Αρχείο ετικέτας ΓΑΚ

Ματιές στην Ιστορία της Καλαμάτας: Ένα Ιστορικό Κέντρο με τέσσερις πλατείες

Παρουσίαση από τον Ηλία Μπιτσάνη


Η Άνω Πλατεία ταυτοποιείται από δυσμάς προς ανατολάς, δηλαδή από το ιερό περίπου των Αγίων Αποστόλων προς την οδό Υπαπαντής, με το «χώρο των εφαπλωματοποιείων», γνωστό ως Παπλωματάδικα

Το Ιστορικό Κέντρο με την εμπορική του έννοια πλέον, έχει γίνει δημοφιλής χώρος κοινωνικής συνάντησης. Ενας χώρος στον οποίο συνυπάρχουν το χθες με το σήμερα και το αύριο, άνθρωποι διαφόρων ηλικιών και διαφορετικής κουλτούρας, η παρακμή και το λάιφ στάιλ, κατοικίες και καταστήματα, ένα είδος “λαϊκής αγοράς” και τοπικών προϊόντων, διατηρητέα και τσιμεντόκουτα, μνημεία και τραπεζοκαθίσματα . Αυτό είναι που το κάνει να ξεχωρίζει σήμερα ως ένα χώρο που μπορεί κάποιος να βρει τα πάντα σε μια φαινομενικά άναρχη συμβίωση.

Σε μια ελάχιστη έκταση υπάρχουν και οι… περισσότερες πλατείες που θα μπορούσε να συναντήσει κάποιος. Αυτό φαντάζει περίεργο, όμως η περιοχή πήρε τη σημερινή διαμόρφωση στις αρχές του 20ού αιώνα όταν η πόλη αναζητούσε το μελλοντικό της σχεδιασμό, το πέρασμα από τη μικρή πόλη με τα σοκάκια και τα χαμηλά σπίτια κολλητά με μαγαζιά και εργαστήρια. Άνθρωποι και πυρκαγιές “έσπρωξαν” τις αλλαγές και περιόρισαν το χώρο των πλατειών ανάμεσα σε φαρδείς δρόμους: Υπαπαντής, 23ης Μαρτίου, Νέδοντος.

Την εικόνα του Ιστορικού Κέντρου ανασυνθέτει η εργασία της Αναστασίας Μηλίτση-Νίκα και της Χριστίνας Θεοφιλοπούλου – Στεφανούρη με την έκδοση από τα ΓΑΚ Μεσσηνίας του εξαιρετικού λευκώματος για την Καλαμάτα από το 1830 μέχρι το 1940. Από αυτή την εργασία θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια την πόλη που δεν γνωρίσαμε και τα στοιχεία της που χάθηκαν στο χρόνο. 

ΑΝΩ ΠΛΑΤΕΙΑ

Η Ανω Πλατεία ταυτοποιείται από δυσμάς προς ανατολάς, δηλαδή από το ιερό περίπου των Αγίων Αποστόλων προς την οδό Υπαπαντής, με το «χώρο των εφαπλωματοποιείων», γνωστό ως Παπλωματάδικα, συμπεριλαμβάνοντας και τμήμα της οδού Υπαπαντής, η οποία μέχρι το 1910 δεν είχε διανοιγεί. Το βόρειο άκρο της έφθανε μέχρι το ύψος της σημερινής οδού Κουμουνδουράκη. Αξίζει να επισημανθεί ότι τα προς βορρά και νότο άκρα της πλατείας ήταν κλειστά, γιατί υπήρχαν σπίτια και οικότοποι. Η επικοινωνία της με τη σημερινή Πλατεία 23ης Μαρτίου ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Γινόταν μόνο μέσω ενός στενοσόκακου, «εν είδει ισθμού», μέχρι το 1880, οπότε μετά την πυρκαγιά του 1879 και την αποτέφρωση κάποιων τετραγώνων στο νότιο όριο της Ανω Πλατείας έγινε ευκολότερη η πρόσβαση σ’ αυτήν. Ουσιαστικά, μετά το 1908, έγινε η άρση της απομόνωσής της, αφού από τότε, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, άρχισαν απαλλοτριώσεις γηπέδων, οικότοπων και οικιών, με στόχο να διανοιγεί η οδός Υπαπαντής και να περάσει η γραμμή του τραμ (1910). Οι απαλλοτριώσεις συνεχίζονταν όλη τη δεκαετία του 1910. Τελικά, με τη διάνοιξη της οδού Υπαπαντής, η Ανω Πλατεία έχασε μεγάλο τμήμα της αρχικής της έκτασης και απώλεσε σταδιακά τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε το 19ο αιώνα.

Είναι η παλαιότερη πλατεία της Καλαμάτας, όπου επικεντρωνόταν η οικονομική, η κοινωνική, αλλά και η διοικητική ζωή της πόλης, ιδιαίτερα μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε η κίνηση άρχισε να μεταφέρεται και στην Κάτω. Εδώ βρίσκονταν: αμπατζίδικα (= ραφτάδικα), φορτσεράτικα (= επιπλοποιεία,1914), καφεκοπτεία και λογής-λογής άλλα καταστήματα. Ιδιαίτερα ζωηρή ήταν η κίνηση τα Σάββατα, με το παζάρι. Βρίσκονταν ακόμη εφαπλωματοποιεία (= παπλωματάδικα), καφενεία κ.ά. Επίσης: Η παλαιότερη λέσχη της Καλαμάτας, «Η Μεσσηνία» (1855). Η αίθουσα του Εμπορικού Συλλόγου, όπου δίνονταν διαλέξεις κατά το 1880-1885, μέχρι να μεταφερθεί στην Κάτω Πλατεία. Η «μεγάλη πηγάδα» με το κρυσταλλώδες νερό, επί της σημερινής οδού Υπαπαντής, απέναντι στον πλάτανο, απ’ όπου υδρευόταν μεγάλο μέρος της Καλαμάτας. Φαρμακεία. Συμβολαιογραφεία. Δημόσιες υπηρεσίες (νομαρχία, ταχυδρομείο και τηλεγραφείο, ειρηνοδικείο κ.ά.). Η οικία του Αρχιεπισκόπου Μεσσηνίας. Η αφετηρία του τραμ, κ.ά.

ΚΑΤΩ ΠΛΑΤΕΙΑ

Η Κάτω Πλατεία αρχικά δεν είχε την όψη πλατείας ούτε το σημερινό μέγεθος. Ηταν ένας φαρδύς δρόμος, πλάτους είκοσι περίπου μέτρων, που βρισκόταν νότια της αγοράς των Αγίων Αποστόλων. Στην προέκταση αυτού του δρόμου προς το Νέδοντα κατασκευάστηκε, περί τα τέλη του 1870, η λεγόμενη Σιδηρά γέφυρα, η οποία λειτούργησε ως είσοδος της πόλης από δυσμάς. Η τύποις ονομαζόμενη πλατεία άρχισε να αποκτά την όψη πλατείας μετά την καταστρεπτική πυρκαγιά του 1879. Κι αυτό γιατί η πυρκαγιά διευκόλυνε τη δημοτική αρχή να λύσει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που εμπόδιζαν την εξέλιξη της πόλης, μιας και εκεί βρίσκονταν αρκετές μικροοικοδομές, που δεν μπορούσαν λόγω έλλειψης χρημάτων αλλά και πολιτικού κόστους να απαλλοτριωθούν και να κατεδαφιστούν. Το 1880, επί δημαρχοντίας Πέτρου Α. Μαυρομιχάλη, με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου αποφασίστηκε να καταργηθούν κάποια αποτεφρωμένα τετράγωνα βόρεια της Κάτω Πλατείας (εκεί που σήμερα είναι το ηρώο), με την προοπτική να σχηματιστεί μια ευρύχωρη και «μεγαλοπρεπής» πλατεία. Η συγκεκριμένη θέση κρίθηκε ως η πλέον κατάλληλη, επειδή ήταν κεντρική, βρισκόταν στην αγορά και «συνεχόταν» με τους δύο νεοανοιχθέντες μεγάλους δημόσιους δρόμους: Καλαμάτας-Μεσσήνης και Καλαμάτας-Παραλίας. Παράλληλα, θα ωφελείτο και το Δημόσιο, γιατί δύο σειρές «των εν Καλάμαις δημοσίων εργαστηρίων» θα αποκτούσαν πρόσοψη προς τη νέα πλατεία και θα σχημάτιζαν τη βορειοανατολική πλευρά της. Επιπλέον, θα γινόταν εφικτή η ένωση των δύο πλατειών, της Κάτω με την «Ανω των εφαπλωματοποιείων».

Τις επόμενες δεκαετίες συνεχίστηκαν οι ρυμοτομήσεις και απαλλοτριώσεις πολλών οικημάτων, ιδιαίτερα εργαστηρίων, «πεπαλαιωμένων, σεσαθρωμένων και οικτρών την όψιν», με στόχο την περαιτέρω επέκταση της πλατείας. Στη δεκαετία, μάλιστα, του 1910 διευρύνθηκε και ανακαινίστηκε. Κατασκευάστηκε κηπάριο, δημοτικό αρτεσιανό φρέαρ, δημοτικό ουρητήριο κ.ά.

Περιμετρικά του «δρόμου» υψώνονταν αρκετά αρχοντόσπιτα, όπως των Εφεσίων, Πανταζόπουλου, Αντωνακόπουλου, Νικολόπουλου, Λιβόπουλου κ.ά. Κάποια, μάλιστα, σώζονται μέχρι τις μέρες μας, όπως το τότε καφενείο «Πάνθεον» (σημερινό Επιμελητήριο), το κτήριο του Ι. Φ. Κωστόπουλου (σημερινή τράπεζα Alpha Bank), η οικία Καναβαντζόγλου (δημαρχείο την περίοδο 1921-1932) κ.ά.

Η Κάτω Πλατεία, με το «βενετικό σχέδιον» και τις «περίφημες καμάρες», βρισκόταν κοντά στη δυτική είσοδο της πόλης, γι’ αυτό εκεί ήταν συγκεντρωμένα πολλά ξενοδοχεία, τα λεγόμενα «χάνια», όπου έβρισκαν κατάλυμα οι ταξιδιώτες με τα ζώα τους. Υπήρχε, μάλιστα, ολόκληρο τετράγωνο -αυτό που περικλειόταν ανάμεσα στην πλατεία και τις οδούς Αναγνωσταρά, Πολυβίου και Αριστομένους- το οποίο ονομαζόταν, και πριν από την Επανάσταση και μετά απ’ αυτήν, «Χάνια». Εδώ υπήρχαν τα «χάνια των Τζανιάνων», τα «χάνια των Αντωνοπουλαίων» και, αργότερα, τη δεκαετία του 1890 τα ξενοδοχεία «Δαφνών», «Ναυαρίνο», «Πελοπόννησος» κ.ά.

Στην εν λόγω πλατεία η εμπορική κίνηση αρχικά ήταν ελάχιστη, γιατί λειτουργούσε περισσότερο ως χώρος περιπάτου. Μετά το 1861 άρχισε σταδιακά η ανάπτυξή της, γιατί η καταστρεπτική πυρκαγιά που έπληξε εκείνη τη χρονιά την «Ανω Πλατεία των εφαπλωματοποιείων» ανάγκασε αρκετούς εμπόρους να μεταφέρουν τα καταστήματά τους στην «Κάτω Πλατεία του περιπάτου».

Παράλληλα, εδώ ήταν συγκεντρωμένα αρκετά στέκια των Καλαματιανών. Για παράδειγμα, στα καφενεία των αδελφών Μπογάκου,  Δημάκη, Πιτσιλή (δεκαετία 1890) κ.α. σύχναζαν τα λαϊκότερα στρώματα της πόλης. Πολλά καφενεία, μάλιστα, λειτουργούσαν περιστασιακά και ως θέατρα ή καφωδεία (καφέ σαντάν). Αντίθετα, η εκκολαπτόμενη αστική τάξη της Καλαμάτας σύχναζε στις επονομαζόμενες «λέσχες», όπως ο Δημακόπουλος και ο Δαφνών, που ιδρύθηκαν το 1867 και το 1880 αντίστοιχα. Οι εύποροι Καλαματιανοί πλήρωναν μηνιαία συνδρομή για να έχουν δικαίωμα εισόδου. Εδώ, εκτός από το ότι απολάμβαναν τον καφέ τους, διάβαζαν την εφημερίδα τους, έπαιζαν επιτραπέζια παιχνίδια (ντάμα, τάβλι, σκάκι), μπιλιάρδο (σφαιριστήριο) ή «χαρτοπαίγνιο» σε ξεχωριστή συνήθως αίθουσα, παρακολουθούσαν επιστημονικές διαλέξεις, ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις και λογής-λογής άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Από την πλατεία δεν έλειπαν τα οινοπωλεία, τα γαλακτοπωλεία, καθώς και τα ζαχαροπλαστεία, όπου «εις την πρώτην γραμμήν ήτο το ονομαστό παστέλι». Ανάμεσά τους ξεχώριζε το «αριστοκρατικόν ζαχαροπλαστείον παρά την Σιδηράν γέφυραν της Κάτω Πλατείας, όπου εκεί έκαμε το πρώτον, το έτος 1888, την εμφάνισίν του το παγωτό και ο ζύθος για την Καλαμάτα».

Με την πάροδο όμως των χρόνων, ιδιαίτερα μετά την ένωση των δύο πλατειών, δηλαδή μετά το 1880, η πλατεία απέκτησε μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Δεν είναι τυχαίο ότι, αυτή την περίοδο, στεγάστηκε στην Κάτω Πλατεία το Δημαρχείο της πόλης. Τη δεκαετία του 1890 μεταφέρθηκε η αίθουσα του Εμπορικού Συλλόγου, ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν και τα εμπορικά καταστήματα του Ι. Φ. Κωστόπουλου και των αδελφών Ν. Νικολόπουλων, το ραφείο του Β. Φοίφα, τα οινοπνευματοπωλεία των Φοίφα, Καλλικούνη, και Στεφανούρη, τα καπνοπωλεία του Τσιλιβή και του Δαμηλάτη, τα βιβλιοπωλεία του Κ. Λυμπερόπουλου, του Βενιόπουλου – Μανίνου, του Παπαχρήστου, το κουρείο των Κρανιδιώτη και Μουντούρη, το φαρμακείο του Χριστόδουλου Κουτραφούρη (μετέπειτα Μέντη) και πολλά άλλα.

Η Κάτω Πλατεία από τα τέλη του 19ου αιώνα, οπότε πήρε τη σκυτάλη από την Ανω, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της πόλης μέχρι και την περίοδο του Μεσοπολέμου.

ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ

Το πλάτωμα που περιέβαλλε, κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, τους Αγίους Αποστόλους επεκτάθηκε σταδιακά, εξασφαλίζοντας ζωτικό χώρο στο ναό και μεγαλύτερη άνεση στη διεξαγωγή των εμπορικών δραστηριοτήτων γύρω από αυτόν. Ο ναός ασφυκτιούσε κυριολεκτικά από οικότοπους καλαματιανών οικογενειών, όπως των Μπενάκη (βόρεια), Μπασιά, Μελά, Μπερδέση και άλλων, καθώς και από ολιγάριθμα σπίτια και κυρίως από εργαστήρια-παραπήγματα. Οδικό δίκτυο και υποδομές δεν υπήρχαν, μόνον κάποιες αγυιές. Γι’ αυτό και επικρέματο η απειλή καταστροφής του κέντρου της πόλης, είτε λόγω πυρκαγιάς των ξύλινων παραπηγμάτων είτε λόγω των πλημμυρών του Νέδοντα, που τα χειμαρρώδη νερά του πολλές φορές έφθαναν μπροστά από το ναό των Αγίων Αποστόλων. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης σημειώθηκαν κατά καιρούς διάφορες παρεμβάσεις από τις δημοτικές αρχές της πόλης. Συγκεκριμένα, το 1859, προγραμματίστηκε η κατασκευή από Λαγκαδιανούς κτίστες τεσσάρων οδών στην ευρύτερη περιοχή των Αγίων Αποστόλων και, στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση του έργου, ο καλλωπισμός και η πλακόστρωση της ομώνυμης πλατείας. Ταυτόχρονα, προβλεπόταν και η μελέτη του ενδεχόμενου κατεδάφισης των «πέριξ του ναού των Αγίων Αποστόλων παραπηγμάτων». Πολλά απ’ αυτά τα σαθρά και ετοιμόρροπα ξύλινα παραπήγματα, που από την εποχή της Τουρκοκρατίας στέκονταν ως «σκιάζαρα» σε διάφορα σημεία της αγοράς, είτε καταστράφηκαν από πυρκαγιές (1861, 1879, 1906) είτε γκρεμίστηκαν, με απόφαση υπουργού (1895) ή δημοτικού συμβουλίου (1906), συμβάλλοντας έτσι στη διεύρυνση του περιβάλλοντα το ναό χώρου.

Εξίσου καταλυτική πρέπει να θεωρηθεί και η παρέμβαση του 1911, γιατί τότε το Δημοτικό Συμβούλιο ενέκρινε την αγορά των οικότοπων βόρεια του ναού των Αγίων Αποστόλων, με σκοπό την ανέγερση εκεί του Δικαστικού Μεγάρου. Ομως, επειδή υπήρχαν πολλές ενστάσεις για  την καταλληλότητα του χώρου, το 1912 εγκρίθηκε παμψηφεί η τροποποίηση του Σχεδίου Πόλεως στο βόρεια του ναού τμήμα, για να χρησιμεύσει ως πλατεία. Ακολούθησαν απαλλοτριώσεις (1915 και 1917) και διαμορφώθηκε πλατεία για την εβδομαδιαία αγορά της πόλης. Τελικά, στο σημείο αυτό κατασκευάστηκε το 1929 η δημοτική λαχαναγορά (σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο Μεσσηνίας).

Η πλατεία των Αγίων Αποστόλων ανήκε στον πυρήνα του εμπορικού κέντρου της Καλαμάτας, μαζί με την Άνω Πλατεία (ανατολικά) και την Πλατεία Κρεοπωλείων/ Όθωνος (βορειοδυτικά). Στο χώρο αυτό δέσποζε ο μικρός αλλά ιστορικός βυζαντινός ναός των Αγίων Αποστόλων (12ος αι.) -σήμα κατατεθέν για την πόλη. Εδώ, γινόταν μέχρι το 1929 -έτος κατασκευής της λαχαναγοράς- υπαίθριο παζάρι και ήταν συγκεντρωμένα ξύλινα κυρίως μαγαζάκια, καμιά φορά ασβεστωμένα, θυμίζοντας Ανατολή, των οποίων οι ξύλινοι ή τσίγκινοι εξώστες και τα εξώσκια ενώνονταν με εκείνα των απέναντι σε μια συνεχή οροφή, πράγμα που δημιουργούσε στενότητα χώρου και μεγάλους κινδύνους σε περίπτωση πυρκαγιάς. Το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς ποίκιλλε. Διακρίνονταν σε «εργαστήρια» εθνικά, ιδιωτικά, δημοτικά, μοναστηριακά και εκκλησιαστικά. Συνιστούσαν τα εμπορικά καταστήματα της εποχής, όπου διακινούνταν λογής-λογής εμπορεύματα. Το 1857, στα βορειοδυτικά του ναού των Αγίων Αποστόλων και μέχρι την Πλατεία Κρεοπωλείων, κατασκευάστηκαν από Λαγκαδιανούς κτίστες με δαπάνες του δήμου τα δημοτικά τροφοπωλεία, τα οποία ανακατασκευάστηκαν το 1876.

Τη δεκαετία του 1920 κατασκευάστηκε η δημοτική λαχαναγορά (εγκαίνια 1929), η οποία ενίσχυσε την κίνηση της αγοράς των Αγίων Αποστόλων.

ΟΘΩΝΟΣ (ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΩΝ)

Η Πλατεία των Κρεοπωλείων βρισκόταν στην ανατολική όχθη του ποταμού Νέδοντα, νοτιότερα του ναού του Αγίου Ιωάννη. Στην ανατολική πλευρά της βρίσκονταν τα τροφοπωλεία της αγοράς, ενώ στη δυτική υπήρχε η γνωστή γέφυρα Κρεοπωλείων, που ένωνε τις δύο όχθες του Νέδοντα και οδηγούσε στο δυτικό προάστιο των Καλυβίων και τις γύρω περιοχές.

Κίνηση

Σύμφωνα με περιγραφή του περιηγητή Thomas Wyse, που επισκέφτηκε την Καλαμάτα το 1858, ο χώρος των κρεοπωλείων ήταν ένας «υπαίθριος, χωρίς φροντίδα χώρος σφαγείου, που έμοιαζε περισσότερο σαν παράγκα πωλήσεως σε ένα τσιγγάνικο πανηγύρι που περιέρχεται την επαρχία, παρά σαν κάτι το σταθερό κατάλυμα για τον πληθυσμό μιας πόλης». Αυτά τα «εργαστήρια κρεοπωλείου» επισκευάστηκαν το 1870. Εντούτοις, η εικόνα τους παρέπεμπε σε πόλεις της Ανατολής, ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Δυστυχώς, έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια ακόμη μέχρι να κατασκευαστούν σφαγεία. Το 1929-1930, επί δημαρχοντίας Βασίλη Κροντήρη, κατασκευάστηκαν τα δημοτικά σφαγεία στο χώρο δυτικά των εκβολών του Νέδοντα (στην περιοχή του Κορδία). Το 1940 το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε την επισκευή και ανακαίνιση των παλιών δημοτικών κρεοπωλείων που υπήρχαν στην Πλατεία Όθωνος. Η συγκεκριμένη πλατεία εκτός από τόπος κρεοπωλείων ήταν και τόπος χονδρικής πώλησης κηπουρικών ειδών, καθώς και ιχθυοπωλείων. Γύρω στα 1940 μάλιστα καθιερώθηκε να γίνεται εδώ κάθε Σάββατο η λαϊκή αγορά.

Επιπλέον, μια φορά το χρόνο, στο γενέθλιο του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, τις τελευταίες ημέρες του Ιουνίου, είχε καθιερωθεί από το 19ο αιώνα να γίνεται το ετήσιο πανηγύρι στη θέση αυτή και κατά μήκος του ποταμού Νέδοντα.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Η εργασία που εκδόθηκε από τα ΓΑΚ ανασυνθέτει τη μορφολογία αλλά και την κοινωνική ζωή της πόλης με μοναδικό τρόπο. Και δίνει την ευκαιρία στους νεότερους να περπατήσουν στους δρόμους και τα σοκάκια του Ιστορικού Κέντρου ψηλαφώντας τα ίχνη εκείνης της πόλης, οριοθετώντας τις μικρές πλατείες, αναπνέοντας τον αέρα μιας εποχής που μπορούν να συναντήσουν αποτυπωμένη μόνο σε φωτογραφίες. Και η εργασία έχει ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο, ένα φωτογραφικό πλούτο μέσα από τον οποίο μπορεί ο καθένας να συγκρίνει το χθες με το σήμερα.