Υπάρχει πολιτική αποδοχής χορηγιών στο Δήμο Καλαμάτας και στήριξη του σωστού ανταγωνισμού της τοπικής οικονομίας;

Με αφορμή την «χορηγία» 5000 € για «ανάπλαση» της πλατείας Αβραμόγιαννη διατυπώνεται το ερώτημα:  ( Ή καλύτερα:  Μπορεί το συγκεκριμένο περιστατικό να αποτελέσει «ΕΝΑΥΣΜΑ» για μια προσεκτικότερη μελέτη των προσφορών χορηγών  από την Εκτελεστική Επιτροπή του Δήμου; )

Γιατί πραγματικά υπάρχει ο κίνδυνος να «εκτελεί»  στη κυριολεξία, η «Επιτροπή» αξίες και έννοιες  όπως είναι αυτή της σωστής χορηγίας και της λειτουργίας των κοινόχρηστων χώρων του δήμου.  Συχνά χρησιμοποιείται ο όρος «Χορηγία» προσχηματικά , ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για καθαρά εμπορικές συμβάσεις διαφήμισης ή προβολής μεταξύ κερδοσκοπικών εταιριών – οργανισμών , με αντιπαροχή την προβολή του χρηματοδότη ή και με στόχο μία «πειρατικής» μορφής διαφήμιση , γεγονός που αμαυρώνει τον χορηγικό θεσμό και επιτείνει τη σύγχυση. Με τη Χορηγία  κατά τη γνώμη μας δεν πρέπει να επιδιώκεται η προώθηση προϊόντων και δεν προωθείται ο καταναλωτής στην αγορά τους , όπως με τη διαφήμιση. Στη χορηγική επικοινωνία δεν αναφέρεται το προϊόν αλλά η επωνυμία της παραγωγού εταιρείας.

Η δημοτική αρχή μέσω του αντιδημάρχου κ. Ριζά διατυπώνει την πολύ…. αναλυτική άποψη «… κι όπως καταλαβαίνετε ,το σύστημα με τις χορηγίες λειτουργεί ανταποδοτικά. Κάτι δίνεις και κάτι παίρνεις….» (κομψό!) .

Το τι παίρνεις στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι γνωστό. Στέλνοντας δημότες σε ένα συγκεκριμένο super market και αγοράζοντας ορισμένα  προϊόντα μιας συγκεκριμένης πολυεθνικής εταιρείας θα συγκεντρωθεί το ποσό των 5000€ .Στη συνέχεια η εταιρεία θα το διαθέσει για την ανάπλαση μια πλατείας που έχει επιλεγεί από κοινού με τον δήμο .

Το τι «δίνεις» κάθε φορά ίσως να μην ενδιαφέρει και τόσο τους… μελετητές της Εκτελεστικής Επιτροπής του Δήμου μας. Στην επιστολή της η εταιρεία αναφέρει μεταξύ άλλων: «… Στα πλαίσια της γενικότερης και αποδεδειγμένης  ευαισθητοποίησης και των 2 εταιρειών στον τομέα της Κοινωνικής Ευθύνης, ενέργειες σαν αυτές αποτελούν το έναυσμα (!!!) για καλυτέρευση της ποιότητας ζωής των Δημοτών σας!!!….». Ίσως θα έπρεπε για το «εναυσμα» της συζήτησης να αναφέρουμε έστω και παρενθετικά ότι κτήρια σημαντικού όγκου και κλίμακας με την μορφή μεγάλων super market , περιβαλλόμενων  από μεγάλης έκτασης parkings υποβαθμίζουν το ασικό περιβάλλον στο εσωτερικό των πόλεων γιατί προκαλούν διάσπαση της συνέχειας της πόλης και των ελεύθερων χώρων της στις περιοχές όπου χωροθετούνται . Με αυτή τη μονολειτουργία  ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων   μετατρέπονται σε έρημες εκτάσεις  στο εσωτερικό της  πόλης κατά τις ώρες της μη λειτουργίας τους , αποσυνθέτοντας έτσι και τον συνοικιακό ιστό ενώ υποβαθμίζουν περιοχές  απορροφώντας οικονομικές δραστηριότητες. Πέρα από τις εκτεταμένες οικονομικές ζημιές που προκαλούνται στη τοπική αγορά και αναγκάζουν το δήμο σε  έξοδα για επιπλέον φωτισμό ασφάλεια περιοχών   και παρεμβάσεις που επιβαρύνουν το δημοτικό ταμείο. Από την άλλη  οι μικρές σε κλίμακα επιχειρήσεις συμβάλουν με την παρουσία τους στην καλύτερη λειτουργία και συντήρηση των συνοικιακών πλατειών , στη συμβολή της συγκρότησης  τοπικών πολυμερών κοινωνικών κέντρων.

Αλλά τι στο καλό χορηγία είναι αυτή που για να συγκεντρωθούν τα χρήματα πρέπει να πάνε «πακέτο»  οι δημότες σαν πελατεία; Και γιατί να μην γίνει αυτό με τοπικά , συνοικιακά super market και χωρίς να το πούμε και χορηγία ;  Αυξάνοντας λίγο τις τιμές των προϊόντων τους θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε χρήματα (πως βαστάνε τον κουμπαρά οι κηδεμόνες από τις διάφορες σπάταλες διαθέσεις των πιτσιρικάδων- εδώ της Δημοτικής Αρχής), ώστε να βρεθούν λίγα χρήματα για κανένα έργο στις συνοικίες της πόλης που δοκιμάζονται τριπλά,  από μια βιτρινέ ανάπλαση στο κέντρο, από την αδιαφορία στις υποδομές και τις περικοπές των κονδυλίων,  λόγω της οικονομικής κρίσης.

Ιδεολογικό είναι το θέμα … ανακαλύπτει περιχαρής η δημοτική αρχή, για να κρύψει την αμηχανία της και την προχειρότητα στη λήψη των αποφάσεων της. Ιδεολογικό είναι το θέμα όταν η «χορηγία» δεν φτάνει ούτε για τα δημοτικά τέλη μιας διαφημιστικής πινακίδας που θα αναγράφει τη χορηγία; Για φανταστείτε να προσφέρει ζαχαροπλαστείο της πόλης δωρεάν γλυκά  για τα Χριστούγεννα στη πλατεία ,  και για να τα φας , θα πρέπει να έχεις απόδειξη της ταμιακής μηχανής του ζαχαροπλαστείου ότι αγόρασες γλυκά απ αυτό πχ  τη προηγούμενη εβδομάδα .

Το «δίνεις» που το «δίνεις»  λοιπόν, τόσο φτηνιάρικα όμως; Μήπως από τα εκατομμύρια των έργων της πλατείας περισσεύει κανένα ψίχουλο για την περιφέρεια; Ή και αυτό υπακούει στο δόγμα  «τι δίνεις και τι  παίρνεις»  σε ψήφους;

Τα «ιδεολογικά» ας αφήσουμε καλύτερα για την επόμενη φορά. Για το ποιος είναι ακραίος και ποιος  έχει υπηρετήσει πολιτικά την ιδεολογική «πανώλη»  του νεοφιλελευθερισμού και της ακραίας  ασυδοσίας των αγορών είναι γνωστό ,όπως επίσης γιατί έχουμε φτάσει σαν χώρα σε αυτό το σημείο .

Θα πρέπει να καταβάλετε επιπλέον προσπάθεια για να μας κάνετε να  ξεχάσουμε τι υποστηρίζατε όλα αυτά τα χρόνια .

 

 

 

 

κοινοποίησε το:

Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος* Η ΓPAΦH TΩN NEΩN ΣTO ΔHMOΣIO XΩPO: OΠTIKH-PHTOPIKH EΠIΦAΣH Ή ΦPAΣTIKH-YΠOKEIMENIKH ANTIΣTAΣH

Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 130 Γ΄, 2009, 31-47
Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος*

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η (επι)γραφική δραστηριότητα των νέων στους τοίχους της πόλης εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο ενός υφέρποντος ρομαντισμού. Oι νέοι σε ένα κοινωνικό περιβάλλον γραμμένο με φραστικά σχήματα και εξαρτώμενο από θεαματικές σχέσεις δεν κάνουν άλλο τίποτα από το να «αντιγράφουν» το μυθικό στοιχείο του σύγχρονου κόσμου. Ωστόσο, αυτή η «αντιγραφή» του σύγχρονου μυθικού στοιχείου του κόσμου δεν μένει στο επίπεδο της απλής μίμησης. Εξαιτίας των ιδιαιτεροτήτων της ηλικίας των νέων, της εγγύτητάς τους με τη μητρική-αρχέγονη «φύση» του ανθρώπινου κόσμου και της συναισθηματικά δραστικής κοινωνικοποίησής τους μέσω προσώπων και πραγμάτων, οδηγούνται σε μια περισσότερο πρωτόγονη και δυναμική αντίληψη αυτού του μυθικού στοιχείου. Γι’ αυτόν το λόγο δεν (επι)γράφουν απλά στους «άδειους» τοίχους της πόλης τις φραστικές-αισθητικές επινοήσεις τους αλλά και τις «υπογράφουν» με ένα αυθεντικό ύφος και ήθος.

*Διδάκτωρ Iστορίας της Tέχνης.
ΕIΣAΓΩΓH 

Το υποκείμενο της (επι)γραφικής δραστηριότητας

Όταν ο ρομαντισμός υποσχόταν την έλευση του υποκειμένου στην ιστορία1 κανείς δεν περίμενε ότι αυτή η μεγάλη προσδοκία θα γνώριζε τόσες πολλές διαψεύσεις και ματαιώσεις και, ωστόσο, πάντα θα ήταν επίκαιρη για τον πολιτισμό της νεωτερικότητας -συμπεριλαμβανομένης και αυτής της μετανεωτερικής της κατάστασης. Στη μετανεωτερική κατάσταση του πολιτισμού μας τα σημεία/ίχνη αυτής της μεγάλης προσδοκίας μπορεί να μην δρουν ως υπόσχεση για την επίτευξη μιας ιστορικά αποδραματοποιημένης αμεσότητας ανθρώπου και φύσης, αλλά δεν παύουν να αντι-δρούν στην ίδια την, κάτω από το άμετρο άχθος της οικονομικής ανάπτυξης, δραματοποιημένη σχέση ανθρώπου και φύσης. O ηλεκτρονικά τεχνικός και τεχνολογικός χαρακτήρας της σημερινής κατάστασης δεν προσφέρεται σίγουρα για μυθοποιητικούς εκδραματισμούς αυτής της σχέσης· όμως, προσφέρεται για ακανόνιστες αντι-δράσεις συνειδήσεων, οι οποίες ενάντια στον κυρίαρχο πολιτισμικό κανόνα δεν βλέπουν στον όγκο των ασώματων πληροφοριών που γεμίζουν το κενό της οθόνης του υπολογιστή και της τηλεόρασης καμιά δικαίωση της ανθρώπινης ύπαρξης.2 O ακτιβισμός και ο νεοαναρχισμός, το graffiti και οι νεανικές υποκουλτούρες προσφέρουν παρα-(πολλά)-δείγματα μιας εναλλακτικής υπόσχεσης για το πώς θα μπορούσαν να διαχωριστούν οι «τεχνητές» δράσεις από τις «φυσικές» ή πώς θα μπορούσαν να εμπλουτιστούν οι γραμμικά αντιστοιχισμένες και διατεταγμένες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις από τον αυθορμητισμό και τις επινοήσεις των νέων. Στο πλαίσιο αυτού του περιθωριακού αλλά ζωντανού υπο-ρομαντισμού, η αλλιώς υπόγειου ρομαντισμού, θα ασχοληθούμε με μία μόνον από τις πολλές εκδηλώσεις του στη σύγχρονη ζωή. Συγκεκριμένα θα ασχοληθούμε με τη νεανική (επι)γραφή στο δημόσιο χώρο.

Αν περιδιαβούμε στους δρόμους μιας μεγάλης πόλης, όπως της Αθήνας, δεν θα μας εκπλήξει το γεγονός ότι θα δούμε εκτός από ένα «θετικό» πλήθος επιγραφικών σημαινόντων (καθοδηγητικών, προστακτικών, επεξηγηματικών, διαφημιστικών και άλλων) και ένα «αρνητικό» πλήθος, τα οποία έχουν γίνει από νέους υπό συνθήκες μάλλον «ανομίας». «Θετικό» βεβαίως είναι το πλήθος των δημόσιων ή ιδιωτικών, τυποποιημένων ή καλλιτεχνικών, εκείνων επιγραφικών σημαινόντων, τα οποία έχουν χρηστική αξία για τη λειτουργία της πόλης (ονόματα δρόμων, επώνυμες επιγραφές μαγαζιών, πινακίδες τροχαίας και πολλά άλλα), και «αρνητικό» είναι το άλλο, απλά, για τον αντίθετο λόγο. Η μη χρηστική, όμως, λειτουργία αυτού του «αρνητικού» πλήθους δεν συνεπάγεται την έλλειψη ούτε μιας κάποιας αισθητικής αξίας ούτε ενός κάποιου νοήματος. Ποια μπορεί να είναι αυτά; Ήδη, από την πρώτη παράγραφο υπαινιχθήκαμε τη διηνεκή παρουσία μιας ρομαντικής πνοής αντιδράσεων απέναντι στον κυρίαρχο εργαλειακό λόγο των νεωτερικών και μετανεωτερικών κοινωνιών, απέναντι στον εκβαρβαρισμό της πνευματικότητας του υποκειμένου σε μηχανική εργασία, απέναντι στην «απομάκρυνση» του ανθρώπου από τη φύση· τη φύση όχι ως περιγραφική εικόνα ή φυσιολατρική προσέγγιση, αλλά ως εγγενή ενοποιητική αρχή στο λογικό και συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου. Έτσι, διασαφηνίζοντας ότι ιστορικά αυτή η παρουσία δεν ήταν ποτέ ενιαία και ότι στην εξέλιξή της αντιπροσωπεύτηκε από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και ηλικίες (μαζικά ή επιλεκτικά, από διανοούμενους και μη, από νέους φοιτητές και, πρόσφατα, μαθητές), θα επανέρθουμε στο σημερινό υπόγειο ρομαντισμό της α-πολίτικης νεολαίας των «εφήβων» που εκδράμει στους δρόμους της πόλης, μεσημεριανές, βραδινές ή πρώτες πρωινές ώρες, για να γράψει στους τοίχους «επιθετικά» συνθήματα και (επι)γραφικά να περάσει αισθητικά μηνύματα. Και θα τον εξετάσουμε.

1. Η MIMHTIKH ΔIAΣTAΣH THΣ (EΠI)ΓPAΦIKHΣ ΔPAΣHΣ

Αλλά πώς θα προσεγγίσουμε το στόχο; Πρώτον θα πρέπει να δούμε τον κόσμο ο οποίος περιβάλλει τους νέους· έναν κόσμο ο οποίος αναγνωρίζεται άμεσα ως «εικόνα» στους πηχυαίους τίτλους των εφημερίδων, τα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης, τα κρεμασμένα περιοδικά στα περίπτερα, τις προθήκες των καταστημάτων, τα αυτοκίνητα στους δρόμους, τα Internet-cafe και άλλα πολλά. Όμως αυτός ο κόσμος αναγνωρίζεται και εμμέσως ως «εμπρόθετη σκέψη» και «κανόνας παιχνιδιού»· αυτός ο έμμεσος τρόπος είναι πρόδηλος, για παράδειγμα, στη «σκέψη» της οικογένειας και του σχολείου για την πρόοδο των παιδιών και άδηλος στη «σκέψη» της διαφήμισης ή του εμπόρου για την προσέλκυση πελατών («σκέψη» μέριμνας και «σκέψη» αποπλάνησης, αντίστοιχα). O έφηβος-νέος, αντιμέτωπος με αυτόν τον κόσμο, τον κόσμο ως «αντανάκλαση» -από την οποία παράγονται ερεθίσματα και συγκινήσεις- και τον κόσμο ως «σκέψη» -από την οποία παράγονται, πρόδηλα ή άδηλα, κανόνες και σχέσεις-, με όπλα τη μιμητική και συναισθητική του ικανότητα, τον αναπαράγει και αναπλάθεται από αυτόν. Αλλιώς, θα λέγαμε ότι γίνεται σάρκα της σάρκας του και συνεισφέρει στο μυθικό του στοιχείο, δηλαδή το λόγο που κυοφορεί. Έτσι ο νέος, εγγράφοντας στο δημόσιο χώρο τη δική του εκδοχή με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, με έννομη ή άνομη συμπεριφορά, με πειθαρχημένη ή απειθάρχητη δραστηριότητα, κατακτά το μυθικό στοιχείο του κόσμου. Έστω και με τρόπο αρνητικό, έστω και διαμέσου ενός αρνητικού αντικατοπτρισμού. Ειδικότερα η (επι)γραφική δραστηριότητα στους εσωτερικούς ή εξωτερικούς τοίχους του δημόσιου χώρου (σχολεία, πλατείες, γήπεδα, μάντρες, πόρτες και αλλού) συνιστά μια πτυχή της «αντανάκλασής» του, ή, καλύτερα, μια ενυπόγραφη «αντανάκλαση» του νεανικού ύφους και ήθους. Η (επι)γραφική φράση γίνεται υπογραφή και μια υπογραφή πιστοποιεί την εγκυρότητα και την υπόληψη του ατόμου· -όπως αναφέρει ο Barthes (1988, σ. 51): «η κατασκευή ενός σχεδίου συνιστά ήδη μια συμπαραδήλωση, και επειδή δεν υπάρχει σχέδιο χωρίς ύφος το σχέδιο έχει ηθική».

Γιατί όμως υπάρχει η ανάγκη να ταυτίσει ο νέος την υπόληψή του με ένα τέτοιο «φραστικό» γράφημα, ένα «φραστικό» τοιχογράφημα, το οποίο δεν είναι πάντοτε πρωτότυπο -σπάνια θα έλεγα ξεφεύγει από τα στερεότυπα του είδους-, ούτε σέβεται πολλές φορές το δημόσιο χώρο; Μια εξήγηση είναι αυτή την οποία αναφέρει ο Barthes (1988, σ. 163), στο κείμενό του «Η μυθολογία σήμερα» – δημοσιευμένο για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1971 στο περιοδικό Esprit-, και αφορά το μυθολογικό κατασκεύασμα του σύγχρονου κόσμου, την ασυνεχή «γραφή», την από άκρη σε άκρη «γραμμένη» ασυνέχειά του. Μια άλλη, συμπληρωματική, είναι αυτή του Debord (1986, σ. 21) και αφορά την πανταχού παρούσα «εμπορευματική» θεαματικότητά του. Από τη μια (Barthes, 1988, σ. 161-5) έχουμε τις αμέτρητες φραστικές ασυνέχειες της σύγχρονης μυθικής σκηνής του κόσμου· αυτές τις φρασεολογίες (από το άρθρο της εφημερίδας ώς το πολιτικό κήρυγμα, από το μυθιστόρημα ώς τη διαφημιστική εικόνα) οι οποίες έχουν έναν εξειδικευμένο λεκτικό ύφος και έθος και καθοδηγούν τον θεατή να επιλέξει αυτήν ή την άλλη ανάγνωση· αυτές οι οποίες δρουν ως συμπαραδηλούμενα της «εικόνας» του κόσμου και οι οποίες δεν καθιστούν «φυσικό» το συμβολικό όλο, δηλαδή το σύνολο των στάσεων, των συνηθειών και τεχνικών της κοινωνίας, όπως επιτάσσει η αντιστραμμένη λειτουργία του παραδοσιακού μύθου, αλλά δρουν με δόλιο μυθικό τρόπο και καθιστούν «φυσική» μια αποσπασματική ενότητα, μια αποσπασμένη και αυτονομημένη ενότητα συνηθειών και τεχνικών. Από την άλλη (Debord, 1986, σ. 10,14) έχουμε το θέαμα, το οποίο δεν είναι απλά το επιφαινόμενο της οικονομικής ζωής της εποχής μας αλλά ο συστατικός τρόπος της παραγωγής εξαρτημένων σχέσεων του ατόμου με το εμπόρευμα. Αυτό κάνει απροσδιόριστα τα όρια του Εγώ και του κόσμου και ο διάλογος υποκαθίσταται από «θεαματικές» κοινωνικές σχέσεις· οι «θεαματικές» κοινωνικές σχέσεις αποπλανούν το Εγώ κάνοντάς το να πιστέψει ότι η δική του αναπαράσταση συμπίπτει με την επιλεγμένη αναπαράσταση του προϊόντος της αγοράς και ότι η επιλογή αυτή είναι αποφασιστικής σημασίας ιδιαιτερότητα ισότιμη με τα δικά του ατομικά χαρίσματα (Debord, 1986, σ. 40, 45). Κατά συνέπεια, ο μετασχηματισμός του θεάματος παρασύρει τις κοινωνικές σχέσεις σε υποταγμένες και αλλοτριωμένες συμπεριφορές, αποσιωπώντας τον ιστορικό μετασχηματισμό τους και αγνοώντας την επιθυμία του πνευματικού ανθρώπου να τις κατανοήσει.

Σε αυτό το πλαίσιο το οποίο μόλις περιγράψαμε, οι νέοι βιώνουν την αντίφαση μιας κοινωνίας η οποία είναι διασκορπισμένη φρασεολογικά σε έναν κόσμο απίστευτα αλλοτριωμένο από το θέαμα, και, ως είναι φυσικό, αναμετρούνται από πολύ νωρίς με τη ρητορική του θεάματος. Τι προσλαμβάνουν από αυτήν τη ρητορική και πώς την αναπαράγουν; Πρωταρχικά γίνονται δέκτες μιας γενικευμένης αποφαντικής λειτουργίας (Foucaut, 1987, σ. 163) η οποία ακροβατεί στα όρια της γλώσσας και «θέτει σε κίνηση διάφορες ενότητες (μπορεί ενίοτε να συμπίπτουν με τις φράσεις, ενίοτε με τις προτάσεις· αλλά απαρτίζονται ενίοτε από αποσπάσματα φράσεων, από σειρές ή πίνακες σημείων, από ένα παιχνίδι προτάσεων ή ισοδύναμων διατυπώσεων)· και αυτή η λειτουργία, αντί να δώσει ένα «νόημα» σε αυτές τις ενότητες, τις συσχετίζει με ένα πεδίο αντικειμένων· αντί να τους προσδώσει ένα υποκείμενο, τους διανοίγει ένα σύνολο πιθανών υποκειμενικών θέσεων· αντί να τους παγιώσει τα όριά τους, τις τοποθετεί μέσα σε ένα τομέα συνάφειας και συνύπαρξης· αντί να καθορίσει την ταυτότητά τους, τις στεγάζει μέσα σε έναν χώρο όπου έχουν επενδυθεί, χρησιμοποιηθεί και επαναληφθεί». Τα σύνολα των λεκτικών αποδόσεων τώρα, διαμέσου της διαδοχής, της επανάληψης, της επαναχρησιμοποίησης, συνδέουν στρατηγικά και στοχευμένα το υποκειμενικό συμφέρον ή την υποκειμενική επιθυμία με τα αντικείμενα και τα ιδιοποιούνται (Foucaut, 1987, σ. 177). O πρακτικός λόγος του θεάματος μεταχειρίζεται στο έπακρο την αποφαντική λειτουργία για να παράσχει στο «αφηρημένο» και «δεκτικό» υποκείμενο την ευχαρίστηση της ιδιοποίησης των αντικειμένων μέσω της γλώσσας. Η φρασεολογική μυθολογία που γεννιέται έτσι και η πολλαπλότητα των φραστικών επιλογών που έχει κάποιος γεννούν την παραίσθηση μιας ευδαιμονικής κοινωνίας στην οποία όλοι έχουν την ευχέρεια να κατασκευάσουν το δικό τους πεδίο ή την ενότητα ιδιοποίησης της αντικειμενικότητας/πραγματικότητας. Αρκεί να αντιγράψουν τον λόγο, τον μύθο του σύγχρονου κόσμου.

Oι νέοι, όπως είπαμε, συλλαμβάνουν ασυνείδητα τον λόγο/μύθο του σύγχρονου κόσμου. Με εξαιρετικά ανεπτυγμένη τη μιμητική τους ικανότητα αυτό είναι πολύ εύκολο γι’ αυτούς. Ωστόσο, δεν είναι μόνον αυτή η ικανότητα η οποία τους χαρακτηρίζει και, ασφαλώς, δεν είναι μόνον αυτή η ευθεία πλευρά της αντανάκλασης του μύθου εκείνη η οποία τους οδηγεί προς την (επι)γραφική κατασκευή. Γιατί ναι μεν οι νέοι μιμούνται τις φρασεολογικές κατασκευές της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν αλλά αυτό το κάνουν δημιουργικά και η δημιουργικότητά τους έχει έναν χαρακτήρα πολυπλοκότερο από εκείνον που η μιμητική τους ικανότητα φανερώνει. Έτσι, αφού το κείμενο είναι το δικαίωμα ελέγχου του δημιουργού πάνω στην εικόνα και μέσω αυτού επιβάλλεται έλεγχος στην προβληματική δύναμη των σχημάτων και τη χρήση του μηνύματος (βλέπε για το φαινόμενο της αγκύρωσης: Barthes, 1988, σ. 48), το πεδίο ελέγχου το οποίο δημιουργούν με την επιγραφική τους ιδιόλεκτο μέσα στην κοινωνία του θεάματος ανταποκρίνεται στις βαθύτερες συναισθηματικές και ψυχοδυναμικές διεργασίες της ηλικίας τους. Θα λέγαμε ότι, κατά έναν τρόπο συναισθηματικό και ψυχοδυναμικό, η (επι)γραφή των νέων μεταστρέφει τη μιμητική πλευρά αυτής της υπόθεσης σε ένα παιχνίδι «αντανάκλασης» του δικού τους ύφους και ήθους, ένα ύφος και ήθος το οποίο συχνά δεν ευθυγραμμίζεται και ούτε παραλληλίζεται με το ύφος και το ήθος που συναντούμε στον κόσμο των ενηλίκων. Και είναι ευνόητο πως όσο περισσότερο η κοινωνία των ενηλίκων φανερώνει έναν αμοραλισμό ή μια ανακολουθία ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, τις υποσχέσεις και την υλοποίησή τους, τόσο πιο συχνά εμφανίζεται το ενδεχόμενο αυτή η κοινωνία να βρει απέναντί της την εξιδανικευμένη προσδοκία των νέων για έναν καλύτερο κόσμο.

2. ΠEPA AΠO TH MIMHΣH

Γενικότερα οι νέοι, έφηβοι όντες, επιθυμούν να διαμορφώσουν την εσωτερική τους συνοχή ως άτομα και ως ομάδα, σε αντίθεση με την αντιφατική κοινωνία των ενηλίκων, με τρόπους οι οποίοι είναι πολύ κοντύτερα σε πρωτόγονους κοινωνικούς και ομαδικούς δεσμούς – ανολοκλήρωτους και συνενωμένους ταυτόχρονα σε μια εναλλασσόμενη και αντιθετική σχέση (Toti, 2009, σ. 165). Παράδειγμα τέτοιας συνοχής είναι ο φαντασιακός και εξιδανικευμένος χώρος της φιλίας. Το «εμείς» της φιλίας ενέχει μια αρμονία ύφους μεταξύ των εταίρων, με πεζή ή ποιητική κυρίαρχη πλευρά, που εκφράζεται τόσο μέσα από τον τόνο και τη ροή μιας συζήτησης όσο και από τον τρόπο που κατανέμει κανείς το χρόνο· κατ’ επέκταση ενέχει μια παραίσθηση ελευθερίας, η οποία συχνά έρχεται αντιμέτωπη με τις θεσμοθετημένες σχέσεις – πολλές φορές στα περιθώρια και τις ρωγμές των κοινωνικών θεσμών (Maisonneuve, 2007, σ. 141-2). Η νεανική φιλία έτσι καθίσταται ένας τόπος πρωτόγονης κοινωνίας στην οποία το μητρικό στοιχείο του κόσμου κυριαρχεί, το στοιχείο στο οποίο βασίζεται κάθε συναισθηματικά νοούμενη (αντι)δράση του ανθρώπου.3 Η δυνατότητα να αποκτηθεί ψυχοδυναμικά η αίσθηση του κοινωνικού, σύμφωνα με τη θεωρία του Winnicott, ασφαλώς έχει να κάνει με την ίδια την ανάκληση της αρχέτυπης κατασκευής του βρέφους το οποίο μεταπλάθει τη μητρική σχέση σε πραγματικό κόσμο· κάθε κοινωνική προσαρμογή των εφήβων επομένως απαιτεί μεταβατικούς φαντασιακούς χώρους για να γίνει ομαλά το πέρασμα προς την ενηλικίωση και να εξελιχτεί η αλληλεπίδραση με τον κόσμο των ενηλίκων· έτσι οι ικανότητες εξάρτησης και αλληλεξάρτησης, συνεισφοράς και άντλησης ευχαρίστησης από μια σχέση παίζουν σημαντικό ρόλο και στοχεύουν την «μήτρα» όπου γεννιέται η ομαδικότητα – συνακόλουθα και η εμπειρία των μεταβατικών φαινομένων είναι συναφής με τις εμπειρίες των επικοινωνιακών αλληλεπιδράσεων που συντελούνται στον ιστό-μήτρα της ομάδας (Μαρούδα-Χατζούλη, 2009, σ. 172).

Αν συνυπολογίσουμε τώρα στα όσα προηγουμένως αναφέραμε και το γεγονός ότι το πέρασμα από τον κόσμο των παιδιών στον κόσμο των ενηλίκων δεν ακολουθεί ευθύγραμμη ανάπτυξη, ότι οι προκαταλήψεις εμφάνισης, δηλαδή αντίληψης, και οι προκαταλήψεις πίστης, δηλαδή σημασίες που τους φαίνονται πειστικές και άρα δεν χρίζουν λογικής διερεύνησης, παίζουν ακόμη έναν πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή τους (Houd?, 2007, σ. 120), καθίσταται προφανές πως οι νέοι συγχρονίζονται μεταξύ τους με διαφορετικό τρόπο από αυτόν της θεσμοθετημένης κοινωνίας των ενηλίκων. Πολλές φορές μάλιστα η από τη μεριά τους καθολική ή μερική άρνηση του κόσμου των ενηλίκων είναι ένα «όχι» πνευματικό, μια «απώθηση» που παίρνει θέση θεωρίας στον ψυχοπνευματικό τους κόσμο.4 Θεωρία η οποία στηρίζει τη «λογική ισχύ» της στη μήτρα των σχέσεων αλληλεξάρτησης, προσφοράς και ανταπόδοσης των συναισθημάτων, όπως προείπαμε· και, ακόμη, θεωρία η οποία στηρίζει την «αναπαραστατική ισχύ» της στη διαφορετική ταυτότητα την οποία αντιπροσωπεύει ή διεκδικεί -πράγμα το οποίο εξηγεί τόσο τη μεταξύ τους αναζήτηση ενός διαφορετικού και πειστικότερου ύφους στο ντύσιμο, το λόγο, τα μουσικά ακούσματα και άλλα πολλά ακόμη, όσο και τη διάθεσή τους να προκαλέσουν ρήξη με τις υφολογικές σημασίες του «γερασμένου» κόσμου. Άλλωστε η συναινετική υιοθέτηση αναπαραστάσεων εδραιώνει μια ομαδική ταυτότητα, σύμφωνα με τους Moscovici και Hewstone· και είναι αυτές οι αναπαραστάσεις κοινωνικές· γιατί συνδέονται εγγενώς με επικοινωνιακές διεργασίες, συνδέονται με την αδόμητη καθημερινή ομιλία των ανθρώπων (λογομαχίες, κουτσομπολιά και άλλα) και γιατί παρέχουν ένα συμφωνημένο κώδικα επικοινωνίας, μια συμφωνημένη εξωτερική εκδοχή του κόσμου που επιτρέπει στα μέλη μιας κοινότητας να αισθάνονται αναμεταξύ τους άνετα και οικεία (Potter, Wetherell, 2009, σ. 196-7).

Ως ομάδα και ως άτομα οι νέοι αναγνωρίζουν ως καθοριστικό βήμα αυτονόμησης από τον κόσμο των ενηλίκων τη δημιουργία της δικής τους κοινωνικής αναπαράστασης. Και γι’ αυτό καταφεύγουν στο ανοίκειο, το παράξενο, το εκκεντρικό. Διαισθανόμενοι ότι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις έχουν σημαντικό κατασκευαστικό αποτέλεσμα, δηλαδή ότι αυτές δεν μεσολαβούν απλώς μεταξύ αντικειμένων και πεποιθήσεων (Potter, Wetherell, 2009, σ. 197-8), επινοούν και διαχέουν στην κοινωνική επιφάνεια τη δική τους κατασκευασμένη «εικόνα». Αυτή η «εικόνα» δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη φρασεολογία και τη θεαματικότητα του λόγου του σύγχρονου κόσμου. Oι νέοι βιώνουν το παρόν χωρίς να αναζητούν μια βαθειά και ιερή εξήγηση για τον κόσμο τον οποίο βρήκαν. Και αφού βιώνουν έναν κόσμο γεμάτο εικόνες οι οποίες εναλλάσσονται στο πεδίο προβολών της κοινωνίας με κινηματογραφική ταχύτητα, αφού ό,τι υπάρχει λειτουργεί ως διευκρινιστικό σημείο /σήμα του ενός προς το άλλο μέσα σε ένα «κενό» επικοινωνίας, αφού όλα λειτουργούν έκκεντρα ως να σημαίνουν κάτι άλλο πέρα από τους ίδιους (αυτό που είναι «ουσία /αλήθεια» για τους ίδιους), ορθώνονται με τη σειρά τους και αυτοί και δείχνουν με το δικό τους δείκτη προς τα έξω. Όπως διευκρινίζει ο Flusser (2008, σ. 65,69) πρόκειται για μια αντιστροφή των διανυσμάτων της σημασίας, αν τίποτα δεν δείχνει πλέον προς εμάς και εμείς ορθωνόμαστε για να δείξουμε, για να προβάλουμε σημασίες στον κόσμο – τέτοιας λογής είναι το πλήθος των τεχνικών εικόνων που δημιουργούνται σήμερα. Αλλά αν και οι νέοι βιώνουν έτσι αυτήν την αντιστροφή των διανυσμάτων σημασίας (να προβάλουν για να προβάλλουν), όμως, η ηλικία και η εγγύτητά τους στη μητρική «φύση» δεν τους αφήνει ανεπηρέαστους σε αυτό. Και αν μέσα από την υπερβολή των ανθρώπινων υποκειμενικών τάσεων καθετί δοκιμάζεται και τελικά βρίσκεται αντιμέτωπο με το απόλυτα στοιχειώδες και απαραίτητο (Wind, 1986, σ. 115), το ίδιο συμβαίνει και με τους νέους. Μόνο που γι’ αυτούς το απόλυτα στοιχειώδες και απαραίτητο βρίσκεται στον αρχέγονο ορισμό της ομάδας, της «φιλίας», της συναισθηματικής αλληλεξάρτησης και, ορισμένως, απεξάρτησης.5
3. ΦPAΣTIKH KAI AIΣΘHTIKH YΠOKEIMENIKOTHTA

Μέχρι εδώ έχουμε δείξει ότι το μυθικό στοιχείο του σύγχρονου κόσμου του οποίου γίνονται κοινωνοί οι νέοι μέσω της μιμητικής τους ικανότητας τέμνεται με το μητρικό στοιχείο του αρχέγονου κόσμου. Από τις δύο αυτές συνθήκες παράγεται η νεανική (επι)γραφή και αναθερμαίνεται υπόγεια ο ρομαντισμός της σχέσης ανθρώπου και φύσης. Oι φράσεις που αναγράφονται στους τοίχους είναι κατά την πλειονοψηφία τους κωδικοποιημένα μηνύματα τα οποία στοχεύουν στην καρδιά των ανθρωπίνων σχέσεων. Θέλοντας να ξεφύγουν με τη φρασεολογία τους από την άμετρη φλυαρία των δια-λογικών «παράθυρων» και της συναινετικής σχέσης «εικόνας» και «ανθρώπου» (επι)γράφουν στους τοίχους επιθετικά συνθήματα, χειρονομιακά ιδεογράμματα και σχηματικές απεικονίσεις ανθρώπων ή ζώων, ρυθμικά αρκτικόλεξα και τρισδιάστατες λέξεις, τα οποία και προσυπογράφουν, τα ομαδοποιούν και τα διαχέουν ως αναπαριστάμενα κομμάτια της ταυτότητάς τους σε όλα τα μέρη της πόλης. Oι νέοι «δείχνουν» με αυτόν τον τρόπο, θετικά ή αρνητικά, τη φραστική συν-κίνησή τους για το σύγχρονο κόσμο. Το γεγονός μάλιστα ότι αυτή η φραστική συν-κίνηση αποτυπώνεται ζωγραφικά και στοχεύει στην κατασκευή ενός αισθητικού αποτελέσματος ή, καλύτερα, στη διασαφήνιση ενός ξεχωριστού μορφικού αποτελέσματος, τους φέρνει κοντά σε αυτό που θα χαρακτηρίζαμε αυτοσχέδιο γραφικό φορμαλισμό. Και όλοι γνωρίζουμε ότι στον ιστορικό φορμαλισμό (Shklovsky, Eichenbaum, 1979, σ. 17, 36, 48, 50) ότι η ουσία της γραφής δεν βρισκόταν στο περιεχόμενο ενός κειμένου αλλά στη ζω(ντανή)-γραφικότητά της, στη ρυθμικότητά της, στην τεχνική της· εκεί που η αναπαράσταση της λέξης απαιτεί ένα υλικό γραφής ζωντανό και εξεζητημένο, εκεί που και η καθαρή πλοκή της λεξικής σύνθεσης δεν είναι συνώνυμη με τον μύθο αλλά με την ίδια την τέχνη.6

Τώρα φτάσαμε σε ένα τελευταίο και συμπληρωματικό σημείο της εξήγησης που επιχειρούμε για τη νεανική (επι)γραφή. Σίγουρα οι ρυθμικές επινοήσεις, η χρήση μιας δεδομένης ρυθμικής επινόησης προσδιορίζει τον χαρακτήρα του αισθητικού αποτελέσματος· όπως έλεγαν και οι δημιουργοί του ιστορικού φορμαλισμού όχι μόνον η λέξη αλλά και το γράμμα αντικατοπτρίζει τη διάθεση του γράφοντος και υπάρχει μια ευθεία αλληλεξάρτηση γράμματος, λέξης και υποκειμενικής διάθεσης που επηρεάζει το ποιητικό-εκφραστικό αποτέλεσμα (Φραγκόπουλος [επιμ.], 2006, σ. 72-73). Ένας σύγχρονος καλλιτέχνης του graffiti, ο Eco, περιγράφει τη δημιουργική του πράξη ως ένα θεραπευτικό βύθισμα σε μια απύθμενη μάζα γραμμών, που σαν τραγούδι απηχεί την προσωπική ιδέα της μορφής και του σταθμισμένου βάρους, και όταν αισθητική graffiti γίνεται κάθε σχήμα, τότε κυλάνε οι μορφές ήρεμα και κυματιστά· – περιγραφή η οποία δεν απέχει και πολύ από τις ιδέες του Paul Klee για ένα σχέδιο το οποίο δεν έχει συγκεκριμένο στόχο αλλά μοιάζει με την ενεργοποιημένη γραμμή ενός περιπάτου, δηλαδή είναι ένας περίπατος για τον περίπατο (Manco, 2009, σ. 9-10). Αυτή βεβαίως η περιγραφή μιας υποκειμενικής διάθεσης η οποία θέλει να χαθεί μέσα στο έργο, να περιπλανηθεί στο χώρο μιας δυνητικής σχέσης γραμμών και μορφών, για να τις μετουσιώσει στο τέλος σε προσωπικό ρυθμό και αισθητικό βάρος, δεν αποκλείει όλα όσα προαναφέραμε. Με δεδομένο ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι απλά μια εξωτερική «εικόνα» της πραγματικής ζωής η οποία ιδιωτεύει, αλλά (Ψύλλα, 2009, σ. 7-8) ότι είναι ένας «δυναμικός δεσμός ανάμεσα σε δρώντες θεσμούς και διαδικασίες, κοινωνικά πλαίσια και ιστορικές (πολιτιστικές) συγκυρίες», οι υποκειμενικοί περίπατοι της νεολαίας στους δρόμους της πόλης κάθε άλλο παρά άνευ σημασίας είναι. Ήδη, οι νέοι βιώνουν αυτό που κοινωνιολογικά ονομάζουμε συνθήκη της διακινδύνευσης (youth-at-risk),7 άρα και η (επι)γραφική δράση τους έχει μια, έστω και ασυνείδητη, πολιτική και κοινωνική πτυχή. Μην ξεχνάμε ότι ο διεθνής χώρος του graffiti, από τον οποίο αντλούν οι έφηβοι-νέοι τα πρότυπά τους, κινείται στα περιθώρια της κοινωνίας του θεάματος και, κατά κύριο λόγο, αντιπαρατίθεται στη διαφήμιση και στην εμπορευματοποιημένη αξία της τέχνης. Και υπό αυτή την έννοια το graffiti8 ανατροφοδοτείται στη βάση ενός πρωτόγονου ηθικού συστήματος· όπου το Εγώ κερδίζει την υπόληψή του από την αυθόρμητη και δυναμική συνεισφορά του στην αστική τοιχογραφία, όπως αυτή συναρθρώνεται από ξεχωριστά κομμάτια -piecies όπως τα αποκαλούν οι δημιουργοί τους (Manco, 2005, σ. 11, 43, 68, 110).

Από όποια πλευρά επομένως και αν δούμε τη νεανική (επι)γραφή καταλήγουμε στη βάσιμη άποψη ότι πρόκειται για μια άσκηση ύφους και ήθους. Oι νέοι, μην έχοντας το θεωρητικό υπόβαθρο εκείνο που θα τους βοηθούσε στην κατανόηση του μυθικού στοιχείου του σύγχρονου κόσμου, δημιουργούν· έχοντας, μέσα στον κυκεώνα της φρασεολογίας η οποία τους κατακλύζει, όπλο την «απώθηση». Η «απώθηση» προς τη φρασεολογία του κόσμου των ενηλίκων τους οδηγεί στη «μετάπλαση» της λέξης. Η «μετάπλαση» της λέξης ως μια αυθόρμητη, χειρονομιακή και ανοίκεια φράση φέρνει τελικά τους νέους πλησιέστερα στους αρχέγονους ρυθμούς της «φύσης». Τα «γράμματα», αποσπασμένα από τα φύλλα των εφημερίδων, τα σχολικά βιβλία, τις διαφημιστικές επιγραφές, τις κάθε μορφής φωτεινές οθόνες, αποκτούν μια αυτόνομη σημασία, σαν και αυτή που οι νέοι επιθυμούν για τους ίδιους. Και η «λέξη», αποσπασμένη από την εκπαιδευτική λογιοσύνη και την εργασιακή δουλεία της, τους παρέχει το μοναδικό εργαλείο για να προβάλλουν τις «σκέψεις» τους. Βγαίνουν λοιπόν κατά ομάδες ή και μόνοι, όταν ησυχάζει ή κοιμάται ο μυθικός λόγος του σύγχρονου κόσμου, για να ζωγραφίσουν στα κενά και τις ρωγμές του τις αγαπημένες τους «φράσεις». Oι λευκοί λερωμένοι τοίχοι της πόλης γίνονται ένα κείμενο, που μπορεί να μην μεταδίδει «νοήματα», αλλά το υπογράφουν οι «θελήσεις» των νέων ανθρώπων. Και αν, πανθομολογούμε, ότι οι ασχήμιες αυτών των «θελήσεων» είναι πολλές, αυτό δεν ακυρώνει τη σημασία της νεανικής (επι)γραφικής δράσης. Ίσως, στη θεαματική μας κοινωνία, αν κατανοούσαμε τη δύναμη της «θέλησης» των νέων και δεν παραδινόμασταν στην ατελέσφορη ανάπτυξη των «επιθυμιών» τους τα πράγματα θα ήταν καλύτερα.9

ΕΠIMETPO: O KOINΩNIKOΣ YΠO-POMANTIΣMOΣ TOY GRAFFITI

Το πεδίο αλληλεπίδρασης μεταξύ ιστορίας της τέχνης και κοινωνικών επιστημών είναι ευρύ. Το ξεπέρασμα της μορφολογικής προσέγγισης της ιστορίας της τέχνης και της αισθητικής του μεταφυσικά «ωραίου» χρωστάει πολλά στην ανάπτυξη της κοινωνικής έρευνας.10 Χάρις σε αυτήν σε κάθε τομέα πολιτισμικής δημιουργίας (τέχνες, γράμματα και επιστήμες) το ενδιαφέρον των μελετητών εστιάστηκε στην από κοινού διερεύνηση των αισθητικών και λογικών «αποτελεσμάτων» της ιστορίας του υποκειμένου- δηλαδή των αισθητικά αναπαριστάμενων και των εννοιολογικά προσδιορισμένων «αποτελεσμάτων» ενός υποκειμενικού λόγου ο οποίος υπακούει στους νόμους της ιστορικής εξέλιξης, της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, του πολιτισμικού κύρους και της πολιτιστικής διασποράς. Από την άλλη το μυστηριακό συναίσθημα το οποίο η μοντέρνα τέχνη έφερε στο προσκήνιο μέσω των αισθητικών της καινοτομιών, στηριγμένο στη δυναμική της υποκειμενικής ικανότητας για «κρίσεις» εν γένει,11 βοήθησε στο να αναδιαταχθεί ο ιστορικός λόγος με υπαρκτ(ικ)ά ως προς το υποκείμενο κριτήρια, κριτήρια αρχέγονα. Η πορεία της σύγκρουσης ανάμεσα στο υπαρκτ(ικ)ό υποκείμενο της αρχέγονης φύσης και τον ιστορικά-πολιτισμικά (προ)κατασκευασμένο λόγο ήταν το ερώτημα στο οποίο ο μοντερνισμός έδωσε νέες διαστάσεις.12 Oυσιαστικά, αυτό το ίδιο ερώτημα αναδιατυπώσαμε σε αυτή την εργασία. Αναρωτώμενοι τι ωθεί τους νέους είτε προς την εμφανισιακά «έκκεντρη -εκκεντρική» παρουσία τους μέσα στον κόσμο είτε προς την υποκειμενικά «ποιητική – κατασκευασμένη» αυτονομία τους μέσα στον κόσμο εντοπίσαμε την ιδιάζουσα σύσταση της υποκειμενικής κριτικής δύναμής τους. Ότι η (επι)γραφική δράση και οι γενικότεροι αισθητικοί πειραματισμοί της νεότητας -με την ηλικία της να κυμαίνεται από τα πρώτα εφηβικά έως τα ύστερα νεανικά έτη13– αναδεικνύουν τη «φύση» αυτής της σύστασης κάνει να πιστεύουμε ότι ενδεχόμενα το ζήτημα των σχέσεων του υποκειμένου με την ιστορική πραγματικότητα δεν έχει κλείσει.

Φαινόμενα όπως αυτό το οποίο διαπραγματευτήκαμε και, γενικότερα, το φαινόμενο του graffiti /street art φανερώνουν μια ιδιότυπη κοινωνική άρνηση να ομοιογενοποιηθεί πολιτισμικά η ατομικότητα ή να μπει σε τηλεκατευθυνόμενη τροχιά η συμπεριφορά της. Αυτό έχει τη σημασία του ειδικότερα στις μέρες μας· ζώντας μέσα στον κόσμο της «τηλε-οπτικο-ακουστικής» πραγματικής στιγμής -η οποία δεν έχει καμιά σχέση με την παρούσα στιγμή της άμεσης συνείδησής μας- τα ενδιαφέροντα του υποκειμένου στρέφονται στις παρουσιάσεις και όχι στις αναπαραστάσεις του αντικειμενικού· διασκορπισμένος ο αισθητός «τόπος» της πραγματικότητας σε ένα τεχν(ολογι)κά φωτισμένο πεδίο επίκαιρων-πραγματικών στιγμών το μόνο που κάνει είναι να φορτίζει το υποκείμενο με την τυραννία της επικαιρότητας, την τυραννία των επίκαιρων παρουσιάσεων -διαμέσου των οποίων ο εκτατικός χαρακτήρας του χρόνου και το ιστορικό βάθος του πολιτισμού αντικαθίστανται από τον εντατικό χαρακτήρα του χρόνου και την επιφανειακή πραγματικότητα του πολιτισμού (Virillio, 2008, σ. 16-8, 32, 49-50, 61). Η φραστική-υποκειμενική «αντίσταση», επομένως, της νεότητας στην απειλή της εντατικοποίησης του θεαματικού χρόνου14 θα μπορούσε να εκληφθεί ως ασυνείδητη προσπάθεια να διαρραγεί η θεαματική οικονομική-τεχνολογική «επιφάνεια» του σύγχρονου κόσμου και να «δια-γράψει» το νέο υποκείμενο τη δική του προσωπική τροχιά. Αν και όλοι οι νέοι δεν επιδίδονται συνειδητά σε (επι)γραφικές δράσεις, η αντιπροσωπευτική «κοινωνι(ολογι)κοποίηση»15 η οποία επιτυγχάνεται μέσα από το ενσυναίσθητο βίωμα ενός τοιχογραφήματος στο δημόσιο χώρο αφορά τον καθένα από αυτούς. Σε τελική ανάλυση, η νεανική «δυσφορία» προς την τυραννική επικαιρότητα (πολιτική, οικονομική, κοινωνική) είναι αυτή η οποία επανεργοποιεί στις μέρες μας το ρομαντικής πρόσληψης χάσμα μεταξύ αρχέγονης φύσης και ιστορικά-πολιτισμικά (προ)κατασκευασμένου λόγου.

BIBΛIOΓPAΦIA
Ελληνόγλωσση

Antal Frederick, 1999, Μελέτες Ιστορίας της Τέχνης, μτφρ. Ανδρ. Παππάς, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Barthes Roland, 1988, Εικόνα – Μουσική – Κείμενο, μτφρ. Γιώργος Σπανός, Αθήνα, Πλέθρον.
Γεωργούλας Στράτος, 2009, Παρέκκλιση ανηλίκων -Θεωρητική, ερευνητική προσέγγιση και πολιτικές, Αθήνα, Εκδόσεις ΚΨΜ.
Debord Guy, 1986, Η κοινωνία του θεάματος, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Εκδοτική Σ. Γ. Πασχάλης.
Δεμερτζής Νίκος, Σταυρακάκης Γιάννης, Ντάβου Μπετίνα, Αρμενάκης Αντώνης, Χριστάκης Νικόλας, Γεωργαράκης Νίκος, Μπουμπάρης Νίκος, 2008, Νεολαία (ο αστάθμητος παράγοντας;), Αθήνα, Πολύτροπον.
Hauser Arnold, χ.χ., Κοινωνική Ιστορία της Τέχνης, μτφρ. Τάκη Κονδύλη, Αθήνα, Κάλβος.
Houdé Olivier, 2007, «Η ψυχολογία του παιδιού», μτφρ. Ειρήνη Σβίτσου, Το Βήμα Γνώση, Αθήνα.
Flusser Vil?m, 2008, Προς το σύμπαν των τεχνικών εικόνων, μτφρ. Γιώργος Ηλιόπουλος, Αθήνα, Σμίλη.
Foucaut Michel, 1987, Η Αρχαιολογία της γνώσης, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Αθήνα, Εξάντας.
Kant Immanuel, 2004, Κριτική της κριτικής δύναμης, μτφρ. Κώστας Ανδρουλιδάκης, Αθήνα, Ιδεόγραμμα.
Καστρινάκη Αγγέλα, 1995, Oι περιπέτειες της νεότητας – Η αντίθεση των γενιών στην ελληνική πεζογραφία (1890-1945), Αθήνα, Καστανιώτη.
Λαμπρόπουλος Κώστας, 2005, «Γιώργος Μπουζιάνης, Giorgio de Chirico και η Μοντέρνα Τέχνη», Διδακτορική Διατριβή – Τμήμα Ιστορίας της Τέχνης, Τομέας Ιστορικό και Αρχαιολογικό, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών-, Αθήνα.
Μαρούδα-Χατζούλη Αθηνά, 2009, Η ανάγκη του ανήκειν – ομαδικότητα και συγκρούσεις στις ομάδες, Αθήνα, Πολύτροπον.
Maisonneuve Jean, 2007, Η ψυχολογία της φιλίας, μτφρ. Μανώλης Καλαδίνος, Αθήνα, Το Βήμα γνώση.
Potter Jonathan, Wetherell Margaret, 2009, Λόγος και κοινωνική ψυχολογία -Πέρα από στάσεις και συμπεριφορά, μτφρ. Έφη Αυγήτα – Ανδρέα Τσανίδη, Αθήνα, Μεταίχμιο.
Σινόπουλος Π. Α., 1995, « “Κοινωνιολογική ποίηση”: Μια δυνατότητα στο χώρο της μεθόδου», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, No 87.
Shklovsky Victor, Eichenbaum Borris, 1979, Για τον Φορμαλισμό: Η ανάσταση της λέξης, Η θεωρία της φορμαλιστικής μεθόδου, μτφρ. Βασίλη Λαμπρόπουλου – Νίκου Καλταμπάνου, Αθήνα, Έρασμος.
Toti Giani, (επανέκδοση) 2009, O ελεύθερος χρόνος, μτφρ. Νίκος Λιούπης, Αθήνα, Κουκίδα.
Φραγκόπουλος Μίλτος (επιμ.), 2006, Εισαγωγή στην ιστορία και τη θεωρία του Graphic Design -μια μικρή ανθολογία, μτφρ. Μίλτος Φραγκόπουλος, Αθήνα, Future.
Ψύλλα Μαριάννα (επιμ. εισ), 2009, Δημόσιος χώρος και φύλο, Αθήνα, Τυπωθήτω Γ. Δαρδάνος.
Virilio Paul, 2008, Το Πανεπιστήμιο της καταστροφής, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Νησίδες.
Wind Edgar, 1986, Τέχνη και αναρχία, μτφρ. Γιάννα Μυράτ, Αθήνα, Νεφέλη.

Ξενόγλωσση

Honderich Ted (ed., Intrd.), reprinted 1986, Philosophy trough its past, Harmondsworth Midlesex, Penguin Books.
Kaufmann Walter (ed.), 1966, Hegel, texts and commentary, trnsl. Walter Kaufmann, New York, Anchor.
Manco Tristian (reprinted), 2005, Street Logos, London, Thames & Hudson.
— (reprinted), 2009, Street Sketchbook, London, Thames & Hudson.
Meggs Philip B., Purvis Alston W., 2006, Megg’s History of Grafic Design, New Jersey, Wiley.

κοινοποίησε το:

Για το Ρήγα και τους Συντρόφους του

Του Γιώργου θ. Σπηλιώτη, Δικηγόρου, τέως πρόεδρου της επιτροπής για τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατά του ρατσισμού Καλαμάτας


Στις 24 Ιουνίου 1798 εκτελέστηκαν από τους Τούρκους ο Ρήγας Βελεστινλής, ετών 41 και οι 7 συναγωνιστές του. Ο Ευστράτιος Αργέντης, έμπορος από τη Χίο, ετών 31, ο Αντώνιος Κορωνιός, επίσης έμπορος από τη Χίο, ετών 27, ο Ιωάννης Καρατζάς, λόγιος από τη Λευκωσία της Κύπρου, ετών 31, ο Δημήτριος Νικολίδης, ιατρός, από τη Ζίτσα Ιωαννίνων, ετών 32, ο Θεοχάρης Γεωργίου Τουρούντζιας, έμπορος, από τη Σιάτιστα, ετών 22, ο Ιωάννης Εμμανουήλ, φοιτητής της Ιατρικής, από την Καστοριά, ετών 24 και ο Παναγιώτης Εμμανουήλ, αδελφός του Ιωάννη, υπάλληλος του Αργέντη, ετών 22.
Συνέχεια ανάγνωσης Για το Ρήγα και τους Συντρόφους του
κοινοποίησε το:

ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΠΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας βρίσκεται σε μια άσχημη οικονομική κρίση βουλίαζει στην ύφεση και παράλληλα χάνονται θέσεις εργασίας,εργασιακά δικαιώματα και κεκτημένα.Τα εισοδήματα συρικνώνονται,η ανεργία καλπάζει,μαγαζιά κλείνουν

Η κρίση είναι εδώ,μας αγγίζει όλους.Τώρα όσο ποτέ άλλοτε είναι αναγκαία η ενίσχυση της Τοπικής Αγοράς.Η τοπικά αγορά παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή στην ανάπτυξη της πόλης και του νομού μας.

Στηρίζοντας τα Καλαματιανά μαγαζιά και τα Μεσσηνιακά προιόντα καταρχήν στηρίζουμε τις θέσεις εργασίας των δικών μας ανθρώπων και έτσι προστατεύουμε αλλά και αυξάνουμε την απασχόληση.

Σημαντικό επίσης είναι οτι δε φεύγουν τα χρήματά μας από την πόλη μας και βοηθάμε έτσι την ενίσχυση και τη βελτίωση της τοπικής οικονομίας.Είναι συμφέρων όλων μας να την υποστηίξουμε! Λέμε ΟΧΙ και γυρίζουμε την πλάτη στα ξένα πλυκαταστήματα που άνοιξαν με την ανοχή κάποιων ιθυνόντων που παρέδωσαν ”ελαφρά τη καρδία” το κλειδί της πόλης…

Τα χρήματα φεύγουν όχι μόνο απ’το νομό μας αλλά και από την Ελλάδα.Δεν επενδύουν μόνο πλούτο συσσωρεύουν και ενισχύουν τα κέρδη τους.Αυτή η ”διαρροή” χρημάτων προς τα έξω κάνει ακόμα μεγαλύτερη ζημιά στις μικρότερες κοινωνίες.Ενώ τα καταστήματα της πόλης και του νομού μας διαθέτουν ποικιλία – ποιότητα αγαθών και είναι δίπλα μας.Οι σχέσεις που αναπτύσονται με τους δικούς μας ανθρώπους είναι μια ζεστή καλημέρα είναι ενα χαμόγελο…………..

Ταυτόχρονα όμως η επαγγελματίες πρέπει να προσπαθήσουν με ακόμα πιο προσιτές τιμές και προσφορές να είναι πιο κοντά στον καταναλωτή. Να μην παραλείψουμε να επισημάνουμε όμως οτι και οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων θα πρέπει να σταθούν δίπλα στον επαγγελματία που δοκιμάζεται.Να μειώσουν τα ενοίκια όπου και όσο μπορούν…

Ο Δήμος,το Επιμελητήριο και όλοι οι αρμόδιοι φορείς θα πρέπει επίσης να κάνουν ενέργειες σε συνεργασία με παραγωγούς,βιοτέχνες και επαγγελματίες για την παραπάνω προβολή και ανάπτυξη της τοπικής αγοράς.

Στις πολύ κακές οικονομικές συγκυρίες που βιώνουμε πρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι και πολίτες με ευθύνη και συνείδηση.Στην κρίση πρέπει να αντιδράσουμε,να απαντήσουμε.Να αλλάξουμε συνήθειες και νοοτροπίες και να σκεφτούμε τον τόπο μας.

Ας προτιμήσουμε τα τοπικά καταστήματα.Ας προτιμήσουμε τα προιόντα που παράγονται στον τόπο μας.Το βασικότερο:Δεν είναι προιόντα ανηλεούς εκμετάλλευσης ανθρώπων….

κοινοποίησε το:

Καρδιολογικής Κλινικής στο παλιό Nοσοκομείο Καλαμάτας: Η ΝΕΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ

17/03/2012

Τα σχέδια που δεν ευοδώθηκαν για την παλιά Καρδιολογική Κλινική
ΚΑΙ Η ΝΕΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ

Έχει χαθεί η μπάλα με το κτήριο της Καρδιολογικής Κλινικής στο παλιό Nοσοκομείο Καλαμάτας, αφού τα σχέδια για την αξιοποίησή του διαδέχονται το ένα μετά το άλλο και τελικά δε γίνεται τίποτα, όπως πάντα συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις.
Τελευταίο σχέδιο εκείνο της Περιφέρειας Πελοποννήσου, για την επισκευή του κτηρίου και την εγκατάσταση σε αυτό Πολυδύναμου Κέντρου Κοινωνικής Φροντίδας.
Μάλιστα, σε ανακοίνωση της Περιφέρειας τονίζεται ότι ύστερα από ενέργειες του περιφερειάρχη, Πέτρου Τατούλη, ο υφυπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Μάρκος Μπόλαρης, ενέκρινε τη σκοπιμότητα της ανακατασκευής του κτηρίου και καλείται η διοίκηση του Νοσοκομείου Καλαμάτας να ετοιμάσει την προγραμματική σύμβαση, ώστε να ενταχθεί το έργο στο ΕΣΠΑ!

Η πρόταση της Περιφέρειας είναι εξαιρετικά καλή, αφού προβλέπει την εγκατάσταση, σε αυτό το Πολυδύναμο Κέντρο, ενός Κοινωνικού Ξενώνα Κρίσης, ενός χώρου σίτισης και στέγασης άστεγων και μοναχικών ατόμων, του Κοινωνικού Παντοπωλείου, του Κοινωνικού Ιατρείου, του Κοινωνικού Φαρμακείου, του Κέντρου Στήριξης Παιδιού και Οικογένειας παιδικών Χωριών SOS Ελλάδας, των γραφείων εθελοντικών οργανώσεων με κοινωνική και ανθρωπιστική δράση. Σύμφωνα με το σχεδιασμό, η Περιφέρεια Πελοποννήσου θα είναι ο φορέας υλοποίησης του έργου.
Ωστόσο, μόλις μία εβδομάδα πριν, ο δήμαρχος Καλαμάτας, Παναγιώτης Νίκας, σε δηλώσεις του τόνισε ότι ο Δήμος διεκδικεί και το συγκεκριμένο κτήριο, για να εγκαταστήσει υπηρεσίες και νομικά του πρόσωπα, στο πλαίσιο της ανακατασκευής του παλιού Νοσοκομείου για τη λειτουργία του νέου Δημαρχείου.
Σημειώνεται ότι ο αρχικός σχεδιασμός ήταν στην παλιά Καρδιολογική Κλινική να εγκατασταθεί Κέντρο Υγείας Αστικού Τύπου, πρόταση που στην πορεία αποσύρθηκε, γιατί κρίθηκε ότι το κτήριο είχε σοβαρά στατικά προβλήματα και κανονικά θα έπρεπε να κατεδαφιστεί!
Γι’ αυτό το λόγο, μάλιστα, ο Δήμος προσέφερε έκταση ανατολικά του Πανεπιστημίου στο Νοσοκομείο, ώστε να γίνει εκεί το Κέντρο Υγείας Αστικού Τύπου. Επιπλέον, το κτήριο της παλιάς Καρδιολογικής «καλοβλέπει» και το ίδιο το Δημόσιο, που θεωρεί ότι είναι ένας θαυμάσιος χώρος για να μεταφερθούν δημόσιες υπηρεσίες, όπως για παράδειγμα η Αστυνομική Διεύθυνση, που τώρα είναι στο ενοίκιο και επιβαρύνουν τα έξοδα του κράτους.
Σχέδια επί σχεδίων, δηλαδή, για την αξιοποίηση αυτού του κτηριακού συγκροτήματος, ωστόσο τα χρόνια περνούν, το κτήριο μένει ως έχει, καταστρέφεται ακόμη περισσότερο από τη φθορά του χρόνου και τελικά αυτό το περιουσιακό στοιχείο μένει ανεκμετάλλευτο σε περίοδο βαθιάς κρίσης.
Μακάρι, πάντως, να τα καταφέρει η Περιφέρεια, δεδομένου ότι και η πρότασή της είναι η καλύτερη.
Στ.Μ.

κοινοποίησε το:

Μολύνεται ο Μεσσηνιακός κόλπος και το θέμα στη Βουλή από Κουβέλη | MessiNea | Ειδήσεις απο Μεσσηνία και όλο τον κόσμο

Μολύνεται ο Μεσσηνιακός κόλπος και το θέμα στη Βουλή από Κουβέλη | MessiNea | Ειδήσεις απο Μεσσηνία και όλο τον κόσμο.

κοινοποίησε το:

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό