Αρχείο ετικέτας ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ενεργειακή κοινότητα ετοιμάζεται στη Μεσσηνία

Γιώργος Αργυρίου – 29.06.2018

Νέους δρόμους ανοίγει η Ένωση Μεσσηνίας, που δείχνει αποφασισμένη να μείνει πρωτοπόρος στις εξελίξεις. Με δεδομένο ότι πλέον ο νόμος για τις ενεργειακές κοινότητες δίνει τη δυνατότητα να μειωθεί το κόστος καλλιέργειας μέσα από τη μείωση του κόστους ενέργειας, η Ένωση Μεσσηνίας κινείται με ταχύτατους ρυθμούς για την ίδρυση μίας ενεργειακής κοινότητας, στην οποία θα συμμετέχουν δήμοι της Μεσσηνίας, συνεταιρισμοί, αλλά και απλοί παραγωγοί.

Όπως τονίζει ο Γιάννης Πάζιος, αναπληρωτής διευθυντής της Ένωσης Μεσσηνίας: «Έχουμε ξεκινήσει όλες τις ενέργειες που απαιτούνται για τη δημιουργία της ενεργειακής κοινότητας υπό τη μορφή αστικού συνεταιρισμού, που θα έχει σκοπό την προώθηση της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, της καινοτομίας στον ενεργειακό τομέα, την αντιμετώπιση της ενεργειακής ένδειας, αλλά και την προαγωγή της ενεργειακής αειφορίας».

Η πρώτη συζήτηση για τη δημιουργία της κοινότητας με τη συμμετοχή του Δήμου Καλαμάτας έχει ξεκινήσει, αλλά στόχος είναι να ενταχθούν όλοι οι δήμοι μέχρι το τέλος του χρόνου. «Η ολοκλήρωση αυτής της ενέργειας θα περάσει την Ένωση Μεσσηνίας σε μία νέα εποχή, αφού αν βάλουμε τα κομμάτια της συμβουλευτικής έτσι όπως αυτά διαμορφώνονται μέσα από τις υπηρεσίες του gaiasense και προσθέσουμε το σκέλος της ενεργειακής κοινότητας, τότε περνάμε σε έναν νέο ρόλο των συνεταιρισμών, καθώς μπαίνουμε πλέον ουσιαστικά μέσα στην παραγωγή», εξηγεί ο κ. Πάζιος.

Ανακοίνωση για Περιφερειακή Ενεργειακή Κοινότητα Πελοποννήσου

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Πέτρος Τατούλης:«Ανοίγουμε δρόμους για τη χώρα με την Περιφερειακή Ενεργειακή Κοινότητα Πελοποννήσου»

«Ανοίγουμε δρόμους για τη χώρα με τη σύσταση στην Περιφέρεια Πελοποννήσου της πρώτης Περιφερειακής Ενεργειακής Κοινότητας» τόνισε ο Περιφερειάρχης Πελοποννήσου κ. Πέτρος Τατούλης κατά την έγκριση από το Περιφερειακό Συμβούλιο της σύστασής της, την Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018.

«Το καταστατικό της Ενεργειακής Κοινότητας της Πελοποννήσου είναι το πρώτο στη χώρα και θα αποτελέσει το πρότυπο για όλες τις υπόλοιπες που θα συσταθούν μετά» δήλωσε ακόμα ο κ. Τατούλης και ανέφερε ότι η Περιφέρεια Πελοποννήσου δημιουργεί αυτή τη στιγμή την ομπρέλα κάτω από την οποία θα δημιουργηθεί μια σύμπραξη ενεργειακών κοινοτήτων.

Ο κ. Τατούλης σημείωσε ακόμη ότι η περιφερειακή αρχή τολμά και αναλαμβάνει πολιτικά ρίσκα, απολύτως τεκμηριωμένα ωστόσο στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας, τα οποία έχουν σημαντικά θετικά αποτελέσματα στους πολίτες και στο βιοτικό τους επίπεδο.

Η δραστηριότητα της ενεργειακής κοινότητας, σύμφωνα με τον Περιφερειάρχη Πελοποννήσου δεν έρχεται σε καμία περίπτωση σε αντίθεση ή αντιδιαστολή με τις υφιστάμενες παραγωγικές ενεργειακές δραστηριότητες που εδράζονται στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, αντιθέτως συμπληρώνουν και ενδυναμώνουν το φιλο-περιβαλλοντικό προφίλ και την ποιότητα ζωής στην περιοχή, κάνοντας παράλληλα τους κατοίκους συμμέτοχους και κοινωνούς στα έργα που θα εκπονηθούν.

Πρόκειται για μια νέα και ολοκληρωμένη θεσμική παρέμβαση στην κατεύθυνση της προώθησης της κοινωνικής οικονομίας στον ενεργειακό τομέα και την προαγωγή της ενεργειακής αειφορίας και της καινοτομίας, την παραγωγή, αποθήκευση, ιδιοκατανάλωση, διανομή και προμήθεια ενέργειας, τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας στην τελική χρήση σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, καθώς και την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας βάσει των κατευθύνσεων και προτεραιοτήτων του στρατηγικού σχεδιασμού της Περιφέρειας και στο πνεύμα των Ευρωπαϊκών κατευθύνσεων.

Ο κ. Τατούλης σημείωσε τέλος ότι οι Δήμοι, αλλά και κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο μπορεί να συμμετάσχει ή να δημιουργήσει ενεργειακή κοινότητα και αυτό έχει άμεσο αναφορά στη δημοκρατία της ενέργειας.

Με βιασύνη και προχειρότητα η «Ενεργειακή Κοινότητα»

patsar_pel C1

Του Νίκου Πατσαρίνου *

Πριν καλά – καλά ψηφιστεί από την κυβέρνηση ο νέος νόμος 4513/23-1-2018 για τις ενεργειακές κοινότητες, η Περιφέρεια Πελοποννήσου χωρίς να πάρει καμία πρωτοβουλία ανοιχτού και δημόσιου διαλόγου με όλους τους φορείς (ΟΤΑ Α΄ βαθμού κ.ά.) που, από το νόμο, τους δίνεται το δικαίωμα να πλαισιώσουν την νέα καινοτομία στον ενεργειακό τομέα, στην χθεσινή (14/2/2018) συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου επέμενε και αποφάσισε την έγκριση σύστασης Περιφερειακής Ενεργειακής Κοινότητας «Πελοπόννησος Ενεργειακή Κοινότητα Περιορισμένης Ευθύνης».

Είναι θετικό το γεγονός ότι με το νέο νόμο, όπως σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έτσι και στη χώρα μας, στα ζητήματα της ενέργειας μπορούν με συνεταιριστική μορφή να παρέμβουν – διαχειριστούν οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης Β΄ και Α΄ βαθμού (Περιφέρειες και Δήμοι) και όχι μόνοι αυτοί. Σκοπός είναι η προώθηση της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας στην τελική χρήση σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, η δημιουργία δράσεων κοινής ωφελείας τοπικού χαρακτήρα που σχετίζονται με την επάρκεια και τον ανεφοδιασμό πρώτων υλών, καυσίμων και νερού. Ζητήματα που απασχολούν σ’ αυτή την δύσκολη οικονομική κατάσταση όλη την κοινωνία της Πελοποννήσου, τους Δήμους και την Περιφέρεια και σύμφωνα με τη φιλοσοφία του νόμου απαιτούν συνέργεια.

Ο κ. Τατούλης δυστυχώς βιάστηκε και πρόχειρα, ένα τόσο μεγάλο  θέμα το περιορίζει στη συμμετοχή της Περιφέρειας 40%, της δικής του αναπτυξιακής «Πελοπόννησος Α.Ε.» 25%, του Περιφερειακού Ταμείου που ηγείται 25% και μόνο του Δήμου Μεγαλόπολης 10%. Να σημειωθεί ότι ο Δήμος Μεγαλόπολης ακόμα δεν έχει οριστικά αποφανθεί, ενώ συζητείται η συμμετοχή του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Ουσιαστικά ξεκινά αυτή την δράση με την κυρίαρχη επιβολή της Περιφέρειας κατά 90%! και χωρίς να διευκρινίσει τι θα κάνει ο κάθε εταίρος!

Όφειλε τουλάχιστον για την πρωτοβουλία του αυτή να ενημερώσει τους Δήμους και άλλους φορείς της Περιφέρειας που εμπλέκονται έτσι και αλλιώς με ζητήματα της ενέργειας (αιολικά πάρκα, υδάτινα φράγματα, φυσικό αέριο, βιοαέριο κ.ά.) και να περιμένει την γνώμη τους για συμμετοχή ή όχι. Πιστεύουμε ότι ένα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί να «περπατήσει» αν δεν «αγκαλιαστεί» και δεν συμμετέχουν σ’ αυτό οι τοπικές κοινωνίες.

Δυστυχώς η Διοίκηση της Περιφέρειας για άλλη μια φορά στα μεγάλα θέματα, αντί ν’ αποδείξει ότι μπορεί στην περιοχή μας να ηγείται και να συντονίζει δράσεις για το καλό της κοινωνίας με τους κακούς χειρισμούς της προσπαθεί να επιβληθεί εξυπηρετώντας ιδιοτελείς σκοπούς, δημιουργεί εντάσεις με συνοδοιπόρους θεσμούς και «καίει» την ουσία των θεμάτων.

* Ο Νίκος Πατσαρίνος είναι επικεφαλής του Περιφερειακού Συνδυασμού «Πελοπόννησος Πρώτα»

Διαβάστε εδώ τη σχετική απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Πελοποννήσου

Ενεργειακές Κοινότητες: Οι 17 τομείς ενεργειακής και οικονομικής δράσης, που ανοίγει ο νέος νόμος

Περιφέρειες και Δήμοι τα νέα «βασίλεια» της Ενέργειας

Του Αργύρη Δεμερτζή/ ECOPRESS

Ο νόμος που ήδη ψηφίστηκε  στη Βουλή και βρίσκεται στο στάδιο δημοσίευσης του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης σπάζει τα καρτέλ της ενέργειας και  εισάγει την ενεργειακή δημοκρατία. Οι πολίτες, οι τοπικοί φορείς, όπως οι δήμοι και οι περιφέρειες αλλά και μικρές και μεσαίες τοπικές επιχειρήσεις αποκτούν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στην ενεργειακή μετάβαση, μέσω της άμεσης ενεργής εμπλοκής τους σε ενεργειακά εγχειρήματα, με προτεραιότητα στα εγχειρήματα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και εξοικονόμησης, που συνεπάγονται ήπιες περιβαλλοντικές παρεμβάσεις.

Η ατζέντα των Ενεργειακών Κοινοτήτων

Το ecopress παρουσιάζει στην τελική μορφή του, όπως ψηφίστηκε στη Βουλή  (άρθρο 4 του νόμου)  τα αντικείμενα της ενεργειακής και οικονομικής  δραστηριότητας που αναλαμβάνουν οι  Ενεργειακές Κοινότητες.

Αναλυτικά  κάθε Ε.Κοιν. ασκεί υποχρεωτικά τουλάχιστον µία  και βέβαια ανάλογα με τις δυνατότητες της και το φάσμα λειτουργίας της έως και όλες μαζί από τις κατωτέρω δραστηριότητες

  1. Παραγωγή, αποθήκευση, ιδιοκατανάλωση ή πώληση ηλεκτρικής ή θερµικής ή ψυκτικής ενέργειας από σταθµούς Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. ή Υβριδικούς Σταθµούς εγκατεστηµένους εντός της Περιφέρειας που βρίσκεται η έδρα της Ε.Κοιν. ή και εντός όµορης Περιφέρειας για Ε.Κοιν. µε έδρα εντός της Περιφέρειας Αττικής.
  2. Διαχείριση, όπως συλλογή, µεταφορά, επεξεργασία, αποθήκευση ή διάθεση, πρώτης ύλης για την παραγωγή ηλεκτρικής ή θερµικής ή ψυκτικής ενέργειας από βιοµάζα ή βιορευστά ή βιοαέριο ή µέσω ενεργειακής αξιοποίησης του βιοαποικοδοµήσιµου κλάσµατος αστικών αποβλήτων.
  3. Προµήθεια για τα µέλη της ενεργειακών προϊόντων, συσκευών και εγκαταστάσεων, µε στόχο τη µείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και της χρήσης συµβατικών καυσίµων, καθώς και τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας.
  4. Προµήθεια για τα µέλη της ηλεκτροκίνητων οχηµάτων, υβριδικών ή µη, και εν γένει οχηµάτων που χρησιµοποιούν εναλλακτικά καύσιµα.
  5. Διανοµή ηλεκτρικής ενέργειας εντός της Περιφέρειας που βρίσκεται η έδρα της.
  6. Προµήθεια ηλεκτρικής ενέργειας ή φυσικού αερίου προς τελικούς πελάτες, σύµφωνα µε το άρθρο 2 του ν. 4001/2011 (Α΄ 179), εντός της Περιφέρειας που βρίσκεται η έδρα της.
  7. Παραγωγή, διανοµή και προµήθεια θερµικής ή ψυκτικής ενέργειας εντός της Περιφέρειας που βρίσκεται η έδρα της.
  8. Διαχείριση της ζήτησης για τη µείωση της τελικής χρήσης της ηλεκτρικής ενέργειας και εκπροσώπηση παραγωγών και καταναλωτών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
  9. Ανάπτυξη δικτύου, διαχείριση και εκµετάλλευση υποδοµών εναλλακτικών καυσίµων, σύµφωνα µε το ν. 4439/2016 (Α΄ 222) ή διαχείριση µέσων βιώσιµων µεταφορών εντός της Περιφέρειας που βρίσκεται η έδρα της Ε.Κοιν.
  10. Εγκατάσταση και λειτουργία µονάδων αφαλάτωσης νερού µε χρήση Α.Π.Ε. εντός της Περιφέρειας που βρίσκεται η έδρα της Ε.Κοιν.
  11. Παροχή ενεργειακών υπηρεσιών, σύµφωνα µε το άρθρο 10 της Δ6/13280/7.6.2011 (Β΄1228) απόφασης της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιµατικής Αλλαγής.

Επίσης σύμφωνα με το ίδιο άρθρο του νέου νόμου οι Ενεργειακές Κοινότητες μπορούν να προσελκύουν κεφάλαια για επενδύσεις, να αντλούν πόρους από τα Ευρωπαϊκά ή τα εθνικά Ταμεία, αλλά και να αναλαμβάνουν δράσεις για την υποστήριξη ευάλωτων ομάδων πολιτών.

Αναλυτικά κάθε Ενεργειακή Κοινότητα μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε από τις παρακάτω δραστηριότητες:

  1. Προσέλκυση κεφαλαίων για την πραγµατοποίηση επενδύσεων αξιοποίησης των Α.Π.Ε. ή Σ.Η.Θ.Υ.Α. ή παρεµβάσεων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης εντός της Περιφέρειας που βρίσκεται η έδρα της Ε.Κοιν.
  2. Σύνταξη µελετών αξιοποίησης των Α.Π.Ε. ή της Σ.Η.Θ.Υ.Α. ή υλοποίησης παρεµβάσεων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης ή παροχή στα µέλη της τεχνικής υποστήριξης στους ανωτέρω τοµείς.
  3. Διαχείριση ή συµµετοχή σε προγράµµατα χρηµατοδοτούµενα από εθνικούς πόρους ή πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά µε τους σκοπούς της.
  4. Παροχή συµβουλών για τη διαχείριση ή συµµετοχή των µελών της σε προγράµµατα χρηµατοδοτούµενα από εθνικούς πόρους ή πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά µε τους σκοπούς της,
  5. Ενηµέρωση, εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο για θέµατα ενεργειακής αειφορίας.
  6. Δράσεις για την υποστήριξη ευάλωτων καταναλωτών και την αντιµετώπιση της ενεργειακής ένδειας πολιτών που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, εντός της Περιφέρειας στην οποία βρίσκεται η έδρα της Ε.Κοιν., ανεξάρτητα αν είναι µέλη της Ε.Κοιν., όπως παροχή ή συµψηφισµός ενέργειας, ενεργειακή αναβάθµιση κατοικιών ή άλλες δράσεις που µειώνουν την κατανάλωση της ενέργειας στις κατοικίες των πολιτών αυτών.

Οι στόχοι για τις Ενεργειακές Κοινότητες 

Από τους πιο φιλόδοξους στόχους του νέου νόμου  είναι η μείωση των τιμολογίων, η περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ καθώς και η αξιοποίηση  των διαθέσιμων εργαλείων της ενεργειακής αγοράς, όπως, για παράδειγμα, ο συμψηφισμός ενέργειας (netmetering), ο εικονικός συμψηφισμός ενέργειας (virtualnetmetering) και οι Έξυπνοι Μετρητές (SmartMeters).

Με το νέο θεσμικό πλαίσιο οι πολίτες και οι υπόλοιποι τοπικοί φορείς αποκτούν διττό ρόλο ως καταναλωτές και ως παραγωγοί ενέργειας (prosumers). Όπως αναφέρεται σε σχετικό ενημερωτικό σημείωμα του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας  η προϋπόθεση που θέτει ο νόμος για συνέργειες και συνεργασίες, αποβλέπει  στη δημιουργία κοινωνικών συναινέσεων, καθώς και στην ενίσχυση της κοινωνικής αποδοχής των έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας.

« Η συμμετοχή των πολιτών, των τοπικών φορέων όσο και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ενδιαφερομένων που είχαν παραδοσιακά αποκλειστεί από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στη διαδικασία της ενεργειακής μετάβασης σε καθαρές μορφές ενέργειας αποτελεί πολιτική επιλογή». Το στοιχείο της τοπικότητας είναι κεντρικό στο σχεδιασμό των Ενεργειακών Κοινοτήτων . Ενδυναμώνεται ο ρόλος των τοπικών φορέων στον τοπικό ενεργειακό σχεδιασμό με στόχο τα έργα να λαμβάνουν υπόψη τις τοπικές ανάγκες και ιδιαιτερότητες και ακόμη να δημιουργούν χώρο για την έναρξη διαλόγου μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή.

Ο νόμος  επιδιώκει να ενισχύσει τη συνεργασία μεταξύ των πολιτών, των φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης και  μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων στον ενεργειακό τομέα. Στο πλαίσιο αυτό η διασφάλιση της ισότητας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων είναι καίριας σημασίας, ώστε όλοι να έχουν ίσο δικαίωμα στη λήψη αποφάσεων μέσα στην Ενεργειακή Κοινότητα. Για αυτό το λόγο προβλέπεται σε κάθε μέλος να αντιστοιχεί μία ψήφος ανεξαρτήτως του συνεταιριστικού μεριδίου που αυτό κατέχει. Το όφελος που μπορεί να προκύψει μέσω αυτών των συμπράξεων δεν περιορίζεται στο όφελος των συμβαλλόμενων, αλλά επεκτείνεται στην τοπική κοινωνία με τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας.

Οι Ενεργειακές Κοινότητες (Ε.Κοιν.) είναι αστικοί συνεταιρισμοί με αποκλειστικό σκοπό την προώθηση της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και καινοτομίας στον ενεργειακό τομέα, την αντιμετώπιση της ενεργειακής ένδειας και την προαγωγή της ενεργειακής αειφορίας, την παραγωγή, αποθήκευση, ιδιοκατανάλωση, διανομή και προμήθεια ενέργειας, την ενίσχυση της ενεργειακής αυτάρκειας/ασφάλειας σε νησιωτικούς δήμους, καθώς και τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας στην τελική χρήση σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

Βασικές δραστηριότητες των Ε.Κοιν.

Οι Ενεργειακές Κοινότητες δραστηριοποιούνται στους τομείς των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, της Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης, της ορθολογικής χρήσης ενέργειας, της ενεργειακής αποδοτικότητας, των βιώσιμων χερσαίων μεταφορών, της διαχείρισης της ζήτησης και της παραγωγής, διανομής και προμήθειας ενέργειας σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

Ποιοι μπορούν να συμμετάσχουν σε Ε.Κοιν.

Δικαίωμα συμμετοχής στις Ενεργειακές Κοινότητες έχουν φυσικά πρόσωπα με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού της ίδιας περιφερειακής ενότητας εντός της οποίας βρίσκεται η έδρα της Ε.Κοιν. ή επιχειρήσεις αυτών και Ο.Τ.Α. β΄ βαθμού εντός των διοικητικών ορίων των οποίων βρίσκεται η έδρα της Ε.Κοιν.

Κριτήρια εντοπιότητας

Τουλάχιστον το 50% συν ένα των μελών πρέπει να σχετίζονται με τον τόπο στον οποίο βρίσκεται η έδρα της Ε.Κοιν., και συγκεκριμένα τα φυσικά πρόσωπα – μέλη να έχουν πλήρη ή ψιλή κυριότητα ή επικαρπία σε ακίνητο το οποίο βρίσκεται εντός της περιφερειακής ενότητας της έδρας της Ε.Κοιν. ή να είναι δημότες δήμου της περιφερειακής ενότητας αυτής και τα νομικά πρόσωπα μέλη να έχουν την έδρα τους εντός της περιφερειακής ενότητας της έδρας της Ε.Κοιν.

Οι Ε.Κοιν. έχουν μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα

Ο ελάχιστος αριθμός μελών των Ε.Κοιν. είναι:

  • 5 στην περίπτωση που τα μέλη είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου εκτός των Ο.Τ.Α ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή φυσικά πρόσωπα
  • 2 στην περίπτωση Ο.Τ.Α.α΄ βαθμού νησιωτικών περιοχών, με πληθυσμό κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους σύμφωνα με την τελευταία απογραφή
  • 3 στην περίπτωση που τα μέλη είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή φυσικά πρόσωπα, εκ των οποίων τα δύο (2) τουλάχιστον να είναι Ο.Τ.Α.

Όσον αφορά τη διάθεση των κερδών, αυτά δεν διανέμονται στα μέλη, αλλά παραμένουν στην Ε.Κοιν. υπό τη μορφή αποθεματικών και διατίθενται για τους σκοπούς της με απόφαση της γενικής συνέλευσης.

Εξαίρεση οι Ε.Κοιν. κερδοσκοπικού χαρακτήρα

Οι Ε.Κοιν. δύνανται να έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα κατ’ εξαίρεση και μόνο σε περίπτωση που συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:

  • τα μέλη της Ε.Κοιν. είναι τουλάχιστον δεκαπέντε (15)
  • δέκα (10) προκειμένου για Ε.Κοιν. με έδρα σε νησιωτικό δήμο
  • καθώς και εάν το 50% συν ένα εξ αυτών είναι φυσικά πρόσωπα.

Σε αυτή την περίπτωση το υπόλοιπο των καθαρών κερδών μετά την αφαίρεση των αποθεματικών διανέμεται στα μέλη.

Συνεταιριστικές μερίδες

Για όλες τις Ε. Κοιν ισχύει ότι πέραν της υποχρεωτικής συνεταιριστικής μερίδας, κάθε μέλος μπορεί να κατέχει και μία ή περισσότερες προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες, με ανώτατο όριο συμμετοχής του στο συνεταιριστικό κεφάλαιο το 20%. Μόνη εξαίρεση αποτελούν οι Ο.Τ.Α. που μπορούν να συμμετέχουν στο συνεταιριστικό κεφάλαιο με ανώτατο όριο το 40%, καθώς και με ανώτατο όριο συμμετοχής το 50% για τους Ο.Τ.Α. α’ βαθμού νησιωτικών περιοχών με πληθυσμό κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή Όσον αφορά τη μεταβίβαση συνεταιριστικής μερίδας σε μέλος ή σε τρίτο πρόσωπο γίνεται μόνο ύστερα από συναίνεση του διοικητικού συμβουλίου.

Δυνατότητα δημιουργίας Ενώσεων-Ομοσπονδίας

Τουλάχιστον πέντε Ε.Κοιν. με έδρα στην ίδια Περιφέρεια, μπορούν να συστήσουν ένωση ενεργειακών συνεταιρισμών, με σκοπό το συντονισμό και την προώθηση των δραστηριοτήτων τους. Η Γενική Συνέλευση της ένωσης των ενεργειακών συνεταιρισμών απαρτίζεται από τους αντιπροσώπους των Ε.κοιν. που συμμετέχουν στην ένωση.

Οι ενώσεις ενεργειακών συνεταιρισμών όλης της χώρας, δύνανται επιπλέον, να συστήσουν Ομοσπονδία Ενεργειακών Συνεταιρισμών της Ελλάδας, με σκοπό τον συντονισμό και την καλύτερη εκπροσώπηση του ενεργειακού συνεταιριστικού κινήματος της χώρας. Στη γενική συνέλευση της Ομοσπονδίας των Ενεργειακών Συνεταιρισμών της Ελλάδας, προβλέπεται η συμμετοχήόλων των ενώσεων ενεργειακών συνεταιρισμών, με δύο αντιπροσώπους η καθεμία.

Οικονομικά Κίνητρα και Μέτρα Στήριξης των Ε.Κοιν.

  • Δυνατότητα Συμμετοχής σε προγράμματα του Αναπτυξιακού Νόμου
  • Κίνητρα για σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ
  • Ειδικές προϋποθέσεις και όροι προνομιακής συμμετοχής ή εξαίρεσης από τις ανταγωνιστικές διαδικασίες υποβολής προσφορών Μειωμένες Χρεώσεις για σταθμούς ΑΠΕ που συμμετέχουν στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας (Φο.Σ.Ε.Τε.Κ.)
    • Απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής του Ετήσιου τέλους διατήρησης δικαιώματος κατοχής άδειας παραγωγής
    • Μειωμένο ύψος εγγυητικών επιστολών που απαιτούνται κατά την αδειοδότηση
    • Προτεραιότητα κατά την αδειοδότηση
    • Απαλλαγή από το ειδικό τέλος του 1,7%, όταν συμμετέχει ΟΤΑ στην Ε.Κοιν.
  • Κίνητρα για συμμετοχή στην αγορά – προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας
    • Ελάχιστο κεφάλαιο για χορήγηση άδειας προμήθειας: 60.000€
    • Μειωμένα ποσά εγγυητικών επιστολών για εγγραφή στο μητρώο Συμμετεχόντων
  • Επιτρέπεται η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σταθμών και σταθμών μικρών ανεμογεννητριών από Ε.Κοιν. για την κάλυψη ενεργειακών αναγκών των μελών τους με εφαρμογή εικονικού ενεργειακού συμψηφισμού (VirtualNetMetering με μέλη της Ε.Κοιν).
  • Eιδικοί όρους για τις Ε.Κοιν. που λειτουργούν ως Φορείς Εκμετάλλευσης υποδομών Φόρτισης Η/Ο.
  • Ειδικές προβλέψεις για Ε.Κοιν. που θα αδειοδοτούν σταθμούς θερμικής ενέργειας για τηλεθέρμανση.

Σχετικά Άρθρα από το ECOPRESS

Πηγή: Ενεργειακές Κοινότητες: Οι 17 τομείς ενεργειακής και οικονομικής δράσης, που ανοίγει ο νέος νόμος – Περιφέρειες και Δήμοι τα νέα «βασίλεια» της Ενέργειας | ECOPRESS

Χρειάζεται ένα… Κ.ΑΛ.Ο. Σχέδιο Δράσης

 
 

Περισσότερα από 200 μέλη κοινωνικών και αλληλέγγυων εγχειρημάτων, δικτυώσεων, οργάνων λήψης αποφάσεων, αλλά και ακτιβιστές και ερευνητές συναντήθηκαν στο Ευρωκοινοβούλιο στις 9 Νοεμβρίου για να μετάσχουν στο 2ο Ευρωπαϊκό Φόρουμ για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία, που διοργάνωσε η Ομάδα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (GUE/NGL).

«Για την GUE/NGL η Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία είναι μια στρατηγικής σημασίας υπόθεση, γιατί επιτρέπει να οικοδομηθεί μια κοινωνική και οικονομική εναλλακτική λύση στην ακραία φιλελεύθερη Ευρώπη. Είμαστε εδώ για να δείξουμε ότι αυτή η άλλη οικονομία, η άλλη κοινωνία, η άλλη Ευρώπη είναι δυνατή. Για να επιτύχουμε σ’ αυτό το σχέδιο της Κ.ΑΛ.Ο., που δεν είναι μόνο σχέδιο επιβίωσης αλλά και όραμα για έναν άλλο τρόπο ζωής, περιμένουμε να ακούσουμε τον προβληματισμό, τις σκέψεις, τις προτάσεις σας κι εμείς θα φροντίσουμε να τις εντάξουμε στα σχετικά νομοθετικά κείμενα που θα έρθουν στο Ευρωκοινοβούλιο».

Με αυτά τα λόγια υποδέχτηκε την ελληνική αποστολή -περισσότεροι από 20 εκπρόσωποι φορέων Κ.ΑΛ.Ο., ανάμεσά τους και «Εφ.Συν.»- η ευρωβουλευτής Κωνσταντίνα Κούνεβα, που μαζί με τους συναδέλφους της τής GUE/NGL, τη Γαλλίδα Μαρί Κριστίν Βεργκιά, τον Γερμανό Χέλμουτ Σολτς και τον Ισπανό Χαβιέρ Μπενίτο Σιλουάγα φιλοξένησαν το Φόρουμ.

Πεισμένη ότι αυτή η εναλλακτική λύση δεν μπορεί παρά να οικοδομηθεί από τα κάτω και σε συνεργασία με τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό φορέων και δικτυώσεων της Κ.ΑΛ.Ο., στη διοργάνωση συνεργάστηκαν το Ripess (Διηπειρωτικό Δίκτυο για την Προώθηση της Κ.ΑΛ.Ο.), η Κοινωνική Οικονομία Ευρώπης, οι Συνεταιρισμοί Ευρώπης, το Ensie (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Επιχειρήσεων Κοινωνικής Ενταξης), η Cecop-Cicopa (Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνεταιρισμών στη Βιομηχανία και τις Υπηρεσίες), η Κοινωνική Πλατφόρμα, η Febea (Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ηθικών και Εναλλακτικών Τραπεζών) και το Reves (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Πόλεων και Περιφερειών για την Κοινωνική Οικονομία).

Οι συζητήσεις περιστράφηκαν γύρω από καίριες πλευρές που απασχολούν τους φορείς της Κ.ΑΛ.Ο..

Σε τρεις συνεδριάσεις εξετάστηκαν «Η κατάσταση και οι εξελίξεις της Κ.ΑΛ.Ο. στην Ευρώπη», η δυναμική της «Νεολαίας στην Κ.ΑΛ.Ο.: συγκεκριμένες εμπειρίες/εκπαίδευση και κατάρτιση» και η συμβολή της «Κ.ΑΛ.Ο. στην κοινωνική και περιφερειακή συνοχή».

Παράλληλα τέσσερα εργαστήρια με τη συμμετοχή δεκάδων φορέων που δραστηριοποιούνται στο πεδίο κατέγραψαν εμπειρίες και προτάσεις σε θέματα όπως:

Πολλές εξελίξεις, λίγες απαντήσεις

Από το 1ο Ευρωπαϊκό Φόρουμ τον Γενάρη του 2016 έχουν συντελεστεί σημαντικά βήματα, όπως η Διακήρυξη της Μπρατισλάβας για την Κοινωνική Οικονομία ή οι συστάσεις της έκθεσης «Η πρόοδος των κοινωνικών επιχειρήσεων και της κοινωνικής οικονομίας»(¹) της Ομάδας Εμπειρογνωμόνων της Κομισιόν για την Κοινωνική Επιχειρηματικότητα (GECES), ανάμεσά τους μέτρα για αύξηση της ορατότητας και συνεισφοράς του τομέα, ενίσχυση και παρακολούθηση της τήρησης του νομικού πλαισίου ή διευκολύνσεις για τη διάθεση χρηματοδοτικών πόρων.

Φέτος τον Μάιο συνομολογήθηκε από 9 κράτη-μέλη, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, η Διακήρυξη της Μαδρίτης για την Κοινωνική Οικονομία που καλεί την Κομισιόν να προχωρήσει σε Σχέδιο Δράσης με κατάλληλη χρηματοδότηση.

Το αίτημα συζητήθηκε στην ολομέλεια του Ευρωκοινοβουλίου στις 5 Οκτωβρίου.

Με ιδιαίτερο δε ενδιαφέρον αναμένεται τον Δεκέμβριο το σχέδιο έκθεσης για έναν Καταστατικό Χάρτη για τις κοινωνικές και αλληλέγγυες επιχειρήσεις που θα εισηγηθεί ο Τσέχος ευρωβουλευτής της GUE/NGL Γίρι Μαστάλκα(²).

«Ωστόσο, η Κ.ΑΛ.Ο. δεν είναι μπάλωμα των κενών του συστήματος, όπως κάποιοι στην Ε.Ε. θα ήθελαν, αλλά ένα άλλο μοντέλο, και σε αυτό πρέπει να επιμείνουμε. Για παράδειγμα, οι επίτροποι Γιούροβα και Κατάνεν θεωρούν ότι μοντέλο μπορεί να είναι οι start up. Ως μέλος της GUE/NGL έχω επιφυλάξεις για το πώς προχωρούν κάποια πράγματα», δήλωσε η κ. Βεργκιά παραθέτοντας μερικές από τις πολλές ανησυχίες όσων θεωρούν την Κ.ΑΛ.Ο. δύναμη μετασχηματισμού των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων.

Οπως ότι καλλιεργείται σύγχυση σχετικά με τον ρόλο της τον οποίο προσπαθούν να περιορίσουν είτε στην κοινωνική επιχειρηματικότητα είτε στη φιλανθρωπία.

Οτι διαιωνίζεται ο πειρασμός να την ανάγουν σε επίπεδο μικρής ή πολύ μικρής κλίμακας υποβαθμίζοντας τη συνεισφορά της.

Οτι σπανίζει η δημόσια χρηματοδότηση και στρέφουν τους φορείς της να αντλούν ιδιωτικά κεφάλαια με δυσμενείς όρους ενώ αυτό που απαιτείται είναι πρόσβαση σε κατάλληλες κοινοτικές χρηματοδοτήσεις και εγγυήσεις.

Ή ότι πολλές μεγάλες επιχειρήσεις επιχειρούν ένα «κοινωνικό ξέπλυμα» της εικόνας τους στην κολυμβήθρα της Κ.ΑΛ.Ο., και από αυτή την άποψη πολλά ερωτήματα εγείρονται και πολλές διευκρινίσεις απαιτούνται σχετικά με τα Ομόλογα Κοινωνικού Αντίκτυπου.

«Εξελίξεις έχουν υπάρξει αλλά δεν είναι επαρκείς. Ο καπιταλιστικός κόσμος συνεχίζει να καλπάζει σαν οδοστρωτήρας. Μιλάμε για ανάκαμψη, αλλά υπάρχουν 114 εκατ. Ευρωπαίοι που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Και ναι μεν η Κ.ΑΛ.Ο. έχει δείξει αντοχή, αλλά δεν αναπτύσσεται. Οι δημόσιες πολιτικές, όπως οι περικοπές, την πλήττουν σοβαρά και αυτό έχει αντίκτυπο στην ανυπαρξία σχεδόν χρηματοδότησης και στην αποδυνάμωσή της», τόνισε ο Αλέν Κοέρ, μέλος Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ).

«Δεν φτάνει πια η αντοχή, πρέπει να έχουμε καινοτόμα σχέδια για να γίνει η μετάβαση σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι δεν θα κρίνονται από το επίπεδο του επιδόματος απελπισίας που παίρνουν. Χρειάζoνται κανονιστικές ρυθμίσεις, ένα Σχέδιο Δράσης για μια κοινωνία της Κ.ΑΛ.Ο. με κοινωνική δικαιοσύνη, ανεκτικότητα, αλληλεγγύη».

PDF iconCECOP EFSSE 2017- Employment/workers.pdf

PDF iconCECOP EFSSE 2017- Cohesion policy/ Inequality.pdf

PDF iconCECOP EFSSE 2017- Public policies.pdf

PDF iconCECOP EFSSE 2017- Migrants/Refugees.pdf

PDF iconCECOP EFSSE 2017- Young.pdf

) ec.europa.eu/growth/social-enterprises-and-social-economy
(²) europarl.europa.eu/legislative-train

kalo@efsyn.gr

Η συνεργατική εναλλακτική της κοινωνίας απέναντι στην κερδοσκοπική συμμαχία της διαχείρισης των απορριμμάτων

Συγγραφέας: Κώστας Νικολάου
Ενότητα: Περιβάλλον και Κοινωνία.

Τα ονομαζόμενα «σκουπίδια», τα αστικά στερεά απορρίμματα (ΑΣΑ) έχουν αξία. Αποτελούν είτε πρώτες ύλες είτε ενδιάμεσα προϊόντα, που η επεξεργασία τους μπορεί να οδηγήσει στην παραγωγή νέων προϊόντων. Τα ΑΣΑ, αφού προέρχονται από προϊόντα, έχουν ενσωματωμένη εργατική δύναμη και υπεραξία (που ιδιοποιήθηκαν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής και οι διαχειριστές της υπεραξίας), τις οποίες πλήρωσαν τελικά οι πολίτες αγοράζοντας τα προϊόντα. Τα ΑΣΑ λοιπόν, αποτελούν πλούτο που ανήκει στους πολίτες. Ενσωματώνοντας νέα εργατική δύναμη κατά την επεξεργασία και διαχείριση των ΑΣΑ μπορούν να παραχθούν νέα προϊόντα, μπορεί να παραχθεί νέος πλούτος.

Σ΄ αυτήν τη διαδικασία, τίθενται τρία κρίσιμα ερωτήματα: Πώς θα γίνει η διαχείριση-επεξεργασία των ΑΣΑ; Ποιός θα την υλοποιήσει; Ποιός θα διαχειρισθεί και θα αποφασίσει για τη διανομή του παραγόμενου πλούτου;

Οι απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα καθορίζουν και την απάντηση στο ερώτημα: Ποιός θα καρπωθεί τον παραγόμενο πλούτο από τα ΑΣΑ;

Πριν όμως απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, προηγείται μεθοδολογικά ένα άλλο ερώτημα.

Είναι τα ΑΣΑ πλούτος, που μπορεί να οδηγήσει σε νέο πλούτο;

Η ξεκάθαρη και τεκμηριωμένη απάντηση στο ερώτημα αν είναι τα ΑΣΑ πλούτος, που μπορεί να οδηγήσει σε νέο πλούτο, αποτελεί προφανώς βασική προϋπόθεση για την απάντηση όλων των άλλων ερωτημάτων που τέθηκαν παραπάνω.

Ιστορικά, τα ΑΣΑ αντιμετωπίσθηκαν ως άχρηστα σκουπίδια, ως πρόβλημα προς απαλλαγή και γι’ αυτό η αρχική αντιμετώπισή τους ήταν η ανεξέλεγκτη διάθεσή τους σε χωματερές (ΧΑΔΑ: χώροι ανεξέλεγκτης διάθεσης απορριμμάτων) ή στην καλύτερη περίπτωση σε χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (ΧΥΤΑ).

Εδώ και πολλές δεκαετίες, οι επιστημονικές έρευνες, καθώς και πρακτικές εφαρμογές σε όλο τον κόσμο απέδειξαν ότι η μείωση-πρόληψη μέρους των ΑΣΑ (εξοικονόμηση πόρων – ενέργειας), η επαναχρησιμοποίηση του τμήματος των ΑΣΑ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μετά από επισκευή-επεξεργασία, η ανακύκλωση άλλων τμημάτων των ΑΣΑ (πχ χαρτί, γυαλί, αλουμίνιο, πλαστικό, μέταλλα κλπ), η κομποστοποίηση-λιπασματοποίηση του οργανικού κλάσματος, ακόμα και η θερμική επεξεργασία τους μπορούν να οδηγήσουν στην παραγωγή νέων προϊόντων, στη δημιουργία νέου πλούτου. Ταυτόχρονα με τα παραπάνω, επιστημονικές έρευνες απέδειξαν τις συγκεκριμένες κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις τόσο της μέχρι πρότινος διαχείρισης των ΑΣΑ με ΧΑΔΑ ή/και ΧΥΤΑ, όσο και όλων των άλλων μεθόδων, που εν δυνάμει μπορούν να οδηγήσουν σε νέο πλούτο [1].

Η ανάγκη αντιμετώπισης των προβλημάτων που δημιουργούν οι ΧΑΔΑ και ΧΥΤΑ σε συνδυασμό με τη δυνατότητα των ΑΣΑ να οδηγήσουν σε νέο πλούτο με άλλες μεθόδους διαχείρισης ήταν επόμενο να κινήσει το ενδιαφέρον της άρχουσας τάξης και των πολιτικών της εκπροσώπων, αφού ανοιγόταν νέο πεδίο αποκόμισης επιχειρηματικών κερδών διαμέσου της εκμετάλλευσης τόσο του πλούτου που περικλείουν τα ΑΣΑ και είναι στα χέρια των πολιτών, όσο και της εργατικής δύναμης που μπορεί να ενσωματωθεί κατά τη διαχείριση των ΑΣΑ με νέες μεθόδους και τελικά, της ιδιοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας. Απέμενε να επιλεγεί η κατάλληλη μέθοδος διαχείρισης.

Ποιά μέθοδος διαχείρισης των ΑΣΑ είναι κατάλληλη και για ποιόν είναι κατάλληλη;

Και πάλι εδώ και πολλές δεκαετίες, επιστημονικές έρευνες, καθώς και εφαρμογές σε όλο τον κόσμο απέδειξαν αυτό, που μόλις πριν μερικά χρόνια αποδέχθηκε θεσμικά και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι η καλύτερη διαχείριση των ΑΣΑ από ταυτόχρονα κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική άποψη είναι αυτή που στηρίζεται σε τρεις άξονες με την εξής ιεράρχηση: 1) πρόληψη – μείωση, 2) επαναχρησιμοποίηση και 3) ανακύκλωση – κομποστοποίηση – λιπασματοποίηση των απορριμμάτων, έτσι ώστε μια πολύ μικρή ποσότητα αδρανών απορριμμάτων να καταλήγει σε χώρο υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων (ΧΥΤΥ). Η συνάρθρωση των τριών αυτών μεθόδων σε συνδυασμό με την αποκεντρωμένη διαχείριση (εγκαταστάσεις και συστήματα διαχείρισης σε επίπεδο δήμου ή διαχειριστικής ενότητας δήμων και όχι πανάκριβα επενδυτικά και λειτουργικά μεγαθήρια) είναι η φθηνότερη, προστατεύει το περιβάλλον, μπορεί να υλοποιηθεί από τις τοπικές κοινωνίες και τα οφέλη να τα καρπωθεί όλη η κοινωνία (υπό προϋποθέσεις, που θα εξετασθούν παρακάτω). Αντίθετα, η σημερινή κατάσταση με τις χωματερές και τους ΧΥΤΑ (τελευταία μέθοδος στην ιεράρχηση) και η σχεδιαζόμενη με τα εργοστάσια καύσης – ενέργειας (προτελευταία μέθοδος στην ιεράρχηση) αποτελούν τις χειρότερες λύσεις διαχείρισης απορριμμάτων από κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική άποψη [1].

Υπάρχει λοιπόν μια επιστημονικά και θεσμικά διεθνώς αποδεκτή ιεραρχία των μεθόδων διαχείρισης των απορριμμάτων, που αναδεικνύει τις λύσεις που ωφελούν τις τοπικές κοινωνίες.

Με δεδομένο ότι στην Ελλάδα σήμερα είναι ανεπιθύμητο κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά το γεγονός ότι τα ΑΣΑ καταλήγουν είτε σε ανεξέλεγκτες χωματερές είτε σε ΧΥΤΑ, προωθείται κυρίαρχα η εγκατάσταση εργοστασίων καύσης – ενεργειακής αξιοποίησης των απορριμμάτων, που θα αναλάβουν ιδιωτικές επιχειρήσεις στα πλαίσια ιδιωτικοποίησης της διαχείρισης των απορριμμάτων. Είναι προφανές ότι το ενδιαφέρον των πολυεθνικών και εθνικών εταιρειών οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή η μέθοδος διαχείρισης των απορριμμάτων μπορεί να αποφέρει τα μεγαλύτερα κέρδη. Κέρδη για τους επιχειρηματίες, τα οποία θα προκύψουν από τα επιπλέον οικονομικά βάρη (τα μεγαλύτερα από οποιαδήποτε άλλη λύση) που θα πληρώσουν οι πολίτες για την ιδιωτικοποιημένη διαχείριση απορριμμάτων και μάλιστα σε περίοδο οικονομικής κρίσης με τα εισοδήματα συνεχώς να μειώνονται και την ανεργία να αυξάνεται.

Η πολιτική ιδιωτικοποίησης της διαχείρισης των απορριμμάτων δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επιχειρούμενης ιδιωτικοποίησης τομέων στρατηγικής σημασίας για την κοινωνία, την οικονομία και το περιβάλλον (όπως είναι επίσης η ηλεκτρική ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, οι σιδηροδρομικές μεταφορές, η ύδρευση κλπ) στα πλαίσια του κυρίαρχου νεοφιλελευθερισμού, ως της σύγχρονης έκφρασης του καπιταλισμού. Αυτή η νεοφιλελεύθερη πολιτική ιδιωτικοποιήσεων σε συνδυασμό με την άνευ ιστορικού προηγουμένου επιθετική πολιτική του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου αποτελεί μια πρωτοφανή επίθεση του μικρότερου αλλά και πλουσιότερου ποσοστού της κοινωνίας εναντίον της συντριπτικής πλειονότητας του πληθυσμού και οδηγεί σε μια τεράστια μεταφορά πλούτου από τους εργαζόμενους και τους μικρομεσαίους στα χέρια λίγων, βαθαίνοντας ακόμα περισσότερο την υπάρχουσα κρίση (που γεννήθηκε και οξύνθηκε ένεκα της κοινωνικής ανισότητας) και ωθώντας το σύστημα σε ακόμα πιο ακραία αταξία [2].

Ποιός μπορεί να υλοποιήσει την κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση των ΑΣΑ;

Έχοντας σα δεδομένο ότι μια διαχείριση των ΑΣΑ με το χαμηλότερο κόστος, με τις περισσότερες νέες θέσεις εργασίας, με την αποτελεσματικότερη προστασία του περιβάλλοντος και με δυνατότητα κοινωνικά δίκαιης κατανομής του παραγόμενου πλούτου είναι αυτή που βασίζεται στους τρεις άξονες: μείωση-πρόληψη, επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση-λιπασματοποίηση, έτσι ώστε μια πολύ μικρή ποσότητα αδρανών απορριμμάτων να καταλήγει σε ΧΥΤΥ, τίθεται το ερώτημα: ποιός μπορεί να την υλοποιήσει;

Σύμφωνα με μια προσέγγιση, αυτήν τη διαχείριση με τους τρεις προαναφερόμενους άξονες θα μπορούσαν να την υλοποιήσουν και διαφόρων ειδών ιδιωτικές επιχειρήσεις. Περιβαλλοντικά το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι το ίδιο καλό. Όχι όμως οικονομικά και κοινωνικά. Διότι και σ’ αυτήν την περίπτωση υπάρχει εκμετάλλευση του περικλειόμενου πλούτου των ΑΣΑ που ανήκει στους πολίτες, εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης που ενσωματώνεται στο νέο πλούτο που παράγεται με τη διαχείριση-επεξεργασία των ΑΣΑ και ιδιοποίηση της παραγόμενης νέας υπεραξίας από τους όποιους ιδιοκτήτες της όποιας επιχείρησης και διαχειριστές της υπεραξίας. Οικονομικά, το κόστος της διαχείρισης των ΑΣΑ ανεβαίνει για να καλυφθούν τα επιχειρηματικά κέρδη και κοινωνικά, είναι οι πολίτες που καλούνται να πληρώσουν και πάλι το λογαριασμό. Κατά συνέπεια, ακυρώνεται η δυνατότητα κοινωνικά δίκαιης κατανομής του παραγόμενου πλούτου, που παρέχει εν δυνάμει αυτή η διαχείριση.

Μπορεί τα επιχειρηματικά μεγέθη και συμφέροντα να είναι μικρότερα σε σχέση με αυτά, που εμπλέκονται στις περιπτώσεις των μεθόδων καύσης και ΧΥΤΑ, αλλά και αυτή η περίπτωση ανήκει στην προαναφερθείσα πολιτική ιδιωτικοποίησης και σε ότι αυτή συνεπάγεται.

Μια άλλη προσέγγιση αποτελεί η λεγόμενη δημόσια διαχείριση των ΑΣΑ. Ως δημόσια συνήθως νοείται είτε η διαχείριση που ασκείται από το κεντρικό κράτος (συμπεριλαμβανομένων και των αποκεντρωμένων υπηρεσιών του, που ελέγχονται από αυτό), είτε αυτή που ασκείται από την τοπική αυτοδιοίκηση (δήμοι και αιρετές περιφέρειες).

Σε ότι αφορά τις κεντρικές πολιτικές επιλογές για τα ΑΣΑ, αυτές κυριαρχούνται από την ήδη αναφερθείσα νεοφιλελεύθερη πολιτική της ιδιωτικοποίησης. Η οικονομική και πολιτική κερδοσκοπική συμμαχία της διαχείρισης των ΑΣΑ έχει σχεδόν διαμορφωθεί σε κεντρικό επίπεδο και είναι ανοικτή ακόμα η κατανομή μεταξύ των διαφόρων μεγάλων και μικρότερων επιχειρηματικών συμφερόντων (που σχετίζεται με την προαναφερθείσα κατανομή μεταξύ των διαφόρων μεθόδων διαχείρισης των ΑΣΑ). Δεν υφίσταται σήμερα πολιτική κεντρικής δημόσιας διαχείρισης των ΑΣΑ. Η κεντρική νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση είναι η ιδιωτικοποίηση ή η σύμπραξη δημόσιου – ιδιωτικού τομέα, που αποτελεί παραλλαγή της ιδιωτικοποίησης, τόσο από οικονομική (η εμπειρία απέδειξε ότι οι συμπράξεις δημόσιου – ιδιωτικού κοστίζουν πάντα πολύ ακριβότερα) όσο και από κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη. Η νεοφιλελεύθερη πολιτική είναι ασύμβατη με την κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση των ΑΣΑ.

Στα πλαίσια της λεγόμενης δημόσιας διαχείρισης απομένει να εξετασθεί η αυτοδιοικητική διαχείριση των ΑΣΑ. Εδώ μπορούμε να διακρίνουμε τρία είδη ή πιθανές περιπτώσεις αυτοδιοικητικής διαχείρισης.

Η πρώτη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία μια αυτοδιοικητική αρχή έχει ταυτισθεί με τις προαναφερθείσες κεντρικές επιλογές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής ιδιωτικοποίησης. Η αυτοδιοικητική αρχή, που είτε παραχωρεί τη διαχείριση των ΑΣΑ στον ιδιωτικό τομέα είτε συμπράττει με αυτόν, έχει πλέον προσχωρήσει στην οικονομική και πολιτική κερδοσκοπική συμμαχία της διαχείρισης των ΑΣΑ. Ουσιαστικά, δεν πρόκειται σ’ αυτήν την περίπτωση για αυτοδιοικητική διαχείριση, αλλά για σαφή ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης.

Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία μια αυτοδιοικητική αρχή αποφασίζει να διαχειρισθεί τα ΑΣΑ η ίδια, εφαρμόζοντας την προαναφερόμενη κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση. Περιβαλλοντικά και οικονομικά το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι το επιθυμητό. Όχι όμως απαραίτητα και κοινωνικά δίκαιο. Διότι σ’ αυτήν την περίπτωση, η εκμετάλλευση του περικλειόμενου πλούτου των ΑΣΑ που ανήκει στους πολίτες, η εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης που ενσωματώνεται στο νέο πλούτο που παράγεται με τη διαχείριση-επεξεργασία των ΑΣΑ και η παραγόμενη νέα υπεραξία οδηγούν σε πλούτο που ανήκει στην αυτοδιοικητική αρχή και άρα θεωρητικά σε όλους τους πολίτες, αλλά τίθεται το ερώτημα ποιος διαχειρίζεται την νέα υπεραξία και τον νέο πλούτο και ποιος αποφασίζει γι’ αυτά. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, εφόσον οι αποφάσεις λαμβάνονται από την αυτοδιοικητική αρχή, για λογαριασμό και στο όνομα μεν των πολιτών, αλλά χωρίς τους πολίτες, δηλαδή, χωρίς κοινωνικό έλεγχο, χωρίς διαδικασίες δημοκρατικού προγραμματισμού (λαϊκές συνελεύσεις όπου εκεί λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις), τότε οι προτεραιότητες και οι τρόποι διάθεσης του παραγόμενου πλούτου μπορούν να καταλήξουν σε μια κοινωνικά άδικη κατανομή (πχ χρηματοδότηση έργων και δραστηριοτήτων χαμηλής κοινωνικά προτεραιότητας με ιδιωτικές εργολαβίες). Στην προκειμένη περίπτωση, η διαδικασία της διαχείρισης είναι αυτοδιοικητική, αλλά ο παραγόμενος πλούτος μπορεί να καταλήγει στα χέρια λίγων ιδιωτών και όχι στο κοινωνικό σύνολο. Η κοινωνικά δίκαιη διαχείριση των ΑΣΑ προϋποθέτει ότι και η ιδιοκτησία, αλλά και η διαχείριση της παραγόμενης υπεραξίας, του νέου πλούτου ανήκουν στους πολίτες και ασκούνται από τους ίδιους.

Η τρίτη λοιπόν περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία μια αυτοδιοικητική αρχή διαχειρίζεται τα ΑΣΑ η ίδια, εφαρμόζοντας την προαναφερόμενη κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση με κοινωνικό έλεγχο, με διαδικασίες δημοκρατικού προγραμματισμού (λαϊκές συνελεύσεις όπου εκεί λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις), οπότε οι προτεραιότητες και οι τρόποι διάθεσης του παραγόμενου πλούτου μπορούν να καταλήξουν σε μια κοινωνικά δίκαιη κατανομή (πχ χρηματοδότηση έργων και δραστηριοτήτων υψηλής κοινωνικά προτεραιότητας με βάση τις κοινωνικές ανάγκες της εκάστοτε συγκυρίας). Σ’ αυτήν την περίπτωση, όχι μόνο οικονομικά και περιβαλλοντικά το αποτέλεσμα είναι το επιθυμητό, αλλά και η κοινωνικά δίκαιη διαχείριση των ΑΣΑ είναι εξασφαλισμένη, αφού και η ιδιοκτησία, αλλά και η διαχείριση της παραγόμενης υπεραξίας, του νέου πλούτου ανήκουν στους πολίτες και ασκούνται από τους ίδιους.

Με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές ότι σ’ αυτήν την τρίτη περίπτωση βρίσκεται ο στόχος και οι διεκδικήσεις των κοινωνικών αγώνων, που αφορούν στη διαχείριση των ΑΣΑ.

Στο σημείο αυτό, τίθενται αναπόφευκτα ορισμένα ερωτήματα.

Σε περιοχές, που η αυτοδιοικητική αρχή υιοθετεί μεν την καλύτερη διαχείριση των ΑΣΑ, αλλά δεν εφαρμόζει διαδικασίες κοινωνικού ελέγχου και δημοκρατικού προγραμματισμού, μπορούν οι κοινωνικοί αγώνες να τις επιβάλλουν;

Η απάντηση μπορεί να είναι θετική μεν, αλλά η παράλληλη προετοιμασία εναλλακτικών λύσεων θα συνέβαλλε αποφασιστικότερα στον ίδιο σκοπό. Το θέμα αυτό εξετάζεται παρακάτω.

Σε περιοχές όμως, που οι κοινωνικοί αγώνες διαμορφώνουν μεν ένα πλειοψηφικό ρεύμα υπέρ της καλύτερης διαχείρισης, αλλά η αυτοδιοικητική αρχή συμπορεύεται με την κερδοσκοπική συμμαχία, ποιά διαχείριση τελικά θα εφαρμοσθεί;

Οι κοινωνικοί αγώνες μπορούν να αποτρέψουν τις κερδοσκοπικές λύσεις τύπου εργοστασίων καύσης κλπ, αλλά εφόσον η αυτοδιοικητική αρχή δεν προσχωρεί συνειδητά στην κοινωνικά επιθυμητή διαχείριση, τότε η διαχείριση που θα συνεχίσει να εφαρμόζεται θα είναι η υπάρχουσα, αυτή των ΧΥΤΑ, δηλαδή, η χειρότερη όλων των μεθόδων. Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι η αυτοδιοικητική αρχή, υποχωρώντας στην κοινωνική απαίτηση, αποφασίσει την υιοθέτηση της κοινωνικά επιθυμητής διαχείρισης, αυτή δεν πρόκειται ποτέ να υλοποιηθεί με τέτοιους όρους. Το πιθανότερο είναι να την υπερασπίζεται στα λόγια και να αδιαφορεί για την εφαρμογή της (αυτό αποδεικνύει η μέχρι τώρα εμπειρία με την ελλιπέστατη προώθηση της πρόληψης, επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης, κομποστοποίησης κλπ), έτσι ώστε να αναδειχθεί ως αναγκαστική, ως μονόδρομος, η κερδοσκοπική λύση. Αλλά κι αν υποτεθεί ότι δεν θα την υπονομεύσει στην πράξη, το βέβαιο είναι ότι δεν μπορεί να υλοποιήσει κάποιος κάτι που δεν πιστεύει και αυτό ισχύει ιδίως για τις προαναφερόμενες μεθόδους, που απαιτούν συστηματική προσπάθεια και αφιέρωση δυνάμεων για να πετύχουν.

Εδώ είναι, που όλοι οι πολίτες της περιοχής χρειάζεται να πάρουν την υπόθεση στα δικά τους χέρια και να προωθήσουν οι ίδιοι την υλοποίηση της κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερης διαχείρισης των ΑΣΑ σε αποκεντρωμένη κλίμακα και με διαδικασίες άμεσης δημοκρατίας. Δεν υπάρχουν αδιέξοδα στους κοινωνικούς αγώνες, αρκεί να μη βάζουμε μόνο στόχους, αλλά να φροντίζουμε να ξέρουμε και σημάδι.

Προσεγγίζοντας τη συνεργατική εναλλακτική της κοινωνίας

Όταν η κεντρική ή αυτοδιοικητική δημόσια διαχείριση δεν μπορεί (για οποιονδήποτε λόγο) να ταυτισθεί με την κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση των ΑΣΑ σε αποκεντρωμένη κλίμακα με κοινωνικό έλεγχο και διαδικασίες δημοκρατικού προγραμματισμού, τότε είναι όλοι οι πολίτες της περιοχής, που μπορούν να την εφαρμόσουν βασιζόμενοι στα στέρεα επιστημονικά και φιλοσοφικά θεμέλια της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και της άμεσης δημοκρατίας, δημιουργώντας συνεργατική επιχείρηση – συνεταιρισμό για τη διαχείριση των ΑΣΑ και αναδεικνύοντας έτσι το πραγματικό περιεχόμενο του όρου «δημόσια διαχείριση» (διαχείριση από το «δήμο», δηλαδή από το «λαό», που είναι το πρωταρχικό και αρχαιοελληνικό νόημα της λέξης).

Και ισχύουν αυτά στα πλαίσια της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, αφού εξ ορισμού οι βάσεις της είναι:

η συλλογική ιδιοκτησία της συνεργατικής επιχείρησης (ένας πολίτης ή/και εργαζόμενος – μία μετοχή – μία ψήφος)
η ανατροπή της καπιταλιστικής σχέσης κεφαλαίου – εργασίας
η άμεση δημοκρατία και ο λαϊκός έλεγχος των συλλογικών αποφάσεων (αποφάσεις από τις συνελεύσεις και όχι από αντιπροσώπους σε διοικήσεις που εκλέγονται μια φορά στα 2-4 χρόνια)
η μη αποξένωση του εργαζόμενου από το προϊόν της εργασίας του
η κοινωνική δικαιοσύνη και αλληλεγγύη: δεν είναι σκοπός το κέρδος, δεν διανέμονται κέρδη στους μετόχους, δεν δημιουργείται υπεραξία της μετοχής και άρα μελλοντικό κέρδος για τους μετόχους σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας
η ισότητα: η δημιουργία ισότητας από τον πλούτο που παράγεται και όχι ανισότητας όπως στο κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο
η δημιουργία συνθηκών όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων
η φιλική στο περιβάλλον δραστηριότητα
η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη διαχείριση της συνεργατικής επιχείρησης σε σχέση με την καπιταλιστική
η απόδειξη της ικανότητας της ανθρώπινης φύσης να διαχειρίζεται περίπλοκες κοινωνικές σχέσεις με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες [2, 3].
Είναι απόλυτα απαραίτητο να ξεκαθαρισθεί ότι κάθε ονομαζόμενη συνεταιριστική επιχείρηση – συνεταιρισμός δεν σημαίνει ότι αυτόματα ανήκει στην κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, αν δεν στηρίζεται στις παραπάνω βασικές αρχές. Επίσης, «ως προς τους σημερινούς συνεταιρισμούς, αυτοί έχουν αξία μόνον εφόσον είναι ανεξάρτητο δημιούργημα των εργατών και δεν προστατεύονται ούτε από τις κυβερνήσεις ούτε από τους αστούς» [4]. Γιατί «το ότι οι εργάτες θέλουν να δημιουργήσουν τους όρους της συνεργατικής παραγωγής σε μια κοινωνική κλίμακα και πρώτα απ’ όλα σε εθνική κλίμακα, στη χώρα τους, σημαίνει μόνο ότι αυτοί εργάζονται να ανατρέψουν τους σημερινούς όρους της παραγωγής και αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη δημιουργία συνεταιρισμών με τη βοήθεια του κράτους» [4].

Ακόμα, «αν οι υλικοί όροι της παραγωγής αποτελούν συνεργατική ιδιοκτησία των ίδιων των εργατών, τότε και ο τρόπος διανομής των μέσων κατανάλωσης θάναι διαφορετικός από το σημερινό» [4]. Το οικονομικό μοντέλο παραγωγής και διανομής της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας αντιστρατεύεται τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, διότι δεν στηρίζεται στην κερδοσκοπία, αλλά στην ικανοποίηση των πραγματικών ανθρώπινων αναγκών, υλικών και άυλων. Όταν προκύπτει πλεόνασμα, αυτό συμβαίνει γιατί το πλήρωσε το κοινωνικό σύνολο. Σε αυτό λοιπόν πρέπει να επιστρέψει. Αυτό μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους καλύπτοντας πραγματικές ανάγκες που υπάρχουν τη δεδομένη ιστορική συγκυρία: με δραστηριότητες για να αντιμετωπισθεί η ανεργία, με δαπάνες για υγεία, εκπαίδευση, πρόνοια κλπ.

Συγκεκριμένα, η λειτουργία συνεταιρισμών διαχείρισης των ΑΣΑ από όλους τους πολίτες μιας περιοχής, μπορεί να περιλαμβάνει την κάλυψη των μισθών των εργαζομένων (που είναι και ιδιοκτήτες-μέτοχοι μαζί με όλους τους πολίτες της περιοχής), της απόσβεσης των πάγιων εξόδων, των λειτουργικών εξόδων και ότι περισσεύει, δεν διανέμεται στους μετόχους ως κέρδος, αλλά πηγαίνει για την κάλυψη άλλων κοινωνικών αναγκών (αλληλέγγυα οικονομία). Στην περίπτωση ενός τέτοιου συνεταιρισμού διαχείρισης των ΑΣΑ, ο περικλειόμενος πλούτος των ΑΣΑ που ανήκει στους πολίτες, η εργατική δύναμη που ενσωματώνεται στο νέο πλούτο που παράγεται με τη διαχείριση-επεξεργασία των ΑΣΑ και η παραγόμενη νέα υπεραξία οδηγούν σε νέο πλούτο που ανήκει σε όλους τους πολίτες και τον διαχειρίζονται όλοι οι πολίτες. Ένας τέτοιος συνεταιρισμός λοιπόν, δεν αποσκοπεί στην αποκόμιση κέρδους σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας, αλλά στην αποτροπή της ιδιοποίησης της εργατικής δύναμης, της υπεραξίας, του πλούτου από τους λίγους, που επιχειρείται να συμβεί με την όποιας μορφής ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των ΑΣΑ.

Με συνεταιρισμούς όλων των πολιτών μπορεί να εφαρμοσθεί η προαναφερόμενη κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερη διαχείριση με κοινωνικό έλεγχο, με διαδικασίες δημοκρατικού προγραμματισμού (λαϊκές συνελεύσεις όπου εκεί λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις), οπότε οι προτεραιότητες και οι τρόποι διάθεσης του παραγόμενου πλούτου μπορούν να καταλήξουν σε μια κοινωνικά δίκαιη κατανομή. Σ’ αυτήν την περίπτωση, όχι μόνο οικονομικά και περιβαλλοντικά το αποτέλεσμα είναι το επιθυμητό, αλλά και η κοινωνικά δίκαιη διαχείριση των ΑΣΑ είναι εξασφαλισμένη, αφού και η ιδιοκτησία, αλλά και η διαχείριση του νέου πλούτου ανήκουν στους πολίτες και ασκούνται από τους ίδιους.

Η ιδέα της συνεργατικής αυτοδιεύθυνσης των επιχειρήσεων διαχείρισης των ΑΣΑ από όλους τους εργαζόμενους και τους πολίτες μιας περιοχής, οι οποίοι καταργούν και αντικαθιστούν τους καπιταλιστές στη θέση του καρπωτή της υπεραξίας που οι ίδιοι παράγουν, αποτελεί παράδειγμα μιας γενικότερης προσέγγισης, σύμφωνα με την οποία η απουσία της ήταν η καθοριστική αιτία, που ανέτρεψε τις κοινωνικές πολιτικές και το κράτος πρόνοιας στις καπιταλιστικές χώρες [5]. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι αυτή η προσέγγιση είναι η λογική συνέπεια των διαθέσιμων – εδώ και ενάμιση αιώνα – επιστημονικών αναλύσεων και θεωριών για την υπεραξία [6].

Υπάρχει λοιπόν «μια ακόμα μεγαλύτερη νίκη της πολιτικής οικονομίας της εργασίας επί της πολιτικής οικονομίας της ιδιοκτησίας. Μιλάμε για το συνεργατικό κίνημα…» [7], που θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι παρουσιάζει ένα φοβερό πρόβλημα, που εντοπίσθηκε εδώ και 150 χρόνια περίπου, ότι «οι ενώσεις των εργατών μπορούσαν να διαχειρίζονται καταστήματα, μύλους και σχεδόν κάθε είδους δραστηριότητα με επιτυχία και αμέσως βελτίωναν τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων. Αλλά δεν άφηναν μια διακριτή θέση για αφεντικά. Τρομερό!» [8].

Προσεγγίζοντας τη συνεργατική εναλλακτική της κοινωνίας, υπογραμμίζουμε ότι «η αξία αυτών των μεγάλων κοινωνικών πειραμάτων δεν μπορεί να υπερεκτιμάται» [7]. Οι συνεργατικές επιχειρήσεις της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο από μόνες τους. Χρειάζεται η πολιτική γι’ αυτό. Αποτελούν μια βάση και ένα υπαρκτό πρότυπο (τεράστιας σημασίας θέμα), που μπορεί να προβληθεί στο μέλλον, αλλά χρειάζεται πολιτική για την κοινωνική αλλαγή. Η λειτουργία των συνεργατικών επιχειρήσεων αποτελεί από τη μια μεριά, μια μορφή άμυνας των εργαζομένων και όλων των πολιτών στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και από την άλλη, ένα σχολείο δημοκρατίας και συλλογικής διακυβέρνησης, όπου συσσωρεύεται γνώση και εμπειρία στους εργαζόμενους και στους πολίτες, εξαιρετικά σημαντικές για την οικοδόμηση μιας άλλης κοινωνίας, δίκαιης και αλληλέγγυας.

Είναι ρεαλιστική η συνεργατική εναλλακτική; Απίστευτο, κι όμως είναι!

Το κυριότερο επιχείρημα, που χρησιμοποιείται για να υποστηριχθεί η ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των ΑΣΑ και να αποτραπεί οποιαδήποτε άλλη λύση, αφορά το οικονομικό ζήτημα: χρειάζονται λεφτά, οι επενδύσεις είναι ακριβές, λεφτά δεν υπάρχουν, άρα καταφεύγουμε στον ιδιωτικό τομέα που είναι πρόθυμος να επενδύσει.

Ας εξετάσουμε λοιπόν με στοιχεία, την οικονομική διάσταση της αναφερθείσας κοινωνικά – οικονομικά – περιβαλλοντικά καλύτερης διαχείρισης των ΑΣΑ σε αποκεντρωμένη και μικρή κλίμακα, με κοινωνικό έλεγχο και δημοκρατικό προγραμματισμό.

Διασταυρωμένα δεδομένα πρακτικών εφαρμογών και τεχνικο-οικονομικών μελετών, που εκπονήθηκαν από διάφορες συλλογικότητες σε συνεργασία με φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης στην Περιφέρεια Αττικής, καθώς και στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας, που δραστηριοποιούνται στην κατεύθυνση της κοινωνικά επιθυμητής διαχείρισης και συμμετέχουν στην πανελλήνια δικτύωση για την εναλλακτική διαχείριση των ΑΣΑ (Πρωτοβουλία Συνεννόησης για τη Διαχείριση των Απορριμμάτων κλπ) δείχνουν τα παρακάτω.

Σε μια περιοχή (Δήμο ή διαχειριστική ενότητα δήμων) με πληθυσμό περίπου 50.000 κατοίκους, η πλήρης εφαρμογή της προτεινόμενης διαχείρισης των ΑΣΑ σημαίνει:

Έξοδα για πάγιες εγκαταστάσεις: 50 – 60 €/κάτοικο ή 100-120 €/κάτοικο αν χρειάζεται και συμμετοχή για εργασίες ΧΥΤΥ (εφόσον δεν υπάρχει ήδη στην περιοχή)
Έξοδα διαχείρισης και λειτουργίας: 14-15 €/κάτοικο κάθε χρόνο
Έσοδα: 50-75 €/κάτοικο κάθε χρόνο
Νέες θέσεις εργασίας: 32.
Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι στη χειρότερη περίπτωση χρειάζονται 135 €/κάτοικο τον πρώτο χρόνο (εφάπαξ πάγια έξοδα συν τα ετήσια λειτουργικά έξοδα) και 15 €/κάτοικο το δεύτερο χρόνο (τα ετήσια λειτουργικά έξοδα), άρα συνολικά 150 €/κάτοικο στα δύο πρώτα χρόνια εφαρμογής της συγκεκριμένης διαχείρισης. Τα έσοδα όμως θα είναι 50-75 €/κάτοικο κάθε χρόνο, οπότε σε 2-3 χρόνια θα υπάρχει απόσβεση και στη συνέχεια θα υπάρχει ένα όφελος 35-60 €/κάτοικο κάθε χρόνο.

Η προτεινόμενη λοιπόν διαχείριση είναι και φθηνή και βιώσιμη. Αν μια αυτοδιοικητική αρχή δεν μπορεί (για οποιονδήποτε λόγο) να την υλοποιήσει, τότε μπορούν να την υλοποιήσουν όλοι οι πολίτες της περιοχής, ενωμένοι στα πλαίσια της προαναφερθείσας συνεργατικής εναλλακτικής διαχείρισης των ΑΣΑ.

Η συγκυρία της οικονομικής κρίσης με τη συνεχή πτώση των εισοδημάτων και τη συνεχή αύξηση της ανεργίας, καθιστά ακόμα πιο επιτακτική και αναγκαία τη συνεργατική εναλλακτική, για να αποφευχθούν νέα οικονομικά βάρη στους πολίτες, που θα φέρει η όποια ιδιωτικοποίηση, αλλά και για να διατίθεται το όποιο πλεόνασμα στην κάλυψη των πραγματικών κοινωνικών αναγκών και όχι των ιδιωτικών συμφερόντων.

Αντί επιλόγου

«Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο, λεν πως είναι τέχνη να κυβερνάς το λαό. Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού» [9]. Στους πολίτες εναπόκειται να επιχειρήσουν να αποδείξουν το αντίθετο. Το πολύ-πολύ να χάσουν την άβυσσο.

Βιβλιογραφία

Νικολάου Κ., Πολιτική κερδοσκοπικής διαχείρισης των απορριμμάτων ή πράσινης ανάπτυξης; Ιστολόγιο Διαλεκτικά, 9.2.11, http://www.dialektika.gr
Νικολάου Κ., Επιστήμη και κρίση: Προσεγγίζοντας την κοινωνικά δίκαιη έξοδο, Ιστολόγιο Διαλεκτικά, 10.12.11, http://www.dialektika.gr
Νικολάου Κ., Η κρίση και η κοινωνική αλληλέγγυα οικονομία, Ιστολόγιο Διαλεκτικά, 27.6.11, http://www.dialektika.gr
Marx K., Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Εκδ. Καμπίτση, Αθήνα
Wolff R., Workers self directed enterprises, Lecture, Berlin, 5.11.11
Marx K., Grundrisse – Fondements de la critique de l’ économie politique, Ed. Anthropos, Paris, 1968
Marx K., Inaugural Address of the International Working Men’s Association “The First International”, 1864, Marxists Org.
Marx K., The Capital. Acritiqueofpoliticaleconomy, Ed. Lawrence and Wishart, London, 1954
Brecht B., Γερμανικό Εγχειρίδιο Πολέμου, 1937

– See more at: http://www.peekpemagazine.gr/article/%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%B5%CF%81%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82#sthash.Oev10g8m.dpuf