Αρχείο ετικέτας Θανάσης Γιαλκέτσης

Μελαγχολική Αριστερά

Εντσο Τραβέρσο
enzo traverso

Εντσο Τραβέρσο

«Η μελαγχολία, σαν σκιά, ακολουθεί τα βήματα της επανάστασης: ανεπαίσθητη τη στιγμή της ακμής της, μεγαλώνει κατά την υποχώρησή της και την τυλίγει μετά την ήττα της», γράφει ο Ιταλός ιστορικός Εντσο Τραβέρσο στο βιβλίο του «Αριστερή μελαγχολία», που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017). Η ήττα και η αποτυχία των επαναστάσεων γεννούσαν πάντα μια βαθιά μελαγχολία στους ηττημένους.

Στο παρελθόν, ωστόσο, το πένθος δεν κατέπνιγε την ελπίδα. Οι ήττες των επαναστάσεων του 1848, της Παρισινής Κομμούνας, των σπαρτακιστών, θεωρούνταν μόνο χαμένες μάχες που αναγγέλλανε τη μελλοντική νίκη. Συνέχεια ανάγνωσης Μελαγχολική Αριστερά

Ο Γκράμσι και η Ρωσική Επανάσταση

 

Αντόνιο Γκράμσι (1891-1937)

20.05.2017,  Συντάκτης: Θανάσης Γιαλκέτσης

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση και 80 από τον θάνατο του Αντόνιο Γκράμσι (1891-1937). Το γεγονός που άλλαξε την παγκόσμια Ιστορία σφράγισε την πολιτική και διανοητική βιογραφία ενός από τους κορυφαίους μαρξιστές στοχαστές του 20ού αιώνα.Αντόνιο Γκράμσι

Στη στάση του Γκράμσι απέναντι στον ρωσικό Οκτώβρη αναφέρεται το ακόλουθο άρθρο του Ιταλού μελετητή του γκραμσιανού έργου Μάσιμο Μοντονέζι

Οπως μπορούμε να καταλάβουμε διαβάζοντας την ανθολογία κειμένων του για τη Ρωσική Επανάσταση –που επιμελήθηκε ο Γκουίντο Λιγκουόρι-, ο Γκράμσι ταυτίστηκε κριτικά τόσο με το επαναστατικό επεισόδιο όσο και με τη διαδικασία που ακολούθησε.

Και οι δύο «ρωσικές επαναστάσεις» εμφανίζονται συνδεδεμένες υπό την ίδια ιστοριογραφική ονομασία, αλλά μπορούν να διαχωριστούν, όπως μπορεί να διαχωριστεί η ταξική πάλη εναντίον του αστικού και καπιταλιστικού κράτους από την οικοδόμηση ενός κράτους σε μια εναλλακτική κοινωνία.

Με βάση αυτό το κριτήριο διάκρισης, τρεις φάσεις της ζωής του Αντόνιο Γκράμσι φωτίζουν την πολιτική και διανοητική του στάση: το 1917, το 1926 και το 1933-1934. Το 1917, ο νεαρός Γκράμσι ενθουσιάστηκε από την ικανότητα των μπολσεβίκων να επιταχύνουν τον ρυθμό της Ιστορίας, να έρθουν σε ρήξη με τις μηχανιστικές υποθέσεις των σταδίων του ορθόδοξου μαρξισμού, να πραγματοποιήσουν μιαν «Επανάσταση ενάντια στο “Κεφάλαιο”», αναδεικνύοντας τις δυνατότητες της ταξικής πάλης ανεξάρτητα από το στάδιο ωρίμανσης των οικονομικών δομών.

Με μια δόση βολονταρισμού και υποκειμενισμού, ο Γκράμσι εγκωμίαζε τον ξεσηκωμό των μαζών και τον πρωταγωνιστικό ρόλο της επαναστατικής καθοδήγησης, συλλαμβάνοντας και υπογραμμίζοντας την ειδική χημεία του γεγονότος με έναν τόνο ιδεαλισμού.

Με αυτήν την έννοια, έγραφε στις 25 Ιουλίου του 1918: «Η Ρωσική Επανάσταση είναι κυριαρχία της ελευθερίας: η οργάνωση συγχωνεύεται με το αυθόρμητο, όχι χάρη στη βούληση ενός “ήρωα” που επιβάλλεται με τη βία. Είναι μια συνεχής και συστηματική εξύψωση του ανθρώπου, που ακολουθεί μιαν ιεραρχία η οποία δημιουργεί κάθε φορά τα αναγκαία όργανα της νέας κοινωνικής ζωής. (…)

Γιατί ο σοσιαλισμός δεν εγκαθιδρύεται σε μια προσδιορισμένη χρονική στιγμή, αλλά είναι ένα συνεχές γίγνεσθαι, μια ατέρμονη ανάπτυξη σε καθεστώς ελευθερίας, οργανωμένης και ελεγχόμενης από την πλειονότητα των πολιτών ή από το προλεταριάτο».

Με αφετηρία αυτήν την έμπνευση, ο Γκράμσι αφιερώθηκε στο καθήκον να «κάνει όπως στη Ρωσία», στο κίνημα των εργοστασιακών συμβουλίων του Τορίνου τα χρόνια 1918 και 1919, δημιουργώντας και καθοδηγώντας την ομάδα και το περιοδικό Ordine Nuovo, που θα γίνει ένας από τους ιδρυτικούς πυρήνες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας, το οποίο δημιουργήθηκε στο Λιβόρνο το 1921.

Στη συνέχεια, με τον Μουσολίνι και τον φασισμό ήδη στην εξουσία, ο Γκράμσι θα ζήσει στη Ρωσία επί σχεδόν δύο χρόνια ως εκπρόσωπος του Κ.Κ. Ιταλίας στην Κομμουνιστική Διεθνή. Με την επιστροφή του στην Ιταλία, το 1924, θα γίνει γενικός γραμματέας του κόμματος.

Δύο χρόνια μετά, στις 17 Οκτωβρίου του 1926, ο Γκράμσι θα συντάξει -στο όνομα του Κ.Κ. Ιταλίας- ένα σχέδιο επιστολής προς την Κεντρική Επιτροπή του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η επιστολή του Γκράμσι φανερώνει μια βαθιά ενωτική και αντίθετη προς τον σεχταρισμό πεποίθηση, με βάση την οποία ασκεί κριτική στις εσωτερικές αντιπολιτεύσεις του ρωσικού κόμματος –που εκείνη την περίοδο καθοδηγούνται από τον Τρότσκι, τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ-, και ταυτόχρονα μια ανυποχώρητη κριτική διάθεση που απευθύνεται στη σταλινική πλειοψηφία με όρους οι οποίοι θα αποκαλυφθούν θλιβερά προφητικοί:

«Σύντροφοι, εσείς υπήρξατε, σε αυτά τα εννέα χρόνια της παγκόσμιας Ιστορίας, το οργανωτικό και προωθητικό στοιχείο των επαναστατικών δυνάμεων όλων των χωρών. Ο ρόλος που παίξατε δεν έχει προηγούμενο, όμοιο σε εύρος και σε βάθος, σε όλη την Ιστορία του ανθρώπινου γένους.

»Σήμερα όμως εσείς καταστρέφετε το έργο σας, εσείς υποβιβάζετε και διατρέχετε τον κίνδυνο να εκμηδενίσετε τον ηγετικό ρόλο που το Κομμουνιστικό Κόμμα της ΕΣΣΔ είχε κατακτήσει χάρη στην ώθηση του Λένιν.

»Νομίζουμε ότι το βίαιο πάθος των ρωσικών ζητημάτων σάς κάνει να παραβλέπετε τις διεθνείς όψεις αυτών των ίδιων των ρωσικών ζητημάτων, σας κάνει να ξεχνάτε ότι τα καθήκοντά σας ως Ρώσοι αγωνιστές μπορείτε να τα εκπληρώσετε μόνο στο πλαίσιο των συμφερόντων του διεθνούς προλεταριάτου».

Εξαιτίας αυτού του πολεμικού τόνου, καθώς και του γεγονότος ότι λίγο μετά ο Γκράμσι θα συλληφθεί και θα φυλακιστεί, η επιστολή δεν θα συζητηθεί και θα αρχειοθετηθεί από τον Παλμίρο Τολιάτι, σύντροφο του Γκράμσι από την περίοδο του τορινέζικου κινήματος των συμβουλίων και της Ordine Nuovo.

Ο Τολιάτι ανέλαβε την ευθύνη να λογοκρίνει μια πολιτική κριτική που άξιζε να συζητηθεί στους κόλπους του Κ.Κ. Ιταλίας, ενεργώντας έτσι όχι μόνο για λόγους πειθαρχίας, αλλά και για να προστατέψει το κόμμα, στο οποίο ήταν ήδη ο κύριος ηγέτης χάρη στην αφοσίωσή του στην πλειοψηφία του ΚΚΣΕ και στο γεγονός ότι ο Γκράμσι βρισκόταν στη φυλακή.

Ηδη από τη φυλακή, στη διάρκεια της επίπονης συγγραφής των «Τετραδίων» του, που φτάνει στα 1933-1934 ώς τη βασική της επεξεργασία, ο Γκράμσι θα τονίσει τη σημαντική θεωρητική του απόσταση σε σχέση με τον σοβιετικό μαρξισμό, που έχει μετατραπεί σε μαρξιστική-λενινιστική κατήχηση.

Είναι αντικείμενο συζήτησης τόσο το γεγονός ότι ο Γκράμσι, ήδη απομονωμένος πολιτικά και εξαιτίας της διαφωνίας του με τη γραμμή «τάξη εναντίον τάξης» της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ανέπτυσσε θεωρητικά μια εναλλακτική πρόταση πολιτικής γραμμής όσο και το αν η αποστασιοποίησή του από την πορεία της χώρας των σοβιέτ ήταν αμετάκλητη.

Οπως είναι γνωστό, μετά τον θάνατό του, ο Τολιάτι εγκωμίασε τη μορφή του Γκράμσι και δημοσίευσε τα «Τετράδια της φυλακής», αξιοποιώντας τα ως θεωρητική βάση της πρωτοτυπίας του μεταπολεμικού ιταλικού κομμουνισμού, χωρίς να απαρνηθεί ούτε τον λενινισμό ούτε την ΕΣΣΔ.

Ανεξάρτητα από όλα αυτά, σημασία έχει το πώς ο Γκράμσι υπήρξε στρατευμένος κριτικός των ρωσικών επαναστάσεων, τόσο με τον ενθουσιασμό του για τη Ρωσική Επανάσταση ως επεισόδιο όσο και με την κριτική του προσχώρηση στην επανάσταση ως οικοδόμηση του σοσιαλισμού: τίμησε το γεγονός κριτικάροντας τα όρια του μαρξισμού και άσκησε κριτική στο καθεστώς επικαλούμενος το εύρος του μαρξισμού.

Εκτός από τον θεωρητικό του πλούτο, ο γκραμσιανός μαρξισμός φτάνει σε μας έπειτα από έναν αιώνα χάρη σε αυτή τη στάση της στρατευμένης κριτικής, επειδή, όπως έλεγε ο ίδιος ο Γκράμσι, αν η αλήθεια είναι πάντοτε επαναστατική, ο μαρξισμός δεν μπορεί να πάψει να είναι κριτικός.

Δεν υπάρχει επομένως καλύτερος «γκραμσιανός» τρόπος για να τιμήσουμε τη μνήμη της Οκτωβριανής Επανάστασης από το να ασκούμε κριτική στο καθεστώς που την απολίθωσε.

Γιατί επέζησε ο νεοφιλελευθερισμός;

ΙΔΕΕΣ – ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ

 

 

02.04.2017,

Συντάκτης:   Θανάσης Γιαλκέτσης

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, πολλοί έσπευσαν να προαναγγείλουν τον θάνατο του νεοφιλελευθερισμού και την επιστροφή στην κρατική παρέμβαση.

Το κράτος παρενέβη πράγματι, αλλά το έκανε για να διασώσει τον χρηματοπιστωτικό τομέα, μετατρέποντας έτσι την κρίση του ιδιωτικού χρέους σε δημοσιονομική κρίση. 

Και ο νεοφιλελευθερισμός όχι μόνον επέζησε μετά την κρίση που ο ίδιος προκάλεσε, αλλά βγήκε πιο ενισχυμένος και πιο επιθετικός, επιβάλλοντας τις πολιτικές λιτότητας και τις «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» ως τη μοναδική συνταγή εξόδου από την κρίση. Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο;

Στο ερώτημα αυτό επιχειρεί να απαντήσει με το ακόλουθο άρθρο του ο Βρετανός κοινωνιολόγος Κόλιν Κράουτς. Θυμίζουμε ότι για το ίδιο θέμα ο Κράουτς έχει γράψει το βιβλίο «Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού» (Εκκρεμές, 2014)

Η θεωρία του νεοφιλελευθερισμού υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ζωή αναπτύσσει στον μέγιστο βαθμό τις δυνατότητές της όταν κυβερνιέται από τους κανόνες της αγοράς. Αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα ότι το κράτος παίζει έναν πολύ περιορισμένο ρόλο (για παράδειγμα, σχεδόν ολική απουσία κοινωνικών πολιτικών). Σημαίνει επίσης ότι η συντριπτική πλειονότητα των κοινωνικών σχέσεων θα βελτιώνεται αν υιοθετεί μια κάποια μορφή αγοράς.

Προβλήματα όπως αυτό του περιβάλλοντος μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, υπό τον όρο ότι θα μπορούν να μεταφραστούν σε όρους αγοράς. Στην αντίθετη περίπτωση πρέπει να αγνοούνται.

Λίγα πρόσωπα θα ήταν διατεθειμένα να αποδεχθούν αυτή τη θεωρία με όλες τις επιπτώσεις της, κι ωστόσο είναι ακριβώς αυτή η νεοφιλελεύθερη θεωρία που κυβερνάει τις ζωές μας, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά. Αυτή η θεωρία συγκεκριμένα ελέγχει τον ρόλο των κυβερνήσεων, τις κοινωνικές πολιτικές και την αγορά εργασίας. Παρουσιάζεται στο κοινό μόνον μέσα από ορισμένα ελκυστικά συνθήματα, όπως «χαμηλότεροι φόροι» ή «λιγότεροι κανόνες», αλλά πίσω από αυτά τα συνθήματα υπάρχει μια πολύ ευρύτερη ατζέντα.

Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι, μολονότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές κυριαρχούν και κατευθύνουν τις κυβερνήσεις πολλών χωρών, σε καμιά χώρα δεν είναι πλειοψηφική δύναμη ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα.

Οι νεοφιλελεύθεροι βρίσκονται παντού, τόσο μέσα σε κόμματα όπου συνυπάρχουν με δυνάμεις που είναι αντίθετες στον νεοφιλελευθερισμό (όπως οι παραδοσιακοί συντηρητικοί, τα κόμματα θρησκευτικής και εθνικιστικής έμπνευσης), όσο και ως μικρά κόμματα σε συμμαχία με μεγαλύτερα κόμματα. Υπάρχουν παραδείγματα του πρώτου τύπου στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα των Ηνωμένων Πολιτειών, στο Συντηρητικό Κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας και στους Γάλλους γκολικούς. Παραδείγματα του δεύτερου τύπου μπορούμε να συναντήσουμε στη Γερμανία, στην Ιταλία και σε πολλές άλλες χώρες.

Η Ολλανδία είναι ίσως το μοναδικό παράδειγμα όπου το μεγαλύτερο αυτή τη στιγμή κόμμα είναι ένα τυπικά νεοφιλελεύθερο κόμμα, αλλά η Ολλανδία είναι μια χώρα στην οποία δεν υπάρχουν κυρίαρχα κόμματα.

Μια άλλη παράδοξη όψη του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι –περισσότερο στην πράξη παρά στη θεωρία– δεν απολήγει σε μια καθαρή οικονομία της αγοράς που επιφυλάσσει έναν περιορισμένο ρόλο στην κυβέρνηση, αλλά σε μια οικονομία κυριαρχούμενη από γιγάντιες εταιρείες, συχνά με μονοπωλιακή θέση, οι οποίες ασκούν πελώρια επιρροή στις κυβερνήσεις και σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση.

Αυτή η επιρροή έχει δυο κύριες αιτίες:

1) την εξάρτησή μας από τις δραστηριότητές τους, και

2) την πίεση που ασκούν μέσω λόμπι και μέσω άλλων τύπων πολιτικής δραστηριότητας. Από το πρώτο σημείο πηγάζει η εξάρτησή μας από τις τράπεζες που είναι «too big to fail», όπως ανακαλύψαμε στη διάρκεια της κρίσης που προκάλεσαν οι ίδιες οι τράπεζες, τις οποίες όμως εμείς οι πολίτες έπρεπε να τις σώσουμε με δικά μας έξοδα.

Πηγάζει επίσης η εξάρτησή μας από τις εταιρείες που κατέχουν ολιγοπωλιακή θέση στον τομέα της ενέργειας και ιδιαίτερα σε εκείνες του φυσικού αερίου και του πετρελαίου. Σε μια τέλεια αγορά μια τέτοια εξάρτηση θα ήταν αδύνατη, από τη στιγμή που στην αγορά η χρεοκοπία ιδιωτικών επιχειρήσεων και η είσοδος νέων επιχειρήσεων είναι πάντοτε δυνατή, και αυτό θα έπρεπε να εμποδίζει την κατίσχυση μονοπωλίων. Ακόμη και η δραστηριότητα των λόμπι και άλλες πολιτικές δραστηριότητες των εταιρειών σε μια καθαρή αγορά θα ήταν αδύνατες, επειδή σε μια καθαρή αγορά θα έπρεπε να υπάρχουν καλά καθορισμένοι φραγμοί μεταξύ της οικονομικής σφαίρας και της πολιτικής σφαίρας.

Οι νεοφιλελεύθεροι μπορούν βέβαια να υποστηρίζουν ότι στην ιδεώδη κοινωνία τους δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένας οικονομικός ρόλος για την κυβέρνηση και επομένως οι πολιτικές δραστηριότητες από μέρους των επιχειρήσεων δεν θα ήταν αναγκαίες.

Για παράδειγμα, αν δεν υπήρχαν κανονισμοί για τα συστατικά και τις ετικέτες των προϊόντων διατροφής, οι μεγάλες επιχειρήσεις του τομέα δεν θα είχαν λόγο να παρεμβαίνουν στην πολιτική.

Αυτό το επιχείρημα όμως προϋποθέτει ότι όλοι μας έχουμε αποδεχθεί το γεγονός ότι δεν έχουμε διαφορετικές πολιτικές προτιμήσεις από εκείνες που ο ίδιος ο νεοφιλελευθερισμός καθιστά δυνατές.

Αυτό το τελευταίο σημείο μάς οδηγεί στον πυρήνα ενός πολύ σοβαρού ερωτήματος: μπορεί η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία να αποδεχθεί τη δημοκρατία όταν σημαντικοί τομείς του πληθυσμού δεν αποδέχονται το ότι η αγορά (ακόμη και αν κυριαρχείται από μεγάλες επιχειρήσεις) μπορεί να αποκλείει όλες τις άλλες μορφές συλλογικής δράσης;

Σημαντικοί συγγραφείς, όπως ο Τομά Πικετί, ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι του ΟΟΣΑ, έχουν ερευνήσει τις αιτίες της ανισότητας που σήμερα αυξάνεται σχεδόν παντού και έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου: η ανισότητα θα προκαλέσει μια ανεπάρκεια της κατανάλωσης στην πλειονότητα του πληθυσμού. Από αυτό θα προκύψουν πολιτικές συνέπειες.

Είναι ο πλούτος αυτός που αγοράζει την πολιτική επιρροή. Και αυτή η επιρροή μπορεί να ασκηθεί για να αποκτηθούν πολιτικά προνόμια, τα οποία με τη σειρά τους παράγουν και άλλο πλούτο. Γεννιέται ένας φαύλος κύκλος που αναπαράγεται και αυξάνεται όλο και περισσότερο.

Εδώ βρίσκεται εν μέρει η εξήγηση του γιατί αυτή η νεοφιλελεύθερη θεωρία, η οποία από μόνη της δεν είναι και τόσο δημοφιλής, είναι σε θέση να κυριαρχεί στην πολιτική ζωή πολλών ευρωπαϊκών χωρών παρά την καταστροφική της κατάρρευση το 2008.

Παρά την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και τη δυσανεξία που αυτός επιδεικνύει απέναντι στη δημοκρατία, αυτός δεν απειλεί ευθέως τη δημοκρατία, στον βαθμό που η δημοκρατία προσφέρει μιαν ορισμένη σταθερότητα και τη δυνατότητα προσφυγής σε εκλογές στην περίπτωση που η πολιτική κατάσταση θα πρέπει να αλλάξει, πράγματα που στις δικτατορίες δεν είναι εγγυημένα.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Λένιν υποστήριζε ότι μια δημοκρατική πολιτεία είναι «το καλύτερο κέλυφος» για τον καπιταλισμό. Σήμερα θα έπρεπε να πούμε ότι είναι η μεταδημοκρατία εκείνη που προσφέρει το καλύτερο κέλυφος στον καπιταλισμό.