Αρχείο ετικέτας βιβλίο

«Ο Εμφύλιος μοιάζει να μην έχει τελειώσει…»

Αλέξης Πανσέληνος

Συναντώ τον Αλέξη Πανσέληνο, ένα ηλιόλουστο μεσημέρι του Φλεβάρη. Του λέω πως για μέρες έχω βυθιστεί στον κόσμο των βιβλίων του. Είδα στους ήρωές του ανάγλυφη την ελληνική πραγματικότητα· το μεγαλείο της κάποιες φορές, τη φθορά και την παρακμή κάποιες άλλες. Μας μοιάζουν, κι ας είναι πλάσματα φανταστικά, όπως λέει. Μπορεί να είμαστε εμείς, μπορεί και να συναντήσουμε τυχαία κάποιον από αυτούς στον δρόμο.

Με ησυχάζει πάντως πως, κάπου, σε κάποιο σημείο της Αθήνας, βρίσκεται ένας σπουδαίος συγγραφέας, που έχει την ικανότητα να συνθέτει το παρελθόν και το παρόν και αθόρυβα, δίχως τυμπανοκρουσίες και επικοινωνιακά ταρατατζούμ, γράφει βιβλία που δεν μπορείς να ξεχάσεις εύκολα.

● Πώς ξεκίνησε η διάθεσή σας να εκδοθούν αυτές οι 48 αποστροφές, τα «Σεμινάρια Δημιουργικής Γραφής» (Κίχλη);

Ξεκίνησε από το facebook. Μικρές αναρτήσεις ανά λίγες ήμερες. Κάποια σχετική δυσκολία σ’ αυτά ήταν η διατύπωση. Στα αφοριστικά κείμενα, η διατύπωση πρέπει να είναι πολύ προσεγμένη και πολύ ακριβής, για να μην υπάρχει έδαφος μεγάλης παρερμηνείας.

● Αλήθεια, πώς βλέπετε το facebook;

Το βλέπω πολύ θετικά σαν μέσο επικοινωνίας. Οπως σε όλα τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, εξαρτάται από τη χρήση που θα τους κάνεις. Αλλά νομίζω πως το ίδιο το μέσο παρέχει πάρα πολλά καλά για την επικοινωνία μας. Αντικαθιστά κατά κάποιον τρόπο την έξοδο και την παρέα με ανθρώπους που δεν θα γνώριζες ποτέ διαφορετικά.

● Οι επικριτές λένε ότι είναι ένα «Matrix» και κάπου έξω είναι η αληθινή ζωή…

Κι έξω υπάρχει «Matrix», νομίζω. Πολλές σχέσεις που νομίζουμε ότι είναι πραγματικές επειδή συναντιόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με τους ανθρώπους αποδεικνύονται κάποια στιγμή πως δεν είναι.

● Λέτε σε μια αποστροφή: «Οι άξιοι τεχνίτες είναι άνθρωποι καταδεκτικοί, γιατί η τέχνη τούς έχει διδάξει την ταπεινότητα. Η πόζα είναι η στάση των ασήμαντων που πιστεύουν πως είναι πιο σπουδαίοι από αυτό που υπηρετούν». Είναι διαδεδομένη η πόζα γενικότερα;

Ναι, ευρέως διαδεδομένη κατάσταση. Οταν δηλαδή γράφεις σε μια γλώσσα, τη δική μας συγκεκριμένα, και έχεις διαβάσει όλη την παλιά και νέα ελληνική λογοτεχνία και έχεις δει τα μεγέθη που υπάρχουν -τεράστια μεγέθη-, σου δίνει ένα μέτρο σύγκρισης με τον εαυτό σου. Βλέπεις ότι υπάρχουν σπουδαιότεροι από σένα.

Υπάρχουν αυτοί που σου μάθανε την τέχνη, αυτοί που σε πήραν μαζί τους και σε γοήτευσαν, σε ταξιδέψανε σε βάθη, σε πλάτη, σε μήκη.

Τώρα, μπορώ εγώ, όσο καλή ιδέα και να έχω για τον εαυτό μου, να συγκριθώ με τον Βιζυηνό; Τι να πω; Εγώ είμαι ο Πανσέληνος και δίπλα μου ο Βιζυηνός συνάδελφος; Δεν μου πάει.

Παλιά, δεν έλεγα ότι είμαι συγγραφέας. Προτιμούσα να λέω ότι είμαι δικηγόρος.

● Ο ήρωάς σας στο βιβλίο «Η μεγάλη πομπή», ο Νότης, είχε ένα είδωλο, τον Λάνσετρις. Ο Νότης είχε μια μηχανή, ο Λάνσετρις ένα άλογο. Είναι ανάγκη μας να υποδυόμαστε κάποιον που θαυμάζουμε για να επιβιώσουμε;

Ναι, είναι. Ολοι κάποιον υποδυόμαστε. Μ’ έχω πιάσει μερικές φορές, όταν ζορίζομαι, να λειτουργώ σαν πρόσωπο μιας ταινίας. Βλέπεις συχνά τον εαυτό σου σαν ήρωα ενός έργου.

Βασίλης Μαθιουδάκης

● Κι αν τώρα βλέπατε τον εαυτό σας σ’ αυτό εδώ το τραπέζι, τι θα σκεφτόσασταν γι’ αυτό το πρόσωπο;

Αυτή την εποχή, είμαι πολύ ευτυχισμένος! Η ευτυχία μου περιορίζεται στο γεγονός ότι έχω έτοιμο ένα καινούργιο βιβλίο που περιμένω να βγει στα τέλη Μαρτίου. Στο επίπεδο της δουλειάς, έχω μια ηρεμία και μια ικανοποίηση.

Αν τραβηχτεί λίγο πιο πίσω η κάμερα, θα δείξει έναν άνθρωπο που παλεύει να πληρώσει τους φόρους του και διάφορα άλλα τέτοια βασανιστικά πράγματα, που κάνουν κι εμένα έναν αρκετά ταλαιπωρημένο άνθρωπο.

● Στο κάδρο θα βάζαμε και μια γυναίκα. Τη συγγραφέα Λουκία Δέρβη…

Η Λουκία είναι η δεύτερη γυναίκα μου. Ήμουν ξανά παντρεμένος και χήρεψα. Τη γνώρισα κατ’ αρχάς σαν συγγραφέα. Είχα διαβάσει δυο βιβλία που είχε βγάλει. Μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον.

Έτυχε να κάνει παρέα με έναν φίλο μου συγγραφέα, ο οποίος μου είπε γι’ αυτήν ότι είναι και πολύ ωραίος άνθρωπος.

Πράγματι, η Λουκία είναι ένα κορίτσι ανυπόκριτο, ένας άνθρωπος ευθύς. Έχει μια ωραία παιδικότητα. Με βοήθησε, ξαναζωντάνεψα σε μια περίοδο που νομίζει κανείς ότι τα αφήνει όλα.

Ήμουν πάρα πολύ τυχερός. Παρ’ όλο που όλοι μου έλεγαν «μην παντρεύεσαι συγγραφέα, θα έχετε κόντρες». Δεν έχουμε ποτέ, δεν επεμβαίνει ο ένας στη δουλειά του άλλου.

● Πάντως, κυκλοφορεί μια φήμη που λέει ότι δεν πρέπει να ερωτεύονται οι άντρες γυναίκες που διαβάζουν…

Ευτυχώς που υπάρχουν οι γυναίκες που διαβάζουν! Διότι, αν δεν μας διάβαζαν οι γυναίκες, δεν θα μας διάβαζε κανείς. Οι άντρες έχουν εγκαταλείψει το σπορ!

● Για να σωθεί κανείς, πιστεύετε τελικά όντως πως η μόνη διαχρονική λύση είναι να παντρευτεί κανείς την άσχημη εξαδέλφη με τη μεγάλη προίκα, όπως γίνεται στη «Μεγάλη πομπή»;

Οχι! Αυτή είναι η κακή εξέλιξη. Πολύς κόσμος την ακολουθεί. Είτε γιατί αναγκάζεται είτε γιατί οι δυσκολίες είναι ανυπέρβλητες.

Την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο αυτό, ήταν μεγάλο θέμα οι αυτοκτονίες φαντάρων στα στρατόπεδα, υπήρχε μια δυσκολία ανυπέρβλητη των παιδιών να συμφιλιωθούν με τον κόσμο που τους περιμένει. Δεν μπορούσαν να τον αντέξουν και αποχωρούσαν με αυτόν τον τραγικό τρόπο.

Η πρώτη μου ιδέα ήταν να γράψω μια τέτοια ιστορία αυτοκτονίας στη σκοπιά. Επειδή όμως δεν μ’ αρέσουν τα δακρύβρεχτα βιβλία, σκέφτηκα ότι καλύτερο και πιο δύσκολο θα ήταν να γράψω, αντιθέτως, για ένα παιδί που όχι μόνο δεν αυτοκτονεί, αλλά περνάει από τη μηχανή και μετατρέπεται σε αυτό το οποίο στην αρχή σιχαίνεται. Είναι ένα σκοτεινό βιβλίο.

Εκείνη την εποχή, είχε κάνει μεγάλη εντύπωση και στα παιδιά που ανήκαν στην Αριστερά. Και στα πολιτιστικά του ΚΚΕ…

● Δηλαδή; Με ποιον τρόπο;

Θυμάμαι, με φώναξε μια μέρα η μάνα μου στο πατρικό και μου λέει θέλει να σε γνωρίσει η Ρούλα Κουκούλου (σ.σ. πρώτη γυναίκα του Νίκου Ζαχαριάδη, ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ). Πήγα και εκεί ήταν και άλλα στελέχη νεότερης γενιάς.

Η Κουκούλου με έβαλε κάτω και με δίκασε κανονικά. Γιατί, μου λέει, τόσο μαύρο τέλος; Και γιατί βάζεις την κνίτισσα να κάνει έρωτα στην τουαλέτα; Γιατί; -απαντώ εγώ- έχετε την εντύπωση ότι οι κνίτισσες δεν κάνουν έρωτα στην τουαλέτα;

Κοιτάξτε, της λέω, η δική μας δουλειά είναι να αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα που βλέπουμε να υπάρχει, ελπίδες στον κόσμο δώστε εσείς, οι πολιτικοί, αλλά δεν βλέπω να τα πολυκαταφέρνετε.

Η μάνα μου είχε πρασινίσει, διότι δεν περίμενε τέτοιο πράγμα. Οι νεολαίοι του κόμματος, όμως, με πήραν στο διπλανό δωμάτιο και μου λένε μην ακούς, εμείς ενθουσιαστήκαμε! Ήταν η εποχή των ανανεωτικών, πριν διασπαστεί το ΚΚΕ, μια περίοδος πολύ ελπιδοφόρα.

● Σήμερα, ένα κομμάτι της ανανεωτικής Αριστεράς βρίσκεται στη διακυβέρνηση της χώρας…

Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι αυτό θα γινόταν κάποια στιγμή. Το προηγούμενο πολιτικό καθεστώς, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ δηλαδή, είχαν τελείως «ξεβρακωθεί» και ο κόσμος δεν τους ήθελε πια. Βέβαια, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία δεν πιστεύω ότι οφείλεται σε μια ξαφνική στροφή του ελληνικού λαού στην Αριστερά. Η Αριστερά στην Ελλάδα ήταν πάντα μειοψηφία.

Είμαστε ένας πολύ συντηρητικός λαός. Πολύ περισσότερο από όσο νομίζουμε. Αν ανέβηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, έγινε γιατί οι περισσότεροι πίστεψαν ότι θα γλιτώσουν τον ΕΝΦΙΑ, μην κοροϊδευόμαστε.

Δεν έγινε Αριστερά από τη μια στιγμή στην άλλη όλο αυτό το δεξιό πράγμα που μετεμφυλιακά αναπτύχθηκε και γιγαντώθηκε.

Εφαγε και λάδωσε τ’ άντερό του, έκανε ματσαράγκες, με λεφτά από την Ευρώπη που ήταν για άλλα πράγματα.

Παρ’ όλο που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πτώση του ΣΥΡΙΖΑ, δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι θα ξαναψηφιστούν η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ.

Άλλωστε, η πτώση αυτή είναι σχεδόν αναμενόμενη για ένα κόμμα το οποίο βρίσκεται στην κυβέρνηση και διαχειρίζεται (όπως και όσο το κάνει – που είναι ένα θέμα, βέβαια) την κρίση.

● Τα τελευταία χρόνια, ένα ποσοστό του ελληνικού λαού ακολουθεί ρεύματα φασιστικά…

Είναι γενικό το φαινόμενο στην Ευρώπη. Υπάρχει στην Πολωνία, στην Ουγγαρία, στην Αυστρία.

● Ναι, αλλά σ’ αυτές τις χώρες υπήρχε μια συνέχεια, στην Ουγγαρία, ας πούμε, που ήταν οι πιο αιμοβόροι υποστηρικτές του Χίτλερ. Στην Ελλάδα γιατί;

Και εδώ είχαμε τα ποσοστά μας στον χώρο. Οι θαυμαστές του Μεταξά, οι συνεργάτες των Γερμανών, οι υποστηρικτές της χούντας του ’67 δεν είναι τόσο ορατοί, αλλά υπάρχουν και δίνουν το «παρών» κατά καιρούς – με τη συνεπικούρηση και της Εκκλησίας ή των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων. Το γενικό φαινόμενο, και εδώ και κυρίως στο εξωτερικό, είναι σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα της κατάρρευσης του σοσιαλισμού.

Γιατί; Γιατί η εφαρμογή του στις χώρες του σοβιετικού μπλοκ ήταν λανθασμένη. Καταρρέοντας, ο σοσιαλισμός έδωσε επιχειρήματα στον καπιταλισμό και στον ακραίο φιλελευθερισμό να πει «αυτοί απέτυχαν, εμείς είμαστε η απάντηση».

Το αποτέλεσμα είναι ότι όλοι πίστεψαν πως η εξαφάνιση του κράτους θα λύσει τα προβλήματα του κόσμου, αφήνοντας την αγορά ελεύθερη. Οταν η αγορά είναι ελεύθερη, τρώει τον εαυτό της.

Βλέπετε και τώρα οι μεγάλες εταιρείες πριονίζουν το κλαδί που κάθονται. Οταν καταστρέφεται η μεσαία τάξη, ποιος θα αγοράσει τα προϊόντα των βιομηχανιών; Το κράτος πρέπει να παραμένει ως πάροχος της κοινωνίας για τα βασικά πράγματα.

● Αν είχαμε εδώ στην παρέα μας τον πατέρα σας, τον Ασημάκη Πανσέληνο, ο οποίος υπήρξε ένας πολύ θερμός υποστηρικτής της Αριστεράς, τι θα έλεγε;

Ο Ασημάκης ήταν αριστερός, αλλά είχε σε πολύ μεγάλο βαθμό μια αναρχική σκέψη. Και νομίζω ότι η αναρχική σκέψη έχει τελικά πολλά υπέρ, με την έννοια ότι δεν δέχεται αυθεντίες και δεν ανέχεται τη στασιμότητα, την οποία υποθάλπει η συντήρηση. Ακόμα και η Επανάσταση, από τη στιγμή που θα γίνει καθεστώς, πρέπει να ανατραπεί. Τα καθεστώτα πρέπει να ανατρέπονται για να αλλάζουν.

● Έχω μάθει ότι είστε συλλέκτης βινιλίων, ισχύει;

Είμαι συλλέκτης βινιλίων από πολύ παλιά. Από τότε που μου έδιναν οι γονείς μου χαρτζιλίκι…

● Ποια είναι τα «πολύτιμά» σας;

Η κλασική μουσική και η τζαζ.

● Και τα «ελαφρά ελληνικά τραγούδια»; Που είναι και ο τίτλος του καινούργιου σας μυθιστορήματος;

Τα παλιά ελαφρά τραγούδια είναι οι απαρχές της σχέσης μου με τη μουσική. Οταν ήμουν παιδί, δεν υπήρχε τηλεόραση, μόνο ραδιόφωνο. Ηταν μαγεία να βλέπεις να περνάνε οι πόλεις του κόσμου μπροστά στα μάτια σου κοιτώντας το καντράν του ραδιοφώνου, πόλεις άγνωστες, σουηδικές, δανέζικες, ταξίδευες. Ακούγαμε Βέμπο, Γούναρη, Μαρούδα, Πολυμέρη… Δεκαετία του πενήντα και δεκαετία του εξήντα.

Είχα μουσικό αυτί, τα μάθαινα απ’ έξω. Οχι μόνο τα λόγια, αλλά και την ενορχήστρωση. Αυτό ήταν το μουσικό μου σχολείο. Ετυχε να ακούσω αργότερα κλασική μουσική και κόλλησα. Από την κλασική, πέρασα στην τζαζ.

Διάλεξα το θέμα των ελαφρών ελληνικών τραγουδιών, γιατί η ιστορία του βιβλίου διαδραματίζεται την εποχή εκείνη. Εγώ ήμουν περίπου δέκα χρόνων και έχω αρκετές αναμνήσεις της εποχής.

Το βιβλίο μιλάει, συγκεκριμένα, για την περίοδο από το ’50 ώς το ’53, μετεμφυλιακά, σε μια εποχή πολύ μαύρη.

● Είναι ένα πολιτικό μυθιστόρημα;

Ολα τα μυθιστορήματα είναι πολιτικά, εφόσον μιλούν για μια εποχή και απεικονίζουν μια κοινωνία. Είναι ασφαλώς και πολιτικό το νέο μου μυθιστόρημα, χωρίς να βγάζει λόγους και χωρίς να αποτελεί μπροσούρα, αφού μιλάει για μια εποχή που σημάδεψε τη μεταπολεμική περίοδο στην Ελλάδα και τη σημαδεύει μέχρι σήμερα. Δυστυχώς, ο Εμφύλιος μοιάζει να μην έχει τελειώσει. Ηταν μια εποχή που τη θυμάμαι σκοτεινή και μαύρη.

● Αν ήταν εδώ δίπλα σας ο Ασημάκης Πανσέληνος, πιστεύετε πως θα σας έλεγε καλή η μυθιστορία, αλλά το «Τότε που ζούσαμε» (αληθινή βιογραφία μιας εποχής που έγραψε εκείνος και που εξακολουθεί ύστερα από 44 χρόνια να πουλάει πολύ) είναι η πιο δυνατή ιστορία;

Μα, αν το βιβλίο αυτό έχει τη δύναμη που έχει, είναι ακριβώς γιατί η γραφή του στη μυθιστορία παραπέμπει πιο πολύ παρά στη βιογραφία ή στην ιστορική μαρτυρία.

Θα του αντέτασσα ακριβώς αυτό, είναι κάτι που πιστεύω. Πως πιο αληθινή γεύση της ιστορίας δίνει στον αναγνώστη το μυθιστόρημα απ’ όσο η ιστορική μελέτη.

Με τον πατέρα μου διαφωνίες δεν είχαμε, απλώς ήμασταν δυο τελείως διαφορετικοί συγγραφείς. Ηταν ζόρικος άνθρωπος ο Ασημάκης, είχαμε τις διαφορές που θα περίμενε κανείς από δυο τόσο διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες και δυο τόσο διαφορετικές γενιές.

● Παρ’ όλα αυτά, γράψατε σε ένα κείμενο ότι τελικά γίνατε ίδιος μ’ αυτόν…

Πιάνω τον εαυτό μου να του μοιάζει. Στο σουλούπι, στις κινήσεις, στα νεύρα, στα καλά και στα κακά που είχε. Και βλέπω τελικά ότι δεν ξεφεύγει κανείς από το DNA. Πολύ συχνά είμαι και η μητέρα μου βέβαια!

Ηταν κι οι δύο πολύ έντονες προσωπικότητες γι’ αυτό και χώρισαν πάρα πολύ νωρίς, πράγμα το οποίο ήταν καλό για μένα σε έναν βαθμό. Μου έδωσε μια ανεξαρτησία δηλαδή και μου επέτρεψε να έχω μια πιο ψύχραιμη κριτική στάση απέναντί τους.

● Ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία, κατά τη γνώμη μου, αλλά και άλλων πολλών, της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας είναι το βιβλίο σας «Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια». Εκεί λέτε: «Τα πρόσωπα μου φαίνεται πως κουβαλούν το στίγμα μιας καταδίκης που δεν θα αργούσε να πέσει πάνω τους. Ήμουν ο ίδιος ένα από αυτά…». Πόσο επικίνδυνο είναι αυτό το παιχνίδι καμιά φορά για τους συγγραφείς;

Υπάρχουν σκοτεινά πράγματα που βγαίνουν από μέσα μας και δεν τα ελέγχουμε απόλυτα. Αλλά κατά κάποιον τρόπο, έρχονται και συνταιριάζουν μ’ αυτό που έχεις συλλάβει ως κατασκευή. Εσωτερικά πράγματα ξεπροβάλλουν συχνά αθέλητά σου, το αυτοβιογραφικό στοιχείο.

● Στο ίδιο βιβλίο λέτε: «Η επαναστατική πράξη βρίσκεται εδώ και λέγεται Καπετάν Γκέκας και Καπετάν Τσάρας, ούτε Ροϊλός, ούτε Καποδίστριας, ούτε Μπενάκης…». Τι θέλετε να μας πείτε;

Οτι η πολιτική ανατροπή γίνεται πάντα με κάποια επανάσταση. Και, για να γίνει η επανάσταση, πρέπει να χυθεί αίμα ενδεχομένως και αθώων. Πολιτική πράξη λέγεται αυτό, ο Καπετάν Γκέκας, οι Σουλιώτες που επαναστατούν. Βεβαίως, συμβάλλει και ο Σολωμός με τον «Υμνο στην Ελευθερία» και την ποίησή του. Αλλά η πολιτική πράξη πάντα μυρίζει αίμα.

● Ποιον στίχο του Σολωμού σκέφτεστε συχνά;

«Το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός ευθύς γέμισε με άνθη…».

● Γεννηθήκατε 2 Δεκέμβρη, σας έχουν διηγηθεί οι γονείς σας καμιά ιστορία από εκείνη τη μέρα;

Δεν ξέρω αν μου το μετέδωσαν αργότερα γιατί μου το περιγράψανε ή αν είναι πραγματικά βρεφική μνήμη ότι κλαίω, χτυπάει το κουδούνι, και κρύβουν το καλάθι όπου κοιμόμουν μέσα κάτω από το κρεβάτι. Κλείνουν την πόρτα και τα φώτα για να παραστήσουν ότι δεν είναι κανείς στο σπίτι. Το ’43 έγινε αυτό. Προφανώς, χτυπούσαν οι Γερμανοί την πόρτα.

Θυμάμαι και το ’47 που κρύβεται ο πατέρας μου σ’ ένα κοφίνι της μπουγάδας στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Από τους Αγγλους αυτή τη φορά, που θέλανε να τους μεταφέρουν στην Ελ-Ντάμπα και η μητέρα μου με παίρνει και καταφεύγουμε στο σπίτι της Καραπάνου, στην Αίγινα. Μένουμε στο σπιτάκι του κηπουρού. Θυμάμαι να παίζω μέσα σ’ ένα ντουλάπι.

● «Χειμερινή λιακάδα του Φλεβάρη κι ο κόσμος ζει σε αιώνια αποκριά…» σαν και τώρα, ένας στίχος του πατέρα σας…

Είναι αυτή η προσπάθεια που κάνουμε όλοι να πάρουμε κουράγιο, να επιπλεύσουμε, να επιβιώσουμε, να ερωτευτούμε, να δημιουργήσουμε…

Δημιουργία δεν είναι μόνο να γράφεις βιβλία, είναι να ζωγραφίζεις, να φροντίζεις τις γλάστρες του βασιλικού σου κι άλλα πράγματα καθημερινά.

Η ομορφιά, που μας βοηθά να συνεχίσουμε να ζούμε. Αυτή την ομορφιά κυνηγάμε όλοι. Ακόμα και όταν καταφεύγουμε στην ασχήμια, την ομορφιά επικαλούμαστε.

Πανσέληνος, Αλέξης

Ο Αλέξης Πανσέληνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1943. Ο πατέρας και η μητέρα του είναι γνωστοί συγγραφείς της Γενιάς του 30. Σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή Αθηνών και εργάστηκε ως δικηγόρος με ειδίκευση το ναυτιλιακό δίκαιο. Δημοσίευσε σχετικά αργά το πρώτο του βιβλίο, το 1982 («Ιστορίες με σκύλους”, διηγήματα, Κέδρος). Ως σήμερα έχουν εκδοθεί άλλος ένας τόμος με διηγήματα («Τέσσερις ελληνικοί φόνοι”), τέσσερα μυθιστορήματα, ένας τόμος με δοκίμια και άρθρα και ένας τόμος με προσωπικές σκέψεις σχετικά με το βιβλίο και την ανάγνωση. Έχει αρθρογραφήσει σε μεγάλες εφημερίδες γύρω από θέματα τόσο της τέχνης όσο και της πολιτικής και έχει γράψει λογοτεχνική κριτική για σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το μυθιστόρημά του «Η μεγάλη πομπή” τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος το 1986. Το μυθιστόρημά του «Σκοτεινές επιγραφές” τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω” 2012. Από τα βιβλία του, «Η μεγάλη πομπή” έχει μεταφραστεί, μέχρι σήμερα, στα γαλλικά (Griot) και τα ιταλικά (Crocetti), και το «Ζαΐδα ή Η καμήλα στα χιόνια” στα γαλλικά (Gallimard), τα ιταλικά (Crocetti) και τα γερμανικά (Berlin Verlag). Παντρεμένος και πατέρας ενός παιδιού, μοιράζει τον χρόνο του, από το 1996 και μετά, μεταξύ Αθήνας και του νησιού της Πάρου, όπου συχνά αποσύρεται για να γράψει. Έχει μεταφράσει βιβλία από τα αγγλικά και τα γερμανικά. Το 1997 ήταν η ελληνική υποψηφιότητα για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Εκτός από τη λογοτεχνία οι ασχολίες του περιλαμβάνουν και μια ιδιαίτερα μεγάλη συλλογή δίσκων κλασικής μουσικής, με την οποία έχει πολύ ιδιαίτερη σχέση, αφού άλλωστε η αρχική του φιλοδοξία ήταν να γίνει μουσικός. Η μουσική κατέχει σημαντική θέση στα λογοτεχνικά του έργα.

Αμάρτυα Κουμάρ Σεν : Γιατί υπάρχει πείνα;

Το δικαίωμα στα τρόφιμα και οι οικονομικές αλυσίδες.

Amartya Sen.jpgΟ Αμάρτυα Κουμάρ Σεν  (অমর্ত্য কুমার সেন, 3 Νοεμβρίου 1933) είναι Ινδός οικονομολόγος, ο οποίος από το 1972 εργάζεται και διδάσκει στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ. Οι συνεισφορές του στα οικονομικά των κοινωνικών παροχών, στη θεωρία της κοινωνικής επιλογής και της οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης, και στους δείκτες αποτιμήσεως του επιπέδου διαβιώσεως των πολιτών των αναπτυσσόμενων χωρών, έχουν εκτιμηθεί ιδιαίτερα. Το 1998 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών για τις έρευνές του επί των οικονομικών των κοινωνικών παροχών.

 peina

Η πείνα, τα δικαιώματα επί των τροφίμων και οι διασυνδέσεις.

Το ερώτημα «Γιατί υπάρχει πείνα;» δεν είναι καινούριο, παραμένει το ίδιο επίκαιρο, όσο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η απάντηση, όμως, δεν μπορεί να ναι η ίδια, όπως στο παρελθόν.

Η τεράστια εξάπλωση της παραγωγικής δύναμης, ιδιαίτερα στη γεωργία, που έγινε κατά τους τελευταίους αιώνες εξασφάλισε αρκετά τρόφιμα σε όλους. Η εξακολούθηση της χρόνιας πείνας και των σοβαρών λιμών, παρά το ότι οι παραγωγικές δυνατότητες είναι περισσότερο από αρκετές, θέτει μία σειρά ερωτημάτων που δεν έχουν άμεση σχέση, με το παρελθόν, όταν οι παραγωγικές δυνατότητες ήταν πολύ πιο περιορισμένες.

Δεν μπορούμε να πούμε ότι τα θέματα που αφορούν σε τεχνολογικές αλλαγές και στη διεύρυνση της παραγωγής έπαψαν να είναι σημαντικά. Μπορούν να επιτευχθούν, σίγουρα, πολλά περισσότερα και οι ανταμοιβές από τη διεύρυνση της παραγωγής να γίνουν πράγματι ουσιαστικές. Έστω, όμως, και με τις υπάρχουσες τεχνολογίες και τα σημερινά επίπεδα γνώσεων, μια καλύτερη ρύθμιση των πόρων που διαθέτουμε και ένα καλύτερο σύστημα διανομής μπορούν να εξαλείψουν μεγάλο μέρος των διατροφικών ελλειμμάτων που παρατηρούνται σ’ ολόκληρο τον κόσμο σήμερα. Η πείνα και ο λιμός πρέπει να αντιμετωπιστούν ως οικονομικά φαινόμενα υπό ευρεία έννοια – που να περιλαμβάνουν την παραγωγή, τη διανομή και την αξιοποίηση της τροφής – και όχι σαν αντανακλάσεις των προβλημάτων της παραγωγής τροφίμων αυτής καθαυτής.

Η παραγωγή, η διανομή και η κατανάλωση των τροφίμων συνδέονται με ένα είδος αλυσιδωτής σχέσης – που ενώνει τους παραγωγούς με τις αγορές, τις αγορές με τους αγοραστές και τους αγοραστές με τους καταναλωτές. Η στέρηση της τροφής, η πείνα και η λιμοκτονία μπορούν να δημιουργηθούν από τη δυσλειτουργία οποιουδήποτε από τους κρίκους αυτούς. Ένα άτομο υποφέρει από στέρηση τροφής και επακόλουθο υποσιτισμό, νοσηρότητα και ίσως πεθάνει αν δεν μπορέσει να εξασφαλίσει αρκετά τρόφιμα.

Για παράδειγμα, αν ένα άτομο δεν έχει τα μέσα για να αγοράσει αρκετά τρόφιμα, δεν είναι σε θέση να ζητήσει τα τρόφιμα αυτά στην αγορά. Μέχρι το σημείο όπου η προμήθεια τροφίμων και τελικά η παραγωγή διατροφικών αγαθών εξαρτάται από τη ζήτηση της αγοράς, η απουσία της ζήτησης θα έχει ως αποτέλεσμα τη μειωμένη προμήθεια και παραγωγή τροφίμων. Εκ πρώτης όψεως, ενώ μπορεί να φαίνεται ότι δεν υπάρχουν αρκετά τρόφιμα για τις ανάγκες ενός συγκεκριμένου ατόμου, η αιτία του προβλήματος μπορεί να βρίσκεται στην έλλειψη ζήτησης και εξ αυτής περισσότερο στην έλλειψη μέσων για να τα αγοράσει, παρά στους περιορισμούς των παραγωγικών δυνατοτήτων. Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες οικονομίες του κόσμου, η αντίδραση της παραγωγής και της προμήθειας στις τιμές και τη ζήτηση αποδεικνύει τη σπουδαιότητα του παράγοντα ζήτησης στον καθορισμό της παραγωγής και της προμήθειας.

Για να καταλάβουμε τη φύση της πείνας, πρέπει να εξετάσουμε τα «δικαιώματα» ενός ατόμου στα τρόφιμα και τα σχετικά αγαθά. Ένα άτομο που λιμοκτονεί και δεν έχει τα μέσα να εξασφαλίσει τρόφιμα υποφέρει από την απώλεια του δικαιώματος του και οι βαθύτερες αιτίες γι’ αυτό μπορεί να βρίσκονται σε παράγοντες πέραν αυτής καθαυτής της παραγωγής τροφίμων. Σε κάθε κοινωνικό και οικονομικό σύστημα υπάρχουν κανόνες που διέπουν τα δικαιώματα που ασκεί αντίστοιχα ο πληθυσμός στα τρόφιμα και τα άλλα χρειώδη. Σε μια οικονομία που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία, τα δικαιώματα αυτά συνδέονται στενά με την ικανότητα ενός ατόμου να έχει στην κυριότητά του τρόφιμα και άλλα σχετικά αγαθά.

Για να καταλάβουμε τον καθορισμό των δικαιωμάτων πρέπει να εξετάσουμε τη δυναμική θέση ενός ατόμου (δηλαδή, ποια αγαθά και υπηρεσίες μπορεί να ανταλλάξει με τρόφιμα), καθώς επίσης και τις δυνατότητες  ανταλλαγής(δηλαδή ,σε ποιες τιμές μπορεί ένα άτομο να ανταλλάξει τα αγαθά με τρόφιμα) Στην ανάλυση του δικαιώματος σε σχέση με τη στέρηση των τροφίμων και την πείνα που επεχείρησα να παρουσιάσω άλλου, κυρίως στο βιβλίο μου Πενία και Λιμοί (Sen, 1981), διερευνήθηκαν αντίστοιχα οι αποφασιστικής σημασίας ρόλοι της σχέσης τόσο της δυναμικής, όσο και των δυνατοτήτων ανταλλαγής.

Πηγαίνοντας πέρα από τα συστήματα της αγοράς, πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι τύποι δικαιωμάτων, προκειμένου να κατανοήσουμε το δικαίωμα επί των τροφίμων που μπορεί να απολαύσει ένα άτομο. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν διεκδικήσεις από το κράτος, όπως το δικαίωμα στην εργασία (αν αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα), το δικαίωμα σε επιδόματα ανεργίας (αν υπάρχουν τέτοιες ρυθμίσεις στην κοινωνική ασφάλιση), και ούτω καθεξής. Ένα άτομο μπορεί να εξασφαλίσει τρόφιμα κάνοντας χρήση των ποικίλων αυτών δικαιωμάτων, ενώ η ανάλυση του δικαιώματος όσον αφορά στην πείνα γενικότερα και στο λιμό ειδικότερα πρέπει να λάβει υπόψη τη διάρθρωση των θεσμών – που αφορούν σε νομικούς και πολιτικούς, καθώς επίσης και οικονομικούς παράγοντες -, οι οποίοι καθορίζουν το δικαίωμα ενός ατόμου και, μέσω αυτού, την ικανότητά του να αποφύγει τη λιμοκτονία, τον υποσιτισμό και τη στέρηση.

πείναΠρέπει να ξεχωρίσουμε δυο διαφορετικές όψεις της ύπαρξης πείνας. Πρώτον, υπάρχει το πρόβλημα των περιοδικών λιμών, της έντονης ασιτίας και της μαζικής θνησιμότητας. Παρά την τεράστια αύξηση των παραγωγικών ικανοτήτων και του εθνικού εισοδήματος στον κόσμο, εξακολουθούν να υπάρχουν σ’ ολόκληρη τη γη σοβαροί λιμοί. Οι λιμοί στην Αιθιοπία, στη Σομαλία, το Σουδάν, τη Μοζαμβίκη, τις χώρες της περιοχής του Σαχέλ, στη Μπιάφρα, στο Μπαγκλαντές και την Καμπότζη δεν είναι παρά ελάχιστα παραδείγματα -μπορούμε να δώσουμε πολλά περισσότερα.

Αυτό το πρόβλημα της συνεχούς εμφάνισης των λιμών πρέπει να διαχωριστεί από το πρόβλημα της συνεχούς στέρησης της τροφής, της πείνας και του υποσιτισμού σ’ ένα μεγάλο μέρος του κόσμου. Πολύ πιο συχνά, στην πραγματικότητα, το τίμημα της πείνας δεν είναι διόλου δραματικό, με εκατομμύρια να πεθαίνουν φανερά (όπως συμβαίνει με τους λιμούς). Αντίθετα, η ενδημική πείνα σκοτώνει με πιο κρυφό τρόπο .Ο κόσμος υποφέρει από διατροφικά ελλείμματα και μεγαλύτερη ευπάθεια στις ασθένειες και τις μολύνσεις. Η ανεπάρκεια στα τρόφιμα, μαζί με την έλλειψη σχετικών αγαθών (όπως είναι οι υπηρεσίες υγείας, η ιατρική φροντίδα, το καθαρό νερό, κλπ.), αυξάνουν τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα. Όλα γίνονται σχετικά ήσυχα, χωρίς να υπάρχουν θεαματικοί θάνατοι από πείνα. Η διαδικασία αυτή είναι μάλιστα τόσο ανεπαίσθητη, που είναι εύκολο να παραβλέψει κανείς τη φοβερή αυτή αλληλουχία στέρησης, εξασθένησης και αποδεκατισμού που λαμβάνει χώρα και που αφορά -σε διαφορετικούς βαθμούς- πολύ μεγάλο μέρος του πληθυσμού των φτωχών χωρών στον κόσμο.

Για να γίνουν κατανοητά τα αίτια της συνήθους πείνας και του χρόνιου υποσιτισμού από τη μια πλευρά, και των σοβαρών λιμών από την άλλη, πρέπει να εξεταστεί η αντίστοιχη απώλεια του δικαιώματος. Ενώ η συνήθης πείνα είναι κατά το πλείστον απόρροια ελλιπούς δικαιώματος σε μόνιμη βάση, οι λιμοί είναι το αποτέλεσμα καταστροφικής έκπτωσης του δικαιώματος, που συνήθως γίνεται απότομα. Οι ακτήμονες αγρότες σε μια φτωχή αγροτική οικονομία μπορεί να βρίσκονται σε μια κατάσταση χρόνιας αδυναμίας εξασφάλισης της τροφής και τούτο να φαίνεται στο διαρκή υποσιτισμό των οικογενειών στις συγκεκριμένες αυτές ομάδες των ακτημόνων.

Η κατάσταση αυτή δεν χρειάζεται να οδηγήσει σε δραματική λιμοκτονία και άμεση θνησιμότητα. Η στέρηση, ωστόσο, της τροφής κάνει τις οικογένειες πιο ευάλωτες στις αρρώστιες και αυξάνει τις πιθανότητες πρόωρων θανάτων. Έτσι η εποχιακή ανεργία, οι χαμηλοί μισθοί, καθώς και άλλες οικονομικές στερήσεις, αποτυπώνονται στην κατάσταση της υγείας και τα δημογραφικά δεδομένα των ατόμων αυτών.

Όλα αυτά, όμως, συμβαίνουν σχετικά αθόρυβα. Αντίθετα, τα μέλη αυτής της ομάδας των ακτημόνων αγροτών μπορεί να πεθάνουν ξαφνικά, σε μεγάλους αριθμούς, αν μειωθούν δραματικά οι θέσεις εργασίας, ή σημειωθεί μια απότομη αύξηση στις τιμές των τροφίμων, κάτι που προαναγγέλλει λιμό. Στην περίπτωση αυτή, η απώλεια του δικαιώματος παίρνει οξύτερη και σοβαρότερη μορφή. Βέβαια, και οι δύο αυτές καταστάσεις μπορούν να παρατηρηθούν στην ίδια χώρα, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

Για παράδειγμα, στο Μπαγκλαντές, η συνήθης απώλεια του δικαιώματος συνδέεται αιτιακά με το συστηματικό υποσιτισμό του φτωχότερου αγροτικού πληθυσμού, χωρίς την ύπαρξη διαρκούς λιμού, ωστόσο ο ίδιος αυτός πληθυσμός είχε τα περισσότερα θύματα όταν ενέσκηψε λιμός, το 19742. Οι οικονομικές διαδικασίες που ενέχονται για τη συνήθη πείνα και τους περιστασιακούς λιμούς μπορεί να είναι σαφείς, αλλά και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει η απώλεια του δικαιώματος επί των τροφίμων και των σχετικών αγαθών, σε διάφορες μορφές.

Παραγωγή και δικαιώματα 

Για να κατανοήσουμε την πείνα και το λιμό πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας στη δυσλειτουργία των διαφόρων κρίκων της τροφικής αλυσίδας, που καλύπτει τους τομείς της παραγωγής, της διανομής και της αξιοποίησης, οι οποίοι είναι διαφορετικές όψεις του συσχετισμού των δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, οι λιμοί μπορεί να οφείλονται σε αδυναμία της παραγωγής, που οδηγεί

  • (α) σε άμεση έκπτωση του δικαιώματος εκείνων, π. χ. των αγροτών, των οποίων τα μέσα επιβίωσης εξαρτώνται από τα τρόφιμα που παράγουν μόνοι τους, ή
  • (β) σε μια απότομη αύξηση των τιμών που επιδρά στην ικανότητα εξασφάλισης της τροφής εκείνων που πρέπει να την αγοράσουν.

Ένας λιμός, όμως, μπορεί να ενσκήψει χωρίς μείωση της παραγωγής και μάλιστα μπορεί ορισμένες φορές να συμβεί σε περιόδους υπερεπάρκειας τροφίμων. Υπήρξαν, πράγματι, τα τελευταία χρόνια πολλοί μεγάλοι λιμοί, χωρίς μείωση στην παραγωγή τροφίμων ή την κατά κεφαλήν διαθεσιμότητα. Ο λιμός της Βεγγάλης το 1943, οι λιμοί στην Αιθιοπία το 1973 και το 1982, καθώς και ο λιμός στο Μπαγκλαντές το 1974, είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια του λιμού στο Μπαγκλαντές το 1974, η παραγωγή τροφίμων και η κατά κεφαλήν διαθεσιμότητα ήταν μεγαλύτερη από όσο σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο των τριών προηγούμενων χρόνων αλλά και των δύο επόμενων. Αν κάποιος εξέταζε μόνο την παραγωγή τροφίμων για να προβλέψει την πείνα, σίγουρα δεν θα επέλεγε το 1974 ως έτος λιμού, και όμως αυτή ακριβώς τη χρονιά ενέσκηψε ο λιμός.

Για να κατανοήσουμε το συγκεκριμένο λιμό – αλλά και άλλους λιμούς -πρέπει να εξετάσουμε το δικαίωμα επί των τροφίμων των διαφόρων επαγγελματικών κατηγοριών και το πώς αυτό μεταβάλλεται με το χρόνο. Στην περίπτωση του λιμού στο Μπαγκλαντές το 1974, οι ομάδες-θύματα επηρεάστηκαν

  • (α) από την απώλεια των αγροτικών θέσεων εργασίας, αποτέλεσμα των πλημμυρών κατά την εποχή της φύτευσης και της μεταφύτευσης,
  • (β) από τις γενικές πληθωριστικές πιέσεις της οικονομίας που οδήγησαν σε μείωση των πραγματικών αμοιβών και
  • (γ) από τις απότομες αυξήσεις των τιμών των τροφίμων τους μήνες που ακολούθησαν τις πλημμύρες, για τις οποίες ενέχονται και πολλές κερδοσκοπικές δραστηριότητες.

Η δυσαρμονία ανάμεσα στην αιτιακή ανάλυση των λιμών σε σχέση με τη μείωση της παραγωγής τροφίμων και της διαθεσιμότητας, από τη μία πλευρά, και της απώλειας των δικαιωμάτων από την άλλη, δεν έγκειται στο γεγονός ότι η διαθεσιμότητα και το δικαίωμα δεν είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους. Συνδέονται, φυσικά, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

  • Πρώτον, για πολύ κόσμο, όπως οι αγρότες, η παραγωγή τροφίμων από τους ίδιους τους δίνει το βασικό δικαίωμα επί των τροφίμων αυτών.
  • Δεύτερον, ένα στοιχείο που επηρεάζει σημαντικά την ικανότητα οποιουδήποτε να αγοράσει τρόφιμα είναι η τιμή τους και η τιμή αυτή επηρεάζεται από την παραγωγή και τη διαθεσιμότητα των τροφίμων στην οικονομία.
  • Τρίτον, η παραγωγή τροφίμων μπορεί επίσης να αποτελέσει μεγάλη πηγή απασχόλησης και οποιαδήποτε μείωση στην παραγωγή των τροφίμων (που μπορεί να οφείλεται, ας πούμε, σε ξηρασία ή πλημμύρα), μειώνει την απασχόληση και το εισόδημα μέσω της ίδιας διαδικασίας που οδηγεί στη μετέπειτα μείωση της παραγωγής και της διαθεσιμότητας των τροφίμων.
  • Τέταρτον, αν και όταν ενσκήψει λιμός, η ύπαρξη αποθεμάτων τροφίμων, διαθέσιμων στο δημόσιο σύστημα διανομής, σαφώς αποτελεί σπουδαίο εργαλείο στα χέρια της κυβέρνησης για να αντιμετωπίσει το λιμό. Η παρέμβαση του δημοσίου μπορεί να έχει είτε τη μορφή άμεσης διανομής τροφίμων (μαγειρευμένων ή νωπών), είτε τη μορφή διοχέτευσης αποθεμάτων τροφίμων στην αγορά, ασκώντας έτσι μια προς τα κάτω πίεση στις τιμές που πιθανόν έχουν εκτοξευθεί στα ύψη.

Θα προκαλούσε, πράγματι, έκπληξη αν τα δικαιώματα επί των τροφίμων εξαρτώντο αποκλειστικά από την παραγωγή, εφόσον η φυσική παρουσία της τροφής δεν μπορεί παρά να επηρεάσει τη δυνατότητα απόκτησης τροφίμων, είτε με άμεση απόκτησή τους είτε με ανταλλαγή. Η δυσαρμονία δεν πηγάζει από την άρνηση των σημαντικών αυτών σχέσεων. Μάλιστα, η αλληλοσύνδεση ανάμεσα στην άποψη του δικαιώματος και στην άποψη της στέρησης της τροφής πρέπει να αντιμετωπίζεται μαζί με τις αντιθέσεις της.

Η δυσαρμονία ξεκινά από το γεγονός ότι οι σύνδεσμοι δεν παγιώνουν μια σχέση ανάμεσα στο δικαίωμα και τη διαθεσιμότητα με τέτοιο τρόπο, ώστε η εξασφάλιση τροφής στα διάφορα τμήματα του πληθυσμού να κινείται προς τα πάνω ή προς τα κάτω ανάλογα με τη συνολική διαθεσιμότητα των τροφίμων στην οικονομία. Αν τα τρόφιμα διανέμονταν στον πληθυσμό βάσει ορισμένων αρχών ισότητας που θα εφαρμόζονταν από κάποια κεντρική εξουσία, η προϋπόθεση αυτή για τις αναλογικές διανομές θα μπορούσε να είναι λογική.

Πάντως όμως, η ουσιαστική διάθεση της τροφής, την οποία θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα διάφορα τμήματα ενός πληθυσμού, εξαρτάται από μία σειρά νομικών και οικονομικών παραγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονται εκείνοι που διέπουν την ιδιοκτησία, την παραγωγή και την ανταλλαγή, και όπου εμπλέκονται διάφορα μέρη της τροφικής αλυσίδας. Είναι συνεπώς απολύτως δυνατόν για ορισμένες ομάδες (π. χ. για μια συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία, όπως είναι οι ακτήμονες αγρότες, οι κτηνοτρόφοι, οι ψαράδες κτλ.) να υποστούν απότομη έκπτωση του δικαιώματος επί των τροφίμων, έστω και αν η συνολική διαθεσιμότητα των τροφίμων στην οικονομία παραμένει ανεπηρέαστη ή αυξάνεται.

Για παράδειγμα, μια μείωση στις τιμές των ζωικών προϊόντων έναντι φθηνότερων θερμίδων με τη μορφή σιτηρών, ή μία μείωση της τιμής των ψαριών έναντι της τιμής των βασικών τροφίμων, μπορεί να επιδράσει αρνητικά στους κτηνοτρόφους και τους ψαράδες, αντίστοιχα – και πράγματι έχουν εμφανιστεί λιμοί στους οποίους οι αλλαγές αυτές στις ανταλλακτικές τιμές έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στον αποδεκατισμό αντίστοιχων επαγγελματικών κατηγοριών (π. χ. στο λιμό της Βεγγάλης το 1943, στο λιμό της Αιθιοπίας το 1973, στους λιμούς της περιοχής του Σαχέλ στις αρχές της δεκαετίας του ’70). Οι μεταβολές στην απασχόληση, στους μισθούς, τις τιμές, κτλ., μπορούν όλες να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στην εμφάνιση και την επίταση των λιμών.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να θεωρηθεί η δυσαρμονία ανάμεσα στην άποψη της διαθεσιμότητας και την άποψη του δικαιώματος μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής. Η υπερβολική εξάρτηση – συχνά ανεπιφύλακτη – από τη διαθεσιμότητα υπήρξε πολλές φορές συνεργικός παράγων στην επέκταση ενός λιμού, κάνοντας τις αρμόδιες αρχές να νιώθουν ικανοποίηση για τη διατροφική κατάσταση. Η εκπόνηση πολιτικής απαιτεί την ενασχόληση με κάθε ένα ξεχωριστά από τους κρίκους της τροφικής αλυσίδας που επηρεάζουν την εξασφάλιση της τροφής από τις ευάλωτες επαγγελματικά ομάδες.

Ανακούφιση από το Λιμό, τρόφιμα και χρηματική βοήθεια

Υπάρχουν πολλές οικονομικές επιπλοκές που σχετίζονται με τη μετατόπιση του κέντρου ενδιαφέροντος της ανάλυσης από την παραγωγή (και τη διαθεσιμότητα) στα δικαιώματα γενικά, περιλαμβάνοντας τους διάφορους κρίκους των οικονομικών αλυσίδων. Ένα σημαντικό ερώτημα αφορά στη μορφή της ανακούφισης που μπορεί να παρασχεθεί για να βοηθηθούν τα θύματα ενός λιμού. Στους αφρικανικούς λιμούς, η βοήθεια τυπικά έχει τη μορφή διανομής δωρεάν τροφίμων σε ειδικά στρατόπεδα και κέντρα διανομής. Μολονότι αυτού του είδους η βοήθεια έχει σώσει ζωές, συχνά αποδείχτηκε αναποτελεσματική και ανεπαρκής Το πλαίσιο και η καταλληλότητα αυτού του είδους της βοήθειας απαιτεί ενδελεχή μελέτη .

Είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε δυο πράγματα που επιτυγχάνονται με τη βοήθεια σε τρόφιμα προς τα θύματα ενός λιμού, δηλαδή:

  • (α) το να δοθεί στους άπορους η δυνατότητα να εξασφαλίσουν τρόφιμα και
  • (β) η βοήθεια αυτή να παρασχεθεί με τη μορφή τροφίμων.

Αν και οι δυο αυτές απόψεις είναι αλληλένδετες προκειμένου να βοηθηθούν άμεσα με τρόφιμα τα θύματα ενός λιμού, δεν είναι γενικά απαραίτητο να συνδυάζονται με τον τρόπο αυτό. Για παράδειγμα, η χρηματική βοήθεια μπορεί να παράσχει τη δυνατότητα εξασφάλισης τροφίμων, χωρίς να δοθούν άμεσα τρόφιμα στα θύματα. Μάλιστα, η χρηματική βοήθεια μπορεί να διεγείρει άλλα μέρη της τροφικής αλυσίδας, υπό την έννοια ότι θα υπάρξει ανταπόκριση στις αυξημένες απαιτήσεις, σαν αποτέλεσμα της μεγαλύτερης αγοραστικής δύναμης των θυμάτων του λιμού.

Η ικανότητα ενός ατόμου να εξασφαλίσει τρόφιμα μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει δύο ξεχωριστά στοιχεία, δηλαδή την «πίεση» του ατόμου και την «ανταπόκριση» του προμηθευτή. Αν κάποιος λιμοκτονεί επειδή έχασε τη δουλειά του και δεν έχει τα μέσα να αγοράσει τρόφιμα, πρόκειται για αδυναμία που προέρχεται από την πλευρά της «πίεσης». Από την άλλη πλευρά, αν η δυνατότητα του ατόμου να εξασφαλίσει τρόφιμα καταρρέει λόγω έλλειψης προμηθειών, ή λόγω «εμπλοκής» της αγοράς εκ μέρους κερδοσκόπων εμπόρων, τότε πρόκειται για αδυναμία που πηγάζει από την πλευρά της «ανταπόκρισης».

Στους περισσότερους λιμούς, είτε εμφανίζονται στην Αφρική είτε στην Ασία, το στοιχείο της «αδυναμίας πίεσης» τείνει να κυριαρχεί στη δημιουργία της κατάρρευσης των δικαιωμάτων των θυμάτων των λιμών. Στην περίπτωση αυτή, η δημιουργία αγοραστικής δύναμης για τα θύματα του λιμού είναι ίσως ένας προφανής και άμεσος τρόπος για να ανακτηθεί ένα μέρος του χαμένου εδάφους.

Μια από τις μεγάλες διαφορές ανάμεσα στην ανακούφιση από το λιμό που εφαρμόζεται στην Ινδία και εκείνη που συνήθως εφαρμόζεται στην Αφρική είναι η πολύ μεγαλύτερη εξάρτηση της Ινδίας από τη διανομή χρημάτων. Μολονότι στην Ινδία εφαρμόζεται επίσης και η άμεση διανομή τροφίμων, ένα μεγάλο μέρος των προσπαθειών ανακούφισης στη χώρα αυτή, συνήθως έχουν, στην πραγματικότητα, τη μορφή μισθού σε μετρητά για την παραγωγή έργου. Αν οι ενδεείς βρουν προσωρινή απασχόληση και μισθό, η ικανότητά τους να εξασφαλίσουν τρόφιμα από την αγορά αυξάνεται ριζικά. Ακόμα και αν τα τρόφιμα δεν μεταφέρονται στα θύματα του λιμού με ιδιόκτητα οχήματα ή με επιταγμένα από την κυβέρνηση οχήματα, καταφέρνουν να μεταφέρονται επειδή υπάρχει αντίδραση στις αυξημένες απαιτήσεις. Το κρίσιμο θέμα, επομένως, είναι η αύξηση του δικαιώματος εκείνων που έχουν χάσει τα μέσα να συντηρηθούν (π. χ. σαν αποτέλεσμα της απώλειας της θέσης εργασίας, εξαιτίας, ας πούμε, μια πλημμύρας ή μιας ξηρασίας).

Οι προσπάθειες ανακούφισης από λιμό στην Ινδία υπήρξαν συνολικά επιτυχείς και δεν παρατηρήθηκαν άλλοι λιμοί στην Ινδία από την εποχή της ανεξαρτησίας της (1947). Στην πραγματικότητα, οι ρίζες αυτού του είδους της πολιτικής για την ανακούφιση από το λιμό πάνε πίσω, σε παλιότερες εποχές, στους Κώδικες του Αιμού που διατυπώθηκαν τη δεκαετία του 1880, τα μέτρα, ωστόσο, αυτά συχνά εφαρμόζονταν ελάχιστα μόνο ή καθόλου, κατά τις προ της ανεξαρτησίας εποχές. Ουσιαστικά, οι Κώδικες του Αιμού δεν εφαρμόζονταν καν, ορισμένες φορές (π. χ. στο λιμό της Βεγγάλης, το 1943.)

Ενώ η πολιτική για την ανακούφιση από το λιμό που ακολουθείται στην Ινδία, κατά την μετά την ανεξαρτησία περίοδο, μπορεί να θεωρηθεί ως επέκταση και τελειοποίηση της πολιτικής που ίσχυε παλαιότερα, οι λιμοί εξαλείφθηκαν αποτελεσματικά μόνο μετά την ανεξαρτησία, με την αδιάλειπτη χρήση της πολιτικής αυτής, στην οποία περιλαμβάνεται η χρησιμοποίηση προγραμμάτων εργασίας και μισθοδοσίας (συχνά με τη μορφή πληρωμής σε μετρητά)5. Πολλοί εν δυνάμει λιμοί απετράπησαν σε διάφορα μέρη της Ινδίας και σε διαφορετικές χρονιές με τη χρήση αυτών των ανακουφιστικών προγραμμάτων, π. χ. στο Μπιχάρ το 1967, στη Μαχαράστρα το 1973, στη Δυτική Βεγγάλη το 1979 και στη Γκουτζεαράτ το 1987.

Η χρήση της διανομής χρημάτων έχει το πλεονέκτημα της ταχύτητας που είναι εξαιρετικά σημαντική έναντι των πολυσυζητημένων καθυστερήσεων του συστήματος βοήθειας στην περίπτωση ορισμένων λιμών στην Αφρική, όπως εκείνων του Σουδάν, της Σομαλίας και της Αιθιοπίας. Η παροχή εισοδήματος σε μετρητά οδηγεί στην άμεση βοήθεια προς τα εν δυνάμει θύματα του λιμού. Οδηγεί, επίσης, στην προώθηση των τροφίμων στις περιοχές που έχουν πληγεί από το λιμό, ως αντίδραση στις αυξημένες απαιτήσεις που μπορούν πλέον να καλυφθούν με μετρητά.

Το σύστημα αυτό βοηθά επίσης στην αποτροπή του ευρέως παρατηρούμενου φαινομένου, που ονομάζεται «αντίθετη διακίνηση τροφίμων», κατά το οποίο τα τρόφιμα μεταφέρονται εκτός των περιοχών που επλήγησαν από το λιμό, σε πιο ευημερούσες περιοχές. Αυτό έχει συμβεί σε πολλούς λιμούς, όπως π. χ. στο λιμό της Ιρλανδίας τη δεκαετία του 1840, του Γουόλλο στην Αιθιοπία, το 1973 και του Μπαγκλαντές το 1974. Δεν υπάρχει κανένα φοβερό μυστήριο ως προς αυτό, αφού οι μη πληγείσες περιοχές (η Αγγλία στην περίπτωση των λιμών της Ιρλανδίας, η Αντίς Αμπέμπα και η Ασμάρα στην περίπτωση του λιμού του Γονόλλο, η Ινδία στο λιμό του Μπαγκλαντές) έχουν συχνά μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη και ασκούν μεγαλύτερη πίεση σε σύγκριση με τις πληγείσες από το λιμό, με αποτέλεσμα τα τρόφιμα να εκρέουν, μέσω των μηχανισμών της αγοράς, από τις πληγείσες περιοχές. Όταν υπάρχει μεγαλύτερο εισόδημα στις πληγείσες περιοχές -μέσω προγραμμάτων απασχόλησης, για παράδειγμα- αυτή η «αντίθετη διακίνηση τροφίμων» είναι δυνατόν να μειωθεί, ή να εξαλειφθεί, πράγμα που από μόνο του είναι πολύ σημαντικό.

Υπάρχουν, βεβαίως, προβλήματα και με την παροχή βοήθειας που δίνεται με τη μορφή προγραμμάτων απασχόλησης και μισθών. Μεγάλο μέρος της εξαρτάται από την επάρκεια της διάρθρωσης της αγοράς της συγκεκριμένης οικονομίας. Αν οι αγορές είναι τόσο διαστρεβλωμένες, ώστε η διεύρυνση της ζήτησης να μην οδηγήσει σε «αντίδραση», τότε δεν υπάρχει άλλη λύση για την κυβέρνηση από το να διακινήσει η ίδια τα τρόφιμα προς τα θύματα και να φροντίσει για την άμεση διανομή τους.

Από την άλλη πλευρά, οι διαχειριστικοί πόροι της κυβέρνησης είναι και αυτοί περιορισμένοι και το ιστορικό της ανακούφισης από λιμό μέσω ευρείας κλίμακας διακίνησης τροφίμων από την κυβέρνηση δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για πολλές χωρίς της Αφρικής. Όταν η κυβερνητική δομή είναι περιορισμένη ή ανεπαρκής, το να δοθεί χρηματική βοήθεια, ώστε να ανανεωθούν τα δικαιώματα και να δημιουργηθεί η «πίεση» για τη διακίνηση των τροφίμων, μπορεί να είναι η μόνη λογική τακτική. Πράγματι, στις αφρικανικές χώρες, όπου δοκιμάστηκε η χρηματική βοήθεια, όπως η Μποτσουάνα, το ιστορικό των επιτευγμάτων είναι πολύ ενθαρρυντικό.

Το σύστημα της χρηματικής βοήθειας έχει και μερικά πρόσθετα πλεονεκτήματα. Αναγεννά την υποδομή του εμπορίου και των μεταφορών στην οικονομία, μέσω της αύξησης της ζήτησης και των εμπορικών δραστηριοτήτων, πράγμα που αποβαίνει μακροπρόθεσμα επωφελές, κυρίως επειδή οι λιμοί έχουν την τάση να διασπούν αυτούς ακριβώς τους κρίκους της οικονομικής αλυσίδας.

Επιπλέον, εφόσον η διανομή στους ενδεείς απαιτεί συνήθως τη δημιουργία «καταυλισμών βοήθειας», το σύστημα της άμεσης σίτισης ή της άμεσης διανομής τροφίμων μπορεί να διασπάσει τη φυσιολογική οικογενειακή ζωή, όπως επίσης και τη συνέχιση των φυσιολογικών οικονομικών δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα την καλλιέργεια της γης. Αντίθετα, η παροχή βοήθειας με τη μορφή επιδοτούμενης απασχόλησης, χωρίς τη μετακίνηση του πληθυσμού από τις εστίες του, έχει το πλεονέκτημα να είναι λιγότερο διασπαστική για την εργασία και τη διαβίωση.

Μολονότι η απόφαση ανάμεσα στην παροχή χρηματικής βοήθειας και βοήθειας σε τρόφιμα πρέπει να εξαρτάται από την προσεκτική και ουσιαστική αποτίμηση των πραγματικών συνθηκών που επικρατούν στη συγκεκριμένη χώρα, ή περιοχή, αξίζει τον κόπο να σκεφθεί κανείς την πιθανότητα να παράσχει τρόφιμα στα θύματα του λιμού με τον τρόπο της πληρωμής. Όταν η πείνα και οι λιμοί δεν αντιμετωπίζονται μόνο υπό το πρίσμα της διαθεσιμότητας των τροφίμων, αλλά κυρίως υπό το πρίσμα της απώλειας του δικαιώματος στα τρόφιμα, είναι φυσικό να στραφούμε προς εκείνα τα μέσα που θα αλλάξουν τη δράση των διαταραγμένων κρίκων της τροφικής αλυσίδας. Αυτή ακριβώς η διεύρυνση της οικονομικής προοπτικής που συνδέεται με τη γενικότερη αυτή προσέγγιση μπορεί να θεωρηθεί ως η πλέον σημαντική πλευρά των αλλαγών που προτείνονται στην ανάλυση των λιμών.

Πράγματι, η μορφή της ανακούφισης από το λιμό είναι ένα μόνο θέμα τακτικής, που επηρεάζεται από τον τρόπο προσέγγισης του δικαιώματος στα τρόφιμα, ενώ υπάρχουν και άλλα πολλά θέματα που εξαρτώνται αποκλειστικά από το είδος της προσέγγισης που υιοθετείται. Ακόμα και στο πλαίσιο του καθορισμού της μορφής της βοήθειας σ’ ένα λιμό (π. χ. αν θα είναι σε τρόφιμα ή σε χρήματα), υπάρχουν πολλά διαφορετικά εργαλεία τακτικής που μπορούν να ληφθούν υπόψη, στα οποία περιλαμβάνονται η εισαγωγή τροφίμων από το εξωτερικό, η εφαρμογή επισιτισμού και ελέγχου της κερδοσκοπίας, η φορολόγηση των μη πληγέντων ώστε να δοθεί στον πληγέντα πληθυσμό περισσότερο ανταγωνιστική θέση στην αγορά, κλπ. Τα θέματα αυτά τακτικής πρέπει να εξετάζονται σοβαρά και από κοινού, προκειμένου να πάρει μορφή η κοινωνική πολιτική που θα ασχοληθεί με την ανακούφιση από το λιμό.

Πρόληψη του λιμού και διαφοροποίηση της παραγωγής

Υπάρχουν και άλλες σχετικές τακτικές που αφορούν σε άλλες πλευρές της πολιτικής κατά των λιμών, όπως είναι η πρόληψη των λιμών (σε αντίθεση με την παροχή βοήθειας στα θύματα ενός λιμού). Όπως έχουμε αναφέρει προηγούμενα, ακόμα και για την πρόληψη, η ύπαρξη ενός συστήματος επαγρύπνησης για την παροχή των χρημάτων και τα προγράμματα απασχόλησης μπορεί να αποδειχθεί σημαντικό.

Πρέπει να διαχωρίσουμε με σαφήνεια

  • (α) την παραγωγή τροφίμων ως πηγή εισοδήματος και δικαιώματος και
  • (β) την παραγωγή τροφίμων ως πηγή παροχής διατροφικών αγαθών.

Η σοβαρότητα της κατά κεφαλήν μείωσης της παραγωγής τροφίμων στην Αφρική θεωρείται συχνά ως η κύρια αιτία του διατροφικού προβλήματος της Αφρικής. Οι οικονομικές πολιτικές, όμως, δεν πρέπει να καθορίζονται από την επιθυμία μας να φανταζόμαστε ότι οι συγκεκριμένες αλλαγές έχουν ήδη γίνει. Αν αποδειχτεί ότι, δεδομένης της αστάθειας του κλίματος και των οικολογικών προβλημάτων, η παραγωγή των τροφίμων παραμένει ευάλωτη στις διακυμάνσεις σε κάποιες περιοχές της Αφρικής για μεγάλο χρονικό διάστημα στο μέλλον, τότε θα είναι λάθος να βασιστούμε σ’ αυτή την αβέβαιη πηγή εισοδήματος και δικαιωμάτων επί των τροφίμων. Τούτο αποτελεί έρεισμα υπέρ της άποψης να δοθεί μεγαλύτερη, σχετικά, έμφαση σε άλλα είδη παραγωγής, όπως π. χ. στη βιομηχανική διεύρυνση, τα οποία θα αποφέρουν μεγαλύτερα οφέλη και με περισσότερη σταθερότητα υπό τις παρούσες συνθήκες.

Αν η ανάλυση του δικαιώματος επί των τροφίμων εστιαστεί στα διάφορα μέρη της τροφικής αλυσίδας, καταδεικνύει την αναγκαιότητα του να ληφθεί σοβαρά υπόψη η περίπτωση μεγαλύτερης διαφοροποίησης της παραγωγικής διάρθρωσης στην Αφρική. Οι υποτιθέμενες μαγικές λύσεις του προβλήματος της πείνας στην Αφρική, τυποποιημένες από τέτοια κοινότοπα σλόγκαν, όπως το «δώστε όλους τους πόρους στη γεωργία!» (αγαπημένο θέμα των νατουραλιστών), ή «ανεβάστε τις τιμές των αγροτικών προϊόντων και των τροφίμων για να ενισχυθούν τα παραγωγικά κίνητρα! » (αγαπημένο θέμα πολλών διεθνών ιδρυμάτων, στα οποία περιλαμβάνεται η Διεθνής Τράπεζα), μπορεί να αποδώσουν πολύ λιγότερα από όσα υπόσχονται. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει διέξοδος από τη βασική τακτική του προσεκτικού υπολογισμού των σχετικών πλεονεκτημάτων – όπου περιλαμβάνονται και οι αντίστοιχες αβεβαιότητες – προκειμένου να επιτευχθούν διαφορετικές ισορροπίες μεταξύ των διαφόρων τομέων.

Υπάρχει, μάλιστα, ο ισχυρισμός ότι οι πολιτικές κατά της πείνας στην Αφρική πρέπει να δώσουν μεγάλη βάση στη διεύρυνση της παραγωγής μη διατροφικών προϊόντων, καθώς και στη διαφοροποίηση της οικονομίας. Συχνά υπάρχει μια έντονη διστακτικότητα στη σοβαρή θεώρηση της εκδοχής να εκβιομηχανιστεί η Αφρική. Ορισμένες φορές η διστακτικότητα πηγάζει από τη λανθασμένη εντύπωση της καλής αναλογίας έκτασης-πληθυσμού των περισσότερων Αφρικανικών χωρών, αν συγκριθούν, ας πούμε, με την Ασία. Η επιλογή, όμως, ανάμεσα στη βιομηχανία και τη γεωργία πρέπει να γίνει αφού υπολογιστεί προσεκτικά το κόστος και τα οφέλη, πέραν από τη διαθεσιμότητας της γης. Άλλος παράγων που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το ίδιο το κλίμα. Οι δυνατότητες για οικονομική ανάπτυξη που παρέχονται με την εκβιομηχάνιση έχουν αποδειχτεί από την ιστορική εμπειρία πολλών και διαφορετικών χωρών σε διαφορετικά μέρη του κόσμου και η Αφρική δεν μπορεί να αγνοήσει τις δυνατότητες αυτές. Επιπλέον, η συνεισφορά της εκβιομηχάνισης στη δημιουργία ειδικοτήτων, καθώς και στον οικονομικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό, αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα. Η έμμεση επίδραση του τεχνολογικού μετασχηματισμού στην ίδια την αγροτική παραγωγικότητα (περιλαμβανομένης και της παραγωγικότητας στον τομέα της διατροφής) δεν μπορεί, με κανένα τρόπο, να αγνοηθεί.

Όπως έχουν τα πράγματα, οι περισσότερες επιτυχημένες αγροτικές οικονομίες του κόσμου συμβαίνει να είναι και βιομηχανικά ανεπτυγμένες, και το γεγονός αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Η τεχνογνωσία είναι για την αγροτική παραγωγή τόσο σημαντική όσο και η γη, ενώ η διαφοροποίηση της παραγωγής φαίνεται ότι βοηθά τη δημιουργία τεχνογνωσίας. Η ευνοϊκή αναλογία έκτασης-πληθυσμού ορθώς δεν έχει θεωρηθεί κατάλληλο έρεισμα για την αποφυγή της βιομηχανικής παραγωγής στην Αυστραλία, τον Καναδά ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το να απαλειφθεί αυτή η οικονομική δυνατότητα για την Αφρική με τη δικαιολογία της υψηλής αναλογίας γης-πληθυσμού, σημαίνει τουλάχιστον πολιτική στενομυαλιά. Μολονότι η επιτυχής εκβιομηχάνιση τείνει να είναι μακροπρόθεσμη διαδικασία, η διαδικασία αυτή πρέπει να αρχίσει κάποτε αν είναι να αποδώσει καρπούς στο μέλλον. Επιπλέον, οι εμπειρίες πολλών αναπτυσσόμενων χωρών έχουν δείξει ότι σε ορισμένους κλάδους της βιομηχανίας, η ραγδαία πρόοδος μπορεί να επιτευχθεί με καινοτομίες που αποδίδουν οφέλη χωρίς μεγάλες καθυστερήσεις.

Όλα αυτά δεν αναιρούν τη σπουδαιότητα της διεύρυνσης της παραγωγής τροφίμων στην Υποσαχάρια Αφρική. Η αγροτική επέκταση γενικά και η διεύρυνση της παραγωγής τροφίμων ειδικότερα, θα αποτελέσουν χωρίς αμφιβολία ένα σημαντικό εργαλείο -αλλά όχι το μόνο- στον πόλεμο κατά της πείνας στην Αφρική. Οι διάφορες στρατηγικές απόψεις για τη βελτίωση της παραγωγής στην Υποσαχάρια Αφρική έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη και έχουν εξεταστεί ενδελεχώς τα τελευταία χρόνια, ενώ υπάρχουν πολλά να μάθουμε από την οικονομική λογική, καθώς και από την εμπειρική παρατήρηση των πραγματικών οικονομικών εμπειριών. Δεδομένου του αριθμού των ανθρώπων των οποίων το δικαίωμα στα τρόφιμα απορρέει από την παραγωγή των τροφίμων στην Αφρική και δεδομένης, επίσης, της μικρής ταχύτητας με την οποία μπορεί να μειωθεί αυτή η εξάρτηση (η μείωση της οποίας όμως πρέπει να είναι μακροπρόθεσμη), η σπουδαιότητα της διεύρυνσης της παραγωγής τροφίμων στην Αφρική, ως μίας από τις στρατηγικές κατά της πείνας στην ήπειρο αυτή, δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Είναι πραγματικά περισσότερο θέμα ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων στοιχείων της τακτικής για την καταπολέμηση της πείνας στην Αφρική και γι’ αυτό πρέπει να αντισταθούμε στην τάση να υπερεκτιμήσουμε την παραγωγή τροφίμων ως λύση στο διατροφικό πρόβλημα της Αφρικής. Οι αλυσιδωτές σχέσεις που επηρεάζουν τα δικαιώματα επί των τροφίμων απαιτούν να επιστήσουμε την προσοχή μας σε πολλά άλλα σημεία των οικονομικών διαδικασιών. Μια στενά εστιασμένη προσοχή στην παραγωγή των τροφίμων και μόνο μπορεί να αποδειχθεί άχρηστη και επικίνδυνη. Η πρόκληση της συνεχιζόμενης πείνας στην Αφρική απαιτεί μια πολύ διευρυμένη και ισορροπημένη προσέγγιση.

Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Στο κεφάλαιο αυτό προσπάθησα να παρουσιάσω εν συντομία τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος της πείνας από την πλευρά του δικαιώματος επί των τροφίμων, που αφορά τόσο στο συνήθη υποσιτισμό όσο και στους περιστασιακούς λιμούς, ενώ επιπλέον προσπάθησα να εξετάσω τα θέματα πολιτικής που δημιουργούνται αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα από την πλευρά του δικαιώματος. Αν και ελάχιστα μόνο πολιτικά ερωτήματα τέθηκαν με σαφήνεια, παρόμοιες αναλύσεις μπορούν να παρουσιαστούν και σε άλλους τομείς της κυβερνητικής πολιτικής σε σχέση με το γενικό πρόβλημα της πείνας και το ιδιαίτερο πρόβλημα των λιμών.

Μερικά σημεία τακτικής και δράσης μπορεί να μας οδηγήσουν πέρα από την καθαρά οικονομική λογική. Ένας τομέας που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα στο πλαίσιο του προβλήματος της πείνας είναι η κατανομή των τροφίμων μέσα στην οικογένεια, κυρίως μεταξύ ανδρών και γυναικών και ιδιαίτερα μεταξύ των αγοριών και των κοριτσιών. Υπάρχουν αρκετά στοιχεία από διάφορες περιοχές του κόσμου που δείχνουν συστηματικές προκαταλήψεις που σχετίζονται με το φύλο (παραδείγματος χάριν, μεγαλύτερος υποσιτισμός των γυναικών και ιδιαίτερα των μικρών κοριτσιών).

Η αλληλουχία των αλυσιδωτών σχέσεων δεν τελειώνει με την αγορά των τροφίμων, αφού υπάρχει το πρόσθετο πρόβλημα της κατανομής των τροφίμων μέσα στην οικογένεια, βάσει των αγορών που γίνονται από την οικογένεια ως σύνολο. Τα προβλήματα αυτά της ενδοοικογενειακής κατανομής, που συνδέουν την αγορά των τροφίμων με την κατανάλωση από τα μέλη μιας οικογένειας, πρέπει να διερευνηθούν, ώστε να γίνει καλύτερα κατανοητή μια σημαντική όψη της στέρησης της τροφής που απαντάται σε ορισμένες κοινωνίες.

Εδώ πάλι, η έννοια του δικαιώματος, εν σχέσει προς την έννοια της νομιμότητας όπως αυτή γίνεται αντιληπτή, μπορεί να αποτελέσει μείζον θέμα. Συχνά, το μεγαλύτερο μερίδιο των ανδρών έναντι εκείνου των γυναικών, ή των αγοριών έναντι εκείνου των κοριτσιών, απηχεί την παραδοσιακή αντίληψη του τι είναι νόμιμο και σωστό. Μολονότι οι αντιλήψεις αυτές της νομιμότητας δεν έχουν το κύρος του νόμου που επιβάλλεται από το κράτος, η δύναμή τους στις ουσιαστικές κατανομές μέσα στην οικογένεια είναι πράγματι μεγάλη και ενισχύεται από τις συνθήκες και τις κοινωνικές πιέσεις. Υπάρχουν πολλές αποδείξεις αυτών των παραδοσιακών προκαταλήψεων σχετικά με τη κατανομή των τροφίμων μέσα στην οικογένεια.

Υπάρχουν και πολλά άλλα θέματα τα οποία σχετίζονται με την έννοια του δικαιώματος επί των τροφίμων. Οι οικονομικοί, πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες που εμπεριέχονται στις αλυσιδωτές σχέσεις και οι επιπτώσεις τους απαιτούν προσεκτική, λεπτομερή εξέταση. Αυτό που χρειάζεται είναι μια αρκετά φιλελεύθερη προσέγγιση, αντί για τη στενόμυαλη προσήλωση στην παραγωγή και τη διαθεσιμότητα μόνο.

Δεν υπάρχει μαγική λύση στο πρόβλημα της στέρησης της τροφής στον κόσμο που ζούμε. Υπάρχει, ωστόσο, μια ενοποιητική εστία – σε σχέση με τα προβλήματα των δικαιωμάτων στην τροφική αλυσίδα – που παρέχει τη βάση για να αναλύσουμε τις ποικίλες δυσλειτουργίες που παρουσιάζονται και για να αναζητήσουμε τις σωστές λύσεις. Η πιεστική ανάγκη είναι να συνδέσουμε την πολιτική και τη δράση με τη θεωρία και την κατανόηση. Πρόκειται για ένα έργο επίπονο με μεγάλες απαιτήσεις. Οι ανταμοιβές^ όμως, είναι εξίσου μεγάλες. Η επιβίωση και η ευημερία μεγάλου μέρους του ανθρώπινου είδους μπορεί να εξαρτώνται από αυτό.

Σημειώσεις

Αυτό είναι το κείμενο μιας διάλεξης που έγινε κατά τη διάρκεια μιας διεθνούς ακαδημαϊκής συζήτησης στο Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν, με θέμα: «Επιστήμη, Έθιμα και Διατροφή», στις 6-7 Οκτωβρίου, 1987. Βασίζεται σε παλαιότερη παρουσίαση του συγγραφέα σε μία ακαδημαϊκή συζήτηση στο Πανεπιστήμιο Μπράουν, με θέμα: «Απόψεις επί της ιστορίας της πείνας».

Νιούμαν Λουσίλ, Φ – Η πείνα στην Ιστορία . Εκδόσεις Πολύτροπον

by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

Μαγιακόφσκι: ο ποιητής του Σοσιαλισμού

Η εκρηκτική προσωπικότητα του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, του πιο ειλικρινούς και αφοσιωμένου αχθοφόρου και οδοκαθαριστή της Οκτωβριανής Επανάστασης που τον ανέδειξε, έρχεται στο εκδοτικό προσκήνιο με δύο νέα βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Το επικό ποίημα «Λένιν», στην πλήρη μη λογοκριμένη εκδοχή του, σε μετάφραση του Αλέξη Πάρνη και η μελέτη της Ιταλίδας συγγραφέα, κριτικού και μεταφράστριας Σερένα Βιτάλε «Ο μακαρίτης σιχαινόταν το κουτσομπολιό».

Πηγή: Μαγιακόφσκι: ο ποιητής του Σοσιαλισμού

Πέθανε ο εκδότης Δημήτρης Παπαδήμας

Δημήτρης Παπαδήμας Σε ηλικία 92 ετών, «έφυγε» από τη ζωή το βράδυ της Παρασκευής | ΕΦ.ΣΥΝ./Μάριος Βαλασόπουλος

Σε ηλικία 92 ετών, «έφυγε» από τη ζωή το βράδυ της Παρασκευής, ο εκδότης Δημήτρης Παπαδήμας. Η κηδεία του θα τελεστεί την Τρίτη στη Μεσσηνία. Η ζωή του ιστορικού εκδότη, δεν είναι παρά μία επιτομή της σκληρής ζωής των παιδιών που έζησαν μέσα στην Κατοχή και μετά τον πόλεμο δημιούργησαν, από το τίποτα στην κυριολεξία, ένα σημαντικό έργο, όχι μόνο για τους ίδιους αλλά και για τη χώρα τους.

Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση

Ο Δημήτρης Παπαδήμας, πολύ νέος, μαθητής ακόμα, πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση στην πατρίδα του την Πύλο, συνελήφθη από τους Ιταλούς και καταδιώχτηκε από τους Γερμανούς για την πατριωτική του δράση.

Φυλακίστηκε και εξορίστηκε και παρ’ όλο που είχε θύματα στην οικογένειά του, παρέμεινε πιστός στις ιδέες του και υπερήφανος για την πατριωτική δημοκρατική του δράση, που δεν θέλησε ποτέ να εξαργυρώσει.

Αγωνίστηκε για τα προβλήματα του βιβλίου, την προαγωγή του πολιτισμού και των συμφερόντων των μικρομεσαίων με συνέπεια και σθένος στον επαγγελματικό κλαδικό συνδικαλισμό σε όλες τις θέσεις.

Οι αγώνες του συνεχίστηκαν και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας 1967-1974.

  • Το 1974 παίρνει ενεργό μέρος στο συνδικαλιστικό κίνημα του κλάδου του βιβλίου και του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου.
  • Το 1975 εκλέγεται πρόεδρος του Συλλόγου Εκδοτών-Βιβλιοπωλών Αθηνών (ΣΕΒΑ), επί τρεις συνεχείς θητείες, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΕΑ) και το 1998 Α’ Αντιπρόεδρος.
  • Το 1978 ως πρόεδρος του Συλλόγου Εκδοτών-Βιβλιοπωλών Αθηνών εγκαινίασε την πρώτη Γιορτή του Βιβλίου στην Κηφισιά και το 1982 την πρώτη Έκθεση Βιβλίου στην Κύπρο.
  • Το 1986 του απενεμήθη από του Υπουργείο Εθνικής Αμύνης αναμνηστικό μετάλλιο και δίπλωμα για τη συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση 1941-45.
  • Το 1998 του απενεμήθη από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών-Βιβλιοπωλών (ΠΟΕΒ) τιμητικό δίπλωμα μετά μεταλλίου για την προσφορά του στη διάδοση του βιβλίου και στη δημιουργία νέων αναγνωστών.

Το 2012 ο Δημήτρης Ν. Παπαδήμας κυκλοφόρησε «Το οδοιπορικό ενός εκδότη». Σε αυτό, περιγράφει μαζί με τη ζωή του και την ιστορία του ελληνικού βιβλίου, από το ’50 και μετά, η οποία πάει πλάι πλάι με τη Νεότερη Ιστορία της Ελλάδας: από την Κατοχή και το αντάρτικο περνάμε σε δυσεύρετους τίτλους αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας, από τους καταδιωκόμενους αριστερούς του Εμφυλίου, σε σπάνια συγγράμματα φιλοσοφίας και ιστορίας.

Και όλα αυτά, συνδέονται απολύτως, ακριβώς με τον τρόπο που εκφράσει στον πρόλογο του «οδοιπορικού» ο εκδότης, καθώς τότε οι πνευματικοί άνθρωποι ήταν και πατριώτες.

Ο Δ. Παπαδήμας ήταν ένας σημαντικός άνθρωπος, έβγαζε μοναδικά βιβλία και τώρα μένει το ερώτημα: τι θα απογίνει όλος αυτός ο μοναδικός για τα ελληνικά δεδομένα πνευματικός και εκδοτικός πλούτος;

Η «Εφ.Συν.» φιλοξένησε στις σελίδες της -ίσως την τελευταία συνέντευξη/συζήτηση- με τον ιστορικό εκδότη με αφορμή «Το οδοιπορικό ενός εκδότη».

Μπ. Φ. Σκίνερ: Ο θεμελιωτής του συμπεριφορισμού

Ο θεμελιωτής του συμπεριφορισμού

Μπ. Φ. Σκίνερ – Βικιπαίδεια

Ο Burrhus Frederic «Β.F.» Skinner (1904 -1990 ) ήταν Αμερικανός ψυχολόγος, διακεκριμένος ερευνητής, συγγραφέας και καθηγητής του Πανεπιστημίου του Harvard από το 1958 ώς το 1974. Θεμελιωτής της σύγχρονης φιλοσοφίας του συμπεριφορισμού και της θετικής επιστήμης της συμπεριφοράς, ο Skinner ξεκίνησε την πειραματική ανάλυση της φυσικής προέλευσης της συμπεριφοράς με σκοπό «την πρακτικά ωφέλιμη ερμηνεία της δημιουργικής επιστημονικής σκέψης»

  Από τις πρωτότυπες πειραματικές έρευνές του διαπιστώθηκε ότι τα φαινόμενα που χαρακτηρίζονται ως αντίληψη, προσοχή, γνώση και λύση προβλημάτων δεν προκαλούνται αντανακλαστικά από ερεθίσματα αλλά διαμορφώνονται από τις επιδράσεις των ενεργειών του κάθε ατόμου, στη μακροπρόθεσμη αλληλεπίδρασή του με το φυσικό περιβάλλον. Η εφαρμογή των αρχών καθορισμού της συμπεριφοράς που αρχικά προέκυψαν από το πολυβραβευμένο θεωρητικό και πειραματικό έργο του Skinner, έχουν βελτιώσει πρακτικές στην εκπαίδευση, την ψυχοθεραπεία, τη λογοθεραπεία και την αποκατάσταση αναπηριών, καθώς και στη διοίκηση επιχειρήσεων και την πολιτική, συμβάλλοντας στη βελτίωση της ποιότητας ζωής πολλών ανθρώπων.

Η θεωρία της συντελεστικής μάθησης

Ειδικότερα, η θεωρία της συντελεστικής μάθησης υποστηρίζει ότι για να ενισχυθεί μια συμπεριφορά, και να επαναληφθεί στο μέλλον πρέπει να είναι η επιθυμητή. Ως αρχή κάθε άτομο έχει κάποιες ανάγκες τις οποίες πρέπει να ικανοποιήσει, ώστε να αποφύγει τις ψυχικές εντάσεις που οι ανάγκες αυτές δημιουργούν. Οταν το άτομο εκδηλώνει μόνο του μια φυσιολογική συμπεριφορά, αυτή επιδρά στο περιβάλλον και δημιουργεί συνέπειες, που αν είναι ευχάριστες για τον ίδιο, τότε η συμπεριφορά αυτή επαναλαμβάνεται σε παρόμοιες καταστάσεις (μάθηση), ενώ αν είναι δυσάρεστες, η συμπεριφορά αυτή αποτρέπεται. Ο Skinner ονόμασε αυτό το μοντέλο μάθησης «ενεργή εξάρτηση».

Υποστηρίζει ότι στη διαδικασία της μάθησης υπάρχουν τεχνικές θετικής και αρνητικής ενίσχυσης, δηλαδή άμεσες ή έμμεσες τιμωρίες και επιβραβεύσεις, που είναι απαραίτητες ώστε να ενισχυθεί ή να αποτραπεί μια συμπεριφορά, ανάλογα με το αν είναι επιθυμητή ή όχι. Ο Skinner διακρίνει τρεις κατηγορίες συνεπειών για το άτομο, τις θετικές, τις αρνητικές και τις ουδέτερες, που προκαλούν είτε την επίτευξη της επιθυμητής ή την απόσβεση της ανεπιθύμητης συμπεριφοράς.

Ο ιδρυτής της σύγχρονης συμπεριφοριστικής προσέγγισης στο βιβλίο του «Περί συμπεριφορισμού», σε επιστημονική επιμέλεια του Ρόμπερτ Μέλλον, συγγραφέα του βιβλίου «Ψυχολογία της συμπεριφοράς», συστήνει την εισαγωγή στη φιλοσοφία της επιστήμης του «θεμελιώδους συμπεριφορισμού». Ο Skinner αναλύει πως η φιλοσοφία αυτή παρέχει τη βάση για την πειραματική ανάλυση και την επιστημονική ερμηνεία ολόκληρου του φάσματος των ψυχολογικών φαινομένων.

Επιπλέον, στο βιβλίο του «Ουώλντεν Δύο» (Walden Two) – επίσης σε επιστημονική επιμέλεια του Ρόμπερτ Μέλλον και μεταφρασμένο στα ελληνικά από τους Ρόμπερτ Μέλλον και Τότα Δρούζα-, περιγράφει πώς θα ήταν η κοινωνία αν εφάρμοζε τις αρχές της Ανάλυσης της Συμπεριφοράς. Δείχνει πώς μία ομάδα ανθρώπων, που μπαίνει στη διαδικασία πειράματος, καταφέρνει να συνυπάρχει δημιουργικά χωρίς αντιπαλότητες, μετά άτομα που την απαρτίζουν να αποκτούν αυτό που έχουν ανάγκη, χωρίς να χρειάζεται να κλέψουν από τον άλλον. Τα βιβλία του «Β.F.» Skinner έχουν διαβαστεί από εκατομμύρια, ειδικευμένους και μη στην επιστήμη της ψυχολογίας, αναγνώστες σε όλον τον κόσμο και έχουν αποτελέσει σταθμό στην ιστορία της ψυχολογίας.

«Ξύλινα, Χάλκινα, Κρουστά” του Πάνου Σκουρολιάκου


ξυλινα χαλκινα Κρουστα εξωφ
Εκδόσεις του Αυγούστου 
Συγγραφέας: Πάνος Σκουρολιάκος
Τίτλος: Ξύλινα, Χάλκινα, Κρουστά Διηγήματα 
Σελίδες 88 Μαλακό εξώφυλλο 
Τιμή: 10,60 ευρώ 
Στο εξώφυλλο: 
Η φιλαρμονική της Καλαμάτας το 1952

«Ξύλινα, Χάλκινα, Κρουστά”: Δύο συλλογές διηγημάτων του Πάνου Σκουρολιάκου Ημερομηνία: 21/07/2013 15:42 Κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις του Αυγούστου, δύο συλλογές  διηγημάτων του Πάνου Σκουρολιάκου, με γενικό τίτλο “Ξύλινα, Χάλκινα, Κρουστά”. Ο κόσμος του θεάτρου μπερδεύεται με τον κόσμο τής λογοτεχνίας δίνοντας κείμενα γοητευτικά, ξεχωριστά και με έντονο προσωπικό ύφος. Είναι διηγήματα με ιδιαίτερη και έντονη γραφή μιας άλλης εποχής γεμάτη μνήμες, συγκινήσεις, και συναρπαστικά χρώματα. Η “Αγκούσα”, Κάλβος 1980 και η “Άδεια πλατεία”, Υάκινθος 1986, συναντήθηκαν σ’ αυτήν τη συγκεντρωτική έκδοση, κουβαλώντας το άρωμα του παρελθόντος και παραμένοντας το ίδιο ελκυστικές  μέχρι σήμερα, για να ταξιδέψουνε προς το αύριο.

Τα διηγήματα “Ξύλινα, Χάλκινα, Κρουστά” είναι, όπως σημειώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας:

“Νεανικές αμαρτίες… Διηγήματα γραμμένα πριν από πολλά χρόνια… Επηρεασμένος από τους ποιητές της γενιάς του `70 και ιδιαιτέρως από τον Γιώργη Μαρκόπουλο”… …“Μικρός, που έπαιζα στη φιλαρμονική του Παλαιού Φαλήρου και η μπάντα αποτελείτο από ξύλινα, χάλκινα και κρουστά όργανα, ονειρευόμουνα να γίνω ή ηθοποιός ή συγγραφέας. Ή και τα δυό…”.

ΠΑΝΟΣ ΣΚΟΥΡΟΛΙΑΚΟΣ  Βιογραφικό

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στο Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και Θέατρο στις Σχολές «Λαϊκού Πειραματικού Θεάτρου» και Πέλου Κατσέλη (1978). Ως ηθοποιός συνεργάσθηκε με το «Αμφιθέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου, με το «Θεσσαλικό Θέατρο», τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καλαμάτας και Κομοτηνής, τη «Νέα Ελληνική Σκηνή», το «Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο» και πολλούς θιάσους του ελευθέρου θεάτρου. Πρωταγωνίστησε σε έργα των: Αριστοφάνη, Μένανδρου, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Κορνάρου, Αισχύλου, Μπέκετ, Σαίξπηρ, Μολιέρου, Ρουτζάντε, Νεσίν, Χουρμούζη, Μισιτζή, Κ. Μουρσελά, Γ. Σκούρτη, Γ. Αρμένη, Γ. Διαλεγμένου, Α. Σακελλάριου, Ψαθά, Μ. Κορρέ, Ρ. Κόσσα, Ρ. Κούνεϊ, Μ. Τσαίης, κ.α. Σκηνοθέτησε στο θέατρο: Ρουτζάντε, Ψαθά, Σακελλάριο, Γιαννακόπουλο, Άννινο, Λάσκαρη, Σουρή, Λέοναρντ, Μισιτζή, Π. Μέντη, Α. Δήμου, Μ. Χουρμούζη, κ.α. Έπαιξε και σκηνοθέτησε για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Έγραψε και έπαιξε επιθεώρηση στα μεγαλύτερα θέατρα του είδους. Έπαιξε στις ταινίες «Φτάσαμε» του Στ. Τσιώλη, «Ο Ηλίας του 16ου» του Ν. Ζαπατίνα, «Αν έχεις τύχη διάβαινε» του Σπ. Πετρόπουλου, καθώς και σε πολλές τηλεοπτικές σειρές και τηλεοπτικά προγράμματα. Συνεργάστηκε με εφημερίδες και περιοδικά δημοσιεύοντας κείμενα γύρω από τον πολιτισμό και την πεζογραφία. Εξέδωσε τις συλλογές διηγημάτων «Αγκούσα» (Κάλβος 1981) και «Άδεια Πλατεία» (Υάκινθος 1987) . Διετέλεσε Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ ΡΟΥΜΕΛΗΣ (1977 – 2007), Διευθυντής Σπουδών της «Ανώτερης Σχολής Δραματικής Τέχνης» του Πειραϊκού Συνδέσμου (2007-2013), Αντιπρόεδρος του «Οργανισμού Εταιρικών Θιάσων» του Σ.Ε.Η. , ενώ δίδαξε στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. (2005- 2012). Σημείωμα του συγγραφέα Νεανικές αμαρτίες… Διηγήματα γραμμένα πριν από πολλά χρόνια… Επηρεασμένος από τους ποιητές της γενιάς του `70 και ιδιαιτέρως από τον Γιώργη Μαρκόπουλο. Του οφείλω ευχαριστίες. Καθώς και στον Μάριο Ποντίκα που ως εισηγητής των εκδόσεων «Κάλβος» πρότεινε να εκδοθεί η «Αγκούσα». Τότε δεν γνώριζε πως ο «πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας» σπουδάζει θέατρο, ούτε και ποιος είναι… Ευχαριστήρια και στον Γιώργο Χατζόπουλο τον εκδότη, αλλά και στους Ηλία Καφάογλου και Γιώργο Φίλη που εξέδωσαν το δεύτερο βιβλίο μου «Άδεια Πλατεία» στις εκδόσεις «Υάκινθος». Και τον Δημήτρη Καλοκύρη που δημοσίευσε το πρώτο γραπτό μου στο «Τραμ» (το τελευταίο…) και στους Αντώνη Φωστιέρη και Θανάση Θ. Νιάρχο της «Λέξης» στον Κώστα Γ. Παπαγεωργίου με τα «Γράμματα και Τέχνες» και στον αξέχαστο Κώστα Σταματίου που δημοσίευσε τρία από αυτά στην εφημερίδα «Τα Νέα». Το 1985 μπήκε μια μεγάλη τελεία σ αυτού του είδους τον γραπτό λόγο από μέρους μου. Και να που έρχεται το 2013 η Δόνη Μιχηλίδου, ομότεχνη στην μεγάλη συντεχνία του Θεάτρου και με τις «Εκδόσεις του Αυγούστου» επανακυκλοφορούν οι συλλογές αυτές συγκεντρωτικά υπό τον τίτλο «Ξύλινα Χάλκινα Κρουστά». Τις τελευταίες ευχαριστίες στη Δόνη. Μικρός, που έπαιζα στη φιλαρμονική του Παλαιού Φαλήρου, και η μπάντα αποτελείτο από ξύλινα, χάλκινα και κρουστά όργανα, ονειρευόμουνα να γίνω ή ηθοποιός, ή συγγραφέας. Ή και τα δύο…. Βρείτε το βιβλίο στις «Εκδόσεις του Αυγούστου”

TZVETAN TODOROV «Οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας» Μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου, Μαριάννα Κουτάλου Εκδόσεις Πατάκη, σελ. 275

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Του Θανάση Γιαλκέτση
Η δημοκρατία είχε πάντοτε εχθρούς. Κατά τον ιστορικό κύκλο που άνοιξε με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έκλεισε με την πτώση του Τείχους, οι εχθροί της δημοκρατίας ήταν, θα λέγαμε, «εξωτερικοί εχθροί». Ο φασισμός, για παράδειγμα, εμφανιζόταν ως υπέρβαση της κρίσης της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Και ο κομμουνισμός παρουσιαζόταν ως ένα καθεστώς ανώτερο από τον αστικό κοινοβουλευτισμό. Αυτός ο ιστορικός κύκλος που αντιπαρέθετε τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και τη δημοκρατία έχει κλείσει. Υπάρχουν όμως σήμερα νέοι εχθροί της δημοκρατίας. Ο Τσβετάν Τοντορόφ κατονομάζει και αναλύει τρεις: τον πολιτικό μεσσιανισμό, τον υπερφιλελευθερισμό και τον ξενόφοβο λαϊκισμό. Οι παλαιότεροι «εξωτερικοί εχθροί» αρνούνταν τις ίδιες τις αρχές της δημοκρατίας και υποστήριζαν ότι θα τις αντικαταστήσουν με κάτι που το θεωρούσαν «ανώτερο». Οι νέοι εχθροί είναι «εσωτερικοί» γιατί είναι τέκνα της ίδιας της δημοκρατίας, με την έννοια ότι αποτελούν στρεβλώσεις των αρχών της. Ακριβώς επειδή επικαλούνται τις δημοκρατικές αρχές, είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν και να τους καταπολεμήσουμε. Σύμφωνα με τον Τοντορόφ, η δημοκρατία προσδιορίζεται από ένα σύνολο αρχών και χαρακτηριστικών που συνδυάζονται μεταξύ τους, σχηματίζοντας μια πολύπλοκη σύνθεση. Οι αρχές αυτές (λαϊκή κυριαρχία, ατομική ελευθερία, πρόοδος κ.ά.) έχουν διαφορετικές πηγές και υπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς, αλλά περιορίζονται και ισορροπούν αμοιβαία. Οι κίνδυνοι γεννιούνται όταν αυτή η ισορροπία διαταράσσεται. Και αυτό συμβαίνει συνήθως όταν μια από τις αρχές, που αποτελούν συστατικά στοιχεία της δημοκρατίας, ξεφεύγει από κάθε προσπάθεια περιορισμού και αναπτύσσεται υπερτροφικά εις βάρος των άλλων, απειλώντας τη συνοχή του συνόλου. Η υπέρμετρη και απεριόριστη επέκταση της ελευθερίας των ατόμων γεννάει τον κίνδυνο μιας νέας τυραννίας, η οποία υποτάσσει την κοινωνία στους νόμους της αγοράς και στις ιδιωτικές δυνάμεις της οικονομίας. Η επιθυμία επιτάχυνσης της προόδου μπορεί να μεταβληθεί σε πνεύμα σταυροφορίας, που επιχειρεί να μεταμορφώσει τον κόσμο με τη βία. Ο λαός, που υποτίθεται ότι στη δημοκρατία είναι κυρίαρχος, μπορεί να μετατραπεί σε χειραγωγούμενη μάζα, που κατευθύνεται από ανεύθυνους δημαγωγούς. Η δημοκρατία δεν υπόσχεται τον επίγειο παράδεισο. Παρουσιάζεται από την αρχή ως ένα ατελές καθεστώς, φτιαγμένο για ατελείς ανθρώπινες υπάρξεις και όχι για τους αγγέλους ή τους ήρωες. Διαθέτει ωστόσο τα νόμιμα μέσα και τις διαδικασίες για να βελτιώνεται, για να διορθώνει τα λάθη της και τις αδυναμίες της, αλλάζοντας τις κυβερνήσεις ή τροποποιώντας τη νομοθεσία και διασφαλίζοντας την ελευθερία άσκησης κριτικής στην εξουσία και στους ισχυρούς. Πιστή σε αυτό το σημείο στο πνεύμα του Διαφωτισμού και του ουμανισμού, η δημοκρατία πρεσβεύει ότι, χάρη στην πρωτοβουλία και την ευθύνη των ανθρώπων, το καλύτερο είναι δυνατό, αλλά το απόλυτο καλό είναι ανέφικτο. Σε αντίθεση με τη μετριοπάθεια της δημοκρατίας, ο πολιτικός μεσσιανισμός προβάλλει έναν δικό του ανώτερο σκοπό (τη μεταμόρφωση του κόσμου σύμφωνα με κάποιο ιδεώδες, τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας και ενός νέου ανθρώπου, την εξαγωγή της επανάστασης ή της δημοκρατίας με τη δύναμη των όπλων) και στο όνομα του μεγαλείου αυτού του σκοπού δικαιολογεί τη χρήση ακόμη και των πιο τρομερών μέσων. Στη λογική του πολιτικού μεσσιανισμού εγγράφονται ο πόλεμος την επαύριον του 1789 για τη διάδοση της επανάστασης σε άλλες χώρες, το κομμουνιστικό σχέδιο μετά το 1917 και, πιο πρόσφατα, οι απόπειρες επιβολής του δημοκρατικού καθεστώτος και των ανθρώπινων δικαιωμάτων διά της βίας μετά το 1989. Εκτός από τη μεσσιανική φιλοδοξία, ακόμη και ορισμένες χρήσεις της ελευθερίας μπορεί να γίνουν απειλητικές για τη δημοκρατία. Η πλήρης και απόλυτη ελευθερία, για παράδειγμα, που διεκδικούν μόνον για τον εαυτό τους οι πλούσιοι και οι ισχυροί, αποτελεί ένα μέσο με το οποίο ενισχύουν την κυριαρχία τους στην κοινωνία. Ηδη το 1848, ο Δομινικανός ιερέας Ανρί-Ντομινίκ Λακορντέρ σημείωνε: «Μεταξύ του δυνατού και του αδυνάτου, του πλούσιου και του φτωχού, του αφέντη και του υπηρέτη, είναι η ελευθερία που υποδουλώνει και ο νόμος που απελευθερώνει». Παραχωρώντας απεριόριστη ελευθερία στην αγορά και τις επιχειρήσεις, ο νεοφιλελευθερισμός αποδυνάμωσε την κυριαρχία του νόμου, κλονίζοντας έτσι τα ίδια τα θεμέλια της δημοκρατίας. Η λαϊκή κυριαρχία γίνεται κενό γράμμα όταν η πανίσχυρη και παγκοσμιοποιημένη πλέον ιδιωτική οικονομική εξουσία όχι μόνον δεν υπόκειται στον πολιτικό έλεγχο των κρατών, αλλά και υπαγορεύει τη βούλησή της στις εθνικές κυβερνήσεις. Ο λαϊκισμός, τέλος, εκμεταλλεύεται τις ανησυχίες και τους φόβους των πολλών και προτείνει απλές αλλά ανεφάρμοστες λύσεις, ακόμη και για τα πιο πολύπλοκα προβλήματα. Ο λαϊκιστικός λόγος φορτώνει συνήθως την ευθύνη για τα δεινά μας στους ξένους και καταφεύγει στον εθνικισμό και την ξενοφοβία.

26/05/2013

Η ελληνική πόλη σε ιστορική προοπτική

 Η αστική ιστορία… διαφέρει από την τοπική ιστορία στο μέτρο που αφορά μια πιο γενική-διεισδυτική ιστορική διαδικασία, και από τη δημοτική ιστορία αφού συνδέεται με περισσότερες μορφές τοπικής διακυβέρνησης, διαφέρει… από την κοινωνική ιστορία στην ειδική υποχρέωση που έχει να ερμηνεύει τόσο τον αστικό περίγυρο όσο καΗ ελληνική πόλη σε ιστορική προοπτική ι τις χρήσεις του, και από την κοινωνιολογία στο βασικό σκοπό της να ερμηνεύει το αστικό παρελθόν, διαφέρει από την οικονομική ιστορία και γεωγραφία, λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος που έχει στα ανθρωπιστικά και λειτουργικά στοιχεία που συνθέτουν τον αστικό χώρο, και διαφέρει από άλλες ιστορικές ειδικότητες, όπως αγροτική ιστορία, βιομηχανική ιστορία, ιστορία των επιχειρήσεων, των μεταφορών, του στρατού και της πολεοδομίας στο ότι αφορά ειδικές δραστηριότητες…”. (H. J. Dyos, 1974)

Εμμανουήλ Μαρμαράς, Αργυρώ Λουκάκη, Νίκος Μπόμπολος, Σάββας Ε. Τσιλένης, Νικόλας Καραχάλης, Ευάγγελος Κυριαζόπουλος, Νικόλαος Λουράντος, Γιάννης Ρέντζος, Νίκος Κ. Γιαννούλης, Γιάννης Καλλίνικος, Βάσω Θεοδώρου, Παναγιώτης Ηλιόπουλος, Μυρτώ Δημητροπούλου, Ζωή Μολφέτα – Φωτιάδη, Γιάννης Γαρύφαλλος, Gila Hadar, Ευγενία Π. Μπιτσάνη, Βίλμα Χαστάογλου, Τέλης Τύμπας, Σπύρος Τζόκας, Σάκης Η. Γκέκας, Κατερίνα Μπρέγιαννη, Μανόλης Αρκολάκης, Σταματίνα Μαλικούτη, Λυδία Σαπουνάκη – Δρακάκη, Μαριάνθη Κοτέα

Ευγενία Π. Μπιτσάνη, «Η ιστορική διαδρομή του «εν Καλαμάτα Αλεξανδράκειου Γηροκομείου” και η συμβολή του στην κοινωνική ανάπτυξη της πόλης”

επιμέλεια: Λυδία Σαπουνάκη – Δρακάκη

Διόνικος, 2005
262 σελ.
ISBN 960-6619-03-6, ISBN-13 978-960-6619-03-8, [Κυκλοφορεί]

Πόλεις [DDC: 307.76]
Αστική ανάπτυξη [DDC: 307.1]
Τιμή€ 19,17

Περιεχόμενα:

Πρόλογος
Λυδία Σπουνάκη – Δρακάκη, Εισαγωγή

Πρώτο Μέρος: Πολεοδομία και Αστικός Μετασχηματισμός
– Εμμανουήλ Μαρμαράς, «Οι αρχές προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και η εφαρμογή τους στους ιστορικούς πολεοδομικούς πυρήνες: Παραδείγματα από την ευρωπαϊκή και ειδικότερα την ελληνική εμπειρία”
– Αργυρώ Λουκάκη, «Η ευδαιμονία του ορατού: πολεοδομικός σχεδιασμός, αστική ορατότητα και πολιτιστικό δυναμικό της Πάτρας”
– Νίκος Μπόμπολος, «Εξωστρέφεια και αστική εικονογραφία. Ο σχεδιασμός στην αθηναϊκή αστική ανάπτυξη”
– Σάββας Τσιλένης, «Η αρχιτεκτονική και πολεοδομική εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης και η συμβολή της ελληνορθόδοξης κοινότητας στη διαμόρφωση της πόλης (1878-1908), το παράδειγμα του κάλφα Περικλή Δ. Φωτιάδη”
– Νικόλας Καραχάλης, Ευάγγελος Κυριαζόπουλος, Νικόλαος Λουράντος, «Η επαναχρησιμοποίηση βιομηχανικών χώρων σε λιμάνια – Η περίπτωση της πόλης
του Πειραιά και του Μουσείου Ναυτικής Παράδοσης”
– Ιωάννης, Ρέντζος, Νίκος Γιαννούλης, Γιάννης Καλλίνικος, «Πολιτεία, κοινωνία και αγορά στην Πρέβεζα – Ιστορικός χρόνος και ιστορικό κέντρο σε μια μικρή ελληνική πόλη”

Δεύτερο Μέρος: Κοινωνία και Πολιτιστικά Δίκτυα
– Βάσω Θεοδώρου, «Πολιτικές και πρακτικές αντιμετώπισης της επαιτείας στη Αθήνα και τον Πειραιά το 19ο αιώνα: το παράδειγμα της Ελεήμονος Εταιρείας”
– Μυρτώ Δημητροπούλου, «Η Αθήνα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: χαρακτηριστικά του μεταναστευτικού ρεύματος. Μια πρώτη προσέγγιση”
– Παναγιώτης Ηλιόπουλος, «Δημογραφική συγκρότηση και μεταναστευτικά ρεύματα της πόλης-λιμάνι των Πατρών την περίοδο του Μεσοπολέμου”
– Ζωή Μολφέτα – Φωτιάδη, «Νέα Ιωνία: η μεταλαμπάδευση ενός πολιτισμού”
– Gila Hadar, «Ρεζί Βαρντάρ: μια εβραϊκή «κηπούπολη ” στη Θεσσαλονίκη (1917-1943)”
– Ευγενία Π. Μπιτσάνη, «Η ιστορική διαδρομή του «εν Καλαμάτα Αλεξανδράκειου Γηροκομείου” και η συμβολή του στην κοινωνική ανάπτυξη της πόλης”

Τρίτο Μέρος: Υποδομές και Τεχνολογικά Δίκτυα
– Βίλμα Χαστάογλου, «Τεχνικές καινοτομίες και διαχείριση της πόλης: τα λιμενικά έργα στην Ανατολική Μεσόγειο, 1850-1920”
– Σάκης Γκέκας, «Μετανάστευση και Επιχειρηματικά Δίκτυα στις πόλεις-λιμάνια το 19ο αιώνα: ιστορία, ιστοριογραφία και συγκρίσεις”
– Τέλης Τύμπας, Σπύρος Τζόκας, Για΄ννης Γαρύφαλλος, «‘Το μεγαλείτερον υδραγωγείον της Ευρώπης’: αντιπαραθετικοί υπολογισμοί μηχανικών για την Αθήνα και την ύδρευση της”
– Κατερίνα Μπρεγιάννη, «Νεωτερικότητα και οικονομική όσμωση γύρω από ένα περιφερειακό σιδηροδρομικό δίκτυο. Θεσσαλία, τέλη του 19ου αιώνα”
– Μανόλης Αρκολάκης, «Σιδηρόδρομοι Κρήτης. Νεωτερικότητα και ανολοκλήρωτοι σχεδιασμοί στην περίοδο της Κρητικής Πολιτείας (1899-1913)”
– Σταματίνα Μαλικούτη, «Οι επιπτώσεις των έργων υποδομής στον αστικό πυρήνα του νεότερου Πειραιά”

Αντί Επιλόγου
– Λυδία Σαπουνάκη – Δρακάκη, Μαριάνθη Κοτέα, «Η Ελληνική αστική ιστοριογραφία στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος”

Γιατί να διαβάσουμε τον Ιβάν Ιλιτς

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ, θεολόγος, ιστορικός, ανθρωπολόγος, κοινωνιολόγος, ο Ιβάν Ιλιτς (1926-2002) υπήρξε πάνω απ’ όλα ένας ελεύθερος και κριτικός στοχαστής, του οποίου τα αιρετικά κείμενα υπονομεύουν όλες μας τις βεβαιότητες.

Αρκεί να θυμηθούμε τους τίτλους των βιβλίων του που κυκλοφορούν στη γλώσσα μας: «Κοινωνία χωρίς σχολεία» (Νεφέλη, 1976), «Στο σοσιαλισμό φτάνεις μόνο με ποδήλατο» (Κατσάνος, 1989), «Ευτραπελία» (Κατσάνος, 1989), «Η2Ο και τα νερά της λησμοσύνης» (Χατζηνικολή, 1992), «Για τις ανάγκες του ανθρώπου σήμερα» (Νησίδες, 1999), «Ιατρική Νέμεση» (Νησίδες, 2010). Το ακόλουθο κείμενο του γερμανού κοινωνιολόγου Βόλφγκανγκ Σακς είναι ένα απόσπασμα από τον πρόλογο που έγραψε για την ιταλική έκδοση του βιβλίου της Martina Kaller-Dietrich «Vita di Ivan Illich» (Edizioni dell’ Asino, 2011).

Γιατί πρέπει να διαβάζουμε τον Ιλιτς σήμερα; Είναι δυνατό να απαντήσουμε τόσο με τρόπο συνθετικό όσο και με τρόπο πιο αναλυτικό. Συνθετικά: Ο Ιλιτς στοχάζεται για την παγκόσμια επανάσταση η οποία μετέτρεψε τον γεωργικό πολιτισμό σε βιομηχανική κοινωνία. Πράγματι, ο θάνατος των γεωργικών πολιτισμών υπήρξε – για να το πούμε με τα λόγια του Χόμπσμπαουμ – η πιο δραματική κοινωνική ανατροπή του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, μια ανατροπή που διαχωρίζει για πάντα τον σύγχρονο κόσμο από το παρελθόν. Αυτή σηματοδότησε το τέλος μιας πολιτισμικής εξέλιξης που διήρκεσε χιλιάδες χρόνια, στη διάρκεια της οποίας οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν από τη γεωργία, από την κτηνοτροφία και από την αλιεία. Από τη στιγμή που οι ιάπωνες και ευρωπαίοι χωρικοί έπαψαν να καλλιεργούν τη γη, στη δεκαετία του 1960, η Νότια Αμερική και μεγάλο μέρος της Ασίας ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Ο Ιλιτς μπόρεσε να ψηλαφήσει με τα χέρια του αυτήν την επανάσταση: στη Νέα Υόρκη ήταν ενοριακός βοηθός των μεταναστών από την Καραϊβική, στο Πόρτο Ρίκο εργαζόταν στο εκπαιδευτικό σύστημα, στο Μεξικό έζησε από κοντά την πάλη για την επιβίωση των αυτοχθόνων πολιτισμών, ταξίδια με πούλμαν στη Λατινική Αμερική και πεζοπορίες στην Αφρική έβαλαν μπροστά στα μάτια του τη σύγκρουση των εποχών. Σε αυτήν την ανατροπή κατόρθωσε να δει πολύ λίγα πράγματα από εκείνη την πρόοδο που υποστήριζαν οι θεωρητικοί του εκσυγχρονισμού. Με αυτόν τον τρόπο – έτσι σκεφτόταν – θα άλλαζε η ανθρώπινη κατάσταση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, κατά τη γνώμη του, η ιστορία της ανθρωπότητας είχε δημιουργήσει συνεχείς και κατάλληλες πολιτισμικές μορφές, αλλά τώρα υποχρεωνόμαστε να καταγράφουμε την ανελέητη υπεροχή μιας μεγαμηχανής με οικουμενικές βλέψεις, η οποία απέβλεπε στη μαζική παραγωγή και στον σχεδιασμό από ειδικούς ολόκληρης σχεδόν της ζωής. Ετσι τα βιβλία του Ιλιτς που έγιναν παγκόσμιες επιτυχίες, όπως τα «Κοινωνία χωρίς σχολεία» και «Ιατρική Νέμεση», μπορούν να διαβαστούν ως μια υπεράσπιση αυθεντικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων, όπως η μελέτη, το βάδισμα, η κατοίκηση, η θεραπεία ή η ψυχαγωγία και ως ένα κατηγορητήριο εναντίον του μετασχηματισμού αυτών των δραστηριοτήτων σε εμπορεύματα που παράγονται μαζικά από το έργο των σχολείων, των συστημάτων μεταφοράς, των πόλεων και των περιφερειών τους, των νοσοκομείων και των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Για να χρησιμοποιήσουμε μιαν εικόνα που επινόησε ο ίδιος: το έργο του Ιλιτς είναι μια νεκρολογία μεγάλης εμβέλειας για εκείνο τον κόσμο των μη βιομηχανικών πολιτισμών που χάνονται. Αλλά ο Ιλιτς απείχε πολύ από το να σταματάει στην έκφραση του οικουμενικού πόνου γι’ αυτήν την απώλεια. Προτιμούσε να περνάει στην επίθεση. Επομένως, για να απαντήσουμε διεξοδικά στο ερώτημα για το σημερινό νόημα του Ιλιτς: αυτός πλαισιώνει τη νεκρολογία των μη βιομηχανικών πολιτισμών με την προεικόνιση ενός μεταβιομηχανικού κόσμου, ο οποίος θα εγερθεί μέσα από τα ερείπια της βιομηχανικής και οικονομικής ύβρεως. Πράγματι, αυτός ψέγει τη διαδικασία του εκσυγχρονισμού όχι από νοσταλγία για το παρελθόν, αλλά επειδή τη θεωρεί εντελώς ακατάλληλη για το μέλλον. Στο μεταξύ αυτή η διάγνωση έχει γίνει κοινή συνείδηση. Δύσκολα θα βρεθεί κάποιος έτοιμος να υπερασπιστεί ανοιχτά τη διαδικασία του εκσυγχρονισμού στην εποχή του κλιματικού χάους, της εξάντλησης των πόρων και της υποβάθμισης της φύσης. Υψώνονται ήδη τα σύννεφα της καταιγίδας του 21ου αιώνα. Βέβαια, για τον Ιλιτς, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η κρίση της βιόσφαιρας είναι μόνον ένα σύμπτωμα. Αυτός πιστεύει ότι αυτή η κρίση απλώνει τις ρίζες της στην αλαζονεία της υπερβολής, στην υπέρβαση κάθε ορίου. Στο πρώτο μισό του έργου του, αυτός αποδίδει στους σύγχρονους θεσμούς και στους ειδικούς τους την αντίσταση στην αναγνώριση των ορίων της ανθρώπινης ισχύος. Και δεν παραλείπει να καταλογίσει στο σχολικό σύστημα, στο σύστημα των μεταφορών και στο υγειονομικό σύστημα το γεγονός ότι έχουν γίνει υπερβολικά καταπιεστικά, απάνθρωπα, αντιπαραγωγικά. Στην επόμενη φάση της ζωής του όμως υπογραμμίζει το γεγονός ότι η έλλειψη ορίων διαπερνά ήδη τις κοινές πεποιθήσεις χάρη στον μετασχηματισμό του νοήματος εννοιών όπως η «ανάπτυξη», η «ζωή», η «υγεία», σε συστημικά μεγέθη που παρακάμπτουν τα πρόσωπα με σάρκα και οστά. Ετσι, στα μάτια του, τα μέσα γίνονται πιο σημαντικά από τους σκοπούς, όχι μόνον από υλική αλλά και από πνευματική άποψη. Γι’ αυτό για τον Ιλιτς το πρόβλημα δεν είναι μόνον η κρίση της φύσης (δηλαδή η υποβάθμιση του περιβάλλοντος) αλλά και η κοινωνική και ηθική κρίση. Με άλλα λόγια, δεν χάνεται μόνον το φυσικό περιβάλλον, αλλά μαζί με αυτό χάνονται και οι συνθήκες στις οποίες μπορούν να ευδοκιμήσουν η αγάπη για τον πλησίον και η προσωπική ευθύνη (…).

Βιβλία και αναγνώσεις της Βαϊμάρης: Είναι η Βαϊμάρη επίκαιρη;

Του Κώστα Καραβίδα, από το ΜΟΝΟ #3

Δημοκρατία της Βαϊμάρης Από τη Βικιπαίδεια

Τρία βιβλία για τη γερμανική Δημοκρατία της Βαϊμάρης (1918-1933) που κυκλοφόρησαν το 2012, πυροδότησαν σοβαρές συζητήσεις στο πολιτικό πεδίο και τον χώρο των ιδεών. Το κυρίαρχο μοτίβο πάνω στο οποίο κατασκευάστηκε η ιδεολογική ηγεμονία του φιλελευθερισμού μετά το 1989 συντίθεται τα τελευταία χρόνια στη βάση της εργαλειακής χρήσης του ορθού λόγου και της αποθέωσης της κοινής λογικής, επιχειρώντας να περάσει διαγωνίως το μήνυμα της «θεωρίας των δυο άκρων» (κομμουνισμός= φασισμός) σε σύγχρονες συνειδήσεις που στερούνται συλλογικών ιστορικών βιωμάτων κοινότητας και αλληλεγγύης.

 

Από αυτή την άποψη δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση η ολοένα και πυκνότερη, το τελευταίο διάστημα, επιλεκτική αναφορά του δημόσιου, κριτικού και πολιτικού λόγου στη Βαϊμάρη. Ο Σαμαράς απευθυνόμενος στην Κ.Ο της ΝΔ πριν λίγες μέρες δήλωνε ότι «τα κόμματα των άκρων εκτινάσσονται σε επίπεδα πρωτόγνωρα.(…) Αυτό μοιάζει πολύ -το λέω να το ακούνε οι φίλοι μας οι Ευρωπαίοι- με το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης». Από την άλλη, στα κυρίαρχα media, σχολιαστές όπως ο Παπαχελάς κινδυνολογούν αναφερόμενοι στο ενδεχόμενο «αν γίνουν εκλογές τώρα» να «προκύψει Βουλή Βαϊμάρης», ενώ άλλοι όπως ο Καρακούσης εκφράζουν τη βεβαιότητα ότι «το σύνδρομο της Βαιμάρης απειλεί ευθέως την Ελλάδα».

Τι ακριβώς όμως ήταν η και ποιες είναι οι αναλογίες της με το ιστορικό παρόν του κοινωνικού μετασχηματισμού της Ελλάδας και της Ευρώπης;

Μια πολιτική ιστορία της Βαϊμάρης

Με τον όρο Δημοκρατία της Βαϊμάρης εννοούμε τη σύντομη περίοδο της πρώτης γερμανικής Δημοκρατίας που απλώνεται ανάμεσα στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1918) και την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία (1933). Στον πυκνό ιστορικό χρόνο της περιόδου στη Γερμανία συντελέστηκε η κατεδάφιση μιας αυτοκρατορίας (1918), μια κομμουνιστική εξέγερση που πνίγηκε στο αίμα με τη συνεργασία σοσιαλδημοκρατών και παραστρατιωτικών οργανώσεων (1919, «Σπάρτακος», Λούξεμπουργκ – Λήμπκνεχτ), ένα δημοκρατικό Σύνταγμα (1919), μια ταπεινωτική ειρήνη (Βερσαλλίες 1919), δυο απόπειρες ακροδεξιών πραξικοπημάτων (Καπ 1920, Χίτλερ 1923), μια πληθωριστική έκρηξη (1923), μια περίοδος ευημερίας (1924-29), μια παγκόσμια οικονομική κρίση (1929), η δραματική ύφεση, ανεργία και φτώχεια (1930-32) και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία με την ψήφο του γερμανικού λαού (1932-33). Το βιβλίο του γερμανού ιστορικού Βίνκλερ παρουσιάζει ευσύνοπτα και έντιμα, από σοσιαλδημοκρατική βέβαια σκοπιά, την πολιτική ιστορία του γερμανικού μεσοπολέμου. Στον πρόλογό του ο Βίνκλερ υποστηρίζει ότι η περίπτωση της Βαϊμάρης  συνιστά μια διδακτική ιστορία περί δημοκρατίας. Ασφαλώς όμως έχει στο νου του τη φιλελεύθερη αστική δημοκρατία που οικοδόμησαν από κοινού σοσιαλδημοκράτες και φιλελεύθεροι και ατύχησε στη Βαϊμάρη.

Bundesarchiv Bild 183-S38324, Tag von Potsdam, Adolf Hitler, Paul v. Hindenburg.jpg
By Bundesarchiv, Bild 183-S38324 / CC-BY-SA 3.0, CC BY-SA 3.0 de, Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο Χίντενμπουργκ ανέθεσε στον Χίτλερ την καγκελαρία του Ράιχ, υπογράφοντας την πράξη θανάτου της δημοκρατίας και την επικράτηση των απολυταρχικών και εθνικιστικών δυνάμεων. Ήδη από το 1923 Βαυαροί στασιαστές, μεταξύ των οποίων ο Αδόλφος Χίτλερ, είχαν συλληφθεί έπειτα από την αποτυχία του Πραξικοπήματος της μπιραρίας για την ανατροπή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Για τον Βίνκλερ η μεταβίβαση της εξουσίας στον Χίτλερ δεν ήταν αναπόφευκτη. Στην ανάλυσή του αποδίδει την ευθύνη για την αποτυχία της Βαϊμάρης στα λάθη και τις αδυναμίες του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (του οποίου σήμερα είναι μέλος) και στην υπονόμευση του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας από «τα δυο άκρα» του πολιτικού συστήματος, δηλαδή τους κομμουνιστές και τους εθνικοσοσιαλιστές. Υποστηρίζει ακόμη ότι η Βαϊμάρη κατέρρευσε γιατί το εκσυγχρονιστικό της πρόγραμμα υπήρξε ασύμμετρο. Πέρα όμως από τις γενικές αξιολογικές κρίσεις, που ενέχουν υποκειμενικά κριτήρια, ο Βίνκλερ εξετάζει με νηφαλιότητα τα αίτια και τις συμπεριφορές των προσώπων που διαμόρφωσαν το πολιτικό κλίμα και τις εξελίξεις της εποχής. Από αυτή την άποψη το βιβλίο του είναι πολύτιμο.

Η πνευματική ιστορία της Βαϊμάρης

Αυτή η περίοδος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ωστόσο, αποτέλεσε ταυτόχρονα μια εποχή άνθησης του πολιτισμού. Το Βερολίνο της «χρυσής δεκαετίας του ΄20» συνιστούσε το πνευματικό κέντρο πολλών καλλιτεχνικών κινημάτων και ρευμάτων της μοντερνιτέ. Περιλαμβάνοντας στο πρόγραμμά της τον εξπρεσιονισμό στη ζωγραφική και τον κινηματογράφο, τον λειτουργικό μοντερνισμό του αρχιτεκτονικού Μπαουχάουζ, τον Ρίλκε και τον Γκεόργκε, τη Σχολή της Φραγκφούρτης, το περιοδικό Die Action, τον Κλέε και τον Καντίνσκι, τον Μπρεχτ και τον Μπένγιαμιν, τον Βάιλ και την Ντίντριχ, τον Αϊνστάιν και τον Χάιντεγκερ, η Βαϊμάρη συνιστά ένα από τα πιο ερεθιστικά κεφάλαια στην ιστορία των ιδεών.

Από αυτή τη σκοπιά, ο Πήτερ Γκαίυ παρουσιάζει τη συναρπαστική πνευματική κίνηση της Βαϊμάρης, το πνεύμα της οποίας μεταλαμπαδευόμενο στις ιδέες της Σχολής της Φραγκφούρτης, παραμένει σήμερα κρίσιμα επίκαιρο και βαθιά επιδραστικό στον λόγο όσων επιχειρούν να διατυπώσουν κριτική προσέγγιση του σύγχρονου κόσμου. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και οι στοχασμοί του πάνω στα ερείπια επανέρχονται στο σύγχρονο στοχασμό που καλείται να κρίνει ανάλογες καταστάσεις. Η καλλιτεχνική Βαϊμάρη, όμως, σύμφωνα με τον Γκαίυ, δεν ήταν μια κουλτούρα κλεισμένη σε γυάλα. Στο πολύ αξιόλογο βιβλίο του ο ιστορικός διαμορφώνει ένα σχήμα της εξέλιξης των πνευματικών αναζητήσεων της εποχής στηριγμένος στην πολιτική ιστορία με την οποία βλέπει παράλληλη πορεία. Από το 1918 ως το 1924, εποχή πολιτικών αναταραχών, ήταν ο καιρός του πειραματισμού στις τέχνες. Μεταξύ 1924 και 1929, όταν η Γερμανία απολάμβανε σταθερότητα, οι τέχνες πέρασαν στη φάση της Neue Sachlichkeit, της αντικειμενικότητας. Και ύστερα, ανάμεσα στα 1929 και 1933, τα χρόνια της καταστροφής, η χώρα πέρασε στη φάση του κιτς και την απίσχνασης του κριτικού λόγου.

Ο Γκαίυ περνά με θαυμάσιους ελιγμούς από την πολιτική στην πνευματική ιστορία επιδιώκοντας να αναδείξει τη στενή τους συνάφεια. Το βιβλίο του, γραμμένο στο κλίμα του αμερικανικού ΄68, υπερασπίζεται το αίτημα για μια τέχνη που να μην είναι διακοσμητική και για έναν στοχασμό που να είναι κριτικός.

Το πολυφωνικό μυθιστόρημα της Βαϊμάρης

Το βιβλίο που επιμελήθηκε ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος για τη Βαϊμάρη περιλαμβάνει κείμενα ενός τόμου που κυκλοφόρησε από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια το 1994 υπό τον τίτλο The Weimar Republic Sourcebook με την επιμέλεια των Anton Kaes, Martin Jay και Edward Dimendberg. Πρόκειται για μια επιλογή κειμένων που γράφτηκαν την εποχή εκείνη από πρόσωπα που διαδραμάτισαν ρόλο και βίωσαν την περιπέτεια της Βαϊμάρης. Ανάμεσα στα κείμενα ξεχωρίζει η σκοπίμως αντιστικτική παράθεση του μανιφέστου της Ομάδας «Σπάρτακος» και της ομιλίας που απηύθυνε ο δρ. Γκαίμπελς προς τους αριστερούς της Γερμανίας, «χρησιμοποιώντας μια διφορούμενα “ριζοσπαστική” (και συγχρόνως δημαγωγική) γλώσσα την οποία βλέπουμε σήμερα να ξανανθίζει στη λαϊκιστική και εθνοτσαρλατάνικη ρητορική της νεοελληνικής ακροδεξιάς», όπως επισημαίνει εύστοχα στο εισαγωγικό του σημείωμα ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης. Το βιβλίο φανερώνει τον πολυφωνικό χαρακτήρα της Βαϊμάρης. Όμως ο Λυκιαρδόπουλος σχολιάζει καίρια το κατά τη γνώμη του πολυτιμότερο δίδαγμα της Βαϊμάρης: «Σε περιπτώσεις κρίσεων δεν υπάρχει “Κέντρο”, αλλά μόνον τα δυο “άκρα”».

Πόσο νερό χωράει στο κρασί της Αριστεράς;

«Αυτό που επιβεβαιώνουν οι περισσότερες αναγνώσεις της Βαϊμάρης είναι η ολοκληρωτική και απροκάλυπτη πια προσχώρηση τόσο της φιλελεύθερης δεξιάς όσο και της φιλελεύθερης αριστεράς στα credo του ιστορικού αναθεωρητισμού».

Και τα τρία βιβλία για τη Βαϊμάρη είναι αξιανάγνωστα. Όταν όμως οι αναγνώσεις αυτών γίνονται μέσα στο πλαίσιο της επιχείρησης ιδεολογικής αυτοεπιβεβαίωσης και επαλήθευσης του κυρίαρχου φιλελεύθερου σχήματος, τότε αδικείται κατάφωρα το περιεχόμενο και το πνεύμα των εν λόγω έργων.  Όσες αναγωγές της Βαϊμάρης επιχειρούνται στο σήμερα, δεν μπορούν να αποκρύψουν τις ιδεολογικές σκοπιμότητες που εξυπηρετούν. Προκειμένου να στηριχτεί σε ιστορικά παραδείγματα η συλλογιστική και τα θεωρητικά σχήματα με τα οποία ερμηνεύεται η σύγχρονη πραγματικότητα από ένα σημαντικό τμήμα της πολύπτυχης πια φιλελεύθερης σκέψης, αγνοούνται συνειδητά τα καίρια ερωτήματα που θέτουν τα βιβλία και η εμπειρία της Βαϊμάρης. Και τα καλά βιβλία πάντα θέτουν ερωτήματα περισσότερα από τις απαντήσεις που δίνουν. Ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύονται τα μαθήματα της Βαϊμάρης από τους πολλαπλούς αποδέκτες τους, τόσο στην αριστερά όσο και στη δεξιά, φανερώνει αμηχανία. Και τούτο γιατί τελικά έτσι όπως γίνεται η ανάγνωση, εμποδίζεται η κριτική ανάλυση προσκρούοντας σε ιδεολογικές παρωπίδες.

Τα ερωτήματα που θέτει η Βαϊμάρη στην τρέχουσα ελληνική και ευρωπαϊκή συγκυρία, για όλες τις πολιτικές δυνάμεις που αποδέχονται τις βασικές αρχές της νεωτερικότητας, είναι πολλαπλά και για την απάντησή τους απαιτείται διαλεκτικός στοχασμός και όχι δογματική προσήλωση. Γιατί απέτυχε και αποτυγχάνει η σοσιαλδημοκρατία; Ποια είναι τα περιθώρια προσαρμογής της σοσιαλδημοκρατίας και από ποιο σημείο και έπειτα ξεκινά η αυτοαναίρεσή της, όπως έλεγε ο Τρότσκι. Πού οδηγεί τη δημοκρατία η αξιοποίηση αντιδημοκρατικών και κοινωνικά αντιδραστικών μεθόδων στον αγώνα κατά των άκρων (συμφωνία Έμπερτ-παραστρατιωτικών); Πού οδηγεί τους λαούς το αίσθημα της ταπείνωσης και της αδικίας (Βερσαλλίες-ναζισμός); Πού οδηγεί η επαναφορά της ρητορικής του σοσιαλφασισμού από ένα τμήμα της Αριστεράς, που βλέπει ως μεγαλύτερο εχθρό του τη σοσιαλδημοκρατία; Πού οδηγεί το μίσος της σοσιαλδημοκρατίας για τις ριζοσπαστικότερες προσεγγίσεις (μίσος απέναντι στον Λήμπκνεχτ και τη Λούξεμπουργκ, επιείκεια απέναντι στον Κάπ και τον Χίτλερ). Ποιες πολιτικές δυνάμεις ενισχύονται μετά τις βαθιές οικονομικές κρίσεις; Πόσο ανεξέλεγκτη μπορεί να γίνει μια κατάσταση πραγμάτων αν υποτιμηθεί; Σε τι εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις οδηγεί η λογική της κατασκευής εσωτερικού εχθρού στη δημοκρατία; Τι συμβαίνει όταν αφήνεται κενό εξουσίας; Τι αποτελέσματα φέρνουν οι ευκαιριακές πολιτικές συμμαχίες στη βάση της αποφυγής του κινδύνου των άκρων; Πώς η αριστερά όταν πορεύεται χωρίς εθνικό αίσθημα αφήνει προνομιακό πεδίο για την καπήλευση της ιδέας της πατρίδας στους εθνικιστές και τον φασισμό; Πώς η διάτρητη θεσμική και συνταγματική συγκρότηση ενός εθνικού (Γερμανία) ή υπερεθνικού (Ε.Ε) σχηματισμού επιτρέπει και επιβάλλει με τον καιρό την αυτοκατάργησή του;

Αυτό που επιβεβαιώνουν οι περισσότερες συστημικές αναγνώσεις της Βαϊμάρης είναι η ολοκληρωτική και απροκάλυπτη πια προσχώρηση τόσο της φιλελεύθερης/αστικής δεξιάς όσο και της φιλελεύθερης/εκσυγχρονιστικής αριστεράς, με ετεροχρονισμένο ενθουσιασμό, στα credo του ιστορικού αναθεωρητισμού. Η θεμελιώδης πια παραδοχή από μεγάλο μέρος της φιλελεύθερης διανόησης της «θεωρίας των δυο άκρων» έρχεται σε μια περίοδο ιδιαίτερα δύσκολη για την ευρωπαϊκή αριστερά, περίοδο αμυντικής αμηχανίας, μετά την ολομέτωπη επίθεση του φιλελευθερισμού τις τελευταίες δεκαετίες. Πρόκειται βέβαια για μια προσέγγιση εμπαθή και ανιστορική, που δεν διακρίνει την ιστορική και πολιτισμική διάζευξη που σημειώθηκε ανάμεσα στις κομμουνιστικές και τις ναζιστικές ιδέες. Το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι η αφαίρεση από την Αριστερά του ιστορικού, ηθικού της πλεονεκτήματος, για την απώλεια του οποίου ασφαλώς και η ίδια έχει βάλει το χεράκι της.

«από την παράταξή μας ξεπήδησε ένας στοχαστής που έλεγε ότι ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει. Δεν ξέρω κανένα που να υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει. Στα καπιταλιστικά λογιστήρια η δημοκρατία δεν έχει ανοιγμένη μερίδα. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός έχει».”

Ο Άγγελος Ελεφάντης αναφερόμενος στη χυδαία εξίσωση του ιστορικού αναθεωρητισμού, κομμουνισμός= ναζισμός, χωρίς να παραβλέπει τα γκουλάγκ, την κόκκινη βία και τις μαζικές εκτελέσεις, έγραψε με εφηβικό πάθος ότι «από την παράταξή μας [Αριστερά] ξεπήδησε ένας στοχαστής που έλεγε ότι ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει. Δεν ξέρω κανένα που να υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει. Στα καπιταλιστικά λογιστήρια η δημοκρατία δεν έχει ανοιγμένη μερίδα. Ο ιστορικός αναθεωρητισμός έχει».

Η Ιστορία τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται από πολλούς ως ιδεολογικό καταφύγιο, με το σκεπτικό ότι για όλους έχει… ράμματα. Είναι όμως τουλάχιστον υποκριτικό  να επικαλείται κανείς σήμερα την ασθενική δημοκρατία της Βαϊμάρης και την υπονόμευσή της από τα άκρα, ενώ κάνει τα στραβά μάτια στη θεσμική εκτροπή των δημοκρατικών λειτουργιών του πολιτεύματος από τις κατεξοχήν αστικές και φιλελεύθερες «δημοκρατικές» δυνάμεις. Είναι αντιφατικό να χύνονται δάκρυα για τη Βαϊμάρη και να μην τοποθετείται στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας το ζήτημα της δημοκρατίας, επαναφέροντας την κινδυνολογία των άκρων με αφορμή το δημοσκοπικό φούσκωμα της Αριστεράς. Και μάλιστα η κριτική να προέρχεται από τη γονατισμένη σοσιαλδημοκρατία που συνθηκολογεί με αντιδημοκρατικές δυνάμεις όταν είναι στην εξουσία και αισθάνεται απειλή. Όταν οδεύουμε ως ανθρωπότητα σε μετα-πολιτικές λύσεις, όταν η πανούργα Ιστορία διαγράφει πρωτόγνωρες τροχιές υπέρβασης των όποιων υπολειμμάτων της νεωτερικότητας για τον ρόλο της πολιτικής, είναι παρακινδυνευμένος κάθε λόγος περί Βαϊμάρης. Ο ιδεολογικός στραβισμός μεγάλου τμήματος της σύγχρονης φιλελεύθερης διανόησης, των αυτοαποκαλούμενων δυνάμεων της υπευθυνότητας και της λογικής, δεν μπορεί να διακρίνει ότι ο εχθρός της δημοκρατίας δεν βρίσκεται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Και αυτό συνιστά τον ουσιαστικότερο κίνδυνο της Δημοκρατίας.

  • Heinrich A. Winkler, Βαϊμάρη. Η ανάπηρη δημοκρατία 1918-1933. μτφρ. Άντζη Σαλταμπάση, Πόλις, Αθήνα 2011.
  • Φωνές από τη Βαϊμάρη, μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2011
  • Πήτερ Γκαίυ, Η πνευματική ζωή στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης (Γερμανία 1919-1933), μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2010

Από το τρίτο τεύχος του περιοδικού ΜΟΝΟ που κυκλοφορεί ήδη από τις 29.02