Αρχείο ετικέτας ΚΚΕ

Ο δύσκολος δρόμος της αυτονομίας και της δημοκρατίας

Πηγή: Ο δύσκολος δρόμος της αυτονομίας και της δημοκρατίας

ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ ΚΟΒΑΝΗ

Τι καινούργιο έφερε το ΚΚΕ εσωτερικού στην αριστερά και στην πολιτική ζωή της χώρας;

Το ερώτημα αυτό έθεταν αρκετοί μετά την 12η Ολομέλεια   και ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση. Όχι μόνον όσοι αμφισβητούσαν, έμμεσα, την ανάγκη ρήξης και τη χάραξη μιας νέας πολιτικής για το κομμουνιστικό και αριστερό κίνημα της χώρας μας, και την ίδρυση του νέου φορέα του ΚΚΕ εσωτερικού.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο αν ανατρέξουμε, έστω πολύ σύντομα, στα γεγονότα μετά τη διάσπαση, στις θεωρητικές αναλύσεις και πολιτικές τοποθετήσεις των συλλογικών σωμάτων του νέου φορέα.

Δεν θα σταθούμε στις αιτίες και τις καταστάσεις που οδήγησαν στη διάσπαση, κατατέθηκαν τόσες προσωπικές μαρτυρίες, έγιναν αναλύσεις τις τελευταίες εβδομάδες όχι μόνο στην «Αυγή» αλλά και στην «Εφημερίδα των Συντακτών», στη «Νέα Σελίδα» και σε άλλα έντυπα.

Η διάσπαση μετά την 12η Ολομέλεια ήταν καθολική και αγκάλιασε ολόκληρο το κόμμα, όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΚΕ εσωτερικού
θέσεις τής Κομμουνιστικής ’Οργάνωσης Σπουδαστών του ΚΚΕ (Εσωτερικού)

Μέσα στις συνθήκες της δικτατορίας η προσπάθεια συγκρότησης ενός φορέα της ανανεωτικής κομμουνιστικής αριστεράς με νέες αρχές, αξίες και πρακτικές, που έθεταν στο κέντρο της προσοχής τον σεβασμό στη διαφορετική άποψη, την ενθάρρυνση της αναζήτησης και του προβληματισμού, δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Τη στιγμή μάλιστα όπου ο κόσμος της αριστεράς δεν είχε ξεπεράσει τις αρχικές, οδυνηρές επιπτώσεις από την επιβολή της δικτατορίας.

Πριν προχωρήσουμε, θα πρέπει να σημειωθεί -και αυτό το ανακάλεσε στη μνήμη ο ονομαστικός κατάλογος των κρατουμένων στις Φυλακές Κορυδαλλού που είχε συντάξει η Ασφάλεια, και ο οποίος δημοσιεύτηκε πρόσφατα, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου, στην «Εφημερίδα των Συντακτών»- ότι η ανανεωτική αριστερά από τις πρώτες μέρες της δικτατορίας και στη συνέχεια υπήρξε μια από τις βασικότερες δυνάμεις που κράτησε το νήμα της οργανωμένης αντίστασης στη διάρκεια της επταετίας, χωρίς οικονομικά μέσα, χωρίς επαρκή διεθνή στηρίγματα και με μια ιστορικά ασύμβατη με την αριστερά συμπεριφορά εκ μέρους της «άλλης πλευράς», που συνεχίστηκε και διαρκεί μέχρι σήμερα, ξεπερνώντας κατά περιόδους τα όρια της αντιπαράθεσης με όρους πολιτικής.

Με δημοκρατία και ελευθερία

Το ΚΚΕ εσωτερικού, μετά την πτώση της δικτατορίας

Πλάνα από το 1ο Συνέδριο του ΚΚΕ Εσωτερικού (Πανιώνιος, 1976) – Φιλμ 8μμ του Χάρη Πολιτόπουλου στο YouTube.

δεν μπόρεσε να συσπειρώσει όλες τις δυνάμεις της αριστεράς που είχαν διαφωνήσει με την 12η Ολομέλεια, ούτε τις νέες δυνάμεις με τις οποίες είχε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συμπορευθεί στη διάρκεια της δικτατορίας, όπως, π.χ., η Δημοκρατική Άμυνα. Τα εκλογικά του αποτελέσματα κυμάνθηκαν πάντα σε χαμηλά ποσοστά. Ωστόσο, καταγράφηκε σαν μια πολιτική δύναμη της αριστεράς που έφερνε καινούργιες ιδέες με τη στρατηγική του για τον σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία, ώστε να καταξιώνεται ως μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη. Η στρατηγική του αυτή σε συνδυασμό με το σταθερό προσανατολισμό προς την Ευρώπη -«Για μια Ευρώπη των λαών», μια «Ευρώπη με ευρύτερο πεδίο αντίληψης των ταξικών αγώνων των εργαζομένων και των λαών»- είχε προκαλέσει ευρύτερο ενδιαφέρον και συζητήσεις σε πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Η νέα στρατηγική για την οικοδόμηση ενός ανανεωτικού κομμουνιστικού κόμματος συνδεόταν με μια σειρά νέες αντιλήψεις για την ίδια τη λειτουργία και τη δράση του, μακριά από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και αντιδημοκρατικές πρακτικές. Σύμφωνα με αυτήν, όλα τα κομματικά όργανα, ανώτερα και κατώτερα, θα έπρεπε αποκτήσουν ουσιαστική λειτουργία, δηλαδή «να είναι όργανα πολιτικής ευθύνης». Γιατί «μόνο έτσι μπορούν να έχουν ουσιαστική συμμετοχή όλα τα μέλη και οι οργανώσεις». «Το κόμμα οφείλει να υπάρχει πραγματικά στο χώρο του». Αυτό όφειλε να είναι και το ζητούμενο: να προγραμματίζει και να ελέγχει.

Το συνδικαλιστικό κίνημα

Η νέα στρατηγική προϋπέθετε νέες επεξεργασίες και προτάσεις, για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς και το κράτος. Η διαδικασία αυτή, ασφαλώς, δεν θα μπορούσε να είναι ευθύγραμμη, χωρίς δυσκολίες και συγκρούσεις. Ήταν και θα είναι μια πορεία δύσκολη, με αντιφάσεις και ανατροπές. Μια πορεία «μακρά, μέσω των θεσμών», στην οποία καθοριστικό ρόλο θα έχει «το μαζικό κίνημα, ένα κίνημα από τη φύση του πολύμορφο, πολυδιάστατο, πολυαξονικό, συναποτελούμενο από πλήθος επιμέρους κινημάτων».

Η ραχοκοκαλιά ενός τέτοιου πλατιού κινήματος δεν μπορεί παρά να είναι «ένα ισχυρό εργατικό κίνημα». Από εδώ ξεπηδάει και η ανάγκη ενός μαζικού αυτοδύναμου, ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος. Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας δεν έχει μόνο να επιδείξει πλούσια δράση και προσφορά. Είχε ταυτόχρονα την ατυχία να εκπροσωπείται από δοτές αντιδημοκρατικές ηγεσίες.

Για το ΚΚΕ εσωτερικού και τις ανανεωτικές συνδικαλιστικές δυνάμεις στο χώρο (ΑΕΜ), η έξοδος από τη δικτατορία ήταν μια σημαντική ιστορική στιγμή για το συνδικαλιστικό κίνημα, με πολλές δυνατότητες για μια πορεία ενωτική, δημοκρατική, με στόχο την αποκατάσταση της συνδικαλιστικής δημοκρατίας. Δυστυχώς, οι αριστερές δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν. Ενώ συμφωνούσαν επί της αρχής, διαφωνούσαν στο διά ταύτα, έχοντας επιλέξει ως απώτερο στόχο τους την αριθμητική επικράτηση. Έτσι, η συνδικαλιστική ηγεσία που είχε βρεθεί στην ΓΣΕΕ με τις ευλογίες του τότε υπουργού Εργασίας Κ. Λάσκαρη, παρέμεινε στη θέση της μέχρι το 1982, οπότε αποπέμφθηκε με δικαστική απόφαση και διορίσθηκε νέα, προσωρινή διοίκηση, με πρόεδρο τον Ορέστη Χατζηβασιλείου, ο οποίος παραιτήθηκε μετά από ένα χρόνο, εκφράζοντας την αντίθεσή του στο άρθρο 4. Το συνδικαλιστικό κίνημα, όμως, δεν απέφυγε τον συντεχνιασμό, την κομματική εξάρτηση και τα φαινόμενα γραφειοκρατίας.

Οι αγώνες των εργαζομένων

Μεταδικτατορικά αναπτύχθηκαν σημαντικοί εργατικοί αγώνες, εμπνεόμενοι από ένα καινούργιο πνεύμα. Το ΚΚΕ εσωτερικού, με βάση τις καινοτόμες αντιλήψεις του για τη διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου που θα εξέφραζε την αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων και το διευρυμένο ρόλο των συνδικάτων, πρότεινε μια σειρά από νομοθετικές προτάσεις για:

– Την επικύρωση της 135 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας και την σύσταση εργασίας 143, και την κατοχύρωση και διασφάλιση των συνδικαλιστών ελευθεριών στους χώρους δουλειάς.

– Την καθιέρωση της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής -που ίσχυε τότε στις ευρωπαϊκές χώρες και που σήμερα διασώζεται μόνο στο Βέλγιο.

– Τη σύσταση συμβουλίων «προσωπικού επιχειρήσεων» για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη λύση των προβλημάτων.

Η αντίστροφη πορεία

Οι προτάσεις αυτές σηματοδότησαν μια πορεία με προοδευτική κατεύθυνση, η οποία όμως πολύ γρήγορα αμφισβητήθηκε, ως αποτέλεσμα της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που κυβερνούσαν στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης τη δεκαετία του ’80 άρχισαν να προσαρμόζονται στις νεοφιλελεύθερες επιταγές της λιτότητας και της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους.

Την πολιτική αυτή επικύρωσε η συνθήκη του Μάαστριχτ, στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο ευρωκομμουνισμός -με πρώτο το ΚΚ Ιταλίας- είχε ήδη μεταλλαχθεί. Το γιατί θα μπορέσουμε να το μάθουμε αν ο Ντ’ Αλέμα ή άλλος από την τότε ηγεσία αποφασίσει να γράψει κάποτε την αυτοβιογραφία του…

Το σοσιαλιστικό στρατόπεδο δεν υπήρχε πλέον, είχε έρθει το «τέλος της ιστορίας»… Οι δυνάμεις της ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς, κομμουνιστές, οικολόγοι κ.λπ., μετά από μικρές και μεγάλες διασπάσεις, βρέθηκαν σε διάφορα σχήματα -ΑΚΟΑ, Συνασπισμός, ανένταχτοι- άρχισαν να ανιχνεύουν και να ζητούν διέξοδο, με κοινές και παράλληλες προσπάθειες, αντλώντας από μια κοινή παρακαταθήκη ανησυχιών και αναζητήσεων. Έτσι βρέθηκαν στους ίδιους δρόμους στη Γένοβα, στο Άμστερνταμ και αλλού, με όλους αυτούς που αγωνίζονταν στην Ευρώπη κατά της λιτότητας και των αντικοινωνικών μέτρων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, αντιμέτωπες, στη συνέχεια, με την ανάγκη να αποκρούσουν τις συνέπειες της χρηματοοικονομικής κρίσης που ξέσπασε με ολέθριες συνέπειες για τις χώρες του Νότου.

Υπολογίσιμη πολιτική δύναμη

Από τότε η ελληνική ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά αναδείχθηκε και παραμένει μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη που τόλμησε να αναλάβει ευθύνες. Την τόλμη αυτή δεν επέδειξε ο Πρόντι, όταν σε πολύ διαφορετικές καταστάσεις, αναδείχθηκε πρωθυπουργός στην Ιταλία με τη στήριξη ολόκληρης της Αριστεράς. Μέσα σε δύο χρόνια απέτυχε και παραιτήθηκε, με ολέθριο αποτέλεσμα την κονιορτοποίηση της ιταλικής αριστεράς. Το ίδιο και ο Λιονέλ Ζοσπέν στη Γαλλία, όταν μετά τις μεγάλες απεργίες των Γάλλων σιδηροδρομικών, κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε την κυβέρνηση της «πληθυντικής αριστεράς». Μετά την ψήφιση μερικών προοδευτικών μέτρων, μεταξύ αυτών και το εμβληματικό 35ωρο, άρχισε να προσαρμόζεται και τελικά ηττήθηκε στις εκλογές.

Εδώ ακριβώς η ελληνική ριζοσπαστική αριστερά διαφοροποιείται από τη σοσιαλδημοκρατία. Γιατί μέσα σε δύσκολες συνθήκες χρεοκοπίας φαίνεται να κερδίζει το στοίχημα να βγει η Ελλάδα από την μνημονιακή επιτήρηση. Το επόμενο βήμα είναι να πετύχει και στην μεταμνημονιακή εποχή, κινητοποιώντας τα μαζικά κινήματα.

Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας Εσωτερικού

(σσ Στις 5 – 15 Φλεβάρη 1968, πραγματοποιήθηκε στη Βουδαπέστη η 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ . Στη 12η Ολομέλεια το ΚΚΕ διασπάστηκε, αν και όταν αυτή συνήλθε, το Κόμμα επί της ουσίας ήταν διασπασμένο, αρχίζοντας από την ΚΕ και το Πολιτικό της Γραφείο.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας Εσωτερικού (ΚΚΕ εσωτ.) υπήρξε ελληνικό πολιτικό κόμμα της Αριστεράς, που προήλθε από τη διάσπαση του ενιαίου ΚΚΕ μετά το Φεβρουάριο του 1968. Η ιδεολογική του ταυτότητα υπήρξε η ελληνική εκδοχή του Ευρωκομμουνισμού, η ανανέωση της Αριστεράς και η επαγγελία ενός «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο».

Στη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα μέσα από το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο – Π.Α.Μ. και την οργάνωση νεολαίας “Ρήγας Φεραίος“.

Μεταπολίτευση

Στις πρώτες εκλογές μετά την Μεταπολίτευση το ΚΚΕ Εσωτερικού συνεργάστηκε με την ΕΔΑ και το ΚΚΕ στην δημιουργία του συνασπισμού της Ενωμένης Αριστεράς. Η Ενωμένη Αριστερά απέσπασε 464.787 ψήφους και εξέλεξε 8 βουλευτές. Η συνεργασία με το ΚΚΕ δεν συνεχίστηκε και στις επόμενες εκλογές το ΚΚΕ Εσωτερικού σύναψε την “Συμμαχία Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων“, με την οποία και απέσπασε 139.356 ψήφους και εξέλεξε δύο βουλευτές, τον Ηλία Ηλιού και το Λεωνίδα Κύρκο, ο οποίος αργότερα δέχτηκε και σκληρή κριτική για τη συνεργασία αυτή.

Στις επόμενες εκλογές, το 1981, το ΚΚΕ Εσωτερικού πήρε μέρος αυτόνομο και έλαβε 76.404 ψήφους με ποσοστό μόλις 1.34% και δεν κατάφερε να εκλέξει βουλευτή στο κοινοβούλιο. Στις Ευρωεκλογές του ίδιου χρόνου τα ποσοστά ήταν αρκετά υψηλότερα, γεγονός το οποίο αποδεικνύει την “αιμορραγία” της εκλογικής βάσης του κόμματος προς το ΠΑΣΟΚ καθώς και την επιτυχία του συνθήματος του Ανδρέα Παπανδρέου “όχι ψήφος στη Δεξιά”.

Το 4ο Συνέδριο

Στον εσωκομματικό διάλογο που προηγήθηκε του 4ου συνεδρίου διατυπώθηκαν τέσσερις προτάσεις σχετικά με το μέλλον του κόμματος. Η πρώτη άποψη, με ηγετική φυσιογνωμία το Λεωνίδα Κύρκο, ζητούσε τη “μετεξέλιξη” του κόμματος σε ένα νέο, μη κομμουνιστικό, κόμμα της Αριστεράς, που θα ήταν ανοιχτό σε ευρύτερες συμμαχίες. Η δεύτερη άποψη, που υποστηρίχτηκε από το γραμματέα του κόμματος Γιάννη Μπανιά και τον πρώην γραμματέα Μπάμπη Δρακόπουλο, επεδίωκε την “αναβάθμιση” του κόμματος, τη διατήρηση του κομμουνιστικού χαρακτήρα του και παράλληλα τη ριζοσπαστικοποίησή του. Η λεγόμενη “τρίτη άποψη” ήταν και αυτή υπέρ ενός νέου φορέα της Αριστεράς, έκανε όμως κριτική στην παλαιότερη πορεία του κόμματος από τα αριστερά, και τόνιζε την ανάγκη της σύνδεσής του με τα νέα κοινωνικά κινήματα. Τέλος, η λεγόμενη “τέταρτη άποψη” θεωρούσε ότι οι συνθήκες δεν ήταν ακόμη ώριμες για ριζικές αλλαγές στη φυσιογνωμία του κόμματος.

Στο συνέδριο (Μάιος 1986) υπερίσχυσαν οι προτάσεις για τη δημιουργία ενός νέου, μη κομμουνιστικού φορέα. Τον Ιανουάριο του 1987, 29 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής από την τάση της “αναβάθμισης”, δήλωσαν ότι δεν πρόκειται να συμμετάσχουν στις διεργασίες για την ίδρυση του νέου φορέα και συγκρότησαν το ΚΚΕ Εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά, κίνηση στην οποία συμμετείχε και η πλειοψηφία της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Τον Απρίλιο του 1987 έγινε το ιδρυτικό συνέδριο του νέου κόμματος που ονομάστηκε Ελληνική Αριστερά (Ε.ΑΡ.) με γραμματέα το Λεωνίδα Κύρκο.

Εξέφραζε το κεντροαριστερό τμήμα του ευρωκομμουνισμού, σε αντίθεση όμως με αντίστοιχα κόμματα της Δυτικής Ευρώπης ουδέποτε συνεργάσθηκε με τη σοσιαλδημοκρατία.  Δε συμμετείχε ποτέ αυτόνομα σε εκλογές, αφού λίγο μετά την ίδρυσή της συνεργάσθηκε με το ΚΚΕ στη συγκρότηση του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου.

Το 1992, μετά την αποχώρηση του ΚΚΕ από το Συνασπισμό και τη μετεξέλιξη του τελευταίου από συμμαχία σε κόμμα, η ΕΑΡ αυτοδιαλύθηκε και τα μέλη της πέρασαν στο νέο κόμμα.

Ηγετική μορφή της ήταν ο Λεωνίδας Κύρκος. Άλλοι πολιτικοί που προέρχονται από την ΕΑΡ και διακρίθηκαν με το Συνασπισμό είναι οι Φώτης Κουβέλης, Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Δημήτρης Παπαδημούλης.

Κ.Κ.Ε. Εσ.-Α.Α. (1987-1991)

Μετά τη διάσπαση του Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού το 1986, οι δυνάμεις της κομμουνιστικής ανανέωσης (η λεγόμενη πλατφόρμα της αναβάθμισης) συνέχισαν να εκφράζονται μέσα από το Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά και την οργάνωση νεολαίας ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Ενώ το άλλο κόμμα που προέκυψε από τη διάσπαση (Ε.ΑΡ.) συνεργάσθηκε με το ΚΚΕ και συγκρότησαν τον Συνασπισμό, το Κ.Κ.Ε. Εσ.-Α.Α. ακολούθησε αυτόνομη πορεία. Συμμετείχε μάλιστα στις εκλογές του 1990, καταγγέλλοντας τη συνεργασία του Συνασπισμού με τη Νέα Δημοκρατία.

Α.Κ.Ο.Α. (1991-2013)

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το Κ.Κ.Ε. Εσ.-Α.Α. άλλαξε την ονομασία του σε Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά, σηματοδοτώντας τη μετατροπή του σε κινηματική αριστερή πολιτική οργάνωση που διεκδικεί την ανανέωση – ριζοσπαστικοποίηση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος της χώρας, καθώς και τη συνάντησή του με την πολιτική οικολογία.

Το 1998 συνεργάστηκε με το Κ.Κ.Ε. στις δημοτικές εκλογές, την εποχή που το τελευταίο έκανε άνοιγμα σε συμμαχίες, στα πλαίσια της απόφασης του 15ου συνεδρίου του για τη δημιουργία Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου. Αυτή η συνεργασία δεν συνεχίστηκε στις ευρωεκλογές του 1999,με πρωτοβουλία της Α.Κ.Ο.Α., με αποτέλεσμα να υποστεί διάσπαση τον Ιανουάριο του 2000. Τα μέλη που αποχώρησαν, διαφωνούσαν με την επιδίωξη για εκλογική συνεργασία με το ΣΥΝ, ενώ επιθυμούσαν τη συνέχιση της συνεργασίας με το Κ.Κ.Ε., την οποία και πραγματοποίησαν στις εκλογές του Απριλίου 2000, ιδρύοντας την Κομμουνιστική Ανανέωση.

Η Α.Κ.Ο.Α. εκδίδει την κυριακάτικη εφημερίδα «Εποχή», συμμετέχει στο Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ και στο Χώρο Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς.

Το 2004 συμμετείχε στις εκλογές με το Συνασπισμό Ριζοσπαστικής Αριστεράς, ο οποίος διαλύθηκε αμέσως μετά τις εκλογές. Με την αναβίωσή του το 2007 η Α.Κ.Ο.Α. συμμετείχε εκ νέου. Στις εκλογές του 2007 ο γραμματέας της Α.Κ.Ο.Α. Γιάννης Μπανιάς βρέθηκε στην πρώτη θέση του Ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ και εκλέχθηκε βουλευτής. Την ίδια επιτυχία κατήγαγε και στην Α’ Αθήνας ο θεατρολόγος Περικλής Κοροβέσης. Είναι η πρώτη φορά που η ΑΚΟΑ εισερχόταν, μέσω στελεχών της, στο κοινοβούλιο. Στις εκλογές του 2009 κανένα μέλος της δεν κατάφερε να εκλεγεί.)

Ο Ρήγας Φεραίος (1967-1999) ήταν η οργάνωση νεολαίας του ΚΚΕ εσωτερικού. Ιδρύθηκε στις 17 Δεκεμβρίου του 1967, ως Πανελλήνια Αντιδικτατορική Οργάνωση Σπουδαστών (ΠΑΟΣ) “Ρήγας Φεραίος”, κυρίως από πρώην μέλη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη και μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, το 1968, τοποθετήθηκε υπέρ του ΚΚΕ εσωτερικού. Κατά την διάρκεια της δικτατορίας ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δράση και εκατοντάδες μέλη της οργάνωσης συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν, ενώ οι καταδίκες των μελών του αθροίζονται σε πολλούς αιώνες. Παράλληλα η συμβολή του “Ρήγα Φεραίου” στην ανάπτυξη του μαζικού αντιδικτατορικού κινήματος ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, ενώ επίσης παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην δημιουργία των Φοιτητικών Επιτροπών Αγώνα. Οι πλατιές αυτές συλλογικότητες, που αποτελούνται από φοιτητές που αναζητούν τρόπους συλλογικής αντιδικτατορικής δράσης, θα δράσουν δημόσια στις σχόλες τους και μέσα στα αμφιθέατρα διεκδικώντας τη δυνατότητα για δημόσιες συγκεντρώσεις και συζήτησης,ενώ προφυλάσσουν τον παράνομο οργανωτικό τους ιστό. Το 1972 θα συγκροτηθεί το Διασχολικό των ΦΕΑ που συντονίζει όλες τις σχολές.Το σχήμα αυτό θα αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό και θα αποτελέσει τον βασικό ιστό ανάπτυξης του φοιτητικού αντιδικτατορικού κινήματος. Παράλληλα εκατοντάδες μέλη του Ρήγα θα συμμετάσχουν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και η οργάνωση θα έχει την πλειοψηφία στην συντονιστική επιτροπή κατάληψης.

Τον Ιούνιο 1974 μετονομάστηκε σε Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΠΟΝ) “Ρήγας Φεραίος” και αυτοαναγνωρίστηκε ως νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού. Στη μεταπολίτευση συνέχισε τη δράση του, έχοντας ιδιαίτερη ανάπτυξη στο φοιτητικό κίνημα. Στην Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 1976, μετονομάστηκε σε Ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία (ΕΚΟΝ) “Ρήγας Φεραίος”, παρά τη διαφωνία ισχυρής τάσης, που επέμενε στη διατήρηση του ευρύτερου πολιτικού χαρακτήρα της οργάνωσης.

Στις γραμμές της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος διαμορφώθηκε πλειοψηφούσα αριστερή πτέρυγα, η οποία είχε αναφορές στον κριτικό μαρξισμό που εκπροσωπούσαν θεωρητικοί όπως ο Νίκος Πουλαντζάς και ο Λουί Αλτουσέρ καθώς επίσης και σε γεγονότα διεθνούς εμβέλειας όπως ο Γαλλικός Μάης του ’68 και η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα. Η πτέρυγα αυτή διαφωνούσε με τις πολιτικές και στρατηγικές επιλογές του κόμματος.

Μετά την εκλογική αποτυχία του 1977, η αριστερή πτέρυγα της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος όξυνε την κριτική της τονίζοντας πως η δημιουργία του εκλογικού σχήματος της Συμμαχίας Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων με τα θολά, μετριοπαθή και ετερόκλητα χαρακτηριστικά της, αποτελούσε την κύρια αιτία της εκλογικής συρρίκνωσης. Η εσωτερική κρίση οξύνθηκε μέχρι τις παραμονές της σύγκλισης της Β’ Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης της οργάνωσης, την οποία η ηγεσία του ΚΚΕ Εσωτερικού δεν αναγνώρισε. Όσοι συμμετείχαν σε αυτή διαγράφτηκαν από την κομματική ηγεσία (65%-70% της οργάνωσης). Οι διαγραφέντες ίδρυσαν ξεχωριστή οργάνωση με τον τίτλο ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος – Β΄ Πανελλαδική.

Κατά τη διάσπαση του 1987, όταν η πλειοψηφία του ΚΚΕ εσωτερικού ίδρυσε την Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ), ο Ρήγας Φεραίος αποτέλεσε νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά. Τα επόμενα χρόνια συρρικνώθηκε και το 1999, τα λίγα μέλη που είχαν απομείνει επέλεξαν να μετονομαστούν σε Νεολαία της Ανανεωτικής Κομμουνιστικής Οικολογικής Αριστεράς (ΑΚΟΑ).

Ο Ρήγας Φεραίος εξέδιδε τον Θούριο. Ανάμεσα στους κατά καιρούς γραμματείς της οργάνωσης ήταν οι Κώστας Κωσταράκος, Γιάννης Βούλγαρης, Μάνος Σωτηριάδης, Μπάμπης Γεωργούλας, Νίκος Βούτσης, Νίκος Φίλης, Μιχάλης Σαμπατακάκης κ.ά.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

  • Αργύρης Υφαντόπουλος, « Το ΚΚΕ Εσωτερικού και ο “Ρήγας Φεραίος” στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα: μαρτυρίες και ιδεολογική διαχείριση της μνήμης » Δοκιμές, τ/χ 13-14 (2005), σελ. 217-258
  • Αργύρης Υφαντόπουλος, Η κομμουνιστική ανανέωση και το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα (1972-1973). Η διαχείριση της μνήμης, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο πανεπιστήμιο, Αθήνα 2010
  • ψψ

29 Αυγούστου 1949 : Ποιος θυμάται τον Εμφύλιο;

dikisi

Η Εθνική Αλληλεγγύη για τη Λευκή τρομοκρατία, Μάιος 1946
Η Εθνική Αλληλεγγύη για τη Λευκή τρομοκρατία, Μάιος 1946

29 Αυγούστου 1949 : Ποιος θυμάται τον Εμφύλιο;

Ελένη Πασχαλούδη

ο Νίκος Φίλης  για τον Εμφύλιο

dse1

Μιλώντας από το βήμα εκδήλωσης αφιερωμένης στον ελληνικό εμφύλιο, που πραγματοποιήθηκε στο πάρκο Εθνικής συμφιλίωσης στο Γράμμο, ο υπουργός Παιδείας τόνισε ότι «δεν πρέπει να υπάρχουν λευκές σελίδες στα σχολικά βιβλία ιστορίας και πως πρέπει να προσεγγίζουμε την ιστορία με σεβασμό στη μνήμη, τον πόνο όλων των Ελλήνων και κυρίως με σεβασμό στα γεγονότα».

«Συμμετείχαμε σε μία εκδήλωση στο πάρκο Εθνικής Συμφιλίωσης που έχει ως στόχο την εμβάθυνση των ιστορικών γεγονότων του εμφυλίου. Προσεγγίζουμε το θέμα χωρίς υπερβολικό πάθος, αλλά με συνείδηση ότι η ιστορία μπορεί να βοηθήσει στο να βελτιώσουμε την πορεία της χώρας στην έξοδο της από την κρίση. Τα βιβλία της σχολικής ιστορίας αντιμετωπίζουν με αμηχανία τα ζητήματα της σύγχρονης ιστορίας. Στις πλαίσιο της γενικότερης αναδιαμόρφωσης των προγραμμάτων ιστορίας στα σχολεία, είναι προφανές ότι πρέπει να… μιλήσουμε για όλα. Δεν πρέπει να υπάρχουν λευκές σελίδες στα βιβλία σχολικής ιστορίας. Αλλά πάντοτε να προσεγγίζουμε την ιστορία με σεβασμό στην μνήμη και τον πόνο όλων των Ελλήνων και κυρίως με σεβασμό στα γεγονότα», δήλωσε ο κ.Φίλης.

(Από την ειδησεογραφία, 28.8.2016)

*

29 Αυγούστου 1949 θεωρείται το τέλος του αιματηρού εμφυλίου Πολέμου
29 Αυγούστου 1949 θεωρείται το τέλος του αιματηρού εμφυλίου Πολέμου
 
 

Στις 29 Αυγούστου 1949 έληξε ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, με τη στρατιωτική ήττα των δυνάμεων της Αριστεράς στους ορεινούς όγκους του Γράμμου και του Βίτσι. Ο πόλεμος άφησε πίσω του 40.000 νεκρούς στα πεδία των μαχών 50.000 πολιτικούς πρόσφυγες, 20.000 σλαβομακεδόνες που κατέφυγαν στη γειτονική Γιουγκοσλαβία. Ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων έφτασε τις 25.000 το 1947, ενώ οι εκτελεσμένοι έφτασαν μέχρι τη λήξη των εχθροπραξιών τους 3.500. Ο απολογισμός ήταν δυσβάστακτος. Και αν στον παραπάνω κατάλογο προσθέσουμε τις τεράστιες υλικές καταστροφές και τους εσωτερικούς πρόσφυγες, τότε πραγματικά βρισκόμαστε μπροστά στον πιο σκληρό πόλεμο που βίωσε η χώρα από τότε που δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος.

 

Οι συνέπειες του πολέμου, όμως δε σταματούν εδώ δυστυχώς. Για πολλά χρόνια ο εμφύλιος πόλεμος δίχασε την

ΜΑΥδες (ΜΑΥ- Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου). Η δράση τους ήταν οργιώδης εναντίον των ανταρτών και των αριστερών πολιτών
ΜΑΥδες (ΜΑΥ- Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου). Η δράση τους ήταν οργιώδης εναντίον των ανταρτών και των αριστερών πολιτών

ελληνική κοινωνία, τη γέμισε φόβο, ανασφάλεια και καχυποψία. Οι ηττημένοι αριστεροί είτε ακολούθησαν το δρόμο της εξορίας, είτε έμειναν στο εσωτερικό αντιμετωπίζοντας διώξεις και πολιτική περιθωριοποίηση μέχρι το 1974. Η πολιτική έκφραση φιμώθηκε και οι πολιτικές εξελίξεις δηλητηριάζονταν κάθε τόσο από την παρέμβαση του παλατιού, του στρατού, των παρακρατικών που φοβόντουσαν και επαγρυπνούσαν για την ενδεχόμενη επανάληψη της «κομμουνιστικής ανταρσίας». Πάνω σε αυτό το φόβο πραγματικό ή φανταστικό οικοδομήθηκε η ελληνική πολιτική τουλάχιστον μέχρι την πτώση της δικτατορίας, τον Ιούλιο του 1974.

Όλα αυτά, όμως, είναι λίγο ως πολύ γνωστά. Έχουν συζητηθεί ξανά και ξανά και όλοι πλέον συμφωνούν ότι η πολιτική ζωή στην Ελλάδα καθορίστηκε εν πολλοίς από τον εμφύλιο πόλεμο και την κληρονομιά του. Μέχρι εδώ καλά. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Δεν αρκούσε ποτέ. Μετά από μια τόσο καθοριστική και τραυματική εμπειρία η κοινωνία, οι αντιμαχόμενες πλευρές έπρεπε να καταλάβουν γιατί πολέμησαν, έπρεπε να καταλάβουν γιατί αναγκάστηκαν να αφήσουν τον τόπο διαμονής και τις οικογένειες τους για να ζήσουν σε χώρες των οποίων δε μιλούσαν τη γλώσσα και δεν καταλάβαιναν τον τρόπο ζωής. Έπρεπε να κατανοήσουν γιατί ήταν αναγκαίοι οι θάνατοι των δικών τους.  Άλλωστε, μόνο έτσι θα μπορούσαν αφενός να παρηγορηθούν και αφετέρου να οργανώσουν τη ζωή τους, αλλά και τη μεταπολεμική κοινωνία από την αρχή.

Για πάρα πολλά χρόνια η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δε δόθηκε με την ειλικρίνεια και τη σαφήνεια που θα άρμοζε. Αντίθετα, η ερμηνεία του εμφυλίου πολέμου συγκροτήθηκε στη δημόσια σφαίρα και στην πολιτική, αλλά δυστυχώς και στον ακαδημαϊκό χώρο γύρω από την ερώτηση «ποιος φταίει για τον εμφύλιο πόλεμο». Αντί για μια ουσιαστική ερμηνεία που θα ήταν δύσκολη ή και αδύνατη σε συνθήκες Ψυχρού Πολέμου, οι δύο αντίπαλοι προτίμησαν τις αλληλοκατηγορίες. Σύμφωνα με την εκδοχή  των νικητών υπεύθυνη ήταν η Αριστερά, επειδή έστρεψε τα όπλα εναντίον της πατρίδας και της νομιμότητας και επειδή επιθυμούσε να υποβιβάσει την Ελλάδα σε δορυφόρο της Σοβιετικής Ένωσης. Επομένως, οι διώξεις, η περιθωριοποίηση, οι εκτελέσεις ήταν πράξεις δικαιολογημένες. Δίκαιη τιμωρία όσων ευθύνονταν για έσχατη  προδοσία. Από την άλλη, για την Αριστερά υπεύθυνη για τον αιματηρό εμφύλιο ήταν η Δεξιά η οποία όχι μόνο κάλυψε τους δοσίλογους αλλά και με την ανεξέλεγκτη βία κατά την περίοδο της λευκής τρομοκρατίας ανάγκασε τους Αριστερούς να βγουν στο βουνό, να πάρουν τα όπλα για να υπερασπιστούν την πατρίδα τους και την τιμή τους, όπως είχαν κάνει και την περίοδο της Κατοχής. 

Τη δική του απάντηση σε αυτή την αντιπαράθεση που συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση για δεκαετίες και σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής ζωής, έδωσε το ΠΑΣΟΚ μετά το 1981. Όπως είναι γνωστό, με πράξη του υπουργικού συμβουλίου καταργούνται όλες οι επετειακές εκδηλώσεις του εμφυλίου πολέμου. Επιτρέπεται μόνο η τέλεση θρησκευτικών μνημοσύνων σε «θρησκευτικούς χώρους» χωρίς, όμως την παρουσία αρχών. Περίπου ένα χρόνο μετά, τον Αύγουστο του 1982 ψηφίζεται από τη Βουλή των Ελλήνων ο νόμος για την  αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης 1941-1944. Με μια κίνηση πολιτικής οξυδέρκειας η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να επιτύχει την Εθνική Συμφιλίωση αποφεύγοντας, όμως,  να μιλήσει για τη διαίρεση. Η καινούργια εθνική μνήμη που θα συνένωνε όλους τους Έλληνες είχε τη σφραγίδα της Αντίστασης. Στο μνημειώδη πια λόγο του την ημέρα που συζητήθηκε το σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή ο Α. Παπανδρέου δήλωνε: «Δεν ήλθαμε εδώ σήμερα για να δικάσουμε, πολύ περισσότερο για να διχάσουμε. Ο κύριος στόχος του νομοσχεδίου είναι η εθνική ενότητα […] Μπορούμε να ξαναδώσουμε στο λαό μας την εθνική μνήμη και αυτή νομίζω είναι η μεγαλύτερη προσφορά. Αυτήν τη μνήμη που είναι απαραίτητη τόσο για την αυτογνωσία του λαού μας όσο και για την ενότητα του έθνους μας».

Έτσι, η διαιρετική μνήμη αντικαταστάθηκε από ένα παρελθόν ένδοξο και πατριωτικό. Μετά την αναγνώριση της Εαμικής Αντίστασης και τη μετατροπή της σε Εθνική όλες οι παρατάξεις μπορούσαν να αναγνωρίσουν σε αυτή ένα κομμάτι του παρελθόντος τους. Έτσι, χτίστηκε και στην Ελλάδα ο μύθος της παλλαϊκής Αντίστασης με καθυστέρηση περίπου σαράντα ετών. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αυτή η αφήγηση έγινε κυρίαρχη ήδη από την επομένη της Απελευθέρωσης από τις δυνάμεις του Άξονα. Από τις διαιρέσεις του παρελθόντος παραμένει και αναδεικνύεται μόνο αυτή της συνεργασίας με τους κατακτητές. Όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες, όσοι δεν συνεργάστηκαν με τους κατακτητές μπορούσαν να βρουν τη θέση τους στο ενωτικό αφήγημα της Αντίστασης, να την επικαλεστούν ή να την διεκδικήσουν ως αξιοποιήσιμο παρελθόν. Την ίδια στιγμή ο εμφύλιος πόλεμος απο-πολιτικοποιείται. Στην καινούργια αφήγηση δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, καλοί και κακοί, γιατί «σε έναν εμφύλιο πόλεμο ολόκληρος ο λαός είναι ο ηττημένος», όπως δήλωνε ο Κ. Σημίτης στη Βουλή το 1985.

Το ερώτημα όμως παρέμενε: «Ποιος έφταιγε για τον εμφύλιο σπαραγμό»; Οι υπεύθυνοι καταδεικνύονται αυτή τη φορά με έμφαση έξω από τα όρια και το σώμα του έθνους: οι ξένες δυνάμεις, τα διεθνή κέντρα εξουσίας, τα ξένα συμφέροντα, οι ηγέτες των παρατάξεων που είτε υπηρετούσαν τα ξένα συμφέροντα συνειδητά είτε παρασύρθηκαν γιατί αγνοούσαν το διεθνές παιχνίδι.  Πάντως, ο ελληνικός λαός, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια εκδοχή σε καμία περίπτωση δεν συναίνεσε στον εμφύλιο σπαραγμό. Αντίθετα, «είχε ενταχθεί στην Εθνική Αντίσταση, γιατί πίστευε, ότι η μετακατοχική περίοδος θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται από πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες διαφορετικές από εκείνες που επικρατούσαν πριν το 1940». Η εξέλιξη όμως των γεγονότων οδήγησε στη σύγκρουση, την οποία η πλειοψηφία  καταδίκαζε (Σημίτης, Πρακτικά Συνεδριάσεων της Βουλής, 28.2.1985: 4871).

Το αφήγημα αυτό ήταν βολικό για όλους. Σε πρώτη φάση η Νέα Δημοκρατία του Ε. Αβέρωφ δεν μπόρεσε να δεχτεί τη δικαίωση και την αναγνώριση της δράσης του ΕΑΜ ως αντιστασιακής και πατριωτικής. Η αποχώρηση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος από την αίθουσα της Βουλής την ώρα που ψηφιζόταν το νομοσχέδιο, ωστόσο, δεν είχε τη δύναμη να ανακόψει την ορμή της νέας αφήγησης η οποία γινόταν κυρίαρχη με αστραπιαίο ρυθμό. Το μόνο που κατάφερε ήταν να χαρίσει την πρωτοβουλία της Εθνικής Συμφιλίωσης στο ΠΑΣΟΚ και να εγκλωβίσει τη ΝΔ στην υπεράσπιση της εθνικοφροσύνης που είχε ήδη απο-νομιμοποιηθεί από το 1974. Πολύ γρήγορα, όμως, η Δεξιά εναρμονίστηκε με την καινούργια εθνική μνήμη και άρχισε να τιμά την Εθνική Αντίσταση και την Εθνική Συμφιλίωση. Από το 1983 και μετά οι επιτελείς της ΝΔ συμμετείχαν ανελλιπώς στους εορτασμούς για τη μάχη του Γοργοποτάμου, ενώ το μνημείο της Εθνικής Συμφιλίωσης ανεγέρθη στην πρωτεύουσα επί δημαρχίας Μ. Έβερτ. Ήταν η εποχή που όλοι έκλαιγαν (δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι) βλέποντας την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Πέτρινα Χρόνια.

Κανείς δε ρώτησε ενοχλητικές ερωτήσεις και όλοι επιβεβαίωσαν ένα αφήγημα βολικό, ενωτικό και αξιοποιήσιμο. Η ηττημένη Αριστερά αναζητούσε νομιμοποίηση και αναγνώριση μετά από σαράντα σχεδόν χρόνια πολιτικής περιθωριοποίησης και διώξεων. Άλλωστε, ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ένα παρελθόν ανεπιθύμητο που και οι ίδιοι ήθελαν να ξεχάσουν: ήττα, φυλακίσεις, εξορίες. Από την άλλη η νομιμοποίηση των δύο ΚΚΕ το 1974 και η προσήλωσή τους στις αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας απαιτούσε την αποσιώπηση του επαναστατικού τους παρελθόντος. Η εθνικοπατριωτική μνήμη της εαμικής Αντίστασης ήταν οπωσδήποτε πιο βολική. Η Δεξιά από την άλλη, δεν μπορούσε να είναι υπερήφανη για τη νίκη της στον εμφύλιο πόλεμο. Ήταν άλλωστε μια θλιβερή νίκη επί ενός αντιπάλου – αδελφού. Το ΠΑΣΟΚ συγκρότησε μέσα από την αναγνώριση της Αντίστασης και την Εθνική Συμφιλίωση έναν μηχανισμό προσπορισμού ψήφων από την αριστερά. Τα γνωστά σε όλους συνθήματα «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται» και ο «λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά» εικονογραφούν θαυμάσια αυτό το μηχανισμό. Από τη μια η ευγνωμοσύνη για την αναγνώριση και από την άλλη η διασφάλιση ότι οι διώξεις του εμφυλίου πολέμου δεν θα επαναληφθούν, εφόσον η Δεξιά έμενε μακριά από την εξουσία κρατούσαν την Αριστερά δέσμια του φόβου που είχε κληροδοτήσει στους ηττημένους ο εμφύλιος πόλεμος. Υπόσχονταν επιπλέον στο ΠΑΣΟΚ, κατοχύρωση πολιτικής δύναμης και κυριαρχίας.

Το 1989 οι δύο παραδοσιακοί αντίπαλοι βρέθηκαν στην ίδια κυβέρνηση. Με την ψήφιση του νόμου για την άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου στις 29 Αυγούστου 1989 και τη συμβολική καύση των φακέλων ο εμφύλιος πόλεμος πέρασε οριστικά στη λήθη. Έπαψε πια να καθορίζει την πολιτική συμπεριφορά κομμάτων και πολιτών και έμεινε στην Ελληνική ιστορία ως ένα παράδειγμα προς αποφυγή. Καταδικάστηκε ως ανθρωποσφαγή.

Ν. Μπελογιάννης
Ν. Μπελογιάννης

Όμως, η μνήμη και η λήθη έχουν καμιά φορά τους δικούς μηχανισμούς που λειτουργούν ανεξάρτητα από τη δική μας θέληση. Μπορεί οι πολιτικές ελίτ να βιάστηκαν να κλείσουν τις πληγές και οι απλοί πολίτες να βολεύτηκαν με αυτή την εξέλιξη. Άλλωστε, ποιος θέλει να θυμάται τα δυσάρεστα; Τους φόνους, τη βία, τις καταστροφές;  Έτσι, η αμνησία και η ευημερία εξέθρεψαν πολλές γενιές Ελλήνων που αντί να ασχολούνται με θέματα ενοχλητικά προτιμούσαν τις σπουδές τους, ακριβές ή φθηνές διακοπές, ταξίδια, καταναλωτικά αγαθά και ελαφρά αναγνώσματα, περιοδικά life style και άλλα πολλά. Ποιος ενδιαφερόταν μέσα στην ευφορία του ευρώ, των Ολυμπιακών Αγώνων και της Eurovision για τη δεκαετία του 1940; Είχε πλέον μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Ασχολούνταν με αυτά ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες, ενώ η υπόλοιπη κοινωνία απείχε.

Τα πράγματα άλλαξαν άρδην με την οικονομική κρίση. Όταν η επίπλαστη ευμάρεια των προηγούμενων ετών εξέλιπε, οι άνθρωποι ξαναθυμήθηκαν το παρελθόν, το οποίο ζωντάνεψε σε μερικές, ευτυχώς, όχι τόσο βίαιες εκδοχές του. Εξαίρεση αποτελεί η Χρυσή Αυγή απόγονος της ελληνικής ακροδεξιάς της Κατοχής, του Εμφυλίου και της Χούντας ξαναγεννήθηκε από τις στάχτες της,  και απολαμβάνει τη στήριξη ενός μεγάλου ποσοστού των Ελλήνων ψηφοφόρων.  Γιατί; Επειδή η διαίρεση θάφτηκε βιαστικά, «κάτω από το χαλί» και στην ουσία έμεινε ανεπεξέργαστη. Η Εθνική Συμφιλίωση ήταν εργαλειακή, επιβεβλημένη από τις πολιτικές ελίτ για να εξυπηρετήσει τρέχουσες πολιτικές ανάγκες. Κανείς δε θέλησε στα αλήθεια να κατανοήσει τι έγινε, κανείς δε θέλησε να αναλάβει τις ευθύνες του, να ζητήσει συγγνώμη και να αντιμετωπίσει τις πράξεις και τις παραλείψεις του. Ούτε οι νικητές, αλλά δυστυχώς ούτε και οι ηττημένοι…… Η οικονομική ευμάρεια και η πρόοδος βοήθησαν όλους μας να ξεχάσουμε. Όταν, όμως η οικονομία κατέρρευσε, κατέρρευσε και το αφήγημα της Εθνικής Συμφιλίωσης. Σα να τράβηξε κάποιος απότομα το βέλο. Είναι γνωστό και αναμενόμενο ότι σε περιόδους κρίσης οι κοινωνίες διαιρούνται, η αλληλεγγύη υποχωρεί και τότε οι διαιρέσεις του παρελθόντος, όταν δεν έχουν γίνει αντικείμενο ενδελεχούς επεξεργασίας επανέρχονται.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι κινδυνεύουμε να ξαναζήσουμε έναν εμφύλιο πόλεμο, πραξικοπήματα και παρεκτροπές από τη νομιμότητα; Όχι. Ευτυχώς το δημοκρατικό πολίτευμα είναι ισχυρό και η πολιτική αντιπαράθεση βρίσκεται πολύ μακριά από όλα αυτά. Ωστόσο, η σταδιακή διολίσθηση στη βία, η γοητεία που ασκούν τα κηρύγματα της Χρυσής Αυγής και ο μιλιταρισμός της στη νεολαία, η ευκολία με την οποία καταφεύγουν ορισμένοι σε συνθήματα που αναφέρονται στην εμφύλια διαίρεση, ακόμη και το ανιστόρητο «ραντεβού στα γουναράδικα» δείχνουν μια κοινωνία η οποία δεν μπόρεσε να κατανοήσει το παρελθόν της. Δεν μπόρεσε να συμβιβαστεί με αυτό και έτσι να το αφήσει πίσω της και να το ξεπεράσει. Αυτό γιατί ποτέ δεν πέρασε από την ερώτηση «ποιος φταίει για τον εμφύλιο πόλεμο» στην ερώτηση «γιατί και πως συνέβη ο εμφύλιος πόλεμος». Αν αυτό είχε συμβεί, αν αντί να αποστρέφουμε το βλέμμα από το ενοχλητικό παρελθόν, ή να το θυμόμαστε επιλεκτικά και εργαλειακά προσπαθούσαμε να το κατανοήσουμε, να καταλάβουμε ποιοι πολέμησαν και για ποιους λόγους, πως άφησαν οι άνθρωποι τα σπίτια τους και τη ζωή τους για να συμμετάσχουν σε ένα πόλεμο σκληρό και αποτρόπαιο, θα μπορούσαμε ενδεχομένως και να απεγκλωβιστούμε από αυτό. Θα καταλαβαίναμε επίσης, ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ (ευτυχώς!). Μόνο ξαναγράφεται ξανά και ξανά μέχρι να συμφιλιωθούμε με τα τραύματά μας, να τα κατανοήσουμε και τελικά να προχωρήσουμε. 

Το κόστος του εμφυλίου ήταν δυσβάστακτο για το ΚΚΕ και την Αριστερά

Πηγή: Η Εφημερίδα των Συντακτών

Το κόστος για το ΚΚΕ και την Αριστερά

 Ο Ζαχαριάδης στο Βουνό μιλάει σε σύσκεψη στελεχών του ΔΣΕ
Ο Ζαχαριάδης στο Βουνό μιλάει σε σύσκεψη στελεχών του ΔΣΕ

. Τα επίσημα στοιχεία του ΚΚΕ, που κατατέθηκαν στην Τρίτη Συνδιάσκεψή του (10-14/10/1950), κάνουν λόγο για 55.881 πολιτικούς πρόσφυγες (αντάρτες και πολίτες που αναγκάστηκαν μετά την ήττα να εγκαταλείψουν τη χώρα), οι οποίοι κατανεμήθηκαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης και στην ΕΣΣΔ («III Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ – Εισηγήσεις, Λόγοι, Αποφάσεις», Αύγουστος 1951, Μόνο για εσωκομματική χρήση, σελ. 266-267).

Οι μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού που εγκλωβίστηκαν στο εσωτερικό της χώρας και δεν κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα, κατά κανόνα συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες. Στοιχεία γι’ αυτό το θέμα δεν υπάρχουν καθόλου.

Επίσημα στοιχεία, επίσης, δεν υπάρχουν και για τις εκτελέσεις αγωνιστών που έγιναν ύστερα από δικαστικές αποφάσεις. Σύμφωνα, πάντως, με ανεπίσημα στοιχεία από τον Ιούλιο του 1946 ώς τον Οκτώβριο του 1951 επιβλήθηκαν συνολικά 7.500 θανατικές καταδίκες με το Γ’ Ψήφισμα του 1946 και τον Α.Ν. 509 του 1947, από τις οποίες 4.000-5.000 εκτελέστηκαν (Ν. Αλιβιζάτος, «Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974», εκδόσεις Θεμέλιο, σελ. 520).

 

2012 ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ: ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

2 Μαΐου 2012

Με τις θέσεις των έξι κομμάτων της Αριστεράς για την Αυτοδιοίκηση ξεκινά την αντίστροφη μέτρηση προς τις εκλογές η aftodioikisi.gr. Στο ρεπορτάζ αποτυπώνονται οι θέσεις των ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, Δημοκρατική Αριστερά, Κοινωνική Συμφωνία, Οικολόγοι, και ΑΝΤΑΡΣΥΑ που συμφωνούν σε γενικές γραμμές ότι πρέπει να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές έως και κατάργηση του «Καλλικράτη», ενώ στην ατζέντα βάζουν τα θέματα της απλής αναλογικής στις εκλογές για την Αυτοδιοίκηση αλλά και του κοινωνικού ρόλου των ΟΤΑ, ειδικά στην εποχή της κρίσης.

Αναλυτικά οι θέσεις των κομμάτων της Αριστεράς είναι οι εξής:

ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΑΔΑΣ
Απλή αναλογική στις αυτοδιοικητικές εκλογές,
έμμεση εκλογή δημάρχων και περιφερειαρχών

Οι θέσεις του ΚΚΕ παραμένουν «αναλλοίωτες» από τις αυτοδιοκητικές εκλογές του 2010, σύμφωνα με τις οποίες «το γνωστό σχέδιο «Καλλικράτης» είναι η προαποφασισμένη από 10ετίας νέα αλλαγή της διοικητικής δομής είναι πλήρως εναρμονισμένη με την πολιτική στήριξης της κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, που αποκτούν, μέσω των νέων θεσμών, μεγαλύτερες δυνατότητες δράσης και κερδοφορίας, αδειάσματος της τσέπης των εργαζομένων»…

«Ο «Καλλικράτης», ο οποίος στη βασική του φιλοσοφία στηρίχτηκε στις αποφάσεις και συνθήκες της ΕΕ, εκπονήθηκε με όχημα την ΚΕΔΚΕ και την ΕΝΑΕ με τη συμφωνία στους στρατηγικούς στόχους, τη σύμπνοια και τη συνεργασία των στελεχών της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνει 13 περιφερειακούς μηχανισμούς του κράτους και 325 τοπικούς – δημοτικούς κρατικούς μηχανισμούς. Οι νέες τοπικές διοικήσεις δεν έχουν καμιά σχέση με την έννοια της Τοπικής «Αυτοδιοίκησης», που άλλωστε έχει αλλοιωθεί εδώ και πολλά χρόνια και τυπικά με τον «Καποδίστρια 1» του ΠΑΣΟΚ και τις αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις που επέβαλε η ΝΔ ενταγμένες όλες στις αντίστοιχες αντιλαϊκές κατευθύνσεις της Ε.Ε».

Όπως λέει το ΚΚΕ, «με τον «Καλλικράτη» θεσμοθετούνται, στις σημερινές συνθήκες αναγκών του κεφαλαίου, τα τρία επίπεδα της αστικής κρατικής δομής: κεντρική – περιφερειακή και τοπική διοίκηση. Καμιά αυταπάτη! Καμιά διοικητική μεταρρύθμιση του αστικού κράτους δεν μπορεί να υπηρετήσει τη λαϊκή οικογένεια… Η «Αυτοδιοίκηση» και η «αποκέντρωση» στην Ελλάδα έχουν γίνει ένα ακόμα προπαγανδιστικό σύνθημα στα χείλη των εκπροσώπων της δικτατορίας των μονοπωλίων και του κράτους τους, προκειμένου να συσκοτίσουν την ουσία της «μεταρρύθμισης» που βάζει ταφόπλακα στα δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων σε όλους τους τομείς της καθημερινότητάς τους, ακόμα και σε αυτήν την παρωδία «Αυτοδιοίκησης» – «αποκέντρωσης» που γνωρίσαμε τις τελευταίες δεκαετίες».

Τι προτείνει, μεταξύ άλλων, το ΚΚΕ και μάχεται για αυτό;

  • Κατάργηση κάθε είδους τοπικής φορολογίας, ανταποδοτικών, αντισταθμιστικών και άλλων τελών, όπως του τέλους παρεπιδημούντων για τις μικρές επιχειρήσεις, καθώς και κάθε έμμεσης φορολογίας (ΦΠΑ σε είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, σε υπηρεσίες Υγείας, σε φάρμακα και σε οικιακά τιμολόγια των πρώην ΔΕΚΟ) που χτυπάνε το λαϊκό εισόδημα.
  • Αμεση κατάργηση όλων των διοδίων σε όλη τη χώρα.
  • Αύξηση της φορολόγησης κατά 45% των επιχειρηματικών κερδών, της εκκλησιαστικής περιουσίας και αύξηση του ΦΠΑ στα είδη πολυτελείας.
  • Πλήρης και επαρκής κρατική χρηματοδότηση όλων των οργάνων της τοπικής διοίκησης από τον κρατικό προϋπολογισμό για τη λειτουργία των υπηρεσιών τους.
  • Διεκδικούμε την πλήρη επιστροφή των παρακρατηθέντων. Τα χρήματα αυτά ανήκουν στους εργαζόμενους. Αφαιρούνται, άμεσα ή έμμεσα, από το εισόδημά τους και αναπληρώνονται από πρόσθετους φόρους και τέλη που επιβάλλονται σε βάρος τους.
  • Κεντρικός σχεδιασμός από ανάλογους κρατικούς φορείς, που θα προγραμματίζουν, θα κατασκευάζουν και θα διαχειρίζονται έργα σύμφωνα με τα προβλήματα και τις ανάγκες των εργαζομένων (π.χ. λαϊκή κατοικία, σύγχρονα σχολεία, προσχολικά κέντρα, πολιτιστικά κέντρα, κέντρα υγείας, προστασία από πλημμύρες, πυρκαγιές, σεισμούς, έντονα καιρικά φαινόμενα, κατολισθήσεις, αποκλεισμούς από χιονοπτώσεις κ.λπ., ρύπανση του αέρα, ρύπανση και μόλυνση των υδάτων, έργα άρδευσης, επίλυση του αποχετευτικού σε ολόκληρες περιοχές, ορθολογική διαχείριση των στερεών αποβλήτων, έμφαση στην ανακύκλωση μακριά από κάθε ιδιωτικοποίηση, ενάντια στην καύση απορριμμάτων.
  • Περιβαλλοντικός σχεδιασμός αντιπλημμυρικών έργων και αποκλειστική κρατική και ολοκληρωμένη διαχείριση υδάτινων πόρων που θα αφορά στην έρευνα, στην προστασία και την αξιοποίησή τους συνολικά στη χώρα και κατά υδατικά διαμερίσματα.
  • Προστασία ελεύθερων χώρων από την τσιμεντοποίηση, του περιαστικού πρασίνου των ορεινών όγκων, περιορισμός των συντελεστών δόμησης, απαλλοτριώσεις για την ανάπτυξη του πράσινου σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, καθώς και προστασία των ποταμών, λιμνών, θαλασσών από τη βιομηχανική ρύπανση και των παραλιών από τα φερτά υλικά. Δίκτυα όμβριων υδάτων στις πόλεις και συντήρησή τους. Αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στα μεγάλα αστικά κέντρα, του θορύβου, της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας.
  • Ανάδειξη των περιβαλλοντικών προβλημάτων του πλανήτη και της χώρας. Αποκάλυψη των αιτιών και των ενόχων των διεθνικών μονοπωλίων των ιμπεριαλιστικών χωρών της ΕΕ και ενάντια στις ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές επεμβάσεις και πολέμους.
  • Κρατικό δίκτυο υποδομών κοινωνικών εγκαταστάσεων με δωρεάν πλήρεις υπηρεσίες για την οικογένεια, το παιδί, τα άτομα τρίτης ηλικίας, τα ΑμΕΑ, χωρίς προϋποθέσεις και εξαιρέσεις.
  • Δωρεάν κρατικές παιδικές κατασκηνώσεις για όλα τα παιδιά των εργαζομένων και των ανέργων, των άλλων λαϊκών στρωμάτων.
  • Απορρίπτουμε τη λειτουργία των κοινωνικών υπηρεσιών με τα ληξιπρόθεσμα ευρωενωσιακά προγράμματα για λίγους, με υποβαθμισμένες και ανεπαρκείς παροχές. Για όσο διάστημα αυτά λειτουργούν, διεκδικούμε να παρέχονται πλήρεις υπηρεσίες σε όλους, με επαρκή ανάπτυξη και πλήρη στελέχωση των υποδομών.
  • Αντιπαλεύουμε κάθε μέτρο αποκέντρωσης – διαφοροποίησης των σχολικών προγραμμάτων και των σχολείων (ευέλικτη ζώνη, ευρωπαϊκά προγράμματα, αξιολόγηση εκπαιδευτικών και σχολικών μονάδων, πρόσληψη εκπαιδευτικών από τους ΟΤΑ) που διευρύνει τις ταξικές διακρίσεις, επιβαρύνει οικονομικά τις λαϊκές οικογένειες, αυξάνει την κερδοφορία του κεφαλαίου. Απορρίπτουμε τις «ζώνες εκπαιδευτικής προτεραιότητας» που συγκαλύπτουν και εντείνουν τις μορφωτικές ανισότητες.
  • Καμία είσοδος επιχειρηματικών συμφερόντων, με το μανδύα της τοπικής κοινωνίας ή των ΜΚΟ, στο περιεχόμενο, στη διοίκηση και γενικά στη διαχείριση των σχολικών μονάδων. Καμιά αύξηση των δημοτικών τελών για τη λειτουργία των σχολείων ή την ίδρυση δημοτικών «πανεπιστημίων» και σχολών, κανένα πρόσθετο χαράτσι άμεσα στους γονείς, κανένας «σπόνσορας» στην εκπαίδευση.
  • Μαζικές προσλήψεις εκπαιδευτικού προσωπικού, με μοναδική προϋπόθεση το πτυχίο. Μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων. Η πρόσληψη των εκπαιδευτικών και του κάθε είδους βοηθητικού προσωπικού να γίνεται σε κεντρικό επίπεδο.
  • Κατάργηση των νόμων (2218, 2240/94) του ΠΑΣΟΚ που έχουν διαμορφώσει το θεσμικό πλαίσιο για την «αποκέντρωση» στην Παιδεία.
  • Κατάργηση των ιδιωτικών βρεφονηπιακών σταθμών και νηπιαγωγείων καθώς και των αντίστοιχων δημοτικών που λειτουργούν σε ανταποδοτική βάση. Άμεση κατάργηση των τροφείων.
  • Μόνιμη σταθερή δουλειά για όλους. Μονιμοποίηση όλων όσοι δουλεύουν με ελαστικές σχέσεις εργασίας χωρίς όρους και προϋποθέσεις και την απαγόρευση με νόμο αυτών των μορφών εργασίας. Κατάργηση των stage σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και κάθε μορφής ανασφάλιστης εργασίας.
  • Αντιπαλεύουμε τη γενίκευση της ανατροπής των εργασιακών σχέσεων και την επέκταση της εφαρμογής «ευέλικτων εργασιακών σχέσεων» στους ΟΤΑ μέσω προγραμμάτων περιορισμένου χρόνου, Τοπικών Πρωτοβουλιών Απασχόλησης, προγραμμάτων κατάρτισης, ή άλλων μέσω ΟΑΕΔ, κ.λπ., αλλά και οποιωνδήποτε άλλων μορφών επιχειρήσεων.
  • Ενταξη των εργαζομένων των δημοτικών επιχειρήσεων που κλείνουν στις υπηρεσίες του δήμου με μόνιμη σταθερή σχέση εργασίας, πλήρη εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα.
  • Ενταξη και άλλων ειδικοτήτων και κλάδων στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα. Κατάργηση των αρνητικών προϋποθέσεων (επασφάλιστρο κ.ά.) του ισχύοντα νόμου.
  • Κατάργηση όλων των θεσμών συμμετοχής του λαού στην τοπική αστυνόμευση, στο χαφιεδισμό και την καταστολή, όπως είναι οι μηχανισμοί των «Τοπικών Συμβουλίων Παραβατικότητας», ο «αστυνόμος της γειτονιάς» κ.λπ. Κατάργηση του ρόλου της «Δημοτικής Αστυνομίας» ως μηχανισμού καταστολής, συμπληρωματικού της ΕΛ.ΑΣ.
  • Να παύσει η λειτουργία και να αποκαθηλωθούν από τους δρόμους οι κάμερες παρακολούθησης. Καμία επέκταση σε παιδικές χαρές, σχολεία, κ.λπ.
  • Εφαρμογή της απλής αναλογικής στην εκλογή των οργάνων της τοπικής και περιφερειακής διοίκησης.
  • Κατάργηση των ρυθμίσεων που περιορίζουν την αντιπροσωπευτικότητα σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.
  • Έμμεση εκλογή του δημάρχου και του περιφερειάρχη με δυνατότητα ανάκλησης μέσω των δημοτικών συμβουλίων που τους εκλέγουν.

ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ
Aπλή αναλογική & αλλάγη του «Καλλικράτη»
Για αλλαγές στο διοικητικό αυτοδιοικητικό χάρτη της χώρας, τον «Καλλικράτη», κάνει λόγο στο προεκλογικό του πρόγραμμα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ, και μάλιστα όπως χαρακτηριστικά σημειώνει μετέβαλε «την Αυτοδιοίκηση και τους θεσμούς της σε όργανα εφαρμογής κυβερνητικών προγραμματισμών και εκτέλεσης κυβερνητικών αποφάσεων. Η δυνατότητα συμμετοχής των δημοτών συρρικνώθηκε με την τεράστια έκταση των δήμων και τις μειωμένες αρμοδιότητες των κοινοτήτων».

Έτσι, προτείνει αλλαγή ή και ανατροπή του «Καλλικράτη», «με την καθιέρωση της απλής αναλογικής για την αντίστοιχη των οργάνων της Αυτοδιοίκησης με τη λαϊκή βούληση».

«Τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας μεταρρύθμισης ή ενός εναλλακτικού θεσμικού πλαισίου λειτουργίας προς τον «Καλλικράτη» θα πρέπει να είναι:

  1. Ακριβής κοστολόγηση και χρηματοδότηση των αρμοδιοτήτων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
  2. Εξάλειψη της θλιβερής πραγματικότητας του δήμου – επαίτη.
  3. Κατάργηση του θεσμικού πλαισίου που προωθεί την ανταποδοτικότητα, την εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση των δραστηριοτήτων της Τ.Α.
  4. Ισχυρός – λαϊκός – αποτελεσματικός δήμος.
  5. Συμμετοχή – άμεση δημοκρατία – αμεσότητα – εγγύτητα – επικουρικότητα και όχι αποξένωση των πολιτών.
  6. Η αποκέντρωση με την έννοια της πολιτικής δημοκρατίας, συμμετοχής, δηλαδή, του πολίτη στις διαδικασίες συναπόφασης στη γειτονιά του και, συνεπώς, ενεργοποίησης του. Η έννοια δηλ. των μικρών ανθρώπινων βάσεων, όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις.
  7. Η ενίσχυση των θεσμών λαϊκής συμμετοχής ελέγχου & λογοδοσίας των τοπικών αρχών.

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Αποκέντρωση του κράτους μέσω Αυτοδιοίκησης & διορθώσεις στον «Καλλικράτη»
Η θέσπιση και λειτουργία δύο ισχυρών βαθμών Αυτοδιοίκησης αποτέλεσε πάγια θέση της ανανεωτικής και δημοκρατικής Αριστεράς για την αποκέντρωση και την αποτελεσματική λειτουργία του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Η ΔΗΜΑΡ, σύμφωνα με τις θέσεις της, «πιστεύει ότι στις σημερινές συνθήκες κρίσης ο πιο σοβαρός και αποτελεσματικός τρόπος για την αντιμετώπισή της σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο είναι:

1. ο ισχυρός δήμος με προγραμματικές, κοινωνικές και οικολογικές αναφορές.

2. η αιρετή περιφέρεια με σαφή και ενισχυμένο προγραμματικό ρόλο, με έμφαση στις βιώσιμες επενδύσεις και στην πράσινη ανάπτυξη».

Κατά τη ΔΗΜΑΡ, σήμερα, 20 μήνες μετά την πολυδιαφημισμένη διοικητική μεταρρύθμιση και το νέο αυτοδιοικητικό πλαίσιο της χώρας «Καλλικράτης», η Αυτοδιοίκηση

  • βρίσκεται αντιμέτωπη με τις αδυναμίες και τις δυσλειτουργίες του «Καλλικράτη», οι οποίες μέχρι και σήμερα αντιμετωπίζονται  αποσπασματικά περιπλέκοντας ακόμα περισσότερο τα προβλήματα και επιτείνοντας τη σύγχυση των αρμοδιοτήτων: προχειρότητα στους σχεδιασμούς, αδυναμία υλοποίησης θετικών αλλαγών και θεσμών, δογματισμοί, γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, αδιαφορία για τις προτάσεις των θεσμικών οργάνων της ΤΑ.
  • παραμένει εγκλωβισμένη στην εξάρτησή της από την Κεντρική Διοίκηση σε οικονομικό επίπεδο, ενώ ο δήθεν μεταβατικός θεσμός της Αποκεντρωμένης Διοίκησης παραμένει «το μακρύ χέρι του κράτους».
  • απαξιώνεται συστηματικά με τη διαρκή περικοπή πόρων, που ξεπερνούν την τελευταία διετία το 50%, με συνέπεια να βρίσκεται στα όρια της οικονομικής κατάρρευσης και με άμεσο κίνδυνο να μην μπορεί να παράσχει στοιχειώδεις υπηρεσίες προς τους πολίτες.

«Η Αυτοδιοίκηση, καλείται υπό δύσκολες συνθήκες να εφαρμόσει μείζονες δομικές αλλαγές, ενώ συγχρόνως η κρίση έβγαλε στην επιφάνεια όλα τα προβλήματα που η πολιτεία αλλά και η ίδια έκρυβαν για χρόνια κάτω από το χαλί. Η Αυτοδιοίκηση οφείλει να γίνει μέρος της λύσης. Γι’ αυτό, είναι άμεση ανάγκη να προχωρήσει στη διαμόρφωση πολιτικών που θα:

– αποτελούν εναλλακτικό πλαίσιο προτάσεων αντιμετώπισης της κρίσης,

– ανακουφίζουν τους πολίτες από τις συνέπειες της κρίσης και θα συγκροτούν ένα δίκτυο δομών και δράσεων κοινωνικής προστασίας,

– αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της προσπάθειας για την αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων σε τοπικό επίπεδο,

– συμβάλλουν στη διαμόρφωση νέων πολιτικών απασχόλησης με έμφαση σε σχέδια και επενδύσεις πράσινης ανάπτυξης,

– εφαρμόζουν πρακτικές αντιμετώπισης της διαφθοράς και της κακοδιαχείρισης για την εξασφάλιση και εξοικονόμηση πόρων,

– θα ενθαρρύνουν την καινοτομία, θα προωθούν την ψηφιακή σύγκλιση για τη βελτίωση των υπηρεσιών προς τον πολίτη,

– σχεδιάζουν τις περιφέρειες και τις πόλεις προβλέποντας υποδομές με βάθος χρόνου, αναδεικνύοντας τα τοπικά χαρακτηριστικά και δημιουργώντας «τοπική ταυτότητα» ως μοχλό ανάπτυξης για την κάθε περιοχή.

– υπερβαίνουν τη μέχρι τώρα αποξένωση των δήμων από την οικονομική δραστηριότητα. Οι δήμοι θα λειτουργούν ως «αναπτυξιακές μονάδες», οι οποίες κινητοποιούν σχεδιασμένα το ανθρώπινο και υλικό κεφάλαιο της περιοχής για να επιτύχουν το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα σε προστιθέμενη αξία, σε νέο κοινωνικό πλούτο, σε εισοδήματα και απασχόληση, σε ποιότητα ζωής για τους πολίτες τους. Βασικό εργαλείο γι’ αυτόν τον στόχο αποτελεί το σύστημα οργάνωσης και προβολής της τοπικής «ταυτότητας»».

Τι προτείνει η ΔΗΜΑΡ;

  • Κράτος επιτελικό με συγκεκριμένες αρμοδιότητες (άμυνα, υγεία, ασφάλεια, προγραμματισμός και προγράμματα σπουδών). Οριστική μεταβίβαση στην περιφερειακή και στην τοπική αυτοδιοίκηση των αποκεντρωμένων αρμοδιοτήτων του κράτους με τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους, με καθορισμένο ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού για την Τ.Α., ώστε να μπορούν οι δήμοι και οι περιφέρειες να καταρτίζουν τον προγραμματισμό και τα Επιχειρησιακά τους Προγράμματα.
  • Φορολογική αποκέντρωση με μεταφορά αρμοδιοτήτων είσπραξης φόρων στην Τ.Α. Πρόβλεψη δυνατότητας τοπικής φορολογίας για ειδικούς σκοπούς, χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση των δημοτών για όσο διαρκεί η κρίση.
  • Μελέτη της δυνατότητας να επεκταθεί η ισχύουσα νομοθεσία περί «δημοτικής ενημερότητας» με ταυτόχρονη βελτίωση των ελεγκτικών και εισπρακτικών υπηρεσιών των δήμων αλλά και με θέσπιση κοινωνικών κριτηρίων και κινήτρων για τους συνεπείς δημότες (διευκολύνσεις, δόσεις, ρυθμίσεις κ.ά.).
  • Κατάργηση του θεσμού των αποκεντρωμένων διοικήσεων.
  • Τροποποιήσεις στη δομή του «Καλλικράτη», ακόμη και στη χωρική του διάσταση, αναθεώρηση του δόγματος ένα νησί – ένας δήμος, ιδιαίτερα για μεγάλα νησιά.
  • Καθιέρωση ορίου θητείας για τους αιρετούς: έως δύο θητείες για τους περιφερειάρχες και τους δημάρχους και έως τρεις για τους περιφερειακούς και δημοτικούς συμβούλους.
  • Οι αποδοχές των αιρετών, χωρίς να προκαλούν το κοινό αίσθημα, πρέπει να τους επιτρέπουν την αξιοπρεπή διαβίωση κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους.
  • Αντικειμενική αξιολόγηση προγραμμάτων ΕΣΠΑ και πλήρης διαφάνεια στις επιλογές. Θεσμική αναβάθμιση των δημοτικών και τοπικών κοινοτήτων με αυξημένες αρμοδιότητες και αντίστοιχους πόρους.
  • Θεσμοθέτηση της αποφασιστικού χαρακτήρα συμμετοχής των πολιτών σε τοπικά θέματα με την καθιέρωση ανάλογων θεσμών (συνοικιακά ή και θεματικά συμβούλια, τοπικά δημοψηφίσματα, υλοποίηση συμμετοχικών προϋπολογισμών κ.ά.).
  • Υιοθέτηση δικαιότερου εκλογικού συστήματος που να επιτρέπει σε μικρότερες αλλά συχνά καινοτόμες και δημιουργικές συσπειρώσεις της κοινωνίας των πολιτών να έχουν φωνή για τις τοπικές υποθέσεις. Η απλή αναλογική αποτελεί ένα τέτοιο σύστημα.
  • Καθιέρωση αντικειμενικών και πιστοποιημένων διαδικασιών για την εξυπηρέτηση του πολίτη με στοχοθεσία/αξιολόγηση και εισαγωγή συστημάτων διοίκησης ολικής ποιότητας.
  • Εξοικονόμηση πόρων με δραστική μείωση της γραφειοκρατίας και θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων για το κόστος κατασκευής των έργων.
  • Κατάργηση της εφεδρείας και καθιέρωση υποχρεωτικών μετατάξεων σε δήμους εντός των ίδιων νομών. Άρση της απαγόρευσης των προσλήψεων εξειδικευμένου προσωπικού για την άσκηση νέων αρμοδιοτήτων, σε περιπτώσεις όπου οι ανάγκες δεν καλύπτονται από τις μετατάξεις.
  • Κατάργηση της αντισυνταγματικής παρέμβασης των επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο σκέλος της σκοπιμότητας των αποφάσεων της αυτοδιοίκησης, μέχρι την οριστική κατάργησή της, αφού η νομοθεσία ελέγχου επαρκεί.

«Σήμερα, το όραμα για «βιώσιμες πόλεις» υπηρετείται από την άμεση δράση για «πόλεις με όρθιους τους πολίτες τους». Έτσι, η Αυτοδιοίκηση καλείται, περισσότερο από ποτέ, να αναδείξει τον κοινωνικό της ρόλο:

  • Να στηρίξει τους πολίτες που πλήττονται από την ανεργία, από τη μείωση των εισοδημάτων τους, τους πολίτες που δεν μπορούν να ανταποκριθούν ακόμα και σε βασικές βιοτικές ανάγκες και απειλούνται με κοινωνικό αποκλεισμό.
  • Να αναδιαρθρώσει τις υπηρεσίες και τους στόχους των περιφερειών και των δήμων, ώστε να καταστούν ικανοί να αντεπεξέλθουν στις αυξημένες ανάγκες κοινωνικής προστασίας.
  • Να στραφεί με απόλυτη προτεραιότητα σε πολιτικές και δομές αλληλεγγύης και κοινωνικής δικτύωσης και να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη προσβασιμότητα των ατόμων που τις έχουν ανάγκη.
  • Να ενισχύσει μορφές κοινωνικής οικονομίας.
  • Να παρέμβει στις αγορές μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης αποδυναμώνοντας το κύκλωμα των μεσαζόντων και στηρίζοντας το «δίκαιο εμπόριο».
  • Να αναλάβει πρωτοβουλίες σε επίπεδο Περιφέρειας για τη δημιουργία δημοπρατηρίων αγροτικών προϊόντων σύμφωνα με το νέο θεσμικό πλαίσιο (4015/11).
  • Να καταγράψει, να δικτυώσει και να συντονίσει όλες τις υπηρεσίες και τους φορείς κοινωνικής προστασίας (κρατικούς, περιφερειακούς, δημοτικούς, εθελοντικούς) ανταποκρινόμενη στις ανάγκες των πολιτών, ξεπερνώντας τις αλληλοεπικαλύψεις, τη γραφειοκρατία, τις αδικίες, τις ανισότητες και εξοικονομώντας πόρους.
  • Να αξιοποιήσει ευρωπαϊκά προγράμματα και δράσεις.
  • Να στηρίξει και να ενισχύσει τις εθελοντικές πρωτοβουλίες σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με σεβασμό στην αυτονομία τους».

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Κοινωφελείς λειτουργίες & τοπικά οικονομικά δίκτυα
Οι θέσεις της «Κοινωνικής Συμφωνίας» για την Αυτοδιοίκηση απορρέουν από την ιδρυτική Διακήρυξή της, σύμφωνα με την οποία πρέπει να γίνει ριζική μεταρρύθμιση του κράτους, «με πρωτεύοντα στόχο την ενίσχυση του επιτελικού χαρακτήρα του κεντρικού κράτους, το οποίο πρέπει να αναλάβει τη διαχείριση των απολύτως αναγκαίων εθνικών πολιτικών, ενώ τις δημόσιες και κοινωφελείς λειτουργίες πρέπει να  ασκήσει  η Περιφερειακή  Διοίκηση  και Αυτοδιοίκηση… Η παγκοσμιοποίηση των αγορών και η διεθνοποίηση του κεφαλαίου διέρρηξε τους ιστορικούς δεσμούς του κεφαλαίου με το εθνικό κράτος, το οποίο και απώλεσε βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση πολιτικής. Γι’ αυτό, η απάντησή μας  πρέπει να είναι η  μεταβίβαση αρμοδιοτήτων  στην τοπική και περιφερειακή αυτοδιοίκηση παράλληλα με τη μεταβίβαση των αναγκαίων πόρων, ώστε να ενισχυθεί η συμμετοχική δημοκρατία, η βιώσιμη αναπτυξιακή δυναμική και  ο κοινωνικός έλεγχος».

Η «Κοινωνική Συμφωνία» θεωρεί αναγκαία  «την ενίσχυση τοπικών αναπτυξιακών δράσεων και τοπικών δικτύων , που αρθρώνονται γύρω από την παραγωγική φυσιογνωμία και ιδιαιτερότητα της γεωγραφικής μικροκλίμακας. Η κοινωνική οικονομία μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο για τα τοπικά οικονομικά δίκτυα. Ταυτόχρονα, είναι αναγκαίο να ενισχυθούν οι τοπικές κοινωνίες με ισχυρά μέσα «δημοκρατικής επιρροής», όπως μορφές τοπικής διακυβέρνησης, τοπικά δημοψηφίσματα κ.λπ. Η συνοχή των τοπικών κοινωνιών με τη διαμόρφωση τοπικών οικονομικών δικτύων και τη χρήση μέσων δημοκρατικής επιρροής, θα  ενδυναμώσει και την εθνική συνοχή και κυριαρχία».

ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ
Οικονομική αυτοτέλεια της Αυτοδιοίκησης,
κατάργηση αποκεντρωμένων διοικήσεων

Σε οκτώ σημεία επικεντρώνονται η κριτική και οι προτάσεις των Οικολόγων Πράσινων για τη διόρθωση του «Καλλικράτη», με βάση την εμπειρία των ανθρώπων που εκλέχθηκαν στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2010 υποστηριζόμενοι από τους Οικολόγους Πράσινους.

1.    Τα οικονομικά των ΟΤΑ, τους πόρους και την κατοχύρωση της οικονομικής ανεξαρτησίας τους
2.    Τη διαφάνεια και τον κοινωνικό έλεγχο σε κάθε επίπεδο λειτουργίας των ΟΤΑ
3.    Τη δημοκρατική λειτουργία των οργάνων των ΟΤΑ
4.    Την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της αιρετής περιφέρειας και την κατάργηση του θεσμού της αποκεντρωμένης διοίκησης
5.    Την καθιέρωση και ενίσχυση  της λειτουργίας των περιφερειακών ενοτήτων
6.    Τη δημοκρατικότερη λειτουργία των περιφερειακών επιτροπών
7.    Τη διαπαραταξιακή εκπροσώπηση στις περιφερειακές επιτροπές
8.    Την ενίσχυση του θεσμού των δημοτικών διαμερισμάτων.

Όπως σημειώνουν οι Οικολόγοι Πράσινοι, «ο νόμος 3852/10 (Πρόγραμμα «Καλλικράτης») προσπάθησε να αλλάξει το τοπίο στην Αυτοδιοίκηση εισάγοντας τις έννοιες της συμμετοχής, της διαφάνειας, της χρηστής διοίκησης, τον εξορθολογισμό λειτουργίας της, την ενίσχυση του ρόλου της με τη μεταφορά βασικών αρμοδιοτήτων, θεσμικές καινοτομίες, αλλαγές στα αυτοδιοικητικά όργανα,  για την προσπάθεια  παροχής καλύτερων υπηρεσιών στους πολίτες. Όμως, ένα χρόνο και μετά την ούτως ή άλλως καθυστερημένη εφαρμογή του, το ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων, απέδειξε στην πράξη ότι ο σχεδιασμός από την κεντρική διοίκηση υπήρξε ελλιπής. Υστερεί κυρίως σε έμπνευση, όραμα, συμμετοχή της ίδιας της Αυτοδιοίκησης και των τοπικών κοινωνιών σε μια ευρωπαϊκή προοπτική.

Δεν αποφεύχθηκαν γραφειοκρατικές δυσκαμψίες, αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων μεταξύ Κεντρικής Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, αλλά και μεταξύ των δυο βαθμών Αυτοδιοίκησης. Ο νόμος 3852/10 δεν έχει τις λύσεις στα προβλήματα της Αυτοδιοίκησης, αφού της στερεί το δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια για τα βασικά θεσμικά και οικονομικά της ζητήματα. Ο κρατικός εναγκαλισμός παραμένει σφιχτός».

Οι αποκεντρωμένες διοικήσεις, σύμφωνα με τους Οικολόγους Πράσινους, θα έπρεπε να λειτουργήσουν ως μεταβατικοί θεσμοί και οι αρμοδιότητές τους να περάσουν στις αιρετές περιφέρειες. Ωστόσο, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, ο εισηγητικός ρόλος των αιρετών περιφερειών για όλα τα θέματα που για συνταγματικούς λόγους παραμένουν σήμερα στην αποκεντρωμένη διοίκηση, θα πρέπει να είναι υποχρεωτική και αναγκαία προϋπόθεση.

«Για τα οικονομικά των ΟΤΑ, τους πόρους και την κατοχύρωση της οικονομικής ανεξαρτησίας τους, είναι γνωστό ότι η μεταβίβαση των κρατικών αρμοδιοτήτων δε συνοδεύτηκε με την μεταφορά των απαιτούμενων πόρων για την άσκησή τους, ενώ βασική πηγή χρηματοδότησης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης παραμένει ως σήμερα ο κρατικός  προϋπολογισμός, οι φόροι και τα τέλη που έχουν προβλεφθεί υπέρ της. Πρέπει να γίνει πλέον πραγματικότητα η συνταγματικά κατοχυρωμένη οικονομική αυτοτέλεια της Αυτοδιοίκησης μέσα από μια φορολογική μεταρρύθμιση-αποκέντρωση που θα συνοδεύεται  από διαφάνεια στις προμήθειες και τις δαπάνες του προϋπολογισμού».

Σ΄ αυτή την κατεύθυνση, «προτείνουμε την εφαρμογή ενός αποκεντρωμένου φορολογικού συστήματος και την αναδιανομή ποσοστού των τοπικά εισπραχθέντων φόρων υπέρ των οικονομικά μειονεκτούντων ΟΤΑ επιδιώκοντας την περιφερειακή σύγκλιση. Στο ίδιο πλαίσιο θα βοηθούσε η λειτουργία μιας διαχειριστικής αρχής, ένα Ταμείο Διαχείρισης Πόρων της Αυτοδιοίκησης,  που θα επιφορτιστεί με το έργο της αναδιανομής των πόρων που προορίζονται γι’ αυτή. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ιδέα της θεσμικής κατοχύρωσης συμμετοχικών προϋπολογισμών».

«Είναι χαρακτηριστικό πώς οι πόροι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν ξεπερνούν το 3% του εθνικού ΑΕΠ έναντι άλλων ευρωπαϊκών κρατών, δίνοντάς μας την  τρίτη από το τέλος θέση στην Ε.Ε. των 27, πιο πάνω από την Κύπρο και την Μάλτα.  Παράλληλα και λόγω της εξαρτημένης σχέσης μεταξύ Αυτοδιοίκησης και κεντρικού κράτους, η  γραφειοκρατία της κεντρικής διοίκησης, οι καθυστερήσεις στην απόδοση των οφειλόμενων, η καθυστέρηση έκδοσης ΚΥΑ και Εγκυκλίων επηρεάζουν αρνητικά την οικονομική λειτουργία των ΟΤΑ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Κ.Υ.Α. για τον τρόπο σύνταξης του κρατικού προϋπολογισμού 2012 εκδόθηκε στις 2/12/2011 και οι οικονομικές ροές προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση υπέστησαν μεγάλες μειώσεις έναντι παρελθόντων ετών».

Στο πλαίσιο της δημοκρατικής εσωτερικής λειτουργίας των οργάνων των ΟΤΑ, Οι Οικολογοι Πράσινοι προτείνουν την εφαρμογή της απλής αναλογικής στη σύνθεση των συμβουλίων και την εκλογή της διοίκησης από το αντίστοιχο συμβούλιο. «Είναι γεγονός ότι ο ισχύων εκλογικός νόμος στην Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί εύκολα να μετατρέψει μια πολιτική μειοψηφία σε διοικούσα πλειοψηφία, πριμοδοτώντας το συνδυασμό που πλειοψήφησε, χωρίς το κατάλληλο πλαίσιο για τη δημιουργία συναινέσεων, τη συνεργασία και το δημοκρατικό διάλογο των παρατάξεων».

«Ο νέος θεσμός επιβάλλεται να σχεδιάσει ολοκληρωμένα την πολιτική των προσλήψεων στο πλαίσιο του ετήσιου προγραμματισμού του, κατοχυρώνοντας και με τον τρόπο αυτό τη διοικητική αυτοτέλεια. Είναι αναγκαίος ο επανακαθορισμός του συστήματος επιλογής και εξέλιξης του προσωπικού, με ριζική αναμόρφωση των σημερινών υπηρεσιακών συμβουλίων που σήμερα η σύνθεση τους ευνοεί τον κομματισμό, όπως και η θέσπιση πλαισίου που θα αντιστοιχεί στις κατηγορίες του προσωπικού (με λειτουργικό και όχι κλαδικό κριτήριο ταξινόμησης), τόσο με βάση τους διαθέσιμους πόρους όσο και με άλλα κρίσιμα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν το προφίλ καθενός  ΟΤΑ».

Κατά κύριο λόγο, σύμφωνα με τους Οικολόγους Πράσινους θα πρέπει να στηριχθεί το προσωπικό των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων και των πρώην κρατικών περιφερειών που μετατάχθηκαν, «ιδιαίτερα των εξειδικευμένων στελεχών που απασχολούνται στον τομέα του δημοκρατικού προγραμματισμού και της υλοποίησης των μεγάλων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων, δεδομένου και του κυρίαρχα αναπτυξιακού χαρακτήρα του νέου θεσμού που σήμερα λειτουργεί απογυμνωμένος από εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό».

Αναφορικά με θέματα διαφάνειας, ελέγχου και εποπτείας σε κάθε επίπεδο λειτουργίας των ΟΤΑ, «πάγια θέση μας ήταν και συνεχίζει να είναι η θεσμοθέτηση ιδιαίτερων θεσμών Νομικού Συμβουλίου και Ελεγκτικού Σώματος της Αυτοδιοίκησης, χωριστών από τα αντίστοιχα της κεντρικής διοίκησης. Επιπλέον, η θεσμοθέτηση ενός Τοπικού Σώματος Ελεγκτών υψηλού κύρους και αποδοχής, με αρμοδιότητες πειθαρχικών κυρώσεων, ως ένα αποκεντρωμένο θεσμικό όργανο με σαφείς και διακριτές αρμοδιότητες υπέρ της αυτοδιοίκησης θα λειτουργήσει θετικά στη ριζική αναμόρφωσή του συστήματος της κρατικής εποπτείας, η οποία έχει συνδεθεί με προβλήματα μεροληψίας και πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η ανάγκη για διαφάνεια και έλεγχο στη διαχείριση των οικονομικών των ΟΤΑ δεν αντιμετωπίζεται με την εφαρμογή κεντρικών ελεγκτικών μηχανισμών, όπως θεσμοθετούνται με το μνημόνιο ΙΙ, αλλά με την ενίσχυση του κοινωνικού ελέγχου στην καθημερινή λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης».

«Ένα χρόνο μετά, καμία διάταξη του Ν. 3852/10 δεν εφαρμόσθηκε για ένα πιο αποτελεσματικό τρόπο εποπτείας των ΟΤΑ.  Η Αυτοτελής  Υπηρεσία Εποπτείας δεν συγκροτήθηκε και δεν έγινε η επιλογή του Ελεγκτή Νομιμότητας στις αποκεντρωμένες διοικήσεις με αποτέλεσμα να μην έχει επέλθει η θεσμική απεξάρτηση του ελέγχου των ΟΤΑ. από τη διοικητική δομή της αποκεντρωμένης διοίκησης και του γενικού γραμματέα. Σημείο αιχμής θα πρέπει να αποτελέσει η εξασφάλιση επαρκούς ελέγχου  νομιμότητας των πράξεων των ΟΤΑ καθώς αυτό θα συμβάλει στην ενίσχυση της αρχής της διαφάνειας στη διοικητική δράση, αλλά παράλληλα θα εξαλειφθεί ο κίνδυνος -έστω και έμμεσα- του ελέγχου σκοπιμότητας των επιχειρησιακών προγραμμάτων που  απαγορεύεται ρητά από το Σύνταγμα και τη νομοθεσία».

ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Ανατροπή «Καλλικράτη», ενίσχυση
-παροχή δωρεάν κοινωνικών υπηρεσίων

Και οι θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πηγάζουν από εκείνες των αυτοδιοικητικών εκλογών του 2010, σύμφωνα με τις οποίες ο «Καλλικράτης» αποτελεί «αντιδραστική τομή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και το κράτος και έρχεται να λειτουργήσει συμπληρωματικά στο μνημόνιο αφού:
– Στις νέες περιφέρειες και τους δήμους, εγκαθίστανται το ΔΝΤ και η ΕΚΤ για να απαγορεύουν κάθε κρατική χρηματοδότηση που υπερβαίνει τους στόχους των τοκογλύφων δανειστών της χώρας!
– Αποσυνδέονται πλήρως οι ΟΤΑ από το λαϊκό έλεγχο αλλά ενισχύεται (η ήδη υπαρκτή) σύνδεσή τους με το κεφάλαιο και τις τράπεζες.
– Μεταφέρονται μια σειρά δημόσιες κρατικές υπηρεσίες και αρμοδιότητες στους νέους δήμους, πάντα στη βάση της ανταποδοτικότητας και της εμπορευματοποίησης, προωθούνται εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις δημοτικών υπηρεσιών.
– Ταυτόχρονα,οι κοινωνικές δομές υποβαθμίζονται, και το κόστος της λειτουργίας τους θα σηκώνουν οι εργαζόμενοι, με την ραγδαία αύξηση τελών και δημοτικών φόρων.
– Απολύονται δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι στους δήμους, επεκτείνονται οι ελαστικές συμβάσεις».

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αγωνίζεται για την ανατροπή του «Καλλικράτη», αλλά και για:

-την κατάργηση των δημοτικών τελών που πληρώνουν οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι και οι άνεργοι,

-τη θέσπιση φόρου για τις επιχειρήσεις πουδιατηρούν εγκαταστάσεις – γραφεία στο κέντρο της πόλης,

-σταθερή εργασία και κατάργηση της ελαστικής εργασίας σε όλους τους εργαζόμενους των δήμων να σταματήσουν οι απολύσεις εργαζομένων και να νομιμοποιηθούν οι συμβασιούχοι,

-την αντικατάσταση των δημοτικών επιχειρήσεων με δημόσιες δωρεάν υπηρεσίες του δήμου, σχεδιασμένες με βάση την εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών,

-μην κλείσουν οι υπηρεσίες καθαριότητας, να πρασινίσουν οι πόλεις, να έχουν περίθαλψη και φροντίδα οι άστεγοι και οι ηλικιωμένοι στα ΚΑΠΗ,

-την κατάργηση των δημοτικών αστυνομιών,

-να υπάρξει προσωπικό για κοινωνική φροντίδα που θα στελεχώσει τους βρεφονηπιακούςσταθμούς που κλείνουν,

-να μην κλείσουν τα δημοτικά ραδιόφωνα,

-ξενώνες μεταναστών, προσφύγων, αστέγων, κακοποιημένων παιδιών και γυναικών, με ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης και φροντίδας και ειδικευμένο προσωπικό.

-δωρεάν και ποιοτικές δημόσιες συγκοινωνίες, που να εξυπηρετούν τη μετακίνηση μεταξύ κέντρου και γειτονιών, αλλά και την επικοινωνία με τους υπόλοιπους δήμους κάθε περιφέρειας,

-δημιουργία ασφαλούς δικτύου ποδηλατοδρόμων σε όλους τους δήμους της χώρας,

-δωρεάν, ποιοτικές, ελεύθερες για όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως εθνικότητας, κοινωνικές υπηρεσίες και παροχές από τους δήμους με βάση τις ανάγκες τους.

-προσλήψεις εργαζομένων (γιατρών, βρεφονηπιοκόμων, παιδαγωγών, γυμναστών,προσωπικό καθαριότητας, γεωπόνων κ.λπ.) σε αυτές τις υπηρεσίες, με μόνιμη σχέση εργασίας και αποδοχές προκειμένου να ζούνε αξιοπρεπώς μόνο από τη δουλειά.