Αρχείο ετικέτας Δημόσιος χώρος

ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ 2010 Σιωπηλές πλατείες

24 Ιούνιος, 2010

Σιωπηλές πλατείες

(A μέρος)

Σκέψεις για την ελληνική πλατεία (A μέρος)

Του Αντώνιου Β. Καπετάνιου

Η πλατεία αποτελεί τον κοινόχρηστο χώρο που χαρακτηρίζει τις ελληνικές πόλεις και τους ελληνικούς οικισμούς. Εξυπηρετεί ανάγκες λειτουργίας του δομημένου χώρου, αλλά και κοινωνικές, πολιτιστικές, πολιτικές, οικολογικές ανάγκες. Λόγω της αποστολής της και των αξιών που κουβαλά (ιστορικών, κοινωνικών, πολιτιστικών κ.ά.), συμβάλλει -συνδυαστικά με τον περίγυρο- στη δημιουργία πολιτισμικού τοπίου, γεγονός που υποδηλεί τη σημαντικότητα τής παρουσίας της για τη συνέχεια ενός βασικού συνόλου, που διαμορφώνει ποιότητα και προοπτική.

Η πλατεία φτιάχτηκε για να λειτουργεί και να παράγει. Φτιάχτηκε για να είναι τόπος κι όχι χώρος 

1. Είναι το ανοικτό πεδίο, το κενό, το ξάγναντο, το διέξοδο, το άφορτο, ο ανασασμός. Ταυτόχρονα αποτελεί πεδίο δραστηριοποίησης των ανθρώπων, τόπο συνεύρεσης, συναναστροφής, αναψυχής κι ανεμελιάς. Είναι τόπος λόγου, πράξης, παραγωγής, άσκησης πολιτιστικής, πολιτικής και κοινωνικής δραστηριότητας, πεδίο δράσης, αγώνων κι ανάπτυξης ιδεών. Είναι, γι’ όλα αυτά, το τοπόσημο που ανάχθηκε σε σύμβολο. Τούτο, που προέκυψε ως ανάγκη παραγωγής στο πεδίο 2, αποτέλεσε το στοιχείο που έκαμε εμβληματική την ελληνική πλατεία (του 19ου αιώνα και του μεγαλύτερου μέρους του 20ου), γιατί την ταύτισε με γεγονότα, με ιδέες, με παραστάσεις, με καταστάσεις, με βιώματα, με πράξεις και συνήθειες. Το χαρακτηριστικό κτίριο (συνήθως, ο ναός ή το δημαρχείο) ή το μνημείο σε αυτήν και ο συγχρωτισμός τους με τον περίγυρο, απέδωσαν στην αστική πλατεία μια κεντρικότητα στο χώρο -που, σε αρκετές περιπτώσεις συνδυάστηκε με μνημειακότητα ή μεγαλοπρέπεια-, κάτι που ενίσχυσε την έννοια του τοπόσημου, πολύ δε περισσότερο του συμβόλου, που της αποδώθηκε.

Φωτ.: Πολιτικό δρώμενο σε αστική πλατεία. Συγκεκριμένα, συγκέντρωση στην πλατεία Ομονοίας στη γενική απεργία του Φεβρουαρίου του 1987 (αρχείο Ιστορίας Συνδικάτων).

Πάμε πλατεία;3

Η ετυμολόγηση της έννοιας «πλατεία», ως «πλατύς δρόμος, πλατιά οδός»4, τόπο ροής, κίνησης, διέλευσης -προφανώς κατά τις αρχές του λειτουργισμού (φονξιοναλισμού)-, γρήγορα ξεπεράστηκε, λόγω του ρόλου που στην πορεία απέκτησε, ως πεδίο ανθρώπινης παραγωγής -όπως αυτή κάθε φορά εννοούνταν. Το ζήτημα που σήμερα τίθεται, αφορά το ρόλο της πλατείας σε σχέση με το παρελθόν της. με άλλα λόγια, ποιο το παρόν και το μέλλον της, σε σχέση πάντα με την αποστολή της στο χώρο. Η πλατεία εξακολουθεί να «παράγει» όπως παλιά; Εξακολουθεί ν’ αποτελεί το ξάνοιγμα στο φτιαχτό χώρο, το κενό που γεμίζει με ανθρώπους, με ιδέες και δραστηριότητες; Έχει ρόλο στη λειτουργία της πόλης και της κοινωνίας, κι αν ναι, πώς εννοείται και πώς πραγματώνεται;

Ο νεολογισμός «πάμε πλατεία;»5, δύο πράματα μπορεί να σημαίνει. Αφενός χαρακτηρίζει συμπεριφορές ανθρώπων, ενδεικτικές του τρόπου της ζωής τους, όπου η ελαφρότητα, η αργία, η ευδαιμονία, η μακαριότητα βρίσκουν πεδίο έκφρασης (και) στο χώρο της πλατείας. Αφετέρου εννοείται ως ενσυνείδητη προτροπή για κοινωνικότητα και χορεία. Στην όλβια ακινησία της ανέγνωμης μάζας λοιπόν, αντιπαρατίθεται, μεμίγνεται ή παραλλήλως υπάρχει η ενέργεια της ζώσας κοινωνίας, που θέλει να εκφραστεί επικοινωνώντας κι όχι απλά συνευρισκόμενη. Τα παραπάνω συνθέτουν απλά την έκφραση στο δημόσιο χώρο, που, τελικά, αποτελεί τον καθρέπτη της κοινωνίας.

Φωτ.: Η πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα ως «πλατειά οδός».

Η αλλοτινή αστική πλατεία6 αποτελούσε πεδίο δραστηριοποίησης του ανθρώπου, αποτελούσε θα λέγαμε πεδίο ενέργειας, μέρος στο οποίο «ασκούνταν» ως ον κοινωνικό και πολιτικό. Ήταν σημείο αναφοράς, ήταν αφετηρία, πορεία και τέρμα ενεργειών, κέντρο-εστία του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτιστικού βίου του7. Οι επαναστάσεις στις πλατείες, οι συγκεντρώσεις σε αυτές, οι ατέλειωτες πολιτικές συζητήσεις στα ανθρώπινα πηγαδάκια των άοκνων αγορητών, οι συναντήσεις, οι συνευρέσεις εκεί, οι συνεχείς περιδιαβάσεις και το «λιώσιμο» των πλακών από τους επίμονους περιπατητές, δεν αποτελούσαν τίποτε περισσότερο από εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής του τοτινού αστού, που ικανοποιούσαν βασικές του ανάγκες: της συναναστροφής, της συλλογικότητας, της συνεύρεσης, της επικοινωνίας, της επαφής, της γειτονίας. Είχε, συνεπώς, βαθύτερο λόγο η ανθρώπινη παρουσία στις πλατείες, δεν τις γέμιζε απλά: τις πλάταινε, τις βάθαινε. Οι πλατείες, έτσι, μιλούσαν, αντηχούσαν, είχαν ενέργεια. κι αυτό γιατί ήταν κατάφορτες με γεγονότα, με παραστάσεις, με βιώματα, με συναισθήματα, με αξίες. Εκεί, στο κενό της πόλης, στο άνοιγμά της, μπορούσες ν’ ανασαίνεις κι ελεύθερος να αισθάνεσαι. να επικοινωνείς, να εκφράζεσαι, να δρας. Αυτή ήταν η χρήση, αυτός κι ο ρόλος της πλατείας παλιά, ένας ρόλος ουσιαστικός, τον οποίον η ελληνική κοινωνία είχε πολύ εκτιμήσει.

Φωτ.: Η πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, κατακλυσμένη από τραπεζοκαθίσματα το 1956 (χαρακτηριστική φωτογραφία του Δ. Α. Χαρισιάδη, αρχείο Μουσείου Μπενάκη).

Από την άλλη πλευρά, η σημερινή αστική πλατεία, λίγο «ανασαίνει», λίγο «μιλά». Άνθρωποι σιωπηλοί, τραγικοί -οι μετανάστες της απόγνωσης-, την καταλαμβάνουν, άνθρωποι λίθινοι, σκιές, γρήγοροι στανικοί διαβάτες, την προσπερνούν. Τα αναψυκτήρια, τα εστιατόρια, τα καφέ-μπαρ κ.ά. την πνίγουν, μέρος κι αυτά ενός ανούσιου, ψυχρού -επιχειρηματικού κατά το πλείστον- σκηνικού, στο οποίο οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν, δε λογιάζουν, απλά ανεμελούν, απλά αδιαφορούν, απλά υπάρχουν, σκοτωμένοι από το δράμα των καιρών, σ’ έναν χώρο που κατά συνθήκη τον αποδέχονται. θα μπορούσαν για τον ίδιο λόγο να βρίσκονται κι αλλού. Η απουσία επικοινωνίας, ο μη διάλογος -αφενός του ανθρώπου με τα γύρω του, αφετέρου μεταξύ των στοιχείων που συνθέτουν το χώρο-, διαμορφώνουν μιαν αδιάφορη κατάσταση, στην οποία κυριαρχεί η κενότητα (η έλλειψη επικοινωνίας, η έλλειψη συναισθημάτων, η έλλειψη δράσεων κ.ά.) Η κενότητα, ως αφηρημένη γεωμετρική έννοια που είναι, γεμίζει το χώρο και τον χαρακτηρίζει. Στον ασφυκτικά περικλεισμένο χώρο, εξαντλείται κατά το μάλλον ή ήττον και η ιδέα του ανοικτού πεδίου, του ξάγναντου, αφού τα υπερμεγέθη για την κλίμακα της πλατείας κτίρια, την περισφίγγουν κατά τρόπο που η θέαση του ουρανού να εκλαμβάνεται ως οπή στο γκρίζο σκίαστρο της πόλης.

Οι σημερινές αστικές πλατείες, όπως και άλλες μορφές κοινοχρήστων αστικών χώρων, μετατρέπονται σε πεδία άσκησης επιχειρηματικών κι εμπορικών δραστηριοτήτων, με την κατασκευή -φαραωνικών διαστάσεων συνήθως για τη μικρή χωρική κλίμακα του ανοικτού πεδίου- αναψυκτηρίων, εμπορικών κέντρων, εγκαταστάσεων που μόνον κατ’ όνομα εξυπηρετούν τον αθλητισμό ή τον πολιτισμό κ.ά., μ’ αποτέλεσμα -εμμέσως πλην σαφώς- να χάνεται η πρωταρχική-ουσιαστική χρήση τους και ο προορισμός τους. Τούτο οδηγεί σε ιδιότυπη ιδιοποίηση του κοινόχρηστου χώρου, με παράλληλη αμφισβήτησή του ως δημοσίου αγαθού, αφού η ανταλλακτική αξία που του αποδίδεται, τον καθιστά πεδίο δραστηριοτήτων ιδιωτικοοικονομικής φύσης. Η ευρύτατη και -δυστυχώς- μη συνειδητοποιημένη ανατροπή που επιφέρεται, έχει να κάμει με τη φύση των σχέσεων που αναπτύσσονται στον κοινόχρηστο χώρο, αφού ο δέκτης-κοινωνός άνθρωπος μετατρέπεται σε πελάτη-καταναλωτή και περιβάλλεται με τα κριτήρια της ιδιωτικότητας και του κέρδους. Εντέλει, το δικαίωμα να δρας ως πολίτης, ασκώντας τα πολιτικά σου δικαιώματα στο δημόσιο χώρο, αντικαθίσταται από το δικαίωμα του πελάτη, βάσει του οποίου αναπτύσσεται σχέση συναλλαγής με αντικείμενο το εμπορικό-υλικό αγαθό, κάτι που οπωσδήποτε λειτουργεί καταχρηστικά έως κατασταλτικά στη λειτουργία του κοινοχρήστου χώρου ως δημοσίου αγαθού και στην απόλαυσή του ως τέτοιο8.

Φωτ.: Η μικρή πλατεία των Τριών Ναυάρχων στην Πάτρα κατειλημμένη σχεδόν στο σύνολό της από ταβέρνες και καφετέριες.

Είναι χαρακτηριστικό, ως μια πιο light εκδοχή της πλάνης της σύγχρονης αστικής πλατείας (ή της ανθρώπινης απόγνωσης;), το γεγονός που παρατηρείται, ότι πολλές -συνοικιακές κυρίως- πλατείες μετατρέπονται σε παιδότοπους, μετατρέπονται σε γήπεδα ποδοσφαίρου, σε αλάνες κατά μία έννοια (λόγω έλλειψης, προφανώς, αθλητικών χώρων στη γειτονική αστική περιοχή), απογινόμενες έτσι, αποκλειστικά πεδία διοχέτευσης της εγκλεισμένης ενέργειας των ελληνοπαίδων, πεδία χρήσης δηλαδή κι εξυπηρέτησης συγκεκριμένης ανάγκης, κι όχι πεδία παραγωγής, όχι πεδία παίδευσης, κατατριβής και κοινωνικής επαφής, όχι πεδία αναψυχής. Έτσι η αστική πλατεία παύει να είναι πολυλειτουργική, παύει να είναι πολλαπλώς χρηστική, αφού μία χρήση της (αυτή του παιχνιδιού) γίνεται κυριαρχική κι ενεργείται σε βάρος των άλλων9.

Η αστική πλατεία σήμερα δεν είναι βουλή10, δεν είναι θώκος, δεν είναι αυλή (με την έννοια της συμμετοχής των ανθρώπων στο κοινωνικό γίγνεσθαι, με την έννοια της γειτονίας). Είναι πεδίο, είναι πλάνο, είναι οδός. Δεν εξασκεί, δεν παιδεύει. κρυερά τέρπει, πληκτικά ξοδεύει, αόριστα υπάρχει.

Ο αντίθετος ισχυρισμός θα υποστήριζε τα εξής: η πόλη άνοιξε, χώρεσε τα πάντα μέσα της, τα ενέταξε, τα έκανε μέρος της, χωρίς να απαιτείται η διακριτή χρήση των κενών για να εκφραστεί. Τα στέκια, οι γειτονιές, οι αυλές, οι παρέες έχουν μετουσιωθεί (θα ήταν ορθότερο να λέγαμε ότι έχουν εξαφανιστεί) και δε θεωρείται πλέον ο δημόσιος χώρος λειτουργικό πεδίο άσκησης κοινωνικότητας, πολιτικής διαπάλης ή αναψυχής. Η συλλογικότητα, η επικοινωνία, η επαφή απαιτούν πλέον τη χρήση μέσων (ηλεκτρονικών ή μηχανικών) για να εκφραστούν, αφού τα χαρακτηρίζει η ευρύτητα, η απόσταση, η διάχυση, η συνεχής αναζήτηση. Ο στενός ορίζοντας ενός πεδίου (του δημοσίου χώρου) φαντάζει εξαιρετικά μικρός και περιοριστικός για τα τόσα που πρέπει να ειδωθούν και να εκφραστούν. Ας απελευθερωθούμε λοιπόν, ας πετάξουμε. Και σε τελική ανάλυση, θέλουμε φρούρια, θέλουμε κάστρα εντός της πόλης; Θέλουμε μικρές ουτοπίες σ’ έναν κόσμο που τον ρεαλισμό του ζει και προχωρά;

Η τεχνοκρατική (η νεωτερική) αντίληψη παραγωγής πόλης, παραπέμπει στη σκόρπια πόλη, που της αποδόθηκε (με σκωπτική διάθεση βεβαίως) ο όρος μετάπολη (Γ. Σημαιοφορίδης, 1998). Η πόλη πρέπει να «χυθεί», να απλωθεί, να φύγει μπροστά, χωρίς τείχη και φραγμούς. Πρέπει να πάψει να φυγομαχεί με τα όριά της, πρέπει ν’ αφεθεί. Στο πλαίσιο αυτό, οι όποιες προσπάθειες ρήξης με το παρελθόν, αλλά και με το παρόν της πόλης, κρίνονται επιβεβλημένες. Όχι στην παραδοσιακή «ασφυκτική» πόλη, με τους δαιδάλους της και τ’ αδιέξοδά της, στην οποία το (κάθε) άνοιγμα (ο ελεύθερος χώρος) φαντάζει ως σωτηρία. Όχι στην προσκόλληση στο παρελθόν σ’ ότι αφορά στη δημιουργία, όχι στη συνέχεια. το νέο δεν πρέπει να εγκλωβιστεί στο παλαιό, η δημιουργία πρέπει ως γέννημα ν’ αναφανεί -αντί της μετάπολης, ο καθηγητής Δημήτρης Φατούρος προτείνει την πολυ-πόλη, η οποία είναι πολύ-πολική (οργάνωση κατά πόλους μικροπόλεων), με διαφορετικούς βαθμούς και τρόπους συγκρότησης.

Νάναι άραγε λόγος αυτός, που η πλατεία γνωρίζει την απαξίωση; Νάναι ότι πρεσβεύει -η αντίστασή της στη σύγχρονη πόλη, στο status της αταξίας ή της σκόρπιας οργάνωσης που επιδιώκεται-, αυτό που την κάμει ουτιδανή; Ο δημιουργός προχωρά καταιγιστικά. Ως υπέρβαση, ως επανάσταση το εννοεί. όμως, μην η τολμητία του είναι προϊόν της σύγχυσής του; Μην παρανοεί εξωθώνοντας το δημιούργημα στα όριά του, ξεπερνώντας τις αντοχές του συστήματος, υπερβαίνοντας τα μέλλοντα;11.

Φωτ.: Πλατεία Αγ. Μελετίου Σεπολίων στην Αθήνα. Ο νέος ναός (επάνω φωτογραφία) «πήρε» μέρος της κατάφυτης μικρής πλατείας, ενώ και ο παλαιός (κάτω φωτογραφία) παρέμεινε! Το αποτέλεσμα είναι να υφίστανται δύο ναοί στην πλατεία. Ελληνικό φαινόμενο;

Η επιστροφή στις ρίζες, σ’ ένα πρωτογενές θεμελιακό αξιακό σύστημα, παραγωγής και συντήρησης μικρών ελπίδων, μήπως τελικά διαμορφώνει την προοπτική μας; Ναι, λοιπόν, στις μικρές ουτοπίες -εάν έτσι τις θεωρήσουμε-, γιατί το όνειρο συντηρούν, γιατί το κρατούν ζωντανό: το όνειρο της λύτρωσης. Μια ποιότητα, ένα σκαλί κάθε φορά είναι η λύτρωσή μας, γι’ αυτό και πρέπει όρθιο να κρατείται ότι σε τούτο κατατείνει. Ο Le Corbusier είχε σοφά πει στη Χάρτα των Αθηνών: «Η πόλη, επειδή είναι μια “μικρή πατρίδα”, είναι φορέας ενός ήθους που είναι αξεδιάλυτα δεμένο μαζί της». Το ήθος της πόλης λοιπόν πρέπει να διαφυλάξουμε, γι’ αυτό και τις ποιότητές της δεν πρέπει να καταστρέψουμε. Όχι στους ξερότοπους, όχι στους πνιγηρούς τόπους, τους υπόδουλους, που η σύγχρονη πόλη θέλει να προβάλει ως ικανούς για τη λειτουργία της. Όχι στην αφομοίωση που σβήνει την ομορφιά, που τη διαλύει κάτω από το φάσμα της σιδηράς, ψυχρής εξουσίας της. Στους τόπους τους μικρούς, η ελπίδα υπάρχει ως αντίσταση στη σκληρή, απόλυτη πόλη. Στους τόπους αυτούς, τους δημόσιους, μια συνείδηση χρέους θα πρέπει ν’ αναπτυχθεί. Μια συνείδηση που θα τους προστατεύσει, θα τους ανάγει, θα τους κάμει ιδικούς μας. Ναι, εντέλει, στα κάστρα εντός της πόλης, εάν σε τούτο οδηγούν: στο να γίνεται η πόλη περισσότερο ανθρώπινη, λιγότερο σκληρή, περισσότερο ζεστή κι άμεση. Χρειάζονται να υπάρχουν ως πηγές, ως ανάσες, ως αντίσταση. κι άμποτε να έλθει η μέρα, η ανθρώπινη πόλη να τα δεχθεί ως μέρος της, γιατί η ίδια, παρά τα όσα υποκριτικά ισχυρίζεται, τα αποβάλλει και τα φτονεί.

Ας δούμε και τούτον τον ισχυρισμό: οι καιροί έχουν αλλάξει, ο κόσμος τρέχει διαρκώς κι ακαταπαύστως, δαπανάται σε συλλογισμούς κι έγνοιες, αποσπάται σε θεάματα, ζει την έντασή του και φαίνεται -στο υλικό του πάθος- να την απολαμβάνει (sic). Ποία η χρεία της «νωχελικής» πλατείας λοιπόν, σ’ έναν κόσμο που η συνεχής δραστηριότητά του δεν του αφήνει χρόνο να αισθανθεί, να νιώσει το χώρο, πολύ δε περισσότερο να τον βιώσει; Γιατί η πλατεία να του είναι αναγκαία, όταν τα ελαφρά που τον αλαφρώνουν -και τού είναι σημαντικά στην πυρετική του ζήση-, τα βρίσκει στο άμεσο προσωπικό του πεδίο -τις περισσότερες φορές, με το πάτημα ενός κουμπιού- ή στις καθιερωμένες μορφές διασκέδασης, χωρίς ο ελεύθερος χώρος να του κινεί το ενδιαφέρον να τ’ αναζητήσει σε αυτόν; Υπό τούτη την έννοια, η πλατεία αποκτά την κυριολεκτική της σημασία, ως «πλατιά οδός» -πατιέται, δεν περπατείται-, γι’ αυτό κι ο άνθρωπος αδιαφορεί για το μέλλον της. η πλατεία αφήνεται στην τυχαιότητά της ή στην κακουργία των διαχειριστών της.

Όμως, πόσο ανέλπιστα αποζητιέται όταν οι αποκαμωμένοι αστοί συνειδητοποιήσουν τ’ αδιέξοδά τους, όταν η φθορά κινήσει βαθιά τους συναισθήματα και τους συγκινήσει, όταν η δολία ισοπέδωση παρασύρει κι αυτούς και νιώσουν απειλητικό τον κίνδυνο του πνιγμού στο τίποτα!.. Τότε θα επιζητήσουν το άϋλο, το απλό, το μικρό. Στο άφορτο, στην απλωσιά, στο ξάγναντο η ελπίδα. Εκεί όπου η ζωή εκφράζεται, σε χώρους ανθρώπινους, τους δημόσιους χώρους, το μέλλον…

Η σύγχρονη αστική πλατεία ως μη-τόπος

Γιατί θεωρούμε τη σύγχρονη αστική πλατεία ως μη-τόπο; Γιατί πικρά τη βλέπουμε; Γιατί σκληρά την κρίνουμε; Η απάντηση απλή: η σύγχρονη αστική πλατεία έχασε την ουσία της, έχασε την ψυχή της. Άχνωτη, κενή, παράταιρη στο σημερινό γίγνεσθαι -στο κατεστημένο της οικτρής υποταγής στη σκλήρυνση των καιρών-, αποξενωμένη από τα γύρω της, από την ιστορία και το φάσμα της, απομεμακρυσμένη από την αποστολή της, παραδέρνει στο υπόφαιο σκότος της εγκατάλειψής της.

Ας αναρωτηθούμε: Ποια η αξία ύπαρξης πλατειών χωρίς τους ανθρώπους της; Ποιος ο λόγος ύπαρξης του κενού όταν δε γεμίζει με ζωές. που όμορφα το πληρούν χωρίς να το κάμουν φορτικό. Οι σκιές, οι άψυχες ζωές -οι άδειες, οι χωρίς ενέργεια-, δεν το γεμίζουν, το αφήνουν τραγικά αδειανό. Ο χώρος απαιτεί πλήρωση, θέλει ενέργεια για να γεμίσει. Η έλλειψη αυτής, βαθαίνει το κενό, ανοίγει το χάσμα του.

Όταν ο χώρος διεκδικείται (κι «αξιοποιείται»!) ως τέτοιος κι όχι ως τόπος, τότε το σχήμα δε γεμίζει και δεν υψώνεται, δε μετουσιώνεται σε σώμα, και η αποστολή του κενού -στο να γεμίσει με ζωή-, έχει αποτύχει. Στην πόλη, μπορεί να δημιουργούμε κενά, που αποκτούν τα τυπικά -χωρικά και λειτουργικά- χαρακτηριστικά για να θεωρηθούν πλατείες, όμως, όταν αυτά δεν αποτελούν μέρος του ανθρώπινου γίγνεσθαι, του «λειτουργείν» και του «παράγειν», όταν αξιακά παραγράφονται και δεν εντάσσονται ενεργά στον κόσμο -και το βίο- του ανθρώπου, τότε παραμένουν -τραγικά- κενά.

Πότε ο χώρος γίνεται τόπος; Πότε το σχήμα γίνεται σώμα; Ο καθηγητής Ν. Κ. Μουτσόπουλος προσδιόρισε τον χώρο ως «τον τόπο που “χωράει”, αλλιώς θα ήταν “αδιαχώρητος”»12. Όταν ο χώρος γεμίζει με ανθρώπους, με τις δραστηριότητές τους, με συναισθήματα, με οράματα, με προσδοκίες, με όνειρα, όσο είναι γεμάτος με τα αποτελέσματα της δραστηριότητας των ανθρώπων, γεμάτος με αντικείμενα που αφήνει ο καθένας στο πέρασμά του, όταν -θα προσέθετα- είναι γεμάτος με ψυχές, τότε γίνεται τόπος (Στεφάνου Ι., 2005). Ο Marc Auge καθόρισε ως μη-τόπο το χώρο που δεν είναι ανθρωπολογικός, καθότι οι ανθρωπολογικοί χώροι δημιούργησαν έναν οργανικό δεσμό μεταξύ των ανθρώπων και των στοιχείων του χώρου, που διαχέεται σε αυτόν και τον καθορίζει (M. Auge, 1992). Όλα συνεπώς που κάμουν το χώρο να «μιλά», ν’ «ανασαίνει», κείνα που τον κάμουν ζωντανό, που τον γεμίζουν με περιεχόμενο, τον κάμουν τόπο.

Φωτ.: Που εχάθη η Ακρόπολη; Με το τοιχίο της αναμορφωμένης πλατείας Ομονοίας το 2002, εχάθη η θέα της Ακρόπολης από τη λεωφόρο της 3ης Σεπτεμβρίου. Παράδειγμα υποβάθμισης του αστικού ελεύθερου χώρου εξαιτίας της αναμόρφωσής του. Υπογραμμίζεται ότι η επιλογή της συγκεκριμένης θέσης κατασκευής της πλατείας Ομονοίας αποσκοπούσε στο να γίνεται ορατή από το σημείο αυτό η Ακρόπολη, ως έχουσα από εκεί την καλύτερη γωνία θέασης.

Τόπος είναι το δημιουργημένο, το ανθρώπινο. μια -κατά το μάλλον ή ήττον- ολότητα. ολότητα ζωής, ιστορίας, μνήμης, τέχνης (πολιτισμού γενικότερα), μύθου, κοινωνικότητας. Είναι το παραγόμενο που φτιάχτηκε για να μιλά, για να είναι ζωντανό, για να προσφέρει, για να αντλεί και να εκπέμπει. Ως τέτοιο έχει αξία, ως τέτοιο έχει αποστολή. Εάν αποφεύγεται, εάν για κάποιο λόγο μεταπίπτει σε αχρησία, εάν απαξιώνεται στη συνείδηση των δημιουργών του (του λαού, δηλαδή) και μεταπίπτει σε έρημο, τότε παύει να είναι ζωντανό, παύει να έχει αποστολή. Παύει, συνεπώς, να είναι τόπος, αφού ως δημιουργία αρχικά θεωρήθηκε, έπαυσε όμως στη συνέχεια ως τέτοια να υφίσταται13.

Ο άνθρωπος απουσιάζει από τις σημερινές αστικές πλατείες. Τις πατά, τις προσπερνά, δεν τις περπατά -«…στις σύγχρονες πόλεις έχει χαθεί το περπάτημα», διαπίστωνε το έτος 1943 ο εμβληματικός αρχιτέκτονας Le Corbusier στην πρώτη έκδοση της Χάρτας των Αθηνών. Τις διέρχεται, δεν τις περιηγείται. Η κίνηση και η στάση τις χαρακτηρίζει, στα πλαίσια όμως της πόρεψης, της περιπέτειας του ανθρώπου στους δαιδάλους της σύγχρονης πόλης. Η προσπελασιμότητα είναι το επιζητούμενο σε αυτές. γι’ αυτό και φροντίζεται ως αξιοθέατα να δομούνται. Δια τούτο, η κολακεία του οπτικού νεύρου είναι κυρίαρχη. Η οπτική φυγή του αστού στο κενό της πόλης, αναγκαία στο κλίμα της βιάσης και του πυρετού του, ικανοποιείται με τη δημιουργία και προβολή αισθητικών στοιχείων-συνθέσεων, που απαλύνουν την αίσθηση του κενού και γεφυρώνουν το χάσμα της επικοινωνίας του με το χώρο.

Από τον παραπάνω κανόνα δεν ξεφεύγει ούτε και η ιστορική αστική πλατεία (όπως, π.χ., η πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο), αλλά ούτε και η δυτικότροπη πολιτιστική-μνημειακή αστική πλατεία (όπως, π.χ., η πλατεία Αριστοτέλους στη Θεσσαλονίκη), οι οποίες είθισται να λειτουργούν ως αξιοθέατα (ως atraction), αφού η αποστασιοποίηση του ανθρώπου από την ιστορία και το παρελθόν του τόπου, είναι δεδομένη. Βέβαια, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι στις περιπτώσεις αυτές η ιστορικότητα ή το πολιτιστικό ενδιαφέρον των πλατειών αποπνέει μιαν ευλαβικότητα, έναν σεβασμό, μια μεγαλοπρέπεια, που μοιραία οδηγεί σε ανάταση, φορές σε εξύψωση –αν κι αυτό προϋποθέτει προηγούμενη σπουδή κι επίσκηψη. Ως εκεί φτάνει όμως η όποια ουσιαστική προσέγγιση του χώρου. Διότι συνήθως, με τον εμπλουτισμό του με αισθητικά στοιχεία για την εύκλεια προβολή του υλικού, επιδιώκεται η έλκυση του αδιάφορου και -τις περισσότερες φορές- απαίδευτου ανθρώπου-καταναλωτή, ώστε τούτο να γίνει αποδεκτό κι αισθητικά καταναλώσιμο. Μοιραία λοιπόν ο χώρος μετατρέπεται σε θέαμα, σε αξιοθέατο. Παύει η ιδέα σε αυτόν, ενώ έχει χαθεί και η υποβλητικότητα της λιτότητας και της δωρικότητάς του. Το βλέμμα υποκαθίσταται από τη ματιά, το συναίσθημα από την αίσθηση. Τούτο οδηγεί σε αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο, που είναι η ανάδειξη-προβολή της ιστορικότητας του χώρου, ακόμη και της μνημειακότητάς του, στα πλαίσια μιας δομικής ολότητας, αφού ο χώρος αποσυνέχεται, διασπάται κι αυτοαναιρείται, με τη σκηνική προβολή του. Έτσι, κείνο που αποκομίζεται από τον παρατηρητή είναι μια εντύπωση θαυμασμού, όχι για τη δημιουργία, αλλά για το κατασκεύασμα. Και τούτο διότι ο άνθρωπος δεν λειτουργεί ως συμμέτοχος, ως θεωρός, παρά ως καταναλωτής εικόνων, και φροντίζεται όμορφα αυτό που επιθυμεί να του προσφέρεται.

Ο άνθρωπος δεν «αισθάνεται» πια τις πλατείες, δεν τις νιώθει, δεν ενσκήπτει σε αυτές, ακριβώς γιατί δεν τις βιώνει, γιατί είναι αποστασιοποιημένος από τη φύση τους. Τις χρησιμοποιεί, είτε ικανοποιώντας λανθάνουσες ανάγκες του, καθιερωμένες απολαύσεις του, στα πλαίσια ενός βίου τακτικού-τεχνοκρατικού (η πλατεία ως πεδίο κατανάλωσης, διασκέδασης, διαφήμισης), είτε γιατί τα βήματά του στους λαβυρίνθους της πόλης τον φέρνουν σε αυτές, οπότε αναγκαστικά τις διέρχεται (η πλατεία ως πλατύς δρόμος). Όμως -τι ειρωνεία! -, τούτο που δημιουργήθηκε από τον ίδιο ως πεδίο διοχέτευσης της ενέργειάς του κι αποτέλεσε τη χωρική συνισταμένη πορειών και δράσεων, έχει αφεθεί στην αδιαφορία της διέλευσης: ταχέως ή χασμωδώς την προσπερνά, μη λογιάζοντας για τα σκόπιμα, τα ιδικά του -δεν είναι ξυπνητός με τα γύρω του, δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία τους.

Η πλατεία, στη συνείδηση του σύγχρονου αστού αποτελεί χρήση, κι αυτό την κάμει αδιάφορη. Δεν τη νιώθει (ο αστός) οικεία, δεν έχει ερεθίσματα γι’ αυτήν. Δεν είναι μέρος του περιβάλλοντός του, δεν είναι καν η εξοχή που επιθυμεί. Είναι απρόσωπη επίπεδη επιφάνεια, χωρίς περιεχόμενο, που τη χαρακτηρίζει η έλλειψη επικοινωνίας και διαλόγου του πολίτη με τα στοιχεία του χώρου, αλλά κι αυτών μεταξύ τους (υπάρχει έλλειψη επαφών, συναισθημάτων, δράσεων). Εντέλει, η πλατεία για τον αστό είναι έρημος, μια έκφραση της στειρότητας και σκληρότητας της πόλης. Αποτελεί μέρος ενός σκηνικού που αύριο μπορεί ν’ αλλάξει και να επαναδιαμορφωθεί. Είναι μέρος ενός συστήματος κι όχι μιας σχέσης, κάτι που κάμει τα γύρω να μοιάζουν ψυχρά υλικά συγκεκριμένης χρήσης. Η αντιμετώπιση αυτή καθιστά τον τόπο «άπληρο», ανεπαρκή, και η σύνολη κενότητα, τον καταβιβάζει σε χώρο.

Φωτ.: Η πλατεία των Ποιητών στο Περιστέρι τον χειμώνα του 2003, την περίοδο της κατασκευής της. Τόνοι μπετόν στη δύσμοιρη πόλη…

Επεκτείνοντας τον παραπάνω συλλογισμό, διερωτόμαστε: να είναι άραγε αυτός ο λόγος που οι πλατείες σήμερα φυτεύονται (έστω κι αν λειτουργούν ως ταρατσόκηποι, όπως, π.χ., η Ομόνοια), που γίνονται άλση, κήποι, πάρκα. λόγω της ανάγκης να γίνουν τόποι; Μήπως το κενό απαιτεί να γεμίσει με το έμψυχο που λείπει και στον άνθρωπο δεν ανευρίσκεται; Μήπως τελικά οι ίδιες οι πλατείες, ως κατασκευάσματα κι όχι ως δημιουργίες, με την εικόνα τους (τη διαμόρφωσή τους και τα υλικά τους), γίνονται ψυχρές κι άζωες, διώχνοντας τον άνθρωπο, γι’ αυτό και φυτεύονται. για να γίνουν ζεστές, ανθρώπινες, για να γίνουν τόποι;

Βέβαια, η φύτευση των αστικών πεδίων αποτελεί τη μια εκδοχή σ’ ότι αφορά στη λειτουργία της πόλης. Η άλλη, που κατά βάσιν είναι κυρίαρχη, παραπέμπει σε καταστροφή του πρασίνου των ελεύθερων χώρων και σε κατάληψή τους, χάριν της επιχειρηματικής εκμετάλλευσής τους, στην απώλεια της θέας και της προοπτικής των ανοικτών πεδίων, με χρήσεις ή κατασκευές αποκλεισμού τους, στην χρηστική -για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος!- εκμετάλλευσή τους στα πλαίσια της κοινοχρησίας τους (δημιουργία αθλητικών, πολιτιστικών κ.ά. εγκαταστάσεων σε αυτά) κ.τ.λ.

Τελικά, η σημερινή αστική πλατεία είναι αφιερωμένη στους ανθρώπους της; Είναι προορισμένη γι’ αυτούς; Οι ίδιοι απαντούν με την -πολλαπλώς εννοούμενη- απουσία τους! Έτσι, αφού η γενικώς εννοούμενη στειρότητα του χώρου, δε μπορεί να καλυφθεί με τους «ανύπαρκτους ανθρώπους», που δεν αισθάνονται και δεν ενεργούν στο χώρο αυτόν, φαίνεται ότι απαιτείται να εισέλθει η φύση στα κενά της πόλης για να τη γεμίσει.

Ο ρόλος του φυτού στην αστική πλατεία, άλλοτε και τώρα

Ο άνθρωπος με τη στάση του, με τον τρόπο ζωής του, παραχώρησε το δικαίωμά του, της πλήρωσης του χώρου, στη φύση. Σήμερα βλέπουμε τις πλατείες να φυτεύονται, και τη βλάστηση να προβάλει ως κυριαρχούν στοιχείο στο χώρο, κατά τρόπο που κάθε άλλο παρά ως αισθητική αισθητική παρέμβαση λογίζεται, αλλά ως συμπλήρωση με ζωή του άπληρου κι άζωου σκηνικού (βλέπε τις περιπτώσεις τέτοιων αστικών πλατειών στην Αθήνα, ήτοι: Ομόνοια, πλατεία Συντάγματος, πλατεία Βάθη, πλατεία Κολωνακίου, πλατεία Εξαρχείων κ.ά.) Τούτο φαίνεται να συμβαίνει: αφού η πλήρωση τού κενού δεν είναι από τον άνθρωπο θεμιτή/δυνατή, αφού τις ανάγκες του δεν εξυπηρετεί, αποδίδεται στη φύση, για ν’ αποκτήσει ο χώρος αποστολή. Κι αυτό εντέλει φαίνεται να είναι μια ωραία πρωτοβουλία, μια όμορφη παρέμβαση εις όφελος του αστού!..

Ο άνθρωπος «έδωσε τόπο» στο χώμα, στο φυτό, κι άφησε το φυσικό στοιχείο να καλύψει και να πληρώσει αστικά κενά (όπου, φυσικά, δεν αλλοιώθηκαν ή εξαφανίστηκαν αυτοί οι χώροι από αλλότριες χρήσεις). Αυτό προέκυψε αυθόρμητα, φυσιολογικά, διότι η πλακοστρωμένη πλατεία, από ένα σημείο και ύστερα, βαδίζοντας στα χνάρια του σύγχρονου και του ουτιδανού, φάνηκε ξένη στον αστό. η σφράγιση της γης τού φαινόταν εχθρική. Κι επιζήτησε ότι η άσφαλτός και το τσιμέντο τού στέρησαν: το γήινο. Σκέφτηκε: Γιατί οι πλατείες ν’ αποστερούν από το οικοσύστημα της πόλης το πολύτιμο έδαφός του, τα φυτά, τις ευωδιές και τα χρώματα της φύσης;14 Και τ’ αναζήτησε επαναφέροντας τη χαμένη φυσικότητα. Μια επιστροφή λοιπόν στο πρωτογενές, ένας τυραγνισμός για την αγνοημένη φυσική ζωή, ένας επανακαθορισμός της φυσικότητας, μια επανασύνδεση με το κοιμώμενο ορμέφυτο της δημιουργίας, μια ανάγκη για παραγωγή φύσης, στα πλαίσια του επαναπροσδιορισμού αντιλήψεων και προτύπων, για να συνεχίσει να υπάρχει ζωή στην πόλη. για τούτα, η πλατεία αναθεωρείται αποδιδόμενη στη φύση15.

Το φυτό στον αστικό χώρο δεν πρέπει να αγνοείται και ο ρόλος του να παραβλέπεται. Αυτό, με την κατάλληλη παρουσία, σύνθεση και διάταξη, προσφέρει οικολογικά, κλιματικά, αισθητικά, ενώ δεν πρέπει ν’ αγνοείται και η παιδευτική του σημασία, μέσω της καλλιέργειας ποιοτήτων (συναισθηματικών, ψυχικών, αισθητικών, οικολογικών), που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον αστό και ν’ αντικατοπτρίζονται στην πόλη του16. Στις σημερινές, όμως, τραγικές (ελληνικές) πόλεις -ακριβώς και λόγω της έλλειψης του πρασίνου-, ο αστός καταπνίγεται, μαραζώνει, φθίνει, σ’ ένα περιβάλλον ασφυκτικό κι άρρωστο. Καθίσταται, έτσι, επιτακτική η ανάγκη φύτευσής τους, για να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Μοιραία επομένως προκύπτει το ερώτημα, κατά πόσον σ’ ένα τέτοιο αρμαγεδδωνικό αστικό περιβάλλον, η παρουσία ενός πεδίου (της πλατείας), ενός ανοίγματος από το οποίο απουσιάζει η βλάστηση, είναι αρμοστή, ενδεδειγμένη κι αποδεκτή. Απαιτείται βέβαια να υπάρχει, για τον αερισμό, για τον καθαρισμό και την αποσυμφόρηση της πόλης -πέραν της εξυπηρέτησης κοινωνικών κι άλλων λόγων, που προαναφέρθηκαν-, όμως η φύτευση των πλατειών στους σημερινούς «άπνοους» καιρούς, μήπως επιβάλλεται; Η πόλη, ναι, ανασαίνει στις πλατείες, εφόσον όμως λειτουργεί ορθώς οικοσυστηματικά, γεγονός που σημαίνει ότι το πράσινό της θα πρέπει να είναι επαρκές και σωστά κατανεμημένο. Διαφορετικά, ο οικολογικός ρόλος των πλατειών δεν εκπληρούται. Τούτο γίνεται εμφανές στις σημερινές αστικές πλατείες της Αθήνας, που οι μικρές εξ αυτών (μέχρι 1 στρέμμα) υπερθερμαίνονται κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας η θερμοκρασία τους μειώνεται ελάχιστα, μ’ αποτέλεσμα να μη διαφοροποιούνται από το γύρω δομημένο χώρο (η θερμική νησίδα στους συγκεκριμένους χώρους συντηρείται λόγω των συνθηκών που διαμορφώνονται). Οι δε μεγαλύτερες εξ αυτών (των 5 έως 10 στρεμμάτων) εμφανίζουν ιδιαίτερα αισθητή μείωση της θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια της νύχτας στο κέντρο τους, ενώ με την απομάκρυνση προς την περιφέρειά τους, η αίσθηση της θερμοκρασιακής μείωσης εξαφανίζεται, χωρίς βέβαια η παρουσία τους να επιδρά στο γύρω δομημένο περιβάλλον. Το αντίθετο συμβαίνει όταν ο ελεύθερος χώρος είναι φυτεμένος και ιδιαίτερα όταν αποτελεί πάρκο ή άλσος (η ύπαρξη ξηροφυτικής βλάστησης σε πόλεις όπως η Αθήνα, είναι πολύ σημαντική, διότι δημιουργεί συνθήκες μειωμένης θερμοκρασίας κι αυξημένης υγρασίας, ιδιαίτερα κατά τη θερμή περίοδο του έτους). Στις περιπτώσεις αυτές παρατηρείται έντονη διαφοροποίηση των θερμοϋγρομετρικών συνθηκών από τον γύρω δομημένο χώρο, μ’ αποτέλεσμα να επηρεάζεται θετικά κι αυτός (οι μεγάλες θερμοκρασίες του θέρους αμβλύνονται στον δομημένο γύρω χώρο, λόγω της θετικής επίδρασης της βλάστησης).

Φωτ.: Η πλατεία των Ψηλών Αλωνίων στην Πάτρα, διαρρυθμισμένη σε πάρκο.

Από την άλλη πλευρά, το γεγονός της (διακριτικής συνήθως) φύτευσης της πλατείας μπορεί να το δούμε ως προσπάθεια αυτοπροβολής της, η οποία, για να κινήσει αισθήματα και να εγείρει εντυπώσεις, προσπαθεί με την εγκατεστημένη (φυτική) ζωή να παρακινήσει τον άνθρωπο εν αυτής. Ακόμη κι έτσι να το δούμε, δεν αποτελεί παρά απέλπιδα προσπάθεια του απονενοημένου αστού να κινήσει τον εαυτό του προς τα ένδον, προς τα αγνοημένα αξιακά του πρότυπα (της αισθητικής, της δημιουργίας, της ευαισθησίας κ.ά.), κάτι που ως θετικό μπορεί να λογιστεί, διότι δηλοί μια -έστω και παράωρη- αντίδραση σε αποδομήσεις και θυσιασμούς, μιαν αντίσταση στην απώλεια των ανθρώπινων ποιοτήτων.

Με τη φύτευση των πλατειών όμως, επέρχεται ουσιώδης μεταβολή στο χώρο. Το ανοικτό πεδίο κλείνει, τα φυτά το γεμίζουν και το μεταλλάσσουν σε χώρο κοινοχρήστου πρασίνου. Η πλατεία έτσι αποκτά τη μορφή πάρκου, άλσους ή κήπου και αλλάζει ο προορισμός της, μεταπίπτοντας (από ελεύθερο χώρο) σε αστικό πράσινο. Οι πλατείες, για να παραμένουν πλατείες, θα πρέπει η βλάστηση σε αυτές να μην κλείνει το πεδίο, το πλάτος τους να μην περιορίζεται, καθότι η ευρύτητα του πεδίου και η ανοιχτότητα τις χαρακτηρίζει, για να τις διέρχεται ο αστός, να κάμει τον περίπατό του, να παράγει και να ασκείται κοινωνικά σε αυτές.

Το ποιος προορισμός, της πλατείας ή του αστικού πρασίνου, είναι ωφελιμότερος για την πόλη, είναι σχετικό. Η πόλη, για λόγους οικολογικούς και κοινωνικούς, έχει ανάγκη το πράσινο, έχει όμως ανάγκη και τους ανοικτούς χώρους. Μολαταύτα, όταν οι ανοικτοί χώροι δεν επιτελούν το ρόλο τους και λειτουργούν ως έρημοι (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) στην πόλη, ενώ, από την άλλη πλευρά, το αστικό πράσινο παραμένει απελπιστικά λιγοστό, τότε ωφελιμότερο είναι οι πλατείες να φυτεύονται και να γίνονται πάρκα ή άλση17.

Παλαιά οι αστικές πλατείες φυτεύονταν, ήταν κήποι18. Μια ματιά σε φωτογραφίες και επιστολικά δελτάρια κείνης της εποχής, το πιστοποιεί αυτό. Μάλιστα, τοτινά έγγραφα και δημοσιεύματα (του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου) αναφέρονταν στον Κήπο της Ομόνοιας ή στον Κήπο της Πλατείας Λουδοβίκου (που εχάθη άδοξα όταν ο Κωνσταντίνος Κοτζιάς -Δήμαρχος Αθηνών το 1934 και Υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης το 1939- τον κατέστρεψε μετατρέποντας την έκταση σε «αληθινή» πλατεία, δηλαδή σε γυμνό τόπο!)19 Η τάση υπέρ του πρασίνου ήταν κυρίαρχη έναντι κάθε λογικής που αποσκοπούσε στο να γεμίσει ο κοινόχρηστος χώρος με -συνήθως ετερόκλητες- χρήσεις και να καταστεί (κατά την άποψη των επίδοξων αξιοποιητών του) πολλαπλά λειτουργικός. Η χρηστικότητά του «θυσιάζονταν» προς όφελος της προσφοράς του φυτού -είτε αυτό λογίζονταν ως οικολογική προσφορά, είτε ως αισθητική. Η φύση επιζητούνταν στο δημόσιο χώρο, τα φυτά «άνθιζαν» στις πλατείες. Τούτο μπορεί να εξηγηθεί ως προσπάθεια αποσύνδεσης από το στείρο παρελθόν (της Τουρκοκρατίας), όπου το φυτό απουσίαζε από τον κόσμο του Έλληνα, ή ως προσπάθεια πλήρωσης του κενού που η απουσία της φύσης δημιουργούσε στην πόλη. Ασυναίσθητα λοιπόν κυριαρχούσε η τάση υπέρ του φυτού, αφού επικρατούσε το ορμέφυτο της επαφής με τη φύση, με τη μάνα γη, έναντι της λογικής εκμετάλλευσης (με τη στενή ή ευρεία έννοια) του χώρου20.

Φωτ.: Η πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα. Είχε τη μορφή κήπου (από επιστολικό δελτάριο εποχής).

Με τούτο ως αρχή, στη μικρή πλατεία χωρούσαν-άρμοζαν το φυτό, ο άνθρωπος και οι δράσεις του. Εκείνο που κατά βάση τη γέμιζε και την ιδιαιτεροποιούσε ως ζωτικό χώρο, ήταν η ζωή. Γι’ αυτό και το φυτό αποτελούσε όχι μέρος του σκηνικού, αλλά βασικό-συστατικό στοιχείο του χώρου, αναγκαία παρουσία για τον άνθρωπο. Προσέφερε σκιά, προσέφερε δροσιά, προσέφερε προστασία, ήταν καταφυγή, ήταν συνήθεια, ήταν ο αέρας, ήταν η πνοή.

Φωτ.: Η πλατεία Εθνικής Αντίστασης (πλατεία Κοτζιά, αποκαλείται!) στην Αθήνα, μπροστά από το Δημαρχείο Αθηνών, άλλοτε και τώρα. Ο όμορφος κήπος με το εμβληματικό κτίριο του Δημοτικού Θεάτρου (έργου του Τσίλερ) έγινε μια δυτικού τύπου «άγονη» πλατεία!

Παρά ταύτα, οι πλατείες δε «χάνονταν» με τα πολλά φυτά, δεν αναιρούνταν ο ρόλος τους στην πόλη, δεν έχαναν την αποστολή τους. Δε διαμερισματοποιούνταν με τις (λελογισμένες, ομολογουμένως, και μικρής κλίμακας) κηποτεχνικές τους διευθετήσεις, διατηρούσαν ενιαία δομή, είχαν μία-συνεχή παρουσία, ήταν ανοιχτές, πλέριες, ήταν -με μια αναλογικά αρμονική παρουσία φυτών κι ανοιγμάτων- πεδία και γέμιζαν με τη ζωή του ανθρώπου και της βλάστησης. Αυτό συνέβαινε διότι τα φυτά λειτουργούσαν ως κρίκοι ζωής, ως ανάσες του χώρου, δεν ήταν άψυχα στοιχεία, αισθητικές μόνο παρουσίες. Ο χώρος πληρώνονταν λειτουργικά κι όχι σκηνικά, ήταν κατάφορτος με ενέργεια, με αύρα. και τούτο τού έδινε μιαν υπέροχη ιδιαιτερότητα.

Η φύτευση των πλατειών αποτελεί θα λέγαμε μια επιστροφή στο παρελθόν, με την εξής διαφορά όμως: σήμερα οι πλατείες φυτεύονται για νάχουν ζωή, ενώ παλαιότερα τα φυτά συντρόφευαν τη ζωή. Παραταύτα, καλοδεχούμενα κι έτσι…21

Β Μέρος >>>

Σημειώσεις

1 Σύμφωνα με τον καθηγητή του ΕΜΠ Ιωσήφ Στεφάνου: «Ο τόπος δεν είναι απλώς ένας χώρος. Ο χώρος είναι αφηρημένη γεωμετρική έννοια που αξιολογείται με κριτήριο τη χωρητικότητά του, τη δυνατότητά του σε περιεκτικότητα. Όσο ο χώρος γεμίζει ανθρώπους, με τις δραστηριότητές τους, συναισθήματα, οράματα, προσδοκίες, όνειρα, όσο είναι γεμάτος με τα αποτελέσματα της δραστηριότητας των ανθρώπων, γεμάτος αντικείμενα που αφήνει ο καθένας στο πέρασμά του, τότε αυτός γίνεται τόπος» (άποψη διατυπωμένη στο συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου», επιμέλεια: Παναγιώτης Ν. Δουκέλλης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2005).

2 Προέκυψε ως ανάγκη εξεύρεσης τόπου έκφρασης της πηγαίας ανθρώπινης ενέργειας, που εκφράζεται διαφόρως και προσδιορίζεται ως κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική, οικονομική κ.ά. δραστηριοποίηση.

3 Με τη χρήση του όρου «πλατεία» στο παρόν κεφάλαιο, αναφερόμαστε αποκλειστικά στην αστική πλατεία (την πλατεία της μητρόπολης), την οποία αντιμετωπίζουμε διαφορετικά από την πλατεία του χωριού.

4 Βλέπε: Δημητράκου Δημ., «Μέγα λεξικόν της Ελληνικής γλώσσης», εκδ. Πρόοδος, Αθήνα 2008, στο λήμμα «πλατεία».

5 Έκφραση δανεισμένη από τη σατυρική τηλεοπτική εκπομπή του ηθοποιού Λάκη Λαζόπουλου με τον τίτλο «10 μικροί Μήτσοι», που παίχτηκε στην ελληνική τηλεόραση στη δεκαετία του ’90 και ως σλόγκαν, περιπαιχτικό των συμπεριφορών μας, χρησιμοποιήθηκε από τα χείλη των νεοελλήνων για τα επόμενα χρόνια.

6 Η έννοια του αλλοτινού εν προκειμένω επεκτείνεται μέχρι και τη δεκαετία του ’70.

7 Η έννοια της κεντρικότητας παλαιότερα, είχε ουσία, είχε περιεχόμενο, αφού σχετίζονταν με τη λειτουργία του χώρου, στα πλαίσια της δραστηριοποίησης του ανθρώπου σε αυτόν. Το κέντρο αποτελούσε το ζωτικό πυρήνα της πόλης, το σημείο αναφοράς της, την τομή των συνισταμένων δράσεων του ανθρώπου, και η πλατεία αποτελούσε την έκφραση του δεδομένου τούτου.

8 Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Προεδρικού Διατάγματος 23ης Φεβρουαρίου 1987, στους ελεύθερους χώρους αστικού πρασίνου επιτρέπονται αναψυκτήρια, αθλητικές εγκαταστάσεις, πολιτιστικά κτίρια και εν γένει πολιτιστικές εγκαταστάσεις και χώροι συνάθροισης κοινού. Δεν είναι βέβαια λίγες οι περιπτώσεις που, παρά την «ανεκτικότητα» της διάταξης ως προς την εκμετάλλευση του χώρου, αυτή προκλητικά καταστρατηγείται (ή με άλλη διάταξη αλλάζει ο χαρακτηρισμός του ελεύθερου χώρου), για να τύχει καλύτερης αξιοποίησης ο χώρος! Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Κτήματος Θων στους Αμπελόκηπους, που προοριζόταν σύμφωνα με το Ρυθμιστικό της Αθήνας ως χώρος πρασίνου, πλην όμως, η χρήση του άλλαξε για να δημιουργηθεί εκεί συγκρότημα γραφείων. Μάλιστα, το Συμβούλιο της Επικρατείας, εντοπίζοντας το παραπάνω πρόβλημα σε μία από τις διαστάσεις του, έκρινε με την αριθ. 3447/2007 απόφαση ως παράνομες κι αντισυνταγματικές τις κάθε είδους μόνιμες ή κινητές κατασκευές που αναπτύσσουν τα αναψυκτήρια, τα εστιατόρια, οι καφετέριες κ.λπ. σε κοινόχρηστους χώρους.

9 Η έλλειψη μακροχρόνιας αστικής παράδοσης από τον Έλληνα, θεωρείται από ερευνητές του χώρου ως λόγος υποβάθμισης των αστικών πλατειών. Διαφωνούμε, καθότι οι συμπεριφορές δεν αποτελούν προϊόν παράδοσης, αλλά παιδείας.

10 Η συνήθεια της διατύπωσης δημόσια πολιτικής γνώμης και της πολιτικής αντιπαράθεσης των (μικροαστών ως επί το πλείστον) Ελλήνων σε πλατείες ή καφενέδες, έχει κατά το μάλλον ή ήττον εκλείψει, όχι τόσο γιατί έλειψαν αυτοί οι χώροι, αλλά μάλλον γιατί τα ενδιαφέροντα του κοινού στους εν λόγω χώρους άλλαξαν, λόγω -ως ένα βαθμό- και της μεταλλαγής των συγκεκριμένων χώρων.

11 Τούτο που είθισται να συμβαίνει, ποιητικά το απέδωσε ο ιδιόρρυθμος φιλόσοφος και δαιμόνιος μαθηματικός Πυθαγόρας ο Σάμιος, ως εξής: «Θα μάθεις πόσο οι άνθρωποι τες συμφορές μονάχοι / δημιουργούν και τ’ αγαθό δεν βλέπουν μήτε ακούουν…» (από τα «Χρυσά Έπη» του Πυθαγόρα του Σάμιου, απόδοση Σίμου Μενάρδου, περιλαμβανόμενο στην «Ανθολογία της αρχαίας ελληνικής ποίησης» του ιδίου, με την επωνυμία «Στέφανος», έκδοση δεύτερη, εκδ, Δίφρος, Αθήνα 1971).

12 Άποψη διατυπωμένη στο συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου», επιμέλεια: Παναγιώτης Ν. Δουκέλλης, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2005.

13 Η έννοια «δημιουργία» έχει εν προκειμένω την ουσιαστική σημασία της, ως παραχθείσα από το λαό εργασία κι ως παραχθέν για το λαό έργο, προς ικανοποίηση των αναγκών του (βλέπε: Ανδριώτη Ν.Π., «Ετυμολογικό λεξικό της κοινής νεοελληνικής», Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1967, στο λήμμα «δημιουργία»).

14 Μία σκιά αναζητούσε ο Λουδοβίκος ο Α΄ της Βαυαρίας (ο πατέρας του Όθωνα) στην Αθήνα και δεν την έβρισκε. Γι’ αυτό και παρακινούσε να φυτεύονται οι ελεύθεροι χώροι της πόλης. Είναι γεγονός ότι ο σκληρός μεσογειακός ήλιος, κατά τις καυτές ημέρες του καλοκαιριού, κάνει τις μεσογειακές αστικές πλατείες ανυπόφορες. Τότε, μετ’ επιτάσεως ζητείται η σκιά ενός δένδρου… Το αντίθετο βέβαια συμβαίνει με τις πλατείες του ευρωπαϊκού βορρά, όπου εκεί ο ήλιος είναι επιζητήσιμος και η γυμνότητα του χώρου τον κάνει -ακριβώς για το λόγο αυτό- ελκυστικό.

15 Το αστικό πράσινο διαμορφώνει, στις περιοχές όπου υφίσταται, ιδιαίτερο μικροκλίμα, που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την ασφυκτιούσα πόλη. Οι αστικοί χώροι πρασίνου, για να δημιουργήσουν ιδιαίτερες μικροκλιματικές συνθήκες, απαιτείται να έχουν μέγεθος επαρκές, ενώ η ευεργετική τους επίδραση είναι μεγαλύτερη με την αύξηση της επιφανείας τους, με ελάχιστο επαρκές μέγεθος την επιφάνεια διαμέτρου 250 μέτρων (Sperber, 1974). Κλειστές επιφάνειες πρασίνου, με δένδρα αραιώς φυόμενα, δημιουργούν ιδιαίτερο κλίμα σε επιφάνεια διαμέτρου 50 μέτρων και άνω (Finke, 1976). Οι χλοοτάπητες (γκαζόν), χωρίς δένδρα ή με την ύπαρξη αραιών και ελαχίστων, δημιουργούν ιδιαίτερο κλίμα σε έκταση εμβαδού 10 στρεμμάτων και πάνω (Wilmers, 1985).

16 Όλο και περισσότερο σήμερα, λόγω των «αβίωτων» συνθηκών διαβίωσης στην πόλη, γίνεται επιτακτική η ανάγκη παρουσίας της βλάστησης (και ιδίως της υψηλής) στους ελεύθερους χώρους της, για να παίξει το σημαντικό λειτουργικό της ρόλο. Είναι χαρακτηριστική η άποψη του σημαντικού Έλληνα αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δεκαβάλλα: «…και εδώ γίνεται αντιληπτή η σημασία του δημοσίου ελεύθερου χώρου, πυκνά φυτεμένου με υψηλόφυλλο πράσινο» (Δεκαβάλλα Κ., «Από τη μεγάλη κλίμακα στη μικρή», έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008, σελ. 15). Τα ίδια λέγει ο αρχιτέκτονας καθηγητής Δημήτρης Φατούρος: «Οι μεγάλοι κήποι λείπουν -το ψηλό πράσινο, τα νερά, το χώμα και οι πέτρες, κατάλληλα χρησιμοποιημένα. Τόποι για να περάσεις μέσα από αυτούς, να κερδίσεις χρόνο ή να κάνεις τον ίδιο χρόνο αλλά διαφορετικής ποιότητας, για το πρωί και το βράδυ, για συζήτηση, και βέβαια για να βοηθήσουν στο κατάλληλο κλίμα για τις κοντινές περιοχές της πόλης» (Φατούρος Δ., «Ίχνος χρόνου. Αφηγήσεις για τη νεώτερη ελληνική αρχιτεκτονική», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008, σελ. 318). Παλαιότερα ο Le Corbusier, στη Χάρτα των Αθηνών, είχε θεωρήσει την παρουσία του πρασίνου ως συστατικό στοιχείο της σύγχρονης πόλης, ενώ κρίσιμη παράμετρος για την ορθή λειτουργία της ήταν ο σεβασμός στα στοιχεία της φύσης και η ανάδειξή τους. Είχε πει: «Ο χώρος θα πρέπει να παρέχεται απλόχερα». Ενώ, σε άλλο σημείο της Χάρτας προσέθετε: «Πρέπει να χρησιμοποιούμε όσες επιφάνειες πρασίνου υπάρχουν, να τις δημιουργούμε αν δεν υπάρχουν, ή να τις αναπλάθουμε αν έχουν καταστραφεί… (…) …τα οικιστικά σύνολα θα έχουν την τάση να γίνουν πράσινες πόλεις» (Le Corbusier, «Η Χάρτα των Αθηνών», εκδ. Ύψιλον, β΄ έκδοση, Αθήνα 2003, σελ. 49, 58 και 68 αντίστοιχα).

17 Η μετάλλαξη ενός ελευθέρου αστικού χώρου-πλατείας σε πάρκο ή άλσος, αλλάζει τα δεδομένα της νομικής προστασίας του, αφού το πάρκο ή το άλσος προστατεύεται με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ενώ ο ελεύθερος χώρος προστατεύεται με τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας και οι επιτρεπόμενες χρήσεις σε κάθε περίπτωση είναι διαφορετικές (με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας δεν είναι ανεκτές χρήσεις ψυχαγωγικού, αθλητικού και πολιτιστικού χαρακτήρα στα πάρκα και τα άλση). Η παραπάνω μετάλλαξη του χώρου, εάν πραγματοποιηθεί, είναι δεσμευτική ως προς τον προορισμό του, καθότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, το εν τοις πράγμασι πράσινο σε κοινόχρηστο χώρο τον μεταβιβάζει σε πάρκο ή άλσος κι απαγορεύεται η αλλαγή του προορισμού του. Όμως, και ο ελεύθερος χώρος δε μπορεί να μεταβληθεί και να αλλάξει η χρήση του θίγοντας τη κοινοχρησία, διότι, σύμφωνα πάλι με το Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν είναι επιτρεπτή η επιδείνωση των όρων διαβίωσης του πληθυσμού με την πρόβλεψη χρήσεων γης, δυσμενέστερων για το οικιστικό περιβάλλον (σχετική η αριθ. 3447/2007 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, που προαναφέρθηκε στην αριθ. 8 παραπομπή).

18 Η έννοια «παλαιά» εν προκειμένω προσδιορίζεται χρονικά μέχρι και τον Μεσοπόλεμο.

19 Διάβασα σχετικά την εξής -ομολογουμένως «περίεργη»- άποψη από παράγοντα του Δήμου Αθηναίων, για την Πλατεία Εθνικής Αντίστασης (την έμπροσθεν του Δημαρχείου της Αθήνας πλατεία, που οι αθηναίοι επιμένουν να την αποκαλούν Πλατεία Κοτζιά, με το όνομα δηλαδή του εκτελεστή της!): «…η πλατεία αυτή φτιάχτηκε για να είναι πέρασμα, για να τη διασχίζεις και να φεύγεις, όχι για τη γειτονιά. Σε διαφορετική περίπτωση, η βιωσιμότητα του πρασίνου θα ήταν επισφαλής. Ο κόσμος δε θα ήταν εύκολο να το σεβαστεί…» (περιοδικό «ΟΙΚΟ» της Καθημερινής, τεύχος 1ο, 15/9/2002).

20 Στην Ελλάδα, οι νέες αστικές πλατείες (του 20ου αιώνα), κατά κανόνα περιέλαβαν τη βλάστηση ως βασικό, δομικό και λειτουργικό στοιχείο τους, κι όπου φτιάχτηκαν γυμνές, στη συνέχεια εγκαταστάθηκε σε πολλές πράσινο ή, τουλάχιστον, επιδιώχθηκε η παρουσία του, έστω με τη μορφή παρτεριών ή νησίδων με φυτά ή γκαζόν [βλέπε περιπτώσεις πλατειών Ομονοίας (στη μετεξέλιξή της), Κάνιγγος, Κλαυθμώνος κ.ά. στην Αθήνα]. Έτσι, κατά το μάλλον ή ήττον, αποκτούσαν προοπτικά μορφή κήπου, πάρκου ή ακόμη κι άλσους. Αντίστοιχα, οι (λαϊκές και κοσμικές) αστικές πλατείες του 19ου αιώνα (κυρίως του δευτέρου μισού) είχαν τη μορφή κήπου, όπως, π.χ., οι περιπτώσεις των πλατειών της Ομόνοιας (στην αρχική μορφή της), του Συντάγματος, της Ελευθερίας στην Αθήνα κ.ά., ενώ οι αποκαλούμενες ιστορικές και πολιτιστικές πλατείες ήταν γυμνές από βλάστηση, υπερτονίζοντας με στοιχεία και με τη σκοπούμενη επιβλητικότητά τους το συμβολικό κι εμβληματικό χαρακτήρα τους (βλέπε, π.χ., την περίπτωση της πλατείας Λουδοβίκου στο Ναύπλιο, μετέπειτα πλατεία Συντάγματος).

21 Σήμερα θα λέγαμε ότι επικρατεί ένας παραλογισμός σε σχέση με τις φυτεύσεις που πραγματοποιούνται στους κοινόχρηστους χώρους και τη φιλοσοφία τους. Πώς είναι δυνατόν να αγνοούνται τα μεσογειακά φυτά, που ως ξηροφυτικά είναι πλήρως εγκλιματισμένα στις συνθήκες του τοπικού περιβάλλοντος κι εναρμονίζονται με το τοπίο και τη φυσιογνωμία της περιοχής (εξαίρεση αποτελούν αστικές περιοχές της βόρειας Ελλάδας ή ορεινές, με ηπειρωτικό τύπο κλίματος), και να φυτεύονται είδη της «εσπερίας», απαιτητικά σε θρεπτικές ουσίες και υδροβόρα, που επιβαρύνουν ενεργειακά κι αισθητικά το περιβάλλον, και που -φυσικά- ουδόλως το αποφορτίζουν, ούτε το εκλεπτύνουν; Πώς είναι επίσης δυνατόν να συνδυάζεται το υδροβόρο φυτικό είδος με το ξηροφυτικό -σ’ έναν υπερβατικό θα λέγαμε συνδυασμό!-, ή το ξενικό φυτικό είδος με το ελληνικό, και να εμφανίζονται ως οικεία οικολογικά, με παρουσία αρμονική, που αναβαθμίζει το μικροπεριβάλλον της περιοχής; Ποία λογική μπορεί να ανεχθεί το πεύκο να φύεται καταμεσίς του γκαζόν και ποιο συναίσθημα μπορεί να εγερθεί όταν ο βραχυχίτωνας συνδυάζεται με το δενδρολίβανο; Αγνοείται το οικολογικό περιβάλλον της περιοχής, το τοπίο της, το φυσικό περιβάλλον της, η συνέχειά της. Αδικαιολόγητες μικρόνοιες, που όμως ανάγονται σε αμαρτήματα κατά της τοπικής φύσης, με αρνητικές -πλην μη συνειδητοποιημένες- συνέπειες για τη ζωή του αστού. Πέραν όμως του οικολογικού κριτηρίου, η συγκεκριμένη αντιμετώπιση θα πρέπει να κριθεί και πολιτισμικά, αφού τα φυτά του τόπου, τον χαρακτηρίζουν, συγκροτώντας το πνεύμα του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου (το genius loci), το οποίο παραπέμπει στην ιστορία και τον πολιτισμό αυτού. Αγνοώντας τα, αγνοούμε το πολιτισμικό πλαίσιο συγκρότησης του τόπου.

Πηγές

  • Αγγελίδης Μ., «Χωροταξικός σχεδιασμός και βιώσιμη ανάπτυξη», εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 2000.
  • Acot P., «L’ histoire d’ ecologie», PUF, 1989.
  • Ανανιάδου-Τζημοπούλου Μ, Καραδήμου-Γερολύμπου Αλ. (επιμέλεια), «Πλατείες της Ευρώπης. Πλατείες για την Ευρώπη», Τμήμα Αρχιτεκτόνων – Πολυτεχνική Σχολή & Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Αρχιτεκτονικής Τοπίου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο & Μουσείο Μπενάκη, εκδ. Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2009.
  • Αραβαντινός Αθ., Κοσμάκη Π., «Υπαίθριοι χώροι στην πόλη: Θέματα ανάλυσης και πολεοδομικής οργάνωσης αστικών ελεύθερων χώρων και πρασίνου», εκδ. Συμεών, Αθήνα 1988.
  • Αραβαντινός Αθ., «Πολεοδομικός σχεδιασμός. Για μια βιώσιμη ανάπτυξη του αστικού χώρου», εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1997.
  • Brenner N., Keil R. (eds), «The global cities», Routledge, London and New York 2006.
  • Βώκου Δ., Παντής Γ., Σγαρδέλης Στ., «Οικολογία: Η αναγκαιότητα της σύνθεσης, η η γοητεία των σχέσεων», εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη αχρονολόγητο.
  • Γκουμοπούλου Γ. , «Ελεύθεροι χώροι πρασίνου στην πόλη. Η Περίπτωση των παιχνιδότοπων», http://www.monumenta.org/, 28/2/2007.
  • Δεκαβάλλας Κ., «Από τη μεγάλη κλίμακα στη μικρή», έκδοση Μουσείου Μπενάκη, Αθήνα 2008.
  • Gaventa S., «New public spaces», Octopus Publishing Ltd, London 2006.
  • Jacobs J., «The death and life of great American cities», Modern Library Edition, New York 1993.
  • Καρύδης Δ., «Ανάγνωση πολεοδομίας, η κοινωνική σημασία των χωρικών μορφών», εκδ. Συμμετρία, Αθήνα 1991.
  • Κοσμάκη Π., Λουκόπουλος Δ., «Αστικά κενά – Μικρά πάρκα», http://www.monumenta.org/, 10/6/2007.
  • Κούνδουρος Δ., «Αστικό πράσινο και υπόγειοι χώροι στάθμευσης σε συνθήκες πολεοδομικού κορεσμού», εισήγηση σε ημερίδα με θέμα «Ελεύθεροι χώροι και χώροι στάθμευσης», Αθήνα 22 Μαρτίου 2009, www.asda.gr/elxoroi.
  • Κρίκου Ν., «Η προσπελασιμότητα της πόλης, μέσα από τις αστικές πλατείες», http://www.greekarcitects,gr/, 4/4/2008.
  • Latimer Cl., «Parks for the people», Manchester City Art Galleries, Manchester 1987.
  • Le Corbusier, «The city of to-morrow and its planning», Dover Publications, New York 1987.
  • Le Corbusier, «Η Χάρτα των Αθηνών», εκδ. Ύψιλον, β΄ έκδοση, Αθήνα 2003.
  • Μαγκλίνης Ηλ., «Ο αργός θάνατος μιας αθηναϊκής πλατείας», εφημ. «Η Καθημερινή», φύλλο 28ης-4-2009.
  • Μουτσόπουλος Ν., «Χώρος – κτίσμα και τοπίο στο Βυζάντιο», από το συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τοπίου», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2005.
  • Μπελαβίλας Ν., «Τόποι ανθρώπων. Σχόλια για το χώρο και την πολιτική», εκδ. «Ο Πολίτης», Αθήνα 2005.
  • Μπελαβίλας Ν., Βαταβάλη Φ., «Πράσινο και ελεύθεροι χώροι στην πόλη», WWF Ελλάς, Αθήνα 2009.
  • Πικιώνης Δ., «Κείμενα», έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2000.
  • Ρηγόπουλος Δ., «Η πλατεία είναι γεμάτη με το νόημα…», εφημ. «Η Καθημερινή», φύλλο 6ης-12-2009.
  • Ρωμανός Αρ., «Αθήνα: Το πολεοδομικό ζήτημα από τη σκοπιά του πολίτη», εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2004.
  • Σημαιοφορίδης Γ., «Η ελληνική πόλη και οι νέες αστικές συνήθειες», κείμενο από τον τόμο «Διελεύσεις», εκδ. METAPOLIS press, Αθήνα 2005.
  • Στεφάνου Ι., «Η φυσιογνωμία ενός τόπου. Ο χαρακτήρας της ελληνικής πόλης τον 21ο αιώνα», Εργαστήριο Πολεοδομικής Σύνθεσης Ε.Μ.Π., Αθήνα 2001.
  • Στεφάνου Ι., «Η φυσιογνωμία της πόλης», Ύλη και Κτίριο, Μάρτιος 2000.
  • Στεφάνου Ι. & Ι., «Η φυσιογνωμία της ελληνικής πόλης», από το συλλογικό έργο «Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τοπίου», εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2005.
  • Σχίζας Γ., «Η πλατεία στα πλαίσια της ελληνικής πόλης. Σχέσεις επικοινωνίας και πολιτισμού», εισήγηση στο Πανελλαδικό Συνέδριο των περιοδικών, υπό τη διοργάνωση του περιοδικού Highlights, Χίος 1η-3-2006, http://www.greekarcitects,gr/, 5/6/2007.
  • Σχίζας Γ., «Πλατείας Εγκώμιον», http://www.phpbbserver.com/pfor/viewtopic.php?p=7237&mforum=pfor#7237, 18/11/2008.
  • Τερζόγλου Ι., «Ο χαρακτήρας των υπαίθριων κοινόχρηστων χώρων», Ε.Μ.Π., Αθήνα 1987.
  • Τρούμπης Α., «Λογία Οικολογία», εκδ. Τυποθήτω, Αθήνα 1999.
  • Wilson E., «Biodiversity», National Academy Press, New York 1988.
  • http://www.aformi.woedpress.com/, «Το δικαίωμα στην πόλη», ντοκιμαντέρ, 1/2/2010.
  • Φατούρος Δ., «Ίχνος χρόνου. Αφηγήσεις για τη νεώτερη ελληνική αρχιτεκτονική», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008.
  • Fuller R. A., Gaston K. J., «The scaling of green space coverage in European cities», The Royal Society 2009.
  • Ψωμόπουλος Π., «Απολλώνιο», πρακτικά συνεδρίου με θέμα «Ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης και το έργο του» (Τ.Ε.Ε., 19-21 Ιανουαρίου 2007), τόμος Β΄, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, Αθήνα 2009.

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

ΠΑΜΕ ΠΛΑΤΕΙΑ; ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ «ΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΩΝ» ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΧΩΡΟΥ


1  Δωροθέα Λούκρη , 2 Σοφία Περπινιά

1. μεταπτυχιακή φοιτήτρια του ΤΜΧΠΠΑ, της Πολυτεχνικής σχολής του

Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

2. μεταπτυχιακή φοιτήτρια Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην παρούσα ανακοίνωση θα ασχοληθούμε με την έκφραση του κινήματος «των πλατειών» ή αλλιώς «αγανακτισμένων» στην πλατεία Συντάγματος. Αυτή η πρωτότυπη δυναμική κίνηση συλλογικής διαμαρτυρίας και διεκδίκησης φέρνει στο προσκήνιο τη δυνατότητα ανάπτυξης κοινωνικών κινημάτων στη σύγχρονη πόλη. Περιορίζοντας τη μελέτη μας στο ελληνικό παράδειγμα μελετάμε τον τρόπο και τον τόπο εκδήλωσης του εν λόγω κινήματος, την χωρική μορφή της πλατείας και ειδικότερα την πλατεία Συντάγματος, που κατέχει στρατηγική χωροθέτηση στο ιστορικό κέντρο των Αθηνών. Λαμβάνοντας υπόψη μας το χρονικό πλαίσιο εκδήλωσης του κινήματος και τα υποκείμενα που συμμετείχαν σε αυτό, αναζητούμε τη σχέση που το κίνημα ανέπτυξε με το δημόσιο χώρο της πόλης, τους μετασχηματισμούς που επέφερε σε αυτόν, αλλά και τη δυνατότητα του ευρύτερου μετασχηματισμού της πόλης ως απώτερο στόχο των κοινωνικών κινημάτων.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πρωτοχρονιά 2012 και το εξώφυλλο του περιοδικού TIME γράφει: «Πρόσωπο της χρονιάς 2011: ο άγνωστος διαδηλωτής». Μέσα σε μια φράση συμπυκνώνεται η πλατεία Ταχρίρ και η «άνοιξη» των αραβικών εξεγέρσεων, η πλατεία Ντελ Σολ και οι indignados της Μαδρίτης, οι φοιτητικές κινητοποιήσεις στη Χιλή, οι άγριες ταραχές με πρωταγωνιστή τη νεολαία στο Λονδίνο, το Occupy Wall Street κίνημα που βροντοφώναξε ότι είμαστε το 99% μέσα στην καρδιά του κτήνους, αλλά και το παράδειγμα του ελληνικού Μάη-Ιούνη των πλατειών.

Το κίνημα εκδηλώνεται σε μια Ελλάδα «διεθνές πείραμα» καθώς πρόκειται για μια καπιταλιστικά αναπτυγμένη χώρα-μέλος της ΕΕ, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης. Έτσι η επιτυχία της στρατηγικής υπέρβασης της κρίσης προς όφελος των δυνάμεων του κεφαλαίου, αναδεικνύεται σε καθοριστικής σημασίας ζήτημα για το μέλλον συνολικά της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το 2011 η χώρα βρίσκεται ήδη υπό την επιτήρηση του ΔΝΤ, λόγω του υψηλού δημόσιου χρέους και υπογράφει το πρώτο Μνημόνιο. Εξασφαλίζει με αυτό τον τρόπο τη λήψη νέου δανείου για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους με αντάλλαγμα όμως τη δραματική συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, την κατάργηση των κοινωνικών παροχών και την μείωση του κόστους εργασίας, ανοίγοντας ταυτόχρονα ένα φαύλο κύκλο συνεχούς δανεισμού. Η υπογραφή του Μνημονίου στις 5 Ιουνίου 2010 πυροδοτεί κοινωνικές διεργασίες, που εκδηλώνονται μέσα από τις ιστορικά παραδοσιακές πρακτικές διεκδίκησης του εργατικού κινήματος (διαδηλώσεις, απεργίες) και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες εμφάνισης της πρωτότυπης μορφής του κινήματος των πλατειών, το οποίο εμφανίζεται στις 25/5 και εξαπλώνεται στις πλατείες ανά την χώρα.

2.    ΤΟ «ΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ» ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΕΤΕΙ

Το κίνημα κατά την πορεία εξέλιξής του χαρακτηρίστηκε από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης με ποικίλους τρόπους. Ανάμεσα στα πολλά ονόματα που του δόθηκαν, εμείς διαλέγουμε το «κίνημα της πλατείας», καθώς αποτελεί μια εύγλωττη συμπύκνωση της ισχυρής σχέσης που ανέπτυξε με το δημόσιο χώρο της πόλης και το νέο επικοινωνιακό νόημα που προσέδωσε σε αυτόν.

Για την αναζήτηση της παραπάνω σχέσης, αλλά και συνολικότερα την χωρική-κοινωνική προσέγγιση του κινήματος της πλατείας Συντάγματος είναι σημαντικό να αναμετρηθούμε με τα παρακάτω ερωτήματα.

α. Παραμένει στα πλαίσια της επιχειρηματικής πόλης ο δημόσιος χώρος πεδίο ανάπτυξης κοινωνικών κινημάτων;

β. Ποια η σχέση που αναπτύσσουν τα κοινωνικά κινήματα με αυτόν; γ. Αυτή η σχέση λειτουργεί ως παράγοντας μετασχηματισμού του επικοινωνιακού νοήματος του δημόσιου χώρου και του αστικού νοήματος εν γένει; Ποια είναι η διαλεκτική που συνδέει τους μετασχηματισμούς αυτούς με την κοινωνική αλλαγή;

Τα ερωτήματα αυτά, αν και προκύπτουν διαχρονικά στη μελέτη των κοινωνικών κινημάτων, στα πλαίσια της «επιχειρηματικής» πόλης και του αμφισβητούμενου δημόσιου χώρου της -τόσο ως προς τη φυσική/χωρική του διάσταση, όσο και ως υποδοχέα της ανθρώπινης δραστηριότητας- ανακύπτουν ιδιαίτερη ένταση.

3.    Η ΠΛΑΤΕΙΑ, Ο ΤΟΠΟΣ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Η πλατεία, ως βασικό συστατικό του δημόσιου χώρου, ενταγμένη στο χωρικό-κοινωνικό πλαίσιο συμβάλλει στη συνοχή και τη λειτουργία του δομημένου περιβάλλοντος, καλύπτει κοινωνικές, πολιτικές, πολιτιστικές και οικολογικές ανάγκες, αποκτά ιδιαίτερο κοινωνικό ρόλο, ως χώρος που ανέκαθεν διαδραματιζόταν η δημόσια ζωή. Σε αντίθεση με το δρόμο, που υποδηλώνει τη συνεχή ροή και την κίνηση, η πλατεία ως «χώρος στάσης», δίνει τη δυνατότητα της συνάντησης, της επαφής και μέσω αυτής, της ουσιαστικότερης βίωσης του χώρου.

Αυτή η διαδικασία της βίωσης την μετατρέπει από χώρο σε τόπο. Τι είναι όμως αυτό που διαφοροποιεί το χώρο από τον τόπο; «Ο χώρος είναι αφηρημένη γεωμετρική έννοια που αξιολογείται με κριτήριο τη χωρητικότητά του, τη δυνατότητά του σε περιεκτικότητα. Όσο ο χώρος γεμίζει ανθρώπους, με τις δραστηριότητές τους, συναισθήματα, οράματα, προσδοκίες, όνειρα, όσο είναι γεμάτος με τα αποτελέσματα της δραστηριότητας των ανθρώπων, γεμάτος αντικείμενα που αφήνει ο καθένας στο πέρασμά του, τότε αυτός γίνεται τόπος» (Δουκέλλης, 2005).

Με την εκδήλωση του κινήματος των πλατειών, το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο μελέτης μας, αναδεικνύονται οι λανθάνουσες επικοινωνιακές δυνατότητες του δημόσιου χώρου στην σύγχρονη πόλη και ο καθοριστικός παράγοντα της ανθρώπινης δραστηριότητας στην ενεργοποίηση τους. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει και η H. Arendt, «Παρά το γεγονός ότι διέπεται (ο δημόσιος χώρος) από νόμους και κανόνες συμπεριφοράς, είναι χώρος ανοιχτός, δυνάμει οικειοποιήσιμος και μέσα από τη λειτουργία του, δικαιώνει το ρόλο της πόλης ως πυρήνα συνύπαρξης, επικοινωνίας και συναναστροφής» (Arendt, 2009). Η ενεργοποίηση αυτή δυνητικά αποκτά αναπάντεχη δυναμική σε μια κατεύθυνση συνολικού κοινωνικού μετασχηματισμού. Αυτό επισημαίνει ο David Harvey θέλοντας να αναδείξει το ρόλο του χώρου της πόλης, στον αντίποδα απόψεων που τον υποβαθμίζουν, σημειώνοντας ότι η ταξική εκμετάλλευση δεν περιορίζεται στο εργοστάσιο, αλλά απλώνεται στο χώρο που ζουν οι εργαζόμενοι άνθρωποι, δηλαδή στην πόλη. Ως εκ τούτου ο αγώνας στην πόλη παραλαμβάνει ταξικό περιεχόμενο και δυνητικά αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό (Harvey, 2013).

Στην Ελλάδα τον Ιούνη του ‘11 η Πλατεία Συντάγματος αποτέλεσε το συμβολικό κέντρο των κοινωνικών διεργασιών. Και ίσως κανένα άλλο σημείο δεν ήταν τόσο προνομιακό έδαφος για την εκδήλωση των κοινωνικών διαθέσεων. Σε αυτό συνέβαλαν διάφοροι παράγοντες που σχετίζονται και με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πλατείας Συντάγματος.

4. Η «ΕΘΝΙΚΗ» ΠΛΑΤΕΙΑ / Η ΠΛΑΤΕΙΑ «ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ»

Η πλατεία Συντάγματος, η «εθνική πλατεία» όπως έχει χαρακτηριστεί, είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη διαμόρφωση της Αθήνας ως πόλης – πρωτεύουσας του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους στις αρχές του 1830. Μελετώντας κανείς την εξέλιξη της πλατείας, ως αρχιτεκτονική μορφή και ως σημείο στον πολεοδομικό χάρτη της Αθήνας, μπορεί να κατανοήσει την εξέλιξη της ίδιας της πόλης. Χαρακτηριστικά για τις πλατείες Συντάγματος και Ομόνοιας, ο Ι. Καρύδης αναφέρει ότι αποτελούν «τα βασικά γραμματικά στοιχεία για την κατανόηση του συντακτικού συγκρότησης και εξέλιξης του Αθηναϊκού χώρου, ιδιαίτερα για την περίοδο του 19ου αιώνα» (Καρύδης,1991).

Η δημιουργία της πλατείας «Ανακτόρων» -όπως ήταν το αρχικό της όνομα- αφορά στην ανέγερση στο ανατολικό τμήμα της των Βασιλικών Ανακτόρων και συνολικά αποτελεί μια συμβολική έκφραση της υπό διαμόρφωση νέας αστικής, εθνικής συνείδησης, αλλά και μιας ταυτότητας συνδεδεμένης με τις έννοιες Κράτος, Έθνος, Βασίλειο, Κυβέρνηση. Η επιλογή της τοποθεσίας των Βασιλικών Ανακτόρων στην περιοχή του «Εξέχωρου» στο διάσελο Λυκαβηττού -Ακροπόλεως, αν και υπαγορεύτηκε από λόγους τοπογραφικούς, κλιματικούς και αφορούσε στην ήδη διαμορφωμένη κοινωνική διαστρωμάτωση της πόλης (Σαρηγιάννης, 2000), ανταποκρίνονταν ταυτόχρονα και στη φυσιογνωμία που ήθελαν να προσδώσουν στην πόλη, ως φορέα εθνικών ιδανικών.

Στην πορεία των χρόνων η πλατεία Συντάγματος γνώρισε ποικίλες αναμορφώσεις που άλλαξαν τη φυσιογνωμία της. Ωστόσο η αρχιτεκτονική μορφή με το σχεδόν κυκλικό σχήμα που παραπέμπει στο «κατώφλι» των πάλαι ποτέ ανακτόρων, σήμερα κοινοβουλίου διατηρούνται προσδίδοντάς της έντονο πολιτικό χαρακτήρα. Παρατηρώντας τέλος τη διαφοροποίηση των επιπέδων μεταξύ του «πάνω» και «κάτω» τμήματος της πλατείας σε σχέση με τη λεωφόρο Αμαλίας διαπιστώνεται μια σταδιακή απομάκρυνση της πλατείας, ως χώρο συγκέντρωσης και στάσης, από τη Βουλή και μια σταδιακή σκλήρυνση των ορίων. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η πρόσβαση στον χώρο της Πλατείας γίνεται μέσω κλιμακοστασίων στις βυθισμένες πλευρές, ενώ μόνο μία πρόσβαση είναι στο ίδιο επίπεδο με τον δρόμο, στην οδό Φιλελλήνων.

Εκτός από την κυρίαρχη αφήγηση της «επίσημης εθνικής πλατείας», στη συλλογική μνήμη η πλατεία Συντάγματος διεκδικεί μια άλλη νοηματοδότηση, ως σημείο αναφοράς στην σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας και τόπος έκφρασης των λαϊκών διεκδικήσεων. Εύστοχα διατυπώνει ο Ι. Καρύδης την άποψη ότι «Ο άξονας Ομόνοια-Πανεπιστημίου – Σύνταγμα, έπαιρνε τις διαστάσεις ενός κοινωνικού/δημόσιου χώρου, που λειτουργούσε σαν βαρόμετρο της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας [..] Ίσως δεν είναι υπερβολικό, να ισχυριστεί κανείς, ότι όλη η ιστορία της νεότερης Αθήνας, βρίσκεται εκεί, σ’ αυτές τις λίγες εκατοντάδες μέτρα, από τη μία πλατεία στην άλλη» (Καρύδης, 1991). Η επισήμανση αυτή έχει ενδιαφέρον αν ειδωθεί συγκριτικά με τον τόπο εκδήλωσης του αντίστοιχου κινήματος σε άλλες πόλεις του πλανήτη. Το ελληνικό παράδειγμα με την κατάληψη της πλατείας Συντάγματος, μιας πλατείας αμφίρροπα φορτισμένης και ταυτόχρονα σημείο αναφοράς στην πολεοδομική-ιστορική εξέλιξη της πόλης, διαφέρει από άλλα παραδείγματα όπως από αυτό του Occupy Wall Street, που εκδηλώθηκε σε ένα χώρο εξ ορισμού εχθρικό προς το λαό.

Σήμερα η πλατεία αποκτά χαρακτηριστικά «πλατιού δρόμου» (πλατύς δρόμος είναι η γλωσσική ρίζα της λέξης πλατεία) και μετατρέπεται καθημερινά σε πεζόδρομο με έντονη κινητικότητα που λειτουργεί σαν κόμβου για τη σύνδεση των υποπεριοχών του κέντρου της Αθήνας. Η στρατηγική της χωροθέτηση στο κέντρο της Αθήνας -που συγκεντρώνει ένα τεράστιο εύρος διαβαθμισμένων κοινωνικά δραστηριοτήτων και ομάδων- συμβάλει στην ανάδειξή τόσο της πλατείας, όσο και της ευρύτερης περιοχής σε πεδίο κοινωνικής όσμωσης και έκφρασης της πολιτικής αμφισβήτησης και διαπάλης.

5.    Ο ΤΡΟΠΟΣ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Ένα κάλεσμα στο δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης facebook ήταν αρκετό ώστε να γεμίσει η πλατεία Συντάγματος το ίδιο κιόλας απόγευμα. Το ιδιότυπο αυτό κάλεσμα δεν αποτελεί ελληνική πρωτοτυπία, αλλά κοινός τόπος των αντίστοιχων εκφάνσεων του κινήματος των πλατειών ανά τον κόσμο. Αν και αυτή η επαναληψιμότητα ερμηνεύεται από το πλεονέκτημα της άμεσης διάχυσης της πληροφορίας, που παρέχει το Διαδίκτυο, αλλά και την εξοικείωση διευρυμένων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας με τις νέες τεχνολογίες, το ερώτημα παραμένει. Γιατί στον ψηφιακό χώρο και όχι στο φυσικό δημόσιο;

Ένας σημαντικός παράγοντας είναι η υποβάθμιση της δημόσιας ζωής, που αποτελεί άμεση συνέπεια του ακρωτηριασμού του επικοινωνιακού νοήματος του δημόσιου χώρου στην επιχειρηματική πόλη και συμβάλλει στην υποκατάσταση της δημόσιας συζήτησης στον εικονικό ψηφιακό χώρο και στην επιλογή της αποχής από τη συλλογική δράση. Στην αμφισβήτηση της αναγκαιότητας ύπαρξης του φυσικού δημόσιου χώρου της πόλης συντείνουν θεωρίες που μιλούν για την απουλοποίηση της πόλης και το «τέλος» του φυσικού δημόσιου χώρου της, και που αναζητούν στην προοπτική υπέρβασης του υλικού δημόσιου χώρου μια νέα απουλοποιημένη δημόσια ζωή. Στο σημείο αυτό θα συμφωνήσουμε με τον Paul Virillio που υποστηρίζει ότι η εικονική δημοκρατία αποσπασμένη από την υλικότητα του δημόσιου χώρου και στερημένη από τη φυσική παρουσία των άλλων σηματοδοτεί μια κοινωνία που βαδίζει προς τον ολοκληρωτισμό, προς ένα τεχνικό, φουτουριστικό φασισμό (Αθανασίου, 2000).

Το κίνημα των πλατειών, με τον τρόπο εμφάνισης και διάδοσής του, δημιουργεί του όρους αναίρεσης των παραπάνω θεωριών, αφού αναγνώρισε ως καθοριστικό παράγοντα τη φυσική παρουσία των συμμετεχόντων στο δημόσιο χώρο της πόλης, αναγνωρίζοντας αυτό ως τον καθοριστικό παράγοντα, και ανέδειξε ότι η σχέση μεταξύ του φυσικού δημόσιου χώρου και του ψηφιακού χώρου, δεν είναι σχέση αντίθεσης, αλλά συμπληρωματική.

6.    Ο ΧΩΡΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΟΠΟΣ

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο δημόσιος χώρος, ως ύπαρξη και μόνο, δεν έχει τη δυνατότητα να δημιουργεί κοινωνικές δραστηριότητες. Είναι οι κοινωνικές σχέσεις και διεργασίες και η διαλεκτική που αυτές αναπτύσσουν με το φυσικό δημόσιο χώρο της πόλης, που μετατρέπουν το δημόσιο χώρο της πλατείας -έστω και παροδικά σε χώρο κοινωνικό. Οι έννοιες του δημόσιου χώρου ως φυσικό χώρο και του κοινωνικού δεν ταυτίζονται. Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Κωτσάκης: «Ο φυσικός χώρος εμπεριέχεται στον κοινωνικό. Ο κοινωνικός χώρος αναδύεται από το φυσικό, τον εμπεριέχει και τον αναπαράγει», δηλαδή ο δημόσιος χώρος λειτουργεί ως κοινωνικός υπό προϋποθέσεις (Κωτσάκης, 2008).

Σύμφωνα με τον Lefebvre η μετασχηματιστική δύναμη της αλλαγής της αστικής ζωής και του αστικού νοήματος, ενυπάρχει στην κατάργηση των διαχωρισμών στη σχέση «καθημερινή ζωή- γιορτή, καθημερινότητα – ελεύθερος χρόνος» και στην κατάργηση των διαχωρισμών τους (Lefebvre, 2007). Ο χαρακτήρας της «γιορτής» στο κοινωνικό κίνημα που μελετάμε συμπυκνώθηκε στην αίσθηση πρωτόγνωρης ευφορίας που δημιουργεί η μαζική έκφραση της αγανάκτησης, και ανέδειξε παράλληλα την ανάγκη επικοινωνίας στη σύγχρονη πόλη. Το κίνημα της πλατείας, με τον τρόπο που εισέβαλε στο δημόσιο χώρο της πόλης, έστω και παροδικά αναδιαμόρφωσε τους όρους της παραπάνω σχέσης και επαναπροσδιόρισε την ταυτότητα της πλατείας, μετατρέποντας της σε χώρο κοινωνικό. Έστω και παροδικά η πλατεία γίνεται εκείνος ο κοινός τόπος στον οποίο η ετερόκλητη ομάδα ατομικοτήτων- «ατόμων χαμένων στον χώρο» (Castells, 1991), συγκροτεί μια νέα κοινότητα στη βάση κοινής συλλογικής ταυτότητας.

Σε επίπεδο λόγου, ήδη από τις πρώτες μέρες εμφάνισης του κινήματος, η πλατεία Συντάγματος «χάνει» τον τοπικό της προσδιορισμό και αναφέρεται ως «Πλατεία». Πρόκειται για μια αναφορά που σε συνδυασμό με το σύνθημα που είχε υιοθετηθεί «Δε φεύγουμε, εάν δεν φύγετε», υποδηλώνουν την οικειοποίηση του χώρου από τα υποκείμενα του κινήματος και την έντονη βιωματική σχέση που έχουν αναπτύξει με αυτόν. Ανώτερη έκφραση αυτής της βιωματικής σχέσης αποτέλεσε η κατασκήνωση. Μια κίνηση που έσπασε τα όρια ιδιωτικού – δημόσιου και έφερε τον ιδιωτικό-προσωπικό χώρο στο δημόσιο, όχι με την έννοια της άρνησης του προσωπικού, αλλά με την έννοια της βίωσης του δημόσιου ως προσωπικού. (Κωτσάκης, 2008)

Μέσα από αυτή την κοινότητα και τις συλλογικές διαδικασίες που ανέδειξε, η πλατεία απέκτησε φωνή και ο δημόσιος λόγος απελευθερώθηκε, αρθρώνοντας τη γενική αίσθηση «δεν πάει άλλο», σε μια διαδικασία μετασχηματισμού του χώρου της πλατείας, σε χώρο πολιτικό. Η συμμετοχική δράση και η συλλογική συνείδηση που προέκρινε η κοινότητα στη λειτουργία της, με κυρίαρχη τη διαδικασία της Συνέλευσης, ενίσχυσαν τη δημόσια δραστηριότητα και αναγέννησαν το δημόσιο χώρο, ως υποδοχέα και πυκνωτή της δημόσιας ζωής. Ο πολιτικός χαρακτήρας ωστόσο του χώρου δεν περιορίζεται σε στιγμές (διαδικασία Συνέλευσης), αλλά απλώνεται στη διάρκεια της κινητοποίησης, καθώς είναι η ίδια η διαφορετική καθημερινότητα που καθιστά τον χώρο πολιτικό.

7. ΔΡΟΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ

Ολοκληρώνοντας τη μελέτη μας για το κίνημα των πλατειών, τους μετασχηματισμούς που επέφερε στον χώρο της πόλης και του αστικού νοήματος, θα επιχειρήσουμε μια συνοπτική παρουσίαση του υποκειμένου του κινήματος. Οι «αγανακτισμένοι» των πλατειών εμφανίζουν μια ετερογένεια ως προς την κοινωνική τους σύνθεση και την ιδεολογική τους αναφορά. Αυτό το χαρακτηριστικό συναντάται στα κινήματα που αναπτύχθηκαν την περίοδο της μετανεωτερικότητας, σαν αποτέλεσμα της κρίσης των παραδοσιακών ταυτοτήτων, αλλά και των ποιοτικών τομών στο επίπεδο της παραγωγής με βασικό στοιχείο την κινητικότητα, ευελιξία του εργατικού δυναμικού.

Η ετερογένεια στη συγκρότηση του υποκειμένου, αποκτά αποτύπωση στον χώρο και αποκρυσταλλώνεται στην ύπαρξη των «δύο πλατειών», στην «πάνω» πλατεία και στην «κάτω». Στην πρώτη συγκεντρώνονται ομάδες ατόμων με πρωτόλεια πολιτικά χαρακτηριστικά που επιχειρούν με ευφάνταστες χωρικές πρακτικές να αποκαθηλώσουν συμβολικά το κτήριο της Βουλής, ενώ στη δεύτερη το πιο πολιτικοποιημένο κομμάτι του κινήματος, μέσα από τη διαδικασία της Συνέλευσης, αναζητά ένα νέο μοντέλο μαζικής, πολιτικής μάχης και ενοποίησης των «από κάτω». Ο σπόρος μιας άλλης Δημοκρατίας, μιας δημοκρατίας που αμφισβητεί την κυρίαρχη λογική ανάθεσης και το υπάρχον μοντέλο αντιπροσώπευσης γεννιέται, ψηλαφώντας μια διαφορετική προοπτική για την ανθρωπότητα.

Η «πολυσυλλεκτικότητα» του υποκειμένου, αλλά και η απουσία με συγκροτημένο τρόπο πολιτικών συλλογικοτήτων ήταν που επανέφερε στο πεδίο της πολιτικής συζήτησης τη θεωρία του «πλήθους», των Negri και Hard ως το νέο υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής, που θα αντικαταστήσει την εργατική τάξη. Μια τέτοια οπτική μπορεί να καταλήξει στην υποτίμηση των ιστορικών/παραδοσιακών θεσμών οργάνωσης του εργατικού κινήματος και του ρόλου των χώρων παραγωγής ως πεδία ταξικής αντιπαράθεσης. Στο ερώτημα αν είναι η πόλη ή οι χώροι εργασίας το πεδίο της ταξικής διαπάλης και αναμέτρησης, στο ερώτημα αν είναι η πόλη ή οι χώροι εργασίας είναι το πεδίο της ταξικής διαπάλης και αναμέτρησης, ο Harvey προσεγγίζει την πόλη ως σύνολο και τα υποκείμενα που παράγουν την αστικοποίηση ως δημιουργούς του κοινωνικού πλούτου, και ορίζει τελικά το δικαίωμα στην πόλη, σαν την αναζήτηση του ελέγχου σε αυτό που η εργατική τάξη έχει παράξει (Harvey, 2011).

8. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η ανάγνωση της εμφάνισης του κινήματος των πλατειών, στις συνθήκες της σύγχρονης πόλης, είναι μια απόδειξη της δυνατότητας του δημόσιου χώρου να αποτελεί το πεδίο ανάπτυξης των κοινωνικών κινημάτων. Ο δημόσιος χώρος παρά τα χαρακτηριστικά που προσλαμβάνει και τους νόμους που τον διέπουν, αποτελεί πεδίο ανοιχτό, εν δυνάμει οικειοποιήσιμο, που με την χρήση και τη λειτουργία του αναδεικνύει τον χώρο της πόλης ως το υλικό περιβάλλον της δημόσιας σφαίρας. Στον αχανή «χώρο των ροών» (Castells, 1991) που συνθλίβει την έννοια του τοπικού και τη δυνατότητα ανάπτυξης βιωματικής σχέσης με τον χώρο, να τον οικειοποιούνται και να αποδίδουν εκ νέου νόημα σε αυτόν.

Η πόλη λοιπόν προβάλλει όχι μόνο ως το πεδίο ανάπτυξης κοινωνικών και πολιτικών αγώνων, αλλά αποτελεί το διαφιλονικούμενο αντικείμενο των κυρίαρχων και κυριαρχούμενων τάξεων. Πιο συγκεκριμένα στο κίνημα της πλατείας Συντάγματος, η επίσημη Βουλή των «από πάνω», και η αντιπαραθετική σε αυτή «βουλή» των «από κάτω», συγκροτούν ένα δίπολο που έχει και χωρική υπόσταση. Αυτή η διπολικότητα επιβεβαιώνει την αμφισβητούμενη σήμερα κοινή συνθήκη της πόλης ως πεδίο άσκησης πολιτικής με διπλό τρόπο (Castells 1991). Αυτή η διπολικότητα ανταποκρίνεται και στο επίπεδο της συλλογικής μνήμης που έχει ιδιαίτερη σημασία στη διαδικασία ενεργοποίησης του επικοινωνιακού νοήματος του δημόσιου χώρου. Στο κίνημα των πλατειών ανακαλείται στη συλλογική μνήμη η πλατεία ως τόπος ελευθερίας των πολιτών, και ειδικότερα στο Σύνταγμα η διπλή φόρτιση της συγκεκριμένης πλατείας, ως τόπος άσκησης εξουσίας και ως τόπος αγώνα.

Το ζήτημα τέλος του κοινωνικού μετασχηματισμού που δένεται άρρηκτα με το μετασχηματισμό της ζωής στην πόλη, αποτελεί σήμερα αναγκαίο επίδικο των κοινωνικών αγώνων. Στο κίνημα της πλατείας Συντάγματος το ζήτημα αυτό αν και προσεγγίστηκε δεν εκπληρώθηκε καθ’ ολοκληρία. Η μετασχηματιστική δυναμική που αναδείχθηκε δεν κατάφερε να διεισδύσει συνολικά στις πτυχές της ανθρώπινης δραστηριότητας και να αλληλεπιδράσει με την καθημερινότητα στους χώρους εργασίας, στους χώρους εκπαίδευσης. Παρέμεινε ένα δημιουργικό «διάλειμμα» στην καθημερινότητα. Ωστόσο αυτή η πρόσκαιρη αλλαγή της ζωής στην πόλη άφησε πίσω της παρακαταθήκες, όπως είναι η πληθώρα πρωτοβουλιών γειτονιάς, που επακολούθησαν και αναδεικνύουν μια νέα ποιότητα στην σχέση κατοίκου-πόλης και τρόπου βίωσης του αστικού χώρου.

Κλείνοντας επανερχόμαστε στο ζητούμενο που μένει ανοιχτό για τα κινήματα αλλά και για την συζήτηση για το χώρο και την πόλη. Αν όντως η πόλη, όπως είχε πει ο αστικός κοινωνιολόγος R.Park, είναι η πιο συνεπής και συνολική, η πιο επιτυχημένη προσπάθεια του ανθρώπου να ανακατασκευάσει τον κόσμο στον οποίο ζει ώστε να συμφωνεί περισσότερο με τις επιθυμίες της καρδιάς του, αν είναι ο κόσμος που κατασκεύασε ο άνθρωπος και ο κόσμος στον οποίο είναι στο εξής καταδικασμένος να ζει, τότε έμμεσα, και χωρίς καμία σαφή αίσθηση της φύσης της αποστολής του, φτιάχνοντας την πόλη ο άνθρωπος ξαναέφτιαξε τον εαυτό του. (Harvey,2013). Με αυτή τη λογική, η διεκδίκηση του δικαιώματος στην πόλη είναι ταυτόσημη διαδικασία με αυτή του επαναπροσδιορισμού των κοινωνικών σχέσεων, του πολιτισμού, της καθημερινότητας ή όπως σημειώνει ο Harvey το δικαίωμα στην πόλη ισοδυναμεί με το δικαίωμα να αλλάξουμε συλλογικά τους εαυτούς μας.

9. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Arendt H., 2009. Η ανθρώπινη κατάσταση, Αθήνα: Γνώση

Castells M., 1991. The informational city, New York City: John Wiley and Sons Ltd Harvey D., 2011. «Οι αστεακές καταβολές των οικονομικών κρίσεων», Available from: http://encounterathens.wordpress.com/tag/david-harvey/

Harvey D., 2013. Εξεγερμένες Πόλεις, από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης, Αθήνα: ΚΨΜ

Lefebvre H., 2007. Δικαίωμα στην Πόλη, χώρος και πολιτική, Αθήνα: ΚΟΥΚΙΔΑ Αθανασίου Ε., 2000. «Εικονικές πλατείες στο παγκόσμιο χωριό, σενάρια για το μέλλον του δημόσιου χώρου», Η αρχιτεκτονική ως τέχνη Δουκέλλης Π., 2005. Το ελληνικό τοπίο. Μελέτες ιστορικής γεωγραφίας και πρόσληψης του τόπου, Αθήνα: Εστία

Καρύδης Δ., 1991. Ανάγνωση πολεοδομίας, η κοινωνική σημασία των χωρικών μορφών, Αθήνα: ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ

Κωτσάκης Δ., 2008. Ανθρώπινη Επικοινωνία και Χώρος, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ Σαρηγιάννης Γ., 2000. Αθήνα 1830-2000, Εξέλιξη, Πολεοδομία, Μεταφορές, Αθήνα: ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ

309

1

   David Harvey, The right to the city, http://kompreser.espivblogs.net/2011/04/02/dikaioma-stin-poli-david-harvey/

2

   Σχετικά με τα χαρακτηριστικά που συγκροτούν το πλήθος, ο Michael Hardt, αναφέρει επίσης τα εξής: “Το πλήθος δεν είναι ένα αυθόρμητο πολιτικό υποκείμενο, αλλά ένα σχέδιο πολιτικής οργάνωσης. Το πλήθος πρέπει λοιπόν να κατανοηθεί όχι σαν ένα είναι αλλά σαν ένα γίγνεσθαι – ή μάλλον ένα είναι μη δεδομένο ή στατικό αλλά ως κάτι που σταθερά μετασχηματίζεται, εμπλουτίζεται, συγκροτείται σε μαι διαδικασία γίγνεσθαι. Όμως πρόκειται για ένα ιδιαίτερο είδος γίγνεσθαι, στο βαθμό που δεν υπάρχει δημιουργός πίσω από αυτή τη διαδικασία. Μέσω της παραγωγής της υποκειμενικότητας το πλήθος είναι το ίδιο δημιουργός της διαρκούς διαδικασίας να γίνει κάτι άλλο, μια αδιάκοπη διαδικασία συλλογικού αυτομετασχηματισμού”. Michael Hardt, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, Το κοινό στον κομμουνισμό, Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα, 2010

3

   Στο επίπεδο του περιεχομένου της δράσης, τρία είδη αιτημάτων αναγνωρίζονται στη βιβλιογραφία ως χαρακτηριστικά των κινημάτων πόλης. Το πρώτο είδος αφορά αιτήματα γύρω από τη συλλογική κατανάλωση (Castells,1977,CasteUs, 1978, Lowe 1986). Το δεύτερο είδος αιτημάτων αφορά την προστασία της πόλης από κοινωνικές και φυσικές απειλές και την προάσπιση της ποιότητας ζωής. Το τρίτο είδος αιτημάτων συνιστά περισσότερο μια προέκταση των δύο προηγούμενων παρά μια καθαρή κατηγορία, καθώς αναφέρεται στη διεκδίκηση μεγαλύτερων δυνατοτήτων επιρροής ή και ελέγχου εκ μέρους των πολιτών των τοπικών θεσμών και αποφάσεων (Pickvance, 1995). Βλέπουμε λοιπόν ότι εκτός από την υπεράσπιση του περιβάλλοντος ‘πάνω και πέρα από τα κέρδη’, οι συλλογικότητες διεκδικούν και ταυτόχρονα προωθούν μια νέα αστική κουλτούρα, μέσω δράσεων πολιτιστικού, εκπαιδευτικού ή και ψυχαγωγικού χαρακτήρα. Έχοντας ως αντικείμενο το ευρύτερο πλαίσιο ζωής, τις μορφές και τους ρυθμούς της καθημερινής ζωής, οι συλλογικότητες θέτουν στη διάθεση των πολιτών μία νέα κοινωνικότητα

4

   Η “παραγωγή του χώρου” και η συσχετίσεις αυτού αποτέλεσαν το βασικό προβληματισμό του Ανρί Λεφέρβ, ο οποίος αντιλαμβάνεται το χώρο μόνο ως άρρηκτα συνδεδεμένο με την κοινωνική πραγματικότητα. Η θεωρία του αντιλαμβάνεται το χώρο ως το προιόν των κοινωνικών σχέσεων που λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα, υπογραμμίζοντας πως κάθε κοινωνία παράγει το δικό της χώρο. Lefebvre Henri, 1991, The Production of space, transl. by Nicholson -Smith, Blackwell Publishing, Oxford.

5

   Σχετικά με τα μορφολογικά εκείνα στοιχεία των κινημάτων πόλης, αξίζει εν πρώτοις να αναφερθεί πως το υποκείμενο της δράσης έχει σε γενικές γραμμές εξωθεσμικό χαρακτήρα. Η συστηματική χρήση μεθόδων διαμαρτυρίας διαφοροποιεί τα κοινωνικά κινήματα από άλλες μορφές συλλογικότητα, όπως τα κόμματα, οι ΜΚΟ και οι ομάδες πίεσης, που σε ορισμένες περιπτώσεις κάνουν περιαστασιακή χρήση μεθόδων διαμαρτυρίας, δίχως σε καμία περίπτωση να αποτελούν την κυρίαρχη μορφή δράσης τους. Η σχετική διάρκεια και συνέχεια της δράσης των συλλογικών υποκειμένων είναι εκείνη που διαφοροποιεί τα κινήματα από τα συγκρουσιακά επεισόδια, ενώ και το στοιχείο του δικτύου των ομάδων και οργανώσεων μας βοηθά ιδιαίτερα στο διαχωρισμό των μοναδιαίων -απομονωμένων οργανώσεων από τα κοινωνικά κινήματα και προσδίδει σε αυτά συγκεκριμένη ταυτότητα. Βασικό στοιχείο του ορισμού των κοινωνικών κινημάτων αποτελεί τέλος η επιδίωξη των κοινωνικών αλλαγών, κάτι που στο επίπεδο της θεωρίας των κινημάτων της πόλης έχει προσελκύσει σημαντικό ενδιαφέρον και προκαλέσει αντίστοιχες διαμάχες. Έτσι συμπερασματικά, ως κινήματα της πόλης θα πρέπει να θεωρήσουμε εκείνα τα συλλογικά υποκείμενα τα οποία αναφέρονται σε θέματα συλλογικής κατανάλωσης, αστικού περιβάλλοντος και ποιότητας της καθημερινή ζωής στην πόλη, διεκδικούν μεγαλύτερη επιρροή στους τοπικούς θεσμούς και τις αποφάσεις, έχουν εξωθεσμικό χαρακτήρα, κάνουν συστηματική χρήση αντισυμβατικών μορφών διαμαρτυρίας, παρουσιάζουν μια σχετική διάρκεια και συνέχεια στη δράση τους, έχουν αναπτύξει ή/και συμμετέχουν σε δίκτυα ομάδων και οργανώσεων και επιδιώκουν κοινωνικές αλλαγές που υπερβαίνουν τον στενό ορίζοντα της γειτονιάς.

6

   Οι τρόποι με τους οποίους οι συλλογικότητες ασκούν πίεση στην κεντρική εξουσία, είναι αφενός μέσω της προβολής των αιτημάτων τους στους αρμόδιους κρατικούς φορείς και μέσω της κατάθεσης προτάσεων σε αυτούς, με σκοπό την από κοινού επίλυση των εκάστοτε ζητημάτων. Πολλές όμως είναι και οι περιπτώσεις που οι συλλογικότητες προχωρούν σε άλλου τύπου ενέργειες, όπως πορείες και διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, καθώς και προσφυγή στη δικαιοσύνη σε περιπτώσεις αυθαιρεσίας από την πλευρά της κεντρικής διοίκησης. Κύριο όμως γνώρισμα του τρόπου με τον οποίο ενεργούν οι συλλογικότητες, είναι η οργάνωση δράσεων ακτιβιστικού χαρακτήρα. Πρόκειται για τις στιγμές εκείνες όπου οι συλλογικότητες λαμβάνουν ενεργό χαρακτήρα, αποφασίζοντας ‘να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους’, διεκδικώντας την ίδια την πόλη.

7

   Ενδεικτικό της κατάστασης των δημοσίων χώρων στην Ελλάδα είναι πως χώρος πρασίνου που αντιστοιχεί σε κάθε κάτοικο κυμαίνεται μεταξύ των 2,5 και 3,5 τ.μ., απέχοντας κατά πολύ από άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες καθώς και από τα 9 τ.μ. που ορίζει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ως το ελάχιστο μέγεθος που εξασφαλίζει την καλή υγεία των κατοίκων των πόλεων. Δ. Εμμανουήλ, Έ. Ζακοπούλου, Ρ. Καυταντζόγλου, Θ. Μαλούτας, Α. Χατζηγιάννη, επιμέλεια, Κοινωνικοί και Χωρικοί Μετασχηματισμοί στην Αθήνα του 21ου Αιώνα, ΜΕΛΕΤΕΣ – ΕΡΕΥΝΕΣ ΕΚΚΕ, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, Αθήνα, 2008.

8

Ο συγκεκριμένος χάρτης αποτελεί καταγραφή των περιοχών του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας, οι οποίες βρίσκονται υπό διεκδίκηση, σύμφωνα με την καταγραφή που έγινε το 2008 από το Παρατηρητήριο Ελεύθερων χώρων, μια πρωτοβουλία η οποία δημιουργήθηκε προκειμένου να παρέχει την απαραίτητα πληροφόρηση αλλά και να επιτύχει το συντονισμό επιμέρους δράσεων και πρωτοβουλιών πολιτών. Ο χάρτης αφορά στις κοινωνικές αντιστάσεις ενάντι στην ιδιωτικοποίηση και την απώλεια του δημόσιου και κοινόχρηστου χαρακτήρα των ελεύθερων χώρων υπέρ της προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος, και όχι καταγραφή πολεοδομικών προβλημάτων. Μέσα από την ανάγνωση του χάρτη γίνεται εμφανής η συσσώρευση σημειακών περιοχών στο μητροπολιτικό κέντρο της Αθήνας, λόγω της πυκνότητας του δομημένου περιβάλλοντος κ της τεράστιας έλλειψης ελεύθερων χώρων. Όμως και στα περίχωρα της πόλης μεγάλες εκτάσεις, δασικές ή παράκτιες, απειλούνται από ιδιωτικοποίηση και ταυτόχρονη δόμησή τους, περιοχές που προορίζονται για μητροπολιτικά πάρκα και θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ανάσα πνοής για το ασφυκτικά δομημένο κέντρο της Αθήνας.

9

Αναγνωρίζοντας τη μεγάλη συμμετοχή της νεολαίας στα γεγονότα της εποχής, έχει πολύ εύστοχα σημειωθεί πως “…η εξεγερμένη νεολαία εσέβαλε στα κέντρα των πόλεων και των δήμων, κατέλαβε δομημένους και αδόμητους χώρους και προσπάθησε να επαναπροσδιορίσει τις λειτουργίες τους και το περιεχόμενό τους, θέτοντάς τους στην υπηρεσία των αναγκών της εξέγερσης και του δημόσιου οφέλους. Πρόβαλε έναν δημοκρατικό τρόπο οργάνωσης και διαχείρισης του δημόσιου χώρου”. Στα πλαίσια του ντοκιμαντέρ “το δικαίωμα στην πόλη” του aformi.gr. “Υπάρχει πολιτική του χώρου γιατί ο χώρος είναι πολιτικός”. πηγή: Μΐρ://%’%’%^ίοι™ί^Γ/2010/02/ένα-ντοκιμαντέρ-του^ίθΜί-το-δικαίωμα-στην/ Ημ. τελευταίας επίσκεψης: 30/09/2013

10

Σύμφωνα με τους Negri και Hardt . .Ενώ η παραδοσιακή έννοια αντιλαμβάνεται το κοινό σαν το φυσικό κόσμο έξω από την κοινωνία, η βιοπολιτική αντίληψη του κοινού αφορά όλες τις σφαίρες της ζωής, καθώς αναφέρεται όχι μόνο στη γη, τον αέρα, τα στοιχεία, ή ακόμα στα φυτά και στα ζώα, αλλά επίσης στα συντακτικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης, όπως είναι η κοινή γλώσσα, οι συνήθειες, οι χειρονομίες, οι παθήσεις, οι κώδικες κ.ο.κ. Η σύγχρονη βιοπολιτική δίνει έμφαση όχι μόνο στη διατήρηση του κοινού, αλλά και στον αγώνα για τις συνθήκες παραγωγής του, όπως επίσης και στην επιλογή ανάμεσα στις ιδιότητές του, προωθώντας τις ευεργετικές και απωθώντας τις επιζήμιες, διεφθαρμένες μορφές του.

ΑΝΑΔΥΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ. ΔΙΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΙΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ


Δάφνη Λαδά 1 Μαριάνα Λόη 2   Αλίκη Γκίκα 3

1. Αρχιτέκτων Ε.Μ.Π., Μεταπτυχιακή φοιτήτρια προγράμματος “Σχεδιασμός – Χώρος -Πολιτισμός”, Ε.Μ.Π, daphne.lada@gmail.com

2. Αρχιτέκτων Ε.Μ.Π, Μεταπτυχιακή ερευνήτρια “Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής”, University of Bath, UK, loimarch@gmail.com

3. Φοιτήτρια Αρχιτεκτονικής Ε.Μ.Π., aliki_10@hotmail.com

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι αυθόρμητες κινήσεις πολιτών που συσπειρώνονται άλλοτε γύρω από εντοπισμένα προβλήματα της Μητρόπολης και άλλοτε προκειμένου να διαχειριστούν ευρύτερα ζητήματα κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής φύσης που διατρέχουν την καθημερινή ζωή, έχουν τη δυνατότητα να επαναπροσδιορίζουν τις έννοιες του δημόσιου και του ιδιωτικού, παράγοντας ένα χώρο “πέρα από το δημόσιο και το ιδιωτικό”, ένα χώρο “κοινό”. Ο εντοπισμός κι η ανάδειξη τέτοιων ποιοτικών γνωρισμάτων του “κοινού” γίνεται εφικτός μέσα από την καταγραφή αλλά κυρίως την ανάδειξη των μεταλλάξεων των συλλογικών υποκειμένων που τα συγκροτούν, μέσα από την αλληλεπίδραση τους με τον δημόσιο χώρο. Στόχος είναι η ανάδειξη ενός νέου προτύπου συλλογικής ζωής και η ικανότητα αυτού να αποτελέσει κινητήριο μοχλό για την έξοδο από την οικονομική αλλά και κοινωνική κρίση.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΉ

Η διαρκής συρρίκνωση και η συνεχής υποβάθμιση της ποιότητας του δημόσιου χώρου, σε συνδυασμό με την αδυναμία της κεντρικής εξουσίας να διαχειριστεί και να επιλύσει αποτελεσματικά τα ολοένα αναδυόμενα προβλήματα, συνετέλεσαν στην ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση πολιτών, οι οποίοι συγκροτούμενοι σε ομάδες, διεκδικούν και δρουν με στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος. Η σύγχρονη μητρόπολη βιώνεται ως ά-τοπη, αφιλόξενη, απρόσωπη και αλλοτριωτική, αδυνατώντας τελικά να παράσχει την απαραίτητη για την ευημερία των κατοίκων ποιότητα ζωής. Έτσι η ίδια η πόλη καθίσταται πεδίο συνεχών διαπραγματεύσεων και συγκρούσεων, σε μία μάχη που δίνεται σχεδόν καθημερινά πλέον ανάμεσα στους κατοίκους και την τοπική αυτοδιοίκηση, και γίνεται αντικείμενο καταλύτης των συλλογικοτήτων που αναδύονται προκειμένου να διεκδικήσουν το ‘δικαίωμα στην πόλη’. Μια πόλη, που όπως εξάλλου είχε γράψει κάποτε ο διάσημος αστικός κοινωνιολόγος Robert Park, είναι «η πιο συνεπής και συνολική, η πιο επιτυχημένη προσπάθεια του ανθρώπου να ανακατασκευάσει τον κόσμο στον οποίο ζει ώστε να συμφωνεί περισσότερο με τις επιθυμίες της καρδιάς του.

Αλλά, αν η πόλη είναι ο κόσμος που κατασκεύασε ο άνθρωπος, είναι και ο κόσμος στον οποίο είναι στο εξής καταδικασμένος να ζει. Έτσι, έμμεσα, και χωρίς καμία σαφή αίσθηση της φύσης της αποστολής του, φτιάχνοντας την πόλη ο άνθρωπος ξαναέφτιαξε τον εαυτό του»1.

Η γενικότερη οικονομική δυσχέρεια, που αποτελεί πλέον μια παγιωμένη πραγματικότητα για την χώρα, είχε ως αποτέλεσμα μια ευρύτερη έκπτωση των κοινωνικών αξιών, που με την σειρά της ενέτεινε τη σχέση μεταξύ συλλογικοτήτων και δημόσιου χώρου – μια σχέση που αποκτά ιδιαίτερη σήμανση και ενδιαφέρον, καλώντας για μια περαιτέρω διερεύνηση των ιχνών του συλλογικού τρόπου έκφρασης, όπως αυτός πραγματώνεται στον ευρύτερο δημόσιο χώρο του λεκανοπεδίου της Αθήνας. Αυτό που επιδιώκεται λοιπόν μέσω της παρούσας εργασίας είναι να προσδιοριστούν τυχόν μεταβολές των αντικειμένων των συλλογικών διεκδικήσεων κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στη χώρα, καθώς και παράλληλοι μετασχηματισμοί του αστικού δημόσιου χώρου, όπως αυτοί απορρέουν μέσα από την παρατήρηση αυτού του φαινομένου.

Χρησιμοποιώντας στοιχεία συλλεγμένα σε διάφορες φάσεις του διαστήματος της κρίσης στην Ελλάδα, επιχειρείται μια συγκριτική ανάγνωση της εξέλιξης των συλλογικοτήτων και του τρόπου με τον οποίο διεκδικούν αλλά και διαχειρίζονται το δημόσιο χώρο. Αυτή η προσέγγιση στοχεύει τελικά στο να αναδείξει τις νέες αξίες που επαναπροσδιορίζονται μέσα από τον συλλογικό τρόπο διαχείρισης του δημόσιου χώρου, την έννοια του “common” (κοινού) αγαθού όπως αυτή αναδύεται, καθώς και τη δυναμική της έκφρασης ενός νέου τρόπου σκέψης και αντίληψης του υποκειμένου προς μια συλλογική διαχείριση, ικανού για εξίσου δυναμικούς μετασχηματισμούς του χώρου.

2. ΠΕΡΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΩΝ

H ανάδυση μιας συλλογικότητας αφορά στη συγκρότηση μιας ομάδας ατόμων που συνυπάρχουν και συνεργάζονται για ένα κοινό στόχο, έχοντας ως μέσο την ανταλλαγή υλικών και πνευματικών αγαθών και την αλληλουποστήριξη των μελών που την απαρτίζουν. Σύμφωνα με τον Robert Park ένας αριθμός ατόμων γίνεται ομάδα ή συλλογικότητα από τη στιγμή που υπάρχει μια αλληλοδιείσδυση του νου, μια συναίνεση γύρω από κοινές ιδέες και αντιλήψεις, μια κατασκευή ενός κοινού πνευματικού πεδίου, που από τη στιγμή που θα συγκροτηθεί αποκτά ανεξαρτησία και επηρεάζει τα επιμέρους άτομα. Εντούτοις τα υποκείμενα που συμμετέχουν διατηρούν τις προσωπικές τους απόψεις και πεποιθήσεις, οι οποίες όμως παραμερίζονται μπροστά στην ανάγκη συσπείρωσης σε μία ευρύτερη ομάδα. Πρόκειται λοιπόν για ένα σύνολο μοναδικοτήτων, υπό την έννοια ότι τα διαφορετικά κοινωνικά υποκείμενα διατηρούν την διαφορετικότητά τους, συνιστώντας το πλήθος, όπως το ορίζουν οι Negri και Hardt. Ένα πλήθος που ενώ “παραμένει πολλαπλό, δεν είναι κατακερματισμένο, άναρχο ή ασύντακτο” και είναι ικανό για από κοινού δράση αφού μεταστρέφει τον αρνητικό χαρακτήρα των διαφορών των μελών του, μετατρέποντας αυτές τις διαφορές σε ισχυρό συστατικό του στοιχείο2. Είτε ως πλήθος, είτε ως συλλογικότητα, γίνεται λόγος για μια οργανική ζωντανή ενότητα, της οποίας οι βασικοί στόχοι και διεκδικήσεις τίθενται από κοινού από όλους τους συμμετέχοντες, οι οποίοι δρώντας αυτο-οργανωτικά, απουσία κεντρικού ελέγχου και ιεραρχικών δομών, διαμορφώνουν το περιεχόμενο δράσης και το πλαίσιο λειτουργίας.

3. ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΧΩΡΟΣ ΩΣ Ο ΚΑΜΒΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΩΝ

Το αντικείμενο της δράσης των συλλογικοτήτων μπορεί να εντοπιστεί μέσα στον ίδιο τον αστικό ιστό και αποτυπώνεται στην προβληματική της σύγχρονης μητρόπολης3. Ο χώρος εξάλλου δεν νοείται εν κενώ, αλλα “παράγεικαι παράγεται”, αφού η διαμόρφωση και η λειτουργία του αστικού χώρου καθορίζεται από την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων και αντανακλά τα αποτελέσματά τους4. Η πόλη στην εποχή της νεωτερικότητας διαμορφώνει τον κατεξοχήν καμβά αυτών των κοινωνικών αγώνων και συγχρόνως αποτελεί ένα από τα βασικά διακυβεύματα αυτών.

Η επίδραση του νεοφιλελευθερισμού πάνω στην πόλη συνοδεύεται από μια γενικευμένη αμφισβήτηση της έννοιας του δημόσιου χώρου, καθώς ο θρίαμβος του ωφελιμισμού και του ιδιωτικού συμφέροντος πάνω σε κάθε τι που έχει δημόσιο και αντιεμπορευματικό χαρακτήρα τείνει να τον απαξιώσει. Η πόλη τελικά δε βιώνεται ως δημόσιο αγαθό, αλλά ως εμπόρευμα. Σε αυτό το έδαφος αναπτύσσονται τα αστικά κοινωνικά κινήματα για την υπεράσπιση των δημόσιων χώρων που έχουν ως αφετηρία το τοπικό, και την διαφύλαξη πολύτιμων ανοικτών χώρων μικρής ή μεγάλης κλίμακας από την εμπορευματοποίηση ή την ιδιωτικοποίηση, εντασσόμενα παράλληλα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο θεμελιωδών κοινωνικών διεκδικήσεων5. Λαμβάνοντας_υπόψη την προβληματική που ξετυλίγεται γύρω από την γρήγορη ανάπτυξη και διόγκωση της Αθήνας, το ενδιαφέρον μας θα εστιαστεί στα κινήματα αυτά που έχουν άμεση σχέση με την διεκδίκηση ή προστασία του δημόσιου χώρου. Η Αθήνα είναι μια πόλη που έχει προκύψει από μια βίαιη επιθυμία να αποκτήσει ένα μητροπολιτικό πρόσωπο με ‘δυτικά’ χαρακτηριστικά και η βιασύνη αυτή έχει δημιουργήσει αστικά κενά, ασυνέχειες και ανισότητες (Σχήμα 1). Η χαοτική γιγάντωση του αστικού κέντρου και η έλλειψη δημόσιων ελεύθερων χώρων, σε συνδυασμό με την αυθαίρετη δόμηση και την σχετική κρατική ανοχή, την έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού και την γρήγορη αλλαγή της αξίας χρήσης γης, δημιουργεί ασφυκτικές συνθήκες διαβίωσης με παράλληλη υποβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων, καθιστώντας έτσι την Αθήνα ως ένα πεδίο συνεχών συγκρούσεων και διαπραγματεύσεων6.

Η προβληματική αυτή αντικατοπτρίζεται στη δυναμική με την οποία οι συλλογικότητες οργανώνονται και δραστηριοποιούνται γι’ αυτό το σκοπό. Προκειμένου να γίνει μια χαρτογράφηση της έντασης των συλλογικών διεκδικήσεων ώστε να εντοπιστούν τυχόν μεταλλάξεις αυτού του φαινομένου κατά τη διάρκεια της κρίσης, κρίνεται απαραίτητο να προσδιοριστούν οι χωροχρονικές συνιστώσες σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που διαμόρφωσαν ένα “πρόσφορο” έδαφος για την ανάδυση των συλλογικοτήτων και την εντατικοποίηση της σχέσης τους με το χώρο.

4. ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Το πρόβλημα της έλλειψης ελεύθερων χώρων διογκώθηκε την τελευταία δεκαπενταετία, όταν προστέθηκε η νέα πραγματικότητα που επέφεραν οι προετοιμασίες για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, μετατρέποντας ουσιαστικά το 2004 σε μια κομβική στιγμή για την αστική ιστορία της Αθήνας. Η οικοδόμηση των τελευταίων μεγάλων ελεύθερων αδόμητων χώρων στην Αττική, καθώς και η απότομη εκτίναξη της αξίας γης, είχαν ως αποτέλεσμα αφενός τον εκτοπισμό διαφόρων πληθυσμιακών ομάδων από τις περιοχές κατοικίας τους, τη συρρίκνωση των ελεύθερων δημόσιων χώρων, αλλά και την περιβαλλοντική υποβάθμιση του φυσικού τοπίου7. Σε αυτό το πλαίσιο όπου μεγάλες εκτάσεις αστικής γης προσφέρονταν βορά στο βωμό της ιδιωτικοποίησης, όχι πάντα με τους πιο διαφανείς τρόπους, αναδύονται συλλογικότητες, οι οποίες προσπαθούν να περιορίσουν τις περιβαλλοντικές και κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις αυτών των σχεδίων. Στην εποχή αυτή, της προ και μετά ολυμπιακής Αθήνας, βασικό διακύβευμα αποτελούν οι διεκδικήσεις χώρων υπερτοπικού χαρακτήρα ή μητροπολιτικής σημασίας, ενώ πρωταρχικό μέλημα είναι η διατήρησή τους ως ελεύθεροι χώροι καθώς και η προάσπιση του δημόσιου χαρακτήρα τους8.

Σχήμα 1. Χάρτης περιοχών κοινωνικών αντιστάσεων κατά το 2008. Πηγή: Παρατηρητήριο ελεύθερων χώρων.

Τα χρόνια που έπονται η Αθήνα διανύει μία περίοδο κοινωνικών ανακατατάξεων και μεταβολών, ακολουθούμενη από μια έντονη κοινωνική εξέγερση που ξέσπασε και τραυμάτισε το πρόσωπο της πόλης το Δεκέμβρη του 2008, και η οποία έδωσε νέα ώθηση στα κινήματα πόλης. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ένταση των κοινωνικών προβλημάτων αλλά και το ευρύτερο συναίσθημα δυσπιστίας ως προς την πολιτική ηγεσία, αποτέλεσαν ένα κινητήριο μοχλό για μια πληθώρα δράσεων που εκτός των άλλων είχαν ως αντικείμενο και τη διεκδίκηση του ‘δικαιώματος στην πόλη’. Μικροί, αδόμητοι και μη χώροι, καταλαμβάνονται από τους κατοίκους διαφόρων γειτονιών σε μία προσπάθεια όχι μόνο διεκδίκησης και διαπραγμάτευσης του δημόσιου χώρου, αλλά και αυτοδιαχείρισής του από τους

χρήστες9. Όλες αυτές οι δράσεις που πραγματοποιούνται στην κλίμακα του τοπικού, σε επίπεδο δηλαδή γειτονιάς ή συνοικίας έχουν ως αποτέλεσμα ένα νέο τρόπο προσέγγισης του δημόσιου χώρου και επανοικειοποίησής του μέσα από συλλογικές δράσεις που εκτείνονται σε ολόκληρο το φάσμα της καθημερινής ζωής και προωθούν μία νέα κουλτούρα διαχείρισης του αστικού χώρου (Σχήμα 2). Ως κοινός προβληματισμός αναδεικνύεται η σύνδεση πολιτικών πρακτικών που μπορούν να αλλάξουν ενδεχομένως την ατομική μας αντίληψη για τον κόσμο και κατ’ επέκταση την κοινωνία, με μια διαχείριση του αστικού χώρου “από τα κάτω προς τα πάνω”.

Σημαντικά παραδείγματα που εντοπίζονται την περίοδο αυτή ως άμεσα ή έμμεσα αποτελέσματα αυτής της εμπειρίας, είναι το πάρκο στη συμβολή Χαριλάου Τρικούπη και Ναυαρίνου στα Εξάρχεια. Πρόκειται για κινηματικούς πειραματισμούς που αντανακλούν την δυναμική αλλά και τις αντιφάσεις της ίδιας της εξέγερσης που προσέθεσαν στην βιωματική αντίληψη του χώρου. Οι περισσότερες από τις καταλήψεις και τα κινήματα που παρουσιάζουμε, προέκυψαν από την εξέγερση του Δεκέμβρη. Στις περιπτώσεις των παλιότερων καταλήψεων και κινημάτων πόλης, η εξέγερση του Δεκέμβρη εμπλούτισε τον πολιτικό προβληματισμό τους και τους έδωσε μεγαλύτερη δυναμική.

Τα τελευταία χρόνια η οικονομική κρίση έχει κάνει αισθητή την παρουσία της σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, ενώ οι επιδράσεις της βιώνονται με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο τόσο σε ατομικό όσο και συλλογικό επίπεδο. Δεδομένης της απόσυρσης του κράτους πρόνοιας και των επιπτώσεων    της

Σχήμα 2. Καταγραφή πρωτοβουλιών κατοίκων στο Δήμο Αθηναίων κατά την περίοδο 2008 – 2009. Πηγή: «νΛομαδικές εγκαταστάσεις», Διπλωματική εργασία Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π. 2010, Αλίκη Γκίκα, Δάφνη Λαδά, Ναταλία Μιχαηλίδου.

αυξανόμενης φτώχειας και ανεργίας παρατηρείται μία μεταβολή όσον αφορά τα διακυβεύματα αλλά και τις συλλογικές δράσεις που δεν εκδηλώνονται με την ίδια ένταση αναφορικά με τον αστικό-δημόσιο χώρο και την ποιότητα ζωής σε αυτόν, αλλά στρέφονται περισσότερο σε ανθρωπιστικού χαρακτήρα πρωτοβουλίες, με την αλληλέγγυα βοήθεια μεταξύ των πολιτών να έχει γίνει προτεραιότητα. Ο δημόσιος χώρος και η διεκδίκηση του αντιμετωπίζεται πια ως “αντικείμενο πολυτελείας”, καθώς την ίδια στιγμή υπάρχουν χιλιάδες ανάγκες πρωτογενούς βιοτικής σημασίας.

Παράλληλα, ο δημόσιος χώρος απο αντικείμενο διεκδίκησης γίνεται ο χωρικός “καμβάς” πάνω στον οποίο αποτυπώνονται οι αυτο-οργανωτικές δράσεις των συλλογικοτήτων. Κορωνίδα αυτής της εφαρμογής όπου αντάμωσε ίσως για πρώτη φορά η ιδέα της άμεσης δημοκρατίας με την πρόταση της πολιτικής εφαρμογής της αποτέλεσαν τα γεγονότα που συνέβησαν στο Σύνταγμα το 2011 και όπου χωρικά θα μπορούσε να αναφερθεί μια μετατόπιση από τους χώρους κοινωνικής αντίστασης σε επίπεδο συνοικίας, στο μητροπολιτικού ενδιαφέροντος και συμβολικής αξίας χώρο της Πλατείας, όπου συμπυκνώνονται και αντανακλώνται όλα τα νοήματα της πολιτικής ζωής και της δημόσιας σφαίρας. Το ενδιαφέρον αυτού του εγχειρήματος αποτέλεσε το γεγονός οτι μοναδικότητες διαφορετικών πεποιθήσεων συνενώθηκαν γύρω από ένα κοινό στόχο γεφυρώνοντας τις διαφορές τους. Εδώ ο χώρος αποτέλεσε “το κοινό έδαφος”, ενώ η ίδια η πολιτική ήταν το “κοινό αγαθό” σε συνεχή παραγωγή.

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Όπως είδαμε και παραπάνω, αφενός από τον τρόπο δομής αυτών των συλλογικοτήτων και αφετέρου από τον τρόπο δράσης και λήψης αποφάσεων, φαίνεται πως το ζητούμενο για ενεργή συμμετοχή στην πολιτική, δεν είναι ένα έωλο εγχείρημα, αλλά απεναντίας πρόκειται για μια πρακτική που είναι δυνατή – ίσως περισσότερο από ποτέ. ΟΙ συλλογικότητες, ιδωμένες ως πλήθος με τα χαρακτηριστικά που του έχουν ήδη αποδοθεί, αποτελούν ένα από τα ισχυρά κοινωνικά υποκείμενα που είναι ικανά να πραγματώσουν την έννοια της δημοκρατίας στην πιο ουσιαστική της μορφή, δηλαδή τη διακυβέρνηση όλων από όλους. Υπό αυτήν την έννοια, και λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη αξία της πολλαπλότητας των διαφορών του πλήθους καθώς και ότι το ίδιο παραμένει ανοικτό σε διαρκείς νέους μετασχηματισμούς, γίνεται σαφές πως πρόκειται για μια συνεχή παραγωγή και συγκρότηση του κοινού (common)10 ευρύτερης πολιτιστικής σημασίας.

Οι συλλογικότητες συγκροτούνται, συμμετέχουν ενεργά στο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι, προάλλουν αιτήματα τα οποία διεκδικούν μέσω της δημιουργίας, προτείνουν νέους τρόπους οικονομικής παραγωγής και παράγουν νέες πλουραλιστικές χωρικές μορφές μέσω των διαδικασιών της επανοικειοποίησης και επανανοηματοδότησης του χώρου. Ο χώρος που παράγεται δεν είναι αποτέλεσμα κεντρικού σχεδιασμού, αλλά απόρροια της βιωματικής χωρικής εμπειρίας, κάτι που με τησειρά του επαναπροσδιορίζει το υποκείμενο και προωθεί μια συλλογική ταυτότητα σε μια σχέση συνεχούς αλληλεπίδρασης. Έτσι κάθε μεταβολή στο χώρο είναι ταυτόχρονα και αλλαγή στην κοινωνία πόλης, στις συμπεριφορές και αντιλήψεις των κοινωνικών ομάδων και των πολιτών που την κατοικούν, καθώς και στην πολιτική συγκρότηση της πόλης.

Σήμερα το Μητροπολιτικό συγκρότημα της Αθήνας συμπληρώνει αρκετά χρόνια ζωής των διαφόρων κοινωνικών κινημάτων και πρακτικών σε αυτό. Αναρωτιέται εύλογα κανείς αν αυτή η δυναμική θα συνεχίσει να εμφανίζεται με περισσότερη ή λιγότερη τόλμη απ’ ότι τα χρόνια που πέρασαν με όλες της ιστορικής σημασίας στιγμές, διεκδικήσεις και συγκρούσεις. Είναι φυσικά δύσκολο ακόμα και να απαντήσει κανείς στο ερώτημα αν η προσπάθεια πολιτικής χειραφέτησης του «πλήθους» φθίνει ή αν παράγει ακόμα σπόρους οι οποίοι αναμένουν να γονιμοποιηθούν σε κάποιους δημόσιους χώρους της πόλης, σε μια εποχή όπου ο δημαόσιος χώρος ιδιωτικοποιείται μαζικά στα πλαίσια της «ιδέας της

ανάπτυξης». Σε ένα τόσο πολύπλευρο και πολυσήμαντο ζήτημα όπως είναι οι

συλλογικότητες κάθε προσπάθεια καταγραφής, ομαδοποίησης ή ακόμα και πρόβλεψης το

πιαθνότερο είναι ότι γίνεται εν κενώ.

6. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αντωνοπούλου Ε., 2011. Κοινός πλούτος _ συλλογική νοημοσύνη _ συνεργατικός σχεδιασμός. Μεταπτυχιακή Διπλωματική εργασία, Σχεδιασμός – Χώρος – Πολιτισμός, Σχολή Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π.

Εμμανουήλ Δ., Ζακοπούλου Ε., Καυταντζόγλου Ρ., Μαλούτας Θ., Χατζηγιάννη Α., (επιμ.) 2008. Κοινωνικοί και Χωρικοί Μετασχηματισμοί στην Αθήνα του 21ου Αιώνα. ΜΕΛΕΤΕΣ – ΕΡΕΥΝΕΣ ΕΚΚΕ, Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών.

Κωτσάκης Δ., 2013. Η έννοια του κοινού: Κοινωνικός χώρος και τρόπος επικοινωνίας, Εργαστήριο «Συναντήσεις και Συγκρούσεις στην πόλη», Τμήμα Αρχιτεκτόνων Α.Π.Θ.

Μακρυγιάννη Β., Τσαβδάρογλου Χ.,    2010. Αθήνα:    Ανοχύρωτη πόλη, πηγή:

http://urbananarchy.gr/

Σταυρίδης Σ., 2011. Μαθαίνοντας από τις πλατείες

Σταυρίδης Σ, De Angelis M., 2011. Σχετικά με το νόημα των κοινών in Rebel, Commons vs Crisis, Rebel.

Σταυρίδης Σ., 2011. Χειραφετικές χωρικότητες και «η πόλη των κατωφλιών». Πηγή: http://ratnet-blog2.blogspot.com/2011/04/blog-post.html

Παπαλεξόπουλος Δ., 2006. Ψηφιακός Τοπικισμός. Εκδ. Libro.

Deleuze G., 2001. Η Κοινωνία του ελέγχου, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς Εκδ. Ελευθεριακή κουλτούρα.

Foucault M., 2008. Το μάτι της εξουσίας, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Εκδ. Βάνιας.

Hardt M., Negri A., 2011. Πλήθος. Πόλεμος και δημοκρατία στην εποχή της Αυτοκρατορίας, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, Εκδ. Αλεξάνδρεια.

Hardt M., 2010. Το κοινό στον κομμουνισμό, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς. Εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Arendt, H., 1958. The human condition, The University of Chicago Press.

Casarino C., Negri A. 2008. In praise of the common. A conversation on philosophy and politics. University of Minnesota Press.

Habernas, J., 1989. The structural transformation of the public sphere: an inquiry into a category of bourgeois society, Polity.

Hardt M., Negri Α., Commonwealth, The Belknap Press of Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts, 2009

Harvey D., 2013. Εξεγερμένες Πόλεις – από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης, Εκδ. ΚΨΜ.

Lefebvre H., 2007. Δικαίωμα στην πόλη Χώρος και πολιτική, μτφρ. Παναγιώτης Τουρνικιώτης – Κλωντ Λωράν, Εκδ. ΚΟΥΚΙΔΑ.

Alberto Altés Arlandis – Αναθεωρώντας το δημόσιο χώρο:

Υβριδικές πρακτικές συνεργατικής τέχνης και η πειρατεία του χώρου στην αστική σφαίρα

| Re-public : re-imagining democracy.

Φαίνεται πως η πόλη, ο χώρος της, το μέλλον της, η παραγωγή της, ήταν σχεδόν αποκλειστικά το αποτέλεσμα διαδικασιών και τάσεων που πραγματοποιούνται σε απρόσιτη απόσταση, σε άγνωστες τοποθεσίες, κυρίως καθορισμένες από τα συμφέροντα και τις βουλές μη-εντοπισμένων δυνάμεων, δρώντων και τάσεων. Λες και η πόλη δεν μπορούσε πια να παράγεται και να σχηματίζεται με βάση τις επιθυμίες των κατοίκων της, διατυπώνοντας κάποια μορφή συλλογικής βούλησης. Λες και η πόλη δεν ήταν πλέον η ψυχή και ο λόγος της αστικής πολιτικής αλλά ένα απλό αντικείμενο ενός είδους πνευματώδους και υγιενής διαχείρισης που αντιλαμβάνεται το δημόσιο χώρο σαν αγορά και προϊόν, θέτοντας την οικονομία στο ίδιο το κέντρο της κοινωνίας.

Η ημερήσια διάταξη των πόλεων δεν περιέχει πλέον αναδιανεμητικές και κοινωνικές ευαισθησίες αλλά εστιάζει τώρα στην οικονομική ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την επιχειρηματικότητα. Η δημιουργική ευελιξία, η αποδοτικότητα και η στρατηγική σύμπραξη αποκλείουν τη διαφωνία, την αντιπαράθεση και τη ριζοσπαστική κριτική έτσι που σχεδόν σβήνουν την πολιτική από το πρόσωπο της πόλης. Ο χώρος της πόλης αναισθητοποιείται.

Ο δημόσιος χώρος σήμερα είναι προγραμματισμένος, σχεδιασμένος, ορισμένος, διαχωρισμένος, αστυνομευόμενος, και στημένος κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ελέγχεται εύκολα, να είναι «ασφαλής» και «εμπορικοποιημένος», με τρόπους που οδηγούν σε ομοιογενείς, αδιάφορες, ομαλές και καθαρές επιφάνειες που διαφέρουν σημαντικά από τα εγγενή χαρακτηριστικά της ίδιας της έννοιας του δημόσιου.

Επιπλέον, ηγεμονικές χωρικές πρακτικές έχουν λειτουργήσει και συνεχίζουν να λειτουργούν από τη βάση μιας πολύ περιορισμένης κατανόησης του δημόσιου χώρου που εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στη φυσική του διάσταση. Λες και η δημόσια σφαίρα είναι μόνο ο καθεαυτός χώρος της πλατείας, του δρόμου ή της αγοράς, αντί για το περίπλοκο σύνολο των διαδράσεων, αντιπαραθέσεων, της κοινωνικής και ανθρώπινης ανταλλαγής κι επικοινωνίας, αγάπης και διαμάχης που συνιστούν της ουσία της. Σαν να μην ήταν πλέον δυνατόν να φανταστούμε ποικίλες συλλογικές δράσεις κι ενέργειες που δίνουν σχήμα σε μια πολύ πλουσιότερη και κοινωνικά παραγωγική δημόσια σφαίρα. Σαν να μην ήταν πλέον το πολιτικό στοιχείο παρόν ως το βασικό συστατικό των διάφορων και πολύπλοκων συνάξεων ροών και δρώντων που αρθρώνουν την κοινωνία.

Για να αντισταθούμε στην απαισιοδοξία, το κυνισμό και την καιροσκοπία της μετα-ουτοπικής, μετα-πολιτικής και μετα-δημοκρατικής κατάστασης που κατήγγειλε ο Rànciere και άλλοι, οφείλει κανείς να αναζητήσει και να παράξει ενεργά εναλλακτικούς τρόπους προς μια πολιτική διάσταση της αρχιτεκτονικής, αστικοποίησης και χωρικών πρακτικών γενικά. Η επανενεργοποίηση του αστικού χώρου είναι ακόμη δυνατή.

Την συνεχιζόμενη αποπολιτικοποίηση της πόλης στην πραγματικότητα αμφισβητούν και αντιστέκονται σ’ αυτήν πολυάριθμες δράσεις που αυθόρμητα εξορμούν και διατυπώνουν ατομικές ή συλλογικές εμπειρίες, όνειρα κι επιθυμίες, και τότε εξελίσσονται σε κάτι άλλο, ένα υβρίδιο, ένα δίκτυο, μια ενέργεια εν κινήσει. Αυτές οι ενέργειες, συχνότερα από αυτό που τείνουμε να αναγνωρίζουμε, επηρεάζουν και μεταμορφώνουν τις κατεστημένες δομές των δυνάμεων με τρόπους που είναι δύσκολο να χαρτογραφήσουμε ή να αξιολογήσουμε, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι ικανές να επηρεάσουν ουσιαστικά την κατασκευή της πόλης.

Πολλές από αυτές τις δράσεις ξεχύνονται μέσα ή γύρω από συγκεκριμένα αστικά περιβάλλοντα, κομμάτια ή χώρους, σε σχέση με ειδικά, συχνά ακαθόριστα χαρακτηριστικά και δυναμικές αυτών των τοποθεσιών. Λανθάνοντες χώρους, ενδιάμεσους χώρους. Διαφορετικούς χώρους. Άλλους χώρους.

Κάποιο συγκεκριμένο είδος ριζοσπαστικά κριτικών πρακτικών ευαίσθητων στη δυναμική τέτοιων δημόσιων χώρων καταφέρνουν να πυροδοτήσουν περίπλοκες διαδικασίες επαναδραστηριοποίησης και χειραφέτησης της κοινότητας ενώ δοκιμάζουν εναλλακτικά αστικά μοντέλα και προσεγγίσεις κατασκευής πόλεων. Αρκετά συχνά, μέσα από τη διατύπωση δημιουργικών διαδικασιών συνεργασίας με ομάδες και κοινότητες, αυτές οι πρακτικές υιοθετούν τακτικές και τεχνικές κοντινές σ’ αυτές του πειρατή, αναμειγνύοντας την τέχνη με το χώρο με φαινομενικά ακίνδυνους τρόπους που αργότερα οδηγούν σε σοβαρή πολιτική διαμάχη, ανάμειξη και ενεργοποίηση.

Είναι πιθανό να φανταστούμε, ακολουθώντας τον De Certeau, μια πόλη που αποτελεί σκηνικό μιας ατέλειωτης, συνεχούς και σιωπηλής μάχης μεταξύ των μηχανισμών που παράγουν χώρο πειθαρχίας, π.χ. τις κοινωνικές πρακτικές, υπεύθυνες για μια μυστική δόμηση των συνθηκών της κοινωνικής ζωής, και των ποκίλων ατομικών τρόπων επανα-οικειοποίησης, πολλαπλών και «ποικιλόμορφων, αντιστασιακών, δόλιων και πεισματάρικων διαδικασιών που ξεγλυστρούν από την πειθαρχία χωρίς να βρίσκονται εκτός του πεδίου στο οποίο εξασκείται». (De Certeau, 1984: 96)

Αυτές οι τακτικές και πρακτικές επανα-οικειοποίησης ανοίγουν το δρόμο για μια άλλη πόλη, έναν άλλο χώρο, έναν χώρο μακριά από το ξεκάθαρο κείμενο της προγραμματισμένης, ευανάγνωστης ή εμφανούς πόλης. Ένα χώρο όπου κείται μια άλλη, αόρατη πόλη. Μια τέτοια «αόρατη» πόλη ανήκει στη σφαίρα του βιωμένου χώρου∙ για την ακρίβεια, η ζωή, οι πραγματικές πρακτικές και σχέσεις που πραγματοποιούνται στο χώρο, τα άτομα που κατοικούν στο χώρο, μερικές φορές μπορούν να φανταστούν, να προξενήσουν και να παράξουν ακόμη ένα άλλο είδος χώρου, ή ακόμη καλύτερα, μια πολλαπλότητα «άλλων χώρων» που παρέχουν το σημείο για «άλλες» επιθυμίες, ανάγκες, ιδέες, μεταβάσεις, μεταμορφώσεις, αλλαγές, ενέργειες και διαδικασίες που δε θα είχαν βρει τη θέση τους αλλιώς: ένας κάπως «αόρατος» αλλά πλήρως βιωμένος χώρος.

Αυτή μπορεί να είναι η περίπτωση των παρεμβάσεων που πραγματοποιήθηκαν γύρω από τις δημόσιες στέρνες για το πλύσιμο των ρούχων στο Caldes de Montbui[1] – ένα χωριό της Ρωμαϊκής εποχής με ιαματικά νερά στα περίχωρα τα Βαρκελώνης – που υιοθέτησαν μια ομάδα φίλων, επιμελητών του τοπικού καλλιτεχνικού φεστιβάλ. Έχοντας ευαισθητοποιηθεί με την εύθραυστη κατάσταση ενός εκ των ορίων του ιστορικού πυρήνα που ήταν σε επαφή με ένα ρυάκι και μερικά χωράφια, αποφάσισαν να προτείνουν να γίνει αντικείμενο μελέτης και χώρος εργασίας για την ομάδα των επιλεγμένων καλλιτεχνών για τις εκδηλώσεις τέχνης του 2008 και του 2009.

Η πρόσφατη ανάπτυξη του χωριού έχει γεννήσει καινούριες περιοχές «αστικότητας», ποικιλομορφίας και συνθετότητας που δημιουργούν μια συγκέντρωση αστικής ζωής μακριά από τον ιστορικό πυρήνα και το φράγμα που εκπροσωπείται από τη φυσική άκρη της πόλης κατά μήκος της διαλείπουσας ροής του νερού, στο δυτικό σύνορο. Αυτός ο διαχωρισμός έχει δημιουργήσει μια αποκλεισμένη παρυφή, που, απορροφώντας όλο τον ιστορικό πυρήνα, διαμορφώνει ένα είδος πίσω πλευράς της πόλης, μια πίσω πλευρά που βλέπει προς τους κήπους και τα χωράφια, μια πίσω πλευρά που παρέχει μαρτυρίες της ίδιας της παραμέλησής της, της έλλειψής της σε υποδομές, της απουσίας ενότητάς της.

Ωστόσο, ο νέος αστικός σχεδιασμός του χωριού δείχνει πολύ ξεκάθαρα τα κλειδιά της αστικής πολιτικής που συντηρεί η τοπική κυβέρνηση. Μια αρχική ανάλυση των σχεδίων που περιγράφουν τις χρήσεις της μη-αστικής γης (π.χ. όλων των ειδών οι φυσικές, γεωργικές, υπαίθριες και προστατευμένες περιοχές) αποκαλύπτει ένα σοκαριστικά μεγάλο κομμάτι μη-αστικής γης να έχει μετατραπεί σε μια καινούρια μονάδα που επηρεάζει τα γόνιμα χωράφια, τους κήπους και τις κατοικίες, με το σκοπό να τα μετατρέψει σε μια τεράστια αποκαλούμενη «ιαματική πόλη». Ένα είδος συγκροτήματος θερμών πηγών «σαν θεματικό πάρκο» του μεγέθους του ιστορικού πυρήνα, καταπατώντας την πράσινη έκταση έξω από την άκρη της πόλης.

Στα μάτια της τοπικής κυβέρνησης, η νέα μονάδα θα αποκάλυπτε την κατάσταση της πίσω πλευράς του συνόρου, που θα έχει μετατραπεί σε πρόσοψη για τους τουρίστες και τους επισκέπτες του ιαματικού θεματικού πάρκου. Μια πρόσοψη που, σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο, θα έπρεπε τότε να την μεταχειριστούν «κατάλληλα» με επιφανειακό «καλλωπισμό»: μια αποκλειστικά οπτική μεταμόρφωση, άμοιρη των εγγενών μικρών κι εύθραυστων διαδράσεων και μικρο-οικοσυστημάτων του μέρους, σε πείσμα της μνήμης και αδιάφορα προς τις ποικίλες ιδιαιτερότητες των μικρο-χώρων που σχηματίζονταν κατά μήκος του συνόρου.

Αρκετοί δημόσιοι χώροι στο χωριό έχουν ήδη μεταμορφωθεί, ιδιωτικοποιηθεί και απογυμνωθεί από την πρωτότυπη και εγγενή δημόσια φύση τους, σαν αποτέλεσμα της εφαρμογής ενός τέτοιου προγράμματος. Αντίθετα, μια σειρά από «άλλους χώρους», αποκλεισμένα τμήματα δημοσίων, ημι-δημοσίων, ή κάποτε δημοσίων χώρων, μπορούν να αναγνωριστούν κατά μήκος της άκρης της πόλης, μερικά από τα οποία είναι κυριολεκτικά ενσωματωμένα στο τείχος που διαχωρίζει την παρυφή από τα χωράφια που βρίσκονται από κάτω. Ανάμεσά τους, πολλά είναι φορτισμένα με μια ακαθόριστη, ειδική δυναμική, σχετική με τη μορφή τους, την κατάστασή τους, την τοποθεσία τους, τη χρήσή τους, τις αναμνήσεις που διατηρούν ή ένα συνδυασμό όλων αυτών. Θα μπορούσε κανείς να τα αποκαλέσει «λανθάνοντες χώρους». «Άλλοι χώροι», κάπως αποκλεισμένοι, αλλά φορείς ειδικών δυναμικών και λανθανουσών αναμνήσεων.

«Η χωρική πρακτική δεν καθορίζεται ούτε από ένα υπάρχον σύστημα, είτε είναι αστικό ή οικολογικό, ούτε είναι προσαρμοσμένη σ’ ένα σύστημα, είτε είναι αυτό οικονομικό ή πολιτικό. Αντίθετα, χάρη στις δυνητικές ενέργειες μιας ποικιλίας ομάδων, ικανών να εκτρέπουν τον ομοιογενοποιημένο χώρο για τους δικούς τους σκοπούς, ένας θεατροποιημένος ή δραματοποιημένος χώρος είναι ευεπίφορος να προκύψει». (Lefebvre, 1991:391)

Αυτό το απόσπασμα από το The Production of Space (Η Παραγωγή του Χώρου) του Lefebvre διατυπώνει την παρουσία και την ύπαρξη ομάδων και ατόμων, μερικές φορές ικανών να ταυτοποιήσουν λανθάνουσες δυναμικές, μερικές φορές ικανών να τις πυροδοτήσουν, μερικές φορές να θέσουν τις προδιαγραφές για να προκύψουν «άλλοι» βιωμένοι χώροι. Η ομάδα πίσω από το «Ανεξάρτητο Καλλιτεχνικό Φεστιβάλ της Πόλης» στο Caldes de Montbui μπορεί να είναι μια από αυτές.[2] Η ίδια η «συσκευή» περιέχει μικρούς χώρους που κάνουν τις αντιδράσεις ενάντια τις ίδιες της τις δράσεις πιθανές: στην περίπτωση αυτού του Καλλιτεχνικού Φεστιβάλ της Πόλης, το θέαμα υπάρχει χάρη σ’ ένα πρόγραμμα επιχορήγησης της τοπικής κυβέρνησης που ακριβώς στοχεύει στην επανενεργοποίηση του αστικού πυρήνα υπό πολιτιστικούς όρους. Κάποιος μπορεί εδώ να προβλέψει σημαντικές διαφορές μεταξύ της έννοιας «πολιτιστικό» για το Δήμο και του νοήματος που έχει για τους «πειρατές» φίλους μας.

Σαν αποτέλεσμα των αναπτυσσόμενων αντιπαραθέσεων ως προς το χώρο, που ανιχνεύτηκαν στο χωριό το Καλλιτεχνικό Φεστιβάλ προσπάθηε να υιοθετήσει κρίσιμες παρεμβάσεις κι ενθάρρυνε την αλληλεπίδραση με το μέρος όπως και τη μεταμόρφωσή του ανακοινώνοντας ένα κάλεσμα για έργα που ενδιαφέρονταν να προκαλέσουν τη θεσμική οπτική και τα σχέδια για έναν επιφανειακό καλλωπισμό της άκρης της πόλης. Η πρόταση του Καλλιτεχνικού Φεστιβάλ ήταν να αντιστρέψει την κατάσταση μέσω μιας άλλης ματιάς, αφοσιωμένης σε μια πολύ περισσότερο προσεκτική, ίσως εθνογραφική προσέγγιση, προσανατολισμένη στο τοπίο και στους κήπους (‘huertas’), που βρίσκονταν στην άκρη της πόλης.

Δυο από τους καλλιτέχνες αποφάσισαν να παρέμβουν σε δυο κομμάτια του δημόσιου χώρου ανάμεσα σ’ εκείνους που προηγουμένως είχαν ταυτοποιηθεί ως «λανθάνοντες χώροι». Ήταν και οι δυο δημόσιοι «χώροι για πλύσιμο» ή «πλυσταριά» αλλά πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Η μεγαλύτερη και καλύτερα διατηρημένη στέρνα φιλοξένησε την πρόταση της Γιαπωνέζας καλλιτέχνιδας Atsuko Arai, με τίτλο ‘Vine a Fer Safareig’.[3] Μέσα από αυτή τη δράση, μια λεκάνη ήταν ανοιχτή για το κοινό μόνο λίγες ώρες την ημέρα σαν κομμάτι των ξεναγήσεων της τοπικής περιήγησης της πόλης, είχε μετατραπεί σε μια εορταστική συνάντηση για να πλύνουν ρούχα και να πάρουν μαζί πρωϊνό, ενώ μιλούσαν και κουβέντιαζαν, ενώ μοιράζονταν τη στιγμή και την εμπειρία του χώρου.

Η καλλιτέχνης αναγνώρισε το δυναμικό των κοινωνικών και σχεσιακών χώρων που προέκυπτε από τους συμμετέχοντες και τη συνύπαρξή τους, και το έθεσε σε κίνηση για να περιθάλψει τη μεταμόρφωση του κατοίκου-θεατή, για τον οποίο ο «θεματικός» χώρος σχεδιάζεται από τους θεσμούς, σε έναν κάτοικο-χρήστη, ή ακόμη κι έναν κάτοικο-δημιουργό αυτού του χώρου.

Η Atsuko πρότεινε ένα ευχάριστο πρόγευμα για να ανακτηθεί η δημόσια κατάσταση του χώρου: όλοι μπορούσαν να μπουν δωρεάν, σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, κι όχι μόνο για να το επισκεφθούν, αλλά και να το βιώσουν πλένοντας ρούχα. Βρήκε τις ηλικιωμένες γυναίκες να χρησιμοποιούν ακόμη το χώρο και τις ενθάρρυνε να μοιραστούν τη γνώση τους με τις υπόλοιπες σε μια συνάντηση διαφορετικών γενεών γύρω από το γεγονός του πλυσίματος των ρούχων σαν κοινωνική εκδήλωση. Η δράση της Atsuko κατάφερε να υιοθετήσει την ενεργοποίηση μιας λανθάνουσας ενέργειας, σπρώχνοντας το χώρο πίσω σε μια «αμφιλεγόμενη» κατάσταση που τον έφερε πιο κοντά στην καθημερινή ζωή και μακρύτερα από το θέαμα.

Η δεύτερη δράση πραγματοποιήθηκε στη μικρότερη λεκάνη για πλύσιμο της ‘Santa Esperança’, έναν παραμελημένο και ξεχασμένο χώρο, παρατημένο στην άκρη της πόλης. Ένα κομμάτι δημόσιου χώρου σπουδαίας αξίας και τεράστιου δυναμικού που έχει διαγραφεί, «ακυρωθεί» και τεθεί υπό έλεγχο για να αντικατασταθεί και να καταληφθεί από ένα νέο έργο: ένα χώρο στάθμευσης για την εκκλησία.

Αυτή η λεκάνη, ένας σκουπιδότοπος πλέον για όλων των ειδών τα σκουπίδια και απόβλητα, εγκαταλελειμένος και βρώμικος, αποδείχτηκε η τέλεια ευκαιρία για μια άλλη καλλιτέχνιδα. Η ‘Somanyprojects’ αφοσιώθηκε σε μια στέρεη αναζήτηση για την ανόρθωση και επανενεργοποίηση του χώρου και των δυναμικών του, ανακοινώνοντας τα επίσημα εγκαίνια του καινούριου «Κλαμπ Κολύμβησης του Πλυσταριού» για την ημέρα – κλειδί του Φεστιβάλ. Ύστερα ξεκίνησε μια μακρά και σιωπηλή διαδικασία επιλεκτικού καθαρισμού, ταξινόμησης κάθε σκουπιδιού και αποβλήτου όπως τα έβγαζε από τη στέρνα, επιδιορθώνοντας σωλήνες και ανοίγοντας ξανά τη ροή του ιαματικού νερού που είχε φραχτεί.

Με το που έρρευσε ξανά το ιαματικό νερό κι άρχισε να γεμίζει τις στέρνες, οι άνθρωποι ήρθαν στη συνάντηση κατά ομάδες. Έπεσαν μέσα στο νερό κι άρχισαν να μοιράζονται κάποιες πολύ έντονες στιγμές κατά τις οποίες όλοι εξεπλάγησαν που ανακάλυψαν ξανά αυτό το μέρος.

Πηγαίνοντας πίσω στην ιδέα του λανθάνοντα χώρου, σαν χώρος που είναι κάπως αποκλεισμένος αλλά διατηρεί ενδιαφέροντα και/ή ακαθόριστα δυναμικά, οι περιπτώσεις που παρουσιάζονται εδώ απεικονίζουν μια μεταμόρφωση τέτοιων λανθανόντων χώρων σε κάτι άλλο, μέσω της ενσωμάτωσης μιας ενέργειας που προέρχεται από την αλληλεπίδραση των επιμελητών και του φεστιβάλ, του καλλιτέχνη, και των αντίστοιχων βλεμμάτων τους, καθώς και με τα εγγενή χαρακτηριστικά και δυναμικά του ίδιου του χώρου.

Όλες αυτές οι ενέργειες σε συνδυασμό εκτελούν μια μετάβαση από τον πρωτότυπο λανθάνοντα χώρο σε κάτι άλλο: ένα διαφορετικό κι ακόμη πιο ελκυστικό ενδιάμεσο χώρο που ξανακερδίζει τη «δημόσια χροιά» του σα χώρος για συζήτηση, σα χώρος που συζητείται, σα χώρος που ούτε αποκλείεται, ούτε περιλαμβάνεται. Σαν χώρος που η κοινότητα έχει τη διάθεση να ξανακατοικήσει, ένας χώρος όπου μπορεί να ξανασυμβεί η αλληλεπίδραση.

Θα μπορούσε κάποιος να περιγράψει και να ονομάσει αυτή τη διαδικασία υβριδική πρακτική συνεργατικής τέχνης. Ένα καθεστώς εμπλουτισμένης συνάντησης, αλληλεπίδρασης κι ανταλλαγής που πηγαίνει πιο πέρα από τη συλλογική εμπειρία της καλλιτεχνικής εκδήλωσης. Μια συνάντηση της γειτονιάς, ένα συλλογικό μπάνιο ή κολύμπι, το άνοιγμα ξανά ενός παραμελημένου κάποτε δημόσιο χώρου, μια καλλιτεχνική παράσταση, μια συζήτηση και μια κουβέντα συμβαίνουν ταυτόχρονα.

Τα αποτελέσματα ενός τόσο εντατικοποιημένου καθεστώτος διάδρασης και σχέσεων αχρηστεύουν τα όρια αυτού που μοιάζει με δίκτυο που πολλαπλασιάζει το χώρο σε όλες τις σφαίρες της δημόσιας περιοχής. Και κάποιες από αυτές τις επιδράσεις, τις συνέπειες και τα παρακλάδια τους οδηγούν σε μια επαναδιανομή του λογικού με πολλούς τρόπους, πηγάζοντας από την εντατικοποίηση της διάδρασης μεταξύ των συμμετεχόντων και περιλαμβάνοντας: τη δική τους εκ νέου ανακάλυψη του χώρου και την συνεπαγόμενη διαδικασία της επανα-οικειοποίησης μέσω της συνεργατικής κατασκευής ενός εναλλακτικού και συλλογικού «φανταστικού», μιας επιθυμίας να πουν σε «άλλους» γι’ αυτό το «φανταστικό» κι αυτό το «καινούριο» μέρος, μια αυξανόμενη επίγνωση της ικανότητάς τους να πράττουν για τον εαυτό τους και να επεμβαίνουν στον καθορισμό του περιβάλλοντος και της ζωής τους, και τελικά, μια διαδικασία καθόλου σκόπιμης συνειδητοποίησης της διαφωνίας τους με την πραγματικότητα που οδηγεί σε μια αυθεντική αντιγνωμία.

Αυτά τα «συν» είναι ακόμη ζωντανά ύστερα από ένα διάστημα, και αυτή τη στιγμή εξελίσσονται και παίρνουν σχήμα με πολλούς τρόπους: μια νέα πρόταση για ένα συμμετοχικό και προερχόμενο από την κοινότητα σχέδιο ανάπτυξης και διαχείρισης για τα περιβόλια και τον κήπο, που προέκυψαν ύστερα από μια επίσκεψη στο μέρος και βοήθησε να έρθει η κοινότητα κοντά στα περιβόλια της ώστε να ξανανακαλύψουν το χώρο, προσπαθώντας να ανοίξει ένας διάλογος με τους νεοφερμένους κι αυτούς που ήδη φροντίζουν αυτή τη γη∙ η επικείμενη επαναλειτουργία της δεύτερης στέρνας για περιοδικά προγραμματισμένα ομαδικά λουτρά∙ ένα πολύ ωραίο πρόγραμμα για τις αναμνήσεις που σχετίζονται με τις κινήσεις και τα σώματα των γυναικών που χρησιμοποιούν τις στέρνες∙ άλλο ένα πολύ πετυχημένο νυχτερινό μπάνιο που έγινε στο λουτρό, που είχε σαν αποτέλεσμα οργανωμένες φωνές να ζητήσουν περιοδικές επανεκδόσεις μιας τέτοιας «δημόσιας συνάντησης»∙ ένα διεπιστημονικό πρόγραμμα έρευνας πάνω στα ζητήματα του χώρου και του φύλου σε σχέση με τη μεγαλύτερη στέρνα, και η επιστροφή της συζήτησης της προτεινόμενης μετατροπής της άκρης του ιστορικού πυρήνα∙ η «ελπίδα» που εμφανίστηκε σαν graffiti σ’ έναν απ’ τους τοίχους∙ οι συνεντεύξεις που πήραμε από διαφορετικά άτομα σχετικά μ’ αυτά τα μέρη (καλλιτέχνες, κάτοικοι, πολεοδόμοι, κοινωνικοί λειτουργοί…)∙ η οργάνωση μιας στρογγυλής τράπεζας που επέτρεψε σε όλους αυτούς τους διαφορετικούς παράγοντες να συναντηθούν και να συζητήσουν, δημιουργώντας νέες πιθανότητες καθώς έρχονταν αντιμέτωποι μεταξύ τους∙ και η πιθανότητα μιας πιο σταθερής ομάδας ή «πλατφόρμας» που θα μπορούσε να ηγηθεί της πρότασης για καινούριες χρήσεις αυτών των ιστορικών χώρων.

Οι καλλιτεχνικές πρακτικές συνεργασίας είναι δημιουργικές διαδικασίες που θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς σχεδιασμού. Στις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, αλλά όπως και σε τόσες άλλες καταστάσεις, αυτές οι πρακτικές λειτουργούν μέσω τριών πολύ ενδιαφερόντων ιδεών: από τη μια πλευρά, είναι η «ελαστικότητα», η ικανότητα μιας κοινότητας να προσαρμοστεί αργά στις αλλαγές∙ από την άλλη, η «μετάβαση», ένας νέος δρόμος σε καινούριες πιθανότητες κι αλλαγές∙ και τελικά, η «συμπερίληψη», π.χ. ο καθένας – ομάδα ή άτομο – χρειάζεται στη διάρκεια της διαδικασίας.

Αυτή η παρέμβαση μπορεί να γίνει ένα καλό παράδειγμα μιας υβριδικής συνεργατικής πρακτικής που πηγαίνει μακρύτερα από άλλα παραδείγματα μεγαλύτερης εμπορικής επιτυχίας και προσοχής των μέσων ενημέρωσης. Είναι πολύ πιο ενδιαφέρον σε σχέση με τη σπουδαιότερη ικανότητά του να μεταμορφώσει την κοινωνική σφαίρα, αλλά πάνω απ’ όλα, είναι ένα παράδειγμα συνεργασίας και συλλογικής δουλειάς γύρω από την ιδέα της ανάκτησης «αναμνήσεων» που έχουν κατατεθεί μέσα σε αστικούς χώρους, σε κομμάτια του δημόσιου χώρου, σ’ αυτά τα μικρά «αστικά τεχνουργήματα» που περισσότερο από μια ετικέτα θεσμοθετημένης κληρονομιάς έχουν μια πιο επείγουσα ανάγκη μιας προσαρμοσμένης χρήσης, δηλαδή, αυτήν της καθημερινής ζωής.

Αντί για την πιθανότητα να υποθάλπτουν κλειστή και «στατική» αντίσταση, το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό αυτών των «άλλων» ενδιαμέσων χώρων είναι το δυναμικό που έχουν να χρησιμοποιηθούν και να επανακτηθούν και, μακριά από τον έλεγχο, να διατυπωθούν μέσω των αυθόρμητων (ή προσεκτικά σκηνοθετημένων) ενεργειών διαφορετικών ομάδων και ατόμων, με ποικίλους στόχους που ξεφεύγουν από αυτούς της ηγεμονικής τάξης. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι συχνά έχουν απρόσμενα κι έτσι δύσκολα να ελεγχθούν αποτελέσματα και επιδράσεις. Τέτοιοι χώροι μπορούν να μετατραπούν σε χώρους συνεργασίας, χώρους όπου άτομα και ομάδες συνταντιούνται και ίσως ανακαλύπτουν κρυμμένες δυναμικές κι αξίες όχι μόνο του χώρου, αλλά επίσης των δικών τους κείμενων γνώσεων και διαφορών. Μέσω της ξαφνικής συνειδητοποίησης αυτών των δυναμικών και τη συνάντηση των κατόχων τους με ένα εξίσου δυναμικό χώρο, ξεδιπλώνεται ένα απίστευτα πλούσιο τοπίο πιθανοτήτων.

Η αποστολή τότε είναι να ξανακωδικοποιηθούν όλες αυτές οι πιθανότητες και δυναμικές, να πυροδοτήσουν κυριολεκτικά ποικίλες διαδικασίες συνεργασίας, βρίσκοντας και αναγνωρίζοντας τον «διαφορικό χώρο», ανακαλύπτοντας τη δυναμική του, υιοθετώντας αυτές τις συναντήσεις, το μοίρασμα και τους συνδέσμους, και διατυπώνοντας τους προς την κατεύθυνση ενός ή πολλών συλλογικών έργων, που τελικά, θα έπρεπε να στοχεύουν σε κάποια μορφή δράσης προς τα μπρος ενάντια στις αλλοτριωτικές, πλήρως διαβρωτικές, μεταλλαγμένες και φαινομενικά αδιαφιλονίκητες μορφές εξουσίας κι ελέγχου: μιας δράση προς τη ζωή.

Μερικές φορές όμως, η δημιουργία κωδικών για τις δυναμικές και οι διαδικασίες ανάφλεξης στο χώρο απαιτούν προσεκτικά, σιωπηλά βήματα, και οι προθέσεις ή οι τελικοί σκοποί να είναι καμουφλαρισμένοι, κρυμμένοι ή μεταμφιεσμένοι σε κάτι άλλο, υιοθετώντας τεχνικές από αποφεύγουν «κατ’ αρχήν» τοποθετήσεις ή θέσεις που είναι υπερβολικά ξεκάθαρες. Τακτικές που καθιστούν αυτούς τους στόχους και δράσεις εμφανώς «αβλαβείς», τραβώντας όλο και πιο πολλά άτομα στη συνεργασία και την πλοκή ενός όλο και πιο σύνθετου δικτύου σχέσεων και συνδέσεων που αρχίζουν από γεγονότα και ζητήματα της καθημερινής ζωής και κορυφώνονται στα πιο ουσιαστικά κι αυθεντικά «θέματα που προκαλούν ανησυχία»,[4] για να καταλήξουν απρόσμενα να προκαλούν τις πιο άκαμπτες δομές και θεσμούς της εξουσίας.

Μερικές φορές, είναι ίσως απαραίτητο να ζήσουμε με την αυτοσχέδια μάσκα ενός πειρατή, να γίνουμε κάτοχοι των δεξιοτήτων του, των κόλπων του, των διαδικασιών και ικανοτήτων του, και να τις οικειοποιηθούμε για άλλους σκοπούς. Η υβριδική πρακτική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καμουφλάρει τον πολιτικό ακτιβισμό, να κινητοποιήσει την κοινότητα για ένα αρχικά «άκακο» γεγονός που επιτρέπει στην κοινότητα να αναγνωρίσει, επαναξιολογήσει και επανακτήσει τις δικές της αναμνήσεις και χώρους. Η υβριδική πρακτική μπορεί να παράξει ριζωματικές κι εξίσου υβριδικές διαδικασίες ενέργειας οδηγώντας στη μεταμόρφωση του υπάρχοντος χώρου και/ή την παραγωγή «άλλων» χώρων.

Όπως έχει περιγραφεί από τον Rànciere, η πολιτική διαδικασία της αντιγνωμίας μέσω της οποίας η κατεστημένη τάξη της αντίληψης ή «διανομής του λογικού» έρχεται αντιμέτωπη με το μη επιτρεπτό, εδώ καμουφλάρεται, και καθίσταται πιο αποτελεσματική, εν τω μέσω ενός αρχικά «ποιητικού» και «ελκυστικού» γεγονότος που ωστόσο δημιουργεί μια ρωγμή στη λογική τάξη κι ανοίγει χώρους αμφισβήτησης, αφανείς μέχρι τώρα.

Η ρωγμή γίνεται δυνατή με το που ο καλλιτέχνης αναγνωρίζει την κρυμμένη δυναμική ενός προηγούμενα αγνοημένου ή παραμελημένου χώρου, μεταμορφώνοντας τα οικονομικά μη παραγωγικά «ενδιάμεσα» του Μαρξ σε ένα κοινωνικά και πολιτικά παραγωγικό χωρικό χάσμα, με το να αποδομεί, επανακτά και ξαναπαρουσιάζει το δημόσιο χώρο μέσω μιας υβριδικής δράσης, που είναι ταυτόχρονα καλλιτεχνική και συνεργατική.

Η ποιητική στιγμή ευφυώς αναπτύσει ένα τέτοιο δυναμικό επιτρέποντας στην κοινότητα να αναγνωρίσει και ταυτοποιήσει τις κρυμμένες αξίες και το δυναμικό του δικού «τους» πεδίου, οδηγώντας τα άτομα σε μια εμπειρία του καλλιτεχνικού γεγονότος που συναντά την καθημερινή ζωή.

Αυτή η αναγνώριση δραστηριοποιεί και τους ανθρώπους και το χώρο, υιοθετώντας μια πολλαπλότητα από ακόλουθες συνδέσεις, δράσεις κι αντιδράσεις που γίνονται ένας καινούριος κοινωνικός δρων: μια τεράστια μεταμορφωτική ενέργεια που εξαπλώνεται σαν ιός, και προοδευτικά επηρεάζει όλες τις σφαίρες της κοινωνίας μέσω μιας πάρα πολύ περίπλοκης πολιτικής διαδικασίας.

Ο ριζοσπαστικός πολιτικός ακτιβισμός μπορεί λοιπόν να καμουφλαριστεί μέσα σε μια από αυτές τις υβριδικές πρακτικές και ύστερα να αναπτυχθεί προοδευτικά όχι μόνο μέσα σ’ έναν ενδιάμεσο τριτοχώρο (thirdspace) – που μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει τον «τόπο» για συνωμοσία και εκκόλαψη – αλλά επίσης στην ίδια την ουσία της αστικής ζωής, γινόμενος ένας εναλλακτικός αλλά αποτελεσματικός τρόπος να παραχθεί ο χώρος παραγωγικά, δίνοντας τελικά σχήμα στην πόλη.


Σημειώσεις

[1] Tο Caldes de Montbui είναι ένα μικρό Ρωμαϊκό χωριό που είχε αναπτυχθεί αργά στηριζόμενο στους φυσικούς πόρους του, συγκεκριμένα την καλλιέργεια της γης και τα ιαματικά νερά, μέχρι που πρόσφατα κύματα από τους εσωτερικούς δακτύλιους ανέβασαν τον πληθυσμό του σε 15.000 κατοίκους.

[2] Το φεστιβάλ ‘Mostra Independent d’Art Urbà de Caldes de Montbui’ (MIAU) επιμελούνται οι Vicenc Ferreres, Helena Pielias και Marta Serra. Το φεστιβάλ χρηματοδοτείται μέσω ενός προγράμματος δωρεών που έχει δημιουργήσει ο Δήμος ώστυε να προάγει την πολιτιστική επανενεργοποίηση του ιστορικού πυρήνα.

[3] ‘Vine a fer safareig’. Στο “Doing the Laundry and Having Breakfast at the Washing-Place Party” (Πάρτυ με θέμα: Κάνοντας μπουγάδα και Παίρνοντας πρωϊνό στο Πλυσταριό) η Atsuko Arai ενσωμάτωσε ευφυώς όλες τις πιθανές μεταφράσεις του πρωτότυπου Καταλανικού ‘fer safareig’: η παραδοσιακή Καταλανική έκφραση για την πράξη της συζήτησης και του μοιράσματος (κουβέντα, κουτσομπολιό), και η κυριολεκτική μετάφραση που θα μπορούσε να κάνει ένας επισκέπτης διαβάζοντας ένα «φτιάξιμο» ή «συσσώρευση» του ίδιου του μέρους.

[4] Βλ. τα έργα του Bruno Latour, ειδικά το We Have Never Been Modern (Ποτέ δεν Υπήρξαμε Σύγχρονοι) όπου αντιμετωπίζει το θέμα σε βάθος.


Αναφορές

– Amin, A. και N. J Thrift (2002), Cities : reimagining the urban, (Cambridge: Polity).

– De Cereau, M. (1984) The Practice of Everyday Life. (Berkeley, University of California Press).

– Easterling, K. (2005), Enduring innocence : global architecture and its political masquerades, (Cambridge, Mass: MIT Press).

– Latour, B. (1993), We have never been modern, (Cambridge, Mass: Harvard University Press).

– ______ (2004), ‘Why Has Critique Run out of Steam? From Matters of Fact to Matters of Concern’, Critical Inquiry, 30 (2), 225-48.

– ______ (2005), Making things public: atmospheres of democracy, (Cambridge, Mass [Karlsruhe, Germany]: MIT Press ZKM/Center for Art and Media in Karlsruhe).

– ______ (2005), Reassembling the social: an introduction to actor-network-theory, (Oxford ; New York: Oxford University Press).

– Lefebvre, H. (1980), La présence et l’absence : contribution à la théorie des représentations, ([Paris]: Casterman).

– ______ (1981), La production de l’espace, (2ème éd edn., Paris: Éditions Anthropos).

-______ (1991), Critique of everyday life, (London ; New York: Verso).

– ______ (1991), The production of space, (Oxford, OX, UK ; Cambridge, Mass., USA: Blackwell).

– ______ (2003), The urban revolution, (Minneapolis: University of Minnesota Press).

– Rancière, J. (1995), On the shores of politics, (New York: Verso).

– ______ (2006), The politics of aesthetics : the distribution of the sensible, (Pbk. ed edn., London ; New York: Continuum).

– ______ (2006), Hatred of democracy, (London ; New York: Verso).

Ιστοσελίδα / Alberto Altés Arlandis 

Ο Alberto Altés Arlandis είναι αρχιτέκτονας, ερευνητής και υποψήφιος διδάκτορας στο Πολυτεχνείο της Καταλωνίας, Σχολή Αρχιτεκτονικής, Τμήμα Αρχιτεκτονικής Γραφικής Έκφρασης (ETSAV, UPC). Συντονίζει το μάθημα «διχογνωμία, αρχιτεκτονική, πολιτική, κινηματογράφος» ενώ ταυτόχρονα επεξεργάζεται τη διδακτορική του διατριβή «Διαφωνόντας με τις Αφηγήσεις της Πόλης: Οι αλληλεπιδράσεις του Χώρου, των Ταινιών και της Πολιτικής». 

Αφιέρωμα: πειρατεία ως ακτιβισμός 
Ετικέτες: Alberto Altés Arlandis , ακτιβισμός , αρχιτεκτονική , δημόσιοι χώροι , καθημερινή ζωή , πειρατεία , τέχνη