Αρχείο ετικέτας Μαρία Χαϊδοπούλου-Βρυχέα

Η υπεράσπιση του βιωμένου χώρου. Καθημερινότητα και κοινωνικά κινήματα πόλης/περιφέρειας

Εισαγωγή

Μαρία Χαϊδοπούλου Βρυχέα Δρ. Γεωγραφίας (Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο), καθηγήτρια-σύμβουλος Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, ερευνήτρια σε θέματα Πολιτισμικής Γεωγραφίας, e-mail: marjavea@gmail.com

Το παρόν άρθρο επιχειρεί να προσεγγίσει τα κοινωνικά κινήματα πόλης/περιφέρειας από την οπτική της καθημερινότητας, ακολουθώντας το εξής θεωρητικό σχήμα: Η καθημερινή ζωή εκλαμβάνεται ως το σύνολο των χρόνων και χώρων ή αλλιώς χρονοχώρων των ατόμων που κινούνται, κατοικούν, ζουν σε μια περιοχή, ως μια συλλογική κατασκευή που δεν είναι στατική αλλά αντίθετα υπόκειται σε συνεχείς αλλαγές, έστω και απειροελάχιστες (βλ. και Χαϊδοπούλου Βρυχέα, 2013). Να σημειωθεί ότι η έννοια των χρονοχώρων χρησιμοποιείται για να δηλώσει όχι απλώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει το καθημερινό αλλά την ίδια την κατασκευή του (βλ. και Crang, 2001). Με αφετηρία το τριμερές σχήμα της παραγωγής του χώρου του H. Lefebvre (1974/1991), οι χρονοχώροι της καθημερινότητας νοούνται ως το αποτέλεσμα της διαλεκτικής σχέσης, δηλαδή της συνεχούς αλληλεπίδρασης, μεταξύ βιωμάτων (εμπειριών, σκέψεων, συναισθημάτων…), αναπαραστάσεων (ιδεών, αντιλήψεων, εννοιών, κατηγοριών…) και πρακτικών (οι οποίες συμπεριλαμβάνουν οποιαδήποτε δραστηριότητα ή κατάσταση, όπως και τον υλικό χώρο, τα αντικείμενα, τα άλλα έμβια όντα…)1. Η καθημερινότητα, ως πεδίο παραγωγής αντιλήψεων και πρακτικών, αποτελεί στην ουσία χώρο έντονων πολιτικών διεργασιών. Οι χρονοχώροι αποτελούν δυνητικούς χώρους διαπραγμάτευσης ως αποτέλεσμα της συνάντησης καθημερινοτήτων και διαδρομών (βλ. και Massey, 2005)2.

Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα ποιες όψεις της καθημερινότητας φωτίζουν τα κινήματα πόλης και περιφέρειας. Οι παρατηρήσεις εν είδη υποθέσεων που προτείνονται ως απάντηση εστιάζουν: α) στο ρόλο των κοινωνικών κινημάτων πόλης και περιφέρειας ως προς την ενίσχυση μιας βιωματικής, και εν τέλει καθημερινής, αναπαράστασης για το χώρο και β) στους τρόπους που αρθρώνονται και επιδρούν οι κινηματικοί χρονοχώροι στο σύνολο της καθημερινότητας.

Α) Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΒΙΩΜΕΝΟΥ ΧΩΡΟΥ

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η καθημερινή ζωή αποτελεί τον πυρήνα των κοινωνικών κινημάτων πόλης και περιφέρειας, καθώς τα αίτια γένεσής τους άμεσα ή έμμεσα αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών που τα συγκροτούν3. Άρα ένα κοινωνικό κίνημα πόλης ή περιφέρειας προασπίζεται κάποια αξία που συνδέεται με συγκεκριμένους χρονοχώρους του «κάθε μέρα» ως βιώματα, ως πρακτικές, ως ανα- παραστάσεις. Για παράδειγμα, στην περίπτωση του κινήματος ενάντια στην περίφραξη του λόφου του Φιλοπάππου στην Αθήνα, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι τα κίνητρα για την κινητοποίηση συνδέονταν με τις πρακτικές που είχαν αναπτυχθεί σε σχέση με το λόφο, όπως οι χρονοχώροι βόλτας, αλλά και με αναμνήσεις, βιώματα και γενικότερες αναπαραστάσεις για το Φιλοπάππο ως ανοικτό χώρο. H πρακτική δηλαδή της κινητοποίησης μπορεί να εκληφθεί ως «απόδειξη» ότι ο συγκεκριμένος χρονοχώρος αποτελεί σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς της γειτονιάς, έστω και με διαφορετικούς τρόπους για τον καθένα και την καθεμία. Να διευκρινιστεί ότι η παραπάνω γενίκευση δεν οδηγεί στο απλοϊκό συμπέρασμα ότι συγκρούεται η παραμονή σε μια κατάσταση ενάντια στην αλλαγή και το καινούργιο, καθώς ο λόγος, οι προτάσεις και οι πρακτικές που συνήθως αναπτύσσουν τα κινήματα καταρρίπτουν αυτή τη διχοτομία4. Σε ευρύτερο επίπεδο, κινήματα όπως αυτό που έχει αναπτυχθεί στις Σκουριές στη Χαλκιδική ενάντια στις εξορύξεις θα μπορούσαν να αναγνωστούν ως αντιστάσεις σε μια προσπάθεια επιβολής μιας ριζικής αλλαγής στο σύνολο των χρονοχώρων της καθημερινότητας.

Σύμφωνα με τον προηγούμενο συλλογισμό και αν θεωρήσουμε ότι οι αντιλήψεις βρίσκονται σε μια συνεχή διαδικασία διαπραγμάτευσης, τότε η εμφάνιση ενός κινήματος αφορά ένα σημείο έντονης ορατότητας της σύγκρουσης μεταξύ μιας κυρίαρχης θεσμικά αντίληψης που προσπαθεί να επιβληθεί «από τα πάνω» και μίας άλλης που αφορά το συγκεκριμένο και καθημερινό. Εκφράζει, δηλαδή, μια αντίθεση σε επίπεδο αναπαραστάσεων μεταξύ αυτού που θεωρείται κυρίαρχο, ιδεολογικά και θεσμικά και κάποιων άλλων ιδεών που τελικά υπερισχύουν σε επίπεδο καθημερινότητας, τουλάχιστον όσον αφορά την ομάδα των ανθρώπων που συμμετέχει με διάφορους τρόπους στο κίνημα. Με άλλα λόγια η κινητοποίηση αναδεικνύει την υψηλή ιεράρχηση ενός ζητήματος, η αξία του οποίου δεν αναγνωρίζεται θεσμικά (τουλάχιστον στα δεδομένα χρονοχωρικά πλαίσια), υποτιμάται ή υποβαθμίζεται.

Αν θεωρήσουμε ότι η γειτονιά, η πόλη, κατασκευάζεται, εκτός από τις παρεμ- βάσεις «από τα πάνω», από το σύνολο των χρονοχώρων των κατοίκων που ζουν ή κινούνται στην περιοχή, τι τελικά υπερασπίζεται, και ως εκ τούτου ενισχύει και νομι- μοποιεί ένα κίνημα πόλης/περιφέρειας στην καθημερινότητα;

Η κυρίαρχη αυτή τη στιγμή θεώρηση για την καθημερινή ζωή την αντιμετωπίζει ως ένα άθροισμα κατακερματισμένων χρόνων και χώρων. Οι Lefebvre (1974/1991) και Giddens (1994), παρά τις σημαντικές διαφορές τους, συμφωνούν ότι κατά τη νεωτερικότητα ο χρόνος διαχωρίζεται από τον (κοινωνικό) χώρο. Ο χώρος ως επιφάνεια και απόσταση, ο χρόνος ως ποσότητα αποτελούν κάτι έξω από εμάς, τα υποκείμενα. Ο χρόνος και ο χώρος αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα, αγαθά, πόροι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά το δοκούν. Σε αυτή τη θεώρηση στηρίζονται έννοιες όπως «παραγωγικότητα» ή «αποδοτικότητα» καθώς και όλη η κυρίαρχη αξιολόγηση πρακτικών. Οι τάσεις «επιτάχυνσης», «ελαστικοποίησης» και τελικά εντατικοποίησης που παρατηρούνται στην καθημερινότητα των αστικών κέντρων αποτελούν πρακτικές που εκφράζουν αυτές τις αφηρημένες αναπαραστάσεις για το χρόνο και το χώρο (βλ. και Χαϊδοπούλου Βρυχέα, 2013: 45-54). Όσο πιο τυποποιημένοι γίνονται οι χρόνοι και οι χώροι τόσο πιο «λειτουργικούς» χρονοχώρους δημιουργούν (βλ. και Ritzer, 1994), χαρακτηριστικές εκφράσεις των οποίων αποτελούν η ζωνοποίηση των πόλεων, τα εμπορικά κέντρα και ο πολλαπλασιασμός των μη χώρων (Auge, 1996). Η «αξιοποίηση» αφορά την ποσότητα δραστηριοτήτων (χρονοχώρων) ανά μονάδα χρόνου, γι’ αυτό έχουν καταστεί αναγκαία το ξεπέρασμα των «εμποδίων» του χώρου και η χρονοχωρική συμπίεση (Ηarvey, 1989).

Ο χώρος και ο χρόνος ως μέτρηση δε διαθέτουν συγκεκριμένα κοινωνικά και πο- λιτιστικά χαρακτηριστικά. Είναι όχι απλώς ομοιόμορφοι, αλλά και κενοί, άδειοι από περιεχόμενο και πλαίσιο (βλ. και Giddens 1994). Μόνο ως κενοί και αφηρημένοι μπορούν να μετρηθούν, να αξιοποιηθούν και να λειτουργήσουν ως μέσο ανταλλαγής (βλ. και Αdam, 1995: 90). Ο αφηρημένος χώρος δε διαθέτει χρόνο, δεν έχει παρελ- θόν και παρόν παρά μόνο μέλλον που μπορεί να σχεδιαστεί σύμφωνα με τις ανάγκες συγκεκριμένων ομάδων πληθυσμού (που συνήθως ανήκουν στις ελίτ). Η σύλληψη ενός χώρου αποκομμένου από τη συγκεκριμένη του διαδρομή προφανώς παραβλέπει ή/και αποκλείει όσους αποτελούν μέρος αυτής της διαδρομής, αυτούς και αυτές που συνήθως ορίζονται ως «χρήστες» και «χρήστριες».

Αυτή η θεώρηση μπορεί να είναι κυρίαρχη αλλά στην καθημερινότητα διαπλέκεται, συγκρούεται και βρίσκεται σε συνεχή διαπραγμάτευση με έννοιες και πρακτικές που αντιμετωπίζουν το χώρο και χρόνο ως εμπειρία, προσδίδουν δηλαδή στο αφηρημένο και άδειο συγκεκριμένα βιωμένα χαρακτηριστικά. Μία από τις εκφάνσεις αυτών των βιω- ματικών αναπαραστάσεων είναι και η ανάπτυξη οικειότητας (η αλλιώς η μετατροπή του «χώρου» σε «τόπο»). Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι αυτό που υπερασπίζονται τα κινήματα πόλης και περιφέρειας είναι η έννοια του βιωμένου χώρου από τους κατοί- κους, δηλαδή η ανάπτυξη μιας σχέσης με συγκεκριμένους χώρους. Ο βιωμένος χώρος αφορά μια διαδρομή, μια σχέση χρόνου και χώρου και κατ’ αυτόν τον τρόπο επανενώνει έννοιες που η κυρίαρχη αναπαράσταση διαχωρίζει (βλ. και Lefebvre 1990: 120-1). Ο βιωμένος χώρος δεν μπορεί παρά να αφορά χρονοχώρους. Η αναπαράσταση που υπε- ρασπίζονται, άρα και ισχυροποιούν, τα κοινωνικά κινήματα πόλης/περιφέρειας είναι η υποστήριξη μιας άλλης σχέσης με το χώρο (και άρα και με το χρόνο) η οποία προϋπο- θέτει την ενεργή συμμετοχή στην παραγωγή τους. Δεν είναι (μόνο) η αξία «χρήσης» που διακυβεύεται, με την έννοια της χρήσης του χώρου ως αντικειμένου, αλλά η ίδια η κατασκευή του. Η ενεργή συμμετοχή στην παραγωγή ενός χώρου της καθημερινότητας σημαίνει διαμόρφωση μιας όψης, ενός χρονοχώρου, της πόλης. Στη συνέχεια θα φανεί ο τρόπος με τον οποίο οι κινηματικοί χρονοχώροι λειτουργούν σε αυτή τη διαδικασία.

Β) ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΧΩΡΟΙ ΚΑΙ Η ΑΝΑΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

Τα κινήματα πόλης/περιφέρειας παράγουν δικτυώσεις, επηρεάζουν πρακτικές, συμ- βάλλουν στην αναζωογόνηση των υπό διεκδίκηση χώρων και αποτελούν φορείς δι- εργασιών ανασημασιοδότησης του χώρου της πόλης. Η δημιουργία ενός κινήματος πόλης ή περιφέρειας αφορά την κατασκευή ενός νέου κοινού χρόνου και χώρου στην καθημερινότητα της γειτονιάς, της περιοχής, της πόλης και περιφέρειας. Αν, λοιπόν, η καθημερινή ζωή βρίσκεται σε συνεχή κίνηση τότε η εμφάνιση ενός κινηματικού χρονοχώρου προκαλεί μια περαιτέρω αλλαγή. Ένας νέος χρονοχώρος σημαίνει νέες πρακτικές, νέα βιώματα και νέες ιδέες (το «νέο» εδώ νοείται ως έστω και ελάχιστα διαφορετικό από το προηγούμενο). Τα πολλές φορές αρκετά ετερόκλητα άτομα που συμμετέχουν ενεργά σε ένα κίνημα συνεργάζονται για τη συγκρότηση συγκεκριμέ- νων πρακτικών κινητοποίησης/αντίδρασης, πρακτική που σημαίνει όσμωση και δη- μιουργία κοινών αναφορών. Ως χώρος συνάντησης διαδρομών και καθημερινοτήτων συμβάλλει στην ανάπλαση ατομικών και συλλογικών αντιλήψεων σε διάφορα επίπε- δα, διαδικασία που εντείνεται από το βαθμό «ανοικτότητας» αυτού του χώρου στο διαφορετικό. Ο κινηματικός χρονοχώρος, εξάλλου, όπως και κάθε χρονοχώρος, βρί- σκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπους χρονοχώρους της καθημερινό- τητας, τόσο σε ατομικό, όσο και συλλογικό επίπεδο, και γι’ αυτό η επιρροή του έχει διαφορετικά επίπεδα διάχυσης, στους άμεσα εμπλεκόμενους, σε θεσμικούς φορείς, στην ίδια τη γειτονιά και πόλη κ.λπ.

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η λειτουργία και η πορεία ενός κινήματος επηρεάζεται από τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο νέος χρονοχώρος θα μορφοποιηθεί και θα συναρθρωθεί με τους υπόλοιπους. Για τους συμμετέχοντες και τις συμμετέ- χουσες ο κινηματικός χρονοχώρος απαιτεί κάποια αναδιάρθρωση του «κάθε μέρα», ο βαθμός της οποίας θα εξαρτηθεί από την εμπλοκή του καθενός και της καθεμίας. Ο νέος χρονοχώρος συνδέεται και πολλές φορές αναμετράται με τους υπόλοιπους, ατομικούς ή συλλογικούς χρονοχώρους (οικογενειακούς, εργασιακούς -έμμισθους και μη-, ξεκούρασης, διακοπών κ.λπ.)5. Εντάσσεται, δηλαδή, στις συχνά ρευστές ιε- ραρχήσεις που ποικίλουν ανάλογα με την κοινωνική ομάδα (το φύλο, την ηλικία, την εργασιακή, οικογενειακή, οικονομική κατάσταση, την κοινωνική και εθνοτική προέλευση, κλπ.). Βάσει των παραπάνω αλλά και της συγκυρίας, οι κινηματικοί χρονοχώροι σε κάποιες περιόδους πιθανότατα να ιεραρχούνται υψηλότερα και σε άλλες χαμηλότερα· σε περιπτώσεις που εντείνονται οι κινητοποιήσεις ορίζουν ρυθμούς και χρόνους και θα καθορίσουν, έστω και εφήμερα, το «κάθε μέρα» τουλάχιστον γι’ αυτούς που συμμετέχουν πιο ενεργά. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, θα μπορούσα- με να υποστηρίξουμε ότι πέρα από εύκολα ή δύσκολα συναρθρώσιμος, ο συνολικός τρόπος που τελικά βιώνεται ένας κινηματικός χρονοχώρος (ως ανάγκη συμμετοχής ή/και ως καθήκον ή/και ως εργασία ή/και ως διασκέδαση, ή/και ως κοινωνικοποίηση ή/και κ.λπ.) θα επηρεάσει τις πρακτικές που συνδέονται με αυτόν.

Οι δυσκολίες που εμφανίζει η συνάρθρωση ενός επιπλέον, μη σταθερού χρονοχώ- ρου στην καθημερινότητα, ιδίως σε αστικά περιβάλλοντα που κυριαρχούν η επιτά- χυνση και η εντατικοποίηση, καθορίζουν ως ένα βαθμό και την «ανοικτότητα» ενός κινήματος. Η συνθήκη της τοπικότητας, που χαρακτηρίζει τα κινήματα πόλης/περι- φέρειας, το γεγονός ότι οι πρακτικές που αναπτύσσουν «χωροθετούνται» και βιώνο- νται στο πλαίσιο της γειτονιάς ή της ευρύτερης περιοχής κατοικίας και μετακίνησης, διευκολύνει τη συνάρθρωση, ιδίως για ομάδες των οποίων μεγάλο μέρος της καθη- μερινότητας συνδέεται με τη συγκεκριμένη περιοχή. Για παράδειγμα, μια συνάντηση σε παιδική χαρά, με καλό καιρό, μια Κυριακή απόγευμα, θα αυξήσει τις πιθανότητες συμμετοχής γονιών με παιδιά και ιδίως μητέρων. Αυτό λειτουργεί και αντίστροφα. Όσοι και όσες συνδέουν μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς τους με την ευρύ- τερη περιοχή διεκδίκησης, άρα οι καθημερινές τους πρακτικές προϋποθέτουν την ανάπτυξη μιας σχέσης με το χώρο, είναι πιο πιθανό να αντιδράσουν σε μια έξωθεν παρέμβαση. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ένας από τους λόγους της διάρκειας και της δυναμικότητας πολλών κοινωνικών κινημάτων πόλης και περιφέρειας είναι οι ποικίλες εκφράσεις αυτής της τοπικότητας.

Οι νέοι χρονοχώροι ως πεδία διαπραγμάτευσης της εμπειρίας της καθημερινότη- τας, εκτός των άλλων, συμβάλλουν στη συνεχή (ανα)νοηματοδότηση του χώρου. Με αυτή την έννοια, ακόμα και όταν ο κινηματικός χρονοχώρος παύσει να υπάρχει, θα έχει επηρεάσει αλλά και θα συνεχίζει να επηρεάζει τις πρακτικές και τις αντιλήψεις όχι μόνο των άμεσα εμπλεκομένων, αλλά και ευρύτερων συνόλων πολιτών, θεσμι- κούς παράγοντες αλλά και την ίδια την πόλη και τις αντιλήψεις για το χώρο. Αυτό βέβαια συμβαίνει σε όλα τα κινήματα που αναπτύσσουν μια έντονη σχέση με συγκεκριμένους χώρους, άσχετα από το αν οι διεκδικήσεις αφορούν αστικά, με τη στενή έννοια, αιτήματα. Το κίνημα των πλατειών συνδέθηκε με ιστορίες, βιώματα, εικόνες και άλλαξε τη συλλογική αναπαράσταση για τις ίδιες τις πλατείες. Ο χρονοχώρος των κινητοποιήσεων του Συντάγματος επηρέασε με διαφορετικούς τρόπους ακόμα και αυτούς που δεν συμμετείχαν, αλλά απλώς άκουσαν ή είδαν εικόνες από το Σύνταγμα. Η οικειοποίηση του Συντάγματος από τα άτομα και τις συλλογικότητες που συμμε- τείχαν, οι πρακτικές που αναπτύχθηκαν δημιούργησαν μια διαφορετική πλατεία και κατ’ επέκταση άλλαξαν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, κάποιες αντιλήψεις περί δημόσιου χώρου. Η εικόνα των ανθρώπινων αλυσίδων που προσπαθούσαν να πλύ- νουν το Σύνταγμα από τα δακρυγόνα με μικρά μπουκαλάκια νερό, αυτή η φροντίδα για το βιωμένο χώρο, ήρθε ως αποτέλεσμα μιας συλλογικής οικειοποίησης του δημό- σιου. Ο Σταύρος Σταυρίδης, προχωρώντας παραπέρα, διακρίνει σε αυτές τις πρακτικές την «επανεπινόηση του κοινού» (2011: 177).

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΟΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΥ

Λόγω της συνεχούς κίνησης της καθημερινότητας είναι δύσκολο να μελετήσουμε τις διαδικασίες παραγωγής αντιλήψεων και ανανοηματοδότησης εννοιών. Επιπλέ- ον, αυτές οι διεργασίες είναι αόρατες, γιατί αφορούν αναπαραστάσεις αντίθετες με τις κυρίαρχες και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της εξουσίας είναι η επιβολή της δικιάς της μονοδιάστατης πραγματικότητας. Στην καθημερινότητα, εξάλλου, όλα είναι εφήμερα και όλα αλλάζουν συνεχώς, έστω και κάθε φορά ανεπαίσθητα και οι αντιλήψεις εμφανίζουν ιδιαίτερα αργούς ρυθμούς αλλαγής. Οι χρονοχώροι του παρό- ντος και του παρελθόντος επηρεάζουν το εδώ και το τώρα, αλλά και το μέλλον, και τα ορατά σημάδια δεν εκφράζουν απαραίτητα τις άπειρες διεργασίες που συντελούνται στο «κάθε μέρα». Αν η δράση των κινημάτων αποτελεί το πιο ορατό σημάδι μιας δια- δικασίας που ξεκινάει πριν την εμφάνισή τους και συνεχίζει να συντελείται και μετά την εξαφάνισή τους, τότε η μελέτη τους καθώς και η διερεύνηση των αλλαγών που πιθανώς επιφέρουν σε πρακτικές και αναπαραστάσεις μπορεί να φωτίσει ένα έστω μικρό κομμάτι της αργής αλλά συνεχούς πορείας αναδιαμόρφωσης αντιλήψεων.

Τα κοινωνικά κινήματα πόλης και περιφέρειας φωτίζουν τις αόρατες πολιτιστικές αλλαγές, τις αόρατες πολιτικές μάχες που συντελούνται στο «κάθε μέρα», καθώς αποτελούν ιδιαίτερα ορατές στιγμές σύγκρουσης μεταξύ αναπαραστάσεων κυρίαρ- χων/αφηρημένων και συγκεκριμένων, βιωμένων, καθημερινών. Τα κινήματα πόλης και περιφέρειας υπερασπίζουν το δικαίωμα στο συλλογικό ορισμό του καθημερινού προτείνοντας νέους ορισμούς του χώρου και μέσω αυτής της διαδικασίας νομιμοποιούν την αξία του βιωμένου. Υπό αυτό το πρίσμα εμφανίζουν συγκλίσεις με άλλα κινήματα, αγροτικά, οικολογικά, ιθαγενικά (βλ. και Zibechi, 2010). Η υψηλή αξιολό- γηση της σχέσης με το χώρο ως πρακτική, η ενίσχυση τελικά της αναπαράστασης του βιωμένου χώρου, ανατρέπουν τις κυρίαρχες ιεραρχήσεις και αμφισβητούν τη μονοσήμαντη αντίληψη του χώρου και του χρόνου ως αντικείμενα. Ευρύτερα, η διεκδίκηση της παραγωγής του καθημερινού, είτε αποσπασματική είτε συνολική, ως στοιχείο σύγκλισης μεταξύ διαφορετικών εγχειρημάτων και κινητοποιήσεων (βλ. και Mayer, 2009, Petropoulou, 2013, αλλά και Βαρκαρόλης, 2012) εμπλουτίζει τη συζήτηση για τη σχέση τοπικού – παγκόσμιου και τη συγκρότηση του glocal. Κυρίως, όμως, αυτές οι γειτνιάσεις δείχνουν τη δημιουργία μιας νέου είδους γενίκευσης «από τα κάτω» που συνδέει κινητοποιήσεις με διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές πρακτικές αλλά και διαφορετικά βιώματα τοπικότητας. Η ανάδειξη χαρακτηριστικών της καθημερινής ζωής και μετατροπής τους σε πεδίο συλλογικής έκφρασης και διεκδίκησης φανερώνει τη νομιμοποίηση και ισχυροποίηση αξιακών ιεραρχήσεων που οικοδομούνται με βάση το δικαίωμα στη διαμόρφωση του καθημερινού χρόνου και χώρου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι υπάρχουν δύο βασικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το σχήμα του Lefebvre: οι βιωμένοι χώροι δεν αντιμετωπίζονται ως παθητικοί και οι αναπαραστάσεις δεν περιορίζονται στις κυρίαρχες, στον λόγο δηλαδή των ειδικών. Αναλυτικότερα βλέπε: Χαϊδοπούλου Βρυχέα,

2008: 31-44.

2. Στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου της D. Massey ο όρος «trajectories» έχει αποδοθεί ως «τροχιές». Θεωρώ ότι η απόδοση ως «διαδρομές» είναι πιο ακριβής.

3. Ο Castells αναδεικνύει το σύνδεση μεταξύ καθημερινής ζωής και κινημάτων πόλης μέσα από την έννοια της «προβληματικής της πόλης» (Καστέλς, 1973/1980:11-12), ενώ ο Villasante (1984) βάζει στο επίκεντρο της έρευνάς του ακριβώς αυτή τη σχέση. Γενικότερα, η συνεισφορά του Lefebvre στο θέμα της σημασίας του καθημερινού για τη συγκρότηση του αστικού χώρου υπήρξε καθοριστική (για μια πιο σύγχρονη προσέγγιση βλ. Βαΐου, 2000).

4. Βλέπε χαρακτηριστικά τις ιστοσελίδες του Παρατηρητηρίου Ελεύθερων Χώρων Αθήνας-Αττικής (http://www.asda.gr/elxoroi/default.htm ) και των Λόφων Φιλοππάππου (http://filopappou.wordpress. com/) όπως και Καβουλάκος, 2008.

5. Όταν πια δεν υπάρχει ακριβής διαχωρισμός μεταξύ κινηματικών χρονοχώρων και υπόλοιπης καθημερινότητας, διαδικασία που σε κάθε περίπτωση είναι αργή και μακροχρόνια, τότε μπορούμε να μιλάμε για τη σταδιακή συγκρότηση μιας άλλης καθημερινότητας (ή αλλιώς την πλήρη πραγματοποίηση του «δικαιώματος στην πόλη»).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adam, B. (1995) Timewatch. The social analysis of time. Κέιμπριτζ: Polity Press. Augé, M. (1992/1996). Los ‘no lugares’. Espacios del anonimato. Una antropología de la sobremodernidad, μτφρ. M. N. Mizraji. Βαρκελώνη: Editorial Gedisa. Βαΐου, Ντ. (2000) Πόλη και πολίτες: Η καθημερινή ζωή και το «δικαίωμα στην πόλη». Στο: Μοδινός, Μ., Ευθυμιόπουλος, Η. (επιμ.). Η βιώσιμη πόλη. Αθήνα: Εκδόσεις Στοχαστής, 204-216. Βαΐου, Ντ. & Χατζημιχάλης, Κ. (2012). Ο χώρος στην αριστερή σκέψη. Αθήνα: Ινστιτούτο Νίκος Πουλατζάς – Εκδόσεις Νήσος. Βαρκαρόλης, Ορ. (2012). Δημιουργικές αντιστάσεις και Αντεξουσία. Εγχειρήματα και προβληματισμοί του ριζοσπαστικού κινήματος στον 21 αιώνα. Αθήνα: Καφενείον «Το Παγκάκι». Crang, M. (2001) Rhythms of the city. Temporalised space and motion. Στο: May J., Thrift N. (επιμ.). Timespace – geographies of temporality. Λονδίνο: Routledge, 187-207. Giddens, A. (1990/1994) Consecuencias de la modernidad, μτφρ. A. Lizón Ramón. Μαδρίτη: Alianza Editorial. Στα ελληνικά: Giddens A. (2001). Οι συνέπειες της νεοτερικότητας, μτφρ. Γ. Μερτίκας. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική. Harvey, D. (1989) The condition of postmodernity. An enquiry into the origins of cultural change. Κέιμπριτζ: Blackwell. Στα ελληνικά: Harvey D. (2009). Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας. Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολής, μτφρ. Ελ. Αστερίου. Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο. Καβουλάκος, Κ. Ι. (2008) Προστασία και διεκδίκηση δημόσιων χώρων: Ένα κίνημα της πόλης στην Αθήνα του 21ου αιώνα. Στο: Εμμανουήλ Δ., Ζακοπούλου Έ., Καυταντζόγλου Ρ., Μαλούτας Θ., Χατζηγιάννη Α. (επιμ.). Κοινωνικοί και χωρι- κοί μετασχηματισμοί στην Αθήνα του 21ου αιώνα. Αθήνα: ΕΚΚΕ, 387-426. Καστέλς, Μ. (1973/1980) Πόλη και κοινωνικοί αγώνες, μτφρ. Γ. Κόκκινος, Μ. Παγκάλου. Αθήνα: Εκδόσεις Αγώνας. Lefebvre, H. (1968/1977) Το δικαίωμα στην πόλη, μτφρ. Π. Τουρνικιώτης, Κ. Λωράν. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση. Lefebvre, H. (1974/1991) The production of space, μτφρ. D. Nicholson – Smith. Οξφόρδη: Blackwell Publishing. Lefebvre, H. (1975/1990) Μηδενισμός και αμφισβήτηση, μετ. Λ. Τρουλινού. Αθήνα: Εκδόσεις Ύψιλον. Λόφοι Φιλοππάππου. Διαθέσιμο στο: http://filopappou.wordpress.com/. Massey, D. (2005) For Space. Λονδίνο: Sage. Στα ελληνικά: Massey D. (2009). Για το χώρο, μτφρ. Ι. Μπιμπλή. Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Mayer, Μ. (2009) The ‘Right to the City’ in the context of shifting mottos of urban social movements. City, 13(2-3), 362-374. Παρατηρηρητήριο Ελεύθερων Χώρων Αθήνας – Αττικής. Διαθέσιμο στο: http://www. asda.gr/elxoroi/default.htm. Petropoulou, Ch. (2013) “Alternative Networks of Collectivities” and “Solidarity- Cooperative Economy” in Greek cities: Exploring their theoretical origins. Journal of Regional Socio-Economic Issues, 3, 2: 61-85. Ritzer, G. (1994) The McDonaldization of society: Αn investigation into the changing character of contermporary social life. Θάουζαντ Όουκ: Pine Forge Press. Σταυρίδης, Στ. (2011) Πλατείες: Επινοώντας το κοινό, ανιχνεύοντας ξανά δρόμους προς τη συλλογική χειραφέτηση. Στο: Γιοβανόπουλος Χρ., Μητρόπουλος Δ. (επιμ.). Δημοκρατία under construction. Από τους δρόμους στις πλατείες. Αθήνα: Εκδόσεις Α/συνέχεια, 169-183. Villasante, Τ. R. (1984) Comunidades locales. Alálisis, movimientos sociales y alternativas. Μαδρίτη: Instituto de Estudios de administración Local. Χαϊδοπούλου Βρυχέα, Μ. (2008) Χρονοχώροι στην πόλη και καθημερινότητα. Συγκριτική μελέτη στην Αθήνα και την πόλη του Μεξικού, διδακτορική διατριβή. Αθήνα: Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. Διαθέσιμο στο: http://thesis.ekt. gr/thesisBookReader/id/22483#page/1/mode/2up. Χαϊδοπούλου Βρυχέα, Μ. (2013) Για τη σημασία της καθημερινότητας. Αθήνα: Εκδόσεις Νήσος. Zibechi, R. (2010) Αυτονομίες και χειραφετήσεις. Η Λατινική Αμερική σε κίνηση, μτφρ. Συλλογική. Αθήνα: Αλάνα.

Προς υπεράσπιση της καθημερινότητας

της Μαρίας Χαϊδοπούλου-Βρυχέα

Ι. Ο «καναπές»

2-mariw

ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΝΤΕ ΚΙΡΙΚΟ, «ΤΟ ΤΟΡΙΝΟ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ», 1960

Έχουν γραφτεί αρκετά άρθρα τα τελευταία χρόνια με επικριτική διάθεση για τον κόσμο που δεν κινητοποιείται, που υποφέρει και «δεν κάνει τίποτα». Σε γενικές γραμμές όλοι συμφωνούν, ακόμα κι αυτοί που το κάνουν («καλά να πάθουμε ….»). Αλλά μήπως πρέπει να δούμε τελικά τι κάνει ο κόσμος; Μήπως η απλή φράση «κάθονται στον καναπέ τους» υποτιμάει βαθύτατα αυτό που ζούμε στο τώρα;

Τα χρόνια της κρίσης έχουν προκαλέσει ριζικές αλλαγές στην καθημερινότητα, κάποιες από τις οποίες έχουν συζητηθεί πολύ, κάποιες άλλες όχι και τόσο. Στις τελευταίες συγκαταλέγεται και το βίωμα του «κάθε μέρα» ως συνόλου δυσκολιών που απαιτούν επίλυση. (Είναι η άλλη όψη της κατάρρευσης των δημόσιων υπηρεσιών, του συστήματος υγείας και γενικά του κράτους πρόνοιας…) Το «εδώ και τώρα» (προσωπικό, οικογενειακό, φιλικό, επαγγελματικό) απαιτεί επεκτατικά χρόνο και χώρο. Το «κάθε μέρα» απαιτεί πλέον πολλή ενέργεια και εργασία (όχι απαραίτητα αναγνωρισμένη ως τέτοια).

Σωρεία πληροφοριών προς επεξεργασία, αγωνία για το αύριο, προβλήματα που προκύπτουν ξαφνικά, αλλαγές προγραμματισμού, να μην ξεχάσω να πληρώσω το λογαριασμό, τα παιδιά, η μόνη μητέρα, η άρρωστη φίλη… έγνοιες και «δουλειές» δημιουργούν μια αίσθηση πνιξίματος και, κυρίως, βάρους. Αυτοί που υποστηρίζουν ότι «μας ψεκάζουν», πέρα από τη σχεδόν μεταφυσική εξήγηση που παραθέτουν, αναγνωρίζουν τη κυριαρχία ενός συλλογικού βιώματος συνεχούς θολούρας στον εγκέφαλο. Η συγκέντρωση έχει γίνει δύσκολη, και οι διαφόρων τύπων δουλειές πιο κουραστικές και χρονοβόρες.

Πάνε χρόνια τώρα που το «κάθε μέρα» βαραίνει, αθροιστικά. Γιατί το «κάθε μέρα» απαιτεί άπειρες και συνεχείς κινητοποιήσεις, ατομικές και συλλογικές. Κινητοποιήσεις ορατές, στους δρόμους, στις πορείες, σε συζητήσεις, σε δράσεις, διαμαρτυρίες. Και κινητοποιήσεις αόρατες, καθώς δεν καταγράφονται οι αυτοκτονίες που αποτράπηκαν, οι άρρωστοι που υποφέρουν λίγο λιγότερο, δεν καταμετρούνται οι τρόποι που χιλιάδες άτομα και δίκτυα, κινούνται καθημερινά για να είμαστε λίγο καλύτερα: πρόκειται για χρόνο και χώρο που διατίθενται σε κάποιους άλλους, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, οργανωμένα ή άτυπα, για να γίνει πιο υποφερτό το «κάθε μέρα» όλων μας, για να είμαστε λιγότερο θλιμμένοι και θλιμμένες.

Σ’ αυτή τη δύσκολη καθημερινότητα ο καναπές γίνεται απαραίτητος για να ανακτήσουμε δυνάμεις, για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το βαρύ «κάθε μέρα». Οι άνθρωποι δεν είναι μηχανές, και όταν τα σώματα και τα πνεύματα καταρρέουν ζητούμενο δεν μπορεί παρά να είναι η ανάπαυλα. Πέρα από την ξεκούραση και το άδειασμα του μυαλού, ο καναπές μπορεί να είναι και ο χρόνος και ο χώρος της επαφής και της περισυλλογής. Μπορεί να είναι ο χρόνος και ο χώρος που μιλάς με την οικογένειά σου και βλέπεις τα παιδιά σου, μπορεί να είναι η ώρα του γέλιου και της χαλάρωσης με φίλους. Ο καναπές μπορεί να είναι χρόνος πολιτικής κριτικής, χλευασμού και απαξίωσης των δελτίων ειδήσεων. Επίσης, ο καναπές μπορεί να είναι ο χρόνος που ενημερωνόμαστε, διαβάζουμε, σκεφτόμαστε για το σήμερα και το αύριο, ή που μιλάμε, συζητάμε και ανταλλάσσουμε απόψεις.

Ο καναπές, ένας καφές, μια γιορτή, ένα γέλιο μπορεί να είναι το κομμάτι του χρόνου και του χώρου που ξεκλέβουμε και επανοικειοποιούμαστε, σηματοδοτώντας μια παύση από το χρόνο που μας επέβαλλαν, μια μικρή παύση σε μια καθημερινότητα συνεχούς άγχους για το αύριο. Αυτοί οι χρόνοι και χώροι μπορεί να είναι αναγκαίοι για να επεξεργαστούμε το «εδώ και τώρα», να πάρουμε μια ανάσα για να δούμε πιο καθαρά όλα τα τραγικά που μας περιτριγυρίζουν. Αυτοί οι χρόνοι μπορεί να αποτελούν μικρά, καθημερινά «ως εδώ», να είναι μέρος μιας άρνησης στο εδώ και τώρα της επιβολής ενός καθεστώτος εξαίρεσης. Γι’ αυτό ας μην τα απαξιώνουμε τόσο, ας μην απαξιώνουμε τις ανάσες, τους αργούς χρόνους και αυτά που μπορεί να φέρουν.

ΙΙ. Ο αργός χρόνος των πολλών

Η αντιπαράθεση μεταξύ αγορών και πολιτικής («οι πολιτικές αποφάσεις καθυστερούν… οι αγορές δεν μπορούν να περιμένουν….»), αφορά μια σύγκρουση για τον χρόνο, γι’ αυτό η μάχη είναι εξαρχής άνιση. Ο χρόνος των αγορών είναι ομοιόμορφος και κενός· όσο πιο σύντομος συνήθως τόσο πιο επικερδής. Η πολιτική, αντίθετα, όσο πιο ανοικτή και συμμετοχική τόσο πιο χρονοβόρα. Οι διαβουλεύσεις (χωρίς εισαγωγικά) χρειάζονται χρόνο όχι μόνο για να εκθέσουμε ό,τι εμείς έχουμε σκεφτεί, αλλά και για να ακούσουμε αυτά που ενδιαφέρουν τον άλλον ή την άλλη να πει. Και μετά να το ξανασκεφτούμε και να το ξανασυζητήσουμε. Ναι, ο διάλογος και η δημοκρατία χρειάζονται χρόνο, στοιχείο ιδιαίτερα προβληματικό όταν εμποδίζει τις αγορές να τρέχουν ακόμα πιο γρήγορα.

Αν «ο χρόνος είναι χρήμα» τότε η συνεχής εντατικοποίηση, η συμπίεση των χρόνων, η μείωση της σημασίας του χώρου είναι ο μόνη δυνατή επιλογή, ο μόνος πιθανός δρόμος. Στην καθημερινότητα, όμως, η οικονομίστικη αντίληψη του χρόνου συγκρούεται με τον χρόνο (και τον χώρο) ως βίωμα, με τους ρυθμούς του σώματος, με συλλογικές ανάγκες που δεν κρίνονται αρκετά παραγωγικές ή λειτουργικές από το οικονομικό σύστημα. Μ’ αυτή την έννοια τα μέτρα που επιβάλλονται στοχεύουν να αναγκάσουν τους «τεμπέληδες του Νότου» να πειθαρχήσουν στον εντατικοποιημένο ρυθμό των αγορών, και άρα να τυποποιήσουν περισσότερο τον χρόνο και τον χώρο (τους) ώστε να μπορούν να γίνουν περισσότερο εκμεταλλεύσιμοι κι επικερδείς. Γι’ αυτό οι επενδύσεις φαστ τρακ έρχονται ως απάντηση στα κινήματα που υπερασπίζονται τον βιωμένο χώρο, της γειτονιάς, ενός πάρκου, ενός δάσους, μιας περιοχής.

Στην καθημερινότητα συντελείται μεγάλο μέρος της πολιτικής επαφής, ζύμωσης, ώσμωσης και διαπραγμάτευσης: στο καφενείο, στο δρόμο, στο τρόλεϊ, στο ψιλικατζίδικο, στα κοινωνικά δίκτυα, στη λαϊκή, στη γειτονιά, στη δουλειά… Και η κοινωνία σήμερα μπορεί να φαίνεται μουδιασμένη, αλλά μιλάει γι’ αυτό, στην καθημερινότητά της μιλάει για την πολιτική, για τα διεθνή και εγχώρια οικονομικά, για το σήμερα και το αύριο. Και ενημερώνεται, και ακούει, και σκέφτεται, και συζητάει. Κι αυτό είναι καλό αλλά, δυστυχώς, χρειάζεται χρόνο, χρόνο «αργό».

Το σύνθημα «οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη», εκτός των άλλων, σημαίνει την υπεράσπιση των διαφορετικών χρόνων και χώρων των πολλών ενάντια στον ομοιόμορφο κενό χρόνο και χώρο του κεφαλαίου. Ο χρόνος των πολλών είναι αργός γιατί περιλαμβάνει πολλούς διαφορετικούς χρόνους, τόπους και ρυθμούς, πολλές διαφορετικές ανάγκες. Η απαξίωση του «αργού», άχρηστου, χρόνου αποτελεί συστατικό χαρακτηριστικό του κυρίαρχου συστήματος, ακριβώς γιατί μπορεί να συμπεριλάβει όλους και όλες και όχι μόνο τους λίγους και πιο «γρήγορους».

ΙΙΙ. «Καλά, και πώς ζείτε;»

Πριν αρκετό καιρό, σε μια κουβέντα με φίλους από το εξωτερικό, κι αφού είχα σκιαγραφήσει με μελανά χρώματα την κατάσταση στην Ελλάδα, την ανεργία, τις μειώσεις στους μισθούς, τους αβάστακτους φόρους, τον παραλογισμό, ήρθε η ερώτηση: «Καλά, και πώς ζείτε;». Μα, θα μου πείτε: «Δεν ζούμε, προσπαθούμε να επιβιώσουμε». Ναι, ακόμα κι έτσι. (Προφανώς και οι κυβερνώσες ελίτ τα ίδια σκέφτονται, για άλλους βέβαια λόγους.)

Και δεν είναι μόνο το πώς ζούμε, αλλά και το πώς δεν έχουμε σφαχτεί μεταξύ μας, για λίγο φαγητό, για μια δουλειά, για μια ιδέα που υπόσχεται κάτι λίγο καλύτερο, τουλάχιστον σε εμάς. Θα μου πείτε: Ε, ψιλοσφαζόμαστε. Ναι, συμφωνώ, αλλά θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερα. Ακόμα και η εγκληματικότητα και η βία, δεδομένων των συνθηκών και της φτώχειας, θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερες.

Επιβιώνουμε λοιπόν και δεν έχουμε αλληλοσφαχτεί (τουλάχιστον ακόμα), χάρις στην αυτοοργάνωσή μας, χάρις στα δίκτυα στήριξης κι αλληλεγγύης, οικογενειακά, φιλικά, συλλογικά, οργανωμένα ή άτυπα. Από τις νοικοκυρές που αφήνουν φαγητό στους σκουπιδοντενεκέδες, μέχρι το Μητροπολιτικό Ιατρείο του Ελληνικού, χιλιάδες άνθρωποι με διαφορετικούς τρόπους έχουν συμβάλει ώστε αυτή η κοινωνία να μην κατασπαράξει τις σάρκες της, κυριολεκτικά.

Το γεγονός ότι η αυτοοργάνωση και η αλληλεγγύη στην καθημερινότητα μπορούν να εμφανιστούν άτυπα δεν μειώνει το γεγονός ότι οι αξίες αυτές ισχυροποιούνται μέσα από ποικίλες πρακτικές. Η προσέγγιση του «άλλου» στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι ανοικτή και χωρίς διακρίσεις. Και πιθανώς αυτές οι πρακτικές να ενισχύονται γιατί στηρίζονται σε στοιχεία μιας σύνθετης πολιτισμικής παράδοσης που περιλαμβάνει θετικές μνήμες επαφής με το διαφορετικό και πολλές φορές επιβάλει την αλληλοβοήθεια.Και σίγουρα αυτές οι πρακτικές ισχυροποιούνται στο σήμερα γιατί έχουν προηγηθεί δύο τουλάχιστον δεκαετίες έντονων κινηματικών ζυμώσεων, δράσεων, συζητήσεων, επαφών με το εξωτερικό και στο εσωτερικό. Αυτοί οι χρόνοι και χώροι, οι πρακτικές και τα βιώματα που γέννησαν, τα μικρά λιθαράκια, είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την οικοδόμηση μιας καλύτερης, δικαιότερης, κοινωνίας. Γιατί το αύριο, όποιο κι αν είναι, καθορίζεται από τις αξίες που ενισχύονται στο σήμερα.

Γι’ αυτό νομίζω ότι θα έπρεπε να χαιρόμαστε περισσότερο για τα τόσα πολλά, μικρά και μεγάλα, παραδείγματα (ή αλλιώς χρόνους και χώρους) αντίδρασης, αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης, για όσα έχουν συμβεί και συμβαίνουν μέσα στην καθημερινότητά μας, για τις εμπειρίες που την μπολιάζουν: για τις καθαρίστριες, για το πείραμα της ανοιχτής ΕΡΤ, για τα αυτοοργανωμένα εγχειρήματα, για τις τόσες συζητήσεις που γίνονται, για αυτά που μας έμαθε το Σύνταγμα, για τους/τις διοικητικούς, τους/τις εκπαιδευτικούς, τους/τις γιατρούς και τους/τις χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους που προσπαθούνε να διορθώσουν τις αδικίες του συστήματος, για αυτές και αυτούς που αντέχουν και ξημεροβραδιάζονται στους δρόμους και στις συναντήσεις, για όσους συντρέχουν στις καραβιές των μεταναστών, για όσες αφήνουν φαγητό και ρούχα δίπλα στους κάδους…

Όλα αυτά να τα αναγνωρίζουμε. Αν δεν υπήρχαν, θα έπρεπε όντως να μεταναστεύσουμε, να πάμε στους φαντασιακούς εκείνους τόπους, που-πάντα-όλα-είναι-καλύτερα-από-δω. Και ναι, προφανώς αυτή είναι μια αισιόδοξη άποψη, αλλά είναι από θέση αισιόδοξη. Αν δεν βλέπουμε στο σήμερα κομμάτια και όψεις του κόσμου που οραματιζόμαστε, μαζί με τις αδυναμίες του/μας, το αύριο δεν θα το δούμε ποτέ.

Η Μαρία Χαϊδοπούλου Βρυχέα είναι δρ πολιτισμικής γεωγραφίας. Από τις εκδόσεις νήσος κυκλοφορεί το βιβλίο της «Για τη σημασία της καθημερινότητας».