Αρχείο ετικέτας κομμουνισμός

ΦΕΤΟΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ (1818)

 Ένας Μαρξ στις ιστορικές του διαστάσεις


ΦΕΤΟΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ (1818), ενός ανθρώπου που όσο λίγοι συνέβαλε στο να κατανοήσουμε τη νεωτερικότητα, τις αντινομίες στη λειτουργία του καπιταλισμού, αλλά και τη σημασία της ανθρώπινης δράσης στην προσπάθεια για κοινωνική αλλαγή. Εκείνο που πρώτα απ’ όλα μπορεί να του πιστωθεί είναι η απομάγευση του καπιταλισμού, αφού με συστηματικό τρόπο έδειξε πως, παρά την ορθολογικότητα στην οργάνωση της παραγωγής σε επιχειρησιακό επίπεδο, το σύστημα αυτό διακρίνεται από σχεδόν απόλυτη ανορθολογικότητα σε επίπεδο συνολικής οικονομίας.

Αποτέλεσμα είναι οι κραυγαλέες ανισότητες, η ανεργία, η καταστροφή μέσων παραγωγής, η απαξίωση, οι κρίσεις, η φτώχεια και ο αποκλεισμός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Παράλληλα, σε καθημερινή βάση η καπιταλιστική κοινωνία, παρά τους κομπασμούς για τα νεωτερικά της στοιχεία, παραμένει βουτηγμένη στις φαντασιώσεις, στον φετιχισμό, στην ειδωλολατρία, στην αποξένωση και στους μύθους.

Ο Μαρξ, πολύ πριν διαβάσει τη θεωρία του Δαρβίνου, επέμενε ότι ο άνθρωπος είναι προϊόν φυσικής εξέλιξης και άρα αναπόσπαστο τμήμα της φύσης, με την οποία πρέπει να διατηρεί μια διαλεκτική και ισορροπημένη σχέση.

Η προσέγγιση αυτή απογύμνωσε την ανθρωπολογία από κάθε μεταφυσικό στοιχείο και έθεσε τον άνθρωπο εντός της Ιστορίας, σε συνθήκες που δεν επιλέγει, αλλά τις οποίες μπορεί να αγωνιστεί για να αλλάξει. Στο πλαίσιο αυτό και χρησιμοποιώντας τη διαλεκτική μέθοδο καταδεικνύει και τον ιστορικά μεταβατικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, ο οποίος, μέσω των ιδεολόγων του, επιχειρεί συστηματικά να εμφανίζεται ως η τελείωση και ο τελικός προορισμός της Ιστορίας.

Φυσικά, λόγω περιρρέοντος κλίματος και στο φόντο των ψευδαισθήσεων του Διαφωτισμού, μπορεί ο Μαρξ να ενδίδει εν μέρει στη γοητεία της λατρείας της προόδου, δεν παραλείπει όμως να επισημαίνει σε διάφορες ευκαιρίες το θέμα των ιστορικών επιπλοκών και της ιστορικής ασυνέχειας. Οπως γράφει ο Τέρι Ιγκλετον, «ο Μαρξ ήταν οραματιστής και ταυτόχρονα νηφάλιος ρεαλιστής. Στρέφεται από τις φαντασιώσεις για το μέλλον στις πεζές διεργασίες του παρόντος… Εν προκειμένω, ρεαλισμός και όραμα πηγαίνουν χέρι χέρι».

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ στη «γερμανική ιδεολογία» ξεκαθαρίζει ότι «η κοινωνική ύπαρξη καθορίζει τη συνείδηση», άρα θέτει ως κριτήριο της αλήθειας την πράξη και όχι τις ατομικές γνώμες. Σε ανθρωπολογικό επίπεδο η προτεραιότητα του φυσικού κόσμου σε σχέση με τη συνείδηση μεταφράζεται στο γεγονός ότι σκεφτόμαστε λόγω της φυσικής μας ύπαρξης. Οτι έχουμε γνωστικές ικανότητες επειδή έχουμε σωματικές. Είμαστε σκεπτόμενη φύση. Και μάλιστα η φύση που μπορεί και σκέφτεται τον εαυτό της.

Για όποιον έχει διαβάσει τα «Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844», ο Μαρξ είναι από τους πρωτοπόρους της οικολογικής προσέγγισης των πραγμάτων. Στο «Κεφάλαιο» αναφέρει ότι οι άνθρωποι είναι απλοί επικαρπωτές του πλανήτη και ότι «πρέπει να τον παραδώσουν στις επόμενες γενιές σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι τον παρέλαβαν». Οσο για τη σημερινή πραγματικότητα; Γράφει ο Ζακ Ρανσιέρ: «Η κάποτε σκανδαλώδης θέση του Μαρξ ότι οι κυβερνήσεις είναι απλώς ατζέντηδες του διεθνούς κεφαλαίου αποτελεί σήμερα πασιφανές γεγονός, στο οποίο συμφωνούν ‘‘φιλελεύθεροι’’ και ‘‘σοσιαλιστές’’».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ; Να «διαβάζουμε» τον Μαρξ στο ιστορικό του πλαίσιο, να αναγνωρίζουμε τις επιτυχείς προγνώσεις και τις αστοχίες του, αλλά πρωτίστως να τον διαβάζουμε. Παράδειγμα προς αποφυγή η σταλινική «ανάγνωση»-διαστρέβλωση, που τον έκανε εικόνισμα αλλάζοντας όλα όσα είχε πει.

Ο Γκράμσι και η Ρωσική Επανάσταση

 

Αντόνιο Γκράμσι (1891-1937)

20.05.2017,  Συντάκτης: Θανάσης Γιαλκέτσης

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση και 80 από τον θάνατο του Αντόνιο Γκράμσι (1891-1937). Το γεγονός που άλλαξε την παγκόσμια Ιστορία σφράγισε την πολιτική και διανοητική βιογραφία ενός από τους κορυφαίους μαρξιστές στοχαστές του 20ού αιώνα.Αντόνιο Γκράμσι

Στη στάση του Γκράμσι απέναντι στον ρωσικό Οκτώβρη αναφέρεται το ακόλουθο άρθρο του Ιταλού μελετητή του γκραμσιανού έργου Μάσιμο Μοντονέζι

Οπως μπορούμε να καταλάβουμε διαβάζοντας την ανθολογία κειμένων του για τη Ρωσική Επανάσταση –που επιμελήθηκε ο Γκουίντο Λιγκουόρι-, ο Γκράμσι ταυτίστηκε κριτικά τόσο με το επαναστατικό επεισόδιο όσο και με τη διαδικασία που ακολούθησε.

Και οι δύο «ρωσικές επαναστάσεις» εμφανίζονται συνδεδεμένες υπό την ίδια ιστοριογραφική ονομασία, αλλά μπορούν να διαχωριστούν, όπως μπορεί να διαχωριστεί η ταξική πάλη εναντίον του αστικού και καπιταλιστικού κράτους από την οικοδόμηση ενός κράτους σε μια εναλλακτική κοινωνία.

Με βάση αυτό το κριτήριο διάκρισης, τρεις φάσεις της ζωής του Αντόνιο Γκράμσι φωτίζουν την πολιτική και διανοητική του στάση: το 1917, το 1926 και το 1933-1934. Το 1917, ο νεαρός Γκράμσι ενθουσιάστηκε από την ικανότητα των μπολσεβίκων να επιταχύνουν τον ρυθμό της Ιστορίας, να έρθουν σε ρήξη με τις μηχανιστικές υποθέσεις των σταδίων του ορθόδοξου μαρξισμού, να πραγματοποιήσουν μιαν «Επανάσταση ενάντια στο “Κεφάλαιο”», αναδεικνύοντας τις δυνατότητες της ταξικής πάλης ανεξάρτητα από το στάδιο ωρίμανσης των οικονομικών δομών.

Με μια δόση βολονταρισμού και υποκειμενισμού, ο Γκράμσι εγκωμίαζε τον ξεσηκωμό των μαζών και τον πρωταγωνιστικό ρόλο της επαναστατικής καθοδήγησης, συλλαμβάνοντας και υπογραμμίζοντας την ειδική χημεία του γεγονότος με έναν τόνο ιδεαλισμού.

Με αυτήν την έννοια, έγραφε στις 25 Ιουλίου του 1918: «Η Ρωσική Επανάσταση είναι κυριαρχία της ελευθερίας: η οργάνωση συγχωνεύεται με το αυθόρμητο, όχι χάρη στη βούληση ενός “ήρωα” που επιβάλλεται με τη βία. Είναι μια συνεχής και συστηματική εξύψωση του ανθρώπου, που ακολουθεί μιαν ιεραρχία η οποία δημιουργεί κάθε φορά τα αναγκαία όργανα της νέας κοινωνικής ζωής. (…)

Γιατί ο σοσιαλισμός δεν εγκαθιδρύεται σε μια προσδιορισμένη χρονική στιγμή, αλλά είναι ένα συνεχές γίγνεσθαι, μια ατέρμονη ανάπτυξη σε καθεστώς ελευθερίας, οργανωμένης και ελεγχόμενης από την πλειονότητα των πολιτών ή από το προλεταριάτο».

Με αφετηρία αυτήν την έμπνευση, ο Γκράμσι αφιερώθηκε στο καθήκον να «κάνει όπως στη Ρωσία», στο κίνημα των εργοστασιακών συμβουλίων του Τορίνου τα χρόνια 1918 και 1919, δημιουργώντας και καθοδηγώντας την ομάδα και το περιοδικό Ordine Nuovo, που θα γίνει ένας από τους ιδρυτικούς πυρήνες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας, το οποίο δημιουργήθηκε στο Λιβόρνο το 1921.

Στη συνέχεια, με τον Μουσολίνι και τον φασισμό ήδη στην εξουσία, ο Γκράμσι θα ζήσει στη Ρωσία επί σχεδόν δύο χρόνια ως εκπρόσωπος του Κ.Κ. Ιταλίας στην Κομμουνιστική Διεθνή. Με την επιστροφή του στην Ιταλία, το 1924, θα γίνει γενικός γραμματέας του κόμματος.

Δύο χρόνια μετά, στις 17 Οκτωβρίου του 1926, ο Γκράμσι θα συντάξει -στο όνομα του Κ.Κ. Ιταλίας- ένα σχέδιο επιστολής προς την Κεντρική Επιτροπή του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η επιστολή του Γκράμσι φανερώνει μια βαθιά ενωτική και αντίθετη προς τον σεχταρισμό πεποίθηση, με βάση την οποία ασκεί κριτική στις εσωτερικές αντιπολιτεύσεις του ρωσικού κόμματος –που εκείνη την περίοδο καθοδηγούνται από τον Τρότσκι, τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ-, και ταυτόχρονα μια ανυποχώρητη κριτική διάθεση που απευθύνεται στη σταλινική πλειοψηφία με όρους οι οποίοι θα αποκαλυφθούν θλιβερά προφητικοί:

«Σύντροφοι, εσείς υπήρξατε, σε αυτά τα εννέα χρόνια της παγκόσμιας Ιστορίας, το οργανωτικό και προωθητικό στοιχείο των επαναστατικών δυνάμεων όλων των χωρών. Ο ρόλος που παίξατε δεν έχει προηγούμενο, όμοιο σε εύρος και σε βάθος, σε όλη την Ιστορία του ανθρώπινου γένους.

»Σήμερα όμως εσείς καταστρέφετε το έργο σας, εσείς υποβιβάζετε και διατρέχετε τον κίνδυνο να εκμηδενίσετε τον ηγετικό ρόλο που το Κομμουνιστικό Κόμμα της ΕΣΣΔ είχε κατακτήσει χάρη στην ώθηση του Λένιν.

»Νομίζουμε ότι το βίαιο πάθος των ρωσικών ζητημάτων σάς κάνει να παραβλέπετε τις διεθνείς όψεις αυτών των ίδιων των ρωσικών ζητημάτων, σας κάνει να ξεχνάτε ότι τα καθήκοντά σας ως Ρώσοι αγωνιστές μπορείτε να τα εκπληρώσετε μόνο στο πλαίσιο των συμφερόντων του διεθνούς προλεταριάτου».

Εξαιτίας αυτού του πολεμικού τόνου, καθώς και του γεγονότος ότι λίγο μετά ο Γκράμσι θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί, η επιστολή δεν θα συζητηθεί και θα αρχειοθετηθεί από τον Παλμίρο Τολιάτι, σύντροφο του Γκράμσι από την περίοδο του τορινέζικου κινήματος των συμβουλίων και της Ordine Nuovo.

Ο Τολιάτι ανέλαβε την ευθύνη να λογοκρίνει μια πολιτική κριτική που άξιζε να συζητηθεί στους κόλπους του Κ.Κ. Ιταλίας, ενεργώντας έτσι όχι μόνο για λόγους πειθαρχίας, αλλά και για να προστατέψει το κόμμα, στο οποίο ήταν ήδη ο κύριος ηγέτης χάρη στην αφοσίωσή του στην πλειοψηφία του ΚΚΣΕ και στο γεγονός ότι ο Γκράμσι βρισκόταν στη φυλακή.

Ηδη από τη φυλακή, στη διάρκεια της επίπονης συγγραφής των «Τετραδίων» του, που φτάνει στα 1933-1934 ώς τη βασική της επεξεργασία, ο Γκράμσι θα τονίσει τη σημαντική θεωρητική του απόσταση σε σχέση με τον σοβιετικό μαρξισμό, που έχει μετατραπεί σε μαρξιστική-λενινιστική κατήχηση.

Είναι αντικείμενο συζήτησης τόσο το γεγονός ότι ο Γκράμσι, ήδη απομονωμένος πολιτικά και εξαιτίας της διαφωνίας του με τη γραμμή «τάξη εναντίον τάξης» της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ανέπτυσσε θεωρητικά μια εναλλακτική πρόταση πολιτικής γραμμής όσο και το αν η αποστασιοποίησή του από την πορεία της χώρας των σοβιέτ ήταν αμετάκλητη.

Οπως είναι γνωστό, μετά τον θάνατό του, ο Τολιάτι εγκωμίασε τη μορφή του Γκράμσι και δημοσίευσε τα «Τετράδια της φυλακής», αξιοποιώντας τα ως θεωρητική βάση της πρωτοτυπίας του μεταπολεμικού ιταλικού κομμουνισμού, χωρίς να απαρνηθεί ούτε τον λενινισμό ούτε την ΕΣΣΔ.

Ανεξάρτητα από όλα αυτά, σημασία έχει το πώς ο Γκράμσι υπήρξε στρατευμένος κριτικός των ρωσικών επαναστάσεων, τόσο με τον ενθουσιασμό του για τη Ρωσική Επανάσταση ως επεισόδιο όσο και με την κριτική του προσχώρηση στην επανάσταση ως οικοδόμηση του σοσιαλισμού: τίμησε το γεγονός κριτικάροντας τα όρια του μαρξισμού και άσκησε κριτική στο καθεστώς επικαλούμενος το εύρος του μαρξισμού.

Εκτός από τον θεωρητικό του πλούτο, ο γκραμσιανός μαρξισμός φτάνει σε μας έπειτα από έναν αιώνα χάρη σε αυτή τη στάση της στρατευμένης κριτικής, επειδή, όπως έλεγε ο ίδιος ο Γκράμσι, αν η αλήθεια είναι πάντοτε επαναστατική, ο μαρξισμός δεν μπορεί να πάψει να είναι κριτικός.

Δεν υπάρχει επομένως καλύτερος «γκραμσιανός» τρόπος για να τιμήσουμε τη μνήμη της Οκτωβριανής Επανάστασης από το να ασκούμε κριτική στο καθεστώς που την απολίθωσε.