιοχές της Πελοποννήσου.

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑ

010 1944 9 10
10. Η πομπή με τις σορούς των ανταρτών ανηφορίζει την οδό Υπαπαντής (10-9-1944). αρχεία ΓΑΚ

Σε μια εποχή που ο εξυπνακιδισμός ως “επιχειρηματολογία” κυριαρχεί, θα πρέπει να δούμε ορισμένα στοιχεία από τα όσα προηγήθηκαν της μάχης που έγινε στην Καλαμάτα στις 9 Σεπτεμβρίου ανάμεσα στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και τους ταγματασφαλίτες.
Το υλικό που ακολουθεί προέρχεται από τη σπουδαία έρευνα του αείμνηστου καλού φίλου Νίκου Ι. Ζερβή στο πολύτομο έργο του “Καλαμάτα-Κατοχή-Αντίσταση-Απελευθέρωση”. Είχαμε ριζικά διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και των καταστάσεων, αλλά η έρευνα που έχει κάνει αποτελεί μια μοναδική εργασία με πλήθος ιστορικών στοιχείων και μαρτυριών. Φθάνουμε λοιπό στο μεσοδιάστημα της αποχώρησης των Γερμανών (6 Σεπτεμβρίου) και της μάχης (9 Σεπτεμβρίου) και εκδηλώνεται μια κινητικότητα με προτάσεις του ΕΛΑΣ για την παράδοση των ταγματασφαλιτών. Σχετικά γράφει ο λοχίας Charles n. Kanes ασυρματιστής της Αμερικάνικης Στρατιωτικής Αποστολής αναφορά στον Απρίλιου του 1945 στην OSS όπου εξιστορεί την αποστολή και τη δράση του σταθμού HELOT: “Όταν οι Γερμανοί άρχιζαν να εμφανίζουν σημεία ότι θα εγκαταλείψουν την περιοχή αυτή, κατά τα τέλη Αυγούστου, ο ΕΛΑΣ άρχισε να κινεί στρατεύματα πλησιέστερα προς την Καλαμάτα. Και όταν τελικώς, αποσύρθηκαν [οι Γερμανοί] στις 6 Σεπτεμβρίου, ο ΕΛΑΣ κύκλωσε πλήρως την πόλη. Οι Φατσέας και Σακελλαρίου πλησιάστηκαν τότε από τον ΕΛΑΣ και τους ζητήθηκε να κατέβουν στην Καλαμάτα και να προσπαθήσουν να παροτρύνουν τα Τάγματα Ασφαλείας να συνθηκολογήσουν και να αποφευχθεί ένας εμφύλιος πόλεμος, με την υπόσχεση ότι κανείς δεν θα υφίστατο κακόν μέχρις της αφίξεως και αναλήψεως της καταστάσεως από τα κυρίως στρατεύματα της Ελληνικής κυβερνήσεως ή τα Βρετανικά. Ο John (Fatseas) και ο Πάνος [Σακκελαρίου] πήγαν στην Καλαμάτα με τους όρους αυτούς, αλλά οι όροι δεν έγιναν αποδεκτοί”.
Πάντα βεβαίως υπάρχει το ερώτημα αν θα τηρούσε ο ΕΛΑΣ τις υποσχέσεις του ή όχι. Εχει ενδιαφέρον η απάντηση του Τζόν Φατσέα στο ερώτημα του Νίκου Ι. Ζερβή: “Πολλοί από τους αξιωματικούς του ΕΑΜ ήταν αξιωματικοί καριέρας, που εντάχθηκαν στο κίνημα του ΕΛΑΣ και ήθελαν να αποτρέψουν την αιματοχυσία. Ωστόσο ο Αρης χάρηκε και το έδειξε, που απέτυχαν οι διαπραγματεύσεις. Αλλά πιστεύω ότι τελούσε υπό τις διαταγές του ΚΚΕ και θα τηρούσε μια συμφωνία, εάν είχε επιτευχθεί (όπως στην Τρίπολη)”.
Έχει σημασία να δούμε και τους όρους, όπως παρουσιάστηκαν από τον λοχαγό Lyall Wilkes στο περιοδικό “The NewStatesman and Nation”:
1. Το Τάγμα Ασφαλείας θα έπρεπε να διαλυθεί.
2. Οι απλοί στρατιώτες μέλη του Τάγματος θα έπρεπε να επιστρέψουν στις οικίες τους, εκτός εκείνων των ηγετών, οι οποίοι είχαν διαπράξει, πράγματι, εγκλήματα εναντίον του ελληνικού πληθυσμού, κατά την διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής.
3. Ως εγγύηση ότι δεν θα ελάμβανε χώρα κακόν στους ηγέτες τους, ο ΕΛΑΣ είχε συμφωνήσει να επιτρέψει στον Αμερικάνο αξιωματικό να παραμείνει μαζί τους μέχρι της αφίξεως στην Ελλάδα της Ελληνικής κυβερνήσεως”.
Σχετικά με το τι έγινε στο στρατόπεδο των ταγματασφαλιτών, υπάρχει η μαρτυρία του Σμηναγού της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας Πάνου Ε. Σακελλαρίου που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις: “Στη σύσκεψη που επακολούθησε στο Νομαρχιακό Κατάστημα ήταν παρόντες: Ο Νομάρχης Δημ. Περρωτής, ο Διοικητής Χωροφυλακής Μεσσηνίας Ταγματάρχης Ιωάν. Φραγκουδάκης, ο Αλεξ. Γαλόπουλος του Α2 Γραφείου του Τάγματος Ασφαλείας Καλαμάτας, ο Νικόλ. Θεοφάνους ανθυπολοχαγός πεζικού. Στη σύσκεψη παρίστατο και ο Μητροπολίτης Γυθείου και Οιτύλου Χρυσόστομος (Δασκαλάκης).
Ανακοινώσαμε στους παριστάμενους ότι ενεργούμε εξ ιδίας πρωτοβουλίας, για να αποτρέψουμε την αδελφοκτόνο αιματοχυσία και, ακόμη, ότι έχουμε δεσμευθεί να μην αναφέρουμε τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Τους είπαμε ακόμη ότι μπορούσαμε να τους δώσουμε την πληροφορία ότι επρόκειτο για μεγάλη δύναμη.
Ο Περρωτής φαινόταν διαλλακτικός, αλλά ο Θεοφάνους πρόβαλε αντιρρήσεις λέγοντας “έχουμε και εμείς δυνάμεις να τους αντιμετωπίσουμε” Θα πρέπει να προστεθεί ότι ο Θεοφάνους φορούσε πολιτικά και ήταν άψογος. Το γεγονός αυτό και οι αντιρρήσεις του με ανάγκασαν να του παρατηρήσω: “Με τέτοια εμφάνιση δεν αντιμετωπίζονται οι αντάρτες.
Επειδή στις συναντήσεις που είχαμε παρίσταντο και άλλα πρόσωπα, προτείναμε στο Νομάρχη Περρωτή να πάμε στο διπλανό γραφείο για να είμαστε μεταξύ μας. Πράγματι αποδέχθηκαν την πρόταση. Εκεί ανακοινώσαμε στους παρισταμένους, ότι αναλαμβάνουμε εμείς την ευθύνη για την ζωή τους και την ζωή των οικογενειών τους, αρκεί οι άνδρες του Τάγματος Ασφαλείας να περιορισθούν στους στρατώνες του 9ου Συντάγματος Πεζικού. Εκείνη μάλιστα τη στιγμή συμπτωματικά, ακούσαμε ένα ραδιόφωνο που ήταν συντονισμένο στην ελληνική εκπομπή του σταθμού του Καΐρου, να μεταδίδει την είδηση ότι αποδοκιμάζουν τα Τάγματα Ασφαλείας.
Παρ’ όλα αυτά επικράτησε και πάλι η γνώμη του Θεοφάνους ο οποίος πήρε με το μέρος του και τους υπόλοιπους συνομιλητές: Η άποψή τους ήταν, ότι δεν θεωρούσαν επαρκή την εγγύησή μας, ότι , δηλαδή, δεν θα μπορούσαμε να διασφαλίσουμε την ζωή τους και τη ζωή των οικογένειών τους έναντι του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ”.
Η πλειοψηφία των αξιωματικών της Χωροφυλακής είχε ταχθεί υπέρ της συνεννόησης με τον ΕΛΑΣ, αλλά οι ταγματασφαλίτες είχαν διαφορετική γνώμη και επέβαλαν τη συστράτευση στο πλευρό τους. Σχετική είναι η μαρτυρία του Νικόλαου Τζάνε Ταγματάρχης Χωροφυλακής που παρέμεινε στην πόλη μετά τη μάχη (δικάστηκε από το ανταρτοδικείο και αθωώθηκε) και παραδόθηκε σε έκθεση: “Κατόπιν πολυώρου συσκέψεως εν τω γραφείω του Διοικητού Διοικήσεως επεκράτησεν η γνώμη της πλειοψηφίας των αξιωματικών, όπως επιζητήσωμεν σύνδεσιν μετ’ αξιωματικών του ΕΛΑΣ προς τερματισμόν της αδελφοκτονίας. Ο Διοικητής συμφωνήσας μετέβη πλησίον του τότε Νομάρχου Περρωτή προς συνεννόησιν και ανακοίνωσιν της ληφθείσης αποφάσεως των αξιωματικών της Χωροφυλακής. Ατυχώς όταν επέστρεψεν είχε διάφορον γνώμην, υποστηρίξας ότι η Χωροφυλακή, αποτελούσε νόμιμον όργανον του Ελληνικού Κράτους και δεχθείσα απρόκλητον επίθεσιν εντός των Αστυνομικών Καταστημάτων είχε υποχρέωσιν στοιχειώδους αμύνης να υπερασπισθεί τα Αστυνομικά Καταστήματα μέχρι εσχάτων”.

5. Ομαδική είσοδος κόσμου στην Καλαμάτα, στην προκείμενη περίπτωση από το χωριό Αλώνια της περιοχής του Άρι (10-9-1944).

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΙΓΑΛΑ

Η άρνηση της ηγεσίας των Ταγμάτων Ασφαλείας από την οποία άλλοι πίστευαν ότι μπορούν να κατατροπώσουν τον ΕΛΑΣ λόγω υπεροπλίας, άλλοι ήθελαν να κερδίσουν χρόνο και άλλα αναγκάζονταν να ακολουθούν εκόντες ακόντες, οδήγησε στην αιματηρή μάχη για την απελευθέρωση της Καλαμάτας με πολλούς νεκρούς και από την πλευρά του ΕΛΑΣ. Οι ταγματασφαλίτες μετά την ήττα τους διέφυγαν προς το οχυρό του Μελιγαλά ακολουθώντας τη σιδηροδρομική γραμμή, η ηγεσία τους οδήγησε στη συνέχεια και τις οικογένειες σε εκείνο που φάνταζε απόρθητο μετά την αποτυχημένη ανοιξιάτικη επίθεση του ΕΛΑΣ, και το οποίο λειτούργησε ως παγίδα θανάτου.
Ο Σπύρος Ξιάρχος γράφει σχετικά στο βιβλίο του “Η αλήθεια για το Μελιγαλά: “Μετά την πτώση της Καλαμάτας έφθασε στο Μελιγαλά ο Νομάρχης Περρωτής με το διοικητή του λόχου Καλαμάτας ανθυπολοχαγό Θεοφάνους. Διοικητής του λόχου ήταν βεβαίως ο Θεοφάνους αλλά πέρα από αυτόν υπήρχε και η Περωττέικη “παρέα” Στους εκ Καλαμάτα αφιχθέντες υπήρχαν δύο τάσεις, οι ¨σκληροί” περί τον Περρωτή” και οι λογικοί περί τον “Θεοφάνους”. Η τοπική ηγεσία μόλις έφθασε εκεί ο Περρωτής, συσκέφθηκε για να βρει τρόπο να αποφευχθεί η αιματοχυσία. Πρωτοστατούντος του Περικλή Μπούτου, του γιατρού Αλκιβιάδη Λατζούνη, του δικηγόρου Χρ. Μπένου και του Γιάννη Θεοφίλη κατέληξαν στην απόφαση να ζητηθεί από την ηγεσία του τάγματος να εγκαταλείψει το Μελιγαλά μετακινούμενο προς Τρίπολη ή προς Γαργαλιάνους […] Η πρόταση έγινε δεκτή από το διοικητή του τάγματος Μελιγαλά Διον. Παπαδόπουλο αλλά αποκρούστηκε από το Νομάρχη Περρωτή και την παρέα του αλλά και από το γυμνασιάρχη Π. Τσιτούρα”
Πριν τη μάχη του Μελιγαλά έγιναν διαπραγματεύσεις αλλά απέτυχαν όπως γράφει ο Σπύρος Ξιάρχος: “Το απόγευμα της παραμονής της επίθεσης φθάνει το Μελιγαλά ο Αρχιμανδρίτης Ιωήλ Γιαννακόπουλος μαζί με το Βρετανό Ταγματάρχη Ουΐλκις, αργότερα βουλευτή του Εργατικού Κόμματος και το λοχαγό Γκίμπσον και προτείνουν στους ταγματασφαλίτες να παραδώσουν την πόλη και να μεταφερθούν με την εγγύηση των Αγγλων αξιωματικών σε στρατόπεδο για να παραδοθούν στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος η οποία θ’ αποφάσιζε για την τύχη τους.
Δυστυχώς οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν με πρωταγωνιστές τους περί τον Νομάρχη Δ. Περρωτή και το λοχαγό Θεοφάνους οι οποίοι είχαν φθάσει εκεί μετά τη μάχη της Καλαμάτας, δια της σιδηροδρομικής γραμμής. Αργότερα γυναίκες από τα γύρω χωριά Ανθούσα, Σολάκι, Ζευγολατιό, στάλθηκαν στο Μελιγαλά να πείσουν τους άνδρες και τους συγγενείς τους να εγκαταλείψουν την πόλη και τους δόθηκαν εγγυήσεις για τη ζωή τους, τονίζοντας ότι σε λίγες ημέρες θα αρχίσει η επίθεση και ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Η απάντηση ήταν αρνητική […] Ας σημειωθεί ότι η αποστολή του αρχιμανδρίτη Ιωήλ Γιαννακόπουλου και του άγγλου λοχαγού Γκίμπσον δεν μπήκε στο Μελιγαλά. Δεν της επέτρεψε ο Περρωτής να μπει στο Μελιγαλά. Συναντήθηκαν μόνον με τον ίδιο, τον εισαγγελέα Γαλόπουλο και τον ταγματάρχη Γρουσουζάκο και απέρριψαν κάθε ιδέα για συζήτηση [πυπό όρους”
Ακολούθησε η μάχη με μετωπική επίθεση σε ένα χώρο ο οποίος ήταν όχι μόνον οχυρός αλλά και ναρκοθετημένος με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλες απώλειες των ανταρτών. Ο Στούπας διαισθανόμενος την πορεία των πραγμάτων είχε εγκαταλείψει το Μελιγαλά με ισχυρή δύναμη ανδρών και είχε εγκατασταθεί στους Γαργαλιάνους υπολογίζοντας ότι ο ΕΛΑΣ θα αργήσει να φθάσει εκεί. Ο Ζαμπάρας που τον έστειλαν για να του ζητήσει βοήθεια για το Μελιγαλά, κρύφτηκε στα βουνά της περιοχής και ο Θεοφάνους εξαφανίστηκε τις ώρες της μεγάλης μάχης. Τα όσα ακολούθησαν αποτελούν την ακραία μορφή αντεκδίκησης που εμφανίστηκε σε πολλές κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.

ΣΤΟΥΣ ΓΑΡΓΑΛΙΑΝΟΥΣ

Διαπραγματεύσεις έγιναν και πριν τη μάχη των Γαργαλιάνων που ακολούθησε και όπως γράφει σε άρθρο του στη “Σημαία” μεσούντος του εμφυλίου ο Θρασύβουλος Παναγιωτόπουλος 1947: “Την 20ην Σεπτεμβρίου έφθασε επιτροπή στην πόλη μας από το Στρατηγείον του ΕΛΑΣ και εζήτησε από τον Ταγματάρχην να παραδώσει τα όπλα. Ο Στούπας ηρνήθη…”. Ανάλογη αναφορά κάνει και ο Τζον Φατσέας, ενώ είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο περιβόητος αρχηγός, οργανωτής των Ταγμάτων Ασφαλείας και φανατικός γερμανόφιλος όταν αντιλήφθηκε υποχωρώντας στην Πύλο ότι δεν υπάρχει οδός διαφυγής, προτίμησε να αυτοκτονήσει.

Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΜΕ ΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ

Ολη αυτή η αφήγηση είχε ως αφετηρία την αμφισβήτηση της πιθανότητας να υπήρχαν διαφορετικές εξελίξεις εφόσον οι ταγματασφαλίτες αποφάσιζαν να παραδοθούν. Η περίπτωση του Αγρινίου δείχνει ότι πράγματι μπορούσαν να είναι διαφορετικές οι εξελίξεις. Εκεί επιτροπή παραγόντων της πόλης και αξιωματικών των Ταγμάτων Ασφαλείας πήρε την πρωτοβουλία συνάντησης και συνθηκολόγησης και η παράδοση της πόλης έγινε αναίμακτα στις 14 Σεπτεμβρίου, τις ώρες που έπεφτε το οχυρό του Μελιγαλά και ακολουθούσε η αντεκδίκηση στην πιο “τυφλή” και ακραία μορφή της…

πηγή:

[Στη φωτογραφία παρέλαση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Καλαμάτα στις 6/9/1944]

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ ΣΧΕΤΙΚΕς ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Η “επανεκκίνηση” πήρε μετάθεση μια τετραετία

 Γράφτηκε από τον  Ηλίας Μπιτσάνης

Eπί Τάπητος: Η “επανεκκίνηση” πήρε μετάθεση μια τετραετία

“Επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως” έλεγε το αρχαίο ρητό και καταφεύγω στην επανάληψη γιατί η πρώτη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου έδειξε ότι όχι μόνον γίνεται αξιοποίηση στο έπακρο της θεσμικής εκτροπής αλλά επανέρχεται ανανεωμένο το δόγμα “Νίκα”.

Λογικά η ανάληψη θα έπρεπε να συνοδεύεται με σαφή τοποθέτηση επί των προτεραιοτήτων σχετικά με την πόλη αλλά δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι πράγματι υπάρχουν και ότι μπορούν να αλλάξει ο τρόπος διαχείρισης των τοπικών υποθέσεων. Εκ των πραγμάτων θεσμικά ο (οποιοσδήποτε) δήμαρχος εξαρτάται τα μέγιστα από τον (οποιονδήποτε) περιφερειάρχη. Οταν τυχαίνει νέος περιφερειάρχης να είναι ο παλιός δήμαρχος και δήμαρχος ο θητεύσας δίπλα του, εκείνα τα “άλλαξέ τα όλα” μόνον ως… ψιλό γαζί φαντάζουν. Εγραφα λοιπόν πριν από 3,5 χρόνια και το επαναλαμβάνω ως αναγκαία υπενθύμιση με την υποσημείωση ότι η αναγκαία επανεκκίνηση (όπως την αντιλαμβάνομαι βεβαίως) πήρε μετάθεση μια τετραετία και βλέπουμε:

«Αντίθετα με όσα δείχνουν να πιστεύουν ορισμένοι, η Καλαμάτα είναι πολύ γνωστή σε όλο τον κόσμο αλλά κανένας δεν κάνει απολύτως τίποτε, προκειμένου να αξιοποιηθεί αυτό το όνομα που έχει. Αντιθέτως άπειρη “ενέργεια” καταναλώνεται για τη διοργάνωση και προβολή εκδηλώσεων που δεν έχουν καμία σχέση με τον παραγωγικό ιστό και σε τελευταία ανάλυση δεν προσφέρουν τίποτε σε αυτό το οποίο με όρους οικονομίας αγοράς χαρακτηρίζεται ως brand name της πόλης. Δηλαδή εκείνα τα στοιχεία τα οποία την κάνουν να ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλες με ανάλογα χαρακτηριστικά.

Πρόκειται για μια συζήτηση που θα έπρεπε να γίνει χθες αλλά οι άρχοντες της πόλης δείχνουν να έχουν μια αλλεργία στη λέξη που τείνει να “απαγορευτεί” στην Καλαμάτα. Εκείνοι που κρατούν τα κλειδιά της δείχνουν να μην την χρειάζονται, καθώς η αντίληψη της “αυθεντίας” διαπερνά τη συμπεριφορά της ηγεσίας του δήμου. Η ιδιοκτησιακή αντίληψη για τα “κλειδιά” της πόλης οδηγεί και σε φαινόμενα προκλητικής υπεροψίας την οποία επιδεικνύουν ορισμένοι εκ των ζηλωτών της “αιωνιότητας” σε θέσεις και αξιώματα. Γεγονός που αποτρέπει από τη συμμετοχή ζωντανές δυνάμεις που θα ήθελαν και θα μπορούσαν να συμβάλουν σε μια προσπάθεια να διαμορφωθούν οι όροι και οι προϋποθέσεις της πόλης του μέλλοντος. Συνειδητά ή ασυνείδητα η ηγεσία της πόλης περιθωριοποιεί το μέλλον της και το οριοθετεί στις δικές της εν πολλοίς ερασιτεχνικές επιλογές, ακόμη και σε εκείνα τα θέματα στα οποία εκ των πραγμάτων τον πρώτο λόγο έχουν οι ειδικοί επιστήμονες. Αρκεί να διαβάσει κάποιος τα όσα διαμείβονται στις συνεδριάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου για να διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει βουλευόμενο σώμα αλλά ένα όργανο, το οποίο λειτουργεί τυπικά επειδή το προβλέπει ο κώδικας δήμων και κοινοτήτων και δεν μπορεί να καταργηθεί με… απόφαση δημάρχου. Γιατί εδώ που τα λέμε, σε όλη τη δραστηριότητα του δήμου αυτό συμβαίνει. Ολες οι θεσμικές προβλέψεις έχουν ουσιαστικά τυπικό χαρακτήρα, από τις αρμοδιότητες των αιρετών μέχρι τη λειτουργία της υπαλληλίας. Η αναμονή της… διαδοχής παίζει και αυτή το ρόλο της.

Υποθέτω πως γίνεται αντιληπτό βεβαίως ότι οι λέξεις και οι έννοιες έχουν πολιτικό χαρακτήρα και ως εκ τούτου αφορούν θεσμικές συμπεριφορές και δεν συνδέονται με κάθε είδους “προτιμήσεις” σε πρόσωπα και χρώματα. Από πολλές πλευρές γίνεται αντιληπτό ότι χρειάζεται “επανεκκίνηση” για να ξεκολλήσει η πολιτική, θεσμική και διοικητική λειτουργία της πόλης από τις εμμονές που καλλιεργεί -ορισμένες φορές και αναπόφευκτα- η αίσθηση της “μοναδικής αλήθειας” που διακατέχει όσους νέμονται την εξουσία. Αντιλαμβάνομαι ότι για πολλούς -παράγοντες και μη- τέτοιες τοποθετήσεις είναι δυσάρεστες, ενώ ορισμένοι βλέπουν και σκοπιμότητες. Οσο και αν ενοχλεί όμως και από τη στιγμή που δεν υπάρχει καμία προσωπική προσδοκία από την όλη ιστορία, δεν υπάρχει κανένας λόγος για “εκπτώσεις” στις απόψεις. Πολύ περισσότερο όταν αυτές διατυπώνονται σε πολύ μεγάλη απόσταση από τις όποιες επιλογές θα κληθούν κάποια στιγμή να κάνουν παράγοντες και πολίτες. Απλώς προειδοποιούν ότι το μοντέλο διεύθυνσης των τοπικών υποθέσεων έχει πλέον ξεπεραστεί. Οτι δυνάμεις της πόλης (και δεν εννοώ πολιτικές) που θα μπορούσαν να δώσουν άλλη πνοή και αέρα, εκείνες που έχουν το μέλλον δικό τους και ως εκ τούτου λόγο με πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα για το μέλλον της πόλης, θα πρέπει να “απελευθερωθούν” και να βγουν στο προσκήνιο. Γνωρίζω ότι το “τόπο στα νιάτα” είναι απλώς μια ευχή και η λέξη “νιάτα” δεν σημαίνει ούτε ανανέωση, ούτε πρόοδο από χέρι. Είναι όμως προαπαιτούμενο σε κάθε συζήτηση για την αναγκαιότητα της “επανεκκίνησης”.

Τα ζητήματα του σχεδιασμού για το μέλλον της πόλης δεν έχουν να κάνουν με το πλήθος των μελετών (εντός ή εκτός εισαγωγικών), οι οποίες καταλήγουν στην καλύτερη περίπτωση να… κοσμούν τους φoριαμούς και να γεμίζουν τους σκληρούς δίσκους των υπολογιστών του δήμου. Εχουν να κάνουν από τη μια πλευρά με το πώς θέλουν και φαντάζονται την πόλη τους οι άνθρωποι που θα ζήσουν το μέλλον της πέρα από τον ορίζοντα του πεπερασμένου που έχει η ζωή. Με τα έργα υποδομής και τις πρωτοβουλίες οι οποίες θα προσδιορίσουν αυτό το μέλλον. Από την άλλη πλευρά έχουν να κάνουν με την παραγωγική δομή της πόλης και της ευρύτερης περιοχής, ένα πεδίο στο οποίο ο δήμος αλλά και οι συντελεστές της παραγωγής έχουν σημαντικό ρόλο. Αυτή η αντίληψη προσδιορίζει και πολιτικά το περιεχόμενο της έννοιας η οποία αποτυπώνεται στο χαρτί με τη λέξη “συζήτηση”. Και αυτό δεν μπορεί να περιοριστεί στους τέσσερις τοίχους των (οποιωνδήποτε) γραφείων, όπου οι άρχοντες παίρνουν αποφάσεις με γνώμονα το δικό τους πολιτικό μέλλον. Είναι δύο ασύμβατες καταστάσεις και αποκλίνουσες προοπτικές. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν πρόβλημα αν κάθε σημερινή απόφαση δεν επηρέαζε το μέλλον. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις η επίδραση είναι καθοριστική σε τέτοιο βαθμό που η κινητοποίηση όλου του δυναμικού και η συμβολή του στη διαμόρφωση δημοτικών πολιτικών είναι απολύτως αναγκαία. Με μια προϋπόθεση-κλειδί σε κάθε περίπτωση: Οτι θα συνειδητοποιήσουν πως ρόλος και αποστολή του δήμου είναι η προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και σε βάρος τού (μικρού ή μεγάλου) ιδιωτικού.

Κάτι τέτοιο θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις σχετικά με το περιεχόμενο αυτής της προϋπόθεσης και της διαχείρισής της. Πλην όμως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κάποιος ότι αυτό δεν είναι και… αυτονόητο για όλους. Και φυσικά υπάρχουν συμπεριφορές που επιβεβαιώνουν αυτή την εκτίμηση. Ας δούμε μερικά παραδείγματα: Βασικό εργαλείο για τον προσδιορισμό του μέλλοντος μιας πόλης είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση το γενικό πολεοδομικό σχέδιο. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε το θέμα η δημοτική αρχή είναι απολύτως χαρακτηριστικός του τρόπου με τον οποίο ζυγίζει το δημόσιο συμφέρον και τη σχέση του με το ιδιωτικό. Η τραγική διαδικασία με την οποία ουσιαστικά ακυρώθηκε η εφαρμογή του -όσο και αν διαφωνούσε κάποιος με τη φιλοσοφία και τις τελικές ρυθμίσεις- είναι πολύ χαρακτηριστική. Για το κορυφαίο πρόβλημα της στάθμευσης, κυκλοφορίας και συγκοινωνίας της πόλης, η… ριζοσπαστική προσέγγιση περιλαμβάνει μέτρα ενίσχυσης των δημοτικών ταμείων μέσα από την ελεγχόμενη στάθμευση και τα πρόστιμα. Η αισθητική της επέμβασης στους δημόσιους χώρους μόνο με το όραμα μιας πόλης υψηλής αισθητικής δεν συμβαδίζει και φαίνεται ότι η λογική αυτή θα έχει και συνέχεια. Στο πεδίο της παραγωγικής δομής το έργο του δήμου είναι… υπό το μηδέν. Θα χρειαστεί ένα ολόκληρο σημείωμα για να ψηλαφήσουμε αυτό το θέμα. Κάποτε ένα συμπατριώτης από την Αυστραλία που γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει “Καλαμάτα” στον κόσμο, έκλεινε το μικρό σημείωμα που μου είχε στείλει στην “Ελευθερία” αναφερόμενος στις ελιές Καλαμάτας: “Δεν γνωρίζω τι μπορεί να γίνει. Σκέφτεστε όμως τι θα είχαν κάνει οι Αμερικάνοι αν η ελιά Καλαμών ήταν δικό τους προϊόν;”.

Εν κατακλείδι: Το μέλλον της πόλης είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να το διαχειρίζονται οι παράγοντες όπως θα διαχειρίζονταν την προσωπική τους περιουσία. Τα χωρίζει άβυσσος…».

Ονοματολογία και… προγραμματικό σκοτάδι

Ονοματολογία και... προγραμματικό σκοτάδι

Τροχάδην ο Οκτώβριος και ακόμη είμαστε στην “ονοματολογία” περί τα δημοτικά της Καλαμάτας, έτοιμοι να ακούσουμε τα πιο απίθανα σενάρια περί των “εκλεκτών” που θα επιλέξουν οι… τοπάρχες πίσω από τα κόμματα, που υποτίθεται ότι ακόμη το ψάχνουν.


Γράφτηκε από τον  Ηλίας Μπιτσάνης
Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Και από εδώ ξεκινάμε: Τι ακριβώς ψάχνουν; Αυτό που εισπράττουμε ως πολίτες είναι πως ψάχνουν ένα πρόσωπο το οποίο θα είναι της αρεσκείας των (κομματικών τιμαριούχων) και θα φέρνει ψήφους. Η σειρά αναφοράς των “χαρακτηριστικών” δεν είναι καθόλου τυχαία, πρώτα πρέπει να αρέσει και μετά να φέρνει ψήφους, αλλά αν τυχαίνει να συμβαίνουν και τα δύο ακόμη καλύτερα. Η λέξη “αρέσει” δεν είναι γενικώς, αορίστως και άνευ περιεχομένου. Δεν έχει να κάνει με την… ομορφιά, αλλά με την επιθυμία να είναι “της εμπιστοσύνης”. Οχι ασφαλώς για το καλό του δήμου αλλά για το καλό εκείνων που θα επιλέξουν τον υποψήφιο. Αν τύχει και τα καταφέρνει, ακόμη καλύτερα. Τώρα βεβαίως πού μπορεί να καθίσουν αυτές οι ασκήσεις ισορροπίας, ίσως είναι κάτι που δεν γνωρίζουν ούτε εκείνοι που… ψάχνουν.

Συνέχεια ανάγνωσης Ονοματολογία και… προγραμματικό σκοτάδι

Μπιτσάνης Ηλίας: Πόλη, πολιτικό προσωπικό, σχεδιασμός και πολίτης…

Όταν κρίσιμα ζητήματα μιας πόλης δεν αντιμετωπίζονται, στην πορεία γίνονται όλο και μεγαλύτερα.

Μια λύση για εκείνον που σχολιάζει είναι να… σηκώσει ψηλά τα χέρια και να δηλώσει ότι “αυτός ο τόπος δεν σώζεται”. Η δεύτερη, να επιμείνει είτε πιστεύοντας είτε ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα.

Το ερώτημα είναι αν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα χωρίς να αλλάξει το πολιτικό προσωπικό που διαχειρίζεται τις δημόσιες υποθέσεις. Δεν θα δυσκολευτώ να τοποθετηθώ υπογραμμίζοντας ότι αυτό είναι αναγκαία συνθήκη, όχι όμως και ικανή. Πράγμα που σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν είναι τα πρόσωπα, αλλά οι αντιλήψεις που εκφράζουν στη διαχείριση του δημόσιου χώρου. Κατά συνέπεια δεν αρκεί η αλλαγή προσώπων, απαιτείται τα νέα πρόσωπα να είναι φορείς νέας αντίληψης για τα όσα έχουν να κάνουν με την πόλη και τους ανθρώπους της.

Η όποια κριτική ασκείται από αυτή τη στήλη δεν έχει να κάνει με τα πρόσωπα, αλλά με τον τρόπο που αντιλαμβάνονται το “δημόσιο συμφέρον” και την εφαρμογή (ή μη εφαρμογή) επί εδάφους αυτών των αντιλήψεων. Είναι κάποιες διευκρινίσεις αναγκαίες καθόσον οι καιροί είναι… πονηροί και αργά ή γρήγορα θα αρχίσουν να σκάνε τα περί δημοτικών εκλογών σενάρια. Κάποιοι ήδη τα τροφοδοτούν, ο δήμαρχος αρέσκεται να παίζει από θέση ισχύος απέναντι σε συνεργάτες και αντιπάλους, και πλείστοι όσοι “ψάχνονται” εξετάζοντας πιθανά σενάρια. Και ασφαλώς υπάρχουν οι κομματικοί μηχανισμοί που αναζητούν τη νέα αντιστοίχιση ή στοίχιση αναλόγως των εξελίξεων.

Μετά την “παρένθεση” των εξηγήσεων επαναφορά στο προκείμενο που δεν είναι άλλο από την προσωπική εκτίμηση των πραγμάτων για την πόλη που αποκλίνει τα μάλα από αυτή της δημοτικής αρχής. Και επαναλαμβάνω, όχι για λόγους προσωπικούς ή κομματικής ένταξης, αλλά με αφετηρία μια ριζικά διαφορετική αντίληψη για την πόλη και τη ζωή της, το σχεδιασμό των επεμβάσεων, τις ιεραρχήσεις των έργων και τελικά το σύστημα διακυβέρνησης. Επειδή στις εκλογές οι πολίτες δεν ψηφίζουν κατά κανόνα “αντιλήψεις” αλλά πρόσωπα, κόμματα και ενίοτε “υποχρεώσεις”, η κριτική παραμένει ένα όπλο συνήθως “κόντρα στο ρεύμα” και ως εκ τούτου ενοχλητικό για όσους ταυτίζονται με (μικρά ή μεγάλα) συστήματα εξουσίας.

Φέτος μετράω 40 και βάλε χρόνια παρακολούθησης των τοπικών υποθέσεων με διάφορες ιδιότητες και διαφορετικές σχέσεις στις πολλές φάσεις και εναλλαγές. Τα 40… στρογγυλά έχουν να κάνουν με τις εκλογές του 1978 που αποτέλεσαν “τομή” για την πορεία των πραγμάτων στην Καλαμάτα από όποια θέση και να το κρίνει κανένας. Και το “βάλε”, κάτι χρόνια ακόμη από την αμηχανία και το “χύμα” της πρώτης μεταπολιτευτικής τοπικής αναμέτρησης η οποία εκ των πραγμάτων επηρέασε με τις “παρενέργειες” και την επόμενη. Θα μπορούσαν να γραφτούν… τόμοι και τόμοι σύγχρονης τοπικής ιστορίας γι’ αυτό το διάστημα και θα ήταν χρήσιμο να το κάνουν πολλοί που έζησαν αναμετρήσεις και θητείες, συγκρούσεις και συμπλεύσεις, λάθη και επιτυχίες, καινοτομίες και ατολμίες. Και τελικά τις μεγάλες αλλαγές που σημειώθηκαν στις διάφορες φάσεις, όταν άλλαζαν όχι μόνον αντιλήψεις αλλά και πολιτικές για την αυτοδιοίκηση. Και αυτό γιατί είναι χρήσιμο και κρίσιμο να κατανοήσουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσονται οι δράσεις, πραγματοποιούνται τα έργα και αντιμετωπίζονται ή όχι οι δυσκολίες. Δεν ήταν μόνον τα πρόσωπα που καθόρισαν την πορεία των πραγμάτων, αλλά και οι πολιτικές “για την αυτοδιοίκηση και την πόλη” που εκπορεύονταν από το κεντρικό πολιτικό σύστημα κάθε φορά. Και φυσικά για την πόλη της Καλαμάτας ο σεισμός αποτέλεσε ένα τεράστιας σημασίας γεγονός που οδήγησε σε βίαιη αλλαγή και στη δημιουργία μιας άλλης πόλης σε ελάχιστο χρόνο. Γιατί πέραν των άλλων το επέτρεψαν οι συνθήκες εκείνης της εποχής· ανατριχιάζει κανένας στη σκέψη τι θα είχε γίνει αν το οικονομικό περιβάλλον ήταν το σημερινό. Αυτές οι σκέψεις αποτελούν τη σύνοψη του περιεχομένου μιας συζήτησης που δεν έγινε ποτέ, αλλά θα ήταν αναγκαία και διδακτική για το σήμερα και το μέλλον.

Σε κάθε περίπτωση και πέρα από τις ιδιαιτερότητες, αναδείχθηκε η διαχρονική αξία ορισμένων πραγμάτων τα οποία είναι προαπαιτούμενα… παντός καιρού. Θα έλεγα λοιπόν ότι το πρώτο από αυτά είναι ο σχεδιασμός. Χωρίς αυτόν, σε κρίσιμες περιόδους η πόλη θα ήταν διαφορετική επί τα χείρω. Ο σχεδιασμός φυσικά πρέπει να θεμελιώνεται επιστημονικά αλλά ποτέ δεν είναι ουδέτερος, στην πράξη υλοποιεί πολιτικές για την πόλη τις οποίες χαράζουν η διοίκηση και το βουλευόμενο σώμα κατά περίπτωση. Ως εκ τούτου η αποτελεσματικότητα είναι συνδυασμός επιστημονικής επάρκειας και αντίληψης των πραγμάτων από την τοπική εξουσία για το δημόσιο χώρο. Υπήρξαν περιπτώσεις που αυτές ταυτίστηκαν άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε με πλήρη αποτυχία. Υπήρξαν περιπτώσεις που οι τοπικοί άρχοντες υποστήριξαν “αβλεπώς” το σχεδιασμό και άλλες που οι επιστήμονες υποστήριξαν τις δημοτικές αντιλήψεις.

Αυτό ως μια κριτική αποτίμηση καταστάσεων που έχουμε ζήσει σχετικά με το σχεδιασμό έργων και παρεμβάσεων στην πόλη, με σκοπό να γίνει κατανοητό ότι ούτε η (όποια) δημοτική αρχή υποκαθιστά την επιστημονική αντίληψη για το σχεδιασμό συγκεκριμένων πραγμάτων, ούτε και οι επιστήμονες τη δημοτική πολιτική. Η σχέση χρειάζεται να έχει κατανομή ρόλων και κοινή στόχευση με βάση κοινές αντιλήψεις για το δημόσιο χώρο. Είναι μια υπόθεση δύσκολη, η οποία απαιτεί σεβασμό ρόλων αλλά και σαφείς “προδιαγραφές” για το επιδιωκόμενο. Οι μελέτες που έχουν… αρχειοθετηθεί είναι ίσως και μια απόδειξη για τα όσα προαναφέρθηκαν. Βεβαίως όλη αυτή η προβληματική είναι ασύμβατη με τη λογική του “σχεδιασμού”, όταν αυτός υπακούει στις επιδιώξεις και επιθυμίες των δημοτικών παραγόντων, όταν αυτές δεν αποτελούν μέρος ενός συνολικού σχεδίου που υλοποιείται σταδιακά. Αλλά αντιθέτως δεσμεύουν το σχεδιασμό και πολλές φορές οι επεμβάσεις είναι ασύμβατες μεταξύ τους.

Και καταλήγουμε σε ένα σημερινό παράδειγμα το οποίο επιβεβαιώνει με απόλυτο τρόπο την τελευταία φράση. Η φύση έχει προικίσει την Καλαμάτα και προς τα βόρεια με το φαράγγι του Νέδοντα και την ευρύτερη περιοχή γύρω από αυτό. Το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο υπακούοντας στην κοινή λογική έχει ορίσει αυτή την περιοχή ως περιβαλλοντικό πάρκο. Θα περίμενε κανένας από τη δημοτική αρχή, σε υλοποίηση της πρόβλεψης αυτής, να σπεύσει να αξιοποιήσει τη μοναδική προίκα για πόλη (και μάλιστα παραθαλάσσια), δημιουργώντας ένα χώρο αναψυχής και πεζοπορίας στο φαράγγι με τους καταρράκτες και τα φράγματα. Αναθέτοντας μια μελέτη στη βάση μιας πολιτικής αποσυμφόρησης της καταπατημένης κοίτης από δημοτικές εγκαταστάσεις και άλλες επεμβάσεις. Και υλοποιώντας σταδιακά αυτή την πολιτική, ώστε σε σύντομο χρονικό διάστημα να δώσει μια νέα μεγάλη δυνατότητα στην πόλη για τους κατοίκους και τους επισκέπτες.

Αντί αυτού, θεωρεί το χώρο ως “δημοτικό οικόπεδο” και επιχειρεί να τοποθετήσει δύο λειτουργίες ασύμβατες, με το πάρκο και μεταξύ τους: Από τη μια πλευρά μέσα στην κοίτη του ποταμού και σε χώρο που ήδη έχει καταπατηθεί, όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες και στους δασικούς χάρτες, ετοιμάζεται να κατασκευάσει θέατρο. Από την άλλη, λίγο πιο πάνω και κοντά σε κατοικημένη περιοχή ετοιμάζεται να κατασκευάσει σταθμό μεταφόρτωσης σκουπιδιών, παραβιάζοντας όλες τις ρυθμίσεις του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου.

Εδώ συνολικά δεν έχουμε να κάνουμε με σχεδιασμό, αλλά με την αντίληψη ότι πρέπει αυτός να υπακούει στις επιθυμίες των αρχόντων που σχεδιάζουν… όπου τους βολεύει. Ειδικά όταν εξασφαλίζουν ανοχή και χρήμα για να υλοποιήσουν αυτές τις παρεμβάσεις. Τελικός στόχος η ψήφος του πολίτη και η υστεροφημία των αρχόντων. Και ποιος νοιάζεται αν κάποια στιγμή ο Νέδοντας αγριέψει και τα σηκώσει όλα, ή αν το σκουπίδι βρομίζει τις παρυφές της πόλης;

Το “ποιος νοιάζεται” είναι τελικά το πρόβλημα, σε μια εποχή που ο δημόσιος χώρος θεωρείται ιδιοκτησία εκείνου που μπορεί ή θέλει να τον εκμεταλλεύεται – και ο πολίτης βολεύεται με “άρτον και θεάματα” την εποχή κατά την οποία η έκφραση τείνει να γίνει… ιδεολογία.

Πηγή: Πόλη, πολιτικό προσωπικό, σχεδιασμός και πολίτης… – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Online

Ποιο είναι το μέλλον της Καλαμάτας;

Ενα ερώτημα που αιωρείται ασφαλώς όχι ξεχωριστά από εκείνο που αφορά τη χώρα, πλην όμως με μια αυτοτέλεια σε σχέση με αυτό. Το ειδικό συναρτάται από την τύχη του γενικού, αλλά επηρεάζεται και από ειδικούς παράγοντες που μπορεί να το κάνουν καλύτερο ή χειρότερο.

Είναι μια συζήτηση η οποία δεν γίνεται. Στο βουλευόμενο όργανο της πόλης και της ευρύτερης περιοχής, το Δημοτικό Συμβούλιο δηλαδή, η συζήτηση αναλώνεται σε αντιπαραθέσεις για την καθημερινότητα. Στο γήπεδο της απραξίας δηλαδή που βολεύει αφάνταστα τη δημοτική ηγεσία, της οποίας το όραμα φτάνει μέχρι τη διαχείριση των τραπεζοκαθισμάτων. Δεν κρύβει πως δεν έχει όραμα και μάλιστα θεωρητικοποιεί την απουσία του ως στοιχείο ρεαλισμού. Και δεν μπορεί και δεν θέλει να πάει παραπέρα, καθώς η συγκυρία σπρώχνει τα πράγματα μόνη της και καλύπτει τη γύμνια σχεδιασμού σε σχέση με το μέλλον. Ο δρόμος έγινε χωρίς να νοιαστεί καθόλου γι’ αυτό, ακόμη και όταν το έργο είχε κολλήσει. Το αεροδρόμιο για το οποίο ουδέποτε έχει ουσιαστικά ενδιαφερθεί, πάει μόνο του (μια ολόκληρη συζήτηση το γιατί). Γενικώς, κόσμος πάει και έρχεται και ουκ ολίγοι έχουν πεισθεί πως είναι ζήτημα χρόνου το μπιγκ μπανγκ στην τοπική οικονομία με τον τουρισμό και την αυξημένη προβολή της περιοχής (χωρίς επίσης να έχουν κουνήσει δαχτυλάκι). Θα έλεγα ότι μάλλον δεν έχουν αντιληφθεί ότι ορισμένα πράγματα εξαντλούνται και ήδη πιάνουν τα όριά τους, καθώς απουσιάζουν το πραγματικό ενδιαφέρον και οι υποδομές που θα μπορούσαν να υποδεχθούν ακόμη και ενδεχόμενη αύξηση της ζήτησης. Η οποία φυσικά δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση την πληρότητα των τριημέρων που δίνουν ανάσες, όχι όμως και λύσεις στην τοπική οικονομία. Η έκφραση “βούλιαξε από κόσμο” χρησιμοποιείται πολύ συχνά, δεν έχει όμως ανάλογο αντίκρισμα στα… ταμεία εκείνων που έχουν επενδύσει όνειρα στον τουρισμό.

Η απουσία συνεκτικού εναλλακτικού σχεδίου από τις δυνάμεις που δραστηριοποιούνται στο δήμο, διευκολύνει το παιχνίδι στο γήπεδο που ορίζει η δημοτική ηγεσία και το κερδίζει χωρίς δυσκολία. Οι μεμονωμένες παρεμβάσεις όση αξία και αν έχουν, όσο σωστές και αν είναι, δεν μπορούν να αλλάξουν τη ροή των πραγμάτων. Και ως εκ τούτου παραμένει ζητούμενο η πειστική εναλλακτική πρόταση τοπικής διακυβέρνησης. Ζητούμενο με προσωπικές, κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους καθώς αυτή δεν μπορεί να υλοποιηθεί με “χαρτιά” αλλά από ανθρώπους και οργανωμένες δυνάμεις που μπορούν να εμπνεύσουν και να κινητοποιήσουν τον πολίτη. Κοντά σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να έχουν λόγο για τα όσα συμβαίνουν στην πόλη, σιωπούν εκκωφαντικά. Οι παρεμβάσεις αυτοδικαίωσης μπορεί να ικανοποιούν τους προσωπικούς εγωισμούς, απέχουν πολύ όμως από το να αποτελούν ενέργειες οι οποίες σε τελευταία ανάλυση μπορεί να ενδιαφέρουν τους πολίτες. Θα τολμούσα να πω μάλιστα ότι κάποιοι στο μυαλό τους έχουν την υστεροφημία και αποφεύγουν να βάλουν το χέρι στη φωτιά όταν χρειάζεται. Θεωρούν ότι αν μιλήσουν γίνονται “μέρος του προβλήματος” όπως χαρακτηρίζουν πλέον στο παρασκήνιο την περί τις δημοτικές υποθέσεις αντιπαράθεση. Ετσι ξεμένουν λίγοι δεξιά – αριστερά που ξιφουλκούν, ματαίως τις περισσότερες φορές, προσπαθώντας να θέσουν επί τάπητος ζητήματα για τα οποία θα έπρεπε να γίνεται ζωηρή συζήτηση. Και τα οποία υποκύπτουν στη λογική του “ενός ανδρός αρχή”.

Και αν έτσι έχουν τα πράγματα με το παλιό πολιτικό προσωπικό που έδωσε στον εαυτό του φύλλο πορείας για αποστρατεία από τη συζήτηση για το μέλλον της πόλης, δεν φαίνεται να υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τους νέους ανθρώπους. Αν οι μεγαλύτεροι έχουμε υποχρέωση να συνδράμουμε με τις απόψεις μας (και μόνον) στις υποθέσεις της πόλης, οι νεότεροι έχουν κάθε λόγο όχι μόνον να ανοίγουν τη συζήτηση αλλά και να οργανώνουν την παρέμβασή τους για τα θέματα αυτά. Γιατί είναι ζητήματα που αφορούν πρωτίστως τους ίδιους και τη ζωή τους, τη ζωή των παιδιών τους. Θα είχε ενδιαφέρον να ερευνήσει κάποιος τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό. Σε μια πρώτη προσέγγιση θα τολμούσα να γράψω ότι κρίσιμος παράγοντας είναι η απογοήτευση από τις πρακτικές και η απαξία του θεσμού της αυτοδιοίκησης. Κάποιες φορές αυτό είναι πρόσχημα, τις περισσότερες όμως γεννάει φόβο και μάλιστα σε γενιές που παρακολουθούν την πολιτική ως παρατηρητές χωρίς να συμμετέχουν ή να συμβάλουν στη διαμόρφωσή της. Παράγοντες που μπορούν να καταγραφούν ακόμη είναι οι επαγγελματικές δυσκολίες, η εξάρτηση αυτών πολλές φορές από μηχανισμούς εξουσίας, η προσπάθεια του σημερινού πολιτικού προσωπικού να ενσωματώσει ή να αποθαρρύνει από τη συμμετοχή νέους ανθρώπους. Από την εμπειρία της καθημερινότητας στην πόλη, εκτιμώ ότι η πλειοψηφία των νέων ανθρώπων που έχουν και άποψη για την πόλη και τη ζωή της, προτιμά στην καλύτερη περίπτωση να δραστηριοποιείται σε έναν συγκεκριμένο τομέα, μακριά από τριβές με την τοπική εξουσία και τη φθορά που προκαλείται.

Ασφαλώς δεν θεωρώ πως η Καλαμάτα είναι η εξαίρεση, ανάλογα φαινόμενα υπάρχουν και στις άλλες πόλεις ως απότοκα και της γενικής κατάστασης αλλά και μια αντίληψης “ανάθεσης” σε άλλους της διαχείρισης των υποθέσεων που μας αφορούν. Η αντιστροφή αυτής της εικόνας είναι απαραίτητη για την κοινωνία και την πόλη του μέλλοντος. Οι δρόμοι που ανοίγονται δεν είναι πολλοί και εκ των πραγμάτων βρισκόμαστε σε σταυροδρόμι για πολλούς λόγους αλλά και έναν ειδικότερο: Με την ολοκλήρωση της θητείας (αν όχι και νωρίτερα σε ενδεχόμενο πολιτικών εξελίξεων) εκ των πραγμάτων ολοκληρώνεται και ο κύκλος του δημάρχου Παν. Νίκα στη θέση αυτή. Κρατά στο χέρι του το κλειδί των εξελίξεων και από τον τρόπο που θα το διαχειριστεί, θα εξαρτηθούν πολλά πράγματα για το μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα κριθεί αν η αυτοδιοίκηση και ο δήμος θα αποτελούν την απόληξη των κομματικών βραχιόνων με επένδυση προσωπικών φιλοδοξιών ή χώρους στους οποίους θα παράγεται τοπική πολιτική με όραμα για το μέλλον. Πολλές φορές στο παρελθόν έχω αποσαφηνίσει ότι τα κόμματα έχουν λόγο στην αυτοδιοίκηση αλλά αυτός θα πρέπει να περιοριστεί στην παραγωγή πολιτικής (είδος εν ανεπαρκεία στους σημερινούς μηχανισμούς) και την ανάδειξη τοπικών στελεχών μέσα από αυτή τη διαδικασία. Αυτός ο ρόλος γίνεται καταστροφικός όταν απλώς επωάζουν στους κόλπους τους τις φιλοδοξίες ανθρώπων πρόθυμων να μετατρέψουν το θεσμό της αυτοδιοίκησης σε παράρτημα του κόμματος, αρκεί να καταλάβουν τις θέσεις εξουσίας.

Η πόλη χρειάζεται ανθρώπους με όραμα γι’ αυτήν και την κοινωνία, που θα βάζουν το “εμείς” πάνω από το “εγώ” και δεν θα διστάζουν να συγκρουσθούν με αντιλήψεις και επαγγελματικά λόμπι για να προστατεύσουν το δημόσιο συμφέρον. Χρειάζεται την ενεργοποίηση των δυνάμεων που περιθωριοποιούνται από τη δράση των μηχανισμών εξουσίας, την ενεργοποίηση των νέων ανθρώπων που μπορούν να βλέπουν το δικό τους μέλλον συνδεδεμένο με το μέλλον του τόπου και όχι ως άθροισμα “ευκαιριών” σε περίοδο βαθύτατης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Χρειάζεται αλλαγή της αντίληψης για τη διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων. Πρόκληση για παλιούς και νέους…

Επί Τάπητος: Η ιστορία των μύθων για την 23η Μαρτίου

Τετάρτη, 23 Μάρτιος 2016  Γράφτηκε από τον 

 

 
Επί Τάπητος: Η ιστορία των μύθων για την 23η Μαρτίου 

 
 

Ημέρα που είναι σήμερα, είπα να ασχοληθούμε ολίγον με την ιστορία. Η αρχή από το ταπεινό σπίτι της φωτογραφίας, το οποίο στη συντριπτική πλειοψηφία των Καλαματιανών δεν λέει τίποτα. Και όμως, σε αυτό το σπιτάκι κατά την τοπική παράδοση συνεδρίασε η Μεσσηνιακή Γερουσία που συγκροτήθηκε αμέσως μετά την κατάληψη της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 1821.

Μην ψάξετε να το βρείτε γιατί το κατεδάφισαν παρά τις προσπάθειες που έγιναν πριν από 90 περίπου χρόνια για να διασωθεί και να αναδειχθεί. Στη θέση του υπάρχει μια εντοιχισμένη πλάκα στον ομώνυμο δρόμο προς το Κάστρο.

Γιορτή για την Απελευθέρωση της Καλαμάτας δεν γινόταν ουσιαστικά μέχρι και τη δεκαετία του 1930. Και τα 100 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 γιορτάστηκαν σε όλη την Ελλάδα το 1930, καθώς στην πραγματική επέτειο ήταν σε εξέλιξη η Μικρασιατική Εκστρατεία και ακολούθησε η καταστροφή και η δύσκολη περίοδος μετά από αυτή. Ενόψει του γιορτασμού της Εκατονταετηρίδας, στη “Σημαία” (28/2/1929) δημοσιεύτηκε μια επιστολή του Σταύρου Χ. Τσιμπίδη, η οποία είναι πολύ χαρακτηριστική για το θέμα: “Πρωτίστως θα έπρεπε να ελαμβάνετο από τούδε πρόνοια όπως εκδηλωθή εναργέστερον και επισημότερον η συμμετοχή των Καλαματιανών εις τον εορτασμόν της Εκατονταετηρίδος. Προ πάσης άλλης ενεργείας της πόλεως, θα έπρεπε ο Δήμος ν’ απαλλοτροιώση το οίκημα όπου συνήλθεν η Μεσσηνιακή Γερουσία και συνέταξε την γνωστήν ιστορικήν προκήρυξιν προς τινάς αντιπολιτευομένους λαούς, εν τη οποία εδηλούτο ότι οι Ελληνες είναι αποφασισμένοι ή ν’ αποθάνουν ή να επανακτήσουν την ελευθερίαν των. Το μνημειώδες τούτο έγγραφον της Μεσσηνιακής Γερουσίας εδημοσιεύθη εις την “Σάλπιγγα” ήτις εξετυπώθη εκεί που έκειντο άλλοτε αι φυλακαί Ζάρκου. Ολόκληρος ο χώρος εκείνος έπρεπε να εξωραϊσθεί και το οίκημα της Μεσσηνιακής Γερουσίας όπερ αφήκαν οι Καλαματιανοί εις σταύλον, να μεταβληθεί εις Εθνολογικόν Μουσείον. Αύτη πρέπει να είναι η πρώτη χειρονομία του Δήμου σχετικώς με τον εορτασμόν της Εκατονταετηρίδος και εν πάση περιπτώσει θα έπρεπε από τούδε να εσχηματίζετο δημοτική πρωτοβουλία μια μεγάλη επιτροπή ήτις να καθώριζε το πρόγραμμα της συμμετοχής της πόλεως εις την εορτήν”.

Οι εκδηλώσεις της Εκατονταετηρίδας έγιναν τον Οκτώβριο του 1930, όπως και η πρώτη αναπαράσταση. Μόνον που τότε έγινε αναπαράσταση συνεδρίασης της Μεσσηνιακής Γερουσίας, της οποίας γλαφυρή περιγραφή κάνει η “Σημαία” (22-10-1930): “Επιτυχεστάτη υπήρξεν η αναπαράστασις της Μεσσηνιακής Γερουσίας, υπό ομάδος συμπολιτών μας. Όλοι, μα ανεξαιρέτως όλοι, υπεδύθησαν θαυμάσια τους ρόλους των. Ενόμιζε κανείς, ότι ευρίσκεται πράγματι προ του πρώτου αντιπροσωπευτικού σώματος. Τόση ήτο η επιτυχία. Εις την αναπαράστασιν της Γερουσίας έλαβον μέρος οι κ. κ. Θεοφιλόπουλος ως Μαυρομιχάλης όστις υπήρξεν άφθαστος, ο κ. Μπατσικούρας ως Κολοκοτρώνης όστις ομολογουμένως υπήρξε ασύγκριτος, ο κ. Νικητόπουλος, ο κ. Κάτσαρης, ο ιερεύς Κωστόπουλος και άλλοι. Ιδιαιτέραν όμως εντύπωσιν προεκάλεσε η εμφάνισις του κ. Μπατσικούρα ως Κολοκοτρώνη, όστις ανήλθεν επί του φρουρίου καθήμενος επί πώλου όνου. Οι παριστάμενοι μετά την αναπαράστασιν της Μεσσηνιακής Γερουσίας συνεχάρησαν θερμώς τους υποδυθέντας τους διάφορους ρόλους και τα μέλη της επιτροπής επί του εορτασμού της Εκατονταετηρίδος διά την όντως θαυμασίαν έμπνευσίν των”. Η επιλογή για την αναπαράσταση της Μεσσηνιακής Γερουσίας είχε να κάνει με την πεποίθηση των παλιών Καλαματιανών ότι επρόκειτο για τη σημαντικότερη πράξη με την οποία είχαν μπει τα θεμέλια του νέου ελληνικού κράτους. Εκείνη τη χρονιά όμως “χτίστηκε” και ο μύθος των Αγίων Αποστόλων, στους οποίους εντοιχίστηκε πλάκα στη νότια είσοδο η οποία αναφέρει ότι στην εκκλησία αυτή έγινε η δέηση για την απελευθέρωση της πόλης.

Η ιστορία του “μύθου” αποκαλύφθηκε πολλά χρόνια μετά, από το Νίκο Ι. Ζερβή. Ο γνωστός ερευνητής της τοπικής ιστορίας στο Β’ Συνέδριο Μεσσηνιακών Σπουδών το 1982 παρουσίασε τη θέση ότι η δοξολογία τελέστηκε στην εκκλησία του Αγιάννη. Σε αυτή καταγράφει όλες τις μαρτυρίες των αγωνιστών και ιστορικών των οποίων η συντριπτική πλειοψηφία τοποθετούν το χώρο της δοξολογίας “παρά τω ποταμώ”. Παράλληλα παρουσιάζει δημοσίευμα της εφημερίδας “Μεσσηνία” (1/1/1866) σύμφωνα με το οποίο κατά τα εγκαίνια της (νέας) εκκλησίας τα οποία έγιναν λίγες ημέρες ενωρίτερα, ο δάσκαλος Αδαμάντιος Ιωαννίδης ο οποίος μίλησε σε αυτά λέγοντας “αν αληθώς μ’ επληροφόρησαν οι περισωζώμενοι εκ της ηρωικής γενεάς των πατέρων μας, ενταύθα εν τω ιερώ τούτω ναώ ηυλογήθη το πρώτον η ιερά σημαία της Επανάστασης. Εντεύθεν έλαβεν αρχήν και πραγματικήν υπόστασιν η Επανάστασις, ενταύθα συνεστήθη το Α’ Ελληνικόν Στρατόπεδον αρχηγούμενον υπό του Ηγεμόνος της Λακωνίας Πέτρου Μαυρομιχάλη, ενταύθα εξεδόθη η Α’ Προκήρυξις της ανεξαρτησίας της Ελλάδος, ήτις απήχησεν ευθύς μεν εν Καλαβρύτοις κατόπιν δε καθ’ άπασαν την Επικράτειαν”. Υπάρχει ένα πλήθος στοιχείων σχετικά με την υπόθεση αυτή στη σχετική εργασία του Νίκου Ι. Ζερβή, στην οποία μεταξύ των άλλων αποκαλύπτει ότι ήταν πλαστή η υπογραφή του Παπαπολυζώη Κουτουμάνου σε έγγραφο που παρουσίασε το 1948 ο Γιάννης Αναπλιώτης για να υποστηρίξει την άποψη ότι η δοξολογία έγινε στους Αγ. Αποστόλους. Και αξίζει να μελετηθεί από όσους ενδιαφέρονται πραγματικά για την ιστορία.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε ότι μέχρι το 1930 κοινή πεποίθηση ήταν ότι η δοξολογία έγινε υπαιθρίως δίπλα στο ποτάμι και δεν γινόταν καμία σύνδεση με τους Αγ. Αποστόλους. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το “Θάρρος” (23/3/1929) αναφερόμενο στο χρονικό γράφει μεταξύ άλλων ότι “επηκολούθησεν έπειτα την 23ην Μαρτίου η είσοδος των Ελλήνων οπλαρχηγών εις Καλάμας ευθύς δε αμέσως τη αποφάσει των οπλαρχηγών επηκολούθησε μεγάλη λειτουργία χοροστατούντων 25 ιερέων, ων οι πλείστοι ευρίσκοντο εις το στρατόπεδο των Ελλήνων και παρευρισκομένων υπέρ τας 5 χιλιάδας ανθρώπων. Η δοξολογία εγένετο παρά την κοίτην του ποταμού Νέδοντος, ήτο δε κατά την παράδοσιν θερμοτάτη”. Ενα χρόνο ενωρίτερα το “Θάρρος” (25/3/1928) έγραφε για το θέμα αυτό: “Την επαύριον εις ναόν κείμενον της κοίτης του παραρέοντος την τότε πόλιν ποταμού, επετελέσθη πάνδημος δοξολογία επί τη ευτυχή εκβάσει του εγχειρήματος […] Αυτά διέσωσε μέχρις υμών η ιστορία και η ευεργετική παράδοσις”. Στο ίδιο κείμενο γίνεται αναφορά ως “τοπόσημου” των εκδηλώσεων για την 23η Μαρτίου η καινούργια εκκλησία του Ευαγγελισμού που επρόκειτο να κτιστεί στο Κάστρο: “Ο αναγειρόμενος επί του φρουρίου ναός θα δώση ασφαλώς αφορμήν διά την συν τω χρόνω συστηματοποίησιν του εορτασμού του γεγονότος”. Και βεβαίως η κοινή λογική με βάση την τοπογραφία της εποχής αποκλείει το ενδεχόμενο της δοξολογίας στους Αγ. Αποστόλους οι οποίοι ήταν παρεκκλήσι του Αγιάννη περικυκλωμένο από το Νέδοντα και πρόχειρα καταστήματα στην άκρη της πόλης όπου ήταν αδύνατη η πρόσβαση των χιλιάδων κόσμου κατά τις περιγραφές.

Οι παλαιότεροι έχτισαν μύθους και καθιέρωσαν σύμβολα αλλά και την αναπαράσταση το 1952, στην προσπάθεια καθιέρωσης της πόλης εκείνης από την οποία ξεκίνησε η απελευθέρωση της χώρας. Μετά από τόσα χρόνια αξίζει να υπενθυμίσουμε την ακροτελεύτια παράγραφο της σπουδαίας εργασίας του αείμνηστου Γιάννη Αποστολάκη με τίτλο “Η Καλαμάτα και η γένεση του νεοελληνικού κράτους”: “Αν ήθελε να αναζητήσει κανείς αναλογίες, η Καλαμάτα θα έπρεπε να είναι για την Ελλάδα ό,τι για τις Ηνωμένες Πολιτείες η Φιλαδέλφεια. Λίκνο της ελευθερίας. Και η αφετηρία της νεότερης πολιτικής ιστορίας μας”. Στην Καλαμάτα ιδρύθηκε το πρώτο ελληνικό κράτος με βουλευόμενο σώμα (Μεσσηνιακή Γερουσία), συνταγματική υπόσταση (Προκήρυξη στις Ευρωπαϊκές Αυλές), στρατό και πολλές υπηρεσίες υποστήριξης. Ο δήμος του θεάματος οφείλει να το αντιληφθεί και σε πρώτη φάση, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο να καθιερώσει ένα ετήσιο συνέδριο για την Επανάσταση του 1821 με πρωτότυπες ανακοινώσεις και διεθνή εμβέλεια. Η αναπαράσταση γεμίζει τραπεζοκαθίσματα, φέρνει επισήμους και κόσμο στην πόλη, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτυπώνει τη σημασία της συμβολής της Καλαμάτας στην Επανάσταση. Και δεν αφήνει τίποτα για την επόμενη ημέρα…

Κεντρική πλατεία τη δεκαετία του 1950

Κεντρική πλατεία τη δεκαετία του 1950

 Το παρκάκι στη βόρεια πλευρά της πλατείας, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Αντικριστά Παπαφλέσσας και Αναγνωσταράς, γεωμετρικά σχέδια και διαμόρφωση των φυτών, το κτήριο της Εθνικής Τράπεζας στη θέση του και η πιάτσα ταξί απέναντι από το θερινό “Εσπερο”.

[Από καρτ ποστάλ εποχής]