Η γυμνή ζωή στην εποχή της βιοπολιτικής


Ημερομηνία δημοσίευσης: 20-03-05

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Ιταλού φιλοσόφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν «Homo Sacer» που θα κυκλοφορήσει σύντομα στην Eλλάδα

Του Γιαννη Σταυρακακη*

Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Homo Sacer: Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή

Mετ.:Παναγιώτης Tσιαμούρας, εκδ. Scripta

Τ ο βιβλίο του Ιταλού φιλοσόφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν «Homo Sacer», από το οποίο προδημοσιεύεται σήμερα ένα απόσπασμα, είναι μία από τις λιγοστές εκείνες παρεμβάσεις που συνεπαίρνουν τον αναγνώστη με τη φρεσκάδα και το βάθος της επιχειρηματολογίας τους. Πρόκειται για μια σύνθεση με πραγματικά εντυπωσιακό εύρος και συνεπαγωγές. Πολύ σχηματικά θα λέγαμε ότι βασικό του θέμα αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζεται και εδραιώνεται η βιοπολιτική, δηλαδή η πολιτικοποίηση της ζωής στο απλούστερο βιολογικό της επίπεδο, η αυξανόμενη συμπερίληψη της φυσικής «γυμνής ζωής» του ανθρώπου στους μηχανισμούς και τους υπολογισμούς της εξουσίας. Ενώ όμως ο Φουκώ, από τον οποίο αντλεί ο Αγκάμπεν, αντιδιαστέλλει τη βιοπολιτική –ως καθαρά νεωτερικό φαινόμενο– από τις παραδοσιακές εξουσιαστικές σχέσεις που επικεντρώνονται στους θεσμούς και στο κράτος, δηλαδή εν γένει από το κυριαρχικό / δικαιικό μοντέλο εξουσίας, σκοπός του Αγκάμπεν είναι να ανιχνεύσει την τομή και τις αρθρώσεις των δύο αυτών πεδίων έτσι ώστε να διατυπώσει μια συνθετική εννοιολόγηση της εξουσίας και της κυριαρχίας.

Προοδευτική πολιτικοποίηση

Ο συγγραφέας παρακολουθεί την προοδευτική πολιτικοποίηση της απλής, γυμνής ζωής από τον homo sacer, μια φιγούρα του Ρωμαϊκού Δικαίου, έως τη νοηματοδότηση του σώματος του μονάρχη και την πολιτική φιλοσοφία του Hobbes, και από τη λογική του habeas corpus μέχρι τον λόγο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υπό την έννοια αυτή, η φιγούρα του homo sacer λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης και ως πρώτη αποκρυστάλλωση της διαπλοκής κυρίαρχης εξουσίας και γυμνής ζωής, εγκαινιάζοντας μια μακρά πορεία εδραίωσης αυτού του σχήματος. Το τέλος του βιβλίου επιφυλάσσει στον αναγνώστη μια ρηξικέλευθη παρέμβαση στη συνεχιζόμενη συζήτηση σχετικά με τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και τον χαρακτήρα του ολοκληρωτισμού. Εδώ η λογική του homo sacer αποκτά τη διάσταση ενός γενικευμένου παραδείγματος, καθίσταται ο «νόμος» του μοντέρνου.

Και βέβαια, η σημασία αυτού του παραδείγματος, η κυριαρχία της βιοπολιτικής, δεν σταματάει με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μήπως σήμερα οι εξελίξεις στη βιοτεχνολογία και αλλού –από την είσοδό μας σε ό,τι έχει μάλλον εύστοχα ονομαστεί «κοινωνία του ρίσκου» μέχρι τις επίκαιρες συζητήσεις περί γενετικού ντόπινγκ– δεν επεκτείνουν το πεδίο της βιοπολιτικής στις πλέον απρόβλεπτες και δυνητικά επικίνδυνες ατραπούς; Αλλά και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας δεν εγκαινιάζει μια άνευ προηγουμένου παρείσφρηση του κράτους στο ίδιο το σώμα των πολιτών, από τη σταδιακή εισαγωγή του ελέγχου της ίριδας των ματιών μέχρι την αρχειοθέτηση των πληροφοριών για την υγεία, τη διατροφή και τα βιομετρικά χαρακτηριστικά των ταξιδιωτών; Μήπως τελικά ο Αγκάμπεν έχει δίκιο ότι σήμερα «είμαστε όλοι ανεξαιρέτως δυνάμει homines sacri»;

Φιγούρα του ρωμαϊκού δικαίου

Aν ο Foucault αμφισβητεί την παραδοσιακή προσέγγιση του ζητήματος της εξουσίας, όταν αυτή η προσέγγιση βασίζεται αποκλειστικώς σε δικαιικά μοντέλα («τι νομιμοποιεί την εξουσία;») ή σε θεσμικά μοντέλα («τι είναι το κράτος;»), και μας προτρέπει να «απελευθερωθούμε από το θεωρητικό προνόμιο της κυριαρχίας» για να συγκροτήσουμε μιαν αναλυτική της εξουσίας, η οποία δεν θα λαμβάνει πλέον ως μοντέλο και ως κώδικα το δίκαιο, πού βρίσκεται λοιπόν, στο σώμα της εξουσίας, η ζώνη αδιαφορίας (indifferenza) (ή τουλάχιστον το σημείο τομής) όπου τεχνικές εξατομίκευσης και ολοποιητικές διαδικασίες συγκλίνουν; Kαι, γενικότερα, υφίσταται ένα ενιαίο κέντρο στο οποίο ο πολιτικός «διπλός δεσμός» να βρίσκει τον λόγο ύπαρξής του; Ότι υφίσταται μια υποκειμενική πλευρά στη γέννηση της εξουσίας υπονοούνταν ήδη στην έννοια της servitude volontaire στο έργο του La Boetie· ποιο είναι όμως το σημείο στο οποίο η servitude volontaire των ατόμων επικοινωνεί με την αντικειμενική εξουσία; Είναι δυνατόν σε ένα τόσο αποφασιστικό πεδίο δράσης να αρκούμαστε σε ψυχολογικές εξηγήσεις, όπως εκείνη η οποία, μολονότι δεν στερείται υποδηλώσεων, εδραιώνει έναν παραλληλισμό μεταξύ εξωτερικών και εσωτερικών νευρώσεων; Και μπροστά σε φαινόμενα όπως η εξουσία της κοινωνίας του θεάματος, η οποία σήμερα μεταπλάθει παντού τον πολιτικό χώρο, είναι νόμιμο ή και απλώς δυνατό να κρατούμε χωριστές τις υποκειμενικές τεχνολογίες από τις πολιτικές τεχνικές;

Σκοτεινό σημείο

Mολονότι η ύπαρξη ενός ανάλογου προσανατολισμού φαίνεται να υπονοείται λογικώς στις έρευνες του Foucault, ο προσανατολισμός αυτός παραμένει ένα σκοτεινό σημείο στο οπτικό πεδίο· ένα σημείο που το μάτι του ερευνητή αδυνατεί να αντιληφθεί, δηλαδή ένα είδος σημείου φυγής το οποίο απομακρύνεται επ’ άπειρον και προς το οποίο οι διαφορετικές γραμμές της έρευνάς του (και, γενικότερα, ολάκερος ο δυτικός στοχασμός σχετικά με την εξουσία) συγκλίνουν, χωρίς όμως ποτέ να το φτάνουν.

H παρούσα έρευνα αφορά ακριβώς αυτό το κεκαλυμμένο σημείο τομής μεταξύ δικαιικο-θεσμικού μοντέλου και βιοπολιτικού μοντέλου εξουσίας. Aυτό που όφειλε να καταγράψει μεταξύ των πιθανών συμπερασμάτων της είναι ακριβώς ότι οι δύο αναλύσεις δεν μπορούν να διαχωριστούν, να απομονωθούν η μία από την άλλη, και ότι η περίληψη (inclusione) της γυμνής ζωής στην πολιτική σφαίρα συνιστά τον αρχέγονο πυρήνα –παρ’ ότι παραμένει κρυφός– της κυρίαρχης εξουσίας. ΄H μάλλον θα μπορούσαμε να πούμε ότι η παραγωγή ενός βιοπολιτικού σώματος είναι η πρωταρχική δραστηριότητα της κυρίαρχης εξουσίας. Yπό αυτήν την έννοια η βιοπολιτική είναι αρχαία όσο τουλάχιστον είναι και η κυρίαρχη εξαίρεση. Tο νεωτερικό κράτος, θέτοντας στο επίκεντρο των υπολογισμών και των εκτιμήσεών του τη βιολογική ζωή, το μόνο που κάνει είναι να επαναφέρει στο φως τον μυστικό δεσμό που ενώνει την εξουσία με τη γυμνή ζωή, επαναβεβαιώνοντας έτσι τον άρρηκτο δεσμό (σύμφωνα με μια στέρεη αντιστοιχία μεταξύ νεωτερικού και αρχαϊκού που μπορούμε να συναντήσουμε στις πλέον διαφορετικές σφαίρες) μεταξύ της μοντέρνας εξουσίας και του πλέον μακρινού και αμνημονεύτου των arcana imperii.(…)

Πρωταγωνίστρια αυτού του βιβλίου είναι η γυμνή ζωή του homo sacer, δηλαδή η φονεύσιμη και άθυτη ζωή (εκείνη που μπορεί να θανατωθεί ατιμωρητί, χωρίς ωστόσο να αποτελεί άξια θυσιαστήρια προσφορά [vita uccidi-bile e insacrificabile]), της οποίας την ουσιαστική λειτουργία στη νεωτερική πολιτική επιδιώξαμε να διεκδικήσουμε αναδεικνύοντάς την.

O όρος sacer

Mια σκοτεινή φιγούρα του αρχαϊκού ρωμαϊκού δικαίου, όπου η ανθρώπινη ζωή περιλαμβάνεται στην τάξη (ordiname-nto) μονάχα στη μορφή του αποκλεισμού της (δηλαδή της απόλυτης φονευσιμότητάς της), προσέφερε έτσι το κλειδί χάρη στο οποίο όχι μόνο τα ιερά κείμενα της κυριαρχίας, αλλά, γενικότερα, οι ίδιοι οι κώδικες της πολιτικής εξουσίας μπορούν να μας αποκαλύψουν τα μυστήρια τους. Ταυτοχρόνως, όμως, αυτή η πιθανώς παλαιότερη σημασία του όρου sacer μάς παρουσιάζει το αίνιγμα μιας φιγούρας του ιερού ένθεν και ένθεν του θρησκευτικού, που συνιστά το πρώτο παράδειγμα του πολιτικού χώρου της Δύσης. H θέση του Foucault θα πρέπει, λοιπόν, να διορθωθεί ή έστω να ολοκληρωθεί, υπό την έννοια πως αυτό που χαρακτηρίζει τη νεωτερική πολιτική δεν είναι τόσο η περίληψη της ζωής στην πόλη –καθαυτή αρχαιότατη– ούτε απλώς το γεγονός ότι η ζωή ως τέτοια καθίσταται ένα διακεκριμένο αντικείμενο των υπολογισμών και των προβλέψεων της κρατικής εξουσίας· αντιθέτως, αποφασιστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι, όσο προχωρά η διαδικασία ανάδειξης πανταχού της εξαίρεσης σε κανόνα, η σφαίρα της γυμνής ζωής, τοποθετούμενης αρχικά στο περιθώριο της τάξης, ταυτίζεται προοδευτικά με την πολιτική σφαίρα, έτσι ώστε αποκλεισμός (esclusione) και περίληψη (inclusione), εξωτερικό και εσωτερικό, βίος και ζωή, δίκαιο και γεγονός, εισέρχονται σε μια ζώνη μη αναγώγιμης αδιακρισίας (irriducibile indistinzione). H κατάσταση εξαίρεσης (stato di eccezione), στο πλαίσιο της οποίας η γυμνή ζωή ταυτοχρόνως αποκλειόταν και αιχμαλωτιζόταν από την τάξη, συνιστούσε, στην πραγματικότητα, στην ιδιαιτερότητά της, το κρυφό θεμέλιο πάνω στο οποίο στηριζόταν ολόκληρο το πολιτικό σύστημα· όταν τα όριά της ξεθωριάζουν και καθίστανται απροσδιόριστα, η γυμνή ζωή, που εκεί εγκατοικούσε, απελευθερώνεται στην πόλη και καθίσταται συνάμα το υποκείμενο και το αντικείμενο της πολιτικής τάξης και των συγκρούσεών της, ο μόνος τόπος τόσο της οργάνωσης της πολιτικής εξουσίας όσο και της χειραφέτησης από αυτήν.

Όλα λαμβάνουν χώρα ως εάν, παραλλήλως και ομοτρόπως προς την πειθαρχική διαδικασία διαμέσου της οποίας η κρατική εξουσία καθιστά τον άνθρωπο ως έμβιο ον το ειδικό αντικείμενό της, να ετίθετο σε κίνηση μια άλλη διαδικασία, η οποία συμπίπτει σε αδρές γραμμές με τη γέννηση της νεωτερικής δημοκρατίας, στο πλαίσιο της οποίας ο άνθρωπος ως έμβιο ον παρουσιάζεται όχι πλέον ως αντικείμενο, αλλά ως υποκείμενο της πολιτικής εξουσίας. Aυτές οι διαδικασίες, εν πολλοίς αντίθετες και (τουλάχιστον επιφανειακώς) σε οξύτατη διαπάλη μεταξύ τους, συγκλίνουν όμως στο γεγονός ότι σε αμφότερες τίθεται υπό διερώτηση η γυμνή ζωή του πολίτη, το νέο βιοπολιτικό σώμα της ανθρωπότητας.

Eργοβιογραφία

Ο Ιταλός φιλόσοφος Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Giorgio Agamben, γεν. 1942) διδάσκει αισθητική στο Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής της Βενετίας (IUAV). Κέρδισε αρχικά την αναγνώριση ως επιμελητής της έκδοσης των απάντων του Βάλτερ Μπένγιαμιν στα Iταλικά. Στα βιβλία του περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, «Το γλωσσικό ιδίωμα και ο θάνατος: σεμινάριο πάνω στον τόπο της αρνητικότητας» (1982), «Η ερχόμενη κοινότητα» (1990), «Ο χρόνος που μένει: σχόλιο για την Προς Ρωμαίους επιστολή» (2000) και «Η κατάσταση εξαίρεσης» (2003).

Το βιβλίο που του χάρισε τη διεθνή καταξίωση και κυκλοφορεί τώρα και στα Eλληνικά από τις εκδόσεις Scripta, «Homo Sacer: Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή», κυκλοφόρησε στα Iταλικά το 1995, ενώ πολύ γρήγορα, το 1998, εκδόθηκε η αγγλική του μετάφραση. Στα Ελληνικά, εκτός από δύο μπροσούρες των εκδόσεων «Ελευθεριακή Κουλτούρα» που συγκεντρώνουν λίγα σύντομα κείμενά του, κυκλοφορεί μονάχα το «Χρόνος και ιστορία. Κριτική του στιγμιαίου και του συνεχούς», μτφρ., πρλ. Δημήτρης Αρμάος, επίμετρο: δύο παρεμβάσεις από τους Ηρακλή Λογοθέτη και Ανδρέα Χριστινίδη, Αθήνα, Iνδικτος, 2003. Eχουν μεταφραστεί επίσης τα εξής άρθρα στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα: «Oχι στο βιοπολιτικό τατουάζ», (μτφρ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, τ. 84, 2004) και «Κατάσταση εκτάκτου ανάγκης», (μτφρ. Θεόφιλος Τραμπούλης, τ. 85, 2004).

*Ο κ. Γ. Σταυρακάκης είναι πολιτικός επιστήμων. Το κείμενο αποτελεί προσαρμογή του επιμέτρου που συνοδεύει το υπό έκδοσιν βιβλίο του Τζ. Αγκάμπεν «Homo Sacer: Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή».

κοινοποίησε το:

H «πολιτική πολιτισμού» της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Στις μέρες μας η «τοπικότητα» υφίσταται – παρά τα επιφαινόμενα – τις περισσότερες πιέσεις που δέχεται το «εθνικό κράτος» από τους αγωγούς της «παγκοσμιοποίησης», δηλαδή από τους διεθνοποιημένους μηχανισμούς παραγωγής αγαθών, πρώτιστα συμβολικών.

Συνέχεια ανάγνωσης H «πολιτική πολιτισμού» της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
κοινοποίησε το:

2004 Ομιλία του Μιχάλη Παπαγιαννάκη στο 4ο Συνέδριο του ΣΥΝ

11/12/2004
Μιχάλης Παπαγιαννάκης

Μετά από τόσα χρόνια παρουσίας του στην ελληνική κοινωνία και στην ελληνική πολιτική ζωή ο ΣΥΝ έχει αποκτήσει και ιστορικότητα και διακριτότητα και παρά τα όσα ακούμε, ακόμα και μέσα σε αυτό το Συνέδριο, και αυτονομία.

Η ιστορικότητα του δεν οφείλεται μόνο στα χρόνια που πέρασαν αλλά και στο γεγονός ότι είναι κληρονόμος μιας μακρότατης παράδοσης τόσο των οργανωμένων δυνάμεων της αριστεράς, από την πρώτη στιγμή που υπήρξε αριστερά με σύγχρονους όρους, όσο και των κατά καιρούς αντιπαραθέσεων τους, που και σήμερα εξακολουθούν να εκφράζονται.

Προσπαθούμε να ισορροπήσουμε επάνω τους και να τις χωνέψουμε σε μια σύνθεση. Αυτό είναι και ένα βασικό χαρακτηριστικό της διακριτότητας μας, αλλά όχι το μόνο. Προσπαθούμε να εντάξουμε σε αυτήν τη σύνθεση νέα ρεύματα ιδεών και αναζητήσεις που επιβάλλουν οι σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μας, οι πολίτες όλου του κόσμου: την οικολογία, την υπέρβαση των εθνικών κρατών, τη διαμόρφωση νέων πολιτικών υποκειμένων στην Ευρώπη και στον κόσμο. Και το κάναμε από την αρχή της ύπαρξης μας, και το κάνουμε και σήμερα σε απόλυτη αυτονομία σκέψης και δράσης, με αποτελέσματα που ασφαλώς και δεν μας ικανοποιούν πλήρως, που ασφαλώς ξενίζουν ή και ενοχλούν. Αυτά πάντως είναι εκείνα που διαμορφώνουν και τη φυσιογνωμία μας και το στίγμα μας, αυτά μας κράτησαν, μας κρατούν και θα μας κρατούν μαζί. Φυσικά και δεν αρκούν, γιατί αυτές οι γενικές κατευθύνσεις δοκιμάζονται από τη συγκυρία, από τις συγκεκριμένες κάθε φορά εξελίξεις, από τις ανάγκες της καθημερινής ζωής. Και αυτή η δοκιμασία θα έπρεπε να είναι το κύριο αντικείμενο του Συνεδρίου μας.

Και να τώρα το παράδοξο : να βλέπουμε και να ακούμε στη συζήτηση τη σχεδόν συνεχή αυτοαμφισβήτηση και της ιστορικότητας και της διακριτότητας και της αυτονομίας μας, το μηδενισμό της φυσιογνωμίας μας και την εξαφάνιση του στίγματος μας, με επιχειρήματα τις κριτικές των αντιπάλων, των ανταγωνιστών μας, εκείνων που δεν μας ψηφίζουν, άλλων που παίζουν το ρόλο θεατή και άλλων που το εγχείρημα δεν ικανοποιεί ή ενοχλεί ή βλάπτει. Ακόμα σοβαρότερο, αυτή κατεδαφιστική κριτική γίνεται στο όνομα μιας επιθυμητής «αριστερής στροφής» η οποία προτείνεται για να αποκτήσουμε επιτέλους την προφανώς ανύπαρκτη φυσιογνωμία μας, το προφανώς ουδέποτε ορισμένο στίγμα μας, την εξαφανισμένη «λαϊκότητα» μας, τον χαμένο μέσα στην ομίχλη ορίζοντα μας, το σοσιαλισμό!

Και έτσι, αντί να οικοδομήσουμε πάνω στα, με δυσκολίες και σε αντίξοες συνθήκες, κεκτημένα, επιστρέφουμε σε συζητήσεις από μηδενικής βάσεως. Αν είναι να το κάνουμε, ας το κάνουμε για άλλη μια φορά, αλλά σοβαρά και υπεύθυνα, όχι με υπαινιγμούς και επίκληση αυτονόητων αληθειών, όχι με κλεισίματα ματιών και με ανέξοδες συναισθηματικές εξάρσεις και λαϊκίστικες υπεραπλουστεύσεις.

Μπήκε, λέει, επιτέλους ο σοσιαλισμός ως κύριος στόχος μας και μάλιστα με τη σαφήνεια της αναφοράς ενός από τα κείμενα μας στην κοινωνικοποίηση της μέσων παραγωγής, σε διάφορες εκδοχές ανάλογα με τον ομιλητή. Φυσικά θα συνοδεύεται αυτός ο σοσιαλισμός από δημοκρατία και ελευθερία, όλων των πολτών φαντάζομαι. Αφήνω την ανεπάρκεια των διατυπώσεων, ίσως αναπόφευκτη σε ένα σύντομο συνεδριακό κείμενο. Αλλά απορώ με την σχεδόν απόλυτη έλλειψη ουσιαστικού προβληματισμού σχετικά με τις εμπειρίες του εφαρμοσμένου σοσιαλισμού σε όλες τις εκδοχές του και τα συμπεράσματα που καλούμαστε πολιτικά να εξαγάγουμε. Η οικονομική καθυστέρηση και τελική κατάρρευση της παραγωγής, της απασχόλησης και των εισοδημάτων, η πνευματική και ηθική εξαθλίωση, οι κολοσσιαίες κοινωνικές ανισότητες, η βιβλική οικολογική καταστροφή στην πρώην ΕΣΣΔ και τις λοιπές χώρες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, μόνο στην έλλειψη δημοκρατίας και ελευθερίας οφείλονται ή μήπως η εξαφάνιση της δημοκρατίας και η καταπίεση της ελευθερίας προέκυψαν από την επιβολή ενός οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού μοντέλου τους ήταν εχθρικό έστω κι αν τις επικαλούνταν ή τις υποσχόταν;

Ας προσθέσω ότι ο αποστασιοποιημένος παρατηρητής θα πρέπει να χαμογελά με κάποια συγκατάβαση όταν ακούει παράλληλα κάποιους από τους ομιλητές μας να θέλουν να διασώσουν, και σωστά, το κοινωνικό πρότυπο της Ευρώπης από τη λαίλαπα της σημερινής παγκοσμιοποίησης. Αυτό το πρότυπο όμως το επέβαλε μεταπολεμικά μια άλλη αντίληψη για το σοσιαλισμό, την οποία κάποιοι ομιλητές μας, αντί να θέλουν να διασώσουν και αναπτύξουν μας λένε ότι πρέπει να στείλουμε στη γη του πυρός !

Και πως να τη διασώσουμε και αναπτύξουμε ; Μα με την επιβεβαίωση της ανάγκης να διατηρήσουμε και να αναζωογονήσουμε τις ιδέες και τις πρακτικές του δημοκρατικού σοσιαλισμού, την ενίσχυση των συστατικών του στοιχείων που είναι ο ισχυρός συνδικαλισμός, η επιδίωξη με κάθε κόστος της πλήρους απασχόλησης και το κοινωνικό κράτος. Με τον εκσυγχρονισμό των μεθόδων και των μέσων που θα κάνουν τους στόχους αυτούς οικονομικά βιώσιμους στις σύγχρονες συνθήκες. Με την σύγκλισή του με την οικολογία που όλη η αριστερή σκέψη είχε παραμελήσει ή υποτιμήσει. Με τη σύνδεσή του με άλλα και νέα κινήματα όπως ο φεμινισμός, οι πολλαπλές διεκδικήσεις ποιότητας ζωής και πραγμάτωσης μεταϋλιστικών αξιών. Με την ανάδειξη των νέων συντεταγμένων για την οποιαδήποτε σοβαρή και αποτελεσματική ανάλυση και δράση που επιβάλλεται από μια παγκοσμιοποίηση που σήμερα δεν ελέγχεται πολιτικά και κοινωνικά, συντεταγμένες που σήμερα είναι αναγκαίο και χρήσιμο για μας, για την κοινωνική και πολιτική αριστερά, να ταυτιστούν με την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης, κάτι που με κάνει σχηματικά να ισχυρίζομαι ότι αυτή η πολιτική ενοποίηση, ως στόχος και ως επίτευγμα, είναι σήμερα η πιο αριστερή πολιτική πρόταση που υπάρχει πάνω στο τραπέζι έστω κι αν προωθηθεί, μέσα από τις δικές τους αντιφάσεις και για τους δικούς τους στόχους, από δεξιές Κυβερνήσεις ! Και επειδή πολλά δήθεν αυτονόητα λέγονται για το Ευρωσύνταγμα, ας συμφωνήσουν όσοι κόπτονται κιόλας για την αναζωογόνηση της εσωκομματικής πολιτικής ζωής να πάμε για ένα εσωκομματικό δημοψήφισμα επί του θέματος, για να έχουνε την ευκαιρία σοβαρότερης ανάλυσης και απόφασης του κόμματος.

Και βέβαια όλα αυτά δεν απαντούν σε όλα τα ζητήματα και τις επιμέρους λεπτομέρειες της συγκυρίας και των αναγκών της κοινωνίας μας. Δίνουν όμως το στίγμα της πορείας που μπορούμε να ακολουθήσουμε για να ανοίξουμε ρεαλιστικές προοπτικές για τις κοινωνίες μας. Υπό τον όρο ότι θέλουμε να το κάνουμε, ότι συνειδητοποιούμε τις πολιτικές προϋποθέσεις που πρέπει ικανοποιήσουμε, να δημιουργήσουμε, εμείς οι δυνάμεις της αριστεράς, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Δεν αρκεί να επικαλούμαστε όπως οι βροχοποιοί μάγοι των ινδιάνικων φυλών τα κινήματα. Είναι το άλας του κόσμου, οι κραυγές, οι στεναγμοί και οι επικλήσεις, το «γαμώτο» καμιά φορά, των κοινωνιών μας. Δεν προσχεδιάζονται, αντιδρούν. Δεν προγραμματίζονται, ξεσπούν. Δεν είναι αντικείμενο της αριστεράς, είναι το περιβάλλον της , ο βιότοπος της. Δεν είναι το υποκείμενο της. Η αριστερά καλείται να μετάσχει, να μάθει, να αξιολογήσει, να κεφαλαιοποιήσει, να διαμορφώσει σε αυτή τη βάση ιστορικό και πολιτικό σχέδιο, και βέβαια κρίνεται κάθε φορά, παίρνει ρίσκο αλλά και ανοίγει προοπτικές υλοποίησης του, πολιτικά. Δεν περιορίζεται στην «υποπολιτική» δράση. Καλείται να οργανώσει συνεκτικά και αποτελεσματικά, με συνέπεια αλλά και με συνέχεια, την πολιτική δράση. Και θα είναι τέτοια αν μπορεί η αριστερά να συμβάλει να δημιουργηθούν οι ευρύτερες και ισχυρότερες δυνατές κοινωνικές και πολιτικές συσπειρώσεις που να μπορούν να κερδίζουν, να μεταρρυθμίζουν , να αλλάζουν δομές και λειτουργίες της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό.

Δεν θα συμπαρασταθούμε στους αδύνατους ούτε θα βελτιώσουμε τη θέση τους αν, πέρα από την έκφραση αλληλεγγύης και συμπαράσταση στους αγώνες τους, δεν μπορούμε να συσπειρώσουμε πολιτικά και ηθικά στις διεκδικήσεις και απαιτήσεις τους στρώματα και δυνάμεις της παραγωγής και της δημιουργίας , της επιστήμης και της έρευνας, της διανόησης και της αναζήτησης. Και κάτι τέτοιο δεν γίνεται για λόγους φιλανθρωπίας ή συναισθηματικούς. Αλλά με την πεποίθηση ότι η αλληλεγγύη και η κοινή πορεία μαζί τους, με όλο το κοινωνικό και οικονομικό κόστος που προϋποθέτει και που δεν πρέπει να αποκρύπτουμε όπως συχνά κάνουμε, συνεπιφέρει μιαν άλλη και ανώτερη ποιότητα κοινωνικής συμβίωσης και πολιτικής λειτουργίας.

Δεν αντιπαρατιθέμεθα στην αχαλίνωτη παγκοσμιοποίηση με μόνες τις δίκαιες καταγγελίες για τις νέες ανισότητες και κρίσεις, αλλά και υποστηρίζοντας πολιτικούς θεσμούς και παρεμβάσεις σε όλα τα επίπεδα που ρυθμίζουν , προλαμβάνουν , ανακατανέμουν, την ισχύ και τον πλούτο, κι αυτό με κόστος κυρίως για μας που βρισκόμαστε (ακόμη;) από την προνομιούχα πλευρά της μπάρας που χωρίζει σήμερα τον κόσμο. Και αυτοί οι στόχοι απαιτούν συσπειρώσεις ισχυρότατες και αποτελεσματικές, συμβιβασμούς και συμφωνίες, επίπονες μεταρρυθμίσεις σε όλα τα επίπεδα διεθνές και εθνικό.

Δεν θα κάνουμε τίποτε για την καταπολέμηση της ανεργίας και την πλήρη απασχόληση χωρίς, πλάι από τα κινήματα εργαζομένων αλλά ανέργων και αποκλεισμένων, την επιδίωξη και επίτευξη ισχυρών διαρθρωτικών αλλαγών στο χρόνο και τις συνθήκες εργασίας, χωρίς ισχυρές οικονομικές παρεμβάσεις που είναι αναξιόπιστες αν δεν συμπεριλαμβάνουν και νέα έσοδα για ο κοινωνικό κράτος από μια ριζική φορολογική μεταρρύθμιση που δεν περιλαμβάνει μόνο την «πλουτοκρατία» αλλά και τα μεσαία στρώματα των οποίων τη στήριξη και ανοχή καλούμαστε να εξασφαλίσουμε με πολιτικούς και κοινωνικούς όρους, αντί να χαϊδεύομε με κάθε ευκαιρία τα αυτιά τους προσφέροντας καμιά φορά και αριστερό ή αντιιμπεριαλιστικό άλλοθι στην ασυλία τους. Και ακριβώς τα ίδια ισχύουν αν μιλήσουμε για το ασφαλιστικό, που είναι ως φαίνεται και επίκαιρο, ή για τα αυθαίρετα που είναι το σύγχρονο καρκίνωμα της αστικής ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος.

Δεν θα αναδείξουμε την οικολογική συνιστώσα της ταυτότητας και φυσιογνωμίας μας με απλές όσα ηχηρές κι αν είναι διακηρύξεις. Αλλά με το να ενσωματώσουμε ως οργανική συνιστώσα την οικολογική σκέψη και πρακτική σε όλες τις πολιτικές μας αναλύσεις και προτάσεις. Από εκείνες που αφορούν το… σοσιαλισμό μέχρι τις συνδικαλιστικές μας διεκδικήσεις και πρακτικές (υπήρξε και συνδικαλιστική υποστήριξη στη διατήρηση των μονοπύθμενων δεξαμενοπλοίων…), τις αναλύσεις και προτάσεις για τη γεωργία (δεν είναι εμφανής η αντίθεση μας στην υπερεντατκή και καταστροφική καλλιέργεια που αναπτύσσεται σε τόσες περιοχές της χώρας μας) για τον τουρισμό, τις μεταφορές και τις συγκοινωνίες, την αστική ανάπτυξη, την ενέργεια (αλήθεια, είμαστε υπέρ του φθηνού πετρελαίου ;…), τη βιομηχανία, τους ΧΥΤΑ (αυτήν την προσωρινή και πλήρως αναχρονιστική «λύση»…) κλπ κλπ. Και όχι μόνο να εντάξουμε αλλά και να υπηρετήσουμε αυτήν μας την αντίληψη, όπως τελικά δεν το κάναμε ικανοποιητικά με την περίπτωση των Ολυμπιακών Αγώνων, χάρη στην ας πω ολιγωρία και πολλών οπαδών της σημερινής αριστερής στροφής και του ξεκαθαρίσματος του στίγματος του κόμματος μας…

Δεν θα υπηρετήσουμε το σύγχρονο διεθνισμό μας και τον υποτιθέμενο, καμιά φορά, αριστερό ευρωπαϊσμό μας αν δεν καταπολεμήσουμε συγκεκριμένα και με το όποιο πολιτικό κόστος, μέσα στις γραμμές μας και έξω από αυτές, τον παλαιό και νέο εθνικισμό που αναιδέστατα εμφανίζεται και ως νέος πατριωτισμός, τον απομονωτισμό ως φάρμακο για τα δεινά της κοινωνίας, την ξενοφοβία, το ρατσισμό, τον εκκλησιαστικό ανορθολογισμό, τον αυτοταπεινωτικό επαρχιωτισμό στα πολιτιστικά μας, τον αναδυόμενο περιφερειακό ιμπεριαλισμό στα Βαλκάνια αλλού στη γειτονιά μας. Δεν υπάρχει μακεδονικό ζήτημα, λύθηκε στις αρχές του αιώνα, με τεράστιο ανθρώπινο κόστος. Υπάρχει ζήτημα επιβίωσης της γειτονικής μας χώρας χωρίς όνομα, κάτι που δεν μπορεί σοβαρά να αντιμετωπίζεται ως «σκοπιανό»! Το Κυπριακό δεν λύθηκε με την είσοδο της Κύπρου στην ΕΕ (που πολύ επιτυχώς εμείς εισηγούμασταν από την αρχή…), γιατί αφήνει απέξω το μισό νησί και μια από τις κοινότητες του, κάτι που γεννά αστάθεια και αβεβαιότητα, παρά την κοντόθωρη αυτοϊκανοποίηση των οπαδών των καθαρών λύσεων στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Η παρεμπόδιση της έναρξης διαπραγματεύσεων με την Τουρκία δεν υπηρετεί ούτε τα συμφέροντα της Ελλάδας, ούτε εκείνα της Ευρώπης ή του τουρκικού λαού. Οι πειρασμοί να επανέλθουμε σε τέτοιες αναδιπλώσεις πρέπει να παραμεριστούν αποφασιστικά από το ΣΥΝ.

Από όλα αυτά που επιλεκτικά ήλθαν στο νου μου όσο προσπαθούσα να καταλάβω τι σημαίνει η αναζήτηση ορισμένων για αναπροσδιορισμό της φυσιογνωμίας μας του στίγματος μας και της αυτονομίας μας με πείθουν ότι το ζήτημα που τίθεται από κάποιες πλευρές δεν είναι ο αναπροσδιορισμός τους αλλά η σκέτη αλλαγή τους. Πράγμα που είναι θεμιτό να επιδιώκεται αλλά με σαφήνεια, καθαρότητα και με πλήρη επίγνωση των πολιτικών συνεπειών. Αναδεικνύεται όσο ποτέ άλλοτε ένα δίλημμα που θεωρούσα ότι το έχουμε ξεπεράσει Εκείνο που μας καλεί να διαλέξουμε ανάμεσα στον περιορισμό και την περιχαράκωση για να την πω στην κατασκήνωση μέσα στα οικόπεδα που κληρονομήσαμε, χωρίς μάλιστα να κάνουμε και πλήρη απογραφή της κληρονομιάς πριν την αποδεχθούμε με τα οφέλη και τα χρέη της, από τη μια μεριά, και από την άλλη μεριά τη συνέχιση της προσπάθειας και τη βελτίωση της να ασκήσουμε συνολικό και συνεκτικό ρόλο στην όλη πολιτική ζωή, κεντρική και τοπική, με στόχο να επιβάλλουμε εδώ και τώρα αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, προόδους και κατακτήσεις που να πείθουν τους πολίτες ότι αξίζει να ασχολούνται με την πολιτική (που σήμερα απαξιώνεται κυρίως γιατί δεν μπορεί να επιτύχει τα όσα επαγγέλλεται…) σε όλα τα επίπεδα, και το κινηματικό και το θεσμικό και το διεθνές και το ευρωπαϊκό…). Προφανώς και σε ένα τέτοιο δρόμο δεν θα ισχυριστούμε ότι εμείς μόνοι μας θα επιτύχουμε. Αυτό πολλοί θεωρούν ότι καταργεί την αυτονομίας μας . Όμως η αυτονομία δεν εξαγγέλλεται, αναδεικνύεται από αυτά που λες και κάνεις στο χώρο και στον χρόνο. Εξάλλου αυτόνομα μπορείς να αυτοκτονήσεις, αυτόνομα να μονάσεις , αυτόνομα και να διαλεχθείς και να συμβάλεις σε κοινές προσπάθειες όταν αυτόνομα θεωρείς ότι αξίζει τον κόπο και υπάρχουν συνθήκες και όροι ισοτιμίας και αξιοπρέπειας, δικής σου αλλά κυρίως εκείνων που σε στηρίζουν και προσμένουν από σένα και αποτελέσματα.

Με αυτήν την έννοια δεν καταλαβαίνω αυτό το σύνδρομο του σκατζόχοιρου που καταλαμβάνει κάποιους συντρόφους στην προοπτική του οποιουδήποτε διαλόγου στην κεντρική πολιτική σκηνή, αλλά ακόμα και στην ευρύτερη αριστερά : γιατί και στην αποτυχημένη απόπειρα του ΣΥΡΙΖΑ εκείνο που έλειψε κυρίως ήταν ο ουσιαστικός διάλογος που σημαίνει ότι όλοι ακούνε όλους και ενδεχομένως αλλάζουν για να συνθέσουν προς το επιθυμητό αποτέλεσμα. Εγώ προτείνω να επιδιώξουμε εμείς τον διάλογο με τους όρους που εμείς θεωρούμε ικανοποιητικούς (ανάμεσα σε αμοιβαία αναγνωρισμένα πολιτικά υποκείμενα, ανοιχτός δηλαδή χωρίς προκαθορισμένο αποτέλεσμα, με ημερήσια διάταξη κοινά συμφωνημένη και εξελίξιμη,…) σε όλο το πολιτικό φάσμα. Ας διαμορφώσουμε εμείς το Φόρουμ διαλόγου που προτάθηκε προχτές : γιατί όχι και με συμμετοχή δυνάμεων του ή όλου του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων; Δεν πρόκειται για χιούμορ αλλά για ακραίο παράδειγμα (ρεαλιστικό μολαταύτα…) του τι εννοώ όταν υποστηρίζω την ανάγκη μιας πραγματικά εναλλακτικής πρότασης εξουσίας που περνάει από διάλογο και ανάγκη συσπείρωσης ευρύτατων πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων αν θέλουμε κάτι να αλλάξουμε σε αυτόν τον τόπο και σε αυτήν τη γενιά. Μια τέτοια προσπάθεια πράγματι θέλει ένα κόμμα που δεν συζητεί την αυτονομία του, έχει αυτοπεποίθηση και επιτρέψτε να προσθέσω τσαμπουκά, δεν διεκδικεί να είναι απλώς δύναμη μαρτυρίας, αποκάλυψης και καταγγελίας, αλλά θέλει να βάλει το χέρι στη ζύμη όπου πλάθεται το αύριο. Φυσικά με τόλμη και ρίσκο. Αλλά θα θυμίσω στους ενδεχόμενους σιγουρατζήδες ότι κρατάει τα χέρια του καθαρά όποιος δεν κάνει τίποτε…

κοινοποίησε το:

BHMA 22/10/2000 Με αφορμή την τέταρτη Πανελλήνια Συνάντηση Δημάρχων και Καλλιτεχνικών Διευθυντών του Εθνικού Πολιτιστικού Δικτύου Πόλεων

Αρφαρά Κάτια

Με αφορμή την τέταρτη Πανελλήνια Συνάντηση Δημάρχων και Καλλιτεχνικών Διευθυντών του Εθνικού Πολιτιστικού Δικτύου Πόλεων «Το Βήμα» ερευνά την πορεία του θεσμού και τα προβλήματα βιωσιμότητας που αντιμετωπίζουν κάποια από τα μέλη του Πολιτιστικό Δίκτυο πολλών ταχυτήτων πόλεις ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  22/10/2000 00:00

Πολιτιστικό Δίκτυο πολλών ταχυτήτων

emailεκτύπωση


Από το Διεθνές Κέντρο Χορού της Καλαμάτας στο Κέντρο Σύγχρονης Εικαστικής Δημιουργίας Ρεθύμνης και από το Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας στο Κέντρο Μουσικού Θεάτρου του Βόλου, στο Εικαστικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης της Λάρισας και στο Φωτογραφικό Κέντρο Σκοπέλου. Μέλη του Εθνικού Πολιτιστικού Δικτύου Πόλεων (ΕΠΔΠ), οι παραπάνω δήμοι με έργο σημαντικό τόσο σε πανελλήνιο όσο και σε διεθνές επίπεδο δεν αποτελούν παρά έξι από τους 22 συνολικά που έχουν ως τώρα ενταχθεί στο φιλόδοξο και, κατά γενική ομολογία, ευφυές πρόγραμμα δράσης που εμπνεύστηκε πριν από επτά χρόνια ο τότε υπουργός Πολιτισμού Θάνος Μικρούτσικος. Περιοριζόμενα συχνά σε τοπικό επίπεδο, εγκλωβιζόμενα ενίοτε στις εμμονές της τοπικής αυτοδιοίκησης, παραμένοντας άλλοτε ανενεργά ή αντιμετωπίζοντας κάποτε προβλήματα επικοινωνίας με το αθηναϊκό κέντρο, τα 16 υπόλοιπα μέλη του Δικτύου δρουν «υπό σκιάν». Εχοντας πλέον μεταβληθεί σε δίκτυο διαφόρων ταχυτήτων το ΕΠΔΠ εγείρει σήμερα, με αφορμή την τέταρτη Πανελλήνια Συνάντηση Δημάρχων και Καλλιτεχνικών Διευθυντών του πριν από λίγες ημέρες στη Βέροια, ένα αίτημα θεμελιώδες που θα καθορίσει τη βιωσιμότητα του θεσμού: την επαναξιολόγηση της εκάστοτε δράσης.

Θεσμοί, κτιριακή υποδομή, επιμόρφωση και επικοινωνία ήταν οι τέσσερις τομείς του ενιαίου οργανωτικά προγράμματος δράσης του ΕΠΔΠ που ξεκίνησε με στόχο να δραστηριοποιήσει πολιτιστικά την περιφέρεια συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην ανάπτυξη ενός «πολιτιστικού τουρισμού». Βασικές προϋποθέσεις για την ένταξη των πόλεων ήταν η επιλογή ενός συγκεκριμένου πολιτιστικού τομέα σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, η δημιουργία ανεξάρτητου φορέα υλοποίησης, η ύπαρξη καλλιτεχνικής διεύθυνσης και η συγχρηματοδότηση υπουργείου Πολιτισμού και του εκάστοτε δήμου. Τις εννέα πόλεις που μπήκαν πιλοτικά στην πρώτη φάση του προγράμματος (Βόλος, Καλαμάτα, Κομοτηνή, Ρέθυμνο, Σκόπελος, Λάρισα, Πάτρα, Κοζάνη και Βέροια) ακολούθησαν στη συνέχεια 13, αυξάνοντας σήμερα τον αριθμό σε 22, ενώ ως το τέλος του χρόνου θα ενταχθούν ακόμη το Κιλκίς (Διεθνές Φεστιβάλ Κουκλοθέατρου και Παντομίμας) και η Λευκάδα (Γιορτές Λόγου και Τέχνης).

Αναβάθμιση του θεσμού

Η συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στη Βέροια ­ έχει αναλάβει τον ρόλο συντονιστή του ΕΠΔΠ ­, παρουσία κατά την έναρξή της του υπουργού Πολιτισμού κ. Θεόδωρου Πάγκαλου, επιβεβαίωσε όχι μόνο την πολιτική βούληση για στήριξη του θεσμού αλλά και την επιτακτική ανάγκη αναβάθμισής του. «Ηταν πάγιο αίτημα από πέρυσι» εξηγεί μιλώντας στο «Βήμα» ο προϊστάμενος του ειδικού γραφείου για το ΕΠΔΠ κ. Τάκης Χατζημήτρος «να συγκροτηθεί μια επιτροπή στην οποία θα συμμετείχαν ορισμένοι δήμαρχοι και καλλιτεχνικοί διευθυντές των πόλεων του Δικτύου μαζί με εκπροσώπους του υπουργείου Πολιτισμού. Η επιτροπή δεν συστήθηκε όμως ποτέ και έτσι αποφασίσαμε η αξιολόγηση να γίνει από το υπουργείο. Σε μια πρώτη φάση καλέσαμε όλα τα κέντρα να ενεργοποιήσουν τις τριμελείς επιτροπές παρακολούθησης που είχαν μεν συσταθεί αλλά, από ό,τι πληροφορηθήκαμε, ουδέποτε είχαν συγκληθεί». Τα αποτελέσματα των επιτροπών ­«ήδη έχουν δραστηριοποιηθεί οι μισές πόλεις, ενώ ως το τέλος Νοεμβρίου θα έχουν συγκεντρωθεί και τα υπόλοιπα πορίσματα» ­ θα επιτρέψουν στο υπουργείο να αποκτήσει μια συνολική εικόνα της κατάστασης και να προχωρήσει στη συνέχεια στη διαδικασία αξιολόγησης «ανάλογα με το σε ποιο βαθμό οι πόλεις-μέλη έχουν επιτύχει τους στόχους που περιελάμβανε η προγραμματική τους σύμβαση».

Σύμβαση η οποία στην πλειονότητα των περιπτώσεων είναι δεκαετής και δεν αποκλείει το ενδεχόμενο διακοπής της στην περίπτωση πόλεων που είναι ανενεργές ­ όπως το Πολιτιστικό Καφενείο του Μελιγαλά και το Εθνογραφικό Ινστιτούτο Νότιας Ευρώπης της Φλώρινας ­ αλλά και μη ανανέωσής της σε πόλεις που θα μπορούσαν να γίνουν αυτοδύναμες, όπως η Δράμα. «Την πρόταση του υπουργού Πολιτισμού την εκλαμβάνουμε ως εκδήλωση ικανοποίησης για την επιτυχή πορεία του θεσμού, όπως και την πρόταση του γραφείου του ΕΠΔΠ για αναπαλαίωση της μεγάλης καπναποθήκης της Δράμας που ανακοίνωσε. Η απόδοσή της για κινηματογραφική χρήση αποτελούσε για εμάς στόχο ετών»δηλώνει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους κ. Αντώνης Παπαδόπουλος, διευκρινίζοντας ότι η παρουσία του κράτους θα μπορούσε να πάρει μελλοντικά άλλη μορφή, «αφού είναι δύσκολο τόσο το εθνικό όσο και το Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους να απογαλακτιστούν πλήρως από το υπουργείο». Από την άλλη η εξαντλητική εξέταση του γνωστικού αντικειμένου κάθε νέου μέλους του ΕΠΔΠ θα μπορούσε να αποτελέσει, σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, έναν από τους τρόπους διασφάλισης της σωστής λειτουργίας του, ενώ ο κ. Αντρέας Γιαννούτσος, καλλιτεχνικός διευθυντής του Εικαστικού Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης της Λάρισας, ακούγεται περισσότερο απαισιόδοξος: «Είναι αναγκαίο πια να αξιολογηθεί και να εκτιμηθεί η δράση κάθε κέντρου ούτως ώστε να υπάρξει μια ισόρροπη κατανομή των κονδυλίων. Οταν διευρύνεται το Δίκτυο πρέπει να αυξάνεται και ο κρατικός προϋπολογισμός».

Τα κριτήρια αξιολόγησης

Για τον κ. Δημήτρη Μαραγκόπουλο, καλλιτεχνικό διευθυντή του Κέντρου Μουσικού Θεάτρου Βόλου, τα κριτήρια αξιολόγησης αφορούν όχι μόνο τον αριθμό των θεατών κάθε δράσης ή τα έσοδα που μπορεί να υπάρξουν αλλά και το «ποιες είναι οι επαφές κάθε κέντρου με ευρωπαϊκούς οργανισμούς, ποιες είναι οι σχέσεις τις οποίες έχει αναπτύξει με άλλα κέντρα». Ο κ. Μαραγκόπουλος καταλήγει ότι τα κριτήρια αυτά θα μπορούσαν να εμπλουτισθούν σημαντικά με την αρωγή πόλεων που έχουν πλέον αποκτήσει σημαντική εμπειρία σε πανελλήνιο και διεθνές επίπεδο, όπως ο Βόλος και η Καλαμάτα. «Το διεθνές κομμάτι της δράσης μας πηγαίνει πολύ καλά αλλά αυτό δεν είναι τυχαίο. Η Καλαμάτα διέθετε από νωρίς ισχυρή πολιτιστική υποδομή» λέει η κυρία Βίκυ Μαραγκοπούλου,καλλιτεχνική διευθύντρια του Φεστιβάλ Χορού που μπαίνει ήδη στον έβδομο χρόνο λειτουργίας του, επισημαίνοντας ότι το σημαντικότερο πρόβλημα αυτή τη στιγμή που αντιμετωπίζει η διοργάνωσή του είναι το κτιριακό. Η μελέτη για την ανέγερση του Μεγάρου Χορού Καλαμάτας έχει χρηματοδοτηθεί, ενώ το κτίριο προβλέπεται να ολοκληρωθεί μέσα στην επόμενη τριετία. Στο πλαίσιο της δημιουργίας κτιριακής υποδομής στην περιφέρεια θα παραδοθεί την άνοιξη στο «χαμηλών τόνων» Κέντρο Αρχιτεκτονικής της Μεσογείου των Χανίων το μεγάλο Αρσενάλι. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του κ.Δημήτρης Αντωνακάκης διατυπώνει ωστόσο επιφυλάξεις σχετικά με τη δυνατότητα που θα έχουν, λόγω ελλείψεως στελεχών, να το αξιοποιήσουν επαρκώς, αφού «ο χώρος των 1.500 τ.μ. θα προσφέρεται μεταξύ άλλων και για φιλοξενία ποικίλων παραγωγών των πόλεων-μελών του ΕΠΔΠ».
Τα οικονομικά προβλήματα

Οι ανταλλαγές και οι συμπαραγωγές αποτελούν έναν από τους βασικούς στόχους του Φωτογραφικού Κέντρου Σκοπέλου και του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή του κ. Βαγγέλη Ιωακειμίδη. Παρά την απήχηση των δραστηριοτήτων του τόσο σε πανελλήνιο όσο και σε διεθνές επίπεδο, το κέντρο είχε αναγκαστεί να αναστείλει τη λειτουργία του την προηγούμενη χρονιά λόγω ενός ελλείμματος 30 εκατ. δρχ. που είχε δημιουργηθεί. Μία από τις κύριες αιτίες των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπισαν ορισμένα κέντρα οφειλόταν κυρίως στη μη τακτική εκταμίευση του προβλεπόμενου ποσού από το υπουργείο Πολιτισμού, γεγονός που τα τελευταία δύο χρόνια φαίνεται ότι έχει αντιμετωπισθεί. Απομένει όμως προς διερεύνηση το πώς μπορεί να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του θεσμού ανεξάρτητα από την εκάστοτε πολιτική βούληση. Ενδεικτική των επιπλοκών που έχει προκαλέσει στον θεσμό η απουσία ενός σταθερού πολιτικού πλαισίου αποτελεί η τοποθέτηση της διευθύντριας του Κέντρου Σύγχρονης Εικαστικής Δημιουργίας στο Ρέθυμνο, κυρίας Μαρίας Μαραγκού«Μετά τον θεσμό των Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων της Μελίνας Μερκούρη, η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρξε άλλο πρότζεκτ του υπουργείου Πολιτισμού που να βοηθά δυναμικά την περιφέρεια. Το ΕΠΔΠξεκίνησε φιλόδοξα αλλά στην πορεία κάτι δεν πήγε καλά, και υποψιάζομαι τι. Δεν είναι δυνατόν κάθε φορά που αλλάζει ο υπουργός να αλλάζει και η τακτική αντιμετώπισης του Δικτύου. Η διεύρυνσή του πρέπει από την άλλη να αποφασίζεται υπό όρους, διαφορετικά θα γίνεται μόνο για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Από εκεί και πέρα το Δίκτυο έχει να αντιμετωπίσει τις χρόνιες «ασθένειες» της τοπικής αυτοδιοίκησης. Είναι βέβαιο ότι δεν αντιμετωπίζουν όλοι οι δήμαρχοι με την ίδια ζέση τον πολιτισμό ή μιλώντας για πολιτισμό δεν εννοούν όλοι το ίδιο. Κάποιοι τον μπερδεύουν με το φολκλόρ, άλλοι με τις λαϊκές συναυλίες…».

κοινοποίησε το:

Το αναπτυξιακό μέλλον της Πελοποννήσου

Τα συμπεράσματα έρευνας η οποία πραγματοποιήθηκε με στόχο την εκπόνηση μακρόπνοου σχεδίου παρεμβάσεων

 

Η φυσιογνωμία των δήμων που δημιουργήθηκαν με το σχέδιο «Καποδίστριας»
Το αναπτυξιακό μέλλον της Πελοποννήσου
 


Πελοπόννησος, δύο περίπου χρόνια μετά τον «Καποδίστρια». Με πρωτοβουλία της Γενικής Γραμματείας Περιφέρειας Πελοποννήσου, το τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΤΕΙ Καλαμάτας ­ με την εποπτεία του προϊσταμένου του τμήματος και οικονομολόγου κ. Στ. Χρήσιμου ­ εκπόνησε μελέτη για την καταγραφή των βασικών χαρακτηριστικών των νέων δήμων (γεωφυσικά, κοινωνικοοικονομοτεχνικά, δημογραφικά, τεχνικών και κοινωνικών υποδομών) αλλά και τον προσδιορισμό της φυσιογνωμίας τους. Ποιες είναι οι αναπτυξιακές δυνατότητες που παρουσιάζουν καθένας ξεχωριστά ή θα μπορούσαν να παρουσιάσουν περισσότεροι του ενός μέσω μιας διαδημοτικής συνεργασίας; Θα αρκεστούν τελικά οι δήμοι στη διαχείριση της καθημερινότητας ή θα κατευθύνουν την τοπική ανάπτυξη στην περιοχή; Με στόχο ένα μακρόπνοο σχέδιο ­ καμβά για μελλοντικές παρεμβάσεις ­ οι ερευνητές κατηγοριοποίησαν τους δήμους με βάση δύο «σενάρια». Η πρώτη κατηγοριοποίηση αφορά τα χαρακτηριστικά των δήμων, σύμφωνα με την τυπολογία της Ευρωπαϊκής Ενωσης και με ιδιαίτερη έμφαση στον αγροτικό τομέα και στον τουρισμό (τομείς που θεωρούνται πρωταρχικοί και στον σχεδιασμό της Περιφέρειας). Στο δεύτερο «σενάριο», τα κριτήρια κατηγοριοποίησης υπακούουν σε μια γεωγραφική και χωροταξική λογική, που ευνοεί ιδιαίτερα τη διαδημοτική συνεργασία. Συνολικά διακρίνονται οκτώ ευρείες ζώνες αναπτυξιακού σχεδιασμού: παραλιακή Κορινθία, Ανατολική Κορινθία-Αργολίδα, Αργολικό πεδίο, ορεινή Κεντρική Πελοπόννησος (Γορτυνία, Μαντινεία, ορεινή Κορινθία), το κέντρο της Τρίπολης (για το οποίο απαιτείται ειδικός σχεδιασμός), Ταΰγετος – Πάρνωνας – Μιστράς – Σπάρτη, Νοτιοανατολική Πελοπόννησος και Δυτική Μεσσηνία.

«Αναπτυξιακό τέλμα» χαρακτηρίζουν οι ερευνητές την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Πελοπόννησος τα τελευταία χρόνια· μια κατάσταση που έχει τις ρίζες της στη δεκαετία του 1980, για να διευρυνθεί αργότερα και να αποκτήσει πιο έντονα χαρακτηριστικά από το 1990 και μετά.

Ενδοπεριφερειακά ο μόνος νομός που έχει δυναμική αναπτυξιακή πορεία σε όλη την τελευταία 25ετία είναι η Κορινθία, η οποία και ουσιαστικά «διασώζει» την Περιφέρεια Πελοποννήσου. Οι νομοί που βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση είναι της Λακωνίας και της Μεσσηνίας, δύο κατ’ εξοχήν τοπικές αγροτικές κοινωνίες στις οποίες τα προβλήματα της πρωτογενούς παραγωγής (γεωργία) δεν αντισταθμίστηκαν με την εκμετάλλευση άλλων συγκριτικών πλεονεκτημάτων (π.χ. στον τουρισμό). Από τους δύο άλλους νομούς, η Αρκαδία διασώζεται εν μέρει από τον τομέα των ορυχείων και της ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ στην Αργολίδα παρατηρείται μια μετατόπιση του κέντρου βάρους στον τουρισμό.

Σύμφωνα βέβαια με το Σχέδιο Περιφερειακής Ανάπτυξης για την Πελοπόννησο, απαραίτητη προϋπόθεση για οποιοδήποτε μελλοντικό σχέδιο είναι η ολοκλήρωση βασικών υποδομών, όπως για παράδειγμα τα συγκοινωνιακά δίκτυα. Η αποπεράτωση τμημάτων των εθνικών οδών Τρίπολης-Καλαμάτας, Τρίπολης-Σπάρτης-Μονεμβασίας-Νεάπολης και της Ιονίας οδού, όπως και η ολοκλήρωση του περιμετρικού οδικού άξονα της Πελοποννήσου και του Οριζόντιου άξονα (Αστρος-Τρίπολη-Βυτίνα-Αρχαία Ολυμπία) θεωρούνται αναγκαίες, έτσι ώστε ­ εκτός των άλλων ­ να υπάρχει εύκολη πρόσβαση στους κεντρικούς τουριστικούς πόρους της περιοχής. Αλλωστε η περιοχή διαθέτει μοναδικής ομορφιάς τόπους με ιστορικά μνημεία (όπως η Ολυμπία, η Επίδαυρος, οι Μυκήνες, η περιοχή του ναού του Επικουρίου Απόλλωνος, η Αρχαία Μεσσήνη, ο Μιστράς, η Τίρυνθα, τα Ανάκτορα του Νέστορος, η Μάνη) στους οποίους θα μπορούσαν να αναπτυχθούν εναλλακτικές μορφές τουρισμού.

Με δεδομένο ότι οι δήμοι παρουσιάζουν ποικιλομορφία, με περισσότερα του ενός χαρακτηριστικά, στην πρώτη κατηγοριοποίηση που επιχειρούν οι ερευνητές χρησιμοποιείται αύξουσα αρίθμηση που υποδηλώνει τη σχετική βαρύτητα των επί μέρους χαρακτηριστικών τους στη φυσιογνωμία κάθε δήμου. Ετσι λοιπόν ο Δήμος Αργους είναι κατά κύριο λόγο ένας αστικός δήμος με δεύτερο χαρακτηριστικό τις εντατικές καλλιέργειες και τρίτο την ύπαρξη ιστορικών μνημείων. Ομοίως ο Δήμος Ξυλοκάστρου παρουσιάζει ως πρωτεύον χαρακτηριστικό υψηλή εξάρτηση από τη γεωργική δραστηριότητα, ανήκει στους δήμους με παραλιακές ζώνες και τουριστικά θέλγητρα, και ­ κατά τρίτον ­ στην κατηγορία των δήμων με προστατευόμενο περιβάλλον.

Για καθαρά πρακτικούς λόγους ο συγκεκριμένος πίνακας παρουσιάζεται εδώ με βάση τα πρωτεύοντα χαρακτηριστικά και μόνο. Οι δήμοι χωρίζονται σε οκτώ κατηγορίες:

1 Ορεινοί απομονωμένοι και «γηρασμένοι» δήμοι (πληθυσμιακή εγκατάλειψη, περιβαλλοντική απερήμωση): Ηραίας, Κλείτορος, Κοντοβαζαίνης, Σκυρίτιδας, Φαλαισίας, Βοιών, Γερόνθρων, Ζάρακα, Νιάτων, Πελλάνας, Σμύνους, Αετού, Ανδανίας και η κοινότητα Τριπύλας.

2Δήμοι με εξάρτηση από τη γεωργική δραστηριότητα: Βαλτετσίου, Βόρειας Κυνουρίας, Κορυθίου, Λεωνιδίου, Ασωπού, Ελους, Θεραπνών, Κροκεών και Φαρίδος.

3Δήμοι με εντατικές καλλιέργειες: Κουτσοποδίου, Λέρνας, Μιδέας, Νέας Τίρυνθας, Βέλου, Βόχας, Ευρωστίνης, Νέας Κίου, Νεμέας, Ξυλοκάστρου, Σικυωνίων, Σολυγείας, Τενέας, Ανδρούσης, Αριος, Αριστομένους, Αρφαρών, Βουφράδων, Γαργαλιάνων, Δωρίου, Θουρίας, Μελιγαλά, Οιχαλίας, Παπαφλέσσα, Φιλιατρών, Χιλιοχωρίων και η κοινότητα Τρικόρφου.

4Δήμοι με μεγάλες παραλιακές ζώνες κατάλληλες για τουριστικές επιχειρήσεις: Ασίνης, Ερμιόνης, Κρανιδίου, Απόλλωνος, Ασσου-Λεχαίου, Λουτρακίου-Περαχώρας, Σαρωνικού, Τενέας, Γυθείου, Αβίας, Αιπείας, Αυλώνος, Κορώνης, Κυπαρισσίας, Λεύκτρου, Μεθώνης, Πεταλιδίου και Πύλου.

5Δήμοι με ιστορικά μνημεία (τουριστικά θέλγητρα): Ασκληπιείου, Επιδαύρου, Μυκηναίων, Μιστρά, Ιθώμης, Νέστορος και Είρας.

6Δήμοι με ορεινούς παραδοσιακούς οικισμούς και δασικές-οικολογικές εκτάσεις: Λυρκείας, Βυτίνας, Γόρτυνος, Δημητσάνας, Λαγκαδίων, Λεβιδίου, Τρικολώνων, Φαλάνθου, Στυμφαλίας, Φενεού, Ανατολικής Μάνης, Μονεμβασίας, Οινούντος και Οιτύλου.

7Δήμοι εξαρτημένοι από έναν τύπο βιομηχανικής δραστηριότητας: Μεγαλόπολης (ΔΕΗ) και Αγίων Θεοδώρων.

8Αστικές συγκεντρώσεις: Δήμοι Αργους, Ναυπλίου, Τρίπολης, Κορινθίων, Σπάρτης, Καλαμάτας και Μεσσήνης.
Η ταυτότητα της έρευνας

Για την ολοκλήρωση της έρευνας εργάστηκαν (κατ’ αλφαβητική σειρά) οι κκ. Σ. Βελίδης (γεωγράφος τοπογράφος, ερευνητής στο τμήμα ερευνών της ΔΕΠΟΣ), Κ. Γαλάνης (οικονομολόγος, σύμβουλος ανάπτυξης ΤΕΔΚ Μεσσηνίας και επιστημ. συνεργάτης του τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης), Ηλ. Γεωργαντάς (περιφερειολόγος, επιστημ. συνεργάτης και καθηγητής της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης), Μ. Θελερίτης (κοινωνιολόγος, σύμβουλος ανάπτυξης ΤΕΔΚ Κορινθίας), Ιωάννης Μπουλές (οικονομολόγος, καθηγητής τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης), Β. Πανάγου (οικονομολόγος, καθηγητής τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης και αντιπρόεδρος του ΤΕΙ – Κ) και Σ. Χρήσιμος (οικονομολόγος, καθηγητής και προϊστάμενος τμήματος Τοπικής Αυτοδιοίκησης). Ως βοηθοί μελετητές συνεργάστηκαν οι κυρίες Γ. Κακλίδου (Τοπική Αυτοδιοίκηση), Ν. Κόντη (οικονομολόγος), Β. Λιανοπούλου (κοινωνιολόγος), Αθ. Τσεκούρα (περιφερειολόγος) και οι κκ. Αθ.  Μπόβης (μαθηματικός Τοπικής Αυτοδιοίκησης), Ιωάννης Μπράττος (προγραμματιστής, συνεργάτης ΤΕΙ – Κ) και Κ. Πεφάνης (προγραμματιστής, συνεργάτης ΤΕΙ – Κ). Βασικές πηγές στατιστικών πληροφοριών ήταν η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδας και η Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης, ενώ πολύτιμη ήταν η συνδρομή της ΕΕΤΑΑ, των υπευθύνων των Τοπικών Ενώσεων Δήμων και Κοινοτήτων της Περιφέρειας (εξαιρουμένης της Λακωνίας) καθώς και της Γενικής Γραμματείας της Περιφέρειας.

Ο χάρτης των δυνατοτήτων

Σύμφωνα με τη δεύτερη κατηγοριοποίηση, οι ερευνητές σχηματίζουν «ζώνες», εντοπίζουν τα χαρακτηριστικά προβλήματα και προβλέπουν τον τύπο ανάπτυξης που θα ακολουθήσει. Ενδεικτικά για την παραλιακή Κορινθία: αναμένεται ακόμη πιο έντονη η αστικοποίηση της περιοχής ­ γειτνίαση με Αθήνα ­ και ολοκλήρωση μεγάλων έργων. Εντονη τάση κατοικήσεως παραλιακού κορινθιακού χώρου και στο τμήμα της Στερεάς (Αγιοι Θεόδωροι, Λουτράκι) και στον παραλιακό χώρο από την Κόρινθο ως το Ξυλόκαστρο. Αύξηση του πληθυσμού άνω του 15% ανά δήμο. Ανοδος της οικοπεδικής αξίας της γης, ένταση στα προβλήματα ύδρευσης, ανάγκη για διαδημοτική συνεργασία στη διαχείριση λυμάτων και απορριμμάτων.

Κεντρική Πελοπόννησος (Γορτυνία, ορεινή Ηλεία και Αχαΐα, ορεινή Κορινθία, Βόρεια Μαντινεία): αναμένεται ανάδειξη του χώρου ως ο σημαντικότερος ίσως ελληνικός προορισμός, με ορεινό τουρισμό και αγροτουρισμό. Βοηθά και η εύκολη συγκοινωνιακή σύνδεση με την Αττική, όπως και η αναβάθμιση του αρχαιολογικού χώρου της Ολυμπίας. Η ολοκλήρωση του δρόμου Βυτίνα-Αρχαία Ολυμπία και η βελτίωση του 111 προς Πάτρα θα μεταφέρουν προς την ορεινή Κεντρική Πελοπόννησο πολλαπλάσιο όγκο επισκεπτών.

Δυτική Μεσσηνία: Η Ιονία οδός και η συνδυασμένη επιρροή του δεσμού Τρίπολης-Καλαμάτας σηματοδοτούν το τέλος της συγκοινωνιακής απομόνωσης της Μεσσηνίας. Σημαντική η προοπτική για τη μαρίνα της Πύλου. Ανάγκη συμπληρωματικού σχεδιασμού, κυρίως σε θέματα εκπαίδευσης σε τουριστικά επαγγέλματα, διαχείρισης απορριμμάτων και λυμάτων, διαδημοτικής και επαρχιακής οδοποιίας καθώς και συμπληρωματικών επιχειρηματικών πρωτοβουλιών.

Νοτιοανατολική Πελοπόννησος (Καλαμάτα, Μάνη, Γύθειο, Μονεμβασία, Νεάπολη): Φαίνεται να σχηματίζεται ένας αυτόνομος τουριστικός προορισμός που περιλαμβάνει τη Μάνη, τη Μονεμβασία, τη Νεάπολη και τα Κύθηρα. Αναμένεται η αναβάθμιση των θαλάσσιων δρόμων στις μεταφορές. Το κλίμα που εξασφαλίζει μεγάλη τουριστική περίοδο, η οικολογική πολυμορφία και ο πολιτιστικός πλούτος ευνοούν την ανάπτυξη, για την οποία όμως απαιτείται η συνεργασία δήμων, νομαρχιών και περιφέρειας.

Ταΰγετος, Πάρνωνας, Μιστράς, Σπάρτη: Υπάρχει η δυνατότητα εκτεταμένης τουριστικής περιόδου, λόγω της εγγύτητας με την Αττική, που επιτρέπει εκτός των άλλων χειμερινό τουρισμό και μονοήμερες επισκέψεις. Αλλωστε διαμορφώνονται υποδομές ειδικών μορφών τουρισμού, όπως το οικολογικό πάρκο Πάρνωνα. Οικολογικός και θρησκευτικός τουρισμός, αγροτουρισμός, θαλάσσιος και πολιτιστικός τουρισμός έχουν σημαντικές προοπτικές. Κυριότερο έργο υποδομής ο οδικός άξονας Τρίπολης-Αστρους, η ολοκλήρωση του οποίου θα φέρει στην παραλιακή Κυνουρία νέες σχέσεις με την Τρίπολη και την Αττική.

Η Σπάρτη φαίνεται ότι δεν μπορεί μόνη της να αναλάβει την υποστήριξη του Νομού Λακωνίας ενώ το Γύθειο είναι πιθανότερο να πρωταγωνιστήσει στις νοτιότερες περιοχές ως κέντρο.

Αργολικό πεδίο: η περιοχή χαρακτηρίζεται από χωροταξικό χάος αλλά και το πλέον επώνυμο περιβαλλοντικό πρόβλημα της Πελοποννήσου, την υφαλμύρωση του πεδίου. Θα πρέπει να υπάρξει κοινός σχεδιασμός δήμων, νομαρχιών και περιφέρειας για την ανάπτυξη στα θέματα διαχείρισης του νερού (πόσιμου και αρδευτικού, προστασία από τους κινδύνους των υδροβόρων καλλιεργειών), των απορριμμάτων και του τουρισμού (οι αρχαιολογικοί χώροι στην Τίρυνθα, στις Μυκήνες, στο Ναύπλιο και στο Αργος μπορούν να αποτελέσουν έναν ενιαίο κύκλο περιήγησης).

 

Κράτα το

κοινοποίησε το:

Η σύγχρονη «ιδεολογία» της αρχιτεκτονικής

Γιακουμακάτος Ανδρέας

Από την αποδόμηση στην απλή γεωμετρία ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  08/11/1998 00:00

Η σύγχρονη «ιδεολογία» της αρχιτεκτονικής

Η κριτική αφήγηση της αρχιτεκτονικής της εποχής μας δεν είναι εύκολη υπόθεση. Όπως κάθε άλλη σύγχρονη δημιουργική εμπειρία, η διατύπωση οριστικών αξιολογικών διαγνώσεων για την κατάσταση της αρχιτεκτονικής fin de siecle δεν είναι ούτε δυνατή αλλά ούτε και επιθυμητή, ειδικά όταν αφορά το έργο νεότερων μελετητών σε εξέλιξη. Η κριτική άλλωστε δεν υπήρξε πάντοτε οξυδερκής: είναι γνωστή, για παράδειγμα, η αρχική μη αξιολόγηση του έργου του Aalto από τον Giedion ή οι αποστάσεις που κράτησε η διεθνής αρχιτεκτονική κοινότητα από το έργο ενός «περιφερειακού» δημιουργού όπως ο Luis Barragan, ως την τελική «αποκατάτασή» του τη δεκαετία του ’80.

Συνέχεια ανάγνωσης Η σύγχρονη «ιδεολογία» της αρχιτεκτονικής
κοινοποίησε το:

Το φαινόμενο Μπουρντιέ

Ο γάλλος κοινωνιολόγος βρίσκεται πάλι στο στόχαστρο ως εκπρόσωπος μιας αριστερής Αριστεράς που προβάλλεται εντόνως από τα ΜΜΕ και παίρνει θέση σε πολιτικά και κοινωνικά θέματα, θέλοντας να δημιουργήσει, κατά πολλούς, ένα «νέο πρότυπο διανοουμένου»

https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Pierre_Bourdieu,_painted_portrait_DDC_8931_(cropped).jpg#/media/File:Pierre_Bourdieu,_painted_portrait_DDC_8931_(cropped).jpg

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  13/09/1998 00:00

Το φαινόμενο Μπουρντιέ

Τον κατηγορούν ότι θέλει να πάρει στη γαλλική διανόηση τη θέση του Ζαν-Πολ Σαρτρ, να καλύψει το κενό που άφησε στον χώρο της «διανόησης των μέσων ενημέρωσης», όπως την αποκαλούν, η απώλεια του Λιοτάρ, του Ντελέζ, του Καστοριάδη ή του Φυρέ. Ο Πιερ Μπουρντιέ είναι ασφαλώς ο διασημότερος κοινωνιολόγος στη Γαλλία. Και έξω από αυτήν. Είναι ο πιο διάσημος γάλλος κοινωνιολόγος σε όλο τον κόσμο, και τα βιβλία του σημειώνουν εντυπωσιακές πωλήσεις, κυρίως στη Γερμανία, τις ΗΠΑ και τη Βρετανία.

Είναι επίσης ο πλέον αμφισβητούμενος. Τα τελευταία χρόνια, κάθε του κίνηση, καθετί που δημοσιεύει, καθετί που λέει, προκαλούν διαμάχες και αντιπαραθέσεις στη γαλλική διανόηση. Μια τέτοια έντονη διαμάχη γύρω από το πρόσωπο και τον ρόλο του, ως επιστήμονα και ως διανοούμενου, με πολιτική δραστηριότητα και ευρεία απήχηση και επιρροή, έχει ξεσπάσει, άλλη μια φορά, τις τελευταίες ημέρες στην πατρίδα του. Αφορμή στάθηκαν δύο βιβλία.

Το πρώτο έχει γραφτεί από τον ίδιο και έχει τον τιτλο «Η αρσενική κυριαρχία» (La domination masculine, εκδόσεις Seuil). Παρ’ ότι οι κριτικές αναφέρουν ότι δεν είναι ούτε το καλύτερο ούτε το πιο καλογραμμένο από όσα έχει παρουσιάσει ως σήμερα, βρέθηκε από την πρώτη στιγμή στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Το τηλεοπτικό περιοδικό «Telerama» τού αφιέρωσε υπό μορφήν συνεντεύξεων χώρο σε πέντε τεύχη, και όλοι άρχισαν να μιλούν γι’ αυτό. Προτού καλά καλά κυκλοφορήσει είχε ήδη προκαλέσει θύελλα επθέσεων, κυρίως από αριστερούς διανοουμένους.

Το δεύτερο έχει γραφτεί από μια πρώην φοιτήτρια και συνεργάτιδά του, τη Ζανίν Βερντές-Λερού. Εχει τον αφηρημένο τίτλο ­ αναφορά σε ένα έργο του Μαξ Βέμπερ της δεκαετίας του ’20 ­ «Ο σοφός και η πολιτική» (Le savant et la politique, εκδόσεις Grasset) και τον πολύ συγκεκριμένο, και ιδιαίτερα εύγλωττο υπότιτλο, «Δοκίμιο για την κοινωνιολογική τρομοκρατία του Πιερ Μπουρντιέ».

Η κοινωνιολόγος, που ειδικεύεται στις σχέσεις των διανοουμένων με τον κομμουνισμό, έχει γράψει σε λίγες σελίδες μια λεπτομερέστατη και φαρμακερή ανάλυση της προσωπικότητας του Μπουρντιέ, της ομάδας των συνεργατών και των έργων του. Τον κατηγορεί για υπέρμετρη φιλοδοξία, για υπερβολική εκμετάλλευση των μέσων ενημέρωσης, για επιστημονική ασυνέπεια, για δικτατορική συμπεριφορά. Ισχυρίζεται ότι χρησιμοποιεί τη φήμη του και τα δήθεν επιστημονικά έργα του για να περάσει ένα ιδεολογικό μήνυμα, και ότι προσπαθεί να γίνει ο προφήτης ενός επικίνδυνου αριστερίστικου δόγματος. Αποκαλεί τη σκέψη του «Κοινωνιολογία του στομαχιού», που συνίσταται σε δύσπεπτα βιβλία και νοθευμένες έννοιες. Κυρίως, εκφράζει την ανησυχία της για ένα ζήτημα που θεωρεί ιδιαιτέρως επικίνδυνο: το νέο πρόσωπο του διανοούμενου που προβάλλει ο Μπουρντιέ.

Ακριβώς, αυτό το τελευταίο είναι που προκαλεί τις εντονότερες αντιδράσεις απέναντι σε αυτό που αποκαλείται «η περίπτωση Μπουρντιέ». Η δεδηλωμένη τοποθέτηση του Πιερ Μπουρντιέ στα αριστερά της Αριστεράς, η πολιτική του δραστηριότητα και η ακραία συμπεριφορά του, αλλά και η διαρκής προβολή του προσώπου και του έργου του από τα μέσα ενημέρωσης έχουν ενοχλήσει πολλούς. «Χωρίς αμφιβολία, δεν υπάρχει σήμερα κανένα άλλο παράδειγμα σύγχρονου διανοητή με τέτοιο μηχανισμό διάδοσης και προώθησης της σκέψης του» γράφει ο Πατρίκ Κεσισιάν στη «Le Monde». Κατ’ αρχήν, είναι καθηγητής στα εγκυρότερα ιδρύματα της πατρίδας του, στο Κολέγιο της Γαλλίας και τη Σχολή Ανωτάτων Σπουδών στις Κοινωνικές Επιστήμες, όπου είναι διευθυντής μελετών. Είναι επίσης εκδότης, με τη συλλογή «Liber» και τη σειρά Liber-Raisons d’ Aagir που εκδίδει σε συνεργασία με τις εκδόσεις Seuil, και από τις οποίες έχουν προέλθει πολλά μπεστ-σέλερ, καθώς και με την επιθεώρηση Actes de la recherche en sciences sociales.

Από τη στιγμή που ο διακεκριμένος επιστήμων αποφάσισε να εξέλθει από την ακαδημαϊκή σφαίρα και να μετατραπεί σε δημόσιο πρόσωπο αναλαμβάνοντας πολιτική δραστηριότητα, και παίρνοντας θέση σε κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, έστρεψε επάνω του τα πυρά των συναδέλφων του και των διανοουμένων της Γαλλίας, κυρίως εκείνων που ανήκουν στον χώρο της Αριστεράς. Η κρίσιμη στιγμή, εκείνη που πυροδότησε τον πόλεμο, υπήρξε ο χειμώνας του 1995, όταν ο Μπουρντιέ πήρε ανοιχτά και ενεργά θέση υπέρ των απεργών. Από τότε εξακολούθησε να παρεμβαίνει, υπέρ των ανέργων, υπέρ των λαθρομεταναστών, εναντίον της φιλελεύθερης κοινωνίας που δημιουργεί απόκληρους, εναντίον της «νεοφιλελεύθερης τρόικας» του Μπλερ, του Ζοσπέν και του Σρέντερ. Ο πόλεμος εναντίον του μαίνεται, παρ’ ότι ο ίδιος ­ ηγεμονικά, όπως λένε οι επικριτές του ­ έχει απαγορεύσει κάθε συζήτηση εκτός των πλαισίων που ο ίδιος θεωρεί λογικά.

Η διχοτόμηση είναι πολύ βαθιά και αρκετά παλιά. Στην τελευταία επίθεση, η Ζανίν Βερντές-Λερού δεν ήταν η πρώτη που έστρεψε τα πυρά της εναντίον του Μπουρντιέ. Τον περασμένο Ιούλιο, και λίγες μόνο ημέρες πριν από την κυκλοφορία του βιβλίου της, ο Ολιβιέ Μονζέν και ο Ζοέλ Ρονάν κατακεραύνωναν τον κοινωνιολόγο μέσα από τις σελίδες του περιοδικού «Esprit» (που αντιπροσωπεύει τη φιλελεύθερη και με χριστιανικές επιρροές Αριστερά). Τον κατηγορούσαν ότι θέλει συνεχώς να δίνει μαθήματα, αλλά συγχέει όλο και περισσότερο την κοινωνιολογία με την πολιτική στράτευση. Τόνιζαν, δε, ότι τουλάχιστον οι ίδιοι δεν έχουν ανάγκη κανενός μαθήματος από τον δογματικό καθηγητή.

Η αντιπαράθεση του περιοδικού με τον Μπουρντιέ έχει αρχίσει, όπως δήλωσε ο Ολιβιέ Μονζέν, στο «Nouvel Observateur», εδώ και είκοσι χρόνια. Στην αρχή, περιοριζόταν σε σχετική επιστημονική συζήτηση για τα έργα του. Στη συνέχεια όμως μετεβλήθη σε ανοιχτό πόλεμο μεταξύ των «ρεφορμιστών» και του Μπουρντιέ, όταν ο τελευταίος πήρε θέση εναντίον του σχεδίου Ζοσπέν στις απεργίες του ’95, και όταν οι φοιτητές του δημοσίευσαν τον «Δεκέμβρη των γάλλων διανοουμένων» με τον οποίον, υπογραμμίζει ο διευθυντής του «Esprit», ο καθηγητής του Κολεγίου της Γαλλίας θέλησε «να τα ψάλει στην Αριστερά, αραδιάζοντας σοφίσματα, αναθέματα και ψέματα».

Στη διαμάχη του «Esprit» με τον Μπουρντιέ έχουν πάρει θέση εναντίον του τελευταίου και οι φιλόσοφοι Αλέν Φινκελκρότ και Μπερνάρ-Ανρί Λεβί. Από την πλευρά τους, ο Λυκ Φερί και ο Αλέν Ρενό στο έργο τους «Η διανόηση του ’68», που κυκλοφόρησε επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης τριάντα χρόνων από τον Μάη του ’68, αφιέρωσαν ένα κεφάλαιο στον Μπουρντιέ χαρακτηρίζοντας τη σκέψη του «ως εκλεπτυσμένη παραλλαγή του χυδαίου μαρξισμού». Δεδηλωμένοι μαρξιστές έχουν επανειλημμένως συγκρουσθεί μαζί του, κυρίως οι μαθητές του Αλτουσέρ, Ζακ Ρανσιέρ και Ετιέν Μπαλιμπάρ, που του επετέθησαν επειδή τόλμησε να αμφισβητήσει τον παράξενο μαρξισμό που διεκήρυσσε ο δάσκαλός τους.

Οι επικριτές του Μπουρντιέ δεν περιορίζονται φυσικά στον χώρο της Αριστεράς. Εναντίον του έχουν καταφερθεί και εξακολουθούν να καταφέρονται και εκπρόσωποι της Δεξιάς και όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Φιλελεύθεροι, κληρονόμοι του Ρεμόν Αρόν, όπως ο Ζακ Μανάν ή ο Ζαν Μπεσλέρ, ή «ανεξάρτητοι», όπως ο Ρεμόν Μπουντόν, κοροϊδεύουν τις σκέψεις και τις ιδέες του, ενώ ο Μισέλ Κροζιέ τον κατηγορεί ότι είναι κοινότοπος. Το 1982, όταν ασχολήθηκε με τη γλώσσα στο βιβλίο «Εκείνο που θέλει να πει το ομιλείν», πολλοί ειδικοί του τομέα αυτού, φιλόσοφοι και γλωσσολόγοι, και κυρίως οι μαθητές του Βιτγκενστάιν, είχαν γελάσει. Ο Εντγκάρ Μορέν, που αποκαλείται «πάπας του Τύπου», έχει καθιερώσει το επίθετο «μπουρντιεθεϊκός», το οποίο επαναλαμβάνει ειρωνικά ο Ζαν Μποντριγιάρ. Ο Μισέλ Μαφεζολί έχει προσθέσει το περιφρονητικότερο «μπουρντιεοειδής», ενώ πολλοί μιλούν για «μπουρντιεολογίες»,

Υπάρχει όμως και ο αντίλογος. Το καινούργιο που φέρνει η προσωπικότητα του Πιερ Μπουρντιέ είναι ότι έχει ξεπεράσει τα στενά όρια της πανεπιστημιακής κοινότητας και της διανόησης ­ ακόμη και εκείνης που προβάλλεται διαρκώς από τα μέσα ενημέρωσης ­ και έχει φθάσει στο ευρύ κοινό, συσπειρώνοντας γύρω του ένα ανομοιόμορφο σύνολο οπαδών. Οι οπαδοί αυτοί διακρίνονται σε στρατευμένους οπαδούς διαφόρων οργανώσεων, σε ακροαριστερές ομάδες και σε ανέργους (τους οποίους υπερασπίζεται) και σε απλούς ανθρώπους, που είναι απογοητευμένοι από τα παραδοσιακά κόμματα. Ο Μπουρντιέ έχει γίνει ο εκφραστής ­ και αυτό δεν πρέπει να υποτιμάται ­ όλων εκείνων που δεν έχουν φωνή και που ­ για διαφορετικές αιτίες ­ απορρίπτουν τις κυρίαρχες τάσεις και τα κόμματα, και περιμένουν μια άλλη πρόταση.

Παρά τα όσα ισχυρίζεται η Ζανίν Βερντές-Λερού στο βιβλίο της, ελάχιστοι είναι εκείνοι που αμφισβητούν το επιστημονικό έργο του Μπουρντιέ. «Μπορεί να δηλώνει κανείς υπέρ ή κατά του Μπουρντιέ, δεν μπορεί όμως να διαγράφει ολόκληρο το έργο του» γράφει ο Λοράν Λεμίρ στο «Nouvel Observateur». Και συνεχίζει τονίζοντας πως, αν ο Μπουρντιέ ήταν άχρηστος ως επιστήμων δεν θα ήταν ο πρώτος κοινωνιολόγος στην ιστορία που τιμήθηκε, το 1993, με το Χρυσό Μετάλλιο του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, ανώτατη διάκριση στον τομέα της έρευνας στη Γαλλία. Ο Φιλίπ Τεσόν, από την πλευρά του, τονίζει στη «Figaro»: «Πρέπει να του αναγνωρίσουμε μια καθ’ όλα συνεπή σκέψη, την οποία μαρτυρεί το έξοχο επιστημονικό έργο του… Οι επιστημονικές του γνώσεις δεν αμφισβητούνται, και ακόμη λιγότερο οι επιστημονικές μέθοδοί του».

Ισως η ουσία του φαινομένου Μπουρντιέ να βρίσκεται στα όσα γράφουν γι’ αυτόν δύο συνάδελφοί του στη «Le Monde». Ο Μπερνάρ Λαΐρ, καθηγητής του Πανεπιστημίου Λυμιέρ-Λυών 2 και μέλος του Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Γαλλίας, αναγνωρίζει τόσο το επιστημονικό κύρος του Μπουρντιέ όσο και το επιστημονικό χρέος του ιδίου προς αυτόν. Του αποδίδει όμως μια «αλαζονεία», η οποία έχει ως «σύμπτωμα» μια «ανεπαρκή συλλογική λειτουργία», και τον κατηγορεί ότι ηθελημένα και επιδέξια συντηρεί μια σύγχυση ανάμεσα στη λογική της επιστήμης και στη λογική της πολιτικής.

Ο δε Πατρίς Πινέλ, διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και Ιατρικής Έρευνας, ο οποίος δεν ανήκει στον «πρώτο κύκλο» των μαθητών του Μπουρντιέ, κρίνει ότι είναι προτιμότερο να κρατηθεί μακριά από του καβγάδες γύρω από την «περίπτωση Μπουρντιέ», η οποία κατά τη γνώμη του έχει μετατραπεί σε «αντικείμενο των μέσων ενημέρωσης που οξύνει ιδιαίτερα τα πάθη». Ο ίδιος διαπιστώνει συνεχώς στην καθημερινή πρακτική την επιστημονική εγκυρότητα του έργου του κοινωνιολόγου και την ακρίβεια των «οργάνων που μας έχει δώσει για να απεμπλέξουμε την πολυπλοκότητα του κοινωνικού κόσμου». Ίσως αυτό, επισημαίνει, είναι και το σημαντικότερο.

κοινοποίησε το:

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό