Αρχείο ετικέτας Θεσμικό πλαίσιο

Αλέξης Χαρίτσης: Τέλος στο δημαρχοκεντρικό μοντέλο και το μονοπαραταξιακό έλεγχο των επιτροπών

Συνεντευξεις

21 Οκτώβριος, 2018

·Η Αυγή

Τη συνέντευξη πήρε ο Βασίλης Ρόγγας

Συνέχεια ανάγνωσης Αλέξης Χαρίτσης: Τέλος στο δημαρχοκεντρικό μοντέλο και το μονοπαραταξιακό έλεγχο των επιτροπών

Απλή αναλογική, «κυβερνησιμότητα» και άλλες ιστορίες…

Της Δανάης Κολτσίδα*

Κρίνοντας από την πρόσφατη δημόσια συζήτηση με αφορμή τη μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, φαίνεται πως εν αρχή ην η απλή αναλογική. Με δεδομένο ότι

Υπουργείο Εσωτερικών

ως εκλογικό σύστημα -ως μηχανισμός δηλαδή μετατροπής των ψήφων σε έδρες- αναμφίβολα αποτυπώνει γνησιότερα τη βούληση του εκλογικού σώματος επί της αρχής, κανείς δεν τολμάει να αμφισβητήσει ευθέως τη δικαιοπολιτική της βάση. Διότι, τότε θα έπρεπε να αμφισβητήσει τις αρχές της δημοκρατίας και της ισότητας. Γι’ αυτό και η αμφισβήτηση της απλής αναλογικής δεν είναι ποτέ ευθεία, αλλά διατυπώνεται εμμέσως, με την επίκληση της περιβόητης «κυβερνησιμότητας». Με άλλα λόγια, αυτό που λέγεται είναι ότι η απλή αναλογική είναι, θεωρητικά, σωστή, αλλά «δεν δουλεύει».

Πρώτα απ’ όλα, κάποιος θα πρέπει να εξηγήσει τι είναι η «κυβερνησιμότητα». Προφανώς δεν είναι μια ιδιότητα που έχει ή στερείται μία περιφέρεια ή ένας δήμος. Δεν υπάρχουν «κυβερνήσιμοι» δήμοι. Επομένως, κατά την αντίληψη όσων την επικαλούνται, «κυβερνησιμότητα» σημαίνει την εξασφαλισμένη στήριξη της πλειοψηφίας του Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου, ως αποφασίζοντος οργάνου, στην πολιτική του ηγέτη – εν προκειμένω του δημάρχου ή του περιφερειάρχη.

Ωστόσο, είναι αυταπάτη ο ισχυρισμός ότι υπάρχει κάποια «μαγική» νομοθετική ρύθμιση τέτοια, που -χωρίς να παραβιάζει κατάφωρα τη δημοκρατική αρχή, χωρίς δηλαδή να αλλοιώνει τη σύνθεση των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων ή χωρίς να τα καθιστά απλώς διακοσμητικά, στερώντας τους τις ουσιαστικές αποφασιστικές αρμοδιότητες- θα μπορούσε παρ’ όλα αυτά να εξασφαλίζει ότι, βρέξει χιονίσει, θα υπερψηφίζονται οι εισηγήσεις του δημάρχου ή του περιφερειάρχη.

Άλλωστε, ακόμα και υπό την ισχύ των σημερινών, ενισχυμένων, εκλογικών συστημάτων, τόσο σε εθνικό όσο και σε αυτοδιοικητικό επίπεδο, η πρόσφατη ελληνική εμπειρία αποδεικνύει αυτό που έχει κατ’ επανάληψη γραφτεί: ότι στη δημοκρατική διακυβέρνηση καμία θεσμική δικλείδα, παρά μόνο η γενικευμένη κοινωνική ευημερία μπορεί να εξασφαλίσει την κοινωνική ειρήνη και αυτή, με τη σειρά της, να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις της πολιτικής και κυβερνητικής σταθερότητας.

Κατά την τελευταία οκταετία, μονοκομματικές κυβερνήσεις με ευρεία κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν άντεξαν την κοινωνική πίεση. Θηριώδεις αυτοδιοικητικές πλειοψηφίες, σαν κι αυτές που εξασφάλιζε μέχρι σήμερα ο «Καλλικράτης», εξανεμίστηκαν όταν η παράταξη του δημάρχου ή του περιφερειάρχη διασπάστηκε, πολύ συχνά όχι λόγω τοπικών εντάσεων, αλλά ακολουθώντας τις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις.

Άρα, λοιπόν, η «κυβερνησιμότητα» μπορεί να γίνει νοητή μόνο ως η αναγκαία πολιτική συνθήκη που επιτρέπει τη διαμόρφωση συναινέσεων και, κατ’ επέκταση, πλειοψηφιών. Πλειοψηφιών, όμως, που δεν θα είναι πάντα και αναγκαστικά υπέρ της άποψης του δημάρχου ή του περιφερειάρχη. Ως τέτοια λογιζόμενη, η «κυβερνησιμότητα» αποτελεί προφανώς έγκυρο και εύλογο στόχο, αφού αποτελεί τον πυρήνα της εύρυθμης λειτουργίας ενός οργανισμού και φυσικά δεν έρχεται σε αντίθεση -κάθε άλλο- προς την απλή αναλογική.

Υπάρχει βέβαια και η προσπάθεια όσων θα ήθελαν να παραμείνει η απλή αναλογική μόνο στη σφαίρα της θεωρίας, να της «φορτώσουν» τις δικές τους υποκειμενικές αδυναμίες, την αδράνεια και την ανωριμότητα ενός πολιτικού προσωπικού που δεν θέλει να ξεβολευτεί.

Οι μεν, όσοι έχουν συνηθίσει στα φιλόξενα έδρανα της αντιπολίτευσης των δημοτικών και περιφερειακών συμβουλίων, αντιλαμβάνονται ότι με την απλή αναλογική ένα μέρος της ευθύνης, έστω όχι το κύριο, μετατίθεται και σε εκείνους. Ο ρόλος του δημοτικού και του περιφερειακού συμβούλου, ακόμα και της πιο μικρής σε δύναμη παράταξης, αναβαθμίζεται. Δεν θα αρκεί πια να λέει όχι σε ό,τι κι αν προτείνει η διοίκηση. Θα χρειαστεί να τεκμηριώνει τις αρνήσεις του με κάτι περισσότερο από γενικόλογες κεντρικού πολιτικού χαρακτήρα καταγγελίες. Θα χρειαστεί να μπει στη βάσανο της στάθμισης, της διατύπωσης εναλλακτικής πρότασης. Και θα χρειαστεί να ακούει περισσότερο, για κάθε θέμα, την τοπική κοινωνία.

Οι δε, όσοι έχουν συνηθίσει να διοικούν με τη στήριξη μιας στοιχισμένης και -λόγω εκλογικού συστήματος- πειθαρχημένης πλειοψηφίας, αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να κάνουν κάτι περισσότερο από το να ανακοινώνουν τις αποφάσεις τους στο Δημοτικό ή το Περιφερειακό Συμβούλιο πριν αυτές, αυτομάτως, υιοθετηθούν. Θα χρειαστεί να ακούσουν και άλλες απόψεις. Θα χρειαστεί να κοπιάσουν για να πείσουν για την ορθότητα της πρότασής τους, αλλά και να είναι έτοιμοι να συνθέσουν, ακόμα και να προσχωρήσουν στην αντίθετη άποψη.

Κι αυτή την εκατέρωθεν απροθυμία δεν την ομολογεί κανείς ευθέως. Λέει μόνο πως ίσως σε άλλες κοινωνίες αυτά να λειτουργούν, αλλά «η ελληνική κοινωνία δεν είναι ώριμη ακόμα». Μόνο που η ελληνική κοινωνία, περνώντας διά πυρός και σιδήρου εδώ και μια δεκαετία, έχει ωριμάσει κι έχει αλλάξει. Ίσως μάλιστα και να είναι πιο μπροστά, σε πολλά πράγματα, από τους εκπροσώπους της.

 

* Η Δανάη Κολτσίδα είναι δικηγόρος, πολιτική επιστήμονας

Πάνος Σκουρλέτης επίσκεψη στην Βοιωτία

Στις συναντήσεις του με τους αιρετούς της Στερεάς Ελλάδας κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Βοιωτία ανακοίνωσε Νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για τους δήμους
 
skourletis

Τη δημιουργία νέων χρηματοδοτικών εργαλείων για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α’ Βαθμού, προανήγγειλε ο υπουργός Εσωτερικών, Πάνος Σκουρλέτης, στις συναντήσεις του με τους αιρετούς της Στερεάς Ελλάδας κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Βοιωτία.

 

Ταυτόχρονα, συζήτησε με τους εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για τα θέματα που τους απασχολούν και για την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου, η οποία αναμένεται να συγκεκριμενοποιηθεί πριν το τέλος του έτους.

Συνέχεια ανάγνωσης Πάνος Σκουρλέτης επίσκεψη στην Βοιωτία

Αυτοδιοίκηση και Δημοκρατία

Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι ένα σύστημα πολιτικά ουδέτερο, το οποίο μπορεί να συμβιβαστεί με οποιοδήποτε πολίτευμα. Ωστόσο το σύστημα αυτό συμβιβάζεται από την φύση του περισσότερο με το δημοκρατικό πολίτευμα . Τα μη δημοκρατικά πολιτεύματα έτειναν πάντοτε στην συγκέντρωση της κρατικής εξουσίας στα κεντρικά όργανα του κράτους και ήταν επιφυλακτικά απέναντι στην δημοκρατική αρχή της αυτοδιοικήσης.9

Συνέχεια ανάγνωσης Αυτοδιοίκηση και Δημοκρατία

Νομική έννοια αυτοδιοίκησης και η ανάγκη ύπαρξής της


Με τον όρο αυτοδιοίκηση γενικά χαρακτηρίζεται μια κατηγορία μορφών διοικητικής οργάνωσης με κοινό χαρακτηριστικό ένα βαθμό νομικής και πολιτικής αυτοτέλειας απέναντι στην κεντρική κρατική εξουσία 1.

Ο νομικός τρόπος, το εργαλείο για τη διασφάλιση αυτής της αυτοτέλειας είναι η δημιουργία ενός ξεχωριστού από το κράτος, υποκείμενο δικαίου με σημείο αναφοράς έναν συγκεκριμένο χώρο (κατά τόπο αυτοδιοίκηση) ή μια συγκεκριμένη κοινωνική ύλη (καθ’ ύλη αυτοδιοίκηση). Κλασσικά παραδείγματα κατά τόπου αυτοδιοικήσεως είναι η Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄ Βαθμού (Δήμοι) και Β΄ Βαθμού (Περιφέρειες)2 αλλά και το Άγιο Όρος3. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα καθ’ ύλην αυτοδιοικήσεως είναι τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.)4. Βασικό εννοιολογικό στοιχείο της κατά τόπου αυτοδιοίκησης είναι η εδαφική εξουσία, την οποία ασκεί σε όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιοχή της, ενώ οι καθ’ ύλην οργανισμοί δεν έχουν τέτοια εξουσία ακόμα και αν συνδέονται με ορισμένο έδαφος. Στην εξουσία αυτών υπόκεινται μόνο τα μέλη τους και όχι και τα άλλα πρόσωπα που διαμένουν στην περιοχή τους.5

Τέτοια ξεχωριστά υποκείμενα δικαίου μπορεί να ασκούν διοίκηση και να λειτουργούν κατά τους κανόνες του δημοσίου δικαίου (νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου – ΝΠΔΔ), είτε να ανήκουν μεν στο δημόσιο, να αποτελούν ουσιαστικά κοινωνικό λειτούργημα, κυρίως στο πεδίο της παρέχουσας διοίκησης, αλλά να υπάγονται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου (νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημοσίου τομέα – ΝΠΙΔ).6



Η ανάγκη ύπαρξης των εν λόγω υποκειμένων δικαίου έγκειται στο γεγονός ότι πολλές φορές, η ίδια η κρατική εξουσία, στην προσπάθεια της να επιτύχει αποτελεσματική διοίκηση του κοινωνικού συνόλου, διαπιστώνει την αδυναμία της να εξειδικεύσει αποτελεσματικά τη διοικητική της μέριμνα σε ειδικότερους χώρους ή πεδία της έννομης τάξης. Ιδιαίτερα στο σύγχρονο κράτος των πολλών τεχνοκρατικών διαπλοκών, αυξημένων αναγκών της κοινωνίας και της αντίστοιχα σύνθετης δημόσιας παροχής που αξιώνει η κοινωνία από την κρατική εξουσία.7

Στις περιπτώσεις αυτές το πλήθος αλλά και η πολυμορφία των θεμάτων που έχει να αντιμετωπίσει ένα κράτος, το αναγκάζει, να δημιουργήσει έναν ιδιαίτερο φορέα, ένα υποκείμενο εξουσίας, το θεσμό του λεγόμενου «νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου» με δικαίωμα αυτοδιοίκησης, αρμόδιο είτε για ορισμένα καθ’ ύλην είτε για ορισμένα κατά τόπο προσδιορισμένα θέματα.

Κλασσικό παράδειγμα αποτελεί η τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς η ανάθεση σε αυτήν της διοίκησης των «τοπικών υποθέσεων» ανταποκρίνεται στην αδυναμία της κρατικής διοίκησης να γνωρίζει τις ιδιαιτερότητες των τοπικών υποθέσεων. Έτσι λοιπόν η κρατική εξουσία μεταβιβάζει τόσο την διοικητική αρμοδιότητα αλλά και την αντίστοιχη πολιτική ευθύνη στα νομικά πρόσωπα.

Πολλά κοινά στοιχεία υπάρχουν μεταξύ της νομικής έννοιας του κράτους και της νομικής έννοιας των αυτοδιοικούμενων οργανισμών, Μεταξύ αυτών ανήκει η άσκηση δημόσιας εξουσίας, η ύπαρξη οργάνων και κυρίως η χωριστή νομική προσωπικότητα που χάρη σε αυτήν έχουν οι εν λόγω οργανισμοί, όπως και το δημόσιο, δικά τους χωριστά περιουσιακά δικαιώματα και δικές τους έννομες υποχρεώσεις, ικανότητα να συμβάλλονται και δικαίωμα παράστασης ενώπιον των δικαστηρίων. Η νομική προσωπικότητα θεωρείται σήμερα αναγκαία προυπόθεση αυτοδιοίκησης, καθώς γνώμες που είχαν υποστηριχθεί παλαιότερα από την Γερμανική νομική επιστήμη δεν υποστηρίζονται πλέον8, ακόμη και το ισχύον Αγγλοσαξωνικό Δίκαιο (όπως θα δούμε στη συνέχεια) απονέμει νομική προσωπικότητα στους οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η δημόσια εξουσία που ασκείται από τους  οργανισμούς αυτοδιοίκησης παρουσιάζει σε σχέση με το κράτος μία διαφορά. Ότι δεν έχει πρωτογενή χαρακτήρα, αλλά είναι δοτή η παραγωγή. Δεν αποτελεί ίδιο δικαίωμα αλλά ασκείται από τα πρόσωπα αυτά κατά παροχή εκ μέρους της πολιτείας.

1 Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 397.

2 Άρθρο 102 του Συντάγματος της Ελλάδος.

3 Άρθρο 105 παρ. 1 του Συντάγματος της Ελλάδος. : «H χερσόνησος του ‘Αθω, από τη Mεγάλη Bίγλα και πέρα, η οποία αποτελεί την περιοχή του Aγίου Όρους, είναι, σύμφωνα με το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του, αυτοδιοίκητο τμήμα του Eλληνικού Kράτους, του οποίου η κυριαρχία πάνω σ’ αυτό παραμένει άθικτη.»

4 Άρθρο 16 του Συντάγματος της Ελλάδος.

5 Ευρ. Μπεσήλα – Βήκα, Τοπική Αυτοδιοίκηση – Υπό το πρίσμα του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του Προγράμματος Καλλικράτης, σελ. 11.

6 Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, 1991, σελ 14.

7 Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 398.



Τοπική Αυτοδιοίκηση και Δημοκρατία (Αυτοτέλεια – Αυτονομία – Εποπτεία)

Διπλωματική Του Εφραίμ Κυριζίδης του Χρήστου

Αν κάτι χαρακτηρίζει συνολικά την πορεία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης μετά την μεταπολίτευση, αυτό είναι η συνεχής και σταθερή ενίσχυση του θεσμικού, οικονομικού και πολιτικού της ρόλου. Πρόκειται μια εξέλιξη που συνδέεται κυρίως με το ότι σταδιακά επικράτησε, τόσο στον πολιτικό κόσμο όσο και στον ελληνικό λαό, η εδραία πεποίθηση ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση, παρά τις όποιες αδυναμίες και παρεκτροπές της, αποτελεί ένα θεσμό βαθύτατα δημοκρατικό, λόγω της άμεσης λαϊκής της νομιμοποίησης, και ταυτόχρονα ιδιαίτερα αποτελεσματικό, λόγω της εγγύτητάς της με τα προβλήματα των τοπικών κοινωνιών.

Συνέχεια ανάγνωσης Τοπική Αυτοδιοίκηση και Δημοκρατία (Αυτοτέλεια – Αυτονομία – Εποπτεία)

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό