Αρχείο ετικέτας αστική βιωσιμότητα

Η πόλη, ο σχεδιασμός και ο δημόσιος χώρος μέσα από την ιστορία

Γράφτηκε από τον  Ηλίας Μπιτσάνης

Eπί Τάπητος: Η πόλη, ο σχεδιασμός και ο δημόσιος χώρος μέσα από την ιστορία...

Τα “εάν” και τα “εφόσον” μεταφέρουν πολλές φορές στο παρελθόν, αλλά με έναν ορισμένο τρόπο συνδέονται και με το παρόν. Συζητώντας για την πόλη, οι δυο αυτές λέξεις μπορεί να μας δείξουν πόσο διαφορετική θα ήταν η Καλαμάτα με διαφορετικές αποφάσεις και άλλη διαχείριση σε κρίσιμες περιόδους.

Μια πόλη αναπτύσσεται γύρω από τον δημόσιο χώρο που διασφαλίζεται με βάση έναν ορισμένο σχεδιασμό, εφόσον υλοποιείται αυτός ο σχεδιασμός. Η προϋπόθεση έχει να κάνει με τις οικονομικές δυνατότητες, τις αντιδράσεις, τις σχέσεις ιδιοκτητών και τοπικής εξουσίας, το νομοθετικό πλαίσιο και άλλες παραμέτρους κατά περίπτωση. Από τα τέλη ήδη του 19ου αιώνα, στην πόλη είχε αρχίσει η συζήτηση για ένα σχέδιο που θα ενοποιούσε την παλιά πόλη με την Παραλία. Την εκπόνηση ανέλαβε ο νομομηχανικός Μοσχίδης και το 1903 έχουμε τις πρώτες πληροφορίες για το σχεδιασμό. Σύμφωνα με αυτές η “νέα πόλη”, δηλαδή το τμήμα από το ύψος της σημερινής κεντρικής πλατείας μέχρι και την Παραλία, θα διέθετε 10 πλατείες με διαφορετική έκταση η κάθε μια που κυμαίνονταν από 10 έως και 80 στρέμματα. Ο Μοσχίδης μάλιστα, γνωρίζοντας τις αντιδράσεις που θα προκληθούν, δήλωνε ότι οι ιδιοκτήτες των οποίων τα χωράφια (για τέτοιες εκτάσεις συζητούμε) καταλαμβάνονταν για να δημιουργηθούν πλατείες, θα είχαν το υπόλοιπο της ιδιοκτησίας τους σε σχέση με την πλατεία σε τέτοια θέση, ώστε από τη μελλοντική αξιοποίηση να αποζημιώνονται για τη “θυσία”.

Τελικά το σχέδιο με τροποποιήσεις εγκρίθηκε το 1905, αλλά με αλλεπάλληλες παρεμβάσεις στη συνέχεια δεν έμεινε παρά μόνον η κεντρική πλατεία. Η οποία μάλιστα κινδύνευσε να μην γίνει, καθώς υπήρχε πολύχρονη δικαστική διαμάχη με ιδιοκτήτες – οι οποίοι σε μια φάση, το 1924, όταν κέρδισαν το δικαστήριο για την ιδιοκτησία, περιέφραξαν με… φραγκοσυκιές την έκταση που κατείχαν μέσα στη σημερινή πλατεία. Και μόνο μετά από 6 χρόνια και μετά από συνεχείς διαμάχες (και εντός του δημοτικού συμβουλίου) έγινε η απαλλοτρίωση και σχηματίσθηκε ο χώρος που καταλαμβάνει η σημερινή πλατεία.

Δεν είναι “μυστικό” το γεγονός ότι οι πόλεις αναπτύσσονται δίπλα από μεγάλους δρόμους, είτε ως οικιστικά σύνολα είτε ως περιοχές μέσα στο σχέδιο πόλης. Και η λογική του σχεδίου πόλης δεν ήταν μόνον η “κίνηση” της πόλης προς την Παραλία, αλλά και η αναβάθμιση αυτής που υπήρχε. Ετσι υπήρχαν προβλέψεις για κατεδαφίσεις κτηρίων και παραπηγμάτων ώστε να δημιουργηθούν δρόμοι και πλατεία γύρω από τους Αγίους Αποστόλους και να ενοποιηθούν η Πάνω (Παπλωματάδικα) με την Κάτω (23ης Μαρτίου) πλατεία. Αλλά και για να διανοιγούν δρόμοι που θα ένωναν διάφορες περιοχές.

Η παλιά πόλη όμως είχε ανάγκη από “ζωτικό χώρο” δίπλα από αυτή. Μια περιοχή στην οποία θα συγκεντρώνονταν διάφορες δραστηριότητες και θα υπήρχε περιθώριο οικιστικής επέκτασης. Το σχέδιο είχε πρόβλεψη για διάνοιξη της Σταδίου (Κρεσφόντου τότε) μέχρι την Πλατεία Ασκήσεων (παλιό στρατόπεδο). Ουσιαστικά διατηρούσε μια ισορροπία στην ανάπτυξη της πόλης με την ένταξη στο σχέδιο μιας μεγάλης περιοχής στα ανατολικά της και σε επαφή με την παλιά πόλη. Στην αρχή ιδιοκτήτες κτημάτων μόνοι τους το 1911 παρουσιάστηκαν στο δήμαρχο Π. Μπενάκη και του ζήτησαν να προχωρήσει στη διάνοιξη, προσφέροντας χωρίς αποζημίωση την εδαφική ζώνη ιδιοκτησίας τους. Αλλά διάνοιξη δεν έγινε, παρά μόνο μετά από συνεχείς πιέσεις – και ημιτελώς. Ετσι το 1929 στον απολογισμό του Δημάρχου Β. Κροντήρη πληροφορούμαστε ότι μεταξύ των άλλων διανοίχθηκε «η οδός Κρεσφόντου διά της ρυμοτομίας των οικιών από γραφείον “Θάρρους” μέχρις οδού Φαρών και εκείθεν τμήμα προς οδό Ακρίτα (Παλαιολόγου σήμερα)».

Παρ’ όλα αυτά η ενοποίηση με την 23ης Μαρτίου δεν έγινε παρά μόνο τη δεκαετία του 1990, επί δημαρχίας Παν. Κουμάντου. Οταν πλέον η πόλη είχε… φθάσει Παραλία. Τη σημασία της δίνει μια επιστολή το 1938: «Επί της λεωφόρου ταύτης ασφαλώς θα εγίνοντο τα Δικαστήρια, το Δημαρχείον, τα σχολεία, το Στάδιον, το κέντρο παιδικής χαράς και η Καλαμάτα θα είχεν να επιδείξει μίαν των ωραιοτέρων λεωφόρων επαρχιακής πόλεως και δεν θα περιορίζετο εις το μονοπώλιον της οδού Αριστομένους».

Μαρτυρίες δεν έχουμε, αλλά και από τα συμφραζόμενα του επιστολογράφου και άλλα δημοσιεύματα γίνεται φανερό ότι η Σταδίου έπεσε θύμα αντίθετων συμφερόντων ιδιοκτητών οικοπέδων και χωραφιών στην πόλη. Δεν ήταν φυσικά και η μοναδική περίπτωση στην οποία εκδηλώθηκαν αντίθετα συμφέροντα για σοβαρά ζητήματα. Το 1933 για παράδειγμα, η πόλη χωρίστηκε στα δύο με αφορμή τον τόπο που θα κατασκευάζονταν τα δικαστήρια. Με συλλαλητήρια και επιτροπές “επωνύμων”, και με ομολογούμενο επιχείρημα τα συμφέροντα ιδιοκτητών και εμπόρων. Τότε είχε παρθεί απόφαση να κατασκευαστούν δικαστήρια στην περιοχή κοντά στο μηχανοστάσιο του τρένου (εκεί που έγιναν μετά από… 55 και βάλε χρόνια) αλλά ξεσηκώθηκαν στην παλιά πόλη ζητώντας να γίνουν στη Φραγκόλιμνα ή κοντά στην Υπαπαντή, γιατί διαφορετικά θα καταστραφεί η αγορά της πόλης. Νωρίτερα, το 1928, είχαν ξεσηκωθεί κάτοικοι και ιδιοκτήτες της περιοχής στο Νησάκι, καθώς το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε με συντριπτική πλειοψηφία να ορίσει την περιοχή ως “βιομηχανικό τομέα”. Ηδη είχαν κατασκευαστεί στην ευρύτερη περιοχή μια σειρά από επιχειρήσεις, όπως η εταιρεία Οίνων και Οινοπνευμάτων, οι μύλοι, η σαπωνοποιΐα-ελαιουργία Στρούμπου-Λιναρδάκη, και η γειτονία με το λιμάνι και τον σιδηροδρομικό σταθμό αποτελούσε πλεονέκτημα για εμπόρους και βιομηχάνους. Η πόλη και ο πολιτικός κόσμος χωρίστηκαν στα δύο, και οι ιδιοκτήτες στο Νησάκι τώρα πρόσφεραν οικόπεδα για τους… πρόσφυγες που δεν ήθελαν πριν από ένα χρόνο. Το ίδιο είχε συμβεί αυτή την περίοδο και με την υπόθεση του οικοπέδου της Εμπορικής Σχολής, που… πηγαινοερχόταν στις διάφορες περιοχές μέχρι να καταλήξει στη θέση που οι παλαιότεροι θυμούνται γήπεδο και οι νεότεροι γνωρίζουν ως 24ο Δημοτικό Σχολείο. Τελικά έμειναν οι αντιθέσεις: Ούτε Δικαστήρια έγιναν, ούτε βιομηχανική περιοχή, ούτε κτήριο της Εμπορικής Σχολής.

Αλλά οι μεγάλες αντιθέσεις με αφορμή το δημόσιο χώρο δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του 1930 ανάμεσα στην Παραλία και τη διοίκηση της πόλης. Κατηγορώντας τη δημοτική αρχή για εγκατάλειψη της περιοχής, οι Παραλιώτες ξεσηκώθηκαν διεκδικώντας να γίνουν χωριστή κοινότητα για να διαχειρίζονται τις υποθέσεις που τους αφορούσαν. Ολα σχεδόν τα ζητήματα που έθεταν είχαν ως επίκεντρο τον δημόσιο χώρο και μεταξύ των άλλων το θέμα της πλατείας. Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε πλατεία στο χώρο όπου κατασκευάστηκε το Τελωνείο, και έτσι η περιοχή έμεινε χωρίς “κέντρο” – κάτι το οποίο της στερούσε τη δυνατότητα ανάπτυξης αγοράς και τη μετέτρεπε σε επίνειο, εξαρτώμενο από την πόλη. Ο Γιώργος Κορφιωτάκης, εκ των πρωταγωνιστών σε όλες τις κινήσεις σχετικά με την Παραλία, έγραφε τότε: «Οι άρχοντες αναγνώρισαν την ανάγκην και εψήφισαν κατά το έτος 1917 τον σχηματισμόν πλατείας εις το τέρμα της οδού Φαρών, με εκατέρωθεν των πλευρών αυτής δύο τετράγωνα τα οποία ενούμενα με την έμπροσθέν των προκυμαίαν συμποσούνται εις τετράγωνον εκ 11.140 τετραγωνικών μέτρων, εντός του οποίου δύναται να σχηματισθή εξαίρετον ωραίον πάρκον, το οποίον ως κείμενον εις το μέτωπον του λιμένος και τη πόλεως Παραλίας θα γίνει στολισμός ου μόνον της Παραλίας, αλλά και της Καλαμάτας, αφ’ ου δεχθώμεν ότι αι Καλάμαι άνευ της Παραλίας είναι απλούν χωρίον αντλούσα παρ’ αυτής την μείζονα αξίαν της».

Ο Κορφιωτάκης από το 1917 έθετε το ζήτημα της πλατείας αλλά και της διαμόρφωσης πεζοδρομίων στη Ναυαρίνου και τους άλλους δρόμους της Παραλίας, όπως προέβλεπε το σχέδιο: «Είχεν εκδοθεί παρά του τότε Νομάρχου κ. Κονδάκη εις τας 4 Ιουνίου 1902 εγκύκλιος διακανονίζουσα το πλάτος των πεζοδρομίων της Παραλίας της προκυμαιακής λεωφόρου, νυν Ναυαρίνου εις 10 μέτρα, ως και των καθέτων επί ταύτης οδών μέχρι 10 μέτρων, των μεν εξ 20 μέτρων (ως η Φαρών) εις 5 μέτρα, των δε εκ 12 μέτρων (ως η Κανάρη) εις 2,5 μέτρα. Και των εκ 10 μέτρων εις 2 μέτρα». Ούτε πλατεία έγινε, ούτε τα πεζοδρόμια και οι δρόμοι διαμορφώθηκαν με βάση τα όσα είχαν θεσμοθετηθεί. Και πολλά από τα σημερινά προβλήματα της Παραλίας ξεκινούν από αυτά.

Μια σύντομη αναδρομή σε διάφορα σημεία και διάφορες εποχές για την πόλη δεν έχει μόνον ιστορικό ενδιαφέρον: Αποτυπώνει τη σημασία που έχει ο σχεδιασμός για την ανάπτυξη, η ιεράρχηση των στόχων μέσα από αυτόν, καθώς και η ανάγκη η εκάστοτε δημοτική αρχή να ενεργεί σε σχέση με τον δημόσιο χώρο με βάση των συμφέρον της πόλης, κόντρα, πάνω και πέρα από επιδιώξεις “ομάδων πίεσης” κατά την… επιεική έκφραση.

[Οι πληροφορίες προέρχονται από δημοσιεύματα στις εφημερίδες «Θάρρος” και “Σημαία”]

Πηγή: Eπί Τάπητος: Η πόλη, ο σχεδιασμός και ο δημόσιος χώρος μέσα από την ιστορία… – ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Online

κοινοποίησε το:

Ημέρα χωρίς αυτοκίνητο στο Χαλάνδρι

  Το Σάββατο έγινε πραγματικότητα και στο Χαλάνδρι μία δοκιμή: η κυκλοφοριακή οργάνωση του κέντρου της πόλης χωρίς αυτοκίνητο. Από τις 8:00 το πρωί μέχρι τις 16:00 οι δύο κεντρικοί δρόμοι του,…

Πηγή: Ημέρα χωρίς αυτοκίνητο στο Χαλάνδρι

κοινοποίησε το:

Βαρκελώνη :Μέσα σε ένα Superblock

πηγή www.citybranding.gr

Σε ένα από τα δημοφιλέστερα κείμενα που έχουμε δημοσιεύσει στο blog μας παρουσιάσαμε την ιδέα των superblocks στη Βαρκελώνη. Το σχέδιο να μειωθεί η κυκλοφορία των αυτοκινήτων μέσα σε μια γειτονιά και να αποκτήσουν προτεραιότητα οι πεζοί, οι ποδηλάτες και δευτερευόντος τα αυτοκίνητα των κατοίκων και των επαγγελματιών της γειτονιάς δεν είναι χωρίς αντιδράσεις.Αυτοί που επιμένουν στη χρήση του αυτοκινήτου είδαν να μεγαλώνει ο χρόνος μετάβασης από το ένα σημείο στο άλλο. Οι μετασχηματισμοί που στηρίζονται στις αρχές της Βιώσιμης Κινητικότητας έχουν συνεπάρει πολεοδόμους, αστικές αρχές, κατοίκους σε πολλές πόλεις του κόσμου.Όμως υπάρχουν και αντιδράσεις.
# Κείμενο της LAURA BLISS ,  7 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018 στο CITYLAB
Μια ταινία μικρού μήκους αποκαλύπτει τις εσωτερικές λειτουργίες των περίφημων και αμφιλεγόμενων αναβαθμίσεων των δρόμων της Βαρκελώνης.

Συνέχεια ανάγνωσης Βαρκελώνη :Μέσα σε ένα Superblock
κοινοποίησε το:

Μια ματιά στο μέλλον της Καλαμάτας: Μία θεώρηση για την κινητικότητα

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2018 08:34

Γράφτηκε από την  ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Online

Μια ματιά στο μέλλον της Καλαμάτας: Μία θεώρηση για την κινητικότητα

Το κυκλοφοριακό αποτελεί ένα από τα κυριότερα ζητήματα που απασχολούν την καθημερινότητα των πολιτών στην Καλαμάτα, όπως και σε κάθε ελληνική πόλη που δυσκολεύεται χρόνο με το χρόνο να εξυπηρετήσει όλο και περισσότερα αυτοκίνητα.

Συνέχεια ανάγνωσης Μια ματιά στο μέλλον της Καλαμάτας: Μία θεώρηση για την κινητικότητα
κοινοποίησε το:

«Για τη Ναυαρίνου θα κάνουμε αυτά που αντέχει η κοινωνία μας» δήλωνε ο δήμαρχος Καλαμάτας, Παναγιώτης Νίκας στη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου της 27ης Μαρτίου 2017, αναφερόμενος στις παρεμβάσεις που θα γίνουν με το πρόγραμμα «Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης». Η απάντηση του δημάρχου δόθηκε σε ερώτηση του επικεφαλής της «Ανεξάρτητης Συμμαχίας Πολιτών», Μιχ. Αντωνόπουλου, για το ενδεχόμενο αλλαγών στις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις της παραλιακής οδού, ενόψει της έναρξης της τουριστικής περιόδου.

Ήταν μάλιστα κατηγορηματικός ο κ. Νίκας ότι «για την οδό Ναυαρίνου δεν μπορεί να γίνει κάτι», συμπληρώνοντας, πως «οτιδήποτε μπορούσε να γίνει έγινε και απέτυχε».

Αυτό είναι το ένα σημείο που αποτυπώνει τη φιλοσοφία της Δημοτικής Αρχής, ή μόνο του δημάρχου ίσως, αλλά αρκεί. ‘Ότι δηλαδή η Δημοτική Αρχή δεν θα επιχειρήσει μελετητικά το αυτονόητο, αυτό που επιβάλλεται για την πόλη, αλλά θα κάνει «αυτά που αντέχει η κοινωνία μας».

Η ερμηνεία δική σας. Η δική μου σκέψη πάει σε κείνο το «άγεται και φέρεται».

Το δεύτερο σημείο, είναι αν υπάρχει στα συρτάρια του Δήμου Καλαμάτας κυκλοφοριακή μελέτη, ή όχι. Αναφέρομαι σε εκείνη την επικαιροποιημένη κυκλοφοριακή μελέτη για το Δήμο Καλαμάτας (Γενικό Πλαίσιο – Ειδικές Ρυθμίσεις) – Προκαταρκτικές Προτάσεις για Διαβούλευση – 26 Μαρτίου 2009, της «Δρόμος ΕΠΕ», του συγκοινωνιολόγου Κ. Ζέκκου και των συνεργατών του.

Θυμήθηκα πως υπάρχει στο συρτάρι μου, καθώς στις 27 Μαρτίου 2017, ο δήμαρχος Καλαμάτας Παν. Νίκας, έλεγε στο Δημοτικό Συμβούλιο, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ανεξάρτητου Δημοτικού Συμβούλου Παν. Αλούπη, ότι έχει μεν εκπονηθεί κυκλοφοριακή μελέτη για το τραμ, η οποία όμως δεν έχει πληρωθεί από το Δήμο και ως εκ τούτου δεν έχει παραληφθεί.

Μπορεί να μην έχει εκπονηθεί μελέτη για το τραμ, αλλά αν ο κ. Νίκας ρωτήσει θα του πουν στην Τεχνική Υπηρεσία, πως σε κάποιο συρτάρι υπάρχει σίγουρα η κυκλοφοριακή μελέτη της 26ης Μαρτίου του 2009, που με μια επικαιροποίηση ίσως μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά την πόλη.

Όπως και να έχει όμως, μόνο συγκροτημένα, με μελέτη, μπορεί να πορευτεί η πόλη, με επιστημονικές μεθόδους δηλαδή κι όχι να πορευτούμε στη μικροπολιτική λογική «θα κάνουμε αυτά που αντέχει η κοινωνία μας».

Άλλωστε, ο τεχνικός κόσμος της Μεσσηνίας (η Ν.Ε. του ΤΕΕ σε συνεργασία με τους Συλλόγους Μηχανικών) στην πρότασή του για τη «Στρατηγική Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης» προτάσσει την εκπόνηση νέας κυκλοφοριακής μελέτης: «Πρωταρχικό, σημείο σύγκλισης όλων των εμπλεκόμενων φορέων είναι η απαίτηση για μια νέα κυκλοφοριακή μελέτη συνολικά του αστικού χώρου της μεσσηνιακής πρωτεύουσας με καταγραφή τόσο των σημερινών στοιχείων, όσο και των αναμενόμενων στις προσεχείς δεκαετίες, με στόχο τα συμπεράσματα της εν λόγω μελέτης να ανταποκριθούν στην πόλη του μέλλοντος με επάρκεια».

Άρα, κάθε λογικός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να αποδεχτεί την ανάγκη, οι όποιοι σχεδιασμοί να στηριχτούν σε κυκλοφοριακή μελέτη.

Αν ξεφυλλίζαμε τη μελέτη του 2009, υπάρχει περίπτωση να μας έκανε για την οδό Ναυαρίνου ένα από τα 7 σενάρια που προτείνει, ή εν ανάγκη, να τροποποιούσαμε κάποιο από αυτά, αντί να υποστηρίζουμε πως «δεν έχουμε τίποτα στα χέρια μας», ή «οτιδήποτε μπορούσε να γίνει έγινε και απέτυχε», ή ότι «για την οδό Ναυαρίνου δεν μπορεί να γίνει κάτι», για να καταλήγουμε ότι για την παραλιακή «θα κάνουμε αυτά που αντέχει η κοινωνία μας»!

Τα Κυκλοφοριακά Σενάρια της οδού Ναυαρίνου που παρουσιάζονται στην επικαιροποιημένη κυκλοφοριακή μελέτη του 2009, είναι τα εξής:

Σενάριο 1 – Μονοδρόμηση / Αντιδρόμηση τμημάτων οδού.

Σενάριο 2 – Τμηματική Πεζοδρόμηση και Μονοδρόμηση οδού (έξοδος).

Σενάριο 3 – Τμηματική Πεζοδρόμηση και Μονοδρόμηση οδού (είσοδος).

Σενάριο 4 – Εκτενής Πεζοδρόμηση οδού.

Σενάριο 5 – Εκτενής Πεζοδρόμηση και Μονοδρόμηση οδού (έξοδος).

Σενάριο 6 – Εκτενής Πεζοδρόμηση και Μονοδρόμηση οδού (είσοδος).

Σενάριο 7 – Πλήρης Πεζοδρόμηση οδού.

Αν δεν στηριχτούμε στην επιστημονική μελέτη, αν δεν εμπιστευτούμε τους ειδικούς, κατά περίπτωση, αν αποφασίζουμε μόνοι μας (ή περίπου μόνοι μας), αν λειτουργούμε σαν παντογνώστες, αν «κλείνουμε το μάτι μας» στην… κοινωνία, υποκύπτοντας σε αυτό που θέλει και δεν κάνουμε αυτό που πρέπει, αυτή η πόλη δεν μπορεί να πάει πουθενά. Θα τη δώσουμε χειρότερη στα παιδιά μας. Και το ζητούμενο είναι να την παραδώσουμε καλύτερη στις επόμενες γενιές.

Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον ας σεβαστούμε την έννοια του ορού «Βιώσιμη Αστική Ανάπτυξη», σύμφωνα με την Παγκόσμια Επιτροπή για την Αειφόρο Ανάπτυξη: “Βιώσιμη ορίζεται η Ανάπτυξη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της παρούσας γενιάς, χωρίς να μειωθεί η ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες και φιλοδοξίες”.

Γ. Ξ.

κοινοποίησε το:

6.3 ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΗΣ ΚΑΙ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΠΟΛΗΣ


Η προετοιμασία της ηλεκτρονικής έκδοσης χρηματοδοτήθηκε από την Πράξη «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα» και είναι διαθέσιμο σε μορφή e- book και αρχείο pdf στο Αποθετήριο Κάλλιπος.  

Όπως δηλώθηκε στην εισαγωγή του βιβλίου, αφορμή για τη συγγραφή του αποτέλεσε η εκδήλωση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 2008 και στη συνέχεια η μετατόπιση και εστίασή της στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και ειδικότερα στην Ελλάδα, όπου απόκτησε μεγάλη διάρκεια και συνδυάστηκε με δομικά και συγκυριακά χαρακτηριστικά που μεγέθυναν και διαδώσαν τους κινδύνους σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Στο πλαί- σιο αυτό τίθεται το ερώτημα του τρόπου που η αντίληψη και η  προσπάθεια υλοποίησης μιας δίκαιης και βιώσιμης πόλης επηρεάζεται από την κρίση.

Η εμπειρία της κρίσης οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι οι κάτοι- κοι των πόλεων και οι ίδιες οι πόλεις επηρεάζονται με τρόπους που διαφέ- ρουν από τον τρόπο που καταγράφονται οι συνέπειες της κρίσης στα μακρο-οικονομικά μεγέθη και στις αντίστοιχες εθνικές οικονομίες. Επιπλέον οι πόλεις φαίνεται να διαφέρουν και μεταξύ τους ως προς την ανθεκτικότητα ή/και την ευαισθησία τους απέναντιστις συνέπειες της κρίσης. Όπως έχει ιστορικάτεκμηριωθεί, οι πόλεις αποτελούντα κέντρα του κοινωνικο- πολιτικούγίγνεσθαι είτε πρόκειται για τη σταθεροποίηση τωνδομών της εξουσίαςείτε για τηρήξη και ανατροπήτους. Η ερώτηση που αναδύεται μέσα από την εμπειρίατης κρίσης είναιαν η κρίση ενισχύειή υπονομεύει τη σημασία των πόλεων ως πεδία σφυρηλάτησης και υλοποίησης της κοι- νωνικήςαλλαγής και αν τα κέντρα αποφάσεων και των διαδικασιών του κοινωνικού μετασχηματισμού έχουν μετατοπιστεί σε άλλα, ενδεχόμενα υ- περτοπικάή/και πλανητικά επίπεδα αναφοράς.

Σχετικά με αυτή τη δυναμική το ερώτημα της μακροχρόνιας αλλη- λεπίδρασης των υπερτοπικών, παγκόσμιων και τοπικών δυνάμεων που διαμορφώνει τη φυσιογνωμία των πόλεων, μετασχηματίζεται στο ερώ- τημα αν οι δυνάμεις που ενεργοποίησε η κρίση λειτουργούν ισοπεδωτικά ανατρέποντας την ιστορικά διαμορφωμένη φυσιογνωμία κάθε πόλης και αν περιορίζουν την όποια εγγενή αυτοδυναμία των τοπικών οικονομιών. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να διερευνηθεί ποια είναι τα περιθώρια κάθε συγκεκριμένης πόλης να αντιδράσει και να προσαρμοστεί απέναντι στην κρίση με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η δίκαιη και βιώσιμη πόλη, ένα όραμα στο οποίο φαίνεται να συγκλίνουν οι θεωρητικές αναζητήσεις αλλά και οι επιδιώξεις και επιθυμίες των πολιτών και των αρχών των πόλεων, εξακολουθεί να αποτελεί προτεραιότητα και κατά την περίοδο της κρίσης ή τεί- νει να αντικατασταθεί από άλλα επί μέρους ζητήματα όπως είναι για παρά- δειγμα η προσέλκυση επενδύσεων ή η επιτήρηση και η ασφάλεια. Στον βαθμό που το όραμα μιας δίκαιης και βιώσιμης πόλης αμφισβητείται εκ των πραγμάτων μέσα στη δίνη των συνεπειών της κρίσης, θα πρέπει να α- ναζητηθεί το όραμα που θα μπορούσε να πάρει τη θέση του. Η ένταση των προβλημάτων που σε ορισμένες περιπτώσεις αποκτά διαστάσεις ανθρωπιστικής κρίσης, οδηγεί σε ανατροπές προτεραιοτήτων καθώς επιβάλλει κοινωνικού χαρακτήρα στόχους την ίδια στιγμή που οι διαθέσιμοι δημό- σιοι πόροι συρρικνώνονται δραματικά.

Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα παρά την κρίση να οδηγη- θούμε σε μια συνολικά δίκαιη και βιώσιμη πόλη, έχει σημασία να διερευνη- θούν οι προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα μπορούσε να διεκδικηθεί και να πραγματοποιηθεί κάτι τέτοιο. Εφόσον η πόλη αποδειχθεί ότι είναι το κατάλληλο εμπειρικό πεδίο αναφοράς των προβλημάτων και των πιθανών λύσεων, πρόκειται για ζητήματα που μπορούν να λυθούν ιεραρχικά με σχεδιασμό εκ των άνω ήαντίθετα πρόκειται για κάτι που μπορεί να προκύ- ψει μόνο εκ των κάτω ως αποτέλεσμα της έκβασης των κοινωνικών και πο- λιτικών συγκρούσεων που ενεργοποιούνται λόγω της κρίσης; Ποιος είναι ο κατάλληλος συνδυασμός θεσμικών υποκειμένων και συμμετοχής των πο- λιτών που μπορεί να σφυρηλατήσει συναινέσεις και να ανταποκριθεί απο- τελεσματικά στις συνέπειες της κρίσης αυξάνοντας έτσι τη βιωσιμότητα και ανθεκτικότητα των πόλεων;

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το γενικό ερώτημα αν η αναζήτηση της δίκαιης και βιώσιμης πόλης είναι ένα σαφές, κατανοητό, κοινά αποδε- κτό και εφικτό όραμα για τις σημερινές πόλεις και αν εξακολουθεί ή όχι να αποτελεί επιδίωξη μέσα στην κρίση. Οι τρεις πυλώνες της βιωσιμότητας, δηλαδή η προώθηση της οικονομικής ευρωστίας, η υποστήριξη της κοινωνικής δικαιοσύνης και η περιβαλλοντική προστασία αποτελούν βασικές συνιστώσες του σχεδιασμού των πόλεων και έχουν αποκτήσει το χαρακτήρα μιας πολιτικά ορθής αναφοράς, συχνά για πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους στόχους και επιδιώξεις.

Τα παραπάνω ερωτήματα αποτέλεσαν το πλαίσιο σειράς διαλόγων  με αντικείμενο την αναζήτηση της δίκαιης και βιώσιμης πόλης που πραγματοποιήθηκαν τον Απρίλιο του 2014 και παρουσιάζονται στη συνέχεια με ευθύνη των συγγραφέων του κεφαλαίου κλείνοντας έτσι τον κύκλο των συμπερασμάτων παράλληλα με το περίγραμμα της μελλοντικής ατζέντας
της σχετικής συζήτησης.

Erik Swyngedouw

Ο Erik Swyngedouw βρίσκει τις αιτίες της κρίσης στο ιδιότυπο lockout στο οποίο καταφεύγει το χρηματοδοτικό κεφάλαιο, μετακυλίοντας τους κινδύνους σε χαμηλότερα και πιο αδύναμα επίπεδα, περιοχές, κοινωνικές ομάδες ή άτομα. Θεωρεί ότι το λεξιλόγιο της κρίσης δημιουργεί σύγχυση επειδή δεν ξεχωρίζει τις αιτίες της κρίσης από τις επιπτώσεις της. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι επιπτώσεις της κρίσης στις πόλεις δεν είναι ίδιες για όλους τους κατοίκους. Οι περικοπές στις κοινωνικές υπηρεσίες θί- γουν περισσότερο όσους εξαρτώνται από αυτές. Και αυτοί είναι κυρίως οι φτωχοί των πόλεων. Για τον λόγο αυτό πρέπει να αναφερόμαστε ειδικά στις αιτίες και τις συνέπειες της κρίσης και όχι γενικά για την κρίση των πόλεων. Οι πόλεις είναι ετερογενείς και δεν πρέπει να προσωποποιούνται. Μπορεί να περιλαμβάνουν τόσο τα θύματα της κρίσης όσο και αυτούς που δημιουργούν την κρίση. Η κρίση κατασκευάζεται από μια συγκεκριμένη αστική ελίτ η οποία θίγεται ελάχιστα από τις επιπτώσεις της. Η ετερογένεια των πόλεων εκφράζει τις συνθήκες εξέλιξης των κοινωνιών. Από την ά- ποψη αυτή η μελέτη των πόλεων μπορεί να διαφωτίσει τις αιτίες και τις επιπτώσεις κάθε κρίσης. Οι πόλεις γίνονται έτσι το πεδίο όπου εκδηλώνονται οι πολιτικές συγκρούσεις για την ανατροπή ή τη διατήρηση της υπάρχουσας τάξης. Υπάρχουν σίγουρα αρκετές θεωρίες που εξετάζουν τις δυνάμεις που μετασχηματίζουν τις κοινωνίες. Οι πόλεις αποτελούν κεντρικό πεδίο εκδήλωσης αυτών των δυνάμεων. Ο Swyngedouw δεν μπορεί να διακρίνει πώς η μια ή η άλλη κατεύθυνση αυτών των συγκρούσεων συνδέονται με την κρίση, συνδέει όμως την ελπίδα για μια απελευθερωτική, βιώσιμη και δίκαιη πόλη με αυτές τις συγκρούσεις. Στη συνέχεια αρνείται ότι η κρίση ομογενοποιεί τις συνθήκες μέσα από τις οποίες αναδύονται οι προσδοκίες και εκδηλώνονται οι συγκρούσεις. Κάθε πόλη ακολουθεί τη δική της τροχιά. Μπορεί σχεδόν όλοι οι πολιτικοί, οι σύμβουλοι και οι σχεδιαστές να χρησιμοποιούν τις ίδιες συμβολικές και μεταφορικές έννοιες για μια ανταγωνιστική, ευφυή και βιώσιμη πόλη, γύρω από τις οποίες φαίνεται να διαμορφώνεται κάποια ευρύτερη συναίνεση. Όμως παρά το γεγονός ότι κάθε πόλη φαίνεται να επιδιώκει ένα παρόμοιο μέλλον, στην πράξη ακολουθεί πολύ διαφορετική διαδρομή. Επίσης δεν θεωρεί ότι υπάρχει ομογενοποίηση ως προς την κατανομή της επικινδυνότητας. Οι παράτυποι μετανάστες, οι άτυπα εργαζόμενοι, οι απόφοιτοι με επισφαλείς μορφές απασχόλησης φαίνεται να πολλαπλασιάζονται, ενώ οι παραδοσιακές ελίτ συνεχίζουν να επωφελούνται μέσω της κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Το ίδιο παρατηρείται και σε παγκόσμια κλίμακα καθώς οι πόλεις διαμορφώνονται από μια διαδικασία παγκόσμιας αστικοποίησης,με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα δίκτυα τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας που θεωρούνται ως μια αποδεκτή οικολογική, κοινωνική και οικονομική λύση για την ευφυή και βιώσιμη αστική ανάπτυξη. Αλλά βέβαια αυτή η τάση δεν παράγει ομογενοποίηση. Η καθαρή τεχνολογία στον παγκόσμιο Βορρά εδράζεται σε μια εξαιρετικά βρώμικη, οικολογικά και κοινωνικά, εκμετάλλευση των πόρων και των ανθρώπων του παγκόσμιου Νότου. Η παγκόσμια αστικοποίηση προϋποθέτει μια ά- νιση οικολογική αποκάλυψη. Η καθαρή ζωή στις βιώσιμες πόλεις του Βορρά συνεπάγεται μια πραγματική οικοκτονία σε άλλες περιοχές του πλανήτη.Υπάρχει οπωσδήποτε κάτι παράδοξο. Η δίκαιη και βιώσιμη πόλη φαίνεται να εξασφαλίζει μεγάλη συναίνεση σε όλο το πολιτικό φάσμα. Στην πράξη όμως έχουν ενεργοποιηθεί δυνάμεις ώστε να μην αλλάξει τί- ποτα που θα έθιγε την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, έστω και στη «zombie» μορφή του που για να επιβιώσει καταφεύγει στη βοήθεια του κράτους. Οι βιώσιμες τεχνολογίες, η βιώσιμη ανάπτυξη, οι βιώσιμες πόλεις, τελικά επιδιώκουν τη βιωσιμότητα του καπιταλισμού. Για τον λόγο αυτό ο Swyngedouw δεν συνιστά τη χρήση του όρου «βιωσιμότητα» γιατί δεν μεταφέρει κάτι πιο δίκαιο κοινωνικά από ότι ήδη διαθέτουν οι πόλεις. Ούτε παραπέμπει σε μια απελευθερωτική και οικολογικά πιο ευαίσθητη τάξη. Περισσότερο χειρονομεί υπέρ της αλλαγής ενώ δρα εναντίον κάθε αλλαγής. Αυτή τη συναίνεση έχουμε σήμερα. Από την άλλη πλευρά έχει συνειδητοποιηθεί ότι η φύση πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Οι ευφυείς πόλεις, οι οικο-πόλεις, ο ανασχεδιασμός, οι εναλλακτι- κές πηγές ενέργειας, οι θεσμικές πρωτοβουλίες περιορισμού της ρύπαν- σης, όλα αυτά αποτελούν συνδυασμούς οικονομο-τεχνικής και οικολογι- κής ισορροπίας που δεν θίγουν την υπάρχουσα κοινωνική, οικονομική και οικολογική ανισότητα. Φυσικά, ο οικολογικός σχεδιασμός, ο εξευγενισμός και το φιλικό και πράσινο περιβάλλον είναι καλοδεχούμενα. Όμως, αν και δίνουν υποσχέσεις σε όλους, δεν προσφέρονται σε όλους. Αντίθετα η δια- τήρηση της υπάρχουσας τάξης συνεπάγεται την αναπαραγωγή της ανισό- τητας. Ακόμη περισσότερο κρύβεται το γεγονός ότι πέραν από την άνιση κατανομή των ευνοϊκών συνθηκών σε περιοχές του Βορρά και επιλεκτικά σε περιοχές του Nότου, προϋποθέτει και την κοινωνικο-οικολογική κατά- στροφή σε άλλες περιοχές. Οι αντιδράσεις σε αυτή την κατάσταση παίρνουν διάφορες μορφές από τον δεξιόστροφο εθνοκεντρισμό έως το θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Περιλαμβάνουν όμως και αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απελευθερωτική πολιτική στάση που γίνεται ορατή στις διαμαρτυρίες και τα κινήματα σε πολλές πόλεις του Βορρά και του Νότου (Νέα Υόρκη, Λονδίνο,Μαδρίτη, Αθήνα, Μπουένος Άιρες, Ρίο ντε Τζανέιρο κλπ.). Η διαφορετικότητά τους συγκλίνει στην κοινή επιθυμία για ισότητα και δημοκρατία. Σε αυτά τα κινήματα βρίσκει κανείς, έστω διστακτικά, την επιστροφή της πολιτικής και των κοινωνικών διεκδικήσεων για ισότητα και δικαιοσύνη. Εδώ υπάρχει η ελπίδα για μια κοινωνικά δίκαιη και πολιτικά δημοκρατική νέα θεσμική τάξη. Σύμφωνα με τον Swyngedouw για να αποκτήσει πραγματικά περιεχόμενο η συζήτηση για τη δίκαιη και βιώσιμη πόλη θα πρέπει να αρθρωθεί ακριβώς με αυτά τα ανατρεπτικά α- στικά κινήματα και πρακτικές.

Πόπη Σαπουντζάκη

Η Πόπη Σαπουντζάκη ξεκινά τη δική της συνέντευξη, με αναφορά στον Ulrich Beck, θυμίζοντας ότι οι σύγχρονες κοινωνίες, ιδιαίτερα μέσα στην κρίση, δεν παράγουν ανισότητα όπως παλιά, κατανέμοντας δηλαδή άνισα παροχές και ευκαιρίες, αλλά αντίθετα κατανέμοντας περικοπές και κινδύνους. Θεωρεί ότι για να αντιληφθούμε τις επιπτώσεις της κρίσης στις πόλεις και τυχόν διαφοροποιήσεις από το εθνικό επίπεδο, θα πρέπει να αναρωτηθούμε πρώτα για κάποιες βασικές έννοιες ή συνθήκες. Συγκεκριμένα για την έκθεση στην κρίση, την τρωτότητα απέναντι στην κρίση και το δυναμικό προσαρμογής όλων αυτών των χωροκοινωνικών, οικονομικών και θεσμικών δομών που συγκροτούν τις πόλεις γενικά και την καθεμιά ξεχωριστά.

Συνεχίζει λέγοντας ότι η δημοσιονομική εξυγίανση και διάσωση, σε εθνικό επίπεδο, η μακρο-οικονομική διάσωση δηλαδή, απαίτησε προσαρμογές από τα υψηλά επίπεδα και τους κυβερνητικούς θεσμούς σε μακροκλίμακα που είχαν ως αποτέλεσμα την επέκταση της έκθεσης και τρωτότητας αστικών κυρίως κοινωνικών δομών, θεσμών και ομάδων σε πιο χαμηλά επίπεδα, έναντι χρόνιων κινδύνων όπως είναι η ανεργία, η αναγκαστική μετανάστευση, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η πτώχευση επιχειρήσεων και κλάδων, η φτώχεια, η μη δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών. Εδώ προσθέτει ακόμα τους κινδύνους απώλειας στέγης, ενεργειακής φτώχειας, υποσιτισμού, απώλειας πρόσβασης σε υπηρεσίες πρόνοιας και φροντίδας ηλικιωμένων, επιδημιών, νοσηρότητας, διατάραξης της ψυχικής υγείας εγκληματικότητας και ανασφάλειας. Η Σαπουντζάκη θεωρεί ότι όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα των προσαρμογών που υλοποιήθηκαν με τη μορφή συρρίκνωσης και υποχρηματοδότησης των δομών του κράτους πρόνοιας, με περικοπές μισθών, με απολύσειςκαι άλλα τέτοια μέτρα μακρο-οικονομικά και δημοσιονομικού ορθολογισμού ή εξυγίανσης. Αυτό που ισχυρίζεται στην ουσία είναι ότι συμβαίνει κάτι ανάλογο με άλλες περιπτώσεις κρίσης, ότι δηλαδή έχουμε μετακύλιση της τρωτότητας από τα ψηλότερα στα χαμηλότερα επίπεδα, από τον ευρωπαϊκό Βορρά στον ευρωπαϊκό Νότο, από το κεντρικό κράτος προς τοπικές αυτοδιοικήσεις, πόλεις και περιφέρειες και κοινωνικές ομάδες που εξαρτώνται από το κοινωνικό κράτος, από διεθνικές επιχειρήσεις σε τοπικές επιχειρήσεις οριακής βιωσιμότητας κ.ο.κ.

Οι συνέπειες είναι μεγαλύτερες εκεί που προϋπάρχουν θύλακες αυξημένης τρωτότητας, όπως είναι αστικές περιοχές με ανεργία και κοινωνικό αποκλεισμό, περιβαλλοντική υποβάθμιση, οικονομικές δομές οριακής βιωσιμότητας που επιβιώνουν λόγω παραβατικότητας, επίσης καταστάσεις μειωμένης κοινωνικής συνοχής και ανίσχυρη τοπική αυτοδιοίκηση, εκεί που κυριαρχούν μορφές εισοδημάτων και απασχόλησης που στηρίζονται στον δημόσιο τομέα, εκεί που επικρατούν κλάδοι που πλήττονται περισσότερο από την κρίση, πχ. ο τομέας ακίνητης περιουσίας, εκεί που είναι ανεπαρκείς οι κοινωνικές υποδομές. Επίσης εκεί που το επίπεδο προσαρμοστικότητας είναι χαμηλό. Σημασία δηλαδή έχει όχι μόνο η υψηλή τρωτότητα αλλά και η περιορισμένη προσαρμοστικότητα. Αυτό μπορεί να κριθεί από την ανυπαρξία δομών αυτοοργάνωσης και πολιτικής διεκδίκησης, χαμηλά επίπεδα εκπαίδευσης και αποταμίευσης, ψηλή εξάρτηση από προνοιακές παροχές, χαμηλά επίπεδα δικτύωσης, χαμηλή επαγγελματική και στεγαστική κινητικότητα. Όλα αυτά περιορίζουν τις δυνατότητες προσαρμογής.

Με βάση εμπειρικά παραδείγματα από πόλεις που τραυματίστηκαν από καταστροφές, η Σαπουντζάκη τονίζει ότι παίζει εδώ πολύ μεγάλο ρόλο το πόσο μεγάλες και ποιες είναι αυτές οι ομάδες που βιώνουν από- το μη αύξηση της τρωτότητάς τους λόγω της κρίσης και επίσης πόσο μεγάλες και ποιες είναι οι ομάδες που εμφανίζουν υψηλό δυναμικό προσαρμογής. Και οι δύο αυτές κατηγορίες βρίσκονται στις πόλεις ή εξαρτώνται από τις πόλεις οι οποίες έτσι εξακολουθούν να διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην κοινωνική αλλαγή. Πάντως, η όποια στοχευμένη κοινωνική αλλαγή, που έχει ωριμάσει, συνειδητοποιηθεί και διεκδικηθεί, προϋποθέτει συλλογικές προσαρμογές και αντιστάσεις. Όμως οι δυτικές κοινωνίες κυριαρχούνται από τον ατομισμό και κατ’ επέκταση τείνουν προς εξατομικευμένες προσαρμογές που ναι μεν μπορεί να φέρουν αλλαγές, αλλά δύσκολα θα στραφούν προς κοινωνικά και συλλογικά στοχευμένες αλλαγές.

Κατ’ αρχήν η πόλη, τουλάχιστον ως προς την αντίδραση και την προσαρμογή στην κρίση, δεν είναι μια ενιαία οντότητα, οπότε το τι θα συμβεί στην ιστορικά διαμορφωμένη φυσιογνωμία κάθε πόλης, εξαρτάται από τους συσχετισμούς προσαρμογής των ενδογενών σε σχέση με εξωγενείς θεσμούς, και τους συσχετισμούς προσαρμογής εξατομικευμένων συμφερόντων σε σχέση με συλλογικότητες που υπερασπίζονται την ταυτότητά τους ή ανθίστανται στην καταστροφή της ταυτότητάς τους.

Σε σχέση με το όραμα για μια δίκαιη και βιώσιμη πόλη, η Σαπουντζάκη μας θυμίζει ότι στον σημερινό κόσμο δεν κυριαρχεί τόσο η κατανομή του πλούτου και των ευκαιριών αλλά η κατανομή των κινδύνων και αντιξοοτήτων. Ακολουθώντας αυτό το νήμα σκέψης, όσοι αγωνίζονται για αυτό το όραμα θα πρέπει να προτάξουν την προστασία των ευάλωτων και αδύναμων από κινδύνους και απώλειες πρώτα από όλα. Όλα αυτά στα ο- ποία αναφερθήκαμε είναι κίνδυνοι και απώλειες όπως στέγης, εργασίας, εισοδήματος, ασφάλειας, πρόσβασης σε υπηρεσίες πρόνοιας. Άρα έχουμε γυρίσει πίσω σε εποχές όταν όλα αυτά δεν ήταν εξασφαλισμένα. Και μην ξεχνάμε ότι υπάρχουν ισχυρά κέντρα αποφάσεων που πιέζουν για συγκεκριμένες προσαρμογές.

Στο πλαίσιο μιας επικαιροποίησης του οράματος για τη δίκαιη και βιώσιμη πόλη θα πρέπει να προτάξουμε διεκδικήσεις που βάζουν φραγμό σε κινδύνους και απώλειες καθώς και σε απειλές που ξεπερνούν κάποια όρια, για παράδειγμα, τα όρια που προκύπτουν από τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Τελικά στις τραυματικές καταστάσεις και τις κρίσεις οι άνθρωποι και οι θεσμοί αντιτάσσουν την προσαρμοστικότητά τους. Και έ- χουμε δει εδώ, μιλώντας για την περίπτωση της Ελλάδας, ότι κάποιες φορές αυτή η προσαρμοστικότητα είναι επωφελής για το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Αν η μια πλευρά προσαρμογών είναι αυτή, δηλαδή η επωφελής για τις πλέον αδύναμες ομάδες και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα, υπάρχει και η άλλη πλευρά που αφορά στις επιζήμιες προσαρμογές όχι μόνο για το περιβάλλον και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον αλλά και για το μέλλον των πόλεων.

Αν προσπαθήσουμε να περιγράψουμε ένα αποτέλεσμα, είναι ότι οι προσαρμογές των ατόμων και των κοινωνικών ομάδων μπορεί να αυξή- σουν την τρωτότητα των θεσμών και αντιστρόφως, οι προσαρμογές των θεσμώννααυξήσουν τηντρωτότηταατόμων και των κοινωνικών ομάδων. Άλλωστε είδαμε, ιδιαίτερα εδώ στην Ελλάδα, πώς οι θεσμοί εθνικού επιπέ- δου μεταβιβάζουν τρωτότητα στην κοινωνία και τα εξατομικευμένα υπο- κείμενα. Επομένως αν πρέπει να επιλέξουμε την εκ των άνω ή την εκ των κάτω διαδρομή δεν φαίνεται να υφίσταται κατά κάποιο τρόπο καλή και κακή προσαρμοστικότητα. Αντίθετα πρόκειται για κάτι που θα πρέπει να διαχειριστούμε θέτοντας κανονιστικό πλαίσιο και δίνοντας τη δυνατότητα στα άτομα να ελέγχουν τους θεσμούς και αντιστρόφως, στους θεσμούς να ελέγχουν εξατομικευμένα συμφέροντα αλλά και να υπάρχει έλεγχος με- ταξύ των θεσμών.

Η Σαπουντζάκη καταλήγει ότι βιώνουμε ένα σκηνικό ρευστότητας που θα αργήσει να πάρει μια πιο στέρεη μορφή. Η κρίση επεκτείνει και βα- θαίνει την πολυδιάστατη τρωτότητα ατόμων και θεσμών σε αστικές περιοχές και όσοι βιώνουν αυτό το αυξανόμενο δυναμικό απωλειών αντιδρούν αναζητώντας τρόπους και πόρους προσαρμοστικότητας. Οι πόροι αυτοί δεν είναι μόνον οικονομικοί, είναι επίσης και εμπειρία, γνώση, τυπικά και άτυπα κοινωνικά και οικονομικά δίκτυα, είναι μνήμη και εθιμικά πρότυπα ζωής, είναι τοπικές πολιτισμικές πρακτικές, δομές αλληλεγγύης και συμπεριφορικά στοιχεία. Πρόκειται για μια αρένα διαγκωνισμού για πόρους προσαρμοστικότητας, που γεννά νέους κύκλους ανακατανομής της τρωτότητας και είναι άγνωστο που και πότε θα έρθει η σταθεροποίηση.

Μαρία Καΐκα

Στην επόμενη συνέντευξη, η Μαρία Καΐκα υπογραμμίζει ότι αν υ- πάρχει κάποιο ηγεμονικό πλάνο αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη, είναι αυτό της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους που μετασχηματίζει την κοινω- νική πολιτική σε περιστασιακή φιλανθρωπία. Σήμερα μιλάμε για παγκόσμια αστικοποίηση καθώς τα πάντα συν- δέονται με τις πόλεις. Όμως αυτό που ξεχωρίζει τις πόλεις σε σχέση με την κρίση, είναι ότι αποτελούν το άμεσο και πιο δραματικό πεδίο εκδήλωσης των συνεπειών της κρίσης. Όσο δύσκολο και αν είναι να ξεχωρίσουμε τις εθνικές από τις αστικές διαστάσεις της κρίσης,είναι στις πόλεις όπου η οι- κονομική δυσπραγία μεταφράζεται σε ορατά στοιχεία της καθημερινής ζωής. Οι πόλεις αποτελούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο ακούμε και αγγίζουμε την κρίση. Βλέπουμε τα επώδυνα σημάδια της κρίσης στον φυσικό και κοινωνικό ιστό της πόλης: τους φτωχούς και άστεγους στις γωνιές των δρόμων και τις σειρές των κλειστών καταστημάτων στους άλλοτε ζωντα- νούς εμπορικούς δρόμους.

Σύμφωνα με την Καΐκα, ίσως ο βασικός λόγος που οι πόλεις απο- κτούν σημασία στη διάρκεια μιας κρίσης, είναι ότι αποτελούν εστίες της κερδοσκοπίας ακινήτων. Άλλωστε η κερδοσκοπία ακινήτων βρισκόταν στην καρδιά της οικονομικής φούσκας που προκάλεσε την κρίση. Ο ιδιαίτερος ρόλος των πόλεων στην κρίση θα πρέπει να αναζητηθεί στην κερδοσκοπία ακινήτων.

Από την άλλη πλευρά, στη διάρκεια της κρίσης οι πόλεις ανάδειξαν ικανότητες δημιουργικής ενέργειας και κοινωνικής αλλαγής. Ο πολλαπλασιασμός όμως των ομάδων αλληλεγγύης με τις πιο ευάλωτες ομάδες ή διεκδίκησης συγκεκριμένων προγραμμάτων, όσο σημαντικά αποτελέσματα και αν παράγουν, διατρέχουν τον κίνδυνο να περιορίσουν τις πολιτικές διαστάσεις της κρίσης σε τοπικά και επιμέρους ζητήματα. Οι αντιδράσεις για την προστασία επιμέρους πτυχών του κοινωνικού συμβολαίου που θίγονται από την κρίση, μπορεί να συσκοτίζουν την ευρύτερη πολιτική προοπτική. Η κοινωνική πράξη θα πρέπει να συνδυαστεί με σκέψη εναλλακτικών οραμάτων προκειμένου να καταστήσει εφικτό ένα διαφορετικό πολιτικό μέλλον.

Το πρόβλημα είναι ότι χαρακτηρίζοντας κάποιες ομάδες ευάλωτες και προσφέροντας βοήθεια από θέση ισχύος, αναπαράγονται οι σχέσεις εξουσίας και ανισότητας. Οι ευάλωτες ομάδες δεν μπορούν να δράσουν αυτοτελώς για την αλλαγή της κατάστασής τους και θα πρέπει να περιμένουν εξωγενή βοήθεια. Μπορεί τα διάφορα κινήματα αλληλεγγύης να απαλύνουν τις χειρότερες συνέπειες της κρίσης στα άτομα και το περιβάλλον. Δεν θα πρέπει όμως να ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις μιας δραστικής αλλαγής που θα φέρει κοινωνική ισότητα. Η διανόηση μπορεί να παίξει τον ρόλο του ενορχηστρωτή που θα σφυρηλατήσει τη συνέργεια και την αλ- ληλεγγύη ανάμεσα στα διαφορετικά και ετερογενή κινήματα, οδηγώντας τα σε μια συνεκτική πράξη ανατροπής των βαθύτερων αιτιών της κρίσης.

Η Καΐκα θεωρεί πολύ ενδιαφέρον και κρίσιμο να βάλουμε μαζί τη βιωσιμότητα και τη δικαιοσύνη στη συζήτηση για το μέλλον της πόλης. Αυτό που συμβαίνει συνήθως είναι η κυριαρχία της «βιωσιμότητας» σε κάθε έγγραφο και κάθε πολιτική για την πόλη, ενώ η «δίκαιη πόλη» εμφα- νίζεται σπάνια. Ο λόγος είναι ότι η βιωσιμότητα ή ακόμα και η τρωτότητα ή ανθεκτικότητα, αφενός δεν χρειάζονται συγκεκριμένο νόημα και αφετέ- ρου μπορεί να ερμηνευτούν καθαρά αισθητικά και για τον λόγο αυτό να παρακάμπτουν τη συζήτηση για δικαιοσύνη και ισότητα.

Εάν θέλουμε βιωσιμότητα, πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο ζωής μας. Διαφορετικά επαναλαμβάνουμε τα αποπροσανατολιστικά διλήμματα που διαιωνίζουν την κατάσταση. Δεν είναι αρκετή η συζήτηση για αναδιανομή. Πρέπει να αλλάξουμε δραστικά και ίσως η κρίση να προσφέρει μια ευκαιρία για κάτι τέτοιο καθώς αναδεικνύει ζητήματα που παράμεναν στη σκιά. Ποια όμως είναι αυτά, ποιες ευκαιρίες προκύπτουν και για ποιους, εί- ναι κρίσιμα ερωτήματα.Μέχρι τώρα η κρίση φαίνεται να ευνοεί τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Η κερδοσκοπία ακινήτων και η γαιοπρόσοδος, αφού πρώτα προκάλεσαν την κρίση, προβάλλονται τώρα ως διέξοδος από αυτήν. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στην Ισπανία και στην Ελλάδα, μεγάλο μέρος της νομοθεσίας για την αναζωογόνηση της οικονομίας αφορά τις χρήσεις γης, τον φόρο ακίνητης περιουσίας και την απορρύθμιση της αγοράς ακινήτων. Ουσιαστικά πρόκειται για την πλήρη φιλελευθεροποίηση των πρακτικών κερδοσκοπίας ακινήτων.

Όπως τονίζει στη συνέχεια, δεν χρειαζόμαστε συναίνεση αλλά διαφωνία. Ο φόβος ότι θα χάσουμε ότι ακόμα απομένει ακυρώνει τη δράση. Όμως ήδη έχουμε χάσει πολλά. Θα πρέπει να δοκιμάσουμε να κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά και ας αποτύχουμε καλύτερα και την επόμενη φορά ας ξαναδοκιμάσουμε. Όπως φαίνεται το μοναδικό ηγεμονικό πρόγραμμα στην Ευρώπη είναι η διάλυση του κράτους πρόνοιας. Είναι αυτό δίκαιο; Φυσικά οι ελίτ που το προωθούν το θεωρούν δίκαιο. Έχουν δύναμη, αποκτούν πλούτο και αποφασίζουν την απονομή δικαιοσύνης σύμφωνα με τη δική τους εκδοχή.

Όμως ο πλούτος και η δύναμή τους βασίστηκε στο ότι προσέλκυσαν ακόμα και τα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα στις διαδικασίες της παγκόσμιας κερδοσκοπίας μοιράζοντας προσδοκίες για ιδιόκτητη κατοικία, για ιδιωτικό αυτοκίνητο, για διακοπές και προσφέροντας δάνεια και υποθήκες ως τα μέσα πραγματοποίησής τους. Αυτό εξαρτά τα άτομα και τα νοικοκυριά από τις διακυμάνσεις των παγκόσμιων αγορών. Η Καΐκα καταλήγει με την προειδοποίηση ότι όσο η φούσκα της κερδοσκοπίας των ακινήτων επεκτείνεται όλα φαίνονται ομαλά. Μόλις όμως σκάσει, όπως έγινε στην Ελλάδα και την Ισπανία, αποκαλύπτεται ο τρόπος που οι προσδοκίες για υλικά αγαθά εξαρτούν τον κύκλο της ζωής από τον κύκλο της παγκόσμιας κερδοσκοπίας των αγορών.

Δημήτρης Δαλάκογλου

Ο Δημήτρης Δαλάκογλου ξεκινά τη δική του συνέντευξη με την πα- ρατήρηση ότι η διάκριση πόλης-υπαίθρου, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, είναι πλέον ξεπερασμένη όχι μόνο επειδή μεγάλο μέρος του πληθυσμού ζει στις πόλεις, αλλά και επειδή σχεδόν το σύνολο του πληθυσμού ακολουθεί πρακτικά τα αστικά πρότυπα ζωής. Τουλάχιστον από την οπτική της ανθρωπολογίας, ο σύγχρονος τρόπος ζωής μπορεί να θεωρηθεί αστικός. Καθώς τα φαινόμενα που συνδέονται με την κρίση, όπως η χρηματο-οικονομική λειτουργία, οι ανισότητες και οι αποκλεισμοί, αφορούν το σύνολο της κοινωνίας, όλες οι περιοχές, αστικές ή μη, υφίστανται τις επιπτώσεις της κρίσης με παρόμοιο τρόπο, συρρικνώνοντας ακόμα περισσότερο τη διάκριση πόλης-υπαίθρου.

Ο Δαλάκογλου αναφέρει, για παράδειγμα, ότι στην Ελλάδα στη διάρκεια της κρίσης πολλά άτομα εγκαταλείπουν τις πόλεις για τις περιοχές όπου ανατράφηκαν ή από τις οποίες κατάγονται. Εκεί μπορούν ενδεχό- μενα να ασχοληθούν και με κάποιες αγροτικές δραστηριότητες σε επίπεδο επιβίωσης, όπως το ψάρεμα ή το κυνήγι, ως μέρος του τρόπου ζωής. Σε σχέση με την κοινωνική αλλαγή που προκαλεί η κρίση, μπορούμε να φα- νταστούμε πολλές μορφές μετάβασης με λιγότερο ή περισσότερο έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά, λιγότερο ή περισσότερο βίαιες ή επαναστατικές. Η μετάβαση από την πόλη στην ύπαιθρο μπορεί δυνητικά να προκαλέσει τέτοιες αλλαγές εφόσον συνδεθεί με αντίστοιχες αλλαγές στις πόλεις. Ένα παράδειγμα είναι η άμεση σχέση παραγωγών-καταναλωτών και ο περιο- ρισμός των ενδιάμεσων παρασιτικών κυκλωμάτων.

Οπωσδήποτε οι τάσεις κοινωνικής αλλαγής τροφοδοτούνται από τις σχέσεις πόλης και υπαίθρου και από τις αντιδράσεις τωνκατοίκων όλων των περιοχών. Οι αγρότες μπορεί να αντιδρούν και να ανατρέπουν κεντρι- κές πολιτικές που τους επηρεάζουν. Αντίστοιχα, οι κάτοικοι περιαστικών περιοχών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Κερατέα στην Αττική, ανα- τρέπουν τις πολιτικές υποβάθμισης αντιδρώντας στην απόθεση των αστι- κών απορριμμάτων. Τα επιχειρήματα αυτών των αντιδράσεων από οικο- λογικά και τοπικιστικά, εξελίσσονται γρήγορα σε πολιτικά καθώς αμφισβη- τούν τόσο τον τρόπο λήψης τωνκυβερνητικών αποφάσεων όσο και τα μέ- τρα λιτότητας που συνδέονται με τη διαχείριση της κρίσης.

Κατά τον Δαλάκογλου, έχει μεγάλη σημασία ο τρόπος που συνδέο- νται οι διαφορετικές πρωτοβουλίες. Η δημιουργία δικτύων παραγωγών- καταναλωτών χωρίς ενδιάμεσους είναι σημαντική εξέλιξη. Θα μπορούσε να υπάρξει συντονισμός με κινήματα τύπου Κερατέας,ενάντια στην εγκατάσταση χώρων απόθεσης απορριμμάτων, γιατί θίγονται τα υδατικά απο- θέματα και επηρεάζουν αρνητικά τόσο την ποιότητα ζωής όσο και την αγροτική παραγωγή. Και ακόμα περισσότερο μπορεί να υπάρξει συντονι- σμός με κινήματα ενάντια στην εκμετάλλευση των πρώτων υλών σε εθνική κλίμακα.

Ο καπιταλισμός στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή του φαίνεται πως ισο- πεδώνει τα αστικά τοπία, αναπαράγοντας άλλα στη θέση τους σύμφωνα με τα συμφέροντα που εκπροσωπεί. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, η κρίση συνοδεύτηκε με τα προγράμματα ανάπλασης του κέντρου, του θαλάσ- σιου μετώπου και του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού με στόχο να δημιουργηθούν ιδιωτικοποιημένες και αποκλειστικές χρήσεις. Αυτό επα- ναλαμβάνεται και αλλού, σε πολλές πόλεις σε όλο τον κόσμο, συχνά με τη μορφή της πλήρους καταστροφής και αναδόμησης σε νέες βάσεις ολό- κληρων αστικών περιοχών.

Οι πόλεις γίνονται εκ των πραγμάτων πεδία σύγκρουσης των κοι- νωνικών κινημάτων με τον καπιταλισμό. Τα λεγόμενα κινήματα των πλα- τειών σε όλο τον κόσμο είναι ακριβώς τοπικές εκφράσεις μιας παγκόσμιας αντίδρασης. Αυτό ισχύει σήμερα πολύ περισσότερο από τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης της δεκαετίας του 1990. Τότε κυριαρχούσαν κυ- ρίως τα κινήματα του αναπτυγμένου κόσμου που αντιδρούσαν στις ανισό- τητες που ήταν έντονες στον λεγόμενο τρίτο κόσμο, στον παγκόσμιο Νότο. Πλέον, ιδιαίτερα μέσα από την κρίση, η παγκόσμια αδικία, η κρατική βία και η φτώχεια τείνουν να γενικευτούν περιλαμβάνοντας πολλές αναπτυγμένες περιοχές. Στην Ευρώπη, η οποία διέθετε ένα αναπτυγμένο κοινωνικό κράτος, η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού συρρικνώνει τα πεδία της κοινωνικής πολιτικής που οι Ευρωπαίοι πολίτες θεωρούσαν ως δεδομένα. Τα κινήματα των πλατειών σε περιοχές του Βορρά και σε περιοχές του Νό- του, γεννήθηκαν από παρόμοιες συνθήκες και παρά τις διαφορές τους εκ- φράζουν όλα αντι-νεοφιλελεύθερες και αντικαπιταλιστικές απόψεις.

Ο Δαλάκογλου συμφωνεί ότι η δίκαιη και βιώσιμη πόλη πρέπει να είναι το μελλοντικό μας όραμα. Το πρόβλημα όμως είναι ότι οι δυνάμεις του νεο-φιλελευθερισμού έχουν μονοπωλήσει αυτό το όραμα ενώ κατά βάθος είναι αντίθετες στην πραγματοποίησή του. Για δεκαετίες βλέπουμε σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις να υπονομεύουν αυτό το όραμα υιοθετώντας νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Το ζήτημα είναι λοιπόν το νόημα που δίνουμε σε αυτό το όραμα. Συχνά η βιωσιμότητα αντικαθίσταται από την οικονομική βιωσιμότητα και την προτεραιότητα στην προσέλκυση επενδύσεων με αναπλάσεις και αναζωογόνηση περιοχών. Με τον τρόπο αυτό όμως κρύβεται το γεγονός ότι οι πόλεις της κρίσης είναι γεμάτες ανέργους, άστεγους και μετανάστες χωρίς έγγραφα με ευθύνη των κρατικών αρχών. Μπορεί μετά τις αναπλάσεις οι εξευγενισμένες περιοχές να μην φιλοξενούν αυτές τις κατηγορίες του πληθυσμού αλλά αυτές θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Ουσιαστικά οι εξευγενισμένες περιοχές θα λειτουργούν σαν τείχη που θα αποκλείουν και θα εξαφανίζουν τις δυσάρεστες όψεις της κρίσης και των πολιτικών του νεοφιλελευθερισμού. Αυτή η βιωσιμότητα θα οδηγήσει απλώς σε μια επιφανειακή ωραιοποίηση των πόλεων καθώς η αισθητική τείνει να γίνει εμμονή στις συζητήσεις περί βιώσιμης πόλης ανάμεσα στους επενδυτές, τους εργολάβους και τους πολιτικούς.

Το όραμα της δίκαιης και βιώσιμης πόλης προϋποθέτει αναδια- νομή του εισοδήματος, μεγαλύτερη ισότητα, ενίσχυση των συλλογικών πρωτοβουλιών παροχής υπηρεσιών και ευκαιριών απασχόλησης. Πώς ό- μως θα γίνει αυτό μέσα στην κρίση η οποία είναι συστημική και αποτελεί ευκαιρία για τα οργανωμένα συμφέροντα που δεν πρόκειται να την αφή- σουν αναξιοποίητη;

Η κερδοσκοπία στα ακίνητα, τα δημόσια έργα, η αξιοποίηση περιο-χών, όπως το αεροδρόμιο του Ελληνικού στην Αθήνα, αποτελούν πολυαναμενόμενες ευκαιρίες, τις οποίες τα κερδοσκοπικά κεφάλαια δεν πρόκειται να τις εγκαταλείψουν εύκολα. Οι ελίτ δεν πρόκειται να αφήσουν να πάει χαμένη η ευκαιρία της κρίσης και θα αντιδράσουν σε οποιαδήποτε κοινωνική πολιτική περιορίζει τα κέρδη τους. Σε πολλές περιπτώσεις το κράτος λειτουργεί προληπτικά διώχνοντας τα ενοχλητικά στοιχεία και προετοιμάζοντας τους χώρους της πόλης. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δαλάκογλου, αφαιρούν από τις αντιεξουσιαστικές και αναρχικές ομάδες τους χώρους συλλογικής δράσης που κατέχουν και εκδιώκουν τους μετανάστες από τις κεντρικές περιοχές με επιχειρήσεις καθαρισμού.

Είναι αισιόδοξο ότι πολλές πρωτοβουλίες σε επίπεδο κοινωνικών δικτύων ή αστικών γειτονιών παρακάμπτουντο σύστημα και δημιουργούν τοπικά κοινωνικά κέντρα. Άλλες πρωτοβουλίες παράκαμψης των μεγάλων καταναλωτικών αλυσίδων και των υπεραγορών συνδυάζονται με πολιτι- κές πρωτοβουλίες αλληλεγγύης. Το επίσημο κράτος φέρεται συχνά βίαια και επιχειρεί να διαλύσει αυτές τις πρωτοβουλίες. Οι επιθέσεις ακροδεξιών ομάδων είναι μια ένδειξη αυτής της διάχυτης βίας. Τα κοινωνικά κινήματα θα πρέπει να προστατευτούν απέναντι σε επιθέσεις τέτοιου είδους. Επίσης αισιόδοξο είναι το γεγονός ότι παρά τηθεωρία περί απάθειας τωνπολιτών, τα κινήματα αλληλεγγύης πολλαπλασιάζονται. Η πολιτική θεωρία δενείναι ίσως έτοιμη να κατανοήσει αυτές τις αναδυόμενες δομές, καθώς είναι δο- μημένη πάνω σε προηγούμενα συστήματα αναφοράς τα οποία όμως κα- ταρρέουν, ενώ παράλληλα εμφανίζονται νέες ταυτότητες και νέοι δρώ- ντες.

Στον αναπτυγμένο κόσμο, κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κοινωνικό κράτος περιόρισε τις ακρότητες του καπιταλισμού που οδή- γησαν στον ναζισμό και τον φασισμό. Όμως η ανοδική και ανέμελη περίο- δος έχει παρέλθει. Βρισκόμαστε πλέον στη μέση ενός καπιταλιστικού πει- ράματος που επιδιώκει να εξαπλωθεί ο νεοφιλελευθερισμός και στην Ευ- ρώπη, συρρικνώνοντας όλα τα δικαιώματα και τις παροχές της περιόδου ευημερίας. Για τον Δαλάκογλου, το τελικό ζητούμενο είναι να βρεθούν και να στηριχθούν οι κοινωνικές δυνάμεις που θα οδηγήσουν σε απεμπλοκή από τη νεοφιλελεύθερη διακυβέρνηση της κρίσης.

Gillian Bristow

Βέβαια η κρίση δεν προκάλεσε τους μετασχηματισμούς στην ένταση και την έκταση που ίσως περιμέναμε. Υπάρχουν όμως πολλά παραδείγματα πρωτοβουλιών μικρής κλίμακας, όπως κοινωνικά κινήματα με οικονομική και κοινωνική ατζέντα, όπως το κίνημα μετάβασης των πόλεων στη Βρετανία ή συμπράξεις για κοινοτική ενέργεια. Όλα αυτά παραμένουν μικρά και δεν έχει εμφανιστεί κάποια ισχυρή τάση. Σίγουρα οι πρωτοβουλίες στην ενέργεια και το περιβάλλον μπορεί να αποτελέσουν πυρήνες ση- μαντικής αλλαγής όπως επίσης και κοινωνικά κινήματα με προοδευτικό πρόσημο. Αυτά εμφανίζονται όμως και σε περιοχές της υπαίθρου. Οι πόλεις δεν φαίνεται να έχουν την αποκλειστικότητα ή τον έλεγχο σε αυτές τις περιπτώσεις.

H Bristow θεωρεί ότι η διεύρυνση της συζήτησης και ο διάλογος σε θέματα όπως ηανθεκτικότητα, επιτρέπει ίσως τηνκατανόηση της ανάγκης να διαμορφωθούν στρατηγικές που να λαμβάνουν υπόψη το πλαίσιο και την ιδιαιτερότητα κάθε περιοχής. Η έρευνα δείχνει ότι κάθε πόλη, κάθε πε- ριοχή, έχει μια ιδιαίτερη ανάπτυξη που ακολουθεί τη δική της τροχιά. Θα πρέπει να αποδεχτούμε ότι η κρίση δεν θίγει όλους με τον ίδιο τρόπο και ότι υπάρχουνδιαφορετικές συνέπειες σε διαφορετικές περιοχές προκειμέ- νου να διαμορφώσουμε τις στρατηγικές αντιμετώπισης της κρίσης.

Προωθεί η κρίση την πράσινηανάπτυξη; Είναι αλήθεια ότι τα δεδο- μένα είναι ασαφή. Σε πολλές περιπτώσεις ως αντίδρασηστηνκρίση ξεκί- νησαν  προγράμματα περιορισμού  της  ενεργειακής κατανάλωσης  άνθρακα. Σε άλλες όμως περιπτώσεις λόγω των περικοπών στις δημόσιες δα- πάνες πολλά τέτοια προγράμματα περιορίστηκαν. Οι προτεραιότητες στράφηκαν στην ανάπτυξη και στις θέσεις εργασίας και όχι στην ενδεχόμενη ρύπανση. Η ατζέντα της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας μάλλον περιορίστηκε. Στη Βρετανία,πολλές τοπικές αρχές αντιλαμβάνονται ότι ορι- σμένα προβλήματα επιλύονται καλύτερα με συνεργασία και μετάβαση σε μεγαλύτερη κλίμακα. Από την άλλη πλευρά όμως ταζητήματα τοπικής πο- λιτικήςκαι άλλες τοπικές ιδιαιτερότητες δημιουργούν εμπόδια σε αυτές τις πρωτοβουλίες.

Η ανάγκη σύνθεσης οικονομίας και περιβάλλοντος οδηγεί συχνά σε καινοτομία. Πόλεις που διαθέτουν μια σχετικά ισχυρή οικονομική βάση όπως το Bristol, στρέφονται σε καινοτόμες λύσεις στο σύστημα μεταφο- ρών. Όλα εξαρτώνται από τις τοπικά διαθέσιμες ικανότητες οι οποίες γε- νικά διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή. Όπου υπάρχουν διαθέσιμοι πό- ροι και κατάλληλη ηγεσία στο τοπικό επίπεδο, μπορεί να προκύψει ισχυρή ώθηση προς μια δίκαιη και βιώσιμη πόλη. Σε κάθε περίπτωση είναι μια δια- δικασία που ενεργοποιείται εκ των κάτω, αλλά οι διαφορές είναι μεγάλες και δεν υπάρχει κυρίαρχη τάση. Όπως υπογραμμίζει η Bristow, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι προσπάθειες στο εθνικό επίπεδο είναι σημαντικές επειδή διαμορφώνουν το πλαίσιο για τις αντιδράσεις στο κατώτερο επί- πεδο. Ειδικά στον βαθμό που πρόκειται για κρίση δημόσιου χρέους, οι επι- λογές όλων των επιπέδων προσδιορίζονται από τους χειρισμούς του κε- ντρικού κράτους.

Συμπερασματικά, όπως έδειξαν οι προσεγγίσεις και τα παραδείγ- ματα που παρουσιάστηκαν στα κεφάλαια του βιβλίου και αναδείχτηκαν μέσα από τις συνεντεύξεις που προαναφέρθηκαν δεν είναι σαφές τι συνι- στά μια δίκαιη και βιώσιμη πόλη ούτε υπάρχουν ενδείξεις ότι αποτελεί προτεραιότητα μέσα στην κρίση. Η πορεία κάθε πόλης θα σφυρηλατηθεί μέσα από τις συγκρούσεις και τις συναινέσεις που διαμορφώνονται στο πλαίσιο της κρίσης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ   ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Ελληνόγλωσσες  αναφορές

Γιαννακούρου, Γ. (2014). Μια συζήτηση με την Γεωργία Γιαννακούρου για τηναξιοποίηση της τηςδημόσιας περιουσίας. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΖΗ-ΜΕ-ΤHΝ-ΤΖΙΝΑ-ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΡΟΥ-ΓΙΑ-ΤΗΝ-ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ-ΤΗΣ-ΔΗΜΟ- ΣΙΑΣ-ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ.pdf

Δαλάκογλου, Δ. (2014). Μια συζήτηση με τον Δημήτρη Δαλάκογλου για την αναζήτηση της δίκαιης και βιώσιμης πόλης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-  content/uploads/2014/08/DIMITRIS-ON-THE-QUEST-FOR-JUST-AND-   SUSTAINABLE-CITY-DRAFT1.pdf

Δούμπα, Β. (2014). Μια συζήτηση μετη Βίβιαν Δούμπαγιατιςπολιτικές αστικής α- ναζωογόνησης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανακτή- θηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-  content/uploads/2014/ΣΥΖΗΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΗΝ-ΒΙΒΙΑΝ-ΔΟΥΜΠΑ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΟΛΙ- ΤΙΚΕΣ-ΑΣΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ.pdf

Εμμανουήλ, Δ. (2014). Μιασυζήτηση με τον Δ. Εμμανουήλ για τις μεταβαλλόμενες γεωγραφίες των πόλεων. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 6 Οκτωβρίου, από http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-   content/uploads/2014/10/ΣΥΖΗΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΔΗΜΗΤΡΗ-ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ1.pdf

Καΐκα, Μ. (2014). Μια συζήτηση με την Μαρία Καΐκα για τηναναζήτηση της δίκαιης καιβιώσιμης πόλης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανα- κτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-   content/uploads/2014/08/MARIA-KAIKA-ON-QUEST-FOR-JUST-AND-   SUSTAINABLE-CITY1.pdf

Καμάρας, Α. (2014). Μιασυζήτηση με τον Αντώνη Καμάρα για τις πολιτικές αστικής αναζωογόνησης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανακτή- θηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-  content/uploads/2014/ΣΥΖΗΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΑΝΤΩΝΗ-ΚΑΜΑΡΑ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΟ- ΛΙΤΙΚΕΣ-ΑΣΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΖΩΟΓΟΝΗΣΗΣ.pdf

Καραδημητρίου, Ν. (2014). Μια συζήτηση με τον Νίκο Καραδημητρίου για τις πολι- τικές αστικής αναζωογόνησης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από

http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟ-ΝΙΚΟ-ΚΑΡΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ-ΑΣΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΖΩ-   ΟΓΟΝΗΣΗΣ.pdf

Κοκκώσης, Χ. (2014). Μιασυζήτηση με τον Χάρη Κοκκώση για την αξιοποίηση της δημόσιαςπεριουσίας. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Α- νακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΖΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΧΑΡΗ-ΚΟΚΚΩΣΗ-ΓΙΑ-ΤΗΝ-ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ-ΤΗΣ-ΔΗΜΟΣΙΑΣ-ΠΕ-   ΡΙΟΥΣΙΑΣ.pdf

Κουτρολίκου, Π. (2014). Μιασυζήτηση με την Παναγιώτα Κουτρολίκου για τις με- ταβαλλόμενες γεωγραφίες τωνπόλεων. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 8 Οκτωβρίου, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/10/ΣΥΖΗ-   ΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΗΝ-ΠΕΝΝΥ-ΚΟΥΤΡΟΛΙΚΟΥ.pdf

Λαλένης, Κ. (2014). Μιασυζήτηση μετον Κωνσταντίνο Λαλένη για τις παραδόσεις σχεδιασμού και τον ρόλοτωνειδικών. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/ΚΩΝ-   ΣΤΑΝΤΙΝΟΣ-ΛΑΛΕΝΗΣ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ-ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ-ΚΑΙ-ΤΟΝ-ΡΟΛΟ-   ΤΩΝ-ΕΙΔΙΚΩΝ1.pdf

Μαλούτας, Θ. (2014). Μια συζήτηση με τον Θωμά Μαλούτα για τις μεταβαλλόμε- νες γεωγραφίες των πόλεων. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 8 Οκτωβρίου, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/10/ΘΩ-   ΜΑΣ-ΜΑΛΟΥΤΑΣ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ-ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ-ΤΩΝ-ΠΟ-

ΛΕΩΝ.pdf

Οικονόμου, Δ. (2014). Μια συζήτηση με τον Δημήτρη Οικονόμουγιατιςπαραδό- σειςσχεδιασμού και τονρόλοτωνειδικών. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/ΜΙΑ-ΣΥ- ΖΗΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΔΗΜΗΤΡΗ-ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ-ΣΧΕΔΙΑ-

ΣΜΟΥ.pdf

Παγώνης, Α. (2014). Μια συζήτηση με τον Αθανάσιο Παγώνη για τις παραδόσεις σχεδιασμού και τον ρόλοτωνειδικών. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/Μια-συ-   ζήτηση-με-τον-Αθανάσιο-Παγώνη.pdf

Παναγιωτίδης, Π. (2014). Μια συζήτηση με τον Πάνο Παναγιωτίδη για τηναξιοποί- ησητηςδημόσιαςπεριουσίας. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΖΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΠΑΝΟ-ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ-ΓΙΑ-ΤΗΝ-ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ-ΤΗΣ-ΔΗΜΟ-   ΣΙΑΣ-ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ.pdf

Σακελλαρίδου Ε. (2014). Μια συζήτηση με τη Ρένα Σακελλαρίδου για τις πολιτικές αστικής αναζωογόνησης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΗ-ΡΕΝΑ-ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΟΥ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ-ΑΣΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΖΩΟ- ΓΟΝΗΣΗΣ.pdf

Σανταμούρης, M. (2014). Μια συζήτηση με τον Ματθαίο Σανταμούρη για τις μετα- βαλλόμενες γεωγραφίες των πόλεων. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 6 Οκτωβρίου, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/10/ΣΥΖΗ- ΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΜΑΤΘΑΙΟ-ΣΑΝΤΑΜΟΥΡΗ.pdf

Σαπουντζάκη, Π. (2014). Μια συζήτηση με την Πόπη Σαπουντζάκη για την αναζή- τηση της δίκαιης και βιώσιμηςπόλης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/ΚΑΛ-   ΛΙΟΠΗ-ΣΑΠΟΥΝΤΖΑΚΗ-ΓΙΑ-ΤΗ-ΔΙΚΑΙH-ΚΑΙ-ΒΙΩΣΙΜΗ-ΠΟΛΗ.pdf

Σκάγιαννης, Π. (2014). Μια συζήτηση με τον Παντελή Σκάγιαννηγια τις πολιτικές αστικής αναζωογόνησης. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/ΣΥΖΗ-   ΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΠΑΝΤΕΛΗ-ΣΚΑΓΙΑΝΝΗ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ-ΑΣΤΙΚΗΣ-ΑΝΑΖΩ-   ΟΓΟΝΗΣΗΣ.pdf

Τσιώμης, Γ. (2014). Μιασυζήτηση μετον Γιάννη Τσιώμη για τις παραδόσεις σχεδια- σμού και τον ρόλο τωνειδικών. Διάλογοι Ομάδας Πρωτοβουλίας

«Πόλη+Κρίση». Ανακτήθηκε 2 Σεπτεμβρίου 2015, από http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/ΜΙΑ-ΣΥ-   ΖΗΤΗΣΗ-ΜΕ-ΤΟΝ-ΓΙΑΝΝΗ-ΤΣΙΩΜΗ-ΓΙΑ-ΤΙΣ-ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ-ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ.pdf

Ξενόγλωσσες  αναφορές

Abukhater, A. (2009). Rethinking planning theory and practice: A glimmer of light for prospects of integrated planning to combat complex urban realities. Theoretical and Empirical Researches in Urban Management, 2(11), pp.64- 79.

Andres, L. & Round, J. (2015). The Role of «Persistent Resilience» within Everyday Life and Polity: Households Coping with Marginality within the «Big Soci- ety», Environment and Planning.

Bristow, G. (2014). A conversation with Gillian Bristow on the quest for a just and sustainable city. Dialogues «City+Crisis» Initiative. Retrieved 8 September 2015, from http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/up-   loads/2014/08/GILLIAN-BRISTOW-ON-THE-QUEST-FOR-A-JUST-AND-SUS- TAINABLE-CITY.pdf

Burgel, G. (1978). Αθήνα, μία μεσογειακή πρωτεύουσα. Αθήνα: Εξάντας. Burgel, G. (2002). Le miracle athénien au XXe siècle. Paris: CNRS Editions.

Burgel, G. (2014). Un débat avec Guy Burgel sur la valorisation de la propriété publique. Dialogues «City+Crisis» Initiative. Retrieved 2 September 2015, from http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/DE-   BAT-AVEC-GUY-BURGEL-SUR-LA-VALORISATION-DE-LA-PROPRIETE-   PUBLIQUE.pdf

Christopherson, S., Michie, J. & Tyler, P. (2010). Regional resilience: theoretical and empirical perspectives. Cambridge Journal of Regions, Economy and Soci- ety, 3, pp.3-10.

Davoudi, S. (2012). Resilience: a bridging concept or a dead end?. Planning Theory and Practice, 13, pp.299-333.

Fingleton, B., Garretsen, H. & Martin, R. (2012). Recessionary shocks and regional employment: evidence on the resilience of UK regions. Journal of Regional Science 52, pp.109-133.

Hassink, R. (2010). Regional resilience: a promising concept to explain differences  in regional economic adaptability? Cambridge Journal of Regions, Economy and Society 3, pp.45-58.

Hudson, R. (2009). Resilient regions in an uncertain world: wishful thinking or a practical reality? Cambridge Journal of Regions Economy Society.

Madanipour, A. (2014). Aconversation with Ali Madanipour on urban regeneration policies. Dialogues «City+Crisis» Initiative. Retrieved 8 September, from  http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/uploads/2014/08/ALI-   MADANIPOUR-ON-URBAN-REGENERATION.pdf

Martin, R. (2012). Regional economic resilience, hysteresis and recessionary shocks,

Journal of Economic Geography 12, pp.1-32.

Martin-Breen, P. & Anderies, J.M. (2011). Resilience: ALiterature Review, Report for the Rockefeller Foundation. US.

Pike, A. Dawley, St. & Tomaney, J. (2010). Resilience, adaptation and adaptability.

Cambridge Journal of Regions Economy Society.

Sundström, T. & Rydén, L. (2003). The prospect of Sustainable Development vol. 25. In L. Rydén, P. Migula & M. Anderson (Eds.), Environmental Science: Under- standing, protecting andmanaging the environment in the Baltic Sea Re- gion. Uppsala University: The Baltic University Programme.

Swyngedouw, E. (2014). Aconversation with Erik Swyngedouw onthe quest for a just and sustainable city. Dialogues «City+Crisis» Initiative. Retrieved 8 Sep- tember, from http://gkafkala.webpages.auth.gr/site/wp-content/up- loads/2014/06/ERIK-SWYNGEDOUW-ON-THE-QUEST-FOR-A-JUST-AND-SUS-  TAINABLE-CITY1.pdf

Vale, L.J. (2014). The politics of resilient cities: whose resilience and whose city?.

Building Research and Information, 42, pp.191-201.

Vale, L.J. & Campanella, T. (2005). The Resilient City: How Modern Cities Recover from Disaster. New York: Oxford University Press.


Η προετοιμασία της ηλεκτρονικής έκδοσης χρηματοδοτήθηκε από την Πράξη «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα» και είναι διαθέσιμο σε μορφή e- book και αρχείο pdf στο Αποθετήριο Κάλλιπος.  
κοινοποίησε το:

«ΒΙΩΣΙΜΕΣ ΠΟΛΕΙΣ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

«ΒΙΩΣΙΜΕΣ ΠΟΛΕΙΣ» διοδια στη παραλίαΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Ευαγγελία Αθανασίου
Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, evieath@arch.auth.gr
ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

Η εισήγηση αναδεικνύει πτυχές της σχέσης ανάμεσα στη συνθήκη της οικονομικής κρίσης και τον στόχο της αστικής βιωσιμότητας . Όπως και η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, η έννοια της αστικής βιωσιμότητας στοιχειοθετήθηκε, στις αρχές της δεκαετίας του  ́90, ως μία πραγματιστική έννοια διαχείρισης και σχεδιασμού των πóλεων στο πλαίσιο του υπάρχοντος μοντέλου ανάπτυξης και óχι ως εναλλακτική, κοινωνικά μεταρρυθμιστική πρóταση. Συνέχεια ανάγνωσης «ΒΙΩΣΙΜΕΣ ΠΟΛΕΙΣ» ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

κοινοποίησε το:

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό