Αρχείο ετικέτας κινηματογραφος

Μπερνάρντο Μπερτολούτσι:ο σπουδαίος σκηνοθέτης

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι γεννήθηκε στην Πάρμα της τότε φασιστικής Ιταλίας στις 16 Μαρτίου του 1940.
Υπήρξε άθεος και μαρξιστής, ενώ για μια περίοδο είχε ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας. Οι ταινίες του Μπερτολούτσι είναι συχνά αρκετά πολιτικές. Ο ίδιος ήταν μαρξιστής και, όπως ο Λουκίνο Βισκόντι που χρησιμοποίησε ξένους ηθοποιούς στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο Μπερτολούτσι χρησιμοποιούσε τις ταινίες του για να εκφράζει τις πολιτικές του πεποιθήσεις· οι ταινίες του είναι συχνά αυτοβιογραφικές αλλά και εξαιρετικά αντιφατικές. Οι πολιτικές ταινίες του προηγήθηκαν από άλλες οι οποίες αξιολογούσαν την ιστορία. Ο Κομφορμιστής (1970) ασκούσε κριτική στην φασιστική ιδεολογία, αναφερόταν στην σχέση ανάμεσα στην εθνότητα και στον εθνικισμό αλλά και σε θέματα λαϊκής και συλλογικής φύσεως. Η ταινία 1900 αναλύει την διαμάχη της αριστεράς με την δεξιά.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2009, ο Μπερτολούτσι ήταν ένας από αυτούς που υπέγραψαν το σύμφωνο της ελβετικής κυβέρνησης με θέμα την απελευθέρωση του Ρομάν Πολάνσκι, ο οποίος ήταν υπό κράτηση και περίμενε να εκδοθεί στις ΗΠΑ.


Ο Κομφορμιστής (1970) ασκούσε κριτική στην φασιστική ιδεολογία, αναφερόταν στην σχέση ανάμεσα στην εθνότητα και στον εθνικισμό αλλά και σε θέματα λαϊκής και συλλογικής φύσεως.

http://antipera-oxthi-culture.blogspot.com/2009/02/1970.html


Μπερνάρντο Μπερτολούτσι

Ο σπουδαίος σκηνοθέτης πέθανε σε ηλικία 77 ετών ήταν ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του κινηματογράφου, Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, που είχε βραβευθεί με τον Τιμητικό Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 2011.


Την είδηση γνωστοποίησε η εφημερίδα «La Repubblica», σε δημοσίευμα με τίτλο «Αντίο στον τελευταίο μεγάλο μαέστρο του ιταλικού σινεμά».


Αποτέλεσμα εικόνας για μπερνάρντο μπερτολούτσι

Ο πατέρας του ήταν ο ποιητής Τζοζέπε Μπερτολούτσι.

Είχε σκηνοθετήσει ταινίες-αριστουργήματα, όπως ο «Κομφορμίστας» και το «Τελευταίο τανγκό στο Παρίσι».

Αποτέλεσμα εικόνας για μπερνάρντο μπερτολούτσι


Αποτέλεσμα εικόνας για μπερνάρντο μπερτολούτσι

Πρόσφατα ο επίσης σπουδαίος σκηνοθέτης Ζαν-Λυκ Γκοντάρ τον κατηγόρησε ότι παραδόθηκε στη Χολυγουντιανή βιομηχανία και έχασε εντελώς το προσωπικό του, ιδιαίτερο σκηνοθετικό στυλ, το οποίο είχε στο παρελθόν..

Διακρίθηκε με αρκετά βραβεία λογοτεχνίας προτού αρχίσει να σκηνοθετεί, ενώ υπήρξε βοηθός του Πιερ Πάολο Παζολίνι.

Εργογραφία

  • 1964: Πριν την επανάσταση
  • 1970: Η στρατηγική της αράχνης
  • 1970: Ο κονφορμίστας
  • 1972: Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι
  • 1976: 1900
  • 1987: Ο τελευταίος αυτοκράτορας
  • 1993: Ο μικρός Βούδας
  • 2003: Οι ονειροπόλοι
  • 2012: Εγώ και εσύ

Δημιούργησε ταινίες-αριστουργήματα, όπως «Ο Κομφορμίστας»», ενώ κέρδισε δύο από τα οκτώ Όσκαρ (σκηνοθεσίας και διασκευασμένου σεναρίου) για τον «Τελευταίο αυτοκράτορα» (1988).

Από τις πιο διασημότερες ταινίες του ήταν τα «Τσάι στη Σαχάρα», «Οι ονειροπόλοι», «1900» και «Io ballo da sola».

Το 2012 γύρισε το τελευταίο του έργο στη Ρώμη, «Εγώ και εσύ», έναν έντονο διάλογο μεταξύ δύο αδελφών.

Το 2007 στο Φεστιβάλ Βενετίας τιμήθηκε με τον Χρυσό Λέοντα για το έργο του, ενώ το 2011 στην έναρξη του Φεστιβάλ των Καννών τού απονεμήθηκε ο τιμητικός Χρυσός Φοίνικας.

Έζησε, κατά κύριο λόγο, στην Αιώνια Πόλη και στο Λονδίνο. Υπήρξε άθεος και μαρξιστής, ενώ για μια περίοδο είχε ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας.

Με έντονη ευαισθησία και ενδιαφέρον για όλη την ευρωπαϊκή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, ήταν από τους πιο ένθερμους και ειλικρινείς υποστηρικτές των Ελλήνων που βρήκαν καταφύγιο στην Ιταλία αντιστεκόμενοι στη στρατιωτική δικτατορία.

ο Αλλονζαφάν!

To Αλονζανφάν (πρωτότυπος τίτλος: Allonsanfàn) είναι ιταλική ταινία του 1974 σε σκηνοθεσία και σενάριο των αδερφών Ταβιάνι. Ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από τις δύο πρώτες λέξεις της Μασσαλιώτιδας (Allons enfants).

Στις αρχές του 19ου αιώνα, την περίοδο της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων ο αριστοκρατικής καταγωγής και πρώην επαναστάτης, Φούλβιο Ιμπριάνι, επιστρέφει στο σπίτι του μετά από χρόνια αιχμαλωσίας. Δυσκολεύεται πολύ να προσαρμοστεί στη νέα του ζωή και αντιμετωπίζει προβλήματα με τη σύντροφό του.

Οι παλιοί του σύντροφοι τον πείθουν να πάρει μέρος σε μια επαναστατική επιχείρηση, η οποία γίνεται αντιληπτή. Ωστόσο δεν καταφέρνουν να την αναχαιτίσουν και οι επαναστάτες μαζί με τον Φούλβιο συνεχίζουν την επιχείρησή τους.

Όταν φτάνουν, ο Φούλβιο καταδίδει τους συντρόφους του στον ιερέα της περιοχής, ο οποίος ειδοποιεί τις αρχές. Όμως, ο τελευταίος επιζών της επανάστασης, ο Αλονζανφάν, ξεγελά τον Φούλβιο και του λέει πως η επανάσταση πέτυχε. Τότε, βάζει ξανά τα κόκκινα ρούχα που φορούσε όταν ήταν με τους συντρόφους, με αποτέλεσμα οι στρατιώτες να τον δουν και να τον σκοτώσουν.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
http://www.efsyn.gr/arthro/se-epanekdosi-alonzanfan-ton-adelfon-taviani


Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μία από τις σημαντικότερες ταινίες του πολιτικού κινηματογράφου και σίγουρα ένα έργο-σταθμός για την δεκαετία του ’70, με τους Μαρτσέλο Μαστρογιάννι, Λέα Μασάρι, Μίμσι Φάρμερ, Λάουρα Μπέτι και μουσική του Ένιο Μορικόνε, το «Αλονζαφάν» (1974) των Βιτόριο και Πάολο Ταβιάνι προβάλλεται σε ψηφιακά αποκατεστημένη κόπια από τις 31 Αυγούστου στον κινηματογράφο «Αλκυονίς».

Ρομαντικοί αστοί και διανοούμενοι επαναστάτες το 1816 στον ιταλικό βορρά συνεχίζουν τον ιδεαλιστικό αγώνα τους. Μετά την εκδίωξη του Ναπολέοντα, ο κεντρικός ήρωας της ταινίας, ο αριστοκράτης Φούλβιο Ιμπριάνι, άφησε την οικογένειά του, τις μουσικές του σπουδές και την ερωμένη του, βρέθηκε στη Γαλλία τα χρόνια της Παλινόρθωσης για να βοηθήσει στη Γαλλική Επανάσταση και τις νέες ιδέες.

Θα φυλακιστεί από τους Αυστριακούς, οι οποίοι όμως στη συνέχεια για να τον εκθέσουν ηθικά στους συντρόφους του, θα τον αφήσουν ελεύθερο. Μετά την απελευθέρωσή του θα προσχωρήσει σε μια ομάδα επαναστατών, θα συνεχίσουν τον αγώνα τους στην νότια Ιταλία όπου και θα συντριβούν. Εκείνος προδίδει την επανάσταση στην οποία εντάσσεται ιδεολογικά χωρίς όμως να της δίνει την καρδιά του.

Ανάμεσα στους συντρόφους του ονειροπόλου ευγενή επαναστάτη Φούλβιο -αξεπέραστη η ερμηνεία του Mαρτσέλο Μαστρογιάνι-, διακριτή η φιγούρα του συντρόφου του, Τζοακίνο, που υποδύεται ο Έλληνας σκηνοθέτης και ηθοποιός Σταύρος Τορνές.

Η ταινία «Αλονζανφάν» είναι ένα «πολυεπίπεδο σχόλιο πάνω στη στράτευση, τη φύση της, τις εκδοχές της, τις συνέπειές της» έχει γράψει στην κριτική του ο Βασίλης Ραφαηλίδης: «Για τους Ταβιάνι η στράτευση είναι κατεξοχήν ποιητική πράξη. Αυτό που πρέπει να μείνει ανέγγιχτο είναι το όραμα. Και γνωρίζουμε πολύ καλά πως τα οράματα δικαιώνονται και με τη συντριβή τους. Ποτέ η Ιστορία δεν κέρδισε την ποίηση.

»Σε ρεσιτάλ ερμηνείας ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννι σε ένα φιλμ-σταθμό του πολιτικού σινεμά. Ο επαναστάτης είναι ένας ονειροπόλος, αυτό που θέλει να φέρει σε πέρας με τις πράξεις του, είναι η εγκατάσταση του ονείρου στη γη. Ακόμα και η αποτυχία δεν τον πτοεί αφού αυτό που έχει σημασία για τους Ταβιάνι είναι το όραμα. Ένα όραμα που παραμένει -και πρέπει να παραμείνει- ανέγγιχτο ακόμα και μετά τη συντριβή του».


ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ! Τί γίνεται όταν οι αντικειμενικές συνθήκες δεν είναι ώριμες για Επανάσταση; Άλλοι “κόκκινοι” επαναστάτες είναι ενθουσιώδεις, άλλοι γενναίοι. Αλλά και άλλοι κουρασμένοι και απογοητευμένοι, έτοιμοι να προδώσουν! Η Εκκλησία παίζει το ρόλο της. Ο Λαός αγράμματος παρασύρεται και πάει κόντρα στο συμφέρον του. .. Ο προδότης εξ αιτίας ακριβώς του καιροσκοπισμού του φονεύεται στο τέλος και αυτός από το Στρατό. Η Ελπίδα όμως παραμένει για το Μέλλον! Είναι ο μόνος διασωθείς επαναστάτης. Ο πιο νέος από όλους, ο Αλλονζαφάν! ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ !(Έννιο Μορικόνε). http://www.youtube.com/watch?v=BzWQUlFptCU τα τελευταία 10 λεπτά

Ηθοποιός
Ρόλος

Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι

Φούλβιο Ιμπριάνι

Λέα Μασάρι

Σαρλότε

Μίμσι Φάρμερ

Φραντσέσκα

Λάουρα Μπέτι

Έστερ

Στάνκο Μόλναρ

Αλονζανφάν

https://www.facebook.com/bestamatis/posts/691195900931828

H «Συνοικία το όνειρο» και ο εφιάλτης του μετεμφυλιακού κράτους

ΔΑΝΗΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

πηγή:  ΔΑΝΗΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΡΧΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ • 10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017danispapav@imerodromos.gr

Αύγουστος 1961. Το μετεμφυλιακό καθεστώς βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση σοκ, μετά το εκπληκτικό ποσοστό της ΕΔΑ (24%) στις εκλογές του 1958. Η κυβέρνηση της ΕΡΕ, υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ακολουθεί μια πολιτική δύο όψεων. Απ’ τη μια, συνεχίζει τις (πάσης φύσεως) διώξεις των αριστερών, και απ΄την άλλη, προσπαθεί να δημιουργήσει μια εικόνα επίπλαστης ανάπτυξης, κυρίως μέσω της προώθησης του «καταναλωτισμού».

Το μέγεθος του πανικού, που διακατείχε την άρχουσα τάξη, εξαιτίας της μεγάλης ανόδου της Αριστεράς, λίγα χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου, εκδηλώνεται, λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του ΄61, στις εκλογές «Βίας και Νοθείας».

Εξάλλου, ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, δήλωσε αργότερα (με προφανή σκοπό να αποφύγει τις ευθύνες του): «Μετά τις εκλογές του 1958, που έφεραν την ΕΔΑ δεύτερο κόμμα, είχε δημιουργηθεί μια εύλογη ανησυχία στα Ανάκτορα και σε ορισμένους στρατιωτικούς κύκλους. Και είχε γίνει η σκέψις, εν όψει νέων εκλογών, να ασκηθή ψυχολογική πίεσις επί των κομμουνιστών για να συμπτυχθή η δύναμίς των. Τα ανόητα αυτά σχέδια τα κατήρτιζαν μυστικές υπηρεσίες εν αγνοία της κυβερνήσεώς μου”.

Θεωρήσαμε σκόπιμο να περιγράψουμε σε αδρές γραμμές το πολιτικό περιβάλλον, τον Αύγουστο του 1961, για να έχει ο αναγνώστης υπόψιν του το φόντο της ιστορίας που θα πούμε παρακάτω. Της περιπέτειας της ταινίας «Συνοικία το όνειρο», μιας από τις σημαντικότερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.

Συντελεστές λοιπόν της ταινίας ήταν:

Σκηνοθέτης: Αλέκος Αλεξανδράκης

Σεναριογράφοι: Τάσος Λειβαδίτης και Κώστας Κοτζιάς

Υπεύθυνος φωτογραφίας: Δήμος Σακελλαρίου

Σκηνικά: Τάσος Ζωγράφος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρωταγωνιστές: Αλέκος Αλεξανδράκης, Μάνος Κατράκης, Αλίκη Γεωργούλη, Αλέκα Παΐζη, Σαπφώ Νοταρά, Αλέκος Πέτσος.

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης, γνωστός ήδη πρωταγωνιστής του θεάτρου και του κινηματογράφου, αποφασίζει με τη σύντροφο του, Αλίκη Γεωργούλη, επίσης γνωστή ηθοποιό, να κάνει μια ταινία, που θα έσπαζε την ειδυλλιακή εικόνα της «χαρούμενης» και «ευημερούσας» Ελλάδας και θα αναφερόταν στην άλλη όψη της πραγματικότητας, της πραγματικότητας που ζούσαν χιλιάδες άνθρωποι στις παραγκουπόλεις της Αθήνας, αλλά και στην υπόλοιπη χώρα.

Το σενάριο της ταινίας,  που έγραψαν ο γνωστός ποιητής Τάσος Λειβαδίτης και ο επίσης γνωστός συγγραφέας,  Κώστας Κοτζιάς, όπως και η σκηνοθετική σύλληψη  του Αλεξανδράκη, είχαν σαφέστατες επιρροές από το ρεύμα του «ιταλικού νεορεαλισμού», που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο.

Δυο λόγια για την υπόθεση της ταινίας:

Σε μια γειτονιά της Αθήνας, κάτω από τον λόφο του Φιλοπάππου, κοντά στα Άνω Πετράλωνα (λατομείο παλιότερα), γνωστή με την ονομασία Ασύρματος, παρακολουθούμε τον αγώνα των ανθρώπων, κάτω από άθλιες συνθήκες, να επιβιώσουν, να ξεφύγουν από τη μιζέρια.

Το θέμα της ταινίας, αλλά και οι συντελεστές της, όλοι «μπλεγμένοι» με την Αριστερά, προκαλούν την αντίδραση του καθεστώτος, που εκδηλώνεται με πολλές μορφές.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, εμφανίζονται παρακρατικοί, τραμπούκοι, που προσπαθούν να διακόψουν τα γυρίσματα, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι.

Μετά την «Οδύσσεια» των γυρισμάτων, η ταινία περνάει από τα «σαράντα κύματα» της λογοκρισίας. Κατά σειρά:

Περνάει από την επιτροπή προληπτικής λογοκρισίας, στη συνέχεια περνάει από την ειδική επιτροπή για τη χορήγηση άδειας «γυρίσματος», κατόπιν περνάει (για δεύτερη φορά) από την επιτροπή ελέγχου του υπουργείου, για να πάρει άδεια προβολής, και τέλος περνάει και από την επιτροπή ελέγχου κινηματογραφικών ταινιών του υπουργείου για να πάρει άδεια προβολής στο Φεστιβάλ της Βενετίας!

Εννοείται ότι σε κάθε βήμα, σε κάθε επιτροπή, έπεφτε και το ανάλογο «πετσόκομμα» της ταινίας, σε τέτοιο βαθμό, που ο Αλεξανδράκης δήλωσε: «Από τη στιγμή που κόπηκε, δεν με αφορά»

Ωστόσο, οι περιπέτειες της ταινίας, δεν τέλειωσαν εκεί.

Σκηνή από την ταινία «Συνοικία το όνειρο» όπου ακούγεται ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης να τραγουδάει συγκλονιστικά το τραγούδι «Βρέχει στη φτωχογειτονιά», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους του Τάσου Λειβαδίτη. 

Μετά τον σφαγιασμό από τη λογοκρισία, η ταινία πήρε την άδεια προβολής και η πρώτη προβολή ορίστηκε για τις 3 Αυγούστου, στον κινηματογράφο «Ράδιο Σίτυ».

Εκείνη την ημέρα, στις 11 το πρωί, το «Ράδιο Σίτυ» ήταν κατάμεστο, από εκπροσώπους του καλλιτεχνικού κόσμου, εκπροσώπους ξένων πρεσβειών, δημοσιογράφους. Όμως, λίγα λεπτά μετά την έναρξη, η προβολή διακόπτεται και η αίθουσα βυθίζεται στο σκοτάδι…

Ιδού, πως παρουσιάζει τα γεγονότα, η (υπεράνω πάσης υποψίας) «Καθημερινή», της 4ης Αυγούστου 1961:

«Είχε ήδη αρχίσει η δοκιμαστική προβολή της εις τω «Ράδιο-Σίτυ» ενώπιον κριτικών τού κινηματογράφου, ξένων μορφωτικών ακολούθων, αντιπροσώπων τού Τύπου και γνωστών ηθοποιών, όταν κατέφθασαν αστυνομικά όργανα τού ΙΣΤ΄ τμήματος και εκτελούντα διαταγάς απηγόρευσαν τήν προβολήν της ταινίας. Οι παριστάμενοι διεμαρτυρήθησαν ζωηρώς. Ο ζωηρότερον διαμαρτυρηθείς ηθοποιός κ. Αλέκος Λειβαδίτης συνελήφθη και ωδηγήθη εις τό τμήμα αφεθείς ακολούθως ελεύθερος. Τελικώς οι αστυνομικοί εξέβαλον εκ τής αιθούσης τούς προσκληθέντας εις τήν προβολήν. Τό περίεργον είναι ότι η ταινία αυτή, δεν φαίνεται να παρουσιάζη κανένα προκλητικό στοιχείον καμμιάς φύσεως και δεν περιέχει ούτε άσεμνες σκηνές, ούτε προπαγανδιστικές, και πολλοί που τήν έχουν δη, έχουν πιστοποιήσει ότι πρόκειται απλώς περί ταινίας «ιταλικού τύπου», με ήρωας αλήτας που ζουν σε φτωχογειτονιά. Αλλά οι αλήται αυτοί, γεμάτοι ανθρώπινα αισθήματα, σώζουν τήν ζωήν τής γρηάς που ξεκινούν για να ληστέψουν και μετανοούν για όλες τις κακές τους πράξεις και ακόμη και για τις κακές τους προθέσεις».

Πιο αναλυτική περιγραφή των γεγονότων κάνει μια άλλη εφημερίδα, η «Ελευθερία», την επομένη της επεισοδιακής προβολής:

Η ταινία προβλήθηκε στη συνέχεια, στην κουτσουρεμένη κόπια, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε τα βραβεία καλύτερης φωτογραφίας για τον Δήμο Σακελαρίου και δεύτερου ανδρικού ρόλου για τον Μάνο Κατράκη.

Επίσης, η Ένωση Ελλήνων Κριτικών έδωσε τα βραβεία πρώτου ανδρικού ρόλου στον Αλέκο Αλεξανδράκη και μουσικής στο Μίκη Θεοδωράκη.

Προβλήθηκε ακόμη στη Σοβιετική Ένωση (όπου πήρε το βραβείο του Διεθνούς Φεστιβάλ Μόσχας), στην Ουγγαρία, τη Βουλγαρία, με μεγάλη επιτυχία.

Στην Ελλάδα η ταινία προβλήθηκε μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα, αφού η προβολή της στην υπόλοιπη χώρα απαγορεύθηκε… 

Θεόδωρος Αγγελόπουλος

Νατάσα Κεφαλληνού | 29/01/2015

Το 1998, όταν ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος βραβευόταν με το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών για την ταινία «Μια αιωνιότητα και μια ημέρα», ο δημοσιογράφος Νάσος Αθανασίου καλούσε στην Εκπομπή του Μέγκα τον επιστήθιο φίλο του, Βασίλη Ραφαηλίδη και τη Μαλβίνα Κάραλη για να μιλήσουν για το μεγάλο δημιουργό.

«Είστε εθνικά υπερήφανοι για αυτήν την επιτυχία;» ρωτούσε ο δημοσιογράφος, «είναι Έλληνας ο Αγγελόπουλος;» συμπλήρωνε. Το ερώτημα προκάλεσε την αντίδραση του Ραφαηλίδη, ο οποίος έκανε λόγο για απύθμενη υποκρισία: «Παρουσιάζονται εθνικά υπερήφανοι ακόμη και αυτοί που δεν είχαν καμία επαφή με το έργο του Αγγελόπουλου ή τον κυνηγούσαν ή τον δίωκαν. Όλοι ξαφνικά είναι εθνικά υπερήφανοι. Ακόμη και ο Έβερτ, ο οποίος χαρακτήρισε αντεθνική την ταινία του, Κυνηγοί, προκαλώντας προσκόμματα στην παραγωγή και την κυκλοφορία της, έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα. Επιπλέον και ο Στεφανόπουλος που είναι άμοιρος παντελώς του σινεμά, και της τέχνης εν γένει, υπερήφανος και αυτός!».

Αντεθνικό το έργο του Αγγελόπουλου!!! Η ατάκα αυτή με έσπρωξε να ψάξω ποια ήταν η υποδοχή του έργου του κατά τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του. Ανακαλύπτοντας μια εποχή που οι ταινίες του δεν ήταν «εθνικό εξαγώγιμο προϊόν», που δεν υπερείχε η εθνική υπερηφάνεια για τις βραβεύσεις του, αντίθετα οι ταινίες του δεν έπαιρναν έγκριση για να εκπροσωπήσουν τη χώρα σε διεθνή φεστιβάλ. Τότε που δεν φώναζαν όλοι απενοχοποιημένα ζε σουι Αγγελόπουλος, καρφιτσώνοντας μια φωτογραφία, ένα κείμενο, ένα απόσπασμα ταινίας στο χρονολόγιό τους, που το έργο του και ο ίδιος θεωρούταν κόκκινο πανί για τη συντηρητική παράταξη, γεμίζοντας ωστόσο ασφυκτικά τις κινηματογραφικές αίθουσες.

Δημιουργώντας μέσα στα στενά πλαίσια της «ελαφράς λογοκρισίας»

Ο Αγγελόπουλος ξεκίνησε το δημιουργικό του ταξίδι στα χρόνια της δικτατορίας. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, η Αναπαράσταση, προκάλεσε «θύελλα χειροκροτημάτων και θεωρήθηκε φαβορί για τα βραβεία» στο 11ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη (1970). Όπως πληροφορούμαστε από το ψηφιακό αρχείο του φεστιβάλ: «Την γνώμη αυτή δεν συμμερίστηκε ο γάλλος εμπορικός σκηνοθέτης Ανρύ Βερνέιγ, προσκεκλημένος του Φεστιβάλ, ο οποίος δήλωσε σε μια ιδιωτική συζήτηση που διέρρευσε, ότι η ταινία του Αγγελόπουλου αν βραβευθεί, θα κάνει κακό στον ελληνικό κινηματογράφο».

Ο μεγάλος σκηνοθέτης βρέθηκε από πολύ νωρίς αντιμέτωπος με το καθεστώς λογοκρισίας της δικτατορίας. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του πραξικοπηματία Στυλιανού Πατακού επρόκειτο για «ελαφρά λογοκρισία». Στην πραγματικότητα οι λογοκριτές της χούντας φρόντιζαν συχνά πυκνά να πιάσουν το ψαλίδι και να κόψουν κάθε τι που προσέβαλλε, κατά τη γνώμη τους, τα χρηστά ήθη των Ελλήνων. Κατατοπιστικό είναι το ντοκιμαντέρμεγάλου μήκους, Στοργή στο λαό, σε σκηνοθεσία Βασίλη Δούβλη. Ενδεικτική είναι η λίστα των απαγορευμένων ή λογοκριμένων ταινιών: Πρόσωπο με Πρόσωπο του Ρ. Μανθούλη, Ευδοκία του Α. Δαμιανού, Στεφανία του Γ. Δαλιανίδη, Θωρηκτό Ποτέμκιν. Μέχρι και σκηνή από Το κανόνι και τ’ αηδόνι των αδελφών Καμπανέλλη κόπηκε, γιατί θεωρήθηκε προσβλητική για τους Γερμανούς αξιωματικούς της Κατοχής, ενώ Ο τρελός Πιερό, του Ζαν Λικ Γκοντάρ, θεωρήθηκε «κορύφωμα ασυναρτησίας πέραν των ακαταλλήλων σκηνών που περιέχει».

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο Θ. Αγγελόπουλος αποφάσισε να γυρίσει τις Μέρες του ’36.  Η επιλογή του ήταν τολμηρή, καθώς η ταινία μιλούσε για την πρόγευση της δικτατορίας του Μεταξά. Οι συνειρμοί και οι παραλληλισμοί με το σύγχρονο του ανελεύθερο καθεστώς ήταν πρόδηλοι. «Δεν μπορούσα να μιλήσω ανοιχτά. Αν είχα εκφραστεί ελεύθερα, θα μου είχαν σίγουρα επιβάλει λογοκρισία Έπρεπε να εφεύρω έναν άλλο τρόπο» αναφέρει σε συνέντευξη του. «Καθετί σημαντικό σ’ αυτήν την ταινία, προσπάθησα να το βάλω πίσω από κλειστές πόρτες, ή να λέγεται στο τηλέφωνο, ή να μη λέγεται καθόλου, ή να ψιθυρίζεται. Η δικτατορία είναι καταγραμμένη στη δομή της ίδιας της ταινίας. Έτσι τη γύρισα με τέτοιο τρόπο, ώστε ο θεατής να καταλάβει πως ήταν θέμα λογοκρισίας». Παρά τα τεχνάσματά του, κάποιοι αντιλήφθηκαν το στόχο του και κλήθηκε από τον προπαγανδιστή της χούντας, Γεώργιο Γεωργαλά, ο οποίος του δήλωσε: «Κοιτάξτε κύριε Αγγελόπουλε είμαστε πάρα πολύ δυνατοί. Δεν φοβόμαστε τίποτα, κάντε ότι θέλετε».

ft0097

Η ταινία τελικά προβλήθηκε στο 13ο φεστιβάλ Κινηματογράφου (1972). Μάλιστα, πριν την έναρξη  της, πραγματοποιήθηκαν επεισόδια εξαιτίας της έλλειψης εισιτηρίων, που έληξαν μόνο μετά την παρέμβαση του σκηνοθέτη. Οι Μέρες του ’36 χειροκροτήθηκαν θερμά και θεωρήθηκαν φαβορί για το πρώτο βραβείο, αλλά τελικά απέσπασαν μόνο τα βραβεία σκηνοθεσίας και φωτογραφίας. Το 13ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου θεωρείται σταθμός για τον ελληνικό κινηματογράφο. Νέοι δημιουργοί (Βούλγαρης, Αγγελόπουλος, Τάσιος), εκτοπίζουν τους εκπροσώπους του αποθνήσκοντος «εμπορικού» ελληνικού κινηματογράφου. Η βασιλεία του Τζαίημς Πάρις και των αντίστοιχων πομπωδών παραγωγών, που είχαν την αμέριστη βοήθεια των αρχών της επταετίας, τελειώνει άδοξα: το κοινό γιουχάρει την ταινία του, ενώ ο Πάρις με τους συνεργάτες του φυγαδεύονται από τα παρασκήνια.

Η κινηματογραφική εκδίκηση των ηττημένων

Η δεύτερη ταινία της τριλογίας του Αγγελόπουλου, Θίασος, συνέχιζε να μιλά για ακανθώδη ζητήματα, για μια μνήμη που έχει αυτολογοκριθεί μετά την ήττα της Αριστεράς στον εμφύλιο. Η ταινία ακολουθεί τις περιπέτειες ενός περιοδεύοντος θιάσου στην Ελλάδα από το 1939 μέχρι το 1952, καταγράφοντας όλη την πολιτική ιστορία της Ελλάδας: τελευταίες μέρες της δικτατορίας του Μεταξά, έναρξη του πολέμου, ιταλική εισβολή, γερμανική κατοχή, Απελευθέρωση, άφιξη των συμμάχων (Άγγλων αρχικά και Αμερικανών στη συνέχεια), διώξεις των κομμουνιστών αγωνιστών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και εμφύλιος πόλεμος, ήττα της Αριστεράς, μέχρι τις εκλογές του 1952, όπου κυριαρχούν οι δυνάμεις της Δεξιάς.

maxresdefault

Ο Θίασος γυρίστηκε σχεδόν ολόκληρος κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (τα γυρίσματα άρχισαν στις 2 Φεβρουαρίου του 1974, σταμάτησαν για το καλοκαίρι, ακολούθησε η πτώση της δικτατορίας και ολοκληρώθηκαν τον Νοέμβριο). Για να «ξεγελάσει» την επιτροπή λογοκρισίας, ο σκηνοθέτης είχε καταθέσει ένα σενάριο που δεν είχε καμία σχέση με όσα διαπραγματεύονταν η ταινία. Ούτε οι ηθοποιοί δεν είχαν το ενιαίο σενάριο στα χέρια τους. «Ο παραγωγός μου είπε: Κοίτα εγώ δεν σε ξέρω, απλώς θα σου φέρω τα χρήματα. Κάναμε μια ταινία στην οποία ο μόνος που ήξερε για πιο πράγμα μιλάμε ήμουν εγώ» έλεγε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος σε συνέντευξη του. Γνωρίζοντας την αποκοτιά τους, ο σκηνοθέτης κι ο παραγωγός του δεν είχαν αμφιβολία πως, αν η χούντα δεν είχε πέσει, ίσως να μην τελείωνε η επεξεργασία της ταινίας, κι ήταν σίγουροι πως δεν θα προβαλλόταν ποτέ στην Ελλάδα.

Ωστόσο τελικά τα τανκς έφυγαν, αλλά η διάδοχη κυβέρνηση Καραμανλή δεν χαρίστηκε στον Αγγελόπουλο.  Η ταινία δεν πήρε την επίσημη κρατική έγκριση για την εκπροσώπηση της Ελλάδας στο Φεστιβάλ των Καννών το 1975 γιατί «προσέβαλλε τον στρατάρχη Παπάγο». Έτσι αρκέστηκε στο Βραβείο Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Fipresci). Παρά το μποϊκοτάζ της κυβέρνησης Καραμανλή, η ταινία προβλήθηκε σε δεκάδες χώρες του εξωτερικού, αποσπώντας εγκωμιαστικά σχόλια και βραβεία. Παράλληλα αποτέλεσε την κορωνίδα του 16ου  Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (1975), ενός άκρως πολιτικοποιημένου φεστιβάλ. Στο Φεστιβάλ, πριν την προβολή του Θιάσου, μπροστά στα ταμεία του Κρατικού παρουσιάσθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός θεατών σε όλη την ιστορία του Φεστιβάλ. Πολλοί ήταν αυτοί που ξενύχτησαν μπροστά στις σκάλες το βράδυ της Παρασκευής, ενώ όσοι δεν κατάφεραν να βρουν εισιτήριο σκαρφίστηκαν ό,τι τους περνούσε από το μυαλό για να μπουν στη «ζούλα». Η αίθουσα ήταν τελικά ασφυκτικά γεμάτη με πολυάριθμους όρθιους θεατές που είδαν υπομονετικά επί ένα 4ωρο την ταινία για να αποθεώσουν στο τέλος τον Αγγελόπουλο.

travelling-players

Ο Θίασος αποτελούσε ανοιχτή πρόκληση για τους νικητές του εμφυλίου που κυβερνούσαν. Ο ίδιος ο Αγγελόπουλος έκανε λόγο για ενορχηστρωμένο σχέδιο της κυβέρνησης Καραμανλή εναντίον του Θιάσου, αρχής γενομένης με την επίσημη απαγόρευση να εκπροσωπήσει η ταινία την Ελλάδα στο εξωτερικό. Ακόμη και η ΥΕΝΕΔ αποσιώπησε την αναγγελία βράβευσης του από το 16ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε η απαγόρευση της μουσικής της ταινίας που επρόκειτο να κυκλοφορήσει σε δίσκο, γιατί περιλάμβανε αντάρτικα και κείμενα της ταινίας με πολιτικό περιεχόμενο.

Οι επιθέσεις στο πρόσωπο του κλιμακώθηκαν από μερίδα του τύπου της Δεξιάς. Ενδεικτικό είναι ότι οι εφημερίδες Ελεύθερος Κόσμος και Βραδινή, δημοσίευσαν ανυπόγραφο κείμενο που υποστήριζε ότι οι Μέρες του ’36 είχαν αγοραστεί από τον στρατό και προβλήθηκαν σε μονάδες της αεροπορίας με σχόλια από αξιωματικό: «σε αυτά τα χάλια ήταν η πολιτική πάντα για αυτό και επιβαλλόταν η επανάσταση της 21ης Απριλίου». Ο ίδιος διέψευσε κατηγορηματικά ότι η ταινία πωλήθηκε στον στρατό και έκανε λόγο για δημοσιεύματα πολιτικής σκοπιμότητας με στόχο να χτυπηθεί η ταινία του, η οποία προκαλεί αντιδράσεις επειδή «δεν ερμηνεύει τον εμφύλιο με τον τρόπο της νικήτριας πλευράς». Μάλιστα κατέθεσε μήνυση εναντίον των δύο εφημερίδων για συκοφαντική δυσφήμιση. (Ριζοσπάστης 1/10/1975). Ριζοσπάστης

Γιατί προκάλεσε όμως τέτοια λυσσαλέα αντίδραση ο Θίασος; Μετά την ήττα της Αριστεράς στον εμφύλιο, το αυταρχικό καθεστώς που επιβλήθηκε από τους νικητές (1950-1974) είχε ως βασικό στόχο την «αποεαμοποίηση» του ελληνικού πληθυσμού, το ξερίζωμα δηλαδή της εμπειρίας της κατοχής, της αντίστασης, του εμφυλίου. Οι συστηματικές διώξεις των κομμουνιστών αλλά και η μεθοδική εθνικιστική προπαγάνδα δεν άφηναν άλλα περιθώρια πέρα από την (αυτό-) λογοκρισία της μνήμης. Αυτή η διαδικασία εγγράφηκε και στον ελληνικό κινηματογράφο «ο οποίος από το 1945 και μετά αναζήτησε στην πρόσφατη ιστορία την θεματολογία του αλλά όσον αφορά τον Εμφύλιο η σιωπή ήταν εκκωφαντική. Η μνήμη του Εμφυλίου και η επίδρασή της στο συλλογικό υποσυνείδητο θα λάβει σε μεγάλο βαθμό τη μορφή ενός τραύματος που θα εξοριστεί ως το 1974». Το απόστημα αυτό θα σπάσει πρώτος ο Αγγελόπουλος με το Θίασο, ο οποίος θα διαπραγματευτεί αυτήν την επώδυνη μνήμη και μάλιστα από τη σκοπιά των ηττημένων, ερχόμενος σε πλήρη αντίθεση με την αφήγηση των νικητών. Έτσι θα ανοίξει τον κύκλο  της «κινηματογραφικής εκδίκησης των ηττημένων», στην οποία βασικοί στόχοι  των νέων ταινιών  είναι «η αποκατάσταση της ιστορίας από το φακό, η απελευθέρωση της καταπιεσμένης μνήμης. Οι ίδιες ταινίες αναλαμβάνουν να αντιστρέψουν την παγιωμένη αντίληψη για την ιστορία και να την κοινοποιήσουν στις νέες γενιές θεατών». (Λάμπρος Φλιτούρης, 2008) Τα παιδιά του Εμφυλίου, και ο Αγγελόπουλος είναι ένα από αυτά (τον Δεκέμβρη του 1944, εννιά χρονών τότε, έψαχνε μαζί με την μητέρα του στην Αθήνα το σώμα του νεκρού πατέρα του), θα θελήσουν να αποκαταστήσουν τους γονείς του. Αυτήν ακριβώς τη δυναμική φαίνεται να διέβλεπαν οι πρώτες μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις για αυτό χτύπησαν τον Θίασο.

maxresdefault (1)

Μεταπολίτευση: ο κινηματογράφος αρνείται να κάνει δήλωση μετανοίας

Το 1977, ο Αγγελόπουλος έβγαλε στις αίθουσες τους Κυνηγούς. Η ταινία ήταν το τρίτο μέρος της τριλογίας του. Σε αυτήν, μια ομάδα κυνηγών, όλοι εκπρόσωποι της αστικής τάξης, πολιτικής και οικονομικής, βρίσκει το πτώμα ενός αντάρτη του Εμφυλίου. Είναι πρωτοχρονιά του 1977 και ένα μεγάλο δικαστήριο της Ιστορίας στήνεται, αποδίδοντας ευθύνες στους υπαίτιους. Πρόκειται για την ταινία που ο Έβερτ αποκάλεσε αντεθνική και διάφορες εφημερίδες (Μακεδονία και Θεσσαλονίκη) αρνήθηκαν να βάλλουν ακόμα και διαφήμισή της (Ριζοσπάστης 13/10/1977).

ft0195

Είναι η χρονιά που ο διεθνούς φήμης πλέον Αγγελόπουλος θα μπει για έναν ακόμη λόγο στη… μύτη της κυβέρνησης, καθώς μαζί με την πλειοψηφία των κινηματογραφιστών θα έρθει σε σύγκρουση με το υπουργείο Βιομηχανίας για την αυθαίρετη τροποποίηση του κανονισμού του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που είχε συνταχθεί το 1975 με τη συμμετοχή των κινηματογραφικών σωματείων. Στις 20 Ιουλίου 1977, δηλαδή δυο μήνες πριν το Φεστιβάλ, δημοσιεύεται στις εφημερίδες η αιφνιδιαστική είδηση ότι το υπουργείο Βιομηχανίας συνέταξε νέο κανονισμό: η ΔΕΘ ορίζει την οργανωτική επιτροπή του Φεστιβάλ, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη γνώμη των σωματείων και τα χρηματικά βραβεία περιορίζονται. Ταυτόχρονα ανακοινώθηκε η σύνθεση του νέου ΔΣ του ΕΚΚ, που δεν περιλάμβανε κανέναν κινηματογραφιστή ή κριτικό κινηματογράφου, πράγμα που όξυνε ακόμα περισσότερο τα πράγματα.

Ο Αγγελόπουλος κάνει σκληρές δηλώσεις: «Η κυβέρνηση οδηγεί τον κινηματογράφο στον αφανισμό. Επειδή ο κινηματογράφος δεν κάνει δήλωση μετανοίας πρέπει να πεθάνει». (Ριζοσπάστης 28/8/1977) Οι κινηματογραφιστές έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με το υπουργείο και διοργανώνουν δικό τους «Αντι-Φεστιβάλ». Έτσι όλο το 18ο Φεστιβάλ (1977) είναι δισυπόστατο, αφού διοργανώθηκαν δυο εκδηλώσεις, μια από τους επίσημους φορείς, που σημείωσε παταγώδη αποτυχία και μια από τα σωματεία, που συγκέντρωσε το σύνολο των αξιόλογων ταινιών, αλλά και τη μαζική συμμετοχή του κοινού. Μάλιστα το Αντι-Φεστιβάλ ξεκίνησε, προβάλλοντας εκτός συναγωνισμού τους Κυνηγούς του Θ. Αγγελόπουλου. Η συμμετοχή του κοινού ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ο σκηνοθέτης αναγκάσθηκε να υποσχεθεί ότι θα κάνει άλλη μια προβολή για να απομακρύνει όσους δεν είχαν καταφέρει να βρουν εισιτήρια.

Θα είναι πάντα κόκκινο πανί

Παρά το γεγονός ότι από τη δεκαετία του ’80 και ύστερα, και ιδιαίτερα μετά το 1998, η κριτική στο πρόσωπο του Αγγελόπουλου απουσιάζει, δεν λείπουν ορισμένες ακραίες επιθέσεις εναντίον του από εθνικιστές, φασίστες και εγχώριους χριστιανο-ταλιμπάν, αποδεικνύοντας ότι για τα αντίστοιχα ακροατήρια το έργο και η στάση του θα είναι πάντα κόκκινο πανί. Θα αναφερθούμε σε τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις:

Πρώτον, το 1990 κατά τα γυρίσματα του Μετέωρου Βήματος του Πελαργού στη Φλώρινα, ο μητροπολίτης της περιοχής Αυγουστίνος Καντιώτης θεωρεί την ταινία αντεθνική και αντιθρησκευτική. Στις «προσβλητικές» σκηνές περιλαμβάνεται η εικόνα ενός ιερέα να μεταβαίνει σε ένα γάμο με ποδήλατο. Ο Καντιώτης αφορίζει τον Αγγελόπουλο και τον πρωταγωνιστή της ταινίας Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι. Μεταξύ άλλων χτυπάει τις καμπάνες και γεμίζει την πόλη με υβριστικά πλακάτ για να μην μπορεί να γυριστεί η ταινία.

Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννη δίπλα στα πλακάτ με τα οποία ο Καντιώτης γέμισε την πόλη της Φλώρινας

Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάννη δίπλα στα πλακάτ με τα οποία ο Καντιώτης γέμισε την πόλη της Φλώρινας

Δεύτερον, χαρακτηριστικό της αντιμετώπισης που είχε από του φασίστες είναι το δημοσίευμα του Στόχου (19/12/11), αναφορικά με την τελευταία του ταινία, σε αυτό αφού τον χλευάζει αναφέροντας ότι «για να δεις ταινία πρέπει να έχεις πάρει άδεια από την δουλειά σου για να σου φτάσει ο χρόνος», υποστηρίζει ότι το θέμα της είναι «το αγαπημένο της θολοκουλτούρας», δηλαδή η διακίνηση μεταναστών, ενώ δεν παραλείπει να αναφέρει ότι ο παραγωγός της ταινίας είναι Τούρκος.

Τρίτο, ο βουλευτής του ΛΑΟΣ, Ηλίας Πολατίδης, κατά τη διάρκεια συλλυπητηρίων για τον χαμό του σκηνοθέτη που απεύθυνε όλος ο πολιτικός κόσμος στη Βουλή, βρήκε την ευκαιρία να αποκηρύξει ιδεολογικά το έργο του  λέγοντας, η οπτική του «δεν ήταν οπτική της Ελλάδας», αλλά οπτική «ενός συγκεκριμένου ακραίου τμήματος της διεθνιστικής και κοσμοπολίτικης αριστεράς, ειδικά μετά το 1990».

Theo-Angelopoulos2

“αντεθνική” προπαγάνδα Θεόδωρος Αγγελόπουλος Θεόδωρος Αγγελόπουολος

Νατάσα Κεφαλληνού

Από πιτσιρίκα ήθελε να «δουλέψει ένα φεγγάρι αλογάκι σε λούνα παρκ» (βλέπεις κάτι είχε πιάσει το αυτί της από το ποίημα της Τζένη Μαστοράκη, Δούρειος Ίππος). Τελικά δεν τα κατάφερε και ασχολήθηκε με πιο πεζά πράγματα όπως η ιστορία και η δημοσιογραφία. Από το 2008 γράφει στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο.

Το μίσος

ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

La haine. Γαλλία, 1995. Σκηνοθεσία-σενάριο: Ματιέ Κασοβίτς. Ηθοποιοί: Βενσάν Κασέλ, Ιμπέρ Κουντέ, Σάιντ Ταγκμάουι, Φρανσουά Λεβεντάλ. 97′

***

«Το μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς με τους Σάιντ Ταγκμάουι, Βενσάν Κασέλ και Ιμπέρ Κουντέ

«Το μίσος» του Ματιέ Κασοβίτς με τους Σάιντ Ταγκμάουι, Βενσάν Κασέλ και Ιμπέρ Κουντέ Το οδοιπορικό στο Παρίσι τριών αγοριών, παιδιών μεταναστών, που αποφασίζουν ν’ αντισταθούν στην αστυνομική βία, σε μια επίκαιρη, συγκλονιστική ταινία γύρω από τον ρατσισμό και τη φτώχεια των μεγαλουπόλεων – σε επανέκδοση.

Συνέχεια ανάγνωσης Το μίσος