Αρχείο ετικέτας Δημήτρης Γιατζόγλου

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά

Δημήτρης Γιατζόγλου

1. Η Ανασυγκρότηση. Η Διεύρυνση. Η Μετεξέλιξη. Η Επανίδρυση. Ο Μετασχηματισμός. Το Κόμμα από την αρχή. Το Ανοιχτό Κόμμα. Το Κόμμα ως φόρμα. Το κόμμα Κίνημα / Παράταξη / Πόλος / Δέντρο… Το Πρόγραμμα… Η Ταυτότητα….

Λέξεις που επιστρατεύονται για να περιγράψουν την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ. Περισσότερο ως στερεότυπα, με το συμβολικό τους φορτίο· λιγότερο μ’ ένα ακριβές νοηματικό περιεχόμενο. Σημασίες επικαλυπτόμενες, αλλά και αντιθετικές. Που, στο όνομα του ανοιχτού διαλόγου, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο «δημιουργικής ασάφειας», ιδανικό για την ανάπτυξη ενός διακριτικού βοναπαρτισμού των προειλημμένων αποφάσεων.

Ας σταθούμε, αρχικά, στην παραδοξότητα: Η Κ.Ε. κλήθηκε να συνομολογήσει -λειτουργώντας ως forum- την έναρξη του διαλόγου για τον «ΣΥΡΙΖΑ μετά», χωρίς να έχει εκπληρώσει την αυτονόητη υποχρέωσή της: να αποφανθεί για τον «ΣΥΡΙΖΑ πριν»· να αποτιμήσει κριτικά τη μέχρι σήμερα πορεία. Αλλά, αν το προσκλητήριο για το «κόμμα από την αρχή» ξεκινάει από την εκτίμηση ότι μπαίνουμε σε ένα νέο πολιτικό κύκλο, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε για τον κύκλο που κλείνει.

Η συζήτηση για το «μετά» προϋποθέτει τη συζήτηση για το «πριν», ώστε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που εξαντλήθηκε και πρέπει να «μετασχηματιστεί». Το ερμηνευτικό σχήμα «και χάσαμε και κερδίσαμε» είναι προδήλως ανεπαρκές. Χωράει όλες τις εκδοχές.

2. Η κομματική ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι μια εύλογη προτεραιότητα. Οχι όμως μια εύκολη υπόθεση. Δεν ταυτίζεται και δεν εξαντλείται με τη μαζικοποίηση των οργανώσεων, την επινόηση νέων μορφών συμμετοχής, την αναγκαία επιστροφή στελεχών πρώτης γραμμής στις κομματικές δομές. Η ανασυγκρότηση δεν είναι πρωτίστως ζήτημα λειτουργικών διευθετήσεων και αναζήτησης μιας νέας «φόρμας». Ακόμα και τα πιο καινοτόμα οργανωτικά στοιχεία, αποσυνδεδεμένα από την παραγωγή πολιτικής και προγράμματος, θα αφομοιωθούν στο παράδειγμα ενός κόμματος που παράγει παθητική συναίνεση στις αποφάσεις της κορυφής.

Ο θεμελιώδης όρος της ανασυγκρότησης του κόμματος είναι η επανάκτηση του πολιτικού του ρόλου, ο οποίος βαθμιαία εκχωρήθηκε ολοκληρωτικά σε επιμέρους θεσμικές του εκφράσεις και τελικά στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανασυγκροτηθεί αν «επανιδρυθεί» ως πολιτικό υποκείμενο· αν υπερβεί τον εγκλωβισμό της πολιτικής πρακτικής του στο πεδίο της κρατικής υπερδομής· αν παραμείνει στην αντίληψη ότι η πολιτική είναι τελικά σχέση με τις ταξικές και κοινωνικές του αναφορές.

Αν, αντίθετα, προσχωρήσει στον κομφορμισμό πολιτικών υποδειγμάτων ενός φθαρμένου πολιτικού συστήματος, σύμφωνα με τον οποίο η διαμόρφωση των πολιτικών και προγραμματικών επιλογών αποτελεί προνόμιο της κοινοβουλευτικής ομάδας, του προεδρικού επιτελείου ή μιας «σκιώδους κυβέρνησης», θα παραμείνει καθηλωμένος στον κύκλο που κλείνει, όσες «ανασυγκροτήσεις» και αν επιχειρηθούν.

3. Ας είμαστε ειλικρινείς: η έννοια του μετασχηματισμού για ένα πολιτικό κόμμα θέτει ευθέως το ζήτημα της αλλαγής ταυτότητας· αν βεβαίως ως ταυτότητα εννοούμε τη ζώσα συνθήκη ύπαρξής του και όχι ένα εγκόλπιο αρχών που αναφέρονται στον ορίζοντα του «κάποτε» και αφήνουν ανέπαφη την τρέχουσα πολιτική του πράξη.

Για ένα κόμμα της Αριστεράς η ταυτότητα δεν είναι προϊόν μόδας, υποκείμενο στην εκάστοτε ζήτηση της εκλογικής αγοράς και στις επιταγές της συγκυρίας. Συμπυκνώνει τον δεσμό παρελθόντος και μέλλοντος, ιστορικότητας και παρόντος μέσα από τον οποίο τίθεται συνεχώς το ζήτημα της ανθρώπινης χειραφέτησης από τις δουλείες του καπιταλισμού. Γίνεται με τα χρόνια βιωμένη εμπειρία, στοιχείο αντίστασης στον ιδεολογικό σχετικισμό. Πυξίδα προσανατολισμού της μακράς ιστορικής διάρκειας, μηχανισμός ελέγχου των αδιεξόδων της light πολιτικής, θεμέλιος λίθος της αφοσίωσης των στρατευμένων.

Το ζεύγος «μετασχηματισμός – ταυτότητα» πρέπει λοιπόν να αποτελέσει το κορυφαίο ζήτημα διαλόγου για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιπαράθεση των απόψεων πρέπει να είναι καθαρή. Χωρίς εκπτώσεις και λογικές του μέσου όρου, έξω από την αντίληψη των «συνθέσεων» που, αργά ή γρήγορα, διαβρώνουν την ενότητα του πολιτικού υποκειμένου.

4. Η εξαγγελθείσα Διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη δρομολογηθεί: Ως «διεύρυνση στην κοινωνία» και ως διεύρυνση του χαρακτήρα και της βασικής στρατηγικής του αναφοράς. Μέσα από την ασάφεια και την αμφισημία των νύξεων, η κατεύθυνση είναι ορατή: η παραπέρα «ωρίμανση» (λιγότερο ή περισσότερο βίαιη) απαιτεί τον ριζικό μετασχηματισμό του: από κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε κόμμα εκφραστή τού κατά συνθήκη οριζόμενου «προοδευτικού χώρου». Το υψηλό ποσοστό της πρόσφατης εκλογικής καταγραφής θεωρήθηκε (αυθαιρέτως) ως εντολή υλοποίησης του άλματος και ως υπαρκτή διαθεσιμότητα συμμετοχής σε αυτό.

Τα ερωτήματα υπάρχουν και αφορούν το «διά ταύτα» της πρόσκλησης για συμμετοχή: Συμμετοχή στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ για την ανασυγκρότησή του; Συμμετοχή στις διεργασίες συγκρότησης του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία (προεξοφλώντας την κατάφαση σε μια ταυτότητα και ένα πρόγραμμα που ακόμα δεν υπάρχουν); Δέσμευση για συμμετοχή στο επόμενο βήμα μιας απροσδιόριστης διεύρυνσης;

Οπως υπάρχουν και οι ενστάσεις: η επιλογή για τη μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα – παράταξη, κόμμα – ομπρέλα (ή κόμμα – δέντρο, αν το προτιμάμε ως όρο), κόμμα της Κεντροαριστεράς δηλαδή (για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους), οδηγεί σε έναν ασπόνδυλο πολυσυλλεκτισμό χωρίς όρια και σε μια χαλαρή ταυτότητα – αμοιβάδα. Υποκαθιστά την αναγκαιότητα της ριζοσπαστικής αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού με την αντίληψη της άμβλυνσης των «ακροτήτων» του ως μοναδικής σημερινής (ώς πότε;) δυνατότητας. Ακυρώνει τη συγκρότηση ενός νέου συνασπισμού εξουσίας, θεωρώντας τον ισχυρό πολιτικό διπολισμό και την εναλλαγή των «πόλων» του στη διακυβέρνηση ως το δημοκρατικό όριο μιας αριστερής στρατηγικής.

Μόνο που η νίκη της Ν.Δ. στις εκλογές και η δρομολογημένη ήδη εμπέδωσή της σε μια μακροπρόθεσμη, συμπαγή ιδεολογική κυριαρχία του αστισμού, υποδεικνύει στην Αριστερά μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση.

5. Παραθέτω, προσυπογράφοντάς το, ένα απόσπασμα πρόσφατου άρθρου του Κύρκου Δοξιάδη στην «Εφ.Συν.»: «Tο εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου είναι πρώτα και κύρια συνέπεια μιας ισχυρής και αποτελεσματικής ανασύνταξης και ανασυσπείρωσης των κυρίαρχων ταξικών δυνάμεων γύρω από τον κομματικό μηχανισμό που ανέκαθεν τις εκπροσωπούσε μεταδικτατορικά».

Η σαφήνεια της εκτίμησης δεν έχει ανάγκη από σχολιασμό. Μας βοηθάει να κατανοήσουμε αντιστικτικά τον βασικό λόγο της δικής μας ήττας: απέναντι σ’ έναν πολιτικο-κοινωνικό και ιδεολογικό συνασπισμό εξουσίας που έχει ενσωματώσει και τις δυνάμεις της Ακροδεξιάς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να ενεργοποιήσει και να αντιπαραθέσει έναν αντίστοιχο συνασπισμό -δεν κατάφερε να μετασχηματίσει την πολιτική συναίνεση που τον έφερε στην κυβερνητική εξουσία σε μια σταθερή και βαθύτερη ηγεμονία.

Θα άξιζε μια σοβαρή συζήτηση για τους λόγους αυτής της αποτυχίας: όπως, για παράδειγμα, γιατί επιλέξαμε την αντιπαράθεση σε δευτερεύοντα πεδία, όπως αυτό της διαφθοράς, των οικονομικών «παθογενειών», της αποτελεσματικότερης προσαρμογής και διαχείρισης για την επιστροφή στην «κανονικότητα». Και πρωτίστως γιατί υποτιμήσαμε και αποφύγαμε τη μάχη στο πεδίο της ιδεολογίας· όχι μέσα από την αντιπαράθεση αφηρημένων ρητορικών, αλλά με τη συγκεκριμένη κριτική του κυρίαρχου οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού υποδείγματος.

Κυρίως όμως θα άξιζε μια συζήτηση για το μέλλον. Για το αν αυτό που απαιτείται είναι ο μετασχηματισμός μας ή η ανασυγκρότηση μιας ισχυρής ταυτότητας που θα αμφισβητήσει την κυριαρχία της Δεξιάς στον πυρήνα της: την προσπάθεια εμπέδωσης στη χώρα του καθεστώτος του επιθετικού νεοφιλελευθερισμού. Και η συστηματική επεξεργασία ενός πολιτικού προγράμματος μιας μετακαπιταλιστικής μετάβασης.

Υστερόγραφο: Δεν έχει επιλεγεί αυτή η κατεύθυνση. Αυτό που έχει εξαγγελθεί είναι η ελεγεία του μελαγχολικού τέλους μιας εποχής και η αποδοχή της ανάδυσης του «νέου ηγεμόνα». Αυτό που εκφωνείται είναι: «ο Βασιλιάς είναι νεκρός. Ζήτω ο Βασιλιάς!». Λυπάμαι που δεν μπορώ να συμμετάσχω στους εορτασμούς της διαδοχής.

Για την προοδευτική συμπαράταξη


Προγραμματικές & οργανωτικές προϋποθέσεις για μια προοδευτική συμπαράταξη

H εισήγηση του αρθρογράφου και πρώην πανεπιστημιακού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Δημήτρη Γιατζόγλου στην εκδήλωση του ΕΝΑ με θέμα «Προγραμματικές & οργανωτικές προϋποθέσεις για μια προοδευτική συμπαράταξη» →

O τίτλος της εκδήλωσης και οι συνοδευτικές παρατηρήσεις των διοργανωτών της οδηγούν, κατά τη γνώμη μου, σ’ ένα κεντρικό ερώτημα: Θα μεταφραστεί το αίτημα για μια «Προοδευτική συμπαράταξη» σ’ ένα εγχείρημα στρατηγικού βάθους, ή θα αποτελέσει ένα πυροτέχνημα πολιτικού τακτικισμού, ένα βραχύβιο «πολιτικό must» που θα καταναλωθεί μέσα στα όρια της αυτοαναφορικότητάς μας; Για όσους πιστεύουν στην αναγκαιότητά του κι έχουν εκφράσει τη βούληση να συμμετάσχουν στην υλοποίησή του, η απάντηση είναι αυτονόητη.

Αυτό σημαίνει βεβαίως επίγνωση ότι το εγχείρημα είναι εξαιρετικά απαιτητικό. Προϋποθέτει έναν ακριβολογημένο διάλογο, προκειμένου να οριστούν μια πολιτική ατζέντα κι ένα Πολιτικό Πρόγραμμα μακράς πνοής. Ενα διάλογο που δεν θα σπρώξει κάτω από το χαλί κρίσιμα ζητήματα. Έχει ανάγκη από πολιτικές και ηθικές δεσμεύσεις που θα αντέξουν στη διάβρωση από φιλοδοξίες και ιδιοτέλειες. Αν η έναρξη της απόπειρας κρίνεται αναγκαίο να σηματοδοτηθεί με υπουργοποιήσεις ή με τη συμμετοχή προσώπων στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ για τις επόμενες εκλογικές μάχες, αυτό δεν μπορεί να είναι ούτε ο κανόνας ούτε η μέθοδος.

Η βούληση επίσης αποτελεί απαράγραπτο συστατικό της προσπάθειας αλλά δεν αρκεί. ͘ Η βουλησιαρχία καταλήγει καμιά φορά να προτείνει τον εαυτό της ως απάντηση στα προβλήματα. Και μπορεί να μετατρέψει ένα Πολιτικό Σχέδιο σε «πατερναλιστικό διάβημα» αποκομμένο από την κοινωνική συνέργεια. Θεωρώ λοιπόν ότι πρώτη προτεραιότητα είναι η διατύπωση εκείνων των πολιτικών και προγραμματικών ερωτημάτων, που θα ανοίξει τον διάλογο, θα εμπνεύσει και θα κινητοποιήσει αδρανείς σήμερα δυνάμεις και θα προκαλέσει μια «ενεργό κοινωνική ζήτηση» για το εγχείρημα. Η συσπείρωση και η ενεργοποίηση μιας κρίσιμης για το εγχείρημα κοινωνικής μάζας έχει ανάγκη από ένα σαφές πλαίσιο ιδεών και αξιών. Δεν θα πραγματοποιηθεί με τη «διαμεσολάβηση πολιτικών μεσαζόντων, αμφίβολης πολιτικής και ηθικής δέσμευσης».


Δημήτρης Γιατζόγλου

Θέλω τέλος, στο σημείο αυτό και πριν περάσω στη διατύπωση κάποιων σκέψεων για προγραμματικά και οργανωτικά προβλήματα που αφορούν το εγχείρημα, να πω τη γνώμη μου για ένα ζήτημα που θεωρώ σημαντικό:

Ο κατά σύμβαση θεωρούμενος «προοδευτικός χώρος» δεν καθορίζεται οντολογικά. Σηματοδοτείται  ως τέτοιος, με βάση τη στάση του απέναντι στα κυρίαρχα επίδικα κάθε ιστορικής φάσης και συγκυρίας. Και έτσι νοηματοδοτείται,  ενοποιείται ή διχάζεται, διαλύεται και ανασυγκροτείται κατά περίπτωση. Δεν έχει σήμερα τα ίδια χαρακτηριστικά και την ίδια σύνθεση όπως πριν από την κρίση. Ο επικαθορισμός από τις επιλογές – στρατηγικές ή βραχυπρόθεσμες – αποδεικνύεται ισχυρότερος από την ιστορικότητα της ταυτότητας των συνιστωσών του. Η ετερονομία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, με την ανάληψη ενεργητικής στήριξης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος της λιτότητας και της μεταδημοκρατίας είναι παραδειγματική. «Ξεχάσαμε ότι η Ευρώπη δεν αποτελείται από ισολογισμούς αλλά από ανθρώπους» δήλωνε το 2017 ο Αυστριακός καγκελάριος (όπως ας πούμε ξεχνάει κάποιος τα κλειδιά του στο τραπέζι φεύγοντας από το σπίτι). Να χαιρετήσουμε λοιπόν το «κλίνατε επ’ αριστερά» του SPD. Aλλά να μη συζητήσουμε για την επιλεκτική του μνήμη και το χρόνιο «κλίνατε επί δεξιά»;

Και εις τα καθ’ ημάς: Βεβαίως να «αναστοχαστούμε αυτοκριτικά» εμείς του ΣΥΡΙΖΑ την προκυβερνητική και την κυβερνητική μας περίοδο και να μιλήσουμε ανοιχτά για τις ανακολουθίες, τις αντιφάσεις και τα λάθη αυτής της ενιαίας πορείας. Αλλά ταυτόχρονα να θυμηθούμε και να σκεφτούμε ότι ένα μεγάλο μέρος των κεντροαριστερών δυνάμεων επέλεξε (και συνεχίζει να επιλέγει) την ανασυγκρότησή του ως παραπλήρωμα της Δεξιάς και σε μετωπική αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Υιοθετώντας το δόγμα της στρατηγικής σύγκλισης με τη ΝΔ, καθώς – σύμφωνα με την «θεωρητική απόφανση» του Ε. Βενιζέλου το 2014–  περιθώρια για σοσιαλδημοκρατικές ιδεολογικές και αξιακές επιλογές στην οικονομία δεν υπάρχουν.

Δεν τα υπενθυμίζω αυτά για να κατασκευάσουμε ένα ισοζύγιο λαθών και δεν θεωρώ μια γενικευμένη συζήτηση για το παρελθόν ως προαπαιτούμενο της σύγκλισης. Πιστεύω όμως ότι ο προοδευτικός χώρος, ανασυγκροτούμενος σήμερα με την επιχειρούμενη συμπαράταξη, πρέπει να απορρίψει την ταύτιση της «οικονομικής και πολιτικής κανονικότητας», εδώ και στην Ευρώπη, με τις πολιτικές της άτεγκτης δημοσιονομικής πειθαρχίας και της περιορισμένης δημοκρατίας.

Θέλουμε λοιπόν να συγκροτήσουμε και πάλι τον, πολιτικά κατακερματισμένο και ιδεολογικά αφοπλισμένο, προοδευτικό χώρο ως πολιτικό υποκείμενο. Δηλαδή να του προσδώσουμε ταυτότητα και ικανότητα πολιτικού πράττειν. Να τον επανασυνδέσουμε με τις ζωτικές κοινωνικές του αναφορές. Να περάσουμε, από μια χαλαρή μετωπική συμπαράταξη επιλεκτικών παρεμβάσεων, σε μια οργανική συμμαχία, φορέα ενός Πολιτικού Σχεδίου που, με εκκίνηση τη συγκυρία, θα εγγραφεί στη στρατηγική προοπτική ενός νέου «συνασπισμού εξουσίας». Δεν θα είναι εύκολο, καθώς αυτό το νέο πολιτικό υποκείμενο θα συγκροτείται ενοποιώντας άλλα πολιτικά υποκείμενα – κόμματα και συλλογικότητες με συνεκτικότερες ταυτότητες – και θα πρέπει να αθροίσει παραγωγικά διαφορετικές πολιτικές καταγωγές και ευαισθησίες, επινοώντας τη δύσκολη διαλεκτική ενότητας/αυτονομίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα έχει εκ των πραγμάτων τη βασική ευθύνη. Και πρέπει να αρχίσει να την υλοποιεί άμεσα, με ιεραρχήσεις  των απαραίτητων βημάτων. Θα ήταν νομίζω πολύ χρήσιμο να συμπεριλάβει στην κομματική δομή ένα κέντρο που θα αναλάβει τον συνολικό σχεδιασμό του εγχειρήματος: Τις επαφές και τις συζητήσεις, τις πρωτοβουλίες, την πολιτική ατζέντα, τις προγραμματικές αιχμές και τις μορφές ενός δημόσιου διαλόγου. Και να απευθύνει ένα κάλεσμα σε κάθε ενδιαφερόμενο από τον πολύχρωμο χώρο της κεντροαριστεράς αλλά και άλλων ριζοσπαστικών συλλογικοτήτων από τον χώρο της Αριστεράς και της οικολογίας, για μια συνδιαμόρφωση της πορείας συγκρότησης του προοδευτικού πόλου.

Αν η αναγκαιότητα μιας στοιχειώδους έστω, αρχικής οργανωτικής διεύθυνσης του εγχειρήματος είναι προφανής, ο βασικός του πυλώνας είναι το Πολιτικό του Σχέδιο, ως πολιτικό και προγραμματικό περιεχόμενο.

Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου πέντε βασικά και αλληλένδετα πεδία παρέμβασης στα οποία θα εκδηλωθεί η αντιπαράθεση με τις συντηρητικές δυνάμεις: Η ανάσχεση της λιτότητας και η ανασυγκρότηση του κοινωνικού κράτους – η δημοκρατική αναδιοργάνωση του πολιτικού συστήματος – το νέο παραγωγικό υπόδειγμα για τη χώρα – η αναβάθμιση του ρόλου του κόσμου της εργασίας – ο φραγμός στην ισχυροποίηση της ακροδεξιάς. Και όλα αυτά με πολιτικές που δεν αιωρούνται στην ατμόσφαιρα ενός κεντρώου πολυσυλλεκτισμού, αλλά αναπαράγουν και επικαιροποιούν διαρκώς την ιστορική τομή Αριστεράς/Δεξιάς.

Το περιεχόμενο αυτής της πολιτικής ατζέντας πρέπει να αποτυπωθεί σ΄ ένα συγκεκριμένο και επεξεργασμένο Πρόγραμμα που δεν είναι αυτή τη στιγμή δεδομένο. Ένα Πρόγραμμα που πρέπει να συμπεριλάβει μικρά και μεγάλα ζητήματα, τα οποία στην ενότητά τους διαμορφώνουν τον ορίζοντα της «Μεγάλης», όπως την αποκαλεί ο Γκράμσι, πολιτικής, αυτής που κινητοποιεί τη σκέψη και το πάθος των ανθρώπων.

Ένα Πρόγραμμα που θα αναφέρεται έστω και ενδεικτικά στα παγκόσμια προβλήματα: Της κλιματικής αλλαγής – Των σαρωτικών αλλαγών στην παραγωγή και των συνεπειών τους στις εργασιακές σχέσεις – Της δυνατότητας να ελεγχθούν στοιχειωδώς δημοκρατικά οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις – Την άρνηση να λειτουργούν οι Αγορές ως οιονεί πολιτικά υποκείμενα – Την διαφοροποίηση της ανάπτυξης από την οικονομική μεγέθυνση.

Ένα Πρόγραμμα που θα κατανοεί ότι ο δανεισμός από τις Αγορές χρήματος και οι ξένες επενδύσεις, ως αποκλειστικά εργαλεία μεγέθυνσης, δεν εγγυώνται την παραγωγική ανασυγκρότηση αλλά προδιαγράφουν την επιστροφή στη δυστοπία της «δανεικής ευημερίας», στο πρότυπο μιας κοινωνίας που αναπληρώνει τη μειωμένη παραγωγή αξιών με την «παραγωγή» προστιθέμενης αξίας.

Ένα Πρόγραμμα που, χωρίς διάθεση εξωραϊσμού, πρέπει να αναμετρηθεί με μέτρα και πολιτικές μιας νεοφιλελεύθερης αντίληψης που εξακολουθούν να ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στη μεταμνημονιακή περίοδο. Όπως για παράδειγμα: Το ζήτημα των εξωφρενικών πλεονασμάτων που λειτουργούν ως μηχανισμός διαρκούς αναπαραγωγής της λιτότητας – Την επέκταση των ιδιωτικοποιήσεων και πέρα από τα συμφωνηθέντα – Τον παραλογισμό ενός φορολογικού συστήματος που επαναφέρει την φορολόγηση των μερισμάτων στο χαμηλότερο συντελεστή – Την  παράλειψη να μη τίθεται ως κριτήριο υλοποίησης του  συμβιβασμού του 2015 το ζήτημα της σύγκλισης της ελληνικής οικονομίας με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους.

Θα κλείσω επιστρέφοντας στο πιο κρίσιμο αυτή τη στιγμή πρόβλημα της συγκρότησης του προοδευτικού πόλου: Θα αποδειχθεί ιστορικό λάθος να επιδιωχθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ η πραγματοποίησή της, μέσω ενός «πολιτικού επεκτατισμού», με διευρύνσεις ενός ασπόνδυλου προγραμματικά πολυσυλλεκτισμού. Να μετατραπεί δηλαδή ο ίδιος σε «κόμμα – πόλο», με την ρευστοποίηση της ριζοσπαστικής του ταυτότητας και την «κεντροποίηση» των επιλογών του Πολιτικού του Προγράμματος. Και τότε, όχι μόνο θα υπάρξει ο κίνδυνος «ιταλοποίησης» του πολιτικού συστήματος, αλλά  θα προσυπογράψουμε τη μακροχρόνια περιθωριοποίηση της Αριστεράς και ταυτόχρονα την ματαίωση της αναγκαίας προοδευτικής συμμαχίας. Και θα είναι κρίμα, ο αναστοχασμός των αριστερών στο μέλλον να τα αποτιμήσει αυτά ως «επαγγελίες αδύνατων εγχειρημάτων».

Γιατζόγλου «Νέος προοδευτικός πόλος»: περί τίνος ακριβώς πρόκειται;

Δημήτρης Γιατζόγλου

Η αποδοχή από την Αριστερά ότι το μέγιστο που μπορούμε να πετύχουμε είναι η επιστροφή σε μια σοσιαλδημοκρατική διαχείριση της «χρυσής εποχής», δεν μπορεί να ηγεμονεύσει στις κοινωνικές συνειδήσεις, έναντι του επιθετικού ακροδεξιού λαϊκισμού. Και ταυτόχρονα είναι ιστορικά ανέφικτη.

Συνέχεια ανάγνωσης Γιατζόγλου «Νέος προοδευτικός πόλος»: περί τίνος ακριβώς πρόκειται;

Συνέντευξη με τον Δημήτρη Γιατζόγλου, ιστορικό στέλεχος της αριστεράς

in Πολιτικη / by epohi / on September 25, 2017 at 8:08 am /

Ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να μιλήσει
* Κεφαλαιώδες το πώς θα τοποθετηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ στη διάταξη των πολιτικών δυνάμεων
* Η ταυτότητα της ανανεωτικής, ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν πρέπει να ρευστοποιηθεί και να εκποιηθεί

giatzoglou

Συζητάμε με τον Δημήτρη Γιατζόγλου, πρώην πανεπιστημιακό και πρώην μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ Εσωτερικού, με αφορμή τα δύο χρόνια από την επανεκλογή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ μετά την ήττα και τον επώδυνο συμβιβασμό. Ο Δ. Γιατζόγλου αναφέρεται ακόμα στις διεργασίες στο Κέντρο, τη Νέα Δημοκρατία και την Ευρώπη.

Τη συνέντευξη πήραν η Ιωάννα Δρόσου και ο Παύλος Κλαυδιανός

Η συζήτηση για την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος είναι στο επίκεντρο τα χρόνια των μνημονίων. Η ρευστότητά του φαίνεται ότι αποκτά νέα μορφή. Ποια η ανάγνωσή σου;


Είναι η οικονομική και κοινωνική κρίση που αποδιαρθρώνει ένα παρακμασμένο πολιτικό σύστημα και οδηγεί τον «ιστορικό δικομματισμό» της μεταπολίτευσης στην κατάρρευση, με την εισβολή του ΣΥΡΙΖΑ στο πεδίο της πολιτικής εξουσίας να δρα καταλυτικά. Η αστάθεια και τα φαινόμενα ρευστοποίησης συνεχίζονται μέχρι σήμερα. Πέρα, ωστόσο, από το πώς θα διαχειριστούν και το πώς θα εκφράσουν τον προγραμματικό πολυσυλλεκτισμό τους τα δύο μεγάλα πολιτικά υποκείμενα, υπάρχει όντως ένα νέο στοιχείο: η πίεση που ασκεί το ευρωπαϊκό και εγχώριο νεοφιλελεύθερο μπλοκ για να αδυνατίσει η διάκριση Αριστερά – Δεξιά και να ομογενοποιηθούν ο πολιτικός λόγος και οι πρακτικές των κομμάτων· ώστε να υπηρετηθεί απρόσκοπτα και με τις λιγότερες δυνατές αντιστάσεις το «όραμα» της ανάπτυξης, δηλαδή της καπιταλιστικής μεγέθυνσης, με όρους μιας μεταμνημονιακής «πρωταρχικής συσσώρευσης». Το πώς θα τοποθετηθεί στη διάταξη των πολιτικών δυνάμεων ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ζήτημα κεφαλαιώδες.

Αδύνατη η νεκρανάσταση της σοσιαλδημοκρατίας

Στο διπολισμό ΣΥΡΙΖΑ – Ν.Δ. προσπαθούν οι δυνάμεις του κέντρου να ανασυσταθούν. Είναι μια προσπάθεια των συστημικών δυνάμεων να παρέμβουν στην κατάρρευση του πολιτικού συστήματος. Θεωρείς ότι αυτή η ανασύνταξη μπορεί να επισυμβεί;


Η ανασύσταση του κέντρου νομίζω πως εντάσσεται όντως στους σχεδιασμούς των συστημικών δυνάμεων. Ένα μοντέρνο κόμμα του Κέντρου, απαλλαγμένο από τα «αναχρονιστικά» κατάλοιπα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας, θα αποτελεί έναν χρήσιμο πυλώνα για τους «εκσυγχρονισμούς» του υπαρκτού φιλελευθερισμού. Οι δηλώσεις του τύπου «είμαστε βαθύτατα φιλελεύθεροι και βαθύτατα αριστεροί» που εκπορεύονται από τον υπό διαμόρφωση χώρο είναι ένα κλείσιμο του ματιού προς αυτή την κατεύθυνση. Αλλά, ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις αυτές, η συγκρότηση ενός κόμματος του κέντρου, μη αφομοιώσιμο στους σχεδιασμούς του κ. Μητσοτάκη, μπορεί να αποτελέσει ένα θετικό γεγονός, υπό όρους. Χρήσιμο και για τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, ως ανάχωμα στον πειρασμό δικών του κεντρώων μετατοπίσεων. Μόνο που προς το παρόν, η Βαβέλ των αντιλήψεων που διακινούνται στο χώρο ως πειραματικό υλικό προς διερεύνηση δεν μας έχει προσφέρει το παραμικρό σαφές δείγμα της μελλοντικής ταυτότητας. Παρακολουθούμε απλώς την προσφιλή τελετουργία της διαπάλης των αρχηγών. Δηλαδή την απεχθέστερη έκφραση του λαϊκισμού.

 Κατηγορείται ο ΣΥΡΙΖΑ πως κλείνει το μάτι στις δυνάμεις του Κέντρου. Είναι έτσι;


Δεν ξέρω να υπάρχει κάτι σαφές ως πρόθεση. Αλλά νύξεις υπάρχουν. Και επειδή τέτοια θεμελιώδη προβλήματα δεν λύνονται με υπαινιγμούς και διολισθήσεις, καλό θα ήταν αυτό να συζητηθεί με σαφήνεια και ως προς όλες τις παραμέτρους του. Προσωπικά θεωρώ την επιλογή ολέθρια. Η εμπειρία ενός κόμματος – ομπρέλας του προοδευτικού χώρου, ασπόνδυλου προγραμματικά, χωρίς προτεραιότητες ως προς τις ταξικές/κοινωνικές του αναφορές, ανοιχτού στα ετερόκλητα αιτήματα των μεσοστρωμάτων, δηλαδή η εμπειρία ενός κόμματος τύπου ΠΑΣΟΚ είναι πικρή. Η ταυτότητα της ανανεωτικής, ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν πρέπει να ρευστοποιηθεί και να εκποιηθεί. Ας σκεφτούμε επίσης ότι η νεκρανάσταση της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας είναι αδύνατη. Ο κύκλος του κλασικού ρεφορμισμού έχει κλείσει από τη στιγμή που τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποκόπηκαν από την κοινωνική τους βάση: την εργατική τάξη και τα συνδικάτα και υιοθέτησαν ως δική τους την αντίληψη του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου.

Από την άλλη, γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί και ο ΣΥΡΙΖΑ ως πια ένα συστημικό κόμμα, την ίδια στιγμή που οι συστημικές δυνάμεις τον αντιμετωπίζουν ως εχθρό του πολιτικού συστήματος…


Έχει επισημανθεί ήδη, νομίζω από τον Αρ. Μπαλτά, ότι υπάρχει μια αλλαγή στάσης των συστημικών δυνάμεων, ευρωπαϊκών και εγχώριων, απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ: Από τη στρατηγική της ανατροπής ενός μη αποδεκτού για τις νεοφιλελεύθερες κανονικότητες πολιτικού αντιπαραδείγματος, στη στρατηγική της αφομοίωσής του στην αντίληψη της αποκατάστασης της «κανονικότητας» ενός ευνομούμενου και λειτουργικού καπιταλισμού, ως οροφή των επιδιώξεών μας. Δεν ισχυρίζομαι ότι η αφομοίωση έχει ολοκληρωθεί. Αλλά υπάρχουν δείγματα. Και ο κίνδυνος να αποδώσει η νέα στρατηγική είναι ορατός δια γυμνού οφθαλμού. Και επ’ αυτού ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να μιλήσει.

Ραψωδία «πολεμικού φιλελευθερισμού»

Προς τα πού βαδίζει η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη; Την παρουσία του Μητσοτάκη στη ΔΕΘ πώς την κρίνεις;


Ο κ. Μητσοτάκης είναι υποχρεωμένος εκ των πραγμάτων να φτιάξει μια πολυσυλλεκτική βάση εκλογικής απεύθυνσης που να συνθέσει διάφορα ακροατήρια: Αυτό της ακροδεξιάς του πτέρυγας που εκπροσωπεί ο αντιπρόεδρός του, αυτό της λεγόμενης «λαϊκής δεξιάς» και αυτό ενός κεντρώου, μετριοπαθέστερου χώρου. Δύσκολο εγχείρημα, αλλά όχι ακατόρθωτο. Η προοπτική νομής της εξουσίας θα λειτουργήσει ως συγκολλητική ουσία. Στο χώρο της Δεξιάς, ο κυνικός πραγματισμός υπήρξε πάντα η κυρίαρχη στάση. Ωστόσο, ο κορμός της ιδεολογίας είναι δεδομένος. Και τον επιβεβαίωσε με όσα είπε. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης λοιπόν, τραγούδησε από τη Θεσσαλονίκη την ραψωδία του «πολεμικού φιλελευθερισμού». Προανήγγειλε μια εκστρατεία συντριβής όλων των εμποδίων και αντιστάσεων, προκειμένου οι επιχειρήσεις να πραγματοποιήσουν επιτέλους την καπιταλιστική μεγέθυνση. Και σε μια εκ βαθέων αποστροφή του λόγου του μας εξομολογήθηκε και το φιλοσοφικό του πιστεύω: «Οι κοινωνικές ανισότητες προκύπτουν από το DNA της ανθρώπινης φύσης». Τα έχουμε ξανακούσει όλ’ αυτά: «οι ανισότητες, η πλεονεξία, ο ορθολογικός εγωισμός» είναι αυτά που κινούν την πρόοδο. Οι ψευδαισθήσεις περί ισότητας είναι οι επικίνδυνες ουτοπίες που οδηγούν στα Γκουλάγκ. Εμείς λοιπόν, οι αριστεροί, είμαστε υποχρεωμένοι να υπερασπιστούμε αυτές τις ζωτικές μας ψευδαισθήσεις απερίφραστα. Και να τις υπερασπιστούμε προτάσσοντας το δικό μας πολιτικό σχέδιο, που έχει αρχίσει να θολώνει επικίνδυνα.

Επανεκκίνηση του εγχειρήματος

giatzoglou2

Δύο χρόνια συμπληρώθηκαν από όταν ο ΣΥΡΙΖΑ εκλέχθηκε στην κυβέρνηση για να διαχειριστεί το μνημόνιο, αλλά και να οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από αυτές τις πολιτικές. Να επιχειρήσουμε έναν απολογισμό; Οι βηματισμοί του ΣΥΡΙΖΑ προς ποια κατεύθυνση γίνονται;


Χρωστάμε στον κόσμο της Αριστεράς και στην κοινωνία έναν ειλικρινή, σαφή απολογισμό. Όχι δια του γνωστού ισοζυγίου κέρδους – ζημιών· έναν πολιτικό απολογισμό συνεκτικό που να απαντά σ’ ένα βασικό ερώτημα: Ποιες υπήρξαν οι πραγματικές συνάψεις των στρατηγικών προταγμάτων του πολιτικού μας σχεδίου με τις επιλογές και τις πρακτικές της κυβέρνησης στη διάρκεια της τριετίας; Πόσο ορατές είναι στους πολίτες; Ή ακόμα κι αν περιοριστούμε στο πεδίο της διαπραγμάτευσης, ποιο ήταν και είναι το «μη παρέκει» της κυβέρνησης προς τους δανειστές; Πέρα από τους όρους του ταξιδιού ποια είναι η κατεύθυνση; Μήπως, για να το πω υπερβολικά, θυμίζουμε σήμερα τον Κολόμβο, που όταν ταξίδευε δεν ήξερε σε ποια θάλασσα βρισκόταν και όταν έφτασε δεν ήξερε πού ακριβώς ήταν; Δεν συμμερίζομαι την αισιοδοξία ότι όλα βαίνουν καλώς. Ούτε την τελεσίδικη απόφανση ότι το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ έχει εξαντλήσει την προωθητική του δύναμη. Θεωρώ όμως ότι το εγχείρημα πρέπει να ανανεωθεί / επανιδρυθεί. Ο κίνδυνος της αναδίπλωσης σ’ ένα αποϊδεολογικοποιημένο πραγματισμό διαχειριστικών μικροδιευθετήσεων, αφομοιώσιμο στην πολιτική και πολιτισμική ηγεμονία του φιλελευθερισμού είναι υπαρκτός. Το ιδεώδες μας δεν μπορεί να είναι, να πετύχουμε εκεί που απέτυχαν οι άλλοι, δηλαδή να κερδίσουμε μια τυπική, ονομαστική έξοδο από τα μνημόνια. Η επανεκκίνηση όμως του εγχειρήματος απαιτεί να αναμετρηθούμε σήμερα – και όχι μεθαύριο – με ορισμένα θεμελιακά ζητήματα.

Ποια είναι αυτά, κατά τη γνώμη σου;


Πρώτον, να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε ως κυβέρνηση και ως κόμμα εγκλωβιστεί στην αντίληψη ότι είναι επαρκές να ασκούμε πολιτική με τη λογική της «ανάθεσης», μέσα στον περίκλειστο χώρο των επαγγελματιών της πολιτικής, ως προς τον οποίο οι πολίτες εξακολουθούν να είναι αποξενωμένοι θεατές. Να αναγνωρίσουμε ότι δεν κάναμε σχεδόν τίποτα, ώστε ο κόσμος της Αριστεράς να συγκροτηθεί σ’ ένα «πολιτικό σώμα», ενεργό και αλληλέγγυο στο εγχείρημά μας· ότι η αναμέτρηση με τις υπαρκτές δυσκολίες προϋποθέτει την επανεμφάνιση ενός φρονήματος αφοσίωσης και μαχητικής ελπίδας στον κόσμο που μας στήριξε και που σήμερα, ένα μεγάλο μέρος του αναγνωρίζεται όλο και λιγότερο σ’ ένα «εμείς» μαζί μας και μας λογαριάζει όλο και περισσότερο σ’ ένα γκρίζο «αυτοί». Δεύτερον, να αποδεχτούμε ότι το πολιτικό μας σχέδιο μοιάζει σήμερα αμήχανο, θολό, αποσπασματικό και κατακερματισμένο, με στενεμένο τον ορίζοντά του. Να επιχειρήσουμε απαντήσεις, ειλικρινείς και σαφείς σε ερωτήματα που εγείρονται και μέσα στις οργανωμένες δυνάμεις του κόμματος: Τι ακριβώς φιλοδοξούμε να πραγματοποιήσουμε; Να γίνουμε η δύναμη που θα εγκαταστήσει στη χώρα έναν «κανονικό» καπιταλισμό, απαλλαγμένο από τις νεοφιλελεύθερες ακρότητες; Θεωρούμε ότι ο σημερινός ολοκληρωτικός, παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός μπορεί να επιστρέψει σε μια ηπιότερη κεϋνσιανή φάση; Πιστεύουμε ότι η έξοδος από την κρίση θα προκύψει ως αποτέλεσμα ορισμένων αυτονόητων εκσυγχρονισμών που αφορούν ορισμένους κοινωνικούς και πολιτικούς αρχαϊσμούς; Έχουμε προσυπογράψει και εμείς την ανακάλυψη ενός ορθολογικού νοήματος στην επιχείρηση της «προσαρμογής»; Έχουμε αποδεχθεί τη γραμμική, θετικιστική ανάγνωση της «προόδου» μέσω των επενδύσεων, της υποτίμησης της εργασίας, των πλεονασμάτων και των υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης, απελπιστικά ανάλογης με εκείνον τον αισιόδοξο, παλαιό οικονομισμό της Αριστεράς που έβλεπε στην καπιταλιστική μεγέθυνση την προετοιμασία της «υλικής βάσης του σοσιαλισμού»; Τα ερωτήματα μας οδηγούν στο κεντρικό πρόβλημα αυτής της φάσης: Ο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι η παραγωγή ενός επικοινωνιακού success story, αριστερού αυτή τη φορά. Το πρόβλημα είναι ότι μοιάζει να θέλουμε να μεταμορφώσουμε μια πολιτική ήττα σε πολιτική πρόταση· να αναπροσαρμόσουμε το σχέδιό μας με υλικά τα αποκαΐδια μιας ήττας. Και το πρόβλημα αυτό απαιτεί τουλάχιστον μια ανοιχτή συζήτηση. Όχι για να βυθομετρήσουμε την ήττα· αλλά για να δούμε καθαρά και νηφάλια, τις ρωγμές στην ταυτότητά μας, τις ιδεολογικές συγχύσεις και τις στρατηγικές μετατοπίσεις που αυτή προκαλεί.

Η κυβέρνηση καλείται να κινηθεί στο ασφυκτικό πλαίσιο των μνημονίων, με ταξική μεροληψία. Κατάφερε αρκετά, υπέρ των λαϊκών τάξεων, παρότι όπως είδαμε και στο πρόσφατο νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας η επιτροπεία είναι πανταχού παρούσα.


Δεν υποβαθμίζουμε τις σκληρές μάχες που δώσαμε. Δεν μηδενίζουμε τα όσα περισώσαμε, τα όσα κερδίσαμε, τα όσα υπερασπιστήκαμε. Τις μάχες στους χώρους της παιδείας, της υγείας, της εργασίας. Ισχυρίζομαι όμως ότι λείπει η συνεκτική ερμηνεία των πραγμάτων, η αδυναμία να τονίσουμε τις δικές μας διακρίσεις ως προς τα επίδικα, διακρίσεις που προκύπτουν από την αξιακή μας ταυτότητα. Ισχυρίζομαι ότι η υποκατάσταση της ιδεολογικοπολιτικής ανάλυσης από την άλγεβρα των «προσήμων» δεν είναι πειστική. Ότι η σύμπτωση της πολιτικής μας γλώσσας με τη ρητορική και τα στερεότυπα των αντιπάλων τείνουν να αποδυναμώσουν και να καταστήσουν πολιτικά ανενεργή τη διχοτομία Αριστερά – Δεξιά. Ότι δεν γίνεται να πανηγυρίζουμε μέσα στο γήπεδο του αντιπάλου. Ότι η δική μας «κανονικότητα» βρίσκεται στον αντίποδα της δικής τους. Και θα ήθελα να αναφερθώ εδώ σ’ ένα συγκεκριμένο μείζον ζήτημα: Δεν είναι δυνατό να προβάλουμε ως επίτευγμα τη μείωση της ανεργίας, χωρίς να τονίζουμε, έστω στο επίπεδο της ρητορικής, ότι για μας είναι μη αποδεκτό αυτή η μείωση να πραγματοποιείται με την αποδοχή μορφών εργασίας προσβλητικών για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και να μην παλεύουμε για να το ανατρέψουμε. Ας συμφωνήσουμε λοιπόν ότι ο δικός τους «ορθολογισμός» της ανελεύθερης φιλελεύθερης προσαρμογής δεν είναι και δικός μας. Ο δικός μας ορθολογισμός είναι αυτός που μπορεί ακόμα να ονειροπολεί και να παράγει τις μεγάλες, λυτρωτικές αφηγήσεις της κοινωνικής και ανθρώπινης χειραφέτησης.

Το στοίχημα για την Ευρώπη

Υπάρχει ελπίδα, παρά τους συσχετισμούς στην Ευρώπη, για κυβερνήσεις της αριστεράς;


Οι κυβερνήσεις της αριστεράς θα εξακολουθήσουν να δίνουν τις μάχες τους στα όρια των εθνικών τους κρατών. Είναι αναπόφευκτο και αναγκαίο. Η έκβαση θα κριθεί σ’ ένα πανευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι επίσης αναπόφευκτο. Αλλά οι μάχες των αριστερών κυβερνήσεων και των λαών είναι κι αυτές ένα στοιχείο που αμφισβητεί τους «επάρατους» συσχετισμούς και στο πεδίο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Μόνο που η συγκυρία δεν επιτρέπει ιδιαίτερη αισιοδοξία. Στην ημερήσια διάταξη έχει εγγραφεί η διαλυτική πρόταση μιας Ε.Ε. πολλών ταχυτήτων. Ταυτόχρονα, επανέρχεται το μοτίβο της ενδυνάμωσης της «εθνικής ανεξαρτησίας» – το έθεσε ήδη ο Μακρόν στην ομιλία του στην Αθήνα. Η πορεία προς έναν αυθεντικό φεντεραλισμό δεν θα είναι ευθύγραμμη. Ούτε υπόθεση ενός θεσμικού φορμαλισμού. Προϋποθέτει τη συγκρότηση ενός «ευρωπαϊκού Δήμου» και προφανώς τη συγκρότηση του «λαού» της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Αυτό είναι σήμερα το στοίχημα για έναν λαϊκό – δημοκρατικό επανακαθορισμό των όρων της ευρωπαϊκής ενοποίησης, για την υπέρβαση του «ευρωπαϊσμού της συμμόρφωσης». Και ίσως η τελευταία ευκαιρία για να αποτραπεί η διάλυση και να ανασχεθεί το ρεύμα της τυφλής αγανάκτησης προς την Ακροδεξιά.