Αρχείο ετικέτας κόμμα

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ενάντια στο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό

Βασίλης Ρόγγας
Βασίλης Ρόγγας Υποψήφιος Διδάκτορας Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

ΕΝΘΕΜΑΤΑ (4ος κύκλος)

Του Βασίλη Ρόγγα*

Το ζήτημα της δημοκρατικής ή όχι συγκρότησης των πολιτικών εκφράσεων της Αριστεράς απασχόλησε πολύ τις διάφορες εκδοχές των σοσιαλιστικών κινημάτων. Το αρχικό οργανωτικό και θεωρητικό σχίσμα στην Α΄ Διεθνή μεταξύ των Μαρξ και Μπακούνιν, που εξέφρασαν την κομμουνιστική και αναρχική οπτική αντίστοιχα, συνεχίστηκε με τη διάσπαση σοσιαλιστών/σοσιαλδημοκρατών και κομμουνιστών στις αρχές του 20 αιώνα, με την τροτσκιστική και μαοϊκή εκδοχή της λενινιστικής πλευράς, με το οργανωτικό/θεωρητικό ψηφιδωτό των αντιεξουσιαστικών εκφράσεων, τα αντιαποικιακά κινήματα, τη Νέα Αριστερά, το δεξιό ή αριστερό ευρωκομμουνισμό, τα φεμινιστικά κινήματα, τα οικολογικά κινήματα και κόμματα κ.ο.κ. Ακόμα και οι οργανωτικές μέριμνες που κόμισαν τα εθνικά και το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ, οι ρωμαλέες αντιστάσεις των πλατειών της Νότιας Ευρώπης, της Βόρειας Αφρικής και των Occupy,αντλούν από τη ριζοσπαστική Αριστερά ή την Αναρχία.

Η διάσταση του χώρου, δηλαδή η εθνική ή η διεθνική συγκρότηση του κινήματος ή/και του κόμματος, η νόμιμη ή η παράνομη δράση, ο τρόπος λήψης των αποφάσεων και η λογοδοσία στα μέλη ή στην κοινωνία, η επαναστατική ή δημοκρατική κατάκτηση της εξουσίας, η ίδια η κατάκτηση της εξουσίας ή όχι, η συμμετοχή ή όχι στον πόλεμο, στην κυβέρνηση, η ανοχή ή όχι σε κυβερνήσεις, καθώς και μια σειρά ακόμα ζητήματα, δίχασαν, στοίχησαν, όξυναν επιχειρήματα σε κάθε πλευρά, ένωσαν ή όχι σε δύσκολες στιγμές. Τα κόμματα που είχαν αναφορά στο σοσιαλισμό στην πλειοψηφία τους δημιουργήθηκαν από κοινωνικά κινήματα, φτάνοντας κάποιες φορές στο επίπεδο των επαναστάσεων, των εμφυλίων πολέμων, των γενικών πολιτικών απεργιών, των κρατικών αποσχίσεων κ.ο.κ. Οι σοσιαλιστικές πολιτικές εκφάνσεις λειτούργησαν συχνά ως υποδείγματα για τις αντιστάσεις επόμενων περιόδων, καινοτόμησαν οργανωτικά, δάνεισαν τις οργανωτικές τους πρακτικές σε άλλα κόμματα ή, τέλος πάντων, αποτελέσαν παραδεκτές μεθοδολογίες συλλογικής δράσης εδώ και περίπου δυο αιώνες.

Ο Λένιν με το συγκεντρωτισμό

Η λενινιστική εκδοχή του τρόπου οργάνωσης των αντιστάσεων της εργατικής τάξης είναι εκείνη που διαχύθηκε παγκόσμια και περισσότερο επιτυχημένα στα κοινωνικά κινήματα που εναντιώνονταν στον καπιταλισμό κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Ρωσίας θριάμβευσε ενάντια στην αναρχική / αναρχοκομμουνιστική λογική των Μπακούνιν και Κροπότκιν ή τις διαφορετικές θέσεις που εξέφρασαν η Ρόζα Λούξεμπουργκ ή ο Παννεκούκ. Η λενινιστική οργανωτική οπτική κυριάρχησε έναντι των υπολοίπων, ενώ ενσωματώθηκε με επιμέρους εμφάσεις από το μαοϊσμό και τον τροτσκισμό. Οι συμβολές των κομμουνιστικών κομμάτων ως οργανωτών κινημάτων είναι μάλλον αδιαμφισβήτητες, το ίδιο και η διασπορά του μοντέλου που επινόησαν. Ο Πάνεκκουκ σημείωνε το 1940: «αυτά που υποστήριζε η Μόσχα είχαν ασύγκριτα μεγαλύτερη βαρύτητα, επειδή είχε το κύρος που προσδίδει μια νικηφόρα επανάσταση απέναντι σ’ αυτήν που είχε ηττηθεί (τη γερμανική επανάσταση). Πώς θα μπορούσε να είναι κανείς σοφότερος από τους δασκάλους του; Το ηθικό κύρος του Ρωσικού κομμουνισμού ήταν τόσο αδιαμφισβήτητο»1.

Έτσι, το κόμμα νέου τύπου, ο τρόπος οργάνωσης που επικράτησε στα ΚΚ, είχε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: πολιτικό κόμμα των επαγγελματιών επαναστατών που προσπαθεί για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας με οργανωτικές αρχές το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό, την ιεραρχία, τη μονολιθικότητα, το ενιαίο καθοδηγητικό κέντρο, τον καταμερισμό των εργασιών, την αυτοαντίληψή του ως πρωτοπορία και συνείδηση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι καθιερώνουν τον πιο μακροχρόνιο και επιτυχημένο οργανωτικό τύπο συλλογικής δράσης του 20ου αιώνα. Ιδιαίτερα το ζήτημα της εξωγενούς εισαγωγής της εργατικής συνείδησης από αυτό το κόμμα νέου τύπου συνιστούσε θεωρητικό εργαλείο δικαιολόγησης του πρωτείου της οργάνωσης και έπειτα της τάξης. Ήταν ένα σχήμα που φαίνονταν περισσότερο λειτουργικό από μια πιο διαβουλευτική συγκρότηση που θα έπαιρνε χρόνο ή ενδεχομένως θα έφερνε εσωστρέφεια, ενάντια σε έναν αντίπαλο με θεσμική και οικονομική υπεροπλία.

Η Λούξεμπουργκ με τη δημοκρατία

Στο λενινιστικό μοντέλο αντιτάχθηκε η Ρόζα Λούξεμπουργκ από δημοκρατική σκοπιά. Στις αρχές του 20ουαιώνα, τότε δηλαδή που οι οργανωτικές αρχές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων δεν είχαν παγιωθεί, αρθρογράφησε ενάντια σε όσα πρότεινε ο Λένιν (Τι να κάνουμε, Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω). Η Πολωνοεβραία επαναστάτρια θεωρούσε πως δυο κινδύνους αντιμετώπιζε το κίνημα: πρώτον, να καταστεί σέχτα, δεύτερον να καταλήξει πολιτική κίνηση αστικών μεταρρυθμίσεων. Το κόμμα, του οποίου τον πρωτοπόρο ρόλο δεν αρνούνταν, δε θα μπορούσε να έχει την Κεντρική του Επιτροπή ως «το μόνο σκεπτόμενο στοιχείο». Κατανοούσε ωστόσο την ανάγκη για πανεθνική οργάνωση, για μια οργάνωση που έτσι κι αλλιώς δεν μπορεί παρά να μοιάζει, να αντικατοπτρίζει τον αντίπαλο που είναι συγκεντρωτικός.

Καταλάβαινε, όμως, εξίσου πως «η ανάπτυξη της συνειδητοποίησης των στόχων του αγώνα μέσα στους προλετάριους και ο ίδιος ο αγώνας δεν είναι πράγματα που χωρίζονται χρονολογικά και μηχανικά. Είναι μόνο διαφορετικές όψεις του ίδιου αγώνα και έτσι για τη σοσιαλδημοκρατία δεν υπάρχουν λεπτομερή σχήματα τακτικής με τα οποία η κεντρική επιτροπή μπορεί να εκπαιδεύσει τα μέλη»2. Με άλλα λόγια, η ταξική πάλη έτσι όπως εκδιπλώνεται ιστορικά, όπως πραγματοποιείται από την εργατική τάξη, είναι βέβαιο πως θα κάνει λάθη. Μέσω της ενδογενούς της δυναμικής θα προτυποποίησει καλές πρακτικές, θα τολμά να αντιγράφει ή και να αλλάζει. Η ηγεσία του κόμματος είναι αδύνατον να μπορεί να ορίσει από πριν τι είναι σωστό και τι είναι λάθος, μια και η εμπειρία του αγώνα είναι μια μελλοντική διαδικασία της οποίας την αποτελεσματικότητα δεν θα μπορούσε να ξέρει. Έτσι τονίζει πως, «οι πιο σημαντικές και καρποφόρες αλλαγές στην τακτική πολιτική του κατά τα τελευταία δέκα χρόνια δεν ήταν επινοήσεις των πολλών ηγετών και πολύ περισσότερο ούτε κανενός κεντρικού οργανωτικού οργάνου. Ήταν πάντα το αυθόρμητο προϊόν του κινήματος σε κατάσταση βρασμού»3. Και συμπλήρωνε παρακάτω: «το ασυνείδητο έρχεται πριν από το συνειδητό. Η λογική του ιστορικού προτσές έρχεται πριν την υποκειμενική λογική των ανθρώπων που συμμετέχουν στο ιστορικό αυτό προτσές. Η τάση των διοικητικών οργάνων του σοσιαλιστικού κόμματος είναι να παίζουν έναν συντηρητικό ρόλο»4.

Έπειτα από τη Ρωσική Επανάσταση που χαιρετίστηκε από όλες τις τάσεις του σοσιαλισμού, η Λούξεμπουργκ δεν σταμάτησε να ασκεί κριτική στην κρατική οργάνωση, όπως διαμορφώνονταν από τον Λένιν, δηλαδή τη δικτατορία του κόμματος επί του προλεταριάτου. Η Ρόζα θεωρούσε πως δεν μπορεί να υπάρξει ζωή που να μην την πνίγει η γραφειοκρατία χωρίς τα σοβιέτ, χωρίς απεριόριστη ελευθερία του τύπου, χωρίς γενικές εκλογές και πολυκομματισμό, χωρίς αντιπολίτευση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο «η ζωή ξεψυχάει σε όλους τους δημόσιους θεσμούς, γίνεται μια ζωή επιφανειακή, όπου η γραφειοκρατία μένει το μόνο ενεργό στοιχείο». Καταλήγει δε με την εμβληματική φράση, πως δηλαδή «η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης και μόνο για τα μέλη του κόμματος -όσο πολυάριθμα κι αν είναι αυτά- δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία νοείται πάντοτε ως ελευθερία γι’ αυτόν που σκέφτεται διαφορετικά»5.

Η κορυφαία επαναστάτρια δικαιώθηκε σε σχέση με την αντίθεση της στο δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Η Σοβιετική Ένωση αλλοτριώθηκε σε μια στυγνή δικτατορία που έπνιξε τη δημόσια ζωή και κατέρρευσε οικονομικά στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η δική της θεωρητική κληρονομιά σε σχέση με τα οργανωτικά ζητήματα δεν ευτύχησε να εμπεδωθεί ως ηγεμονικό υπόδειγμα κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα. Αλλά αυτό δεν ήταν και το τέλος της. Εκατό χρόνια από τη δολοφονία της, οι απόψεις της δεν είναι, όπως συνηθίζουμε να λέμε, επίκαιρες, αλλά μένουν ένας μη εφαρμοσμένος οργανωτικός προσανατολισμός, μια ευρηματική μεθοδολογία για όσους και όσες έχουν αναφορά στο δημοκρατικό σοσιαλισμό που θέλει να τελειώσει με τον καπιταλισμό.

Τόση είναι η επικαιρότητά του έργου της, που η παρακάτω φράση, όπως ακριβώς διατυπώθηκε το 1915, δεν χάνει καθόλου από την αξία της: «ο μαρξισμός είναι μια επαναστατική παγκόσμια θεώρηση που πρέπει πάντα να μάχεται για νέες αποκαλύψεις. Ο μαρξισμός δεν πρέπει να αποστρέφεται τίποτα περισσότερο από το να μείνει παγωμένος στην παροντική του μορφή. Είναι στα καλύτερά του όταν χτυπά το κεφάλι του από αυτοκριτική, και μέσα στους ιστορικούς κεραυνούς και αστραπές διατηρεί το σθένος του»6.

1. Αντόν Πάννεκουκ (1940), Γιατί απέτυχαν τα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα, Living Marxism, τχ. 5(2)

2. Ρόζα Λουξεμπουργκ (1904), Οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, Die Neue Zeit και Iskra

3. ο.π.

4. ο.π.

5. Ρόζα Λούξεμπουργκ (1918), Η Ρωσική Επανάσταση

6. Ρόζα Λούξεμπουργκ (1915), Η συσσώρευση του κεφαλαίου, μια αντι-κριτική

* Υποψήφιος Διδάκτορας Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

Νέο κόμμα για τη νέα αριστερά: Πώς οι εκλογικές επιτυχίες γίνονται ιδεολογική ηγεμονία

Το κόμμα πρέπει να έχει εύπλαστη μορφή, πορώδεις παρυφές και διαφανείς διαδικασίες που επιτρέπουν τη συνεχή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Αφήνοντας την ασφάλεια της ρουτίνας και της επετηρίδας πρέπει να γίνει εργαστήρι πειραματισμού δομών, ιδεών, μεθόδων.

Του Κώστα Δουζίνα*

Η σημερινή μορφή κόμματος και συνδικάτου ανάγεται στην περίοδο της παραγωγικής και πολιτικής διαδικασίας των αρχών του 20ου αιώνα. Τα μαζικά κόμματα της εργατικής τάξης-σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά- δημιουργήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα με την είσοδο των λαϊκών μαζών στην πολιτική μετά την γενίκευση του δικαιώματος ψήφου. Ήταν δημιουργήματα της βιομηχανικής επανάστασης και πολιτική έκφραση της επέκτασης της δημοκρατίας. Κύριο χαρακτηριστικό και των δύο ήταν ο συγκεντρωτικός και περιοδικός τους χαρακτήρας. Η εργασία συγκεντρωνόταν σε μεγάλους χώρους (εργοστάσια, εργοτάξια, μεγάλες αγροτικές μονάδες) και η πολιτική στη Βουλή, την κυβέρνηση, τα συνδικάτα, τα κομματικά γραφεία και την τοπική αυτοδιοίκηση. Η χωρική συγκέντρωση συμπληρωνόταν με την συμπύκνωση του πολιτικού χρόνου από περιοδικές εκδηλώσεις, όπως οι εκλογές, οι επέτειοι, οι μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις –απεργίες, διαδηλώσεις, πορείες.

Δουλειά του κόμματος ήταν να αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των εργαζομένων απέναντι στις διάφορες εξουσίες και να απομυθοποιεί την κυρίαρχη ιδεολογία. Η λογική της αντιπροσώπευσης οδήγησε στην πυραμιδωτή οργάνωση του κόμματος με μια πλατειά βάση μελών και σταδιακά μικρότερα όργανα μέχρι την κεντρική επιτροπή και την ηγεσία. Έτσι, τα κόμματα απέκτησαν μια συγκεντρωτική και σφικτή οργάνωση στην οποία ευδοκιμήσαν μικρές ομάδες που έλεγχαν τις βασικές λειτουργίες και δραστηριότητες και μπορούσαν να αναδειχτούν σε ηγεμονικές φράξιες. Στα κομμουνιστικά κόμματα ο συγκεντρωτισμός και η δύναμη της ηγεσίας ήταν ακόμη μεγαλύτερα.

Γενική διάνοια και πολιτική

Σήμερα η εργασία έχει αλλάξει ριζικά και η πολιτική αποκεντρώνεται. Ο πρώιμος Μαρξ εισήγαγε την έννοια της «γενικής διάνοιας», της διαδικασίας και του προϊόντος της συλλογικής γνώσης, γλώσσας και επικοινωνίας, στο Grundrisse. Στον βιομηχανικό καπιταλισμό, οι μηχανές ήταν δημιουργήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, ενσωματώνοντας νεκρή εργατική δύναμη και σταθερό κεφάλαιο στις δυνάμεις παραγωγής. Σήμερα, όμως, μπαίνουμε στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση. Η γενική διάνοια έγινε βασική παραγωγική δύναμη. Η επιστήμη, η νοητική εργασία και η δικτύωση, οι ιδέες και οι λέξεις, αποκτούν άμεση υλική πραγματικότητα. Η ψηφιακή οικονομία, η επικοινωνία, η παιδεία και επιμόρφωση, τα logistics και οι μεταφορές, η εστίαση, η συναισθηματική και ψυχολογική υποστήριξη ευάλωτων προσώπων αποτελούν χώρους οικονομικής δραστηριότητας. Η γενική διάνοια δεν βρίσκεται πια στο σταθερό κεφάλαιο των μηχανών αλλά είναι ενσωματωμένη στη ζωή των εργαζόμενων. Ενώ στον βιομηχανικό καπιταλισμό το συγκεκριμένο γίνονταν αφηρημένο, η αξία χρήσης ανταλλακτική, στον ύστερο ισχύει το αντίθετο: ιδέες, σημεία και λόγια γίνονται αμέσως υλικά αντικείμενα και πηγαίνουν στην αγορά.

Η άυλη παραγωγή στηρίζεται σε δικτυώσεις μεταξύ αγνώστων, σε οριζόντιες συνεργασίες, σε πλαστικές και συνεχείς επικοινωνίες. Αυτές οι αλλαγές βοηθούν στην ανάδυση πολιτικών σχηματισμών πέρα από τα αντιπροσωπευτικά κόμματα και τα κλαδικά συνδικάτα. Η αποκεντρωμένη πολιτική ασκείται σε διάφορους χώρους, στη δουλειά, την γειτονιά, τις πολιτισμικές δραστηριότητες και τις ψηφιακές εφαρμογές. Ετσι έχουμε νέες θεματικές και ευέλικτες μορφές λαϊκών κινητοποιήσεων και πολιτικής δράσης που συνήθως εκδηλώνονται στα socialmedia. Στα «νέα κινήματα» (φεμινισμός, οικολογία, κινήματα κατά των διακρίσεων) έχουν προστεθεί δίκτυα αντίστασης και δικαιωμάτων (αγανακτισμένοι, Δεν Πληρώνω, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα), κινήματα ταυτοτήτων, αλληλεγγύης και πολιτισμού (ΛΟΑΤΚΙ, υποστήριξη προσφύγων, πρωτοβουλίες στον χώρο της παιδείας), πρωτοβουλίες κοινωνικής οικονομίας και ποικίλες μονοθεματικές καμπάνιες (Σκουριές, ιδιωτικοποίηση αεροδρομίων, κινήματα εναντίον συγκεκριμένων μορφών κρατικής καταστολής).

Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν ένα πολυδιάστατο και διασπασμένο πολιτικό και κοινωνικό χάρτη, δυσκολεύουν τις ιδεολογικο-πολιτικές συγκλίσεις και οδηγούν σε κρίση εκπροσώπησης που συνδυάζεται με τη γενικότερη απονομιμοποίηση της πολιτικής της «μεταδημοκρατικής» εποχής.Οι πολίτες καλούνται συχνά σε αντιφατικές και αντιτιθέμενες πολιτικο-κοινωνικές εντάξεις δημιουργώντας ένα εν δυνάμει συγκρουσιακό τοπίο μεταξύ διαφορετικών σχηματισμών αλλά και στην ίδια την υποκειμενικότητα. Οι εντάσεις επιτείνονται από τη συνύπαρξη για πρώτη φορά εθνοτήτων και πολιτισμών που βρίσκονται πια μόνιμα εδώ πλουτίζοντας την Ελλάδα υλικά και πολιτισμικά.

Σ’ αυτό το περιβάλλον η κλασική κομματική μορφή υποχωρεί παντού. Τα κόμματα φθίνουν, χάνουν μέλη και τείνουν να ελέγχονται από μικρές επαγγελματικές ομάδες. Μόνο 4% όσων ψηφίζουν στη Δυτική Ευρώπη είναι κομματικά μέλη. Ελάχιστοι ακτιβιστές βοηθούν το κόμμα εθελοντικά η «τρέχουν» τις προεκλογικές εκστρατείες. Τα παιδιά του «κομματικού σωλήνα» δεν ασχολούνται με τα καθημερινά, ενώ οι δημοσιοσχεσίτες, διαφημιστές και σύμβουλοι έχουν υψηλές οικονομικές απαιτήσεις. Τα κόμματα έχουν γίνει χώροι υψηλής έντασης κεφαλαίου όχι εργασίας. Πρέπει επομένως να αυξήσουν τα έσοδά τους και ο προσφορότερος τρόπος είναι η πώληση πολιτικής επιρροής και προστασίας. Έτσι, τα κόμματα έγιναν ένας από τους πιο βασικούς μηχανισμούς διαφθοράς. Στην Ελλάδα συμπτώματα της κρίσης αποτελούν η αποδυνάμωση του δικομματισμού, η παρακμή της κομματικής μορφής, η αποδυνάμωση της διαχωριστικής γραμμής αριστερά-δεξιά, η αποπολιτικοποίηση της νεολαίας και η γενικότερη έλλειψη εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα, η απομαζικοποίηση και απονομιμοποίηση του κλασικού συνδικαλισμού, η στροφή σε νέες μορφές αυτόνομης εργατικής και κοινωνικής οργάνωσης.

Νέο κόμμα για τη νέα αριστερά

Πρέπει να φανταστούμε και να φτιάξουμε ένα νέο κόμμα για τη νέα αριστερά. Οι εκλογικές επιτυχίες οφείλονταν στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να εκφράσει τον ταξικό-αντιμνημονιακό αγώνα του Ελληνικού λαού, αλλά και τις νέες μορφές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης και αντίστασης που κρατούν αποστάσεις από την κεντρική πολιτική σκηνή. Η κίνηση προς μια οικονομία της γνώσης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επανασυγκρότηση της παραγωγικής διαδικασίας, όπως λέει σωστά το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Το κόμμα θα μείνει πίσω; Πρέπει να μεταφέρουμε στο κόμμα τις γνώσεις, δεξιότητες και πρακτικές που μαθαίνουμε για τη δουλειά μας.

Έχουμε ένα προηγούμενο, στο μετασχηματισμό του Εργατικού κόμματος από τον Κόρμπυν. Έχοντας αρχικά απέναντί του την πλειοψηφία των βουλευτών και των στελεχών του κόμματος,ο Κόρμπυν απευθύνθηκε στην κοινωνία. 400.000 νέα μέλη γράφτηκαν ξανανιώνοντας το ετοιμοθάνατο κόμμα. Τα μέλη απέκτησαν σημαντική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων για τοπικά, περιφερειακά και κλαδικά θέματα. Δημοψηφίσματα, οριζόντιες δικτυώσεις και τοπικά συνέδρια συζητούν και διαμορφώνουν σχέδια προτάσεων για νέες πολιτικές που μετά εξειδικεύονται από τους τομείς του κόμματος. Το δίκτυο Momentum, βασικός υποστηρικτής του Κόρμπυν, με 250.000 μέλη και φίλους, υπήρξε καίριο στην επιτυχία της αριστεράς. Το Momentum αποτελεί μια δημιουργική και ριζοσπαστική κοινότητα που χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά ψηφιακές δράσεις και επικοινωνία. Η πλειοψηφία των μελών είναι νέοι και νέες που, αντί να καταναλώνουν παθητικά κομματικές ενημερώσεις και εκδηλώσεις, οργανώνουν και συμμετέχουν σε φυσικά και ψηφιακά συμβάντα,ανοικτά σε όλους,που σχετίζονται με τοπικά και γενικά ενδιαφέροντα.

Ο Κόρμπυν εμπιστεύτηκε το άνοιγμα σε ιδέες και μεθόδους, τη χρήση της γνώσης και τεχνογνωσίας της νέας γενιάς για να ανατρέψει την επίθεση των κυρίαρχων ΜΜΕ και της εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει ανάλογη εχθρότητα από θέση κυβέρνησης με τα θετικά και αρνητικά της. Η μετατροπή των εκλογικής νίκης σε ιδεολογική ηγεμονία και η δημιουργία πλατειών κοινωνικών συμμαχιών αποτελεί το στοίχημα της επόμενης περιόδου. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να δημιουργήσει νέο όραμα της Αριστεράς και νέα μορφή κομματικής οργάνωσης που ανταποκρίνεται στις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές.

Πρέπει να πειραματιστούμε, να πάρουμε ρίσκα, να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία και τις δεξιότητες της κοινωνίας και κυρίως της νεολαίας. Το κόμμα πρέπει να έχει εύπλαστη μορφή, πορώδεις παρυφές και διαφανείς διαδικασίες που επιτρέπουν τη συνεχή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Αφήνοντας την ασφάλεια της ρουτίνας και της επετηρίδας πρέπει να γίνει εργαστήρι πειραματισμού δομών, ιδεών, μεθόδων. Η λειτουργία των οργανώσεων πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να υπερβούμε τη διάκριση στελεχών και μελών, την λογική της ανάθεσης, των πελατειακών μηχανισμών και της καρτελοποίησης. Οι Οργανώσεις Μελών παραμένουν βασικός κομματικός πυρήνας. Εντούτοις η δουλειά τους πρέπει να αναβαθμιστεί ριζικά, δεν μπορεί να περιορίζεται στην ενημέρωση από κομματικά στελέχη. Η πραγματοποίηση της ιδέας ότι η ΟΜ είναι το «κόμμα στο χώρο του» σημαίνει ότι όλα τα θέματα που αφορούν την περιοχή ή τον κλάδο που εκπροσωπεί η ΟΜ πρέπει να ανατεθούν στα μέλη. Αυτό περιλαμβάνει θέματα τοπικά, δημοτικά/κοινοτικά, περιφερειακά και κυβερνητικά. Όταν αυτοδιοικητικές ή κυβερνητικές πρωτοβουλίες αφορούν την περιοχή πρέπει να ενημερώνεται και να ζητείται η γνώμη της ΟΜ πριν αποφασιστεί η πολιτική.

Δίπλα στις ΟΜ δημιουργούνται οριζόντιοι φυσικοί και ηλεκτρονικοί «κύκλοι φίλων». Οι κύκλοι έχουν θεματικά αντικείμενα είτε γενικά, π.χ. λειτουργικά θέματα γύρω από την κοινωνική οικονομία, πρωτοβουλίες δημιουργίας επιχειρήσεων από νέους, αγροτικές πρωτοβουλίες για ανάπτυξη νέων καλλιεργειών είτε πιο συγκεκριμένα, για παράδειγμα συμπαράσταση σε κινηματικές πρωτοβουλίες όπως η ΒΙΟΜΕ, η ανάπτυξη μιας περιοχής ή λιμανιού ή οι Σκουριές. Στους κύκλους συμμετέχουν μέλη του κόμματος και της νεολαίας και μη οργανωμένοι πολίτες. Κεντρικό ρόλο έχουν οι νέοι και νέες που αποφασίζουν τη δημιουργία κύκλων, τη θεματολογία και τις εκδηλώσεις τους. Παράλληλα τα θεωρητικά ινστιτούτα και οι δεξαμενές σκέψης του κόμματος επεξεργάζονται σχέδια πολιτικών, οργανώνουν δημόσιες συζητήσεις και ανοικτά πανεπιστήμια για διάδοση και διαβούλευση γύρω από τις νέες ιδέες και στρατηγικές.

Η κομματική ανασύνταξη πρέπει να συνθέσει το γενικό, τη θεωρία και την ιδεολογία, με το ειδικό, την οργάνωση της ενεργής υποκειμενικότητας του πολίτη. Το ταυτοτικό είχε κεντρικό ρόλο στην πρώτη περίοδο της κυβέρνησης. Τώρα πρέπει να σχεδιάσουμε μια συνολικότερη έξοδο από τη συνθήκη της ιδεολογικής μειοψηφίας. Η βούληση πολιτικής δραστηριοποίησης δημιουργείται μέσα από πολύπλοκες διεργασίες, με ηθικά, αισθητικά και φαντασιακά στοιχεία. Παράλληλα η συγκρότηση συλλογικών ταυτοτήτων πρέπει να συνδυάζει το πολιτικό με τις εργασιακές και υποκειμενικές συνθήκες των πολιτών. Εδώ πρέπει λοιπόν να στρέφεται και η θεωρία μας και η πολιτική της απόρροια, το νέο κόμμα της αριστεράς. Το μεγάλο διακύβευμα για την αριστερά σήμερα είναι πώς η γενική πορεία προς την κοινωνική απελευθέρωση συνδυάζεται και επικαθορίζει την υποκειμενική ταυτότητα και δημιουργεί ενεργούς πολίτες. Η ανάβαση χρειάζεται τους ορειβάτες, αλλά χωρίς σχέδιο πορείας οι ορειβάτες χάνονται. Δεν κάνει η αναγγελία της μιας «ορθής» άποψης αλλά η υποδοχή ιδεών, στρατηγικών και ανθρώπων, η κοινή σκέψη και ανάλυση με όσους συστρατεύονται τακτικά ή στρατηγικά. Σημασία δεν έχει από πού προέρχονται οι συνταξιδιώτες αλλά προς τα πού πηγαίνουμε μαζί.

 

*Καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ