Αρχείο ετικέτας μελέτες

ΑΔΥΝΑΜΙΕΣ – ΠΛΕΟΝΕΚΤΉΜΑΤΑ Τουριστικής Ανάπτυξης του Νομού Μεσσηνίας ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΑΠΕΙΛΕΣ

 

Συγγραφέας: Ηλιοπούλου Δήμητρα Α.Μ.: 514 Επιβλέπων Καθηγητής: Τζανουδάκης Δημήτριος Πάτρα 2015

 

Στο παρόν άρθρο  ουσιαστικά επιχειρείται ο εντοπισμός των πλεονεκτημάτων και αδυναμιών του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος του νομού Μεσσηνίας και κατόπιν η ανάδειξη των ευκαιριών και απειλών που απορρέουν από το εξωτερικό περιβάλλον.

Ισχυρά Σημεία

  • Ισχυρή ιστορική, αρχαιολογική και πολιτιστική κληρονομιά
  • Ιδανικό φυσικό περιβάλλον, με εναλλαγή παράκτιου – ορεινού τοπίου, με ποικιλία φυσικών οικοσυστημάτων και εγγενή δυνατότητα ανάπτυξης εναλλακτικών μορφών τουρισμού
  • Ύπαρξη πλούσιου φυσικού περιβάλλοντος με αξιόλογη βιοποικιλότητα
  • Ευμενείς κλιματολογικές συνθήκες για ανάπτυξη τουρισμού ετήσιας διάρκειας
  • Περιοχές με οικολογική αξία που εμπίπτουν σε καθεστώς προστασίας
  • Ύπαρξη παραδοσιακών οικισμών
  • Παραγωγή πολλών παραδοσιακών προϊόντων, όπως ελαιόλαδο, σύκα, σταφίδα, σφέλα, παστέλι, κρασί, κ.ά
  • Χαμηλοί δείκτες κορεσμού
  • Ακτογραμμή πολλών χιλιομέτρων

Αδύνατα Σημεία

  • Άνιση χωρική συγκέντρωση τουριστικών υποδομών, και δυσκολία διάχυσης στην ενδοχώρα.

Ανεπαρκείς μεταφορικές υποδομές

  • Χαμηλό επίπεδο προσφερόμενων υπηρεσιών
  • Έλλειψη υποδομών επί των οποίων θα αναπτυχθεί ο τουρισμός και ειδικότερα οι ενδεικνυόμενες μορφές εναλλακτικού τουρισμού και χαμηλή ποιότητα των ήδη υπαρχουσών τουριστικών υποδομών κυρίως λόγω έλλειψης συντήρησης.
  • Έλλειψη υλοποίησης έργων προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος (Χ.Υ.Τ.Α, βιολογικοί καθαρισμοί, αντιδιαβρωτική προστασία ακτών, αντιπλημμυρικά έργα, κ.ά.).
  • Ανεπαρκής συντήρηση και αξιοποίηση χώρων αρχαιολογικού και πολιτιστικού ενδιαφέροντος
  • Ελλιπής προβολή του Νομού και στήριξη της κίνησης των τουριστών με ηλεκτρονικές υπηρεσίες και πληροφόρηση.
  • Ελλείψεις σε ειδικευόμενο προσωπικό
  • Ύπαρξη Εποχικότητας του τουριστικού ρεύματος με αποτέλεσμα την υπολειτουργία των τουριστικών επιχειρήσεων αρκετούς μήνες.
  • Έλλειψη ικανοποιητικού εσωτερικού δικτύου για εύκολη προσβασιμότητα και δικτύωση των φυσικών και πολιτιστικών πόρων.
  • Ύπαρξη αναξιοποίητων περιοχών, περισσότερο ορεινών και σε μικρότερο βαθμό πεδινών
  • Προβληματική λειτουργία υποδομών υγείας
  • Λειτουργία ΧΑΔΑ
  • Χαμηλό επίπεδο ξενοδοχειακής υποδομής

Ευκαιρίες

  • Η αξιοποίηση των μεγάλων έργων υποδομής (Δυτικός Άξονας, επέκταση ΠΑΘΕ κ.ά.) και η δημιουργία αξόνων ανάπτυξης τοπικής, εθνικής και υπερεθνικής εμβέλειας.
  • Διαμόρφωση Τοπικών Παραγωγικών Κυκλωμάτων (π.χ. ισχυρή σύνδεση τουρισμού – πολιτισμού με άλλους κλάδους, όπως η αγροτική παραγωγή, η παράδοση κ.λπ.)
  • Σχεδιασμός / Προγραμματισμός υποδομών επί των οποίων μπορούν να αναπτυχθούν ειδικές και εναλλακτικές μορφές τουρισμού
  • Ανάπτυξη μεγάλων ειδικών επενδύσεων (συνεδριακά κέντρα, θεματικό πάρκο, κ.λπ.)
  • Ενίσχυση – προβολή του τουριστικού προϊόντος με το συγκριτικό πλεονέκτημα του πολιτιστικού αποθέματος του νομού και της δικτύωσής του με άλλους αρχαιολογικούς χώρους – σημεία αναφοράς της Πελοποννήσου (Ολυμπία, Επίδαυρος, Μυστράς, κ.λπ).
  • Ανάδειξη των περιοχών ιδιαίτερου φυσικού ενδιαφέροντος. Παράλληλη προστασία και πρόβλεψη δραστηριοτήτων, που θα ενισχύσουν την τουριστική ανάπτυξη, χωρίς να υποβαθμίζουν την περιβαλλοντική τους αξία.
  • Αξιοποίηση των ορεινών οικισμών με την δημιουργία ισχυρών πόλων έλξης εναλλακτικού τουρισμού.

Απειλές

  • Χαμηλός βαθμός προστασίας – συντήρησης του αρχαιολογικού πλούτου, με κίνδυνο καταστροφής τμήματος της πολιτιστικής κληρονομιάς του Νομού (μερική κατάρρευση κάστρων, κ.λπ.).
  • Συνέχιση της απομόνωσης λόγω αδυναμίας υλοποίησης των μεγάλων έργων και ανεπαρκούς αξιοποίησής τους
  • Συνεχιζόμενες ελλείψεις σε βασικές υποδομές με αποτέλεσμα, αφ’ ενός συγκέντρωση δημοσίων πόρων σε αυτές, αφ’ ετέρου παρακώλυση των παραγωγικών / επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
  • Λανθασμένη αξιοποίηση της ΠΟΤΑ
  • Ένταση του εσωτερικού και διεθνούς ανταγωνισμού στον τουριστικό τομέα και αδυναμία διαμόρφωσης ενός ισχυρού ανταγωνιστικού τουριστικού προϊόντος στο νομό Μεσσηνίας.
  • Προσέλκυση σημαντικού μέρους των επενδύσεων σε ήδη ανεπτυγμένες τουριστικά περιοχές.
  • Αδυναμία αποτελεσματικής τουριστικής προβολής του νομού λόγω της έλλειψης συντονισμού κρατικών φορέων και ιδιωτών.
  • Υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος

Περιοχή

Αριθμός

Ξενοδοχείων

Ποσοστιαία

Κατανομή

Ξενοδοχείων

Αριθμός

Κλινών

Ποσοστιαία

Κατανομή

Κλινών

ΚΑΛΑΜΑΤΑ

22

15,8

1871

18,7

ΦΟΙΝΙΚΟΥΝΤΑ

14

10

568

5,7

ΜΕΘΩΝΗ

13

9,4

341

3,4

ΚΑΡΔΑΜΥΛΗ

12

8,6

532

5,3

ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ

10

7,2

383

3,8

ΠΥΛΟΣ

9

6,5

319

3,2

ΣΤΟΥΠΑ

9

6,5

348

3,5

ΑΓΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΓΓΑ

6

4,3

244

2,4

ΚΟΡΩΝΗ

4

2,9

195

1,9

ΠΕΤΑΛΙΔΙ

4

2,9

597

6

ΓΙΑΛΟΒΑ

3

2,2

116

1,2

ΚΑΛΟ ΝΕΡΟ

3

2,2

291

2,9

ΜΕΣΣΗΝΗ

3

2,2

128

1,3

ΜΑΡΑΘΟΠΟΛΗ

3

2,2

128

1,3

ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ ΑΒΙΑΣ

2

1,4

93

0,9

ΑΓ.ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

2

1,4

741

7,4

ΒΟΥΝΑΡΙΑ

2

1,4

138

1,4

ΜΙΚΡΑ ΜΑΝΤΙΝΕΙΑ

2

1,4

194

1,9

ΜΠΟΥΚΑ

ΜΕΣΣΗΝΗΣ

2

1,4

381

3,8

ΡΩΜΑΝΟΣ

2

1,4

1890

18,9

ΦΟΙΝΙΚΗ

2

1,4

44

0,4

ΑΛΑΓΟΝΙΑ

1

0,7

27

0,3

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

1

0,7

28

0,3

ΒΛΑΣΑΔΑ

1

0,7

71

0,7

ΜΕΓΑΛΗ

ΜΑΝΤΙΝΕΙΑ

1

0,7

22

0,2

ΠΑΡΑΛΙΑ ΒΕΡΓΑΣ

1

0,7

37

0,4

ΠΕΤΡΟΧΩΡΙ

1

0,7

109

1,1

ΡΙΓΛΙΑ

1

0,7

28

0,3

ΣΤΟΜΙΟ

1

0,7

33

0,3

ΧΡΑΝΟΙ ΑΙΠΕΙΑΣ

1

0,7

30

0,3

ΧΑΡΟΚΟΠΙΟ

1

0,7

29

0,3

ΧΩΡΑ

1

0,7

27

0,3

ΦΙΛΙΑΤΡΑ

1

0,7

65

0,6

ΣΥΟΛΟ

144

100

10157

100

Κράτα το

Κράτα το

ΚΛΟΥΤΣΙΝΙΩΤΗ Ρ. «Πόλη και αισθητική Η ελληνική πόλη»

A19.05.02

Της Ράνιας ΚΛΟΥΤΣΙΝΙΩΤΗ

Δεν θα ξεχάσω ποτέ, όταν ήμουν ακόμη παιδί, κάτι που μου είχε πει ο Τάσος Βουρνάς: “η ομορφιά και η αισθητική στη σύγχρονη κοινωνία είναι ταξική υπόθεση”. Φυσικά δεν αναφερόταν μόνον στις πόλεις. Τότε μου ήταν αδύνατο να καταλάβω τι ακριβώς εννοούσε. Και ούτως ή άλλως άργησα πολύ.

Το άλλο θέμα, που ακόμη σήμερα μου φαίνεται παράδοξο, είναι ότι η “πόλη”, ενώ αποτελεί τόσο πολύπλοκο και πολυσύνθετο κοινωνικό οργανισμό, κρίνεται πρωτίστως ως αισθητικό αντικείμενο. “Είναι ωραία, είναι άσχημη”, “έχει ταυτότητα, δεν έχει φυσιογνωμία”. Η αντιληπτική δηλαδή εικόνα που δημιουργείται στον οποιονδήποτε, όταν προσεγγίζει μια πόλη για πρώτη φορά, αναφέρεται αποκλειστικά στην αισθητική. Σε επόμενο χρονικό διάστημα θα τεθούν, εάν τεθούν, θέματα του τύπου “έχει πολλούς φτωχούς”, “φαίνεται πλούσια” κ.λπ.

Ας δούμε σε τι είδους εικόνες παραπέμπει ο τίτλος:

· Όταν σκεφτόμαστε “πόλη και αισθητική” σκεφτόμαστε κυρίως ωραία κτίρια, ωραία επιπλωμένους δρόμους (δάπεδα, πεζοδρόμια, φωτιστικά, σιντριβάνια, δέντρα κ.λπ.).

· Επίσης, όταν σκεφτόμαστε “πόλη και αισθητική” σκεφτόμαστε αποκλειστικά τα ιστορικά κέντρα και ποτέ την περιφέρειά τους, δηλαδή τις περιφερειακές του ιστορικού κέντρου συνοικίες, που προήλθαν από προηγούμενες γενιές αυθαιρέτων και φυσικά ποτέ τις τωρινές συνοικίες των αυθαιρέτων.

Οπωσδήποτε, σε αυτό που δεν παραπέμπει ο τίτλος είναι στο ότι η αισθητική απόλαυση ή η δυσαρέσκειά μας μπορεί να οφείλονται στη σύνθεση και τον τρόπο που συγκροτείται το συνολικό πλέγμα του αστικού ιστού, σύγχρονου ή παραδοσιακού, στις χαράξεις του και στην ιστορικότητα που αυτό μεταφέρει.

Διαπιστώσεις από τον ευρωπαϊκό χώρο σήμερα

Το “όραμα” της Ευρώπης εξακολουθεί να στηρίζεται στην παραδοχή ότι η ευρωπαϊκή πόλη, ακόμη σήμερα, παραμένει τυπική ως προς τον κυρίαρχο χαρακτήρα της, τον κοινωνικό και τον πολιτιστικό, ο οποίος της επέτρεψε να ενσωματώνει διαχρονικά όλες τις μορφές των αλλαγών της κοινωνίας, παραμένοντας κέντρο τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού βίου.

Σήμερα όμως η ευρωπαϊκή πόλη είναι σε “κρίση”. Εύκολα λέγεται ότι η Λισσαβώνα “είναι θαύμα”. Η αλήθεια είναι ότι το ιστορικό κέντρο της Λισσαβώνας είναι θαύμα. Ένας περίπατος στην εκτεταμένη περιφέρειά της, εκεί όπου ζει το συντριπτικό τμήμα του πληθυσμού της, σε συνθήκες που κάθε άλλο παρά θαύμα είναι, θα μας έπειθε ακριβώς για το αντίθετο.

Ήδη από το 1992, στην επίσημη έκδοση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής “ΕΥΡΩΠΗ 2000”, διαπιστώνεται ότι το 80% του πληθυσμού της Ένωσης ζει σε μεγάλες και σε μεσαίου μεγέθους πόλεις και σε μικρότερα αστικά κέντρα. Εύλογα επομένως προκύπτει το ερώτημα “ποια είναι η προτεραιότητα που δίνεται στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής του συντριπτικού ποσοστού του πληθυσμού της Ένωσης”.

Η απάντηση είναι αρνητική. Ενώ πολύ κουβέντα γίνεται, ιδίως τα τελευταία χρόνια, για τα θέματα του αστικού χώρου, πολιτικά το Ευρωπαϊκό Σχέδιο εξακολουθεί να είναι στραμμένο στην ολοκλήρωση και στη συνεργασία στους τομείς του εμπορίου και των υπηρεσιών, στη νομισματική πολιτική, στην προστασία του περιβάλλοντος και τη σχετική νομολογία, ολοκλήρωση δηλαδή στην οποία τα πεδία των αστικών και των χωρικών συστημάτων έχουν ακόμη μεγάλο δρόμο να διανύσουν. Η αρχιτεκτονική της πόλης και ο σχεδιασμός του χώρου αντιμετωπίζονται ως κατακερματισμένοι τομείς, ενταγμένοι σε διαφορετικές κατά περίπτωση Γενικές Διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και με άξονες αναφοράς τις πάσης φύσεως αντιθέσεις συμφερόντων και τους ποικίλους ανταγωνισμούς επαγγελμάτων, οραμάτων και παραμέτρων.

Εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Συνθήκη δεν εμπεριέχει καμία ειδική αναφορά στους αστικούς σχηματισμούς και ως εκ τούτου η Ένωση δεν προωθεί κανένα εξειδικευμένο θεσμικό καθεστώς για τον συντονισμό των αστικών πολιτικών. To “αστικό έλλειμμα” συνιστά σημαντικό ελάττωμα για την αστικοποιημένη ήπειρό μας, της οποίας τα όργανα βρίσκονται ήδη σε διαδικασία να διατυπώσουν πρόγραμμα για τον 21ο αιώνα. Όμως, δίχως θεσμικό υπόβαθρο, οι αστικές δραστηριότητες και οι πολιτικές είναι προορισμένες να παραμείνουν αποσπασματικές και θρυμματισμένες. Εάν δεν υπάρξει συνολική στρατηγική, δεν θα υπάρξει ούτε συνοχή και βεβαίως ούτε και όραμα.

Διαπιστώσεις από τον ελληνικό χώρο σήμερα

Στην περίπτωσή μας, το “αστικό έλλειμμα” ίσως να είναι ακόμη μεγαλύτερο. Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Οι ιστορικές παράμετροι ανάπτυξης της χώρας, που διαμόρφωσαν τη σημερινή σχέση αρχιτεκτονικής και ελληνικής κοινωνίας, έκαμαν ώστε η πλούσια αρχιτεκτονική μας παράδοση να μην αποτελεί σημείο αναφοράς και διδαχής για την ελληνική κοινωνία. Και δεν αναφέρομαι μόνον στους κοινά αποδεκτούς παραδοσιακούς οικισμούς, αλλά στην αρχιτεκτονική όλων των μικρών και μεσαίων αστικών κέντρων, τα οποία “όφειλαν” να καταστραφούν. Ποιος, μιας κάποιας ηλικίας, δεν θυμάται τη γοητεία της Πάτρας, της Λαμίας, των Ιωαννίνων ή του Ηρακλείου;

Αλλά και η όποια αποδοχή των συνεπειών του χαρακτηρισμού “παραδοσιακός οικισμός” ή “ιστορικό κέντρο”, συνδέθηκε με όρους οικονομικών και όχι πολιτιστικών παραμέτρων και ειδικότερα με τους χώρους τουριστικού ενδιαφέροντος, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται η αρχιτεκτονική τους ως μουσειακή, προς απομίμηση, με τα γνωστά πολυπληθή και πολύ κακά δείγματα, κακέκτυπα αντίγραφα αρχιτεκτονημάτων παρελθόντων χρόνων, τα οποία, αν μη τι άλλο, διέθεταν έντονη εσωτερικότητα. Σε αυτή τη διαδικασία οι αρχιτέκτονες φορτώθηκαν αποκλειστικά την ευθύνη του “ωραίου”, ενώ το “λειτουργικό” και το “τεχνικά άρτιο” αποτελεί, κατά την κοινωνική εκτίμηση, αντικείμενο προς επίλυση από άλλους.

Έχω τη γνώμη ότι, μέχρι τη σχετικά πρόσφατη περίοδο της ελληνικής “αρχιτεκτονικής παγκοσμιοποίησης”, περίοδο κατά την οποία γέμισαν οι πόλεις μας με αμελέτητα σε όγκους και ακαλαίσθητα μεγαθήρια, με υαλοπετάσματα και δωρικά ή ιωνικά μεταμοντέρνα κιονόκρανα, στην κορυφή ή στη βάση των κτιρίων, τα περισσότερα από τα σύγχρονα έργα των αρχιτεκτόνων ήταν ευπρεπή, τοποθετημένα όμως σε απόλυτα άξενο περιβάλλοντα αστικό χώρο, στο no man$s land.

Η δημόσια παρέμβαση, στο σύνολο του αστικού χώρου, παραμένει ανύπαρκτη. Τι λοιπόν θα χρησιμεύσει ως υπόδειγμα για τους πολίτες, ώστε η απαίτηση αισθητικής απόλαυσης να καταλάβει το πεδίο που της οφείλεται; Τη στιγμή που, εξ όσων γνωρίζω, ακόμη και στις θεσμικές συζητήσεις για την κατάρτιση των προγραμμάτων σπουδών των τμημάτων Αρχιτεκτόνων της χώρας αμφισβητείται, από συναδέλφους – διδάσκοντες, ότι αποτελεί συνθετικά ενιαίο αντικείμενο το τρίπτυχο “αρχιτεκτονική / αστικός σχεδιασμός / πολεοδομία”. Είναι βέβαιο ότι ο πρώιμος, δίχως βιώματα, κατακερματισμός του αντικειμένου, σε κάθετες επιμέρους εξειδικεύσεις, δεν συμβάλλει στην παραγωγή και την ανάδειξη της συνολικής αισθητικής του χώρου, ακριβώς δηλαδή αυτής που συνέβαινε να παράγεται παλαιότερα σε όλους τους οικισμούς και τα αστικά κέντρα της χώρας.

Τι μπορούμε και τι πρέπει να κάνουμε

\1. Οι παρεμβάσεις αναβάθμισης οφείλουν να αναφέρονται στο σύνολό του ιστού\.

Μπορούμε να διαβάσουμε τις πόλεις ως σύνολο πολλαπλών “εμπειριών ? περιεχομένων”, το οποίο διαμορφώνεται από συστήματα χτισμένου και ελεύθερου χώρου, δεμένα το ένα με το άλλο από μια αμφίδρομη σχέση συνάρτησης, τόσο, που είναι άχρηστο να προσπαθήσουμε να αποφανθούμε εάν προεξάρχει το αποτύπωμα των ελεύθερων χώρων έναντι των κατασκευών του δομημένου περιβάλλοντος. Ακολουθούν οι μεν τους δε και αρθρώνονται με διαφορετικές γεωμετρίες.

Ο αστικός ιστός στο σύνολό του διαμορφώνει την αισθητική. Ένα γρήγορο μάτι στην ιστορία μάς μαθαίνει ότι οι πόλεις ποτέ δεν σταμάτησαν να αλληλο-ανακαλύπτονται, να ανανεώνονται, να μιμούνται άλλες. Νέες πόλεις γεννήθηκαν με το βλέμμα στραμμένο σε ήδη υπάρχουσες αστικές δομές. Πρέπει να το τονίζουμε συνεχώς ότι ο πολιτισμός γεννιέται από τον πολιτισμό και ο πολιτισμός πασχίζει να εξαπλωθεί για λόγους που σπάνια σχετίζονται με την οικονομία της αγοράς.

Σήμερα, η μονομερής επανάχρηση και αναβάθμιση των ιστορικών κέντρων δεν μπορεί παρά να ανήκει στο παρελθόν. Το σύνολο του αστικού τοπίου οφείλει να αντιμετωπίζεται ως πολιτιστικό αγαθό, όχι μόνο το τμήμα του που παρήχθη χθες, αλλά και αυτό που παράγεται σήμερα. Δεν πρέπει να παραιτηθούμε από την αυτονόητη επιταγή ότι οι πόλεις μας, σε κάθε τους σημείο, πρέπει να μας μιλούν, να μας μορφώνουν, τόσο στο επίπεδο των αισθήσεων όσο και σε αυτό των αισθημάτων. Η “πόλις” πρέπει να είναι παντού παρούσα. Δεν μπορούμε να ζούμε δίπλα της.

Δεν είναι δυνατό στα ιστορικά κέντρα και στις πλούσιες συνοικίες να διαμορφώνουν το αστικό τοπίο οι αρμονικές χαράξεις, σχεδιασμένες από τους καλύτερους μαστόρους και στις φτωχές συνοικίες η αναμενόμενη αισθητική απόλαυση να μορφώνεται από τα όρια και τα ακανόνιστα σχήματα των οικοπέδων, όπως έγινε με τις κατ$ εξακολούθηση “εντάξεις στο σχέδιο πόλης” των εκτεταμένων περιοχών αυθαιρέτων. Εάν το δεχτούμε αυτό, τότε δεχόμαστε ως “κανόνα” την ταξικότητα, ότι δηλαδή κάποιες τάξεις αυτονόητα απολαμβάνουν και οι υπόλοιπες όχι.

Πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι το να ασχολούμαστε μονομερώς με τα ιστορικά κέντρα των πόλεων αποβαίνει εις βάρος του συνόλου του αστικού ιστού. Τα ιστορικά κέντρα υποφέρουν. Υπό το βάρος της πίεσης του μαζικού τουρισμού μετατρέπονται σταδιακά σε “ντίσνεϊλαντ”, ενώ η περιφέρεια μετατρέπεται σε χώρο όπου αναπτύσσεται “το μίσος”.

Η δημοκρατική πρόκληση συνίσταται στο να εφεύρουμε τρόπους και να δημιουργούμε συνεχώς προϋποθέσεις ώστε να πραγματοποιούνται αστικές παρεμβάσεις, συνεχείς και ποιότητας, οι οποίες να βασίζονται σε συνολική θεώρηση του τριπτύχου “δομημένη κληρονομιά, δημόσιοι χώροι και κεντρικές δημόσιες λειτουργίες”, για όλους τους πολίτες, αυτόχθονες ή μετανάστες, με στόχο την ανάπτυξη ενός μοντέλου το οποίο να θέτει κάποιους φραγμούς στον κίνδυνο της περαιτέρω διάλυσης της κοινωνικής συνοχής. Το πεδίο δράσης των ΟΤΑ σε αυτόν τον τομέα είναι ευρύτατο, τόσον αυτών που είναι περιφερειακοί στα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα όσο και των κεντρικών.

\2. Τόνωση της μοναδικότητας και σεβασμός στην ιστορικότητα των τοπίων.\

Το ίδιο το αστικό τοπίο, έστω και εάν σήμερα είναι υποβαθμισμένο, αποτελεί πολιτιστικό αγαθό. Η σύγχρονη αντίληψη οφείλει να αναγνωρίζει ως “πολιτιστική κληρονομιά” τον συνολικό δομημένο χώρο. Όλα τα κτίρια ? όχι μόνον τα θεωρούμενα διατηρητέα – καθώς και όλες οι αστικές δομές, εάν τους δοθεί η πρέπουσα σημασία, μεταφέρουν μηνύματα και διαμέσου τους υποδηλώνεται ο ειδικός χαρακτήρας κάθε σχηματισμού. Οι πολιτισμοί και οι ιστορίες των πόλεων είναι διαφορετικές και επομένως σε αυτό το χαρακτηριστικό τους πρέπει να δοθεί έμφαση. Στην ανάδειξη της μοναδικότητας της αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής τους δομής.

Ακόμη και οι μικρής κλίμακας παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο, που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στις περιφερειακές συνοικίες των πόλεών μας, προσέδωσαν αυτοεκτίμηση στους πολίτες τους, ότι δηλαδή μπορεί επιτέλους να αισθάνονται περήφανοι που κατοικούν εκεί. Πόσο μάλλον εάν είχε προαχθεί μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση για την αστική και την χωρική ανάπτυξη, η οποία θα εδραζόταν στην κοινωνική και πολιτισμική ιδιαιτερότητα, σεβόμενη τη μοναδικότητα του εκάστοτε αστικού σχηματισμού.

Θα ήταν σκόπιμο μάλιστα να καθιερωθεί δημόσιος διάλογος, προκειμένου να αποτιμηθεί από όλους τους “έγκυρους” φορείς εάν πράγματι υπάρχει ή όχι πολιτισμική βιωσιμότητα στο συνεχώς παραγόμενο δομημένο περιβάλλον, ως μοναδικού συστατικού διαμέσου του οποίου είναι δυνατόν να αναδειχθεί η σχέση αιτίας και αποτελέσματος ανάμεσα στην αρχιτεκτονική παρέμβαση και την αντοχή στο χρόνο της εκάστοτε παραγόμενης πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Εάν η απάντηση αποβεί θετική, τότε θα μπορέσουμε να απαντήσουμε αξιόπιστα στην πρόκληση του σεβασμού της μοναδικότητας των αστικών τοπίων. Και σε αυτό το επίπεδο το πεδίο δράσης των ΟΤΑ φαίνεται να είναι ευρύτατο.

\3. Κριτική αποτίμηση της παραγωγής.\

Είναι αυτονόητο ότι το αρχιτεκτονικό έργο ενσωματώνει συγχρόνως σημαντική τεχνική διάσταση και δημιουργική – πολιτιστική λειτουργία. Είναι όμως αξιοπερίεργο ότι ενώ σε όλες τις τέχνες είναι καθιερωμένη και αναμενόμενη η κριτική, τόσο εκ μέρους των ειδικών όσο και του κοινού, στην αρχιτεκτονική γενικά δεν ασκείται τέτοιου είδους διεργασία και, το χειρότερο, δεν αναμένεται να ασκείται, ούτε από τους ειδικούς ούτε από το κοινό. Να σημειωθεί δε ότι η αρχιτεκτονική είναι η μόνη τέχνη η οποία διαθέτει ακόμη “πελάτες”, οι οποίοι αιτούν την παραγωγή σχετικού έργου.

Το αξιοπερίεργο καταντά να είναι ακόμη πιο ακατανόητο, εάν ληφθεί υπόψη ότι το αρχιτεκτονικό έργο υποχρεούται ο οποιοσδήποτε να το αντικρίζει, μια και το αποτύπωμά του τοποθετείται με όρους μονιμότητας στον ανοιχτό δημόσιο χώρο, ενώ αντιθέτως τα λοιπά καλλιτεχνικά έργα προσεγγίζονται κατά κανόνα σε “κλειστό” – επιλεγμένο χώρο, από όποιον επιθυμεί να τα “συναντήσει”.

Οι ειδικοί και ιδιαίτερα το σώμα των αρχιτεκτόνων φέρουμε μεγάλη ευθύνη για την μακροχρόνια και “ανέμελη” συμπεριφορά μας, την οποία δεν αποδίδω τόσο στο συντεχνιακό πνεύμα όσο σε μια αρχικώς καθιερωμένη ελιτίστικη αντίληψη καλής συμπεριφοράς (bonnes manieres), μεταξύ του αρχικά μικρού αριθμού αρχιτεκτόνων, η οποία στη συνέχεια παγιώθηκε και την οποία, εάν επιθυμούμε να διεκδικήσει η αρχιτεκτονική την υπόληψη που της οφείλεται από την κοινωνία, οφείλουμε να υπερβούμε.

Οι σημερινοί και μελλοντικοί προσανατολισμοί των δράσεων, για την ανόρθωση του πολιτισμικού στάτους της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής, είναι σαφείς: η κριτική αποτίμηση διαμέσου ευρύτατου διαλόγου.

Όλες οι προσπάθειες, οι οποίες προσφάτως έχουν δειλά αναληφθεί, πρέπει να συνεχιστούν και να ενταθούν, ιδιαίτερα προς την κατεύθυνση της δημιουργίας παράδοσης στην αναλυτική και επιστημονική κριτική, αλλά και στην αποδοχή της. Διότι όλοι όσοι νοιάζονται για την επιβίωση της πολιτιστικής διάστασης του αρχιτεκτονικού έργου στη χώρα οφείλουν να φροντίσουν για όσα φρόντισαν οι προηγούμενες γενιές: για την ποιότητα του ελληνικού χώρου στο σύνολό του.

Οι θεσμικοί φορείς οφείλουν να υπερβούν τις σκοπιμότητες και να συμβάλλουν στην κριτική και την αξιολόγηση του αρχιτεκτονικού έργου και των αρχιτεκτόνων, καθώς και στην ευρεία δημοσιοποίηση των σχετικών πρωτοβουλιών. Η αρχιτεκτονική σήμερα αποτελεί λαϊκό επάγγελμα, ασκείται σε όλη την επικράτεια από σχετικά διευρυμένο σώμα, περί τους δεκαπέντε χιλιάδες αρχιτέκτονες. Και εδώ οι ΟΤΑ έχουν σημαντικό ρόλο.

\4. Ο ρυθμιστικός ρόλος της δημόσιας εξουσίας και ο καταλυτικός της αυτοδιοίκησης.\

Έχει επισημανθεί ότι, στο τέλος του αιώνα μας, όπου η κοινωνία είναι σε διαδικασία μεταβολών, τα ενοποιητικά οράματα για την πόλη είναι σε κρίση, έχοντας αποτέλεσμα την καθημερινή απομάκρυνση της δημόσιας εξουσίας από την επιτακτική ανάγκη να παίξει τον ρόλο της, είτε επειδή δεν θέλει είτε επειδή δεν μπορεί. Όμως μια πολιτεία δίχως ευθύνες, σε αδυναμία να υπηρετήσει τις αξίες των πολιτών της, εξελίσσεται προς ένα μοντέλο όπου το δημόσιο συμφέρον καθημερινά θα συρρικνώνεται και θα της απομένει ένας και μοναδικός στόχος, αυτός της εξασφάλισης της (ιδιωτικής) ιδιοκτησίας και των όρων αξιοποίησής της.

Η αυτοδιοίκηση, η οποία είναι κοντά στους πολίτες, οφείλει:

* να προωθήσει την αντίληψη ότι τα ζητήματα της αστικής και της χωρικής ανάπτυξης είναι ιδιαιτέρως σύνθετα, ώστε να καθίστανται μόνον επιχειρησιακά ωφέλιμα και να αντιμετωπίζονται ως υποσύνολα ενός συνόλου, με ασύνδετα επιμέρους τμήματα ή όψεις και

* να διεκδικήσει και να κατορθώσει να αναπτυχθεί ένα δημοκρατικό, κατάλληλο και βιώσιμο ποιοτικό αστικό περιβάλλον για όλους τους πολίτες και σε ολόκληρο τον αστικοποιημένο χώρο. Το κατόρθωμα αυτό μπορεί να υποστηριχτεί μόνον από την άσκηση συνολικής πολιτικής, η οποία θα είναι σε θέση να πραγματεύεται όλα τα θέματα και να ενσωματώνει τους στόχους της τοπικής ανάπτυξης στη συνολική στρατηγική, στα πεδία τόσο της χωρικής ανάπτυξης όσο και της ανακαίνισης του υφιστάμενου αστικού ιστού.

\5. Επανατοποθέτηση των εννοιών “οικονομία – πολιτισμός ? φύση”\.

Η ευρωπαϊκή δημοκρατία είναι θεμελιωμένη στην αρχή αμοιβαιότητας. Ωστόσο εμφανίζεται μία έντονη αντίφαση, όταν αυτή η αρχή χρειάζεται να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες αποφάσεις, όπου τις περισσότερες φορές η “ελεύθερη” επιλογή του ατόμου έρχεται σε σύγκρουση με τη συλλογική συνείδηση, θεωρούμενη ως η κεντρική έκφραση του δημόσιου καλού.

Πρέπει δηλαδή να απαντηθεί το ερώτημα εάν είναι εφικτό να αποκτήσουν συνοχή τα κατακερματισμένα οράματα για την πόλη, τα οποία σήμερα είναι θεμελιωμένα κατά κύριο λόγο στο “χρηματιστικό” συμφέρον, νοούμενο σε αντίθεση με το “οικονομικό”, ως σαφώς ευρύτερης παραμέτρου η οποία ενσωματώνει τις όψεις:

* οικονομία και διάρκεια / αντοχή στο χρόνο, μεταχείριση χώρων και υλικών,

* οικονομία και οικολογία (κατανάλωση του χώρου, των υλικών, της ενέργειας), ανάδειξη του συνόλου του αστικού ιστού ? κέντρο και περιφέρεια των πόλεων,

* οικονομία και ποιότητα ζωής / εξεύρεση νέων τρόπων σχεδιασμού και οργάνωσης των αστικών και των αγροτικών συστημάτων, εκ νέου διαμόρφωση των τοπίων που έχουν χάσει το πρόσωπό τους από τον μαζικό τουρισμό, ανάδειξη της φόρμας των τοπίων, ολοκληρωμένη ενσωμάτωση των μεγάλων βιομηχανικών τόπων ή των εγκαταλειμμένων χώρων μεταφορών.

Πρέπει να σημειωθεί ότι:

* στον αιώνα μας, οι ευρωπαϊκές πόλεις αναπτύχθηκαν καταναλώνοντας μεγάλες περιφερειακές εκτάσεις, όπου χωροθετήθηκαν μονολειτουργικές ζώνες “αμιγούς κατοικίας” και “μεγάλων υποδομών” εκτός κλίμακας,

* σήμερα “φύση και δομημένο περιβάλλον” αναμειγνύονται και δημιουργούν ένα τοπίο δίχως τάξη, δίχως αισθητική,

* η διαχείριση των πόλεων και των αγροτικών περιοχών γίνεται όλο και πιο περίπλοκη, με πολλούς εμπλεκόμενους, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι πολλαπλασιάζονται καθημερινά και οι οποίοι δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν κοινή γλώσσα.

Τα μακροπρόθεσμα: Η Τοπική Αυτοδιοίκηση διαμέσου του Συμβουλίου των Περιφερειών της Ε.Ε. μπορεί να προωθήσει κατάλληλο θεσμικό υπόβαθρο, αλλά ακόμη και να απαιτήσει τη δημιουργία Ειδικής Γενικής Διεύθυνσης Αστικού Σχεδιασμού.

Τα άμεσα: Το ερώτημα που παραμένει εκκρεμές και αναπάντητο είναι εάν και κατά πόσο είναι ικανές οι υφιστάμενες δομές και οι πόροι του Γ$ ΚΠΣ να κατευθυνθούν καταλλήλως ώστε να ανατάσσεται καθημερινά η θεωρούμενη “φυσική” πορεία των πραγμάτων, όπου η αισθητική της πόλης δεν συμβαδίζει με την ποίηση. Σε όλους εσάς (τους παρόντες δημάρχους) απομένει να αποδείξετε το αντίθετο.

* Η Ράνια Κλουτσινιώτη είναι αρχιτέκτονας – πολεοδόμος.

(1) Πρόκειται για ανακοίνωση, που έγινε στο πρόσφατο συνέδριο της ΚΕΔΚΕ στη Ζάκυνθο, με κεντρικό θέμα “Πόλη και πολιτισμός” και σε συγκυρία που ασφαλώς παραπέμπει στις προσεχείς δημοτικές εκλογές. Δεν επρόκειτο να σκεφτώ να τη δημοσιεύσω αλλού, μια και θα συμπεριληφθεί στον τόμο των πρακτικών του συνεδρίου, εάν δεν συνέβαινε το απίστευτο φαινόμενο, της αποχώρησης δηλαδή από την αίθουσα του 90% των συνέδρων, αμέσως μετά τους επίσημους χαιρετισμούς, με πρώτον τον πρόεδρο της ΚΕΔΚΕ, που μας είχε καλέσει και που με την ευκαιρία τον ευχαριστώ για την τιμή. Σκέφτομαι λοιπόν ότι εάν οι δήμαρχοι και οι άνθρωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν ενδιαφέρονται να ακούσουν τις ανακοινώσεις των πολυπληθών καλεσμένων τους “ειδικών”, πολύ περισσότερο δεν θα το κάνουν διαβάζοντας τα πρακτικά. Δεν μπορώ να μη σημειώσω και ελπίζω να μην αδικώ κανέναν, ότι κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύκλου των ανακοινώσεων της πρώτης ημέρας, όπου και εγώ, ήταν παρόντες μόνον τρεις δήμαρχοι: ο Γιώργος Ιωακειμίδης, δήμαρχος Ρέντη, ο Κυριάκος Ντηνιακός, δήμαρχος Χαϊδαρίου και ο Χρήστος Παλαιολόγος, δήμαρχος Λειβαδιάς. Οποιαδήποτε αναφορά στις πολιτικές αντιλήψεις και των τριών περιττεύει.

Το αναπτυξιακό μέλλον της Πελοποννήσου

Τα συμπεράσματα έρευνας η οποία πραγματοποιήθηκε με στόχο την εκπόνηση μακρόπνοου σχεδίου παρεμβάσεων
 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 18/06/2000
Η φυσιογνωμία των δήμων που δημιουργήθηκαν με το σχέδιο «Καποδίστριας»
Το αναπτυξιακό μέλλον της Πελοποννήσου
Συνέχεια ανάγνωσης Το αναπτυξιακό μέλλον της Πελοποννήσου