Αρχείο ετικέτας Αγροτική πολιτική

Η αγροτική ανάπτυξη της χώρας μας – Αρχική

Η αγροτική ανάπτυξη της χώρας μας

December 27, 2016 Του Σίδερη Θεοχαρόπουλου

Η ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας στη σημερινή συγκυρία είναι περισσότερο από κάθε άλλη φορά επιβεβλημένη. Πέραν της ανάγκης απεξάρτησης από εισαγωγές τροφίμων, η γεωργία καλείται σήμερα, στην εποχή των μνημονίων που οδηγηθήκαμε από τις μέχρι τώρα πολιτικές της χώρας μας, να μειώσει τη φτώχεια και την ανεργία, να διευρύνει την κοινωνική ένταξη και να προστατεύσει το περιβάλλον. H αύξηση της παραγωγής τροφίμων θα πρέπει να λάβει επίσης υπόψη της το γεγονός ότι αυξάνεται συνεχώς ο πληθυσμός της γης και οι ανάγκες σε τρόφιμα, ότι ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι υποφέρουν από πείνα και ότι σύμφωνα με την UNICEF 8.000 παιδιά πεθαίνουν ημερησίως από πείνα.Ο πρωτογενής τομέας έχει τη δυνατότητα να συμβάλλει στην αειφόρο αγροτική ανάπτυξη, στην απεξάρτηση της χώρας από τους δανειστές και την εισαγωγή τροφίμων, στη μείωση της ανεργίας και στην κοινωνική συνοχή. Έτσι, μπορεί εν δυνάμει να αποτελέσει το βασικό πυλώνα του νέου εθνικού παραγωγικού μοντέλου που έχει ανάγκη η χώρα, βασισμένο στην κοινωνία της γνώσης.

Υψηλή ποιότητα και καινοτομία

H παγκοσμιοποίηση, τα μνημόνια, η έλλειψη τροφίμων στις αναπτυσσόμενες χώρες, η αυξανόμενη ζήτηση ποσοτικά και σε ποιοτικά και παραδοσιακά προϊόντα, η αύξηση του τουρισμού, η έξαρση του μεταναστευτικού, της ανεργίας, υποχρεώνει την ελληνική γεωργία να αναμετρηθεί με τη δημιουργία θέσεων εργασίας για τους νέους και να στραφεί στην αύξηση της παραγωγής και στην εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των αγροτικών προϊόντων. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της παραγωγής υψηλής ποιότητας και υγιεινής τροφίμων και καινοτομικών προϊόντων με προστιθέμενη αξία και με μειωμένο κόστος παραγωγής. Επίσης η γεωργία καλείται να συμβάλει στη διατήρηση του κοινωνικού ιστού της υπαίθρου, στην προστασία του περιβάλλοντος (φυσικών πόρων και οικοσυστημάτων), στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη του αγροτικού χώρου και στην «παραγωγή» τοπίου.

Διεθνώς ανταγωνιστική γεωργία

Η κατάσταση της ελληνικής γεωργίας και τα προβλήματα παρουσιάστηκαν σε προηγούμενο άρθρο μας (εφημερίδα «Εποχή», 23/10/16). Προτείνεται η έξυπνη εξειδίκευση ή στρατηγική (RIS3 Research and Innovation Strategy for Smart Specialization), ως μία ευρωπαϊκή πολιτική περιφερειακής ανάπτυξης, ενώ αρκετές και έγκυρες μελέτες προτείνουν την οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας μέσω της γεωργίας και παραγωγής τροφίμων κύρια στις περιοχές της Ηπείρου, Θεσσαλίας, Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας, όπου διαμορφώνονται ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για την αγροτική παραγωγή. Από πολλούς μελετητές, μεταξύ άλλων από την McKinsey (2014), προτείνονται διάφορες στρατηγικές, ώστε μέχρι το 2021 το αγροτικό ΑΕΠ να φθάσει τα 20 δισ. και να δημιουργηθούν 140.000 θέσεις εργασίας, και το εμπορικό ισοζύγιο να βελτιωθεί κατά 2,7 δισ. ΕΥΡΩ.Αφού καθοριστούν εθνικά και περιφερειακά οι μακροχρόνιες πολιτικές κατευθύνσεις και εξειδικευτούν οι στόχοι και οι τομείς ανάπτυξης της ελληνικής γεωργίας, θα πρέπει να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα, η παραγωγικότητα, η επιχειρηματικότητα, και η αποτελεσματικότητα, ώστε η ελληνική γεωργία να είναι ανταγωνιστική διεθνώς. Αυτό προφανώς απαιτεί έργα υποδομής, καινοτομία, τεχνολογική βελτίωση, επάρκεια και αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων, όπως του φυσικού περιβάλλοντος, του κλίματος και των ευρωπαϊκών πολιτικών για την παραγωγή ποιοτικών και ανταγωνιστικών προϊόντων. Γι’ αυτό χρειάζονται επενδύσεις στην καινοτομία, την προώθηση της έρευνας, της τεχνολογίας και της μεταφοράς των αποτελεσμάτων τους στην πράξη μέσω εκπαίδευσης και δια βίου μάθησης.

Πολυεπίπεδος σχεδιασμός

Η ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας θα πρέπει να αρχίσει και να συνδυαστεί με τη μελέτη της εγχώριας, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας αγοράς των γεωργικών προϊόντων, και των αναγκών διαχρονικά σε τρόφιμα, ποτά, τροφές ζώων, βιοκαύσιμα και ίνες, με συγκεκριμένες προδιαγραφές.Χρειαζόμαστε άμεσα έργα υποδομής, αναδασμούς (σχήματα αύξησης μεγέθους επιχειρήσεων, συνεταιρισμούς νέας γενιάς και νοοτροπίας), προώθηση των ευρυζωνικών υποδομών στις αγροτικές περιοχές, εσωτερική (φυτική και ζωική παραγωγή) και εξωτερική καθετοποίηση των επιχειρήσεων (τυποποίηση, συσκευασία, διακίνηση, εμπορία), μεταρρυθμίσεις, μετασχηματισμούς, εξωστρέφεια, ανταγωνιστικότητα, επιχειρηματικότητα με καινοτόμες προσεγγίσεις και τεχνολογία.Απαιτείται συνεργασία των θεσμών, της έρευνας, των συνεταιρισμών, των ενώσεων παραγωγών και των καταναλωτών. Σήμερα χρειάζεται ιχνηλασιμότητα (from farm to fork, «από το αγρόκτημα στο τραπέζι») αποτυπωμένη στην ετικέτα των προϊόντων. Για να εξασφαλίζουν θέση τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα στα πιο απαιτητικά ράφια διεθνώς, απαιτείται και στροφή σε νέα, καινοτόμα και με προστιθέμενη αξία προϊόντα. Θα πρέπει να βελτιωθεί η παραγωγή, τυποποίηση, συντήρηση, διακίνηση, εμπορία, και γενικότερα η διαχείριση και η εφοδιαστική αλυσίδα (logistics) κλπ.Επίσης, πρέπει να αντιμετωπισθο

Πηγή: Η αγροτική ανάπτυξη της χώρας μας – Αρχική

Αλευράς: Βιώσιμη λύση για τον αγροτικό τομέα

Επικεφαλής της περιφερειακής παράταξης Δημοκρατική Πελοποννησιακή Συνεργασία – Πράξη Ανάπτυξης πρ. Αντιπεριφερειάρχης  ΠΕ Μεσσηνίας
Επικεφαλής της περιφερειακής παράταξης Δημοκρατική Πελοποννησιακή Συνεργασία – Πράξη Ανάπτυξης
πρ. Αντιπεριφερειάρχης ΠΕ Μεσσηνίας

 12 Φεβ 2016 Του Παναγιώτη Αλευρά

Ο πρωτογενής τομέας διαχρονικά ήταν συνδεδεμένος με την ανάπτυξη και την πρόοδο της χώρας και τη στήριξη της οικονομίας μας. Τις τελευταίες 10ετίες όμως… …λόγω έλλειψης εθνικού σχεδιασμού ο αγροτικός τομέας αποσαθρώθηκε και το αγροτικό εισόδημα συρρικνώθηκε. Μετά από έξι χρόνια ύφεσης, αποεπένδυσης στη γεωργία καθώς και οικονομικής κρίσης, το γεωργικό ισοζύγιο είναι αρνητικό κατά 1,3δις € το 2014 (παρά τη σημαντική μείωση της εγχώριας κατανάλωσης). Συγκεκριμένα η αξία των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων ανήλθε σε 6,4 δις € και των εξαγωγών σε 5,1δις € . Μόνο η εισαγωγή βόειου και χοιρινού κρέατος ανέρχεται σε 800 εκατ. € κάθε χρόνο. Εξαιτίας της ανύπαρκτης αγροτικής πολιτικής δεν έχουμε διατροφική αυτάρκεια σε βασικά είδη (32% χοιρινό κρέας, 20% στο βοδινό, 50% στο αγελαδινό γάλα, 30% στο αλεύρι κλπ). Έτσι έχουμε σήμερα μια δραματική μείωση της παραγωγικής βάσης του αγροτικού τομέα και μείωση της αξίας της αγροτικής παραγωγής στη χώρα μας η οποία κυμαίνεται 9-10δις €. Αντίθετα οι δαπάνες των εισροών – εφοδίων αυξάνονται και φθάνουν τα 5,5 δις €. Απομένει ετήσιο αγροτικό εισόδημα 3,5-4,5 δις € που είναι στόχος φορολόγησης, χωρίς όμως να λαμβάνεται υπ΄ όψη η ιδιαιτερότητα του κλάδου, θεσπίζοντας ειδική φορολογική κλίμακα για τους αγρότες όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Ακόμη και η Γερμανία έχει αφορολόγητο για τους αγρότες 7.664€ και φορολογικούς συντελεστές που κυμαίνονται από το 14% ανάλογα με το μέγεθος. Παράλληλα δημιουργήθηκαν οι συνθήκες ώστε το σύνολο των αγροτικών μας εισροών και εφοδίων να τα εισάγουμε πλέον και να μην τα παράγουμε στην χώρα μας. Αποτέλεσμα αυτού σε συνδυασμό και με τις αυξήσεις του Φ.Π.Α. στα εφόδια, έχουν εκτινάξει το κόστος παραγωγής στα ύψη, απειλώντας την οικονομική βιωσιμότητα κάθε αγροτικής εκμετάλλευσης και περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων μας. Η συσσώρευση όλων αυτών των προβλημάτων, μαζί με τα σχεδιαζόμενα μέτρα για τους αγρότες έχουν «ξεσηκώσει» τον αγροτικό κόσμο σε όλη την Ελλάδα από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη. Γιατί γνωρίζουν πολύ καλά ότι αν δεν επανεξεταστούν, θα οδηγήσουν σε αφανισμό την πρωτογενή παραγωγή και στην πλήρη διάλυση της αγροτικής μας οικονομίας. Το αγροτικό ζήτημα όμως δεν αφορά μόνο τους αγρότες, αλλά επηρεάζει πολλούς παραγωγικούς κλάδους (μεταποίηση, βιοτεχνίες, εμπόριο κ.λ.π). Τα αγροτικά προϊόντα μάλιστα αποτελούν την πρώτη ύλη για το 40% της μεταποιητικής δραστηριότητας. Είναι εθνικό θέμα λοιπόν και αφορά την ίδια την εθνική μας οικονομία την απασχόληση, την συγκράτηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο και την προστασία του περιβάλλοντος. Συνεπώς δεν προσφέρεται για μικροκομματική εκμετάλλευση, ούτε όμως για αφορισμούς και συκοφάντηση του δίκαιου αγώνα των αγροτών. Το γεγονός ότι επί σειρά ετών για κάποιους μεγαλοκαλλιεργητές, υπήρξε θεσμοθετημένη δυνατότητα για να φοροδιαφεύγουν δεν σημαίνει ότι όλοι οι αγρότες διαθέτουν φορολογητέα ύλη. Άλλωστε οι αγρότες που βρίσκονται στους δρόμους και διαμαρτύρονται δεν είναι αντίθετοι στη δίκαιη φορολόγηση του αγροτικού εισοδήματος. Ζητούν όμως να έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις με τους συναδέλφους τους στην Ε.Ε. και να λαμβάνονται υπ΄όψη οι παγκοσμίως παραδεκτές ιδιαιτερότητες, ώστε οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις να καταταγούν στον επιχειρηματικό κλάδο και όχι να φορολογούνται ως επιτηδευματίες. Είναι αλήθεια ότι για μια βιώσιμη λύση στο αγροτικό ζήτημα χρειαζόμαστε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο. Απαιτείται ένας νέος στρατηγικός σχεδιασμός για την ελληνική γεωργία σε συνεργασία και διαβούλευση με τους θεσμικούς παράγοντες, τους επιστημονικούς φορείς και τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας. Οι συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί σήμερα επιβάλλουν άμεσα την έναρξη ενός ουσιαστικού δημοκρατικού διαλόγου με τους αγρότες, ώστε να προωθήσουν μία ασφαλιστική και φορολογική πολιτική που να συμβαδίζει με την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα. Να δοθούν λύσεις στα οξυμένα προβλήματα των αγροτών μέσα από ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης του αγροτικού τομέα για μια σύγχρονη και ανταγωνιστική γεωργία και κτηνοτροφία.

Αντώνης Παρασκευόπουλος : Οι δυνατότητες του αγροτικού χώρου παραμένουν αναξιοποίητες στη χώρα μας

Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Αντώνης Παρασκευόπουλος: “Χρειάζονται νέα μυαλά, νέες τεχνολογίες και ποιότητα”

Γράφτηκε από τον  Ηλίας Μπιτσάνης

“Οι δυνατότητες του αγροτικού χώρου παραμένουν αναξιοποίητες στη χώρα μας” τονίζει μιλώντας στην “Ε” ο γεωπόνος Αντώνης Παρασκευόπουλος.

Και προσθέτει ότι “αυτό είναι δυνατό να αντιστραφεί με πολιτική κινήτρων μέσω άρσης εμποδίων, αξιοποίησης διαδικασιών και εύρυθμης λειτουργίας των θεσμών, με στόχο την υγιή ανάπτυξη της συλλογικής επιχειρηματικότητας και καινοτομίας, συνθήκες εκ των ων ουκ άνευ για την ανάκαμψη της υπαίθρου και τη συμβολή της στην έξοδο από την κρίση. Με το ανθρώπινο δυναμικό, τα νέα μυαλά, τις νέες τεχνολογίες και την ποιότητα μπορεί η αγροτική οικονομία να αποτελέσει την “ατμομηχανή” για την έξοδο από την κρίση”.

Αναφερόμενος στη σταφίδα σημειώνει ότι «στη σημερινή συγκυρία υπάρχει ενδιαφέρον για αναδιάρθρωση φυτειών σταφίδας και φύτευση νέων», ενώ για το ελαιόλαδο επισημαίνει ότι πρέπει «να αναδειχθεί η συσχέτιση μεταξύ ποιότητας και τόπου». Ο κ. Παρασκευόπουλος μιλά εκτενώς για την θερμοκηπιακή καλλιέργεια στην Τριφυλία, την έρευνα που γίνεται στην περιοχή, τα απαιτούμενα έργα υποδομής και τις προϋποθέσεις ανάπτυξης της αγροτικής οικονομίας.

– Μπορεί να αποτελέσει η αγροτική οικονομία την “ατμομηχανή” για την έξοδο από την κρίση;

«Ο αγροτικός τομέας της χώρας δραστηριοποιείται σε ένα ευρωπαϊκό κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον που διαμορφώνεται κυρίως ως αποτέλεσμα της έντονης ύφεσης που έπληξε και συνεχίζει να πλήττει δραστικά τις οικονομίες του συνόλου των χωρών της Νότιας Ευρώπης. Σε αυτές τις συνθήκες των έντονων διακυμάνσεων που παρατηρούνται στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον ο ελληνικός αγροτικός τομέας οφείλει να επαναπροσδιορίσει το ρόλο του και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που διαμορφώνονται. Η αγροτική οικονομία αποτελεί βασικό πυλώνα της εθνικής μας οικονομίας και συμβάλλει θετικά στη διατήρηση της απασχόλησης στην ύπαιθρο, στη δημιουργία εισοδημάτων και στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου. Ενδιαφέρον είναι ότι κατά τη διάρκεια της παρούσας κρίσης ο αγροτικός τομέας ήταν και συνεχίζει να είναι από τους λίγους ο οποίος όχι μόνο αντιστέκεται στην κρίση αλλά αυξάνει σταθερά τις εξαγωγές του. Οι δυνατότητες του αγροτικού τομέα παραμένουν αναξιοποίητες στη χώρα μας. Υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να αποτελέσει την “ατμομηχανή” για την έξοδο από την κρίση. Η ανεργία έχει πλήξει τις υπηρεσίες, τη βιοτεχνία και τη βιομηχανία. Για να φύγουμε από την κρίση απαιτείται ανάπτυξη, επομένως αύξηση της παραγωγικότητας και ο πρώτος τομέας που μπορεί να γίνει αυτό είναι η γεωργία. Οι δυνατότητες του αγροτικού χώρου παραμένουν αναξιοποίητες στη χώρα μας. Αυτό είναι δυνατό να αντιστραφεί με πολιτική κινήτρων μέσω άρσης εμποδίων, αξιοποίησης διαδικασιών και εύρυθμης λειτουργίας των θεσμών, με στόχο την υγιή ανάπτυξη της συλλογικής επιχειρηματικότητας και καινοτομίας, συνθήκες εκ των ων ουκ άνευ για την ανάκαμψη της υπαίθρου και τη συμβολή της στην έξοδο από την κρίση. Με το ανθρώπινο δυναμικό, τα νέα μυαλά, τις νέες τεχνολογίες και την ποιότητα μπορεί η αγροτική οικονομία να αποτελέσει την “ατμομηχανή” για την έξοδο από την κρίση».

 

– Ποια κατά την γνώμη σας είναι τα δυνατά σημεία της χώρας μας σε αυτόν τον τομέα;

«Το κλίμα το οποίο μας δίνει τη δυνατότητα να έχουμε μία μεγάλη ποικιλία ειδών σε αντίθεση με άλλες ανταγωνίστριες χώρες. Η τεχνογνωσία που διαθέτει ο Ελληνας παραγωγός η οποία του δίνει τη δυνατότητα με την εξωστρέφεια που τον διακρίνει να τοποθετήσει τα προϊόντα σε αγορές της Ε.Ε. και κυρίως της Ανατολικής Ευρώπης (Βαλκάνια). Η ποιότητα των προϊόντων». 

 

– Οι παραδοσιακές καλλιέργειες (ελιά, σταφίδα) έχουν μέλλον;

«Η κορινθιακή σταφίδα είναι μονοπώλιο της Πελοποννήσου και της Δ. Ελλάδας. Είναι αδιανόητο ένα τέτοιο προϊόν να μείνει απροστάτευτο και να εξαφανισθεί. Οχι μόνο πρέπει να σταματήσει η κατιούσα πορεία του, αλλά και να αντιστραφεί πλήρως. Τα δεδομένα δείχνουν ότι και ποιοτική παραγωγή έχουμε και ικανοποιητικό εισόδημα εξασφαλίζουν οι παραγωγοί και πολύτιμο συνάλλαγμα έρχεται στη χώρα μας. Η σταφίδα δεν είναι μόνο αυτοδύναμο προϊόν, αλλά και τα παράγωγά της έχουν κατακτήσει εγχώρια και διεθνή αγορά. Η κορινθιακή σταφίδα θεωρείται ένα «σούπερ τρόφιμο» και είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικές ουσίες, παρέχει πλήθη θρεπτικών συστατικών ευεργετικών για την ανθρώπινη υγεία, ενώ παράλληλα διαθέτει και λειτουργικά συστατικά. Στη σημερινή συγκυρία υπάρχει ενδιαφέρον για αναδιάρθρωση φυτευτών σταφίδας και φύτευση νέων. Προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να δοθούν κίνητρα για την προώθηση και ανάπτυξη αυτής της καλλιέργειας. Τα τελευταία χρόνια η παραγωγή ελαιολάδου αυξάνεται συνεχώς σε διεθνές, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Παρόλο που η ποιότητα του λαδιού μας είναι ξεχωριστή, η χαμηλή τιμή του ελαιολάδου άλλων χωρών (Ισπανία κ.λπ.) δεν μας επιτρέπει μεγάλα περιθώρια διαφοροποίησης. Απαιτείται δουλειά, και πρωτίστως συλλογική, για να δέσουμε τα προϊόντα της περιοχής μας με το τοπικό σύμφωνο. Οι παραγωγικοί φορείς, οι τουριστικοί φορείς, οι υπηρεσίες, τα Επιμελητήρια θα πρέπει να βάλουν συγκεκριμένους στόχους -και αυτό μπορεί να γίνει αν προηγούμενα εξασφαλισθεί το ΠΟΠ Καλαμάτα. Οταν μπορέσει να ταυτοποιηθεί ότι είναι ελαιόλαδο Μεσσηνίας, τότε θα έχει λαμπρό μέλλον. Ελαιόλαδο επώνυμο, τυποποιημένο και όχι χύμα. Ταυτότητα συνδεδεμένη με ειδικά χαρακτηριστικά και τον τόπο. Ν’ αναδειχθεί η συσχέτιση μεταξύ ποιότητας και τόπου».

 

– Η Τριφυλία είναι μια περιοχή με ανεπτυγμένη παραγωγή οπωροκηπευτικών. Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που συντέλεσαν σε αυτό;

«Πράγματι η Τριφυλία είναι μία περιοχή ανεπτυγμένη στην παραγωγή οπωροκηπευτικών. Αποτελεί σήμερα το τρίτο κέντρο θερμοκηπιακών καλλιεργειών της χώρας με μία έκταση 2.600 στρέμματα μετά την Ιεράπετρα και τη Μεσσαρά. Σε αυτό συνετέλεσαν: Πρώτα το προοδευτικό παραγωγικό δυναμικό της περιοχής με το υψηλό μορφωτικό επίπεδο και ιδιαίτερα το δημιουργικό και ανήσυχο πνεύμα των νέων παραγωγών. Ιδιαίτερα ευνοϊκές κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες της περιοχής (ηλιοφάνεια, υψηλή σχετική εργασία, ήπιος χειμώνας, επάρκεια νερού, αμμοπηλώδη εδάφη κ.λπ.). Η αξιοποίηση επενδυτικών προγραμμάτων που με μεγάλη επιτυχία υλοποιήθηκαν στην περιοχή (ΠΕΠ, σχέδια βελτίωσης, κλαδικά προγράμματα και άλλα). Η τεχνική υποστήριξη από το επιστημονικό δυναμικό του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα στην περιοχή. Η υλοποίηση προγραμμάτων εφαρμοσμένης έρευνας στην περιοχή. Η ύπαρξη των δύο κέντρων εκπαίδευσης και κατάρτισης στην περιοχή. Η δυνατότητα πρόσβασης μέσω  σύγχρονων οδικών δικτύων σε μεγάλες αγορές του εξωτερικού και του εσωτερικού (Βαλκάνια, Αθήνα, Θεσσαλονίκη)».

 

– Ποια είναι η σημερινή διάρθρωση των μονάδων και κατά πόσον αυτές είναι ανταγωνιστικές στο πεδίο που διαμορφώνεται;

«Το μέσο μέγεθος των θερμοκηπιακών εκμεταλλεύσεων ξεπερνά τα 8-10 στρέμματα. Διαρθρωτικά έχουμε τον καλύτερο μέσο όρο της χώρας, αν όμως συγκριθούμε με ανταγωνίστριες χώρες του εξωτερικού (Ισπανία, Ολλανδία, Τουρκία) υπολειπόμεθα. Υπάρχουν σύγχρονες μονάδες που είναι καλά οργανωμένες στις οποίες όμως χρειάζεται συνεχής παρακολούθηση και βελτίωσή τους. Υπάρχουν όμως και μονάδες οικογενειακής μορφής που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται υποστήριξη από εξειδικευμένους επιστήμονες για βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους. Υπάρχουν πεδία που πρέπει να αλλάξει η κατάσταση, όπως είναι η οργάνωση των παραγωγών σε ομάδες και η βελτίωση του οδικού δικτύου».

 

– Με ποιον τρόπο κατά την γνώμη σας θα διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα των υπαρχουσών μονάδων;

«Η ανταγωνιστικότητα των μονάδων θα διασφαλιστεί με τη λήψη μέτρων όπως: Ενημέρωση-εκπαίδευση όλων των εμπλεκομένων στην παραγωγική διαδικασία. Δημιουργία ισχυρής παραγωγικής βάσης στα σύγχρονα θερμοκήπια της περιοχής. Ευέλικτο νομικό πλαίσιο για συνενώσεις μικρών μονάδων είτε σε ομάδες είτε σε συνεταιρισμούς. Δημιουργία ομάδων παραγωγών. Εμφαση στην ποιότητα και την τυποποίηση. Πιστοποίηση της παραγωγής (ολοκληρωμένη-βιολογική). Αξιοποίηση οργανωμένου σύγχρονου πρατηρίου (δράση η οποία προωθείται από την Περιφέρεια Πελοποννήσου)».

 

– Υπάρχει ένας διαρκής πειραματισμός στην περιοχή και συνεργασία με πολλούς πανεπιστημιακούς και ερευνητές. Θα μπορούσε αυτό να γίνει σε όλο το μήκος και το πλάτος της αγροτικής οικονομίας και κάτω από ποιες προϋποθέσεις;

«Η περιοχή της Τριφυλίας αποτελεί κέντρο διαρκούς πειραματισμού σε θέματα που αφορούν την τεχνική καλλιέργειας, την λίπανση, την προστασία της παραγωγής (ολοκληρωμένη-βιολογική αντιμετώπιση), την ολοκληρωμένη διαχείριση, τη βιολογική γεωργία, την αξιολόγηση νέων υβριδίων και ποικιλιών. Υπάρχει συνεργασία της Διεύθυνσης Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής Τριφυλίας της Περιφέρειας Πελοποννήσου με τα Γεωπονικά Πανεπιστήμια της χώρας μας και του εξωτερικού με ερευνητικά ιδρύματα και με διεθνείς οργανισμούς για μελέτη πολλών προβλημάτων. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί σε όλο το μήκος και το πλάτος της αγροτικής οικονομίας υπό προϋποθέσεις όπως: Καλύτερη χρηματοδότηση της γεωργικής έρευνας η οποία θα ασχοληθεί με τα υπαρκτά προβλήματα και τις ανάγκες της ελληνικής γεωργίας και δεν θα είναι εξηρτημένη από χρηματοδοτική υποστήριξη της Ε.Ε. που υποστηρίζει προγράμματα που πολλές φορές δεν έχουν καμία σχέση με τις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής γεωργίας. Στελέχωση των ερευνητικών ιδρυμάτων με ερευνητές με ταυτόχρονη αναδιάρθρωση του ΕΛΓΟ “Δήμητρα” με στόχο πάντοτε την εφαρμοσμένη έρευνα. Δραστηριοποίηση και ανάληψη πρωτοβουλιών από τις υπηρεσίες για επίλυση προβλημάτων που αντιμετωπίζει η γεωργία».

 

– Εχουν μέλλον στην περιοχή μας οι νέες μέθοδοι καλλιέργειας όπως είναι η υδροπονία;

«Η υδροπονική καλλιέργεια αποτελεί την σημαντικότερη ίσως προοπτική εξέλιξης των θερμοκηπιακών καλλιεργειών για τους εξής λόγους:

– Επιτυγχάνεται σημαντική αύξηση της παραγωγής.

– Βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων (ομοιομορφία προϊόντος κ.λπ.). 

– Εξοικονόμηση νερού και λιπασμάτων.

– Προστασία του περιβάλλοντος λόγω περιορισμού των χημικών αποβλήτων.

Στην περιοχή μας η υδροπονική καλλιέργεια εφαρμόζεται στο 8% του συνόλου των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Ομως τις απαραίτητες υποδομές και τον αναγκαίο εξοπλισμό διαθέτουν πολλές θερμοκηπιακές μονάδες οι οποίες μπορούν να μετατρέψουν τις καλλιέργειές τους σε υδροπονικές. Χρειάζεται όμως προσοχή, ενημέρωση, τεχνική υποστήριξη από ειδικούς και όχι βιαστικές κινήσεις για να μην έχουμε αστοχίες. Στην υδροπονική καλλιέργεια δεν συγχωρούνται τα λάθη και έχουν κόστος. Φαίνεται επομένως ότι η υδροπονία έχει μέλλον στην περιοχή».

 

– Τον τελευταίο καιρό πυκνώνουν τα δημοσιεύματα με πληροφορίες για την εγκατάσταση μεγάλων θερμοκηπιακών μονάδων στη Βόρεια Ελλάδα από επιχειρήσεις που δεν δραστηριοποιούνται στην αγροτική οικονομία. Θεωρείτε πως μπορούν να πετύχουν τέτοια εγχειρήματα;

«Είναι αλήθεια πως τον τελευταίο καιρό έχουμε εγκατάσταση μεγάλων σύγχρονων θερμοκηπιακών μονάδων στη Βόρεια Ελλάδα από επιχειρήσεις που δεν δραστηριοποιούνται στην αγροτική οικονομία. Κυρίως η εγκατάσταση αυτών των θερμοκηπίων γίνεται για συμπαραγωγή ενέργειας. Οι μονάδες αυτές μπορεί να πετύχουν, εάν αξιοποιήσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχουν οι περιοχές αυτές, που είναι το μικρό κόστος αγοράς γης και το μικρό κόστος εργασίας. Ωστόσο οι περιοχές αυτές έχουν και μειονεκτήματα διότι έχουν μεγαλύτερες ανάγκες θέρμανσης σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας μας. Ομως η αξιοποίηση της γεωθερμίας και άλλων εναλλακτικών μορφών θέρμανσης τους παρέχει τη δυνατότητα να είναι βιώσιμες και ανταγωνιστικές».

 

– Σε μια τέτοια προοπτική υπάρχουν κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα των μονάδων μικρομεσαίων παραγωγών;

«Δεν δημιουργείται πρόβλημα με την εγκατάσταση των νέων σύγχρονων μεγάλων μονάδων. Υπάρχει χώρος για όλους και τα περιθώρια είναι μεγάλα. Οι μονάδες αυτές καλλιεργούν σε υδροπονικά υποστρώματα, έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό και επιχειρηματική κατεύθυνση. Οι μονάδες μικρομεσαίων παραγωγών (οικογενειακής μορφής) θα πρέπει να οργανωθούν σε ομάδες, να αξιοποιήσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των περιοχών τους, να βελτιώσουν την ποιότητα και να εκσυγχρονισθούν».

 

– Η παραγωγή στην περιοχή έχει και εξαγωγικό προσανατολισμό. Ποιες είναι οι χώρες στις οποίες προσανατολίζεται η παραγωγή και ποια είναι τα χαρακτηριστικά που δίνουν πλεονεκτήματα στη δική μας περιοχή;

«Η κάμψη της εσωτερικής κατανάλωσης τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη διάθεση των προϊόντων. Οι τιμές παραγωγού συμπιέζονται εκ των πραγμάτων ενώ δεν ακολουθούν οι τιμές των εισροών. Η κατάσταση αυτή οδήγησε τους ανήσυχους και προοδευτικούς παραγωγούς της περιοχής στην αναζήτηση νέων αγορών και στην τοποθέτηση προϊόντων σε χώρες εκτός ΕΕ όπως πρώην ανατολικές χώρες και Βαλκανίων (όπου φαίνεται να έχουμε πλεονέκτημα από τους ανταγωνιστές Ισπανούς) και αυτό δίνει μια νότα αισιοδοξίας. Η εξωστρέφεια αυτή των παραγωγών τα 2-3 τελευταία χρόνια οδήγησε στη θεαματική αύξηση των εξαγωγών προς τους αναφερόμενους προορισμούς και κυρίως στα Βαλκάνια. Η βελτίωση των οδικών δικτύων και η μελλοντική ολοκλήρωση της Ιονίας Οδού θα είναι συγκριτικό πλεονέκτημα της περιοχής, καθώς θα είναι εύκολη και με μικρό κόστος η πρόσβαση στις αγορές. Η Κεντρική Ευρώπη (Γερμανία, Τσεχία κ.λπ.) και τα Βαλκάνια (Βουλγαρία, Ρουμανία κ.λπ.) είναι οι κύριοι εξαγωγικοί προορισμοί για τα κηπευτικά υπό κάλυψη και όλες οι χώρες της Ευρώπης για το καρπούζι». 

 

– Υπάρχουν έργα υποδομής που μπορούν να δώσουν ώθηση στην παραγωγή και τι νομίζετε ότι λείπει; Το Φιλιατρινό φράγμα αρκεί;

«Υπάρχουν σημαντικά έργα υποδομής που γίνονται στην περιοχή τα οποία μπορούν να δώσουν δυναμική στον κλάδο και ώθηση στην παραγωγή. Ενα από αυτά είναι και το Φιλιατρινό φράγμα το οποίο θα εξασφαλίσει επάρκεια νερού, αρίστης  ποιότητας νερό και μικρό κόστος άρδευσης. Με την χαμηλή αγωγιμότητα του νερού άρδευσης θα δοθεί η δυνατότητα σε πολλούς παραγωγούς να εγκαταστήσουν συστήματα υδροπονικής καλλιέργειας. Ομως από μόνο του το Φιλιατρινό φράγμα δεν αρκεί για να δοθεί η απαιτούμενη ώθηση στην παραγωγή. Η βελτίωση των οδικών δικτύων για εύκολη πρόσβαση στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις και στις αγορές είναι αναγκαία στις συνθήκες της σημερινής συγκυρίας. Η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (αιολικά πάρκα, φωτοβολταϊκά κ.λπ.) για υποστήριξη των ενεργειακών αναγκών των θερμοκηπίων είναι επιβεβλημένη».

 

– Εχει γίνει μεγάλη συζήτηση με το δημοπρατήριο αγροτικών προϊόντων. Τι νομίζετε ότι μπορεί να γίνει  με την υπόθεση αυτή;

«Τα δημοπρατήρια προσφέρουν ιδιαίτερα οφέλη στους παραγωγούς και ο ρόλος τους είναι: Προγραμματισμός παραγωγής προσαρμοσμένος στην εκάστοτε ζήτηση. Τυποποίηση των προς δημοπράτηση προϊόντων. Συλλογική πώληση των προϊόντων και είσπραξη της αξίας τους για λογαριασμό των παραγωγών. Ιδρυση των ομάδων παραγωγών. Τεχνική υποστήριξη των παραγωγών.

Είναι ανάγκη επομένως να προχωρήσει η ίδρυση ενός σύγχρονου δημοπρατηρίου όπως έχει ανακοινωθεί από την Περιφέρεια Πελοποννήσου γιατί μόνο οφέλη θα προκύψουν για τους παραγωγούς από την ίδρυσή του. Με την διαδικτύωση  δίνεται η δυνατότητα να δημιουργηθούν σύγχρονα δημοπρατήρια δημιουργώντας χώρους αποθήκευσης και συγκέντρωσης σε περιφερειακό επίπεδο. Απαιτείται όμως αλλαγή νοοτροπίας των παραγωγών, διασφάλιση της κρίσιμης μάζας προϊόντων για την οικονομική του βιωσιμότητα, πληρότητα, τεχνολογική δομή, και λειτουργία του με επαγγελματικό τεχνικό και οικονομικό μάνατζμεντ».   

 

– Τα τελευταία χρόνια  επαναλαμβάνονται διαρκώς ιδέες και προτάσεις για νέες καλλιέργειες, από το ιπποφαές μέχρι το γκότζι μπέρι; Πιστεύετε ότι μπορούν να αναπτυχθούν και υπό ποιες προϋποθέσεις;

«Η αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων οφείλει και πρέπει να είναι συνεχής. Θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα επιφυλακτικοί ώστε να μην υπάρξουν κακές επιλογές για να μην ζημιωθεί οικονομικά ο παραγωγός. Οι προϋποθέσεις είναι:

– Ερευνα αγοράς για διάθεση του προϊόντος.

– Οργάνωση, συμμετοχή σε ομάδες παραγωγών της καλλιέργειας επιλογής.

– Ενημέρωση από εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό στις ιδιαίτερες τεχνικές απαιτήσεις που μπορεί να έχει η καλλιέργεια για να είναι επιτυχής (για τις νέες καλλιέργειες η δυνατότητα τεχνικής υποστήριξης είναι πολύ περιορισμένη).

– Αξιολόγηση της προσαρμογής της καλλιέργειας στις συνθήκες της περιοχής».

                                          

– Τελικά τι νομίζετε ότι λείπει από την αγροτική οικονομία που θα μπορούσε να την κάνει ανταγωνιστική στο σύνολό της μέσα στο δύσκολο περιβάλλον που δημιουργούν η παγκοσμιοποίηση και οι νέες εμπορικές συμφωνίες που ανοίγουν όλο και περισσότερες πόρτες στην Ευρώπη για προϊόντα τρίτων χώρων;

«Χρειάζεται να δούμε από την αρχή κάποια πράγματα. Δεν λείπει ούτε το ανθρώπινο δυναμικό ούτε η τεχνογνωσία και η τεχνική υποστήριξη, τις βασικές προϋποθέσεις τις έχουμε (κλίμα, εδαφολογικές συνθήκες, ποικιλία προϊόντων κ.λπ). Λείπει η καλύτερη οργάνωση και η αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων που έχουμε. Απαιτείται συντονισμός όλων σε μία ενιαία εθνική στρατηγική για να μπορέσουμε να κάνουμε ανταγωνιστική την αγροτική οικονομία στο δύσκολο διεθνές περιβάλλον. Μια δυναμικά σχεδιασμένη και υψηλής διεθνούς ανταγωνιστικότητας -από πλευράς ποιότητας και τιμών- αγροτική οικονομία, που θα λειτουργεί με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια μπορεί να συμβάλει τόσο στη μείωση της εξάρτησης της χώρας από τις εισαγωγές όσο και στην αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων των αγροτών και των συνδεδεμένων με αυτούς επιχειρήσεων. Στρατηγικός στόχος για την ανάπτυξη μιας σύγχρονης και βιώσιμης αγροτικής οικονομίας θα πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καθετοποίηση των παραγωγών (φυσικών προσώπων, αγροτικών συνεταιρισμών και επιχειρήσεων σε συνδυασμό με την ανάπτυξη μεγάλης παραγωγής πρώτων υλών ή τελικών φυσικών ή/και ζωικών προϊόντων), ώστε να συμπιεσθεί συνολικά το κόστος παραγωγής και να ενισχυθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα ολόκληρου του κλάδου».

 

– Είστε αισιόδοξος για το μέλλον;

«Είμαι αισιόδοξος. Χρειάζεται όμως σκληρή προσπάθεια, οργάνωση, αλλαγή νοοτροπίας, συλλογική διαχείριση και ενιαία εθνική στρατηγική».

Κράτα το