Αρχείο ετικέτας Κύρκος Δοξιάδης

Οι αντι-ΣΥΡΙΖΑ «φίλοι» του ΣΥΡΙΖΑ

Κύρκος Δοξιάδης

Η σημερινή ιδεολογική και πολιτική φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ είναι λίγο-πολύ δεδομένη από τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και των εθνικών εκλογών – ιδίως των πρώτων. Σύμφωνα με αυτά, το ταξικό στίγμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι εκείνο του κόμματος της ριζοσπαστικής, δηλαδή της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Τον ΣΥΡΙΖΑ τον ψήφισαν οι αληθινοί καταφρονεμένοι της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης κοινωνίας: κυρίως οι άνεργοι, που βρίσκονται σε σχέση συγκοινωνούντων δοχείων με το σύγχρονο προλεταριάτο της «ευέλικτης» και επισφαλούς εργασίας.

Αυτό δεν αλλάζει – αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αυτοκαταργηθεί ως κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Και γι’ αυτό οι επιθέσεις που δέχεται, και τώρα που βρίσκεται στην αντιπολίτευση, συνεχίζονται ανελέητα. Θα έπρεπε όμως να διακρίνουμε τούτες τις επιθέσεις σε δύο βασικά είδη.

Το πιο απροκάλυπτο είδος είναι το σύνηθες υβρεολόγιο και η συναφής χοντροκομμένη προπαγάνδα. Λαϊκιστές, κατσαπλιάδες, ψεύτες, υποκριτές, εραστές της καρέκλας, γεμάτοι ιδεοληψίες, αυτοί που χρέωσαν τη χώρα με αμύθητα ποσά προκειμένου να ικανοποιήσουν τις μωροφιλοδοξίες τους. Υπάρχει όμως κι ένα πιο «ύπουλο» είδος, το οποίο εμφανίστηκε κυρίως μετά την υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ και την αποδοχή του τρίτου μνημονίου το καλοκαίρι του 2015 και το οποίο επανακάμπτει δριμύτερο τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε στην αντιπολίτευση μεν, παραμένοντας κόμμα εξουσίας δε.

Το βρίσκουμε κυρίως σε άρθρα του έντυπου και του ηλεκτρονικού Τύπου. Προκειμένου να είναι αποτελεσματική, δηλαδή πειστική, αυτού του είδους η αντι-συριζαϊκή προπαγάνδα προέρχεται από άτομα που έχουν καταφέρει να παρουσιάζονται στον δημόσιο λόγο ως «φίλα προσκείμενα» στον ΣΥΡΙΖΑ – έχοντας κατά καιρούς υπερασπιστεί το εν λόγω κόμμα έναντι των αντιπάλων του, έχοντας στηρίξει κάποιες από τις επιλογές του. Ποτέ όμως υιοθετώντας επί της ουσίας μια αληθινά αντισυστημική θέση και κατά κανόνα «ενθαρρύνοντας» τις πολιτικές που ως κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ αναγκάστηκε να εφαρμόσει προσαρμοζόμενος στις μνημονιακές επιταγές.

Τούτη λοιπόν η «φιλο-συριζαϊκή» αρθρογραφία, τις τελευταίες εβδομάδες, μετά τις πρόσφατες εκλογές, έχει «οργιάσει». Ο προπαγανδιστικός στόχος της είναι κρυστάλλινος: να πειστεί η ηγετική -περί τον Αλέξη Τσίπρα- ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ να μεταλλάξει το κόμμα του οποίου ηγείται σε ένα μόρφωμα που δεν θα θυμίζει καθόλου τον παλιό εαυτό του. Η επιχειρηματολογία που έχει επιστρατευτεί κινείται σε δύο άξονες, που με τη σειρά τους στηρίζονται σε δύο δίπολα.

Πρώτο δίπολο λοιπόν, που αφορά την εικόνα του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ. Από τη μια, τα «βαρίδια»: τύποι αργόσχολοι, συμπλεγματικοί, ψευτοκουλτουριάρηδες, που σκέφτονται και εκφράζονται με «αριστερόμετρα», συνεδριάζοντας ώρες ατέλειωτες σε σκοτεινές αίθουσες γεμάτες καπνίλα και αποτσίγαρα, ανακυκλώνοντας παρωχημένες ιδέες που ήταν της μόδας στα seventies και που δεν έχουν την παραμικρή επαφή με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Μεμψίμοιροι και μίζεροι – κάτι σαν σημερινή εκδοχή των «μοιραίων» του Βάρναλη με δήθεν ιδεολογικο-πολιτικές ανησυχίες. Και από την άλλη, η ελπίδα: η απαστράπτουσα προσωπικότητα του αληθινά χαρισματικού ηγέτη Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος πρέπει επιτέλους να απαλλαγεί από τα «βαρίδια» και να προχωρήσει ακάθεκτος στη συγκρότηση ενός νέου, σύγχρονου, αληθινά προοδευτικού κόμματος με όσους γνήσια προοδευτικούς και άξιους ανθρώπους διαθέτει ο δημόσιος βίος της χώρας.

Το δεύτερο δίπολο αφορά τη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την κοινωνία. Από τη μια, ο ΣΥΡΙΖΑ και το 4% που τον ψήφιζε και πριν από το 2012. Συνειδητοί αριστεροί ψηφοφόροι όλοι τους, που έχουν διαβάσει τουλάχιστον τα βασικά εγχειρίδια του μαρξισμού και που ξοδεύουν όλη τους τη ζωή στον ακτιβισμό και σε αριστερές συλλογικότητες. Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ και το 27,5% που απομένει αν αφαιρέσουμε το 4 από το 31,5% που πήρε στις τελευταίες εκλογές. Απλοί άνθρωποι όλοι τους, ιδεολογικά και πολιτικά ανυποψίαστοι, που ουδεμία σχέση έχουν με την Αριστερά και τα κινήματα και που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να εκλεγεί ένας τίμιος και ικανός πρωθυπουργός που θα τους λύσει όλα τους τα προβλήματα.

Και εξυπακούεται πως τα δύο δίπολα συνδέονται μεταξύ τους ως εξής: Αν ο Τσίπρας κατορθώσει να ξεφορτωθεί τα «βαρίδια» και να συγκροτήσει το νέο, αληθινά προοδευτικό κόμμα, θα μπορέσει και να κερδίσει τις επόμενες εκλογές αυξάνοντας δραστικά το 27,5% – τόσο δραστικά που δεν θα χρειάζεται καν τον ΣΥΡΙΖΑ του 4% των συνειδητών αριστερών.

Σχηματοποιώ και απλουστεύω; Σκανδαλωδώς. Επίτηδες προφανώς. Οσο και αν δεν εκφράζεται τόσο χοντροκομμένα, αυτή ακριβώς είναι η ουσία της δήθεν «φιλο-συριζαϊκής» ή μάλλον «φιλο-τσιπρικής» προπαγανδιστικής επιχειρηματολογίας. Στόχος είναι η διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ ή η μετατροπή του σε κόμμα ακίνδυνο για το καθεστώς. Κανένα μέλος του ΣΥΡΙΖΑ χωρίς αυτοκτονικές τάσεις δεν πρόκειται να πειστεί.

*καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Για την οργανωτική διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ

Για την οργανωτική διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ

Το φαινόμενο ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος με την εκλογική απήχηση που σταθερά απολαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 είναι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Πράγμα που σημαίνει ότι η αριθμητική δυσαναλογία μεταξύ μελών και ψηφοφόρων δεν οφείλεται ούτε σε κάποιον εγγενή και αναπόδραστο αρχηγισμό ούτε σε κάποια τεμπελιά, νωθρότητα, ανικανότητα ή υπερβολική «εσωστρέφεια» του εν λόγω κόμματος. Αλλά στο ότι δεν υπάρχουν οι ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που θα επιτρέψουν σε ένα μη αστικό και κατά συνέπεια μη πελατειακό ελληνικό κόμμα εύκολα να αποκτήσει αληθινά μαζικές οργανωτικές δομές.

στη μνήμη του Βαγγέλη Καραγεώργου

Σε παλαιότερα άρθρα μου στην «Εφ.Συν.» (κυρίως: «Ας ξεχάσουμε την Κεντροαριστερά», 19.2.2019, και «Ας ξεχάσουμε (ξανά) την Κεντροαριστερά», 12.3.2019), είχα αναφερθεί αρκετά αναλυτικά στο ζήτημα της πιθανής ιδεολογικής διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Εν ολίγοις, το βασικό μου επιχείρημα ήταν ότι το περίφημο «άνοιγμα προς την Κεντροαριστερά» δεν έχει νόημα από πλευράς ιδεολογικής, δεδομένου ότι τα κεντρικά αντινεοφιλελεύθερα προτάγματα, όπως είναι η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και η εναντίωση στη δημοσιονομική λιτότητα, που παλαιότερα συγκροτούσαν την πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας, στις σημερινές συνθήκες του αμετανόητα νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού αποτελούν ούτως ή άλλως κομβική συνιστώσα της στρατηγικής της ριζοσπαστικής, δηλαδή αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Απομένει όμως το ζήτημα της οργανωτικής διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ.

Ακούγεται συχνά ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός: ότι ο αριθμός των μελών του ΣΥΡΙΖΑ είναι δυσανάλογα μικρός σε σχέση με τους ψηφοφόρους του. Η επικρατούσα ερμηνεία αυτού του γεγονότος είναι τουλάχιστον συζητήσιμη: Οτι αυτό σημαίνει πως η πολιτική απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ συνίσταται σχεδόν αποκλειστικά σε εκείνη του αρχηγού του Αλέξη Τσίπρα.

Ακόμη και αν δεχτούμε πως σε επίπεδο «συμπτωματολογίας» κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, θα ήταν ολέθριο σφάλμα να συμπεράνουμε ότι τούτο σημαίνει πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «από τη φύση του» ένα αρχηγοκεντρικό κόμμα. Εξηγούμαι.

Εχει σημασία να καταλάβουμε πως η σύγκριση όσον αφορά την αναλογία μελών και ψηφοφόρων γίνεται με τα αστικά κόμματα στην ελληνική ιδιαιτερότητά τους. Δηλαδή γίνεται με κόμματα, η μαζικότητα των οποίων οφείλεται πρώτα και κύρια στην αποτελεσματική λειτουργία του ελληνικού πελατειακού συστήματος.

Κοινωνικο-ταξικά η αστική πολιτική εκπροσώπηση στην Ελλάδα δεν συνίσταται σε προγραμματικές στρατηγικές, αλλά σε στρατηγικές εξυπηρέτησης προσωπικών και οικογενειακών συμφερόντων διά μέσου της άμεσης ενεργοποίησης των προνομίων που παρέχει ο κρατικός μηχανισμός. Και τούτο δεν ισχύει μόνο στο επίπεδο της εκλογικής πελατείας στις εθνικές εκλογές, αλλά και σε εκείνο της επιρροής στα συνδικάτα, στις επαγγελματικές οργανώσεις και στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι το ΠΑΣΟΚ, στα πρώτα του βήματα τουλάχιστον, δεν ήταν «ακραιφνώς αστικό» κόμμα, είναι γεγονός πως η οργανωτική του ανάπτυξη σε τεράστιο βαθμό στηρίχτηκε στις οργανωτικές δομές της προδικτατορικής Ενωσης Κέντρου, που ήταν εξίσου πελατειακές με εκείνες της –προδικτατορικής και μεταδικτατορικής– Δεξιάς.

Η Αριστερά απ’ την άλλη, στη μετεμφυλιακή και προδικτατορική περίοδο, ήτοι η ΕΔΑ, ακόμη και στο ζενίθ της εκλογικής της δύναμης, δεν ήταν μεν πελατειακό κόμμα, αλλά η μαζικότητά της οφειλόταν στο ότι ήταν νωπές ακόμη οι μνήμες της ΕΑΜικής αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου. Μνήμες όχι μόνον ιδεολογικές αλλά και πραγματικές. Υπήρχαν αμέτρητες οικογένειες που αυτο-ορίζονταν στο πολιτικό γίγνεσθαι από το γεγονός και μόνον ότι ζώντα ή πρόσφατα θανόντα μέλη τους είχαν συμμετάσχει στο ΕΑΜ ή/και είχαν διωχθεί από το εμφυλιακό και μετεμφυλιακό κράτος.

Υπ’ αυτή την έννοια, το φαινόμενο ενός ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος με την εκλογική απήχηση που σταθερά απολαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 είναι πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Πράγμα που σημαίνει ότι η αριθμητική δυσαναλογία μεταξύ μελών και ψηφοφόρων δεν οφείλεται ούτε σε κάποιον εγγενή και αναπόδραστο αρχηγισμό ούτε σε κάποια τεμπελιά, νωθρότητα, ανικανότητα ή υπερβολική «εσωστρέφεια» του εν λόγω κόμματος. Αλλά στο ότι δεν υπάρχουν οι ιστορικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που θα επιτρέψουν σε ένα μη αστικό και κατά συνέπεια μη πελατειακό ελληνικό κόμμα εύκολα να αποκτήσει αληθινά μαζικές οργανωτικές δομές.

Εύκολα. Δύσκολα έστω; Ας αρχίσουν οι προσπάθειες από την αναγνώριση των δυσκολιών. Πράγμα που θα ισοδυναμεί με την αποφυγή αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «άδικη αυτοκριτική». Η οποία με τη σειρά της απλώς αποπροσανατολίζει οδηγώντας στην αναζήτηση λύσεων προς καταστροφικά λανθασμένες κατευθύνσεις. Δύο τέτοιες έχω κυρίως κατά νου τούτη τη στιγμή, θα κλείσω τη σύντομη αυτή παρέμβαση αναφέροντάς τες.

Η πρώτη λάθος κατεύθυνση αφορά το ζήτημα του αρχηγισμού. Ξεχνώντας το ότι η ταύτιση Αλέξη Τσίπρα και ΣΥΡΙΖΑ στα μυαλά του πολλού κόσμου οφείλεται ακριβώς στο ότι ακόμη δεν υπάρχουν δομές που καθιστούν την παρουσία του ίδιου του κόμματος επαρκώς αισθητή, η λογική αυτή ακολουθεί τη μοιρολατρική αποδοχή του «μόνο με τον Τσίπρα είναι ισχυρή η Αριστερά».

Η δεύτερη αποπροσανατολιστική κατεύθυνση, που άνετα συνυπάρχει με την πρώτη, μας γυρίζει στην αρχή του παρόντος άρθρου – στην ιδεολογική διεύρυνση. Αφού ως ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορούμε να έχουμε μαζικές οργανώσεις, άντε ας γίνουμε λιγότερο ριζοσπαστική μπας και τα καταφέρουμε. Ακριβώς αυτό θέλει από εμάς και το νεοφιλελεύθερο καθεστώς.

*καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Κύρκος Δοξιάδης: «Νεοφιλοφασισμός»

  • Εφημερίδα Εποχή
  • Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Ξεκινώντας από τις ευρωεκλογές, να σου θέσουμε το εξής ερώτημα: εμείς, ως Αριστερά, έχουμε ορίσει το περιεχόμενό τους, τη σημασία τους. Ο κόσμος πώς τις βλέπει και εδώ και στην Ευρώπη;


Να εξετάσουμε την ερώτηση σε διαφορετικά επίπεδα. Ένα πρώτο, γενικό επίπεδο, το οποίο όμως έχει να κάνει και με την ιδιαιτερότητα αυτών των ευρωεκλογών, είναι ότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα δημοκρατίας στην ΕΕ. Δεν είναι θεωρητικό το ζήτημα, ανέκυψε με οξύτητα στα χρόνια της κρίσης, το νιώσαμε στο πετσί μας. Ουσιαστικά η έννοια και η ουσία των μνημονίων και το πώς εφαρμόστηκαν συνίστανται στο ότι υπάρχουν μηχανισμοί, οι οποίοι σε τεράστιο βαθμό είναι ανεξέλεγκτοι από τα εθνικά κοινοβούλια. Το λένε σχεδόν όλοι αυτό – πχ για θεσμούς όπως το Eurogroup ή το Euroworking group. Θεσμοί ανεξέλεγκτοι, αλλά με καθοριστική σημασία όσον αφορά την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής. Το γεγονός, ύστερα από αυτή την εμπειρία, ότι θα ψηφίσουμε για ένα θεσμό, όπως το Ευρωκοινοβούλιο, που παρά όλα τα στραβά του είναι ο μόνος αντιπροσωπευτικός, καθιστά αυτές τις εκλογές σημαντικές. Μπορεί να συμπεράνει κανείς, ακόμη και μη ειδικός στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ότι πολλά από όσα συμβαίνουν ούτε καν σε επίπεδο ευρωκοινοβουλίου μπορεί να ελεγχθούν. Θα έπρεπε, λοιπόν, ο θεσμός να ενισχυθεί και αυτό θα έπρεπε να είναι μια πλευρά του περιεχομένου της ψήφου. Το δεύτερο επίπεδο, είναι το οξύ θέμα της ανόδου της ακροδεξιάς, που υπάρχει φόβος να ενισχυθεί σε βαθμό επικίνδυνο, κρίσιμο σ’ αυτές τις εκλογές. Πρέπει, με την ψήφο, να αποτραπεί, να αποφευχθεί, κατά το δυνατό, η άνοδος της ακροδεξιάς. Τα δύο αυτά επίπεδα αφορούν αυτό που πρέπει να γίνει. Τώρα, όσον αφορά το πώς αντιλαμβάνονται οι πολίτες το ζήτημα, νομίζω ότι δεν έχουν αλλάξει πολύ οι οπτικές τους σε σχέση με παλαιότερες ευρωεκλογές. Δηλαδή, πάλι μετράει περισσότερο η σημασία τους για τις επερχόμενες εθνικές εκλογές, όχι ως ψήφος για ουσιαστική ισχύ ως προς ό,τι συμβαίνει στην Ευρώπη.

Ο ενοχλητικός ΣΥΡΙΖΑ

Είμαστε, όμως, λίγο χρόνο – μήνες – και από τις εθνικές εκλογές. Ποια η στρατηγική των κομμάτων, ποιο το επίδικο αυτών των εκλογών; Πώς εγγράφονται και στο κοινωνικό – συλλογικό επίπεδο;
Τεράστιο θέμα με πολλές διαστάσεις. Νομίζω ότι το επίδικο, όσον αφορά τα αστικά κόμματα, είναι να κλείσει, επιτέλους, αυτή η αφόρητη και τεράστια παρένθεση. Εδώ βλέπει κανείς να υπάρχει μια εντυπωσιακή συσπείρωση. Είναι ενδεικτικό για το πόσο βαθιά ταξική είναι η πολιτική διαμάχη τα τελευταία χρόνια, η πρωτοφανής συσπείρωσή τους, όσο και αν διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους, ιδίως η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Παρά το ιστορικό τους μίσος, τα δύο κόμματα έχουν αγαστή σύμπνοια σχεδόν σε όλα τα ζητήματα εναντίον τού ΣΥΡΙΖΑ. Πέραν αυτού του αμυντικού στόχου της αστικής παράταξης, θέλουν να επαναφέρουν την κατάσταση όπως ήταν πριν ανακύψει αυτή η ενοχλητική ιστορία που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ. Το νέο, ίσως, είναι ότι, μαζί με την προσπάθεια αποκατάστασης της προηγούμενης άκρως νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης, επανακάμπτει μια συστημική ακροδεξιά, θα την ονομάζαμε, η οποία σε υφέρπουσα μορφή πάντοτε υπήρχε στο κόμμα της Δεξιάς, αλλά δεν είχε βγει στην επιφάνεια, όπως συμβαίνει τον τελευταίο καιρό με αφορμή και στήριγμα το περίφημο Μακεδονικό. Αυτό λειτούργησε και στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Τώρα, όπως και τότε, νομίζω πως αποτελεί ένα είδος κομβικού στρατηγικού σημείου που χρησιμεύει στη Δεξιά και γενικότερα στις αστικές δυνάμεις να συνδεθούν με τον «παλιό καλό τους εαυτό» τής προδικτατορικής δεξιάς προς μια κεκαλυμμένη ή και εμφανή ακροδεξιά κατεύθυνση.

Το Μακεδονικό, όπως τέθηκε, πόσο είναι τακτική, να πάρουν ψήφους, πόσο ουσιαστικό δομικό στοιχείο;


Το τακτικό στοιχείο σίγουρα παίζει ρόλο. Θυμίζω ότι στην αρχή, όταν τέθηκε το Μακεδονικό, υπήρξε ταλάντευση στη ΝΔ. Σίγουρα έπαιξε ρόλο το ότι, επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ, η Αριστερά, αυτή τη φορά τάχθηκε ξεκάθαρα προς μια αντιεθνικιστική κατεύθυνση, το είδαν ως ευκαιρία να κάνουν εύκολη αντιπολίτευση, στηριζόμενοι στο ότι υπάρχουν τα γνωστά διάχυτα εθνικιστικά χαρακτηριστικά στην κοινωνία. Αλλά αυτό το τακτικό στοιχείο έβγαλε στην επιφάνεια βαθύτερα, δομικά στοιχεία. Το βλέπουμε και στα ελληνοτουρκικά, αλλά στο Μακεδονικό διαφέρει, το είχαμε από παλιά, από το 1992. Σε μεγάλο βαθμό τότε συμμετείχε και μεγάλο μέρος της Αριστεράς, δυστυχώς, παρά κάποιες σημαντικές εξαιρέσεις. Το φαινόμενο, τότε, Σαμαρά ήταν το νήμα που συνδεόταν με τον Αβέρωφ και τους συν αυτώ, που ποτέ τους δεν χώνεψαν ότι υπήρξε μεταπολίτευση, ότι η Ελλάδα μετά το 1974 έγινε μια γνήσια δημοκρατική χώρα. Θέλησαν να το υπονομεύσουν, πράγμα όχι εύκολο ούτε επί Κωνσταντίνου Καραμανλή ούτε μετά επί Ανδρέα Παπανδρέου που έγιναν κάποιες προσπάθειες εκσυγχρονισμού σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Υπ’ αυτή την έννοια η λεγόμενη στροφή προς την ακροδεξιά της ΝΔ σε ένα επίπεδο είναι όντως εντυπωσιακή, από την άλλη όμως δεν είναι και κάτι που πρέπει να μας εκπλήσσει και πολύ, υπό την έννοια ότι τώρα απλώς βγαίνει στην επιφάνεια. Ως προς το Μακεδονικό, η διαφορά είναι ότι τώρα δεν υπάρχει ευρεία συναίνεση όπως στις αρχές και τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Ο ΣΥΡΙΖΑ κράτησε μια πάρα πολύ καλή στάση. Η ΝΔ τώρα κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για διχαστική πολιτική και από την πλευρά της έχει δίκιο. Διότι ναι μεν είχαν συμφωνήσει σε επίπεδο κορυφής για σύνθετη ονομασία, αλλά στο κοινωνικό πεδίο είχε εξακολουθήσει να επικρατεί η εντύπωση ότι η κοινή θέση είναι «κανένα παράγωγο του όρου Μακεδονία». Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την πλευρά του, επίσης ορθά λέει ότι η σύνθετη ονομασία ήταν η «εθνική γραμμή», αλλά διατυπωνόταν μόνο σε επίπεδο κορυφής και με τους Ευρωπαίους. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, τόλμησε να πει «ειρήνη στα Βαλκάνια, συνανάπτυξη, συνεργασία με τους γείτονες» κτλ. Σε κάποιον κόσμο αυτό πέρασε, ευτυχώς, και έσπασε την εθνικιστική συναίνεση. Αλλά ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, ακόμη, παραμένει στα παλιά.

Οι επιπτώσεις του Μακεδονικού

Κατά τη γνώμη σου η στάση στο Μακεδονικό μετατοπίζει ψήφο;


Είναι ένα τεράστιο θέμα και κρίσιμο, αν το δεις εκλογικά. Δεν ξέρω πόσο αξιόπιστες είναι οι δημοσκοπήσεις για να εξετάσουμε αυτό το λεπτό ζήτημα. Έχω, όμως, μια υποψία ότι, δεδομένου ότι ο κόσμος έχει καταλάβει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πετύχει μια σειρά σημαντικά πράγματα, μέτρα κτλ, το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη ανακάμψει ουσιαστικά, μάλλον πρέπει να οφείλεται στη δυσαρέσκεια για το Μακεδονικό. Κάνω αυτή τη σκέψη, αλλά διευκρινίζοντας ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα δημοσκοπικά ευρήματα σ’ αυτό το θέμα απ’ όσο ξέρω. Τώρα, ως προς τη στάση της ΝΔ για τα ελληνοτουρκικά, που κινδυνολογεί, με αυτοσυγκράτηση έστω, είναι για να σπρώξουν τα πράγματα σε μια κατεύθυνση που «στριμώχνει» τον ΣΥΡΙΖΑ, σε επίπεδο τακτικής, και, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αποτελεί συνέχεια με την παλιά δεξιά γραμμή. Είναι συνολικά μια βαθιά στρατηγική για τη Δεξιά, δεν την έχει εγκαταλείψει, που μ’ αυτή επιδιώκει ηγεμονία και έναντι του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Κ. Μητσοτάκης, ωστόσο, διατείνεται ότι ως κύριο σημείο αντιπαράθεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ επιλέγει την οικονομία.


Ναι, είναι και τα δυο, σίγουρα. Χρησιμοποίησα τελευταία ένα νεολογισμό σε άρθρα μου: «νεοφιλοφασισμός», δηλαδή μαζί νεοφιλελευθερισμός και ακροδεξιά. Το βλέπουμε ως τάση και στην Ευρώπη, για διαφόρους λόγους. Αυτό το πάντρεμα ακροδεξιάς και νεοφιλελευθερισμού, ούτε θεωρητικά ούτε πολιτικά είναι αδιανόητο. Να πούμε και το εξής: ο νεοφιλελευθερισμός τι είναι; Είναι σκληρός καπιταλισμός. Αυτό δεν είναι εύκολο να κερδηθεί με συναίνεση ως πολιτική, δεν έγινε ποτέ. Στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες στην Ευρώπη ο καπιταλισμός δεν ήταν τόσο σκληρός, υπήρχε κοινωνικό κράτος, «καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» κτλ. Στη σύγχρονη εποχή και μέχρι τώρα στην Ευρώπη τα νεοφιλελεύθερα μέτρα επιβάλλονταν από τους θεσμούς, όπως είπαμε πριν, μιλώντας για το δημοκρατικό έλλειμμα. Αν αυτό δεν κριθεί επαρκές, και υπάρξουν ανταρσίες κατά τόπους, μπορεί η προσφυγή στις συνεργασίες με την ακροδεξιά να κριθεί ως έσχατη λύση. Προκύπτει δε, και αντίστροφα: ακροδεξιές δυνάμεις υιοθετούν νεοφιλελεύθερες πολιτικές, δεν είναι τυχαίο. Στην Ελλάδα η τάση εντοπίζεται στη ΝΔ με τη στροφή στην ακροδεξιά.

Η αποτίμηση του κυβερνητικού έργου

Να έλθουμε στην Αριστερά τώρα, τον ΣΥΡΙΖΑ. Να κάνουμε, πρώτα, μια εκτίμηση της κυβερνητικής του θητείας;


Κατά την άποψή μου το σημαντικό ζήτημα είναι να σκεφτούμε τι διαφορετικό θα μπορούσε να γίνει πέρα από αυτό που συνέβη. Είχαμε μια ήττα το 2015, μια τρομερά σημαντική υποχώρηση που υπέστη η Αριστερά, βρέθηκε σε κατάσταση άμυνας, κατάφερε να εκλεγεί τον Σεπτέμβρη και από εκεί και πέρα άσκησε μια πολιτική, έστω «με την κοινωνία όρθια», που προσδιορίστηκε, όμως, από τον συμβιβασμό της. Εδώ θα πρέπει να κατανοήσουμε τον θεσμικό δυϊσμό: δεν υπάρχει δημοσιονομική αυτονομία στην Ευρωζώνη. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, και μάλιστα με τη συγκεκριμένη δέσμευση σκληρού μνημονίου, τι εναλλακτική υπήρχε; Να παραδώσει τα όπλα, δηλαδή να παραδεχθεί ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αριστερή κυβέρνηση, οπότε θα παρέδιδε το κράτος «σαν φρούριο» σε μια άλλη δύναμη που «της ταιριάζει» πιο πολύ η νεοφιλελεύθερη πολιτική. Στο σύγχρονο κράτος, όμως, δεν ασκείται έτσι η πολιτική. Το κράτος δεν είναι φρούριο, έχει ορισμένες λειτουργίες, οι οποίες επιτελούνται ούτως ή άλλως, κάποιος πρέπει να τις εκτελέσει και, αν δεν το κάνει η Αριστερά, θα το κάνει άλλος με τρόπο πιο επώδυνο για τις μάζες. Αυτό ήταν το δίλημμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, επομένως, καλά έκανε, δεν μπορούσε να παραδώσει τα όπλα. Μπορεί να κατάφερνε, έτσι, να διασώσει, πρόσκαιρα, την «ταξική του συνέπεια», την «αριστερή του αξιοπρέπεια», αλλά σ’ ό,τι αφορά το ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις για τις λαϊκές τάξεις θα ήταν πολύ χειρότερα. Μ’ αυτό το δεδομένο δεν μπορώ να έχω απορριπτική στάση, κατάφερε, ακριβώς επειδή είναι αριστερή δύναμη και στα πολύ στενά περιθώρια που είχε, μια σειρά πράγματα, να περισώσει κάπως την κατάσταση.

Τώρα, στη βάση αυτού του έργου που λες, που συνοπτικά είναι το τέλος των μνημονιακών προγραμμάτων, η μη κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, η οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης, τα διάφορα αξιακά μέτρα, το Μακεδονικό κ.ά. υπάρχει μια αυξημένη αξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ, ο υγειονομικός κύκλος υπέστη πλήγματα, με αποτέλεσμα να συσπειρώσει μέρος του κόσμου που έχασε ή και άλλους. Πώς μπορεί να οργανώσει την πολιτική του με βάση αυτά;


Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να δούμε πιο καθαρά αυτές τις τάσεις που ανέφερες, την έκτασή τους. Η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ αυξήθηκε μεν είναι όμως χαμηλά, πάντα. Όσον αφορά την προσέλευση άλλων δυνάμεων, εξ αιτίας της στάσης του στο Μακεδονικό, επίσης χρειάζεται συζήτηση. Καταρχάς δεν εκφράζω καμιά επιφύλαξη, καλά κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ και ανοίγεται σε αυτές τις δυνάμεις, εκτιμώ πολύ τη στάση τους, ιδίως αν λάβουμε υπόψη τη στάση άλλων δυνάμεων της «Κεντροαριστεράς» στο Μακεδονικό. Από την άλλη όμως είναι ένας κόσμος που κατά βάση περιορίζεται στο Μακεδονικό ως προς την προσέγγισή του στον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι οι δυνάμεις που βλέπουν αρνητικά την ακροδεξιά στροφή του Κ. Μητσοτάκη και τούτο είναι σημαντικό, ασφαλώς.

Η πολιτική του προοδευτικού πόλου

Το κείμενο της «Γέφυρας», ωστόσο, δεν περιορίζεται στο Μακεδονικό ή την ακροδεξιά στροφή της ΝΔ. Θέτει και ζητήματα όπως το κοινωνικό κράτος, ο νεοφιλελευθερισμός.


Σύμφωνοι, είναι όμως ένα κείμενο και ένα κίνημα που προς το παρόν, τουλάχιστον, εκφράζεται σε επίπεδο προσωπικοτήτων, κυρίως. Πρέπει να αποτιμηθεί και από το αν μπορεί να εκφράσει και μια συμμαχία στο κοινωνικό επίπεδο. Υπ’ αυτή την έννοια επισήμανα ότι είναι νωρίς για να κριθεί. Το Προοδευτικό Μέτωπο είναι πιο ευρύ ως στόχευση, αλλά αυτό πρέπει να δούμε πώς μπορεί να απευθυνθεί σε επίπεδο κοινωνίας, προς τα πού απευθύνεται. Έχω απλώς έναν προβληματισμό, δεν διαφωνώ. Αν, όμως, ο μόνος τρόπος για να εκφραστεί αυτό το μέτωπο είναι σε επίπεδο προσωπικοτήτων, δεν ξέρω μέχρι πού μπορεί να πάει. Εύχομαι να έχει απήχηση. Θέλω να το θέσω και αλλιώς το ζήτημα που συζητάμε. Στην παρούσα ιστορική φάση, αν μιλήσουμε για πολιτικές – διότι και οι συμμαχίες κρίνονται στη βάση πολιτικών – και όχι μόνο στην Ελλάδα, το να είσαι υπέρ του κοινωνικού κράτους και εναντίον της λιτότητας και υπέρ μιας φιλολαϊκής οικονομικής πολιτικής, στη σημερινή φάση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού αυτή η στάση είναι ριζοσπαστικά αριστερή. Είναι, μ’ αυτή την έννοια, αντικαπιταλιστική στάση. Η άποψή μου είναι πως αυτό σημαίνει ότι η πολιτική, ακόμη και στο επίπεδο της οικονομίας, που εξέφραζε παλιότερα η σοσιαλδημοκρατία στις καλές της εποχές, και που ήταν έκφραση μιας συναίνεσης, αυτή η πολιτική τώρα δεν είναι συναινετική, είναι αντικαπιταλιστική. Οπότε, μ’ αυτό το δεδομένο, αναρωτιέμαι ποιες είναι αυτές οι μεσαίες δυνάμεις που δεν είναι αριστερές όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν είναι και νεοφιλελεύθερες. Σήμερα υπάρχουν πλέον αυτές οι δυνάμεις σε επίπεδο κοινωνικής βάσης; Τα πράγματα είναι, πλέον, πολωμένα. Όχι με τη μορφή του ερωτήματος αν είμαστε υπέρ της αταξικής κοινωνίας ή υπέρ του καπιταλισμού, αλλά τι κάνουμε με τον καπιταλισμό στην παρούσα φάση του, δηλαδή με το νεοφιλελευθερισμό. Εκεί τα πράγματα είναι λίγο-πολύ μοιρασμένα στα δύο.

Μιλώντας για τις κοινωνικές συμμαχίες, να πούμε ότι η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ κάνει πολιτική, παίρνει μέτρα που στοχεύουν σε κοινωνικές συμμαχίες. Οι αντίπαλοι αυτά τα λένε μέτρα για τους φτωχούς, που κάνουν την προοπτική μας ως χώρας φτωχική…


Βεβαίως, είναι κοινωνικές συμμαχίες αυτά, αλλά και βάση της Αριστεράς. Δεν είναι ενδιάμεσος χώρος αυτά τα μέτρα, αλλά τα χαρακτηρίζω, χρησιμοποιώντας σκοπίμως έμφαση, αντικαπιταλιστικά. Δεν απευθύνονται σε έναν κεντρώο χώρο, αλλά στις λαϊκές τάξεις. Προφανώς θέλει να έχει, μ’ αυτά, επιρροή στο πολιτικό επίπεδο. Όσον αφορά τις πολιτικές εκφράσεις του μεσαίου χώρου, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν. Στην Ευρώπη συναντάμε σοσιαλιστικά κόμματα που εξακολουθούν να είναι αριστερά, αλλά αυτό είναι το περίφημο μετέωρο βήμα της σοσιαλδημοκρατίας. Ακόμη μερικά παίζουν με το νεοφιλελευθερισμό, άλλα όμως κινούνται αντίθετα, προς τ’ αριστερά.

Να ξαναρθούμε στον ΣΥΡΙΖΑ. Κάπου σ’ ένα άρθρο σου σημειώνεις ότι πρέπει να διατηρήσει τον ριζοσπαστισμό του και σε παρένθεση σημειώνεις «ή και να τον ανακτήσει;». Πώς το προσεγγίζεις αυτό;


Ήδη είπα ότι για μένα, στο βαθμό που ο ΣΥΡΙΖΑ προωθεί μια πολιτική υπέρ του κοινωνικού κράτους και περιορισμού της λιτότητας, είναι ήδη ριζοσπαστικός και στο βαθμό που μπορεί να το ακολουθεί αυτό είναι ριζοσπαστικό. Η παρένθεση με ερωτηματικό αναφέρεται στο ότι υπάρχει η πραγματικότητα της εφαρμογής του μνημονίου – έστω αναγκαστικά, όπως εξήγησα πριν. Καθώς και στο ότι λιγάκι με ανησυχούν όλα αυτά τα πειράματα και οι τάσεις που υπάρχουν προς την κατεύθυνση μιας συναίνεσης. Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει, με όρους Αριστεράς, συναίνεση αυτή τη στιγμή όχι μόνο σε εγχώριο, αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν εγκαταλείπεται εύκολα από τις κυρίαρχες δυνάμεις το καθεστώς που έχουν επιβάλει, δηλαδή ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός. Με προβληματίζουν, λοιπόν, συζητώντας για το ριζοσπαστισμό του ΣΥΡΙΖΑ, λογικές ή πολιτικές που λένε να προσπαθήσουμε, μέσω μιας «ευρείας κεντροαριστεράς», να πετύχουμε μια συναίνεση.

Δεν είπαμε κάτι πιο συγκεκριμένο για το ΚΙΝΑΛ. Ένας στόχος όπως αυτός της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, που πηγαίνει σαφώς πιο πέρα από τη θέση τής μη συνεργασίας με την Αριστερά, όπως πχ των σοσιαλδημοκρατών της Γερμανίας, πώς μπορεί να ερμηνευθεί;


Πιστεύω ότι υπάρχει μια εμπάθεια απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ διότι, ουσιαστικά, τι ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ; Ήταν ένας εφιάλτης τους που βγήκε αληθινός. Ένα κόμμα γνήσια αριστερό, ριζοσπαστικό – διότι το ΠΑΣΟΚ, κατά τη γνώμη μου, δεν υπήρξε ριζοσπαστικό ούτε επί Α. Παπανδρέου – το οποίο κατάφερε να κερδίσει τον κόσμο. Αλλά είναι και κάτι βαθύτερο: η ίδια η πορεία του ΠΑΣΟΚ ως σοσιαλδημοκρατίας με τις ελληνικές της ιδιαιτερότητες. Κατάφερε να περάσει ορισμένα θετικά μέτρα τη δεκαετία του ’80, από την άλλη όμως ακολούθησε με ένα βεβιασμένο τρόπο – το έκανε σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα – τη γενικότερη στρατηγική της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας: μια βαθμιαία προσαρμογή και αφομοίωση των κατώτερων και μεσαίων τάξεων στο καπιταλιστικό σύστημα, που κατέληξε όπου και τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αρχής γενομένης με τον Μπλερ στη Βρετανία. Δεν είναι απορίας άξιο, λοιπόν, που συντάσσεται σήμερα με τη δεξιά και εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ.

Πηγή: Η Εποχή

Η διάχυση της ακροδεξιάς ιδεολογίας

ΑΠΟΨΕΙΣ   Συντάκτης:  Κύρκος Δοξιάδης*

Το Σάββατο 2 Φεβρουαρίου συμπληρώθηκαν 76 έτη από το τέλος της μάχης του Στάλινγκραντ και τη συντριπτική ήττα των ναζιστικών στρατευμάτων από τον Κόκκινο Στρατό. Από πλευράς ιδεολογικο-πολιτικής απόστασης, έχουν συμπληρωθεί 76 έτη φωτός, θα λέγαμε. Διαβάζουμε στην Wikipedia, αναφορικά με τις χαρακτηριστικές αντιδράσεις της κοινής γνώμης στις καπιταλιστικές χώρες εκείνης της εποχής: «Η βρετανική συντηρητική εφημερίδα “Daily Telegraph” διακήρυξε ότι η νίκη [του Κόκκινου Στρατού] διέσωσε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό». Τόσο μακριά από τη «θεωρία των δύο άκρων», έστω και για λόγους στρατηγικής σκοπιμότητας. Αλλωστε οι στρατηγικές επιλογές έχουν και συναφή ιδεολογικά ερείσματα και αποτελέσματα.

Ο στρατηγικός επαναπροσανατολισμός της καπιταλιστικής ιδεολογίας από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου κι έπειτα θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνίστατο σε μια –συστηματική, προσεκτική και με πισωγυρίσματα ανάλογα με τη συγκυρία– προσπάθεια εκκαθάρισης από κάθε ίχνος ιδεολογικής συμπόρευσης με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο στην αντιπαράθεση με τον ναζισμό ή σε οτιδήποτε άλλο. Βέβαια, καθοριστικό ρόλο σε αυτή την προσπάθεια έπαιξε και το ίδιο το σταλινικό καθεστώς, του οποίου τα μαζικής κλίμακας εγκλήματα και ο βαθιά αντιδημοκρατικός χαρακτήρας του αποτελούσαν το βολικότατο άλλοθι των καπιταλιστικών δυνάμεων καθ’ όλη τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου.

Η προπαγανδιστική θεωρία των δύο άκρων συγκροτήθηκε κατά μέγα μέρος με αναφορά σε τούτα τα πασιφανώς αποκρουστικά χαρακτηριστικά του «υπαρκτού σοσιαλισμού», από την ίδια τη νεοφιλελεύθερη θεωρία, που ήδη από τα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προετοίμαζε την ανθρωπότητα για το τι την περιμένει όταν το αντίπαλο δέος του «σοσιαλιστικού πειράματος» θα έχει αφήσει και την τελευταία του πνοή.

Στη σύγχρονη Ελλάδα, η θεωρία των δύο άκρων, αφού επιτέλεσε επαξίως τον προπαγανδιστικό της ρόλο κατά τη διάρκεια των μνημονίων και ιδίως κατά την εποχή όπου η Αριστερά βρισκόταν στην (αντιμνημονιακή) αντιπολίτευση, τώρα δεν έχει βέβαια περιέλθει σε αχρηστία, πάντοτε χρήσιμη θα είναι για το αστικό καθεστώς, αλλά ας πούμε ότι τείνει να παίζει δευτερεύοντα ρόλο.

Και τούτο διότι η ίδια η κύρια ιδεολογικο-πολιτική έκφραση του εγχώριου καπιταλισμού τείνει όλο και περισσότερο να πλησιάζει το ένα από τα «δύο άκρα» – την Ακροδεξιά προφανώς. Οχι τόσο υπό την έννοια της ιδεολογικής προσέγγισης της Χρυσής Αυγής – τούτο εξακολουθεί να είναι δυσχερές όσο η τελευταία παραμένει «μη σοβαρή», δηλαδή με «αντισυστημική» ρητορική και διωκόμενη για εγκληματικές ενέργειες. Αλλά υπό την έννοια της ιδεολογικής μετάλλαξης της ίδιας της δεξιάς παράταξης.

Πόσο όμως πρόκειται αληθινά για «μετάλλαξη»;

Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι αποτυχίες της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης δοκιμάζουν το ίδιο το κομματικό σύστημα ως σύστημα εκπροσώπησης κοινωνικών τάξεων. Τούτο πιστοποιείται από το «φαινόμενο Μακρόν» από τη μια και από τα «κίτρινα γιλέκα» από την άλλη. Η ελληνική Δεξιά δεν έχει παρόμοιο πρόβλημα εκπροσώπησης, διότι οι δεσμοί της με την ελληνική άρχουσα τάξη στην πραγματικότητα ποτέ δεν διαμεσολαβούνταν από τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς.

Τόσο το πελατειακό σύστημα όσο και η εκτεταμένη διαφθορά (που δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο) εξασφάλιζαν για τα ισχυρότερα τμήματα της αστικής τάξης μια άμεση ικανοποίηση των συμφερόντων τους χωρίς την ενοχλητική παρέμβαση των δημοκρατικών θεσμών.

Οσο για τις ίδιες τις ισχυρότερες ταξικές δυνάμεις, και με πιθανή εξαίρεση κάποια λίγα χρόνια της «χρυσής εποχής» του βενιζελισμού, ποτέ τους δεν πίστεψαν αληθινά ότι μπορούν να ηγεμονεύσουν διά μέσου της δημοκρατίας και της γνήσιας εφαρμογής των αρχών του πολιτικού φιλελευθερισμού.

Είναι ενδεικτικό ότι τα πρώτα χρόνια μετά τη χούντα οι Ελληνες μεγαλοαστοί τον Κωνσταντίνο Καραμανλή «προδότη που εξαπάτησε τον βασιλιά» τον ανέβαζαν, «Κερένσκι της Ελλάδας» τον κατέβαζαν.

Η ακροδεξιά «μετάλλαξη» της σημερινής Νέας Δημοκρατίας δεν είναι παρά η έμπρακτη διακήρυξη του κόμματος της ελληνικής άρχουσας τάξης ότι «το διάλειμμα της Μεταπολίτευσης τελείωσε, τα κεφάλια μέσα». Οσο για το Μακεδονικό, η τεράστια επένδυση προπαγάνδας και ιδεολογίας που αφιερώθηκε σε αυτό από την εν λόγω τάξη, τόσο μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» όσο και τώρα, εξηγείται από το ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις που την εκφράζουν, προεξάρχοντος του πρωτοπαλίκαρου του «γεφυροποιού» Αβέρωφ, τότε όπως και τώρα, διείδαν σε αυτό μια χρυσή ευκαιρία η φασίζουσα ιδεολογία της μετεμφυλιακής Δεξιάς να καταστεί επιτέλους ηγεμονική.

Συναντάνε κάποια προβληματάκια στο πώς θα συνδυάσουν τούτη την επιστροφή στις ιδεολογικές τους ρίζες με τον «ευρωπαϊσμό» τους. Η ουσία, όμως, δεν είναι τόσο η «Ευρώπη» όσο η αφοσίωση στις αρχές του νεοφιλελευθερισμού. Και ο συνδυασμός με δαύτον είναι πανεύκολος. Τους προτείνω κιόλας μια ονομασία: νεοφιλοφασισμός.

*καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Κύρκος Δοξιάδης : Το κρίσιμο 2019

Στα τέλη του πρώτου μήνα του τρέχοντος έτους, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης τριών χρόνων από την πρώτη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ («Εφ.Συν.», 30/1/2018 – «Ευκαιρία για περίσκεψη»), έγραφα τα εξής: «Αν στην κορυφή τους [των κρατικών μηχανισμών] ξαναβρεθεί ο αντίπαλος, οι συνέπειες θα είναι πολύ σημαντικότερες από την -πρόσκαιρη και αμφίβολη- σωτηρία της τιμής της Αριστεράς». Διαφωνούσα με την άποψη που επικρατεί σε ευρύτατο φάσμα της Αριστεράς και των απογοητευμένων ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, εφ’ όσον έκρινε πως δεν μπορούσε να αντισταθεί αποτελεσματικά στις μνημονιακές πολιτικές, όφειλε να παραιτηθεί από την κυβέρνηση.

Εξακολουθώ να πιστεύω πως μια τέτοια απόφαση του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς θα είχε όντως ολέθριες συνέπειες. Το ζήτημα είναι ότι κατά τη διάρκεια του έτους που μπαίνει σε λίγες μέρες θα έχουμε εκλογές ούτως ή άλλως. Υπάρχουν κάποιοι στη συστημική (και στην «αντισυστημική») Ακροδεξιά της χώρας μας που λένε (αν πράγματι το πιστεύουν είναι άλλο θέμα) ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αν μπορούσε δεν θα έκανε εκλογές.

Παρά την απολύτως δικαιολογημένη αγανάκτηση που προξενεί μια τέτοια δήλωση, οφείλουμε ως αριστεροί/ές να συλλογιστούμε επάνω στην αλήθεια αυτής μας ακριβώς της αγανάκτησης. Με ποια έννοια ως Αριστερά, ενώ από τη μια δεν θέλαμε πρόωρες εκλογές, από την άλλη απέχουμε παρασάγγας από το να βλέπουμε τις επικείμενες εκλογές ως «αναγκαίο κακό» επειδή μπορεί να οδηγήσουν στην απώλεια της κυβερνητικής εξουσίας;

Αντί για άλλη απάντηση, και δεδομένου ότι στις 15 Ιανουαρίου συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη δολοφονία της, επαναλαμβάνω εδώ αποκαλυπτικό απόσπασμα της δριμύτατης κριτικής που άσκησε η Ρόζα Λούξεμπουργκ στην ηγεσία της Οκτωβριανής Επανάστασης την άνοιξη του 1918: «…Ασφαλώς κάθε δημοκρατικός θεσμός έχει τις ατέλειές του και τις αδυναμίες του, πράγμα που συμβαίνει με όλους τους ανάλογους ανθρώπινους θεσμούς. Αλλά το φάρμακο που ανακάλυψαν ο Λένιν και ο Τρότσκι, τη γενική κατάργηση της Δημοκρατίας [εδώ αναφέρεται συγκεκριμένα στη διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης], είναι χειρότερο ακόμη κι από την αρρώστια που επρόκειτο να θεραπεύσουν: Καταστρέφει αυτή την ίδια τη ζωντανή πηγή, απ’ όπου μπορεί να διορθωθεί κάθε φυσική ατέλεια των κοινωνικών θεσμών: την ενεργό, ανεμπόδιστη, δραστήρια πολιτική ζωή όσο το δυνατόν πιο πλατιών λαϊκών μαζών του έθνους».1

Ιδού λοιπόν τι σημαίνει η δημοκρατία για τη μεγάλη μαρξίστρια επαναστάτρια (και μάλιστα η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που είθισται στην Αριστερά να κακολογείται ως «αστική»): δημοκρατία είναι «η ενεργός, ανεμπόδιστη, δραστήρια πολιτική ζωή όσο το δυνατόν πιο πλατιών λαϊκών μαζών του έθνους». Με άλλα λόγια: Για τη ριζοσπαστική Αριστερά, η δημοκρατία δεν είναι μέσο, είναι αυτοσκοπός. Στις ταξικές κοινωνίες (σε όσες υπάρχει δημοκρατία, εννοείται) είναι το κύριο θεσμικό πεδίο όπου διεξάγεται η ταξική πάλη και γι’ αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «εργαλείο» που μονοσήμαντα κατέχει μία τάξη εις βάρος των υπολοίπων (έχω εδώ κατά νου κυρίως τις αναλύσεις του Νίκου Πουλαντζά, από του οποίου τον επίσης τραγικό θάνατο συμπληρώνονται σαράντα χρόνια το 2019).

Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, για τη ριζοσπαστική Αριστερά, η διαφύλαξη, διατήρηση και ενδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών είναι κάτι ασύγκριτα πιο σημαντικό από την παραμονή της ίδιας της Αριστεράς στην κυβερνητική εξουσία. Η βασική αιτία για τον ακραίο κρατικό αυταρχισμό που επικράτησε στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» συνίσταται στο ότι η κατάργηση της δημοκρατίας ισοδυναμούσε με την απόπειρα αυταρχικής κατάργησης των ίδιων των ταξικών αγώνων. Μια απόπειρα που, εκτός του ότι ήταν καταδικασμένη εκ των πραγμάτων στην αποτυχία, εγκαθίδρυσε και την τυραννία που δυσφήμησε το όνομα του σοσιαλισμού άγνωστο μέχρι πότε.

Ολα αυτά τι σημαίνουν στα καθ’ ημάς; Αν μετά τις εκλογές του έτους που ακολουθεί η Αριστερά περάσει στην αντιπολίτευση, «δεν χάθηκε ο κόσμος». Θα «χανόταν ο κόσμος» αν στην πορεία προς ή μετά τις εκλογές υπονομεύονταν καθοριστικά οι δημοκρατικοί θεσμοί. Αν, για παράδειγμα, επιτευχθεί το φιλόδοξο σχέδιο του κ. Βορίδη για πλήρη αφάνιση της Αριστεράς διά μέσου παρέμβασης στους θεσμούς.

Και κάτι ακόμη. Η υπονόμευση της δημοκρατίας σίγουρα δεν επέρχεται από την περίφημη πόλωση – όσο η τελευταία παραμένει εντός των πλαισίων της (δημοκρατικής) νομιμότητας, εννοείται. Ακριβώς επειδή η δημοκρατία είναι πεδίο της ταξικής διαμάχης, και ιδίως σε περιόδους κρίσης, πόλωση υπάρχει – θα ήταν ύποπτο αν δεν υπήρχε. Οταν τα αστικά κόμματα «καταγγέλλουν» την πόλωση, κατ’ ουσίαν απαιτούν από τις αντίπαλές τους δυνάμεις «να κάτσουν στ’ αυγά τους».

Ευχές, λοιπόν, για ένα πολωμένο 2019.

1) Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Ρωσική Επανάσταση» (μτφρ. Α. Στίνας), Αθήνα, Υψιλον, 1978, σελ. 63.

* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

https://www.efsyn.gr/arthro/krisimo-2019

Κύρκος Δοξιάδης Τοξική ταξικότητα


Η Ακροδεξιά κάθε χώρας έχει την ιδιαιτερότητά της. Στη σύγχρονη Ευρώπη, όμως, είναι αλήθεια ότι οι ακροδεξιές παρατάξεις τείνουν να συγκλίνουν, και κατά συνέπεια να συμμαχούν μεταξύ τους, με αναφορά σε δύο βασικά κοινωνικο-πολιτικά διακυβεύματα. Το ένα είναι πως προβάλλονται, με τη στάση που αποκαλείται (ακροδεξιός) «ευρωσκεπτικισμός», ως μοναδική εναλλακτική πρόταση απέναντι στη νεοφιλελεύθερη ευρωπαϊκή ενοποίηση και στη δυσαρέσκεια που αυτή προξενεί και το δεύτερο έχει να κάνει με τη σκληρή ξενοφοβική στάση απέναντι στο μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα.

Κύρκος Δοξιάδης


καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών


Και με τους δύο αυτούς τρόπους διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό απ’ ό,τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «συστημική», ταξικά και πολιτικά, ιδεολογία και θεσμική εκπροσώπηση: από τον (νεοφιλελεύθερο) «ευρωπαϊσμό» και τα παραδοσιακά αστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που εξακολουθούν να διατηρούν κάποια -χαλαρή έστω- σχέση και με τον πολιτικό φιλελευθερισμό.

Εάν μέναμε σε αυτά τα δύο στοιχεία που ορίζουν ως τέτοια την Ακροδεξιά σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, θα χάναμε την ουσία της ιδιαιτερότητας της ελληνικής Ακροδεξιάς. Δεν αναφέρομαι τόσο στη Χρυσή Αυγή, που μπορούμε να πούμε πως μετέχει και στα δύο βασικά γνωρίσματα της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, και μάλιστα στην πιο ακραία τους μορφή. Μακροπρόθεσμα είναι ίσως πιο σημαντικό το φαινόμενο που σήμερα παρουσιάζεται ως «ακροδεξιά μετάλλαξη» της Νέας Δημοκρατίας.

Κατά την άποψή μου, δεν πρόκειται ακριβώς για «μετάλλαξη». Η ακροδεξιά διάσταση του επίσημου φορέα της ελληνικής Δεξιάς έχει μακρά Ιστορία, τις καταβολές της οποίας θα βρούμε στη δικτατορία του Μεταξά και στους δωσίλογους και ταγματασφαλίτες της Κατοχής.

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν υπήρξε ουσιαστική αντι-φασιστική κάθαρση μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ότι, αντιθέτως, το αστικό καθεστώς στηρίχτηκε στην ενσωμάτωση ακραιφνώς φασιστικών στοιχείων για να επιβιώσει, είναι μια πραγματικότητα που παρέμενε στην αφάνεια όσο διαρκούσε ακόμη η απόπειρα εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού του ελληνικού πολιτικού βίου που σημάδεψε κατά μέγα μέρος τις πρώτες μεταδικτατορικές δεκαετίες. Με την κρίση, τα μνημόνια και την άνοδο της Αριστεράς στην κυβερνητική εξουσία, «τα ψέματα τελείωσαν».

Το ενδιαφέρον λοιπόν με αυτήν την ελληνική Ακροδεξιά είναι πως πρόκειται για μια απολύτως «συστημική» Ακροδεξιά. Από τότε που ανέλαβε ο Αντώνης Σαμαράς αρχηγός της Ν.Δ., ετέθη ως κεντρικός στόχος του μεγάλου αστικού πολιτικού φορέα της σύγχρονης Ελλάδας η ουσιαστική ματαίωση της Μεταπολίτευσης.

Που σημαίνει, η ακύρωση της μεγάλης θεσμικής αλλαγής που συντελέστηκε μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974 και που συνίστατο στον στοιχειώδη πολιτικό εκσυγχρονισμό που μέχρι τότε δεν είχε γνωρίσει ακόμη η Ελλάδα. Η επιστροφή στην «αντικομμουνιστική κανονικότητα» του μετεμφυλιακού κράτους αποτελεί, λοιπόν, έναν σαφέστατα ταξικό στρατηγικό σχεδιασμό.

Αρχισε να οργανώνεται ολόκληρη η ιδεολογία και πολιτική πρακτική των αστικών δυνάμεων προς μια οργανική διασύνδεση με εμφανώς φασιστικά στοιχεία – όπως ακριβώς δηλαδή ίσχυε στην προδικτατορική Ελλάδα. Η μόνη διαφορά είναι πως η σύγχρονη φασιστοειδής ταξικότητα που χαρακτηρίζει τις κυρίαρχες πολιτικο-οικονομικές δυνάμεις είναι αναλόγως «εκσυγχρονισμένη» ως προς τα κελεύσματα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής.

Πριν από δυο βδομάδες, δημιουργήθηκε σούσουρο γύρω από μια δήλωση του Μάκη Βορίδη, που εμπεριείχε τη φράση «ελαττωματικές ιδέες της Αριστεράς». Ολόκληρη η σχετική διατύπωση έχει ως εξής: «Πρέπει να υπάρξει στρατηγική ήττα των ιδεών της Αριστεράς για να μην ξαναβρεθεί στην εξουσία με οποιαδήποτε μορφή της. Ο Κυρ. Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία, γιατί οι ιδέες της είναι ελαττωματικές».

Εξ αρχής μου έκανε εντύπωση ότι ο θόρυβος επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη φράση «ελαττωματικές ιδέες». Δεδομένου του τι λέγεται κατά καιρούς τόσο από τον ίδιον όσο και από άλλους εναντίον της Αριστεράς, μου φάνηκε εξαιρετικά ήπια έκφραση. Στη χειρότερη περίπτωση, επρόκειτο απλώς για αδέξιο χαρακτηρισμό («ελαττωματικό» λες ένα μηχάνημα, όχι κάποιες ιδέες).

Και κατόπιν συνειδητοποίησα πως ο θόρυβος που προκλήθηκε αποτελεί μία από τις «σατανικές» εκείνες επικοινωνιακές παραπλανήσεις, που η «σατανικότητά» τους έγκειται στο ότι δεν έχουν σχεδιαστεί συνειδητά από κανέναν.

Με το να επικεντρωθεί ολόκληρη η προσοχή του κόσμου στην απλώς αδέξια διατύπωση περί «ελαττωματικότητας των ιδεών», συγκαλύφθηκε η κεφαλαιώδους σημασίας προτροπή προς τον αρχηγό της Ν.Δ. που παρατηρούμε στο πρώτο σκέλος της πρότασης: «Ο Κυρ. Μητσοτάκης πρέπει να κάνει παρεμβάσεις στο κράτος και στους θεσμούς για να μην ξαναέρθει η Αριστερά στην εξουσία…». Τι μπορεί να σημαίνει αυτό αν όχι παρότρυνση προς τον «μέλλοντα πρωθυπουργό» να επαναφέρει τους φασιστοειδείς θεσμούς του αντικομμουνιστικού κράτους της μετεμφυλιακής περιόδου;


Πηγή: Τοξική ταξικότητα

Το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά

Μία από τις πολλές αρνητικές αντιδράσεις στο άρθρο του πρωθυπουργού και προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα «Ήταν ο Ανδρέας ψεύτης;», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Documento» με την ευκαιρία της 43ης επετείου της ιδρυτικής διακήρυξης του ΠΑΣΟΚ, προερχόμενη κυρίως (όπως ήταν αναμενόμενο) από τους κύκλους του εορτάζοντος κόμματος, συνίστατο στην έκφραση δυσαρέσκειας για την έπαρση που φανερώνει ο Α. Τσίπρας συγκρίνοντας –εμμέσως πλην σαφώς– τον εαυτό του με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Νομίζω ότι το πρόβλημα με το άρθρο του πρωθυπουργού είναι περίπου το αντίστροφο.

Και προφανώς δεν αναφέρομαι στη σύγκριση μεταξύ του «μεγέθους» της μιας και της άλλης προσωπικότητας. Κάτι τέτοιο ούτως ή άλλως δεν θα ενδιέφερε μια αριστερή –ήτοι μαρξιστική κατά βάση– προσέγγιση. Γι’ αυτό λέω «περίπου» το αντίστροφο. Μάλιστα, δεν αναφέρομαι καν στη σύγκριση μεταξύ του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ των δεκαετιών του 1970 και του 1980 ως προς την πολιτική σπουδαιότητα του κάθε κόμματος. Κυρίως με απασχολεί η –καλώς εννοούμενη, έστω– «ταπεινοφροσύνη» που διακρίνεται στο άρθρο του Α. Τσίπρα σε σχέση με το «παλιό» ΠΑΣΟΚ, και που εκδηλώνεται σε δύο αλληλοσυνδεόμενα επίπεδα.

Πρώτον, στην εκτίμηση της ικανότητας της ηγεσίας του μικρού τότε ΠΑΣΟΚ να διαγνώσει σωστά την ιστορική συγκυρία, να αξιοποιήσει το «τεράστιο λαϊκό κύμα» που προέκυψε μετά την πτώση της δικτατορίας και να το συνενώσει σε κίνημα που αποτέλεσε μια πολιτική και κοινωνική τομή. Και δεύτερον, προς το τέλος του άρθρου, στη δήλωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ «με υπερηφάνεια» έχει «ξαναπιάσει το νήμα» των αρχικών ιδεολογικών στόχων του ΠΑΣΟΚ που αλλοιώθηκαν, εκφυλίστηκαν και διαβρώθηκαν από το κατεστημένο αλλά και τον αντιφατικό χαρακτήρα του ίδιου του ΠΑΣΟΚ και του αρχηγού του.

Διευκρινίζω πως το ζήτημα δεν είναι να αποφασίσουμε αν κάποτε όντως υπήρξε ένα «καλό» –από αριστερή ή προοδευτική σκοπιά– ΠΑΣΟΚ που βαθμιαία εκφυλίστηκε ή διαβρώθηκε, ή αν το ΠΑΣΟΚ ήταν εξαρχής «κακό» – από την ίδια σκοπιά, εννοείται. Ως σύνθετο και σημαντικό ιστορικό φαινόμενο, πρέπει να προσεγγιστεί στην ιδιαιτερότητά του. Σε παλαιότερο άρθρο μου στην «Εφ.Συν.» («Η “ανορθογραφία του 2012”», 24/1/2017), είχα υποστηρίξει πως –εκ των υστέρων, βέβαια– είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε την εν λόγω ιδιαιτερότητα, αν λάβουμε υπόψη ότι το ΠΑΣΟΚ κλήθηκε να παίξει μέσα σε λιγότερο από τρεις δεκαετίες τον στρατηγικό ρόλο που τα δυτικοευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα χρειάστηκαν περίπου οκτώ δεκαετίες και δύο παγκόσμιους πολέμους για να εκπληρώσουν.

Ο αντιφατικός χαρακτήρας του ΠΑΣΟΚ σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στο ότι συμπύκνωσε σε συγκριτικά ελάχιστο ιστορικό χρόνο τις αμφίρροπες κοινωνικο-πολιτικές διεργασίες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Αυτή η τελευταία, από τη μια, αποτελούσε προσπάθεια μεταρρύθμισης του καπιταλιστικού συστήματος προς όφελος των μεσαίων και κατώτερων τάξεων και εις βάρος της ασυδοσίας του μεγάλου κεφαλαίου. Από την άλλη, όμως, δεδομένου πως ποτέ δεν απείλησε ριζικά την ταξική δομή του συστήματος (τουλάχιστον μετά τη διάλυση της Β΄ Διεθνούς), μακροπρόθεσμα συνέβαλε στη βαθμιαία ενσωμάτωση των εν λόγω τάξεων στον καπιταλισμό – με τελική κορύφωση βέβαια την πλήρη προσχώρησή της στα κελεύσματα του νεοφιλελευθερισμού.

Η εντυπωσιακή ασυνέπεια που χαρακτήρισε τη ραγδαία μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ δεν οφείλεται στη χαρακτηρολογική ασυνέπεια των στελεχών του, ούτε στους έξωθεν «εναγκαλισμούς» του κατεστημένου, αλλά στο ότι σε διάστημα μόλις δυόμισι δεκαετιών το κόμμα αυτό έπρεπε αρχικά να κερδίσει την εμπιστοσύνη των κατώτερων και μεσαίων τάξεων με φιλολαϊκά μέτρα και εκδημοκρατισμό της κοινωνίας (ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, εκσυγχρονισμός του οικογενειακού δικαίου, εκδημοκρατισμός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης) και κατόπιν να συμβάλει στην ενσωμάτωσή τους στον ευρωπαϊκό –νεοφιλελεύθερο πλέον– καπιταλισμό. Δεν έχουμε λοιπόν έναν αριστερό ριζοσπαστισμό ο οποίος στη συνέχεια αυτοπροδόθηκε, αλλά μια βεβιασμένη ιστορική διαδικασία στρατηγικής αφομοίωσης στο καπιταλιστικό σύστημα.

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. Θυμάμαι τον εαυτό μου νεαρό Ρηγά, μαζί με τους/τις συντρόφους/ισσές μου, να καγχάζουμε με το κεντρικό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974: «Στις 18 σοσιαλισμός». Θυμάμαι ακόμα πως αντιμετωπίζαμε με παρόμοια σκωπτική διάθεση το γεγονός ότι πολλά μέλη της νεολαίας ΠΑΣΟΚ πόζαραν ως πιο «ντούροι» μαρξιστές-λενινιστές και από τους ΚΝίτες, την ίδια στιγμή που στην ηγεσία του κόμματος συμμετείχαν με αποφασιστικό ρόλο στελέχη της παλαιάς Ενωσης Κέντρου. Υπάρχει ολόκληρη παράδοση, εκείνη της ανανεωτικής κομμουνιστικής Αριστεράς, που πέρα από τις όποιες εκ των υστέρων τοποθετήσεις και αναλύσεις, είχε εξαρχής συνειδητοποιήσει την αφερεγγυότητα του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, ακριβώς στην προσπάθειά του να αυτοπροβάλλεται ως ριζοσπαστική Αριστερά.

* καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών