Πλατεία και πεζοδρόμηση

Πλατεία και πεζοδρόμηση.

Γράφτηκε από τον  Ηλίας Μπιτσάνης


Το εργοτάξιο εγκαταστάθηκε και ξεκίνησε το ξήλωμα της κεντρικής πλατείας στην Καλαμάτα. Το έργο με τη μορφή που θα “αποκαλυφθεί” όταν φύγουν οριστικά οι τσίγκοι, έχει μελετηθεί πριν από πολλά χρόνια και ως τέτοιο υιοθετήθηκε από δημοτικές αρχές που προηγήθηκαν της σημερινής. Στο διάστημα αυτό ασκήθηκε από τη στήλη αυτή αρκετές φορές κριτική για τον τρόπο που σχεδιάστηκε η ανάπλαση. Πριν από 5 χρόνια σημειώναμε μεταξύ άλλων και τα εξής: “Η κεντρική πλατεία της πόλης χρειάζεται ανάσες, πολλές ανάσες. Χρειάζεται πράσινο για δροσιά και εξουδετέρωση ρύπων που πυκνώνουν όλο και περισσότερο. Κάθε άλλη λύση καθιστά την πλατεία εχθρική για τους πολίτες και φιλική για στοιχεία… αναπλήρωσης του πρασίνου. Και η έλλειψη πρασίνου αναπληρώνεται με πλαστικό… ίσκιο, κάτι το οποίο είναι περισσότερο από οφθαλμοφανές”.
Το “εις ώτα μη ακουόντων” δεν αποτελεί… πρωτοτυπία ως εκτίμηση για τον τρόπο που λειτουργούν οι εξουσίες και εδώ είχε πλήρη εφαρμογή. Βεβαίως ορισμένοι εκ των υστέρων ανακάλυψαν διάφορους λόγους για τους οποίους δεν έπρεπε να γίνει το έργο και αποφάσισαν να παίξουν τόσο με την οικονομική συγκυρία, όσο και με τις “γειτονιές” επαναφέροντας μια θεώρηση των πραγμάτων της πόλης από τα παλιά. Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει και ένα κρίσιμο ζήτημα: Οι δυνάμεις του Δημοτικού Συμβουλίου από τη στιγμή που μπαίνουν στον πειρασμό των προτάσεων (εντός ή εκτός εισαγωγικών) είναι υποχρεωμένες να τις διατυπώνουν με σαφήνεια και στο πλαίσιο των διαδικασιών της διοίκησης και των περιορισμών που θέτουν τα χρηματοδοτικά εργαλεία. Ως εκ τούτου η αντιπρόταση παραμένει ζητούμενο ως ισχυρός πολιτικός λόγος στο επίπεδο της διεύθυνσης των τοπικών υποθέσεων.
Από εκεί και ύστερα υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο έχει επισημανθεί και παραμένει ανοικτό εδώ και πολλά χρόνια. Είναι αυτό της πεζοδρόμησης στο τμήμα της Αριστομένους μέχρι την Φραντζή και η απόφαση θα πρέπει να παρθεί τώρα πριν αρχίσουν τα ράβε-ξήλωνε σε ένα έργο εκατομμυρίων ευρώ. Η εικόνα της πόλης στο τμήμα που ήδη πεζοδρομήθηκε έχει αλλάξει θεαματικά, οι λειτουργίες της έχουν ενισχυθεί και η προσέλκυση κόσμου είναι κάτι παραπάνω από οφθαλμοφανής. Επομένως ως έργο λειτουργεί υπέρ της περιοχής και φυσικά των πολιτών. Η αποτελεσματικότητα της πεζοδρόμησης θα ήταν πολύ μεγαλύτερη εφόσον γινόταν το ίδιο και για το υπόλοιπο τμήμα. Η εμμονή του δήμου είναι ακατανόητη, ειδικά καθώς προχωρεί η κατασκευή του περιφερειακού της Καλαμάτας που θα φέρει μέσω της Αρτέμιδος όλη την κίνηση από τη δυτική πλευρά της πόλης στην καρδιά του κέντρου. Πολύ περισσότερο καθώς προγραμματίζεται η κατασκευή υπόγειου πάρκινγκ στο Διοικητήριο. Το οποίο παρά το ελάχιστο των ελευθέρων θέσεων (πολλές από αυτές θα πουληθούν προκαταβολικά) θα λειτουργεί ως μαγνήτης για τμήματα επισκεπτών και θα πολλαπλασιάσει την κυκλοφοριακή πίεση.
Η διατήρηση της διόδου δεν εξυπηρετεί κανέναν κυκλοφοριακό σκοπό, πέρα από την πρόσβαση για τους “έχοντες” στο μελλοντικό πάρκινγκ. Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι αυτό γίνεται επίτηδες, όμως η δημοτική αρχή πρέπει να ζυγίσει τα πράγματα ώστε να αλλάξει η εικόνα στο κέντρο της πόλης, να αποθαρρυνθεί η χρήση των αυτοκινήτων και να δοθεί ανάσα σε πεζούς και κατοίκους.
ilias.bitsanis@eleftheriaonline.gr

κοινοποίησε το:

Του Γιάννη Σχίζα : Ο ήλιος, το πράσινο και ο χώρος, είναι τα πρώτα υλικά της πολεοδομίας (1)Q


Στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας  η απουσία ελεύθερων χώρων μεγάλης κλίμακας αλλά και η στενότητα  των όποιων αδόμητων  χώρων καθηλώνει την ποιότητα ζωής σε απαράδεκτα επίπεδα. H αύξηση των οικονομικών, εμπορικών, πολιτιστικών και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων στον αστικό ιστό, η κακοήθης επέκταση της δόμησης σε περιοχές εξοχικών φαντασιώσεων και η γενικότερη αποστασιοποίηση των αστικών χρήσεων και λειτουργιών, συνεπάγονται   μια δραματική   ενίσχυση της κινητικότητας.
Αυτή η τελευταία μέσω της υπέρβασης της  «φέρουσας ικανότητας» των   δικτύων στάθμευσης  ανατροφοδοτεί τις υφιστάμενες  στενότητες χώρου, ενώ την ίδια στιγμή  το ήδη χαμηλό  κατά κεφαλήν «αστικό  πράσινο» εξελίσσεται πτωτικά  λόγω της  πληθυσμιακής αύξησης . Ο πληθυσμός του λεκανοπεδίου Αθηνών, υπερτριπλασιασμένος σε σχέση με τους  1.378.000 κατοίκους  του 1951 (2), με πολύ περισσότερες  «χωρικές» και κυκλοφοριακές απαιτήσεις, παγιδεύεται σε έναν  φαύλο αστικό κύκλο:  Όπου ο χώρος και η κίνηση  αλληλεπιδρώνται  έτσι ώστε να παράγουν δυσλειτουργίες και δυσμορφίες, να  προκαλούν  «αρνητικές οικονομίες»,  να θίγουν τον πολιτισμό και την ποιότητα ζωής….

Παρά τον μιθριδατισμό της  κοινωνίας των light ευζωϊστών , παρά την απολογητική που κάποτε  επιχειρεί να μας πείσει για το «μισογεμάτο» ποτήρι της Αθήνας αποφεύγοντας  τις συγκρίσεις με άλλες πρωτεύουσες,  ο στοιχειώδης   ορθός λόγος  κατανοεί και «βαθμολογεί» το σημερινό  καθεστώς :  Πρόκειται για ένα καθεστώς  κατασπατάλησης ανθρώπινου χρόνου και  ενέργειας, στα πλαίσια  μιας πρωτεύουσας  αντιοικονομικής  και αντιοικολογικής, παρά τις όποιες βελτιώσεις έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια.  Που  αυξάνει το κόστος ζωής παρά τη σχετικά μεγάλη κλίμακα  της αγοράς, που προκαλεί δυσπιστία και άγχος  στους πολίτες όσον αφορά τη διακίνηση και εξυπηρέτησή τους . Και που ακόμη  αναπαράγει έναν μελλοντοφοβικό και μικρο-συμφεροντολογικό συντηρητισμό, καθώς  η πλειοψηφία  των μικρο- και μεγα-εξουσιών της πόλης, από τα συνοικιακά συβούλια μέχρι την Υπερνομαρχία και το ΥΠΕΧΩΔΕ,  είναι επιφυλακτική  απέναντι  στην  καινοτομία και  στον  νεωτεριστικό  λόγο.

Ο Γιάννης Τσαρούχης καλούσε τους ευεργέτες της εποχής του να γκρεμίζουν  παρά να ανεγείρουν κτίρια, συνδέοντας  έτσι την αγαθοεργό τους δράση με την παραγωγή ανοιχτού χώρου…Ο Αντώνης Τρίτσης είχε κατά νου την κατεδάφιση ορισμένων κεντρικών αθηναϊκών κτιρίων, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να υποστηρίζει ότι  όποιος δήμαρχος ανατίναζε τρία ή τέσσερα οικοδομικά τετράγωνα,  θα πρόσφερε  ανεκτίμητη υπηρεσία στην πρωτεύουσα, ανάλογη αυτής του Μερκούρη ή του Κοτζιά.(3). Κάπως  ανάλογα και  ο σημερινός  δήμαρχος  Αθηναίων  Νικήτας Κακλαμάνης , υποστήριζε σε μια προεκλογική συνέντευξή  του (4) ότι θα μπορούσε να πρωτοστατήσει  στην κατεδάφιση κάποιων  κτιρίων για να αντιμετωπίσει τις  στενότητες ορισμένων περιοχών.

Οι πιο αχαλίνωτες φαντασιώσεις της κοινωνίας των πολιτών ουδέποτε απέκλεισαν τον βομβαρδισμό, την ισοπέδωση περιοχών του ιστορικού κέντρου, ή  τις λύσεις τύπου «Οσμάν» που επιβλήθηκαν στο Παρίσι στη δεκαετία του 1860 επί  Ναπολέοντος του Γ΄,  με  την κατεδάφιση 22.000 κατοικιών της γαλλικής πρωτεύουσας!  Όμως  εμείς  αν φαντασιώναμε   κάτι πολύ  πιο μετριοπαθές όπως  το μέτρο της επιλεκτικής κατεδάφισης, αν υποθέταμε ότι αυτό εφαρμοζόταν παρά τα κόστη του, και ακόμη  αν υποθέταμε  τη μεταφορά ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων από το κέντρο προς την αστική περιφέρεια, τότε η επακόλουθη  «αραίωση»  της πόλης θα οδηγούσε στην εξάπλωσή της  μέχρι τη Θήβα  !

ΨΗΛΟΛΙΓΝΗ ΠΟΛΗ….

Η άλλη αντιμετώπιση  του προβλήματος περνάει από την ορθολογική και συντεταγμένη «πύκνωση» της πόλης : Δηλαδή  από την ανάσχεση της εκτατικής ανάπτυξης και  « υπερχείλισης» προς την περιαστική ύπαιθρο, που παράγει δομές  «Λοσαντζελοποίησης» (LosAngelization) –   στην πεδιάδα των Μεσογείων και όχι μόνο. Πρόκειται για μια κατεύθυνση  με την οποία συντάσσονται όχι μόνο οπαδοί της κλασικής «πολεοδομικής ορθότητας»,  αλλά και οικολογίζοντες  με σημαντικό έργο. Λόγου χάρη η Μάρσια Λόου του Ινστιτούτου Worldwatsch, ενός οργανισμού  με έργο τριών και περισσότερων δεκαετιών, εκδοτικό και όχι μόνο,  στην προώθηση της οικολογικής σκέψης.(5). Ή οι συντελεστές του  «Πράσινου βιβλίου για το αστικό περιβάλλον», ενός συλλογικού έργου Ευρωπαίων μελετητών, που εκδόθηκε το 1990 όταν Επίτροπος της τότε ΕΟΚ ήταν ο Κάρλο Ρίπα Ντί Μεάνα.(6). Αξιομνημόνευτη  επίσης βολή εναντίον της εκτατικής ανάπτυξης ήταν και αυτή του Ρυθμιστικού Σχεδίου της Αθήνας(1985), που απέβλεπε στον περιορισμό της οικιστικής ανάπτυξης στα τότε διαμορφωμένα όρια.

Η ανακοπή της εκτατικής μεγέθυνσης  των πόλεων  και η προστασία των περιαστικών ανοικτών χώρων ,  βραχυχρόνια τουλάχιστον δεν  σημαίνει  και επιλογή της καθ’ ύψος ανάπτυξης  και των πολυώροφων κτιρίων. Η Μάρσια Λόου καταγράφει την παρουσία ενδοαστικών , αχρησιμοποίητων ή υποχρησιμοποιούμενων χώρων, στις πόλεις του ανεπτυγμένου αλλά και του υποανάπτυκτου κόσμου, κι ακόμη υπογραμμίζει τη δυναμική που εγκλείουν  αυτοί οι χώροι. Όμως  είναι φανερό ότι μακροχρόνια,  ακόμη και η ορθολογικότερη δυνατή χρήση των αστικών «εσωτερικών χώρων»,   έχει όρια στην αντιμετώπιση των αστικών  αναγκών για ανοικτότητα, εξαερισμό,  φωτισμό ή   κινητικότητα . Ο εξορθολογισμός στο χώρο των δύο διαστάσεων μπορεί να καταφέρει κάποια πράγματα, είναι όμως αδύνατο να ανταποκριθεί  στις αυξανόμενες κατά κεφαλήν και συνολικά ανάγκες των ανθρώπων των αρχών του 21ου αιώνα….

Παλιά  ο κάθε άλλο παρά  όμορφος, ηθικός και αγγελικά πλασμένος κόσμος των πόλεων, φαινόταν τουλάχιστον ικανός να αποκεντρωθεί,  να πειθαρχήσει  στις επιταγές ενός  «άριστου πολεοδομικού μεγέθους» κοινής αποδοχής, να  ακολουθήσει κάποιες δημόσιες προδιαγραφές και  να αποφορτίσθεί  από τα όποια  «πλεονάζοντα» οικιστικά κύτταρα αναπτύσσοντας  δορυφορικά σχήματα. . Όμως ο  Ουρμπανισμός, παρά τις «Αγροτιστικές ιδεολογίες» του 19ου αιώνα ή παρά τον Σοβιετικό «Απολεοδομισμό» των δεκαετιών του 1920 και 30, πήρε αποφασιστικά το πάνω χέρι στο τέλος του 20ου..
Το 2008 είναι  το πρώτο ιστορικό έτος της «ισοφάρισης» των αγροτικών πληθυσμών από τους αστικούς πληθυσμούς σε ολόκληρο τον πλανήτη, η μεγάλη καμπή προς την πρωτοκαθεδρία των πόλεων ! Μέσα σε αυτό το πλαίσιο,  η  υπερσυγκέντρωση πληθυσμού στην Αθήνα και στις άλλες μεγαπόλεις του πλανήτη  δρα αποδυναμώνοντας  την  ιδεολογία  της αποκέντρωσης και μετατρέπει σε  μνήμες  τις ύστερες εκλάμψεις της  – όπως λ.χ ήταν στον Ελλαδικό χώρο οι σχεδιασμοί  για την ενίσχυση των αντίπαλων πόλεων( Μάνος 1979) ή το σχέδιο για την μεταφορά της  πρωτεύουσας (1991) . Τώρα πλέον  ο  πολεοδομικός λόγος καλείται να δώσει λύσεις  αντίθετες με το αγαπημένο «παλαιο-οικολογικό» όνειρο  της αστικής μονοκατοικίας με  κήπο και   οικιακά ζώα, που γαλούχησε  τις  ελληνικές μεταπολεμικές γενιές και  αποτέλεσε ένα είδος   «πολεοδομικού (Φροϋδικού) υποσυνείδητου». Και που  σαν τέτοιο διήγειρε   ιδεολογικές  αντιρρήσεις  εναντίον των  υψηλών συντελεστών δόμησης, της οδοποιϊας και  των  εργολαβιών στην επιφάνεια του αστικού χώρου..

«Η πολεοδομία είναι επιστήμη των τριών διαστάσεων…μόνο αν αξιοποιήσει το ύψος θα κερδίσει τους ελεύθερους χώρους που της χρειάζονται », έλεγε η    «Χάρτα των Αθηνών». (7). Είναι φανερό ότι η τρισδιάστατη ανάπτυξη, όχι μόνο  υπέργεια αλλά και υπόγεια, μπορεί να εξοικονομήσει  επιφανειακό χώρο,  μπορεί να επιφέρει επαναπροσέγγιση των χρήσεων,  να εξοικονομήσει  μεγάλο μέρος της κινητικής ενέργειας που σπαταλιέται σήμερα για τις μετακινήσεις. Η «χωροπλασία» ως παραγωγή νέου τεχνητού χώρου(8), εκτός από εξοικονόμηση στον κυρίως χώρο των πόλεων, είναι ικανή  και  να  «εξοικονομήσει φύση» στη περίμετρο των πόλεων και  να επιτρέψει την απόδοσή της σε «ήπιες» χρήσεις . Μπορεί δηλαδή να αναστρέψει  εκείνη τη κατάσταση που έκανε τον Λε Κορμπυζιέ να λέει ότι «η πόλη είναι κατάσχεση της φύσης από τον άνθρωπο»!

Ως πρακτική  «αναδασμού» του μικροχώρου των πόλεων και διάσωσης επιφανειακού  χώρου, η πολεοδομία των τριών διαστάσεων  μπορεί να κάνει την πόλη πιο βαδίσιμη  και διαμέσου αυτής της κατάστασης να  προκαλέσει μια ποσοτικά μεγαλύτερη και ποιοτικά καλύτερη οπτική του αστικού τοπίου. Η πόλη  μπορεί να γίνει  εικαστικά  πιο ενδιαφέρουσα,  η εμβέλεια των αστικών οριζόντων να μεγαλώσει, το αστικό τοπίο με τις σχετικά μικρότερες επιφάνειες να  ασκεί  μεγαλύτερη έλξη στον παρατηρητή. Αλλά αυτή  η μεγαλύτερη έλξη  έχει τη δυναμική, ως «ανάδραση» πλέον , να  προπονεί  την κοινωνική κριτική για  την ανάπλαση της μορφής και κατ’ επέκταση της λειτουργίας του χώρου..

Στο προαναφερθέν  άρθρο μου στο περιοδικό Highlights του Οκτωβρίου του 2003  σημείωνα : «Η Αθήνα του 2003 είναι μια πόλη υπέρβαρη,που φαίνεται ήδη να συμφιλιώνεται με τον παχύσαρκο εαυτό της…..Η Αθήνα με παραπέμπει σε ένα υπέρβαρο φίλο μου, με ύψος όχι περισσότερο από 1.70 και βάρος όχι λιγότερο από 115 κιλά, που δήλωνε ότι δεν του περισσεύει πάχος αλλά του λείπει ύψος !»..

Μια πόλη  «ψηλόλιγνη», ευκολότερα «διαπερατή» και  κυκλοφορήσιμη,  με περισσότερες ευκαιρίες διαμόρφωσης “Live” ανθρώπινων καταστάσεων , υπερέχει σαφώς έναντι οποιασδήποτε άτακτης πληθυσμιακής διασποράς- ακόμη και  εάν αυτή η τελευταία δημιουργεί παραδείσια μικροπεριβάλλοντα  και  επικουρείται από άπειρες πληροφορικές δυνατότητες. Η διάσπαρτη αστική κατάσταση των μικρών συντελεστών δόμησης και των «αυτοκινητοκένταυρων» της νέας εποχής, παραπέμπει σε ένα γνωμικό που κατέθετε ο πρόσφατα χαμένος διανοητής  Αντρέ Γκορζ: «Κανένα γρήγορο μέσο μεταφοράς δεν θα αποζημιώσει ποτέ τη δυστυχία του να κατοικεί κανείς σε μια πόλη μη κατοικίσιμη»(9)…..

ΑΤΑΚΤΟΙ ΕΦΟΔΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Η  «χωροπλασία»  υπέρ και υπό την επιφάνεια της γής,  συνδυασμένη  με τις προσπάθειες  για την αύξηση του κατά κεφαλήν επιφανειακού  χώρου και  τη δημιουργία προϋποθέσεων για  την μεγέθυνση και βελτίωση  της λειτουργικότητας των  ελεύθερων χώρων , αποτελεί διακριτή  κατεύθυνση  από τη λογική των ατάκτων εφόδων  εναντίον του ουρανού :  Δηλαδή τη λογική που υπηρετούν   συχνά  οι σημερινοί   ουρανοξύστες, ως εργαλεία φήμης και εταιρικής υπεροχής . Η κατασκευαστική ματαιοδοξία, που  δεν αφορά μόνο γραφεία επιχειρηματικών κολοσσών,  είναι βεβαίως μια παμπάλαιη υπόθεση σε ένα κόσμο όπου τα ρεκόρ επιτυγχάνονται  για να ξεπερασθούν ,  νωρίτερα ή αργότερα. Εν μέρει πρόκειται για ένα είδος «τρέλλας» που σπανίως ομολογείται και που συνήθως διακατέχει τις κοινωνικά ιθύνουσες ομάδες. Ο Ρ.Μ. Φούλερ καταθέτει ένα ιστορικό περιστατικό από την Ισπανία των αρχών του 15ου αιώνα : «Στις 8 Ιουλίου 1401 ο μητροπολίτης και οι ιεράρχες της Σεβίλλης συνάχτηκαν και επίσημα αποφάσισαν : Να χτίσουμε μιαν εκκλησία τόσο μεγάλη, που όσοι θάρχονται στην πόλη μας να μας περνάνε για τρελλούς για την αποκοτιά μας…Και χρειάστηκαν πέντε γενιές επί 150 χρόνια για να χτίσουν την εκκλησία»(10).

Η Μεγάλη Πυραμίδα της Αιγύπτου, ο Πύργος του Άϊφελ, ο Πύργος του Ντουμπάϊ που αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2008 πετυχαίνοντας  ένα νέο ρεκόρ ύψους, εκφράζουν την επιδίωξη της  φήμης και της επιβολής. Τελική  στόχευση αυτών των δομών δεν είναι η ενσωμάτωση και συλλειτουργία με  τον  οικιστικό περίγυρο, αλλά η πρόκληση  κοινωνικού θάμβους.  Η συζήτηση για τα ψηλά κτίρια στο ηλεκτρονικό περιοδικό    www.greekarchitects.gr επιβεβαιώνει  για άλλη μια φορά  την ανταγωνιστική  συμπεριφορά  των μεγαλοπαραγόντων του πλούτου όσον αφορά  το θεαματικό κυνηγητό του ύψους.
Ο  Αλέξανδρος  Τομπάζης μιλάει  με τον  Αλέξιο Βανδώρο (29.5.2007) όπου  υπογραμμίζει  το στοιχείο της ματαιοδοξίας  των κατασκευαστών , ενώ επίσης  κάνει  «οικονομολογικές παρατηρήσεις»  όσον αφορά  τις συναρτήσεις κόστους και αύξησης ορόφων .
Τα πολυώροφα κτίρια  εξοικονομούν  «οικοπεδικό χώρο», πλην όμως από ένα σημείο και πάνω προκαλούν  νέα κόστη και  αυξημένη ενεργειακή κατανάλωση. Η όλη συζήτηση τεκμηριώνει την ανάγκη της επισήμανσης «όπτιμουμ λύσεων» στο θέμα του ύψους των κατασκευών, πράγμα  που έρχεται σε ρήξη με την ακάθεκτη  και απεριόριστη εφόρμηση προς τον ουρανό χάριν του  επιχειρηματικού  «θεαθήναι».   Αξιοσημείωτη επίσης είναι η προβληματική για την  την ήπια ενσωμάτωση τυχόν  υψηλών κτιρίων στον αθηναϊκό χώρο και την επακόλουθη  μετεξέλιξη  του αστικού τοπίου. Υπογραμμίζω το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο Α.Τομπάζης, στη συζήτηση της 29.5.2007 : « οι αυξημένες πυκνότητες (μέχρι κάποιο όριο φυσικά) είναι μια οικολογική απάντηση στις αχανείς κηπουπόλεις με τις πολύ χαμηλές πυκνότητες και τα αντίστοιχα με τις μονοκαλλιέργειες προβλήματα των υπνουπόλεων» …

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ  ΖΟΜΠΥ

Σήμερα  η  χρόνια  κρίση  της ελληνικής πρωτεύουσας  κάνει  την προβληματική της καθ’ ύψος ανάπτυξης αναπόφευκτη, και  οι αντιρρήσεις  για το μέγιστο κτιριακό ύψος στην περιοχή της πρωτεύουσας(27 μέτρα) αρχίζουν να πυκνώνουν  στο λόγο των  ειδικών επιστημόνων . Ταυτόχρονα αναπτύσσεται και η «πρακτική κριτική» πάνω στα υφιστάμενα πολεοδομικά ζόμπυ, με προτάσεις που ανεξάρτητα από την συμβατότητά τους με τον κτιριακό περίγυρο, αναταράσσουν τα λιμνάζοντα ύδατα.  Οι αρχιτέκτονες Αλέξιος Βανδώρος και Γιώργος Βλαχοδήμος  συμμετέχουν σε διεθνή διαγωνισμό όπου  εκθέτουν  πρόταση δημιουργίας στον Αθηναϊκό χώρο 4-5 ουρανοξυστών ύψους 420 μέτρων σε συγκεκριμένη  διάταξη, ενώ  μια  Διπλωματική Εργασία με τίτλο «Μια αστική (ανα)θεώρηση της Δυτικής Εισόδου της θεσσαλονίκης» των Α.Βανδώρου και Α.Κονδύλη προβλέπει  στην περιοχή των Λαχανόκηπων  3 ουρανοξύστες των 36 ορόφων.

Η καθ’ ύψος  κτιριακή  ανάπτυξη ως νεωτερισμός προκαλεί τις κατεστημένες αδράνειες της κοινής γνώμης , στα πλαίσια της οποίας φαίνονται να ενδημούν ιδέες περί αρραγούς και φυσικής σχέσης μεταξύ ανθρώπου και εδάφους. Όμως στον 21ο αιώνα τα υπαρκτά κελύφη της ανθρώπινης ζωής εμπεριέχουν  μεγάλες δόσεις ασφάλτου και οπλισμένου σκυροδέματος , δημιουργώντας   έτσι  άλλες συνθήκες  για την αναζήτηση   «υβριδικών καταστάσεων»  μεταξύ  του φυσικού και του ανθρωποποίητου στοιχείου.
Η  αναζήτηση  αυτή εκφράζεται  κυρίως  με την παραγωγή  ιδιόμορφων κτιρίων, με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες του κτιριακού μικρο-περιβάλλοντος, που εξοικονομούν ενέργεια και προσλαμβάνουν διάφορα  στοιχεία της φύσης. «Μπορεί οι ουρανοξύστες να είναι «πράσινοι»;», ερωτά ή αναρωτιέται η Φωτεινή  Γεωργακοπούλου σε ένα άρθρο(11) , όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται στα Κεντρικά Γραφεία της Εμπορικής Τράπεζας στη Φραγκφούρτη.  Πρόκειται για έναν τριγωνικό ουρανοξύστη 53 ορόφων  με αίθριο, που ανά 4 ορόφους διαθέτει «ουράνιους κήπους»,  δημιουργεί εξαιρετικές συνθήκες εξαερισμού του χώρου και  επιτρέπει στους «ενοικούντες» να ανοίγουν κατά περίπτωση τα παράθυρα διασώζοντας έτσι μεγάλα ποσά ενέργειας. Μια ακόμη ενδιαφέρουσα  προβληματική του Ντίκσον Ντεσπόμιερ και των  συνεργατών του  στο  Πανεπιστήμιο της  Κολούμπια(12), αναφέρεται στον συνδυασμό πολυώροφου κτιρίου και φύσης όχι για εξωραϊστικούς , ψυχολογικούς ή  μικροκλιματικούς σκοπούς, αλλά για παραγωγικές χρήσεις:   Ο Ντεσπόμιερ σχεδιάζει 30όροφα θερμοκήπια  και υπογραμμίζει  την τεράστια οικονομία γης και μεταφορών, που συνιστά η παραγωγή αγροτικών προϊόντων μέσα στην καρδιά μιας πόλης…

ΔΙΜΕΤΩΠΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

Το 2003  ο Ντάνιελ Λίμπεσκιντ, από τους πρωτεργάτες των νέων πύργων στη θέση των παλαιών «διδύμων» που χτυπήθηκαν στις 11.9.2001 δήλωνε :  «Δεν σκέφτομαι για ολόκληρη την πόλη, επειδή πιστεύω ότι η πόλη αντιδρά σαν ένας οργανισμός και αλλάζει μέσα στο χρόνο και την ιστορία, με την αυθόρμητη αλληλεπίδραση των λειτουργιών και των κατοίκων της».(13) Ο Φιλελευθερισμός στην οικονομία υπογράμμιζε πάντοτε τις αλληλεπιδράσεις και προσαρμογές στην αγορά, εκθειάζοντας την ταχύτητα με την οποία αυτές επέρχονταν αλλά αποφεύγοντας να αναφερθεί στις επιπτώσεις των προϊόντων  πάνω στην ποιότητα ζωής. Ο Φιλελευθερισμός στην δόμηση(!) και η αναμονή των  προσαρμογών του κτιριακού περίγυρου, δημιουργεί ασυναρτησίες και δυσλειτουργίες. Και φυσικά  υστερεί σαφέστετα έναντι μιας δημόσιας ρυθμιστικής αρχής που θα καθόριζε τους συντελεστές δόμησης, το μέγιστο ύψος, τη σχέση με τον κτιριακό περίγυρο, τη συνάρθρωση με τις υπόλοιπες λειτουργίες της πόλης. Ο Νεοφιλελευθερισμός επαίρεται για την αγοραία ευελιξία και την ελευθεριότητα ενός παιχνιδιού χωρίς κανόνες, όμως στην πραγματικότητα  υποστηρίζει το δικαίωμα του πλούτου να δημιουργεί Φαραωνικές δομές διασπαθίζοντας  οικονομικούς πόρους και ποιότητα ζωής.

Η συζήτηση για τα ψηλά κτίρια και για την εντατική ή εκτατική ανάπτυξη των πόλεων, φαίνεται από πρώτη όψη «τεχνική», ικανή απλώς να τροφοδοτεί  συγκρούσεις μεταξύ νεωτεριστικών και παραδοσιακών τάσεων, όμως στην πραγματικότητα έχει βαθιά πολιτικό χαρακτήρα.Πρόκειται στην ουσία για ένα διμέτωπο αγώνα του κοινωνικού κινήματος , αφενός με  την Νεοφιλελεύθερη   μεγαλομανία  και αφετέρου με τα συμφέροντα μιας τάξης οικοπεδάδων της αστικής περιφέρειας, που καλλιεργεί συστηματικά τις  οικοπεδο-κρατορικές φαντασιώσεις  των εύπορων και αντιστέκεται στα σχέδια ανάπλασης και ανασυγκρότησης των αστικών λειτουργιών. Είναι  εκείνα τα μεγάλα  συμφέροντα  της  γαιοκτησίας, στον περιαστικό αλλά και στον αστικό χώρο,  που θα αντιδρούσαν σκληρά  στην  παραγωγή «ανταγωνιστικού  χώρου» εις ύψος, γιατί αυτό ακριβώς  θα έριχνε σταδιακά τις αστικές γαιοπροσόδους (14).Τα συμφέροντα αυτά  θα είχαν  σαφή αντίρρηση  απέναντι σε μια   «πολεοδομία των τριών διαστάσεων», και με αυτό το τρόπο θα αποδείκνυαν  περίτρανα ότι  η τέτοια πολεοδομία  είναι  πεδίο  πάλης μάλλον  παρά διανοητική άσκηση  επί εφημεριδικού και περιοδικού  χάρτου….

Ο Φρειδερίκος Ένγκελς, γνωστός συνεργάτης του συγγραφέα σοσιαλιστικών κειμένων(!) Καρόλου Μαρξ, έλεγε ότι «οι ιδέες των μαζών είναι υλική δύναμη», υπονοώντας ότι  σε αντίθεση με αυτές οι μεμονωμένες ιδέες στους χώρους των διανοουμένων ή αλλαχού ΔΕΝ έχουν «υλική δύναμη» και δεν  μπορούν να «παίξουν» στα πεδία των κοινωνικών αγώνων.Όμως η ιδέα μιας ολιστικής  πολεοδομίας στον τρισδιάστατο χώρο,  με κύριο στόχο την απελευθέρωση  αστικών και περιαστικών επιφανειών, θα μπορούσε κάλλιστα να διανύσει την απόσταση  από το χώρο της αρχιτεκτονικής συζήτησης μέχρι το χώρο των δημοτικών  κινημάτων. Θα  μπορούσε άνετα να εγκολπωθεί από την υπαρκτή κοινωνία και να «κατέβει» στα γήπεδα των πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Το όραμα θα μπορούσε να γίνει  γρήγορα πειστικό και κοινόχρηστο : Ένα  αστικό τοπίο υψηλότερο αλλά και προστατευμένο από τα άτσαλα και κακόγουστα «κτίρια – καρούμπαλα». Τοπίο  με  ήλιο, με  πράσινο και  ανοικτούς χώρους, με ταρατσόκηπους , πέργκολες , αίθρια και άλλα «εξαρτήματα» φύσης ικανά να μετριάζουν την υπερχορήγηση ανθρωπογενών στοιχείων,  με την ποιότητα ζωής εκτοξευμένη  σε υψηλά επίπεδα. Με ενεργοποιημένες κάποιες συλλήψεις παμπάλαιες αλλά απίθανα καινοτόμες – όπως λ.χ αυτή της «Καταστασιακής Διεθνούς», που αναφερόταν στην δόμηση  των κτιρίων πάνω σε πυλωτές και στην παράδοση του «υποκτιριακού» χώρου σε κοινωνικές χρήσεις. Με περίσσεια ζωτικού χώρου  για τους πεζούς ή τους άλλους χρήστες της πόλης. Με μια κατάσταση νεωτεριστική αλλά  και ικανή να επιτρέπει  αισθήσεις παραδοσιακές,με ένα σκηνικό πλουραλιστικό αλλά ταυτόχρονα και οικείο.

Του Γιάννη Σχίζα

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η Χάρτα των Αθηνών, εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα

2. Γιάννη Σχίζα, «Η Αθήνα του ύψους ή του βάθους», περιοδικό Highlights, Οκτώβριος 2003

3.Γ.Σχίζα, «Γκρεμίστε γιατί χανόμαστε», περιοδικό Γαλέρα, Μάϊος 2006

4. Συνέντευξη Νικήτα Κακλαμάνη στον Κωνσταντίνο Ζούλα, Καθημερινή 26.3.2006.

5.Marcia Lowe, “Shaping cities”, State of the World 1992, Worldwatsch Institute Report on Progress Toward a Sustainable Society, edition by W.W.Norton and Company, New York

6.Έκδοση Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Βρυξέλλες,1990

7. 4ο Διεθνές   Συνέδριο Μοντέρνας Αρχιτεκτονικής, Αθήνα 1933

8. Γ.Σχίζα, «Χωροπλασία  και αποκέντρωση, «Νέα Οικολογία», Μάϊος 1989

9.Αντρέ Γκορζ, «Οικολογία και Κοινωνία», δοκίμιο από το έργο «Οικολογία και Πολιτική», εκδόσεις «Νέα Σύνορα», Αθήνα 1984

10. Ρ.Μ. Φούλερ, «Οικουμενική αρχιτεκτονική», συλλογικό έργο, «Επίκουρος» 1977

11. Φωτεινή Γεωργακοπούλου, «Ουρανοξύστες: Μπορεί να είναι πράσινοι», ΄περιοδικό « Οικοτοπία», Ιούλιος 2005

12. Ρεπορτάζ  Εφημερίδας «Ημερησία»,  30.6.2007

13. Νατάσας  Μπαστέα, «Οι κρεμαστοί κήποι της Νέας Υόρκης», Ταχυδρόμος 5.7.2003

14.Γ.Σχίζα «Αττική», εκδόσεις Σαββάλα, Αθήνα 1996

Share|

Σχετικές Δημοσιεύσεις:

 

κοινοποίησε το:

Υπάρχει πολιτική αποδοχής χορηγιών στο Δήμο Καλαμάτας και στήριξη του σωστού ανταγωνισμού της τοπικής οικονομίας;

Με αφορμή την «χορηγία» 5000 € για «ανάπλαση» της πλατείας Αβραμόγιαννη διατυπώνεται το ερώτημα:  ( Ή καλύτερα:  Μπορεί το συγκεκριμένο περιστατικό να αποτελέσει «ΕΝΑΥΣΜΑ» για μια προσεκτικότερη μελέτη των προσφορών χορηγών  από την Εκτελεστική Επιτροπή του Δήμου; )

Γιατί πραγματικά υπάρχει ο κίνδυνος να «εκτελεί»  στη κυριολεξία, η «Επιτροπή» αξίες και έννοιες  όπως είναι αυτή της σωστής χορηγίας και της λειτουργίας των κοινόχρηστων χώρων του δήμου.  Συχνά χρησιμοποιείται ο όρος «Χορηγία» προσχηματικά , ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για καθαρά εμπορικές συμβάσεις διαφήμισης ή προβολής μεταξύ κερδοσκοπικών εταιριών – οργανισμών , με αντιπαροχή την προβολή του χρηματοδότη ή και με στόχο μία «πειρατικής» μορφής διαφήμιση , γεγονός που αμαυρώνει τον χορηγικό θεσμό και επιτείνει τη σύγχυση. Με τη Χορηγία  κατά τη γνώμη μας δεν πρέπει να επιδιώκεται η προώθηση προϊόντων και δεν προωθείται ο καταναλωτής στην αγορά τους , όπως με τη διαφήμιση. Στη χορηγική επικοινωνία δεν αναφέρεται το προϊόν αλλά η επωνυμία της παραγωγού εταιρείας.

Η δημοτική αρχή μέσω του αντιδημάρχου κ. Ριζά διατυπώνει την πολύ…. αναλυτική άποψη «… κι όπως καταλαβαίνετε ,το σύστημα με τις χορηγίες λειτουργεί ανταποδοτικά. Κάτι δίνεις και κάτι παίρνεις….» (κομψό!) .

Το τι παίρνεις στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι γνωστό. Στέλνοντας δημότες σε ένα συγκεκριμένο super market και αγοράζοντας ορισμένα  προϊόντα μιας συγκεκριμένης πολυεθνικής εταιρείας θα συγκεντρωθεί το ποσό των 5000€ .Στη συνέχεια η εταιρεία θα το διαθέσει για την ανάπλαση μια πλατείας που έχει επιλεγεί από κοινού με τον δήμο .

Το τι «δίνεις» κάθε φορά ίσως να μην ενδιαφέρει και τόσο τους… μελετητές της Εκτελεστικής Επιτροπής του Δήμου μας. Στην επιστολή της η εταιρεία αναφέρει μεταξύ άλλων: «… Στα πλαίσια της γενικότερης και αποδεδειγμένης  ευαισθητοποίησης και των 2 εταιρειών στον τομέα της Κοινωνικής Ευθύνης, ενέργειες σαν αυτές αποτελούν το έναυσμα (!!!) για καλυτέρευση της ποιότητας ζωής των Δημοτών σας!!!….». Ίσως θα έπρεπε για το «εναυσμα» της συζήτησης να αναφέρουμε έστω και παρενθετικά ότι κτήρια σημαντικού όγκου και κλίμακας με την μορφή μεγάλων super market , περιβαλλόμενων  από μεγάλης έκτασης parkings υποβαθμίζουν το ασικό περιβάλλον στο εσωτερικό των πόλεων γιατί προκαλούν διάσπαση της συνέχειας της πόλης και των ελεύθερων χώρων της στις περιοχές όπου χωροθετούνται . Με αυτή τη μονολειτουργία  ολόκληρων οικοδομικών τετραγώνων   μετατρέπονται σε έρημες εκτάσεις  στο εσωτερικό της  πόλης κατά τις ώρες της μη λειτουργίας τους , αποσυνθέτοντας έτσι και τον συνοικιακό ιστό ενώ υποβαθμίζουν περιοχές  απορροφώντας οικονομικές δραστηριότητες. Πέρα από τις εκτεταμένες οικονομικές ζημιές που προκαλούνται στη τοπική αγορά και αναγκάζουν το δήμο σε  έξοδα για επιπλέον φωτισμό ασφάλεια περιοχών   και παρεμβάσεις που επιβαρύνουν το δημοτικό ταμείο. Από την άλλη  οι μικρές σε κλίμακα επιχειρήσεις συμβάλουν με την παρουσία τους στην καλύτερη λειτουργία και συντήρηση των συνοικιακών πλατειών , στη συμβολή της συγκρότησης  τοπικών πολυμερών κοινωνικών κέντρων.

Αλλά τι στο καλό χορηγία είναι αυτή που για να συγκεντρωθούν τα χρήματα πρέπει να πάνε «πακέτο»  οι δημότες σαν πελατεία; Και γιατί να μην γίνει αυτό με τοπικά , συνοικιακά super market και χωρίς να το πούμε και χορηγία ;  Αυξάνοντας λίγο τις τιμές των προϊόντων τους θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε χρήματα (πως βαστάνε τον κουμπαρά οι κηδεμόνες από τις διάφορες σπάταλες διαθέσεις των πιτσιρικάδων- εδώ της Δημοτικής Αρχής), ώστε να βρεθούν λίγα χρήματα για κανένα έργο στις συνοικίες της πόλης που δοκιμάζονται τριπλά,  από μια βιτρινέ ανάπλαση στο κέντρο, από την αδιαφορία στις υποδομές και τις περικοπές των κονδυλίων,  λόγω της οικονομικής κρίσης.

Ιδεολογικό είναι το θέμα … ανακαλύπτει περιχαρής η δημοτική αρχή, για να κρύψει την αμηχανία της και την προχειρότητα στη λήψη των αποφάσεων της. Ιδεολογικό είναι το θέμα όταν η «χορηγία» δεν φτάνει ούτε για τα δημοτικά τέλη μιας διαφημιστικής πινακίδας που θα αναγράφει τη χορηγία; Για φανταστείτε να προσφέρει ζαχαροπλαστείο της πόλης δωρεάν γλυκά  για τα Χριστούγεννα στη πλατεία ,  και για να τα φας , θα πρέπει να έχεις απόδειξη της ταμιακής μηχανής του ζαχαροπλαστείου ότι αγόρασες γλυκά απ αυτό πχ  τη προηγούμενη εβδομάδα .

Το «δίνεις» που το «δίνεις»  λοιπόν, τόσο φτηνιάρικα όμως; Μήπως από τα εκατομμύρια των έργων της πλατείας περισσεύει κανένα ψίχουλο για την περιφέρεια; Ή και αυτό υπακούει στο δόγμα  «τι δίνεις και τι  παίρνεις»  σε ψήφους;

Τα «ιδεολογικά» ας αφήσουμε καλύτερα για την επόμενη φορά. Για το ποιος είναι ακραίος και ποιος  έχει υπηρετήσει πολιτικά την ιδεολογική «πανώλη»  του νεοφιλελευθερισμού και της ακραίας  ασυδοσίας των αγορών είναι γνωστό ,όπως επίσης γιατί έχουμε φτάσει σαν χώρα σε αυτό το σημείο .

Θα πρέπει να καταβάλετε επιπλέον προσπάθεια για να μας κάνετε να  ξεχάσουμε τι υποστηρίζατε όλα αυτά τα χρόνια .

 

 

 

 

κοινοποίησε το:

Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος* Η ΓPAΦH TΩN NEΩN ΣTO ΔHMOΣIO XΩPO: OΠTIKH-PHTOPIKH EΠIΦAΣH Ή ΦPAΣTIKH-YΠOKEIMENIKH ANTIΣTAΣH

Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 130 Γ΄, 2009, 31-47
Κωνσταντίνος Λαμπρόπουλος*

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η (επι)γραφική δραστηριότητα των νέων στους τοίχους της πόλης εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο ενός υφέρποντος ρομαντισμού. Oι νέοι σε ένα κοινωνικό περιβάλλον γραμμένο με φραστικά σχήματα και εξαρτώμενο από θεαματικές σχέσεις δεν κάνουν άλλο τίποτα από το να «αντιγράφουν» το μυθικό στοιχείο του σύγχρονου κόσμου. Ωστόσο, αυτή η «αντιγραφή» του σύγχρονου μυθικού στοιχείου του κόσμου δεν μένει στο επίπεδο της απλής μίμησης. Εξαιτίας των ιδιαιτεροτήτων της ηλικίας των νέων, της εγγύτητάς τους με τη μητρική-αρχέγονη «φύση» του ανθρώπινου κόσμου και της συναισθηματικά δραστικής κοινωνικοποίησής τους μέσω προσώπων και πραγμάτων, οδηγούνται σε μια περισσότερο πρωτόγονη και δυναμική αντίληψη αυτού του μυθικού στοιχείου. Γι’ αυτόν το λόγο δεν (επι)γράφουν απλά στους «άδειους» τοίχους της πόλης τις φραστικές-αισθητικές επινοήσεις τους αλλά και τις «υπογράφουν» με ένα αυθεντικό ύφος και ήθος.

*Διδάκτωρ Iστορίας της Tέχνης.
ΕIΣAΓΩΓH 

Το υποκείμενο της (επι)γραφικής δραστηριότητας

Όταν ο ρομαντισμός υποσχόταν την έλευση του υποκειμένου στην ιστορία1 κανείς δεν περίμενε ότι αυτή η μεγάλη προσδοκία θα γνώριζε τόσες πολλές διαψεύσεις και ματαιώσεις και, ωστόσο, πάντα θα ήταν επίκαιρη για τον πολιτισμό της νεωτερικότητας -συμπεριλαμβανομένης και αυτής της μετανεωτερικής της κατάστασης. Στη μετανεωτερική κατάσταση του πολιτισμού μας τα σημεία/ίχνη αυτής της μεγάλης προσδοκίας μπορεί να μην δρουν ως υπόσχεση για την επίτευξη μιας ιστορικά αποδραματοποιημένης αμεσότητας ανθρώπου και φύσης, αλλά δεν παύουν να αντι-δρούν στην ίδια την, κάτω από το άμετρο άχθος της οικονομικής ανάπτυξης, δραματοποιημένη σχέση ανθρώπου και φύσης. O ηλεκτρονικά τεχνικός και τεχνολογικός χαρακτήρας της σημερινής κατάστασης δεν προσφέρεται σίγουρα για μυθοποιητικούς εκδραματισμούς αυτής της σχέσης· όμως, προσφέρεται για ακανόνιστες αντι-δράσεις συνειδήσεων, οι οποίες ενάντια στον κυρίαρχο πολιτισμικό κανόνα δεν βλέπουν στον όγκο των ασώματων πληροφοριών που γεμίζουν το κενό της οθόνης του υπολογιστή και της τηλεόρασης καμιά δικαίωση της ανθρώπινης ύπαρξης.2 O ακτιβισμός και ο νεοαναρχισμός, το graffiti και οι νεανικές υποκουλτούρες προσφέρουν παρα-(πολλά)-δείγματα μιας εναλλακτικής υπόσχεσης για το πώς θα μπορούσαν να διαχωριστούν οι «τεχνητές» δράσεις από τις «φυσικές» ή πώς θα μπορούσαν να εμπλουτιστούν οι γραμμικά αντιστοιχισμένες και διατεταγμένες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις από τον αυθορμητισμό και τις επινοήσεις των νέων. Στο πλαίσιο αυτού του περιθωριακού αλλά ζωντανού υπο-ρομαντισμού, η αλλιώς υπόγειου ρομαντισμού, θα ασχοληθούμε με μία μόνον από τις πολλές εκδηλώσεις του στη σύγχρονη ζωή. Συγκεκριμένα θα ασχοληθούμε με τη νεανική (επι)γραφή στο δημόσιο χώρο.

Αν περιδιαβούμε στους δρόμους μιας μεγάλης πόλης, όπως της Αθήνας, δεν θα μας εκπλήξει το γεγονός ότι θα δούμε εκτός από ένα «θετικό» πλήθος επιγραφικών σημαινόντων (καθοδηγητικών, προστακτικών, επεξηγηματικών, διαφημιστικών και άλλων) και ένα «αρνητικό» πλήθος, τα οποία έχουν γίνει από νέους υπό συνθήκες μάλλον «ανομίας». «Θετικό» βεβαίως είναι το πλήθος των δημόσιων ή ιδιωτικών, τυποποιημένων ή καλλιτεχνικών, εκείνων επιγραφικών σημαινόντων, τα οποία έχουν χρηστική αξία για τη λειτουργία της πόλης (ονόματα δρόμων, επώνυμες επιγραφές μαγαζιών, πινακίδες τροχαίας και πολλά άλλα), και «αρνητικό» είναι το άλλο, απλά, για τον αντίθετο λόγο. Η μη χρηστική, όμως, λειτουργία αυτού του «αρνητικού» πλήθους δεν συνεπάγεται την έλλειψη ούτε μιας κάποιας αισθητικής αξίας ούτε ενός κάποιου νοήματος. Ποια μπορεί να είναι αυτά; Ήδη, από την πρώτη παράγραφο υπαινιχθήκαμε τη διηνεκή παρουσία μιας ρομαντικής πνοής αντιδράσεων απέναντι στον κυρίαρχο εργαλειακό λόγο των νεωτερικών και μετανεωτερικών κοινωνιών, απέναντι στον εκβαρβαρισμό της πνευματικότητας του υποκειμένου σε μηχανική εργασία, απέναντι στην «απομάκρυνση» του ανθρώπου από τη φύση· τη φύση όχι ως περιγραφική εικόνα ή φυσιολατρική προσέγγιση, αλλά ως εγγενή ενοποιητική αρχή στο λογικό και συναισθηματικό κόσμο του ανθρώπου. Έτσι, διασαφηνίζοντας ότι ιστορικά αυτή η παρουσία δεν ήταν ποτέ ενιαία και ότι στην εξέλιξή της αντιπροσωπεύτηκε από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και ηλικίες (μαζικά ή επιλεκτικά, από διανοούμενους και μη, από νέους φοιτητές και, πρόσφατα, μαθητές), θα επανέρθουμε στο σημερινό υπόγειο ρομαντισμό της α-πολίτικης νεολαίας των «εφήβων» που εκδράμει στους δρόμους της πόλης, μεσημεριανές, βραδινές ή πρώτες πρωινές ώρες, για να γράψει στους τοίχους «επιθετικά» συνθήματα και (επι)γραφικά να περάσει αισθητικά μηνύματα. Και θα τον εξετάσουμε.

1. Η MIMHTIKH ΔIAΣTAΣH THΣ (EΠI)ΓPAΦIKHΣ ΔPAΣHΣ

Αλλά πώς θα προσεγγίσουμε το στόχο; Πρώτον θα πρέπει να δούμε τον κόσμο ο οποίος περιβάλλει τους νέους· έναν κόσμο ο οποίος αναγνωρίζεται άμεσα ως «εικόνα» στους πηχυαίους τίτλους των εφημερίδων, τα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης, τα κρεμασμένα περιοδικά στα περίπτερα, τις προθήκες των καταστημάτων, τα αυτοκίνητα στους δρόμους, τα Internet-cafe και άλλα πολλά. Όμως αυτός ο κόσμος αναγνωρίζεται και εμμέσως ως «εμπρόθετη σκέψη» και «κανόνας παιχνιδιού»· αυτός ο έμμεσος τρόπος είναι πρόδηλος, για παράδειγμα, στη «σκέψη» της οικογένειας και του σχολείου για την πρόοδο των παιδιών και άδηλος στη «σκέψη» της διαφήμισης ή του εμπόρου για την προσέλκυση πελατών («σκέψη» μέριμνας και «σκέψη» αποπλάνησης, αντίστοιχα). O έφηβος-νέος, αντιμέτωπος με αυτόν τον κόσμο, τον κόσμο ως «αντανάκλαση» -από την οποία παράγονται ερεθίσματα και συγκινήσεις- και τον κόσμο ως «σκέψη» -από την οποία παράγονται, πρόδηλα ή άδηλα, κανόνες και σχέσεις-, με όπλα τη μιμητική και συναισθητική του ικανότητα, τον αναπαράγει και αναπλάθεται από αυτόν. Αλλιώς, θα λέγαμε ότι γίνεται σάρκα της σάρκας του και συνεισφέρει στο μυθικό του στοιχείο, δηλαδή το λόγο που κυοφορεί. Έτσι ο νέος, εγγράφοντας στο δημόσιο χώρο τη δική του εκδοχή με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, με έννομη ή άνομη συμπεριφορά, με πειθαρχημένη ή απειθάρχητη δραστηριότητα, κατακτά το μυθικό στοιχείο του κόσμου. Έστω και με τρόπο αρνητικό, έστω και διαμέσου ενός αρνητικού αντικατοπτρισμού. Ειδικότερα η (επι)γραφική δραστηριότητα στους εσωτερικούς ή εξωτερικούς τοίχους του δημόσιου χώρου (σχολεία, πλατείες, γήπεδα, μάντρες, πόρτες και αλλού) συνιστά μια πτυχή της «αντανάκλασής» του, ή, καλύτερα, μια ενυπόγραφη «αντανάκλαση» του νεανικού ύφους και ήθους. Η (επι)γραφική φράση γίνεται υπογραφή και μια υπογραφή πιστοποιεί την εγκυρότητα και την υπόληψη του ατόμου· -όπως αναφέρει ο Barthes (1988, σ. 51): «η κατασκευή ενός σχεδίου συνιστά ήδη μια συμπαραδήλωση, και επειδή δεν υπάρχει σχέδιο χωρίς ύφος το σχέδιο έχει ηθική».

Γιατί όμως υπάρχει η ανάγκη να ταυτίσει ο νέος την υπόληψή του με ένα τέτοιο «φραστικό» γράφημα, ένα «φραστικό» τοιχογράφημα, το οποίο δεν είναι πάντοτε πρωτότυπο -σπάνια θα έλεγα ξεφεύγει από τα στερεότυπα του είδους-, ούτε σέβεται πολλές φορές το δημόσιο χώρο; Μια εξήγηση είναι αυτή την οποία αναφέρει ο Barthes (1988, σ. 163), στο κείμενό του «Η μυθολογία σήμερα» – δημοσιευμένο για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1971 στο περιοδικό Esprit-, και αφορά το μυθολογικό κατασκεύασμα του σύγχρονου κόσμου, την ασυνεχή «γραφή», την από άκρη σε άκρη «γραμμένη» ασυνέχειά του. Μια άλλη, συμπληρωματική, είναι αυτή του Debord (1986, σ. 21) και αφορά την πανταχού παρούσα «εμπορευματική» θεαματικότητά του. Από τη μια (Barthes, 1988, σ. 161-5) έχουμε τις αμέτρητες φραστικές ασυνέχειες της σύγχρονης μυθικής σκηνής του κόσμου· αυτές τις φρασεολογίες (από το άρθρο της εφημερίδας ώς το πολιτικό κήρυγμα, από το μυθιστόρημα ώς τη διαφημιστική εικόνα) οι οποίες έχουν έναν εξειδικευμένο λεκτικό ύφος και έθος και καθοδηγούν τον θεατή να επιλέξει αυτήν ή την άλλη ανάγνωση· αυτές οι οποίες δρουν ως συμπαραδηλούμενα της «εικόνας» του κόσμου και οι οποίες δεν καθιστούν «φυσικό» το συμβολικό όλο, δηλαδή το σύνολο των στάσεων, των συνηθειών και τεχνικών της κοινωνίας, όπως επιτάσσει η αντιστραμμένη λειτουργία του παραδοσιακού μύθου, αλλά δρουν με δόλιο μυθικό τρόπο και καθιστούν «φυσική» μια αποσπασματική ενότητα, μια αποσπασμένη και αυτονομημένη ενότητα συνηθειών και τεχνικών. Από την άλλη (Debord, 1986, σ. 10,14) έχουμε το θέαμα, το οποίο δεν είναι απλά το επιφαινόμενο της οικονομικής ζωής της εποχής μας αλλά ο συστατικός τρόπος της παραγωγής εξαρτημένων σχέσεων του ατόμου με το εμπόρευμα. Αυτό κάνει απροσδιόριστα τα όρια του Εγώ και του κόσμου και ο διάλογος υποκαθίσταται από «θεαματικές» κοινωνικές σχέσεις· οι «θεαματικές» κοινωνικές σχέσεις αποπλανούν το Εγώ κάνοντάς το να πιστέψει ότι η δική του αναπαράσταση συμπίπτει με την επιλεγμένη αναπαράσταση του προϊόντος της αγοράς και ότι η επιλογή αυτή είναι αποφασιστικής σημασίας ιδιαιτερότητα ισότιμη με τα δικά του ατομικά χαρίσματα (Debord, 1986, σ. 40, 45). Κατά συνέπεια, ο μετασχηματισμός του θεάματος παρασύρει τις κοινωνικές σχέσεις σε υποταγμένες και αλλοτριωμένες συμπεριφορές, αποσιωπώντας τον ιστορικό μετασχηματισμό τους και αγνοώντας την επιθυμία του πνευματικού ανθρώπου να τις κατανοήσει.

Σε αυτό το πλαίσιο το οποίο μόλις περιγράψαμε, οι νέοι βιώνουν την αντίφαση μιας κοινωνίας η οποία είναι διασκορπισμένη φρασεολογικά σε έναν κόσμο απίστευτα αλλοτριωμένο από το θέαμα, και, ως είναι φυσικό, αναμετρούνται από πολύ νωρίς με τη ρητορική του θεάματος. Τι προσλαμβάνουν από αυτήν τη ρητορική και πώς την αναπαράγουν; Πρωταρχικά γίνονται δέκτες μιας γενικευμένης αποφαντικής λειτουργίας (Foucaut, 1987, σ. 163) η οποία ακροβατεί στα όρια της γλώσσας και «θέτει σε κίνηση διάφορες ενότητες (μπορεί ενίοτε να συμπίπτουν με τις φράσεις, ενίοτε με τις προτάσεις· αλλά απαρτίζονται ενίοτε από αποσπάσματα φράσεων, από σειρές ή πίνακες σημείων, από ένα παιχνίδι προτάσεων ή ισοδύναμων διατυπώσεων)· και αυτή η λειτουργία, αντί να δώσει ένα «νόημα» σε αυτές τις ενότητες, τις συσχετίζει με ένα πεδίο αντικειμένων· αντί να τους προσδώσει ένα υποκείμενο, τους διανοίγει ένα σύνολο πιθανών υποκειμενικών θέσεων· αντί να τους παγιώσει τα όριά τους, τις τοποθετεί μέσα σε ένα τομέα συνάφειας και συνύπαρξης· αντί να καθορίσει την ταυτότητά τους, τις στεγάζει μέσα σε έναν χώρο όπου έχουν επενδυθεί, χρησιμοποιηθεί και επαναληφθεί». Τα σύνολα των λεκτικών αποδόσεων τώρα, διαμέσου της διαδοχής, της επανάληψης, της επαναχρησιμοποίησης, συνδέουν στρατηγικά και στοχευμένα το υποκειμενικό συμφέρον ή την υποκειμενική επιθυμία με τα αντικείμενα και τα ιδιοποιούνται (Foucaut, 1987, σ. 177). O πρακτικός λόγος του θεάματος μεταχειρίζεται στο έπακρο την αποφαντική λειτουργία για να παράσχει στο «αφηρημένο» και «δεκτικό» υποκείμενο την ευχαρίστηση της ιδιοποίησης των αντικειμένων μέσω της γλώσσας. Η φρασεολογική μυθολογία που γεννιέται έτσι και η πολλαπλότητα των φραστικών επιλογών που έχει κάποιος γεννούν την παραίσθηση μιας ευδαιμονικής κοινωνίας στην οποία όλοι έχουν την ευχέρεια να κατασκευάσουν το δικό τους πεδίο ή την ενότητα ιδιοποίησης της αντικειμενικότητας/πραγματικότητας. Αρκεί να αντιγράψουν τον λόγο, τον μύθο του σύγχρονου κόσμου.

Oι νέοι, όπως είπαμε, συλλαμβάνουν ασυνείδητα τον λόγο/μύθο του σύγχρονου κόσμου. Με εξαιρετικά ανεπτυγμένη τη μιμητική τους ικανότητα αυτό είναι πολύ εύκολο γι’ αυτούς. Ωστόσο, δεν είναι μόνον αυτή η ικανότητα η οποία τους χαρακτηρίζει και, ασφαλώς, δεν είναι μόνον αυτή η ευθεία πλευρά της αντανάκλασης του μύθου εκείνη η οποία τους οδηγεί προς την (επι)γραφική κατασκευή. Γιατί ναι μεν οι νέοι μιμούνται τις φρασεολογικές κατασκευές της κοινωνίας μέσα στην οποία ζουν αλλά αυτό το κάνουν δημιουργικά και η δημιουργικότητά τους έχει έναν χαρακτήρα πολυπλοκότερο από εκείνον που η μιμητική τους ικανότητα φανερώνει. Έτσι, αφού το κείμενο είναι το δικαίωμα ελέγχου του δημιουργού πάνω στην εικόνα και μέσω αυτού επιβάλλεται έλεγχος στην προβληματική δύναμη των σχημάτων και τη χρήση του μηνύματος (βλέπε για το φαινόμενο της αγκύρωσης: Barthes, 1988, σ. 48), το πεδίο ελέγχου το οποίο δημιουργούν με την επιγραφική τους ιδιόλεκτο μέσα στην κοινωνία του θεάματος ανταποκρίνεται στις βαθύτερες συναισθηματικές και ψυχοδυναμικές διεργασίες της ηλικίας τους. Θα λέγαμε ότι, κατά έναν τρόπο συναισθηματικό και ψυχοδυναμικό, η (επι)γραφή των νέων μεταστρέφει τη μιμητική πλευρά αυτής της υπόθεσης σε ένα παιχνίδι «αντανάκλασης» του δικού τους ύφους και ήθους, ένα ύφος και ήθος το οποίο συχνά δεν ευθυγραμμίζεται και ούτε παραλληλίζεται με το ύφος και το ήθος που συναντούμε στον κόσμο των ενηλίκων. Και είναι ευνόητο πως όσο περισσότερο η κοινωνία των ενηλίκων φανερώνει έναν αμοραλισμό ή μια ανακολουθία ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, τις υποσχέσεις και την υλοποίησή τους, τόσο πιο συχνά εμφανίζεται το ενδεχόμενο αυτή η κοινωνία να βρει απέναντί της την εξιδανικευμένη προσδοκία των νέων για έναν καλύτερο κόσμο.

2. ΠEPA AΠO TH MIMHΣH

Γενικότερα οι νέοι, έφηβοι όντες, επιθυμούν να διαμορφώσουν την εσωτερική τους συνοχή ως άτομα και ως ομάδα, σε αντίθεση με την αντιφατική κοινωνία των ενηλίκων, με τρόπους οι οποίοι είναι πολύ κοντύτερα σε πρωτόγονους κοινωνικούς και ομαδικούς δεσμούς – ανολοκλήρωτους και συνενωμένους ταυτόχρονα σε μια εναλλασσόμενη και αντιθετική σχέση (Toti, 2009, σ. 165). Παράδειγμα τέτοιας συνοχής είναι ο φαντασιακός και εξιδανικευμένος χώρος της φιλίας. Το «εμείς» της φιλίας ενέχει μια αρμονία ύφους μεταξύ των εταίρων, με πεζή ή ποιητική κυρίαρχη πλευρά, που εκφράζεται τόσο μέσα από τον τόνο και τη ροή μιας συζήτησης όσο και από τον τρόπο που κατανέμει κανείς το χρόνο· κατ’ επέκταση ενέχει μια παραίσθηση ελευθερίας, η οποία συχνά έρχεται αντιμέτωπη με τις θεσμοθετημένες σχέσεις – πολλές φορές στα περιθώρια και τις ρωγμές των κοινωνικών θεσμών (Maisonneuve, 2007, σ. 141-2). Η νεανική φιλία έτσι καθίσταται ένας τόπος πρωτόγονης κοινωνίας στην οποία το μητρικό στοιχείο του κόσμου κυριαρχεί, το στοιχείο στο οποίο βασίζεται κάθε συναισθηματικά νοούμενη (αντι)δράση του ανθρώπου.3 Η δυνατότητα να αποκτηθεί ψυχοδυναμικά η αίσθηση του κοινωνικού, σύμφωνα με τη θεωρία του Winnicott, ασφαλώς έχει να κάνει με την ίδια την ανάκληση της αρχέτυπης κατασκευής του βρέφους το οποίο μεταπλάθει τη μητρική σχέση σε πραγματικό κόσμο· κάθε κοινωνική προσαρμογή των εφήβων επομένως απαιτεί μεταβατικούς φαντασιακούς χώρους για να γίνει ομαλά το πέρασμα προς την ενηλικίωση και να εξελιχτεί η αλληλεπίδραση με τον κόσμο των ενηλίκων· έτσι οι ικανότητες εξάρτησης και αλληλεξάρτησης, συνεισφοράς και άντλησης ευχαρίστησης από μια σχέση παίζουν σημαντικό ρόλο και στοχεύουν την «μήτρα» όπου γεννιέται η ομαδικότητα – συνακόλουθα και η εμπειρία των μεταβατικών φαινομένων είναι συναφής με τις εμπειρίες των επικοινωνιακών αλληλεπιδράσεων που συντελούνται στον ιστό-μήτρα της ομάδας (Μαρούδα-Χατζούλη, 2009, σ. 172).

Αν συνυπολογίσουμε τώρα στα όσα προηγουμένως αναφέραμε και το γεγονός ότι το πέρασμα από τον κόσμο των παιδιών στον κόσμο των ενηλίκων δεν ακολουθεί ευθύγραμμη ανάπτυξη, ότι οι προκαταλήψεις εμφάνισης, δηλαδή αντίληψης, και οι προκαταλήψεις πίστης, δηλαδή σημασίες που τους φαίνονται πειστικές και άρα δεν χρίζουν λογικής διερεύνησης, παίζουν ακόμη έναν πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή τους (Houd?, 2007, σ. 120), καθίσταται προφανές πως οι νέοι συγχρονίζονται μεταξύ τους με διαφορετικό τρόπο από αυτόν της θεσμοθετημένης κοινωνίας των ενηλίκων. Πολλές φορές μάλιστα η από τη μεριά τους καθολική ή μερική άρνηση του κόσμου των ενηλίκων είναι ένα «όχι» πνευματικό, μια «απώθηση» που παίρνει θέση θεωρίας στον ψυχοπνευματικό τους κόσμο.4 Θεωρία η οποία στηρίζει τη «λογική ισχύ» της στη μήτρα των σχέσεων αλληλεξάρτησης, προσφοράς και ανταπόδοσης των συναισθημάτων, όπως προείπαμε· και, ακόμη, θεωρία η οποία στηρίζει την «αναπαραστατική ισχύ» της στη διαφορετική ταυτότητα την οποία αντιπροσωπεύει ή διεκδικεί -πράγμα το οποίο εξηγεί τόσο τη μεταξύ τους αναζήτηση ενός διαφορετικού και πειστικότερου ύφους στο ντύσιμο, το λόγο, τα μουσικά ακούσματα και άλλα πολλά ακόμη, όσο και τη διάθεσή τους να προκαλέσουν ρήξη με τις υφολογικές σημασίες του «γερασμένου» κόσμου. Άλλωστε η συναινετική υιοθέτηση αναπαραστάσεων εδραιώνει μια ομαδική ταυτότητα, σύμφωνα με τους Moscovici και Hewstone· και είναι αυτές οι αναπαραστάσεις κοινωνικές· γιατί συνδέονται εγγενώς με επικοινωνιακές διεργασίες, συνδέονται με την αδόμητη καθημερινή ομιλία των ανθρώπων (λογομαχίες, κουτσομπολιά και άλλα) και γιατί παρέχουν ένα συμφωνημένο κώδικα επικοινωνίας, μια συμφωνημένη εξωτερική εκδοχή του κόσμου που επιτρέπει στα μέλη μιας κοινότητας να αισθάνονται αναμεταξύ τους άνετα και οικεία (Potter, Wetherell, 2009, σ. 196-7).

Ως ομάδα και ως άτομα οι νέοι αναγνωρίζουν ως καθοριστικό βήμα αυτονόμησης από τον κόσμο των ενηλίκων τη δημιουργία της δικής τους κοινωνικής αναπαράστασης. Και γι’ αυτό καταφεύγουν στο ανοίκειο, το παράξενο, το εκκεντρικό. Διαισθανόμενοι ότι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις έχουν σημαντικό κατασκευαστικό αποτέλεσμα, δηλαδή ότι αυτές δεν μεσολαβούν απλώς μεταξύ αντικειμένων και πεποιθήσεων (Potter, Wetherell, 2009, σ. 197-8), επινοούν και διαχέουν στην κοινωνική επιφάνεια τη δική τους κατασκευασμένη «εικόνα». Αυτή η «εικόνα» δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη φρασεολογία και τη θεαματικότητα του λόγου του σύγχρονου κόσμου. Oι νέοι βιώνουν το παρόν χωρίς να αναζητούν μια βαθειά και ιερή εξήγηση για τον κόσμο τον οποίο βρήκαν. Και αφού βιώνουν έναν κόσμο γεμάτο εικόνες οι οποίες εναλλάσσονται στο πεδίο προβολών της κοινωνίας με κινηματογραφική ταχύτητα, αφού ό,τι υπάρχει λειτουργεί ως διευκρινιστικό σημείο /σήμα του ενός προς το άλλο μέσα σε ένα «κενό» επικοινωνίας, αφού όλα λειτουργούν έκκεντρα ως να σημαίνουν κάτι άλλο πέρα από τους ίδιους (αυτό που είναι «ουσία /αλήθεια» για τους ίδιους), ορθώνονται με τη σειρά τους και αυτοί και δείχνουν με το δικό τους δείκτη προς τα έξω. Όπως διευκρινίζει ο Flusser (2008, σ. 65,69) πρόκειται για μια αντιστροφή των διανυσμάτων της σημασίας, αν τίποτα δεν δείχνει πλέον προς εμάς και εμείς ορθωνόμαστε για να δείξουμε, για να προβάλουμε σημασίες στον κόσμο – τέτοιας λογής είναι το πλήθος των τεχνικών εικόνων που δημιουργούνται σήμερα. Αλλά αν και οι νέοι βιώνουν έτσι αυτήν την αντιστροφή των διανυσμάτων σημασίας (να προβάλουν για να προβάλλουν), όμως, η ηλικία και η εγγύτητά τους στη μητρική «φύση» δεν τους αφήνει ανεπηρέαστους σε αυτό. Και αν μέσα από την υπερβολή των ανθρώπινων υποκειμενικών τάσεων καθετί δοκιμάζεται και τελικά βρίσκεται αντιμέτωπο με το απόλυτα στοιχειώδες και απαραίτητο (Wind, 1986, σ. 115), το ίδιο συμβαίνει και με τους νέους. Μόνο που γι’ αυτούς το απόλυτα στοιχειώδες και απαραίτητο βρίσκεται στον αρχέγονο ορισμό της ομάδας, της «φιλίας», της συναισθηματικής αλληλεξάρτησης και, ορισμένως, απεξάρτησης.5
3. ΦPAΣTIKH KAI AIΣΘHTIKH YΠOKEIMENIKOTHTA

Μέχρι εδώ έχουμε δείξει ότι το μυθικό στοιχείο του σύγχρονου κόσμου του οποίου γίνονται κοινωνοί οι νέοι μέσω της μιμητικής τους ικανότητας τέμνεται με το μητρικό στοιχείο του αρχέγονου κόσμου. Από τις δύο αυτές συνθήκες παράγεται η νεανική (επι)γραφή και αναθερμαίνεται υπόγεια ο ρομαντισμός της σχέσης ανθρώπου και φύσης. Oι φράσεις που αναγράφονται στους τοίχους είναι κατά την πλειονοψηφία τους κωδικοποιημένα μηνύματα τα οποία στοχεύουν στην καρδιά των ανθρωπίνων σχέσεων. Θέλοντας να ξεφύγουν με τη φρασεολογία τους από την άμετρη φλυαρία των δια-λογικών «παράθυρων» και της συναινετικής σχέσης «εικόνας» και «ανθρώπου» (επι)γράφουν στους τοίχους επιθετικά συνθήματα, χειρονομιακά ιδεογράμματα και σχηματικές απεικονίσεις ανθρώπων ή ζώων, ρυθμικά αρκτικόλεξα και τρισδιάστατες λέξεις, τα οποία και προσυπογράφουν, τα ομαδοποιούν και τα διαχέουν ως αναπαριστάμενα κομμάτια της ταυτότητάς τους σε όλα τα μέρη της πόλης. Oι νέοι «δείχνουν» με αυτόν τον τρόπο, θετικά ή αρνητικά, τη φραστική συν-κίνησή τους για το σύγχρονο κόσμο. Το γεγονός μάλιστα ότι αυτή η φραστική συν-κίνηση αποτυπώνεται ζωγραφικά και στοχεύει στην κατασκευή ενός αισθητικού αποτελέσματος ή, καλύτερα, στη διασαφήνιση ενός ξεχωριστού μορφικού αποτελέσματος, τους φέρνει κοντά σε αυτό που θα χαρακτηρίζαμε αυτοσχέδιο γραφικό φορμαλισμό. Και όλοι γνωρίζουμε ότι στον ιστορικό φορμαλισμό (Shklovsky, Eichenbaum, 1979, σ. 17, 36, 48, 50) ότι η ουσία της γραφής δεν βρισκόταν στο περιεχόμενο ενός κειμένου αλλά στη ζω(ντανή)-γραφικότητά της, στη ρυθμικότητά της, στην τεχνική της· εκεί που η αναπαράσταση της λέξης απαιτεί ένα υλικό γραφής ζωντανό και εξεζητημένο, εκεί που και η καθαρή πλοκή της λεξικής σύνθεσης δεν είναι συνώνυμη με τον μύθο αλλά με την ίδια την τέχνη.6

Τώρα φτάσαμε σε ένα τελευταίο και συμπληρωματικό σημείο της εξήγησης που επιχειρούμε για τη νεανική (επι)γραφή. Σίγουρα οι ρυθμικές επινοήσεις, η χρήση μιας δεδομένης ρυθμικής επινόησης προσδιορίζει τον χαρακτήρα του αισθητικού αποτελέσματος· όπως έλεγαν και οι δημιουργοί του ιστορικού φορμαλισμού όχι μόνον η λέξη αλλά και το γράμμα αντικατοπτρίζει τη διάθεση του γράφοντος και υπάρχει μια ευθεία αλληλεξάρτηση γράμματος, λέξης και υποκειμενικής διάθεσης που επηρεάζει το ποιητικό-εκφραστικό αποτέλεσμα (Φραγκόπουλος [επιμ.], 2006, σ. 72-73). Ένας σύγχρονος καλλιτέχνης του graffiti, ο Eco, περιγράφει τη δημιουργική του πράξη ως ένα θεραπευτικό βύθισμα σε μια απύθμενη μάζα γραμμών, που σαν τραγούδι απηχεί την προσωπική ιδέα της μορφής και του σταθμισμένου βάρους, και όταν αισθητική graffiti γίνεται κάθε σχήμα, τότε κυλάνε οι μορφές ήρεμα και κυματιστά· – περιγραφή η οποία δεν απέχει και πολύ από τις ιδέες του Paul Klee για ένα σχέδιο το οποίο δεν έχει συγκεκριμένο στόχο αλλά μοιάζει με την ενεργοποιημένη γραμμή ενός περιπάτου, δηλαδή είναι ένας περίπατος για τον περίπατο (Manco, 2009, σ. 9-10). Αυτή βεβαίως η περιγραφή μιας υποκειμενικής διάθεσης η οποία θέλει να χαθεί μέσα στο έργο, να περιπλανηθεί στο χώρο μιας δυνητικής σχέσης γραμμών και μορφών, για να τις μετουσιώσει στο τέλος σε προσωπικό ρυθμό και αισθητικό βάρος, δεν αποκλείει όλα όσα προαναφέραμε. Με δεδομένο ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι απλά μια εξωτερική «εικόνα» της πραγματικής ζωής η οποία ιδιωτεύει, αλλά (Ψύλλα, 2009, σ. 7-8) ότι είναι ένας «δυναμικός δεσμός ανάμεσα σε δρώντες θεσμούς και διαδικασίες, κοινωνικά πλαίσια και ιστορικές (πολιτιστικές) συγκυρίες», οι υποκειμενικοί περίπατοι της νεολαίας στους δρόμους της πόλης κάθε άλλο παρά άνευ σημασίας είναι. Ήδη, οι νέοι βιώνουν αυτό που κοινωνιολογικά ονομάζουμε συνθήκη της διακινδύνευσης (youth-at-risk),7 άρα και η (επι)γραφική δράση τους έχει μια, έστω και ασυνείδητη, πολιτική και κοινωνική πτυχή. Μην ξεχνάμε ότι ο διεθνής χώρος του graffiti, από τον οποίο αντλούν οι έφηβοι-νέοι τα πρότυπά τους, κινείται στα περιθώρια της κοινωνίας του θεάματος και, κατά κύριο λόγο, αντιπαρατίθεται στη διαφήμιση και στην εμπορευματοποιημένη αξία της τέχνης. Και υπό αυτή την έννοια το graffiti8 ανατροφοδοτείται στη βάση ενός πρωτόγονου ηθικού συστήματος· όπου το Εγώ κερδίζει την υπόληψή του από την αυθόρμητη και δυναμική συνεισφορά του στην αστική τοιχογραφία, όπως αυτή συναρθρώνεται από ξεχωριστά κομμάτια -piecies όπως τα αποκαλούν οι δημιουργοί τους (Manco, 2005, σ. 11, 43, 68, 110).

Από όποια πλευρά επομένως και αν δούμε τη νεανική (επι)γραφή καταλήγουμε στη βάσιμη άποψη ότι πρόκειται για μια άσκηση ύφους και ήθους. Oι νέοι, μην έχοντας το θεωρητικό υπόβαθρο εκείνο που θα τους βοηθούσε στην κατανόηση του μυθικού στοιχείου του σύγχρονου κόσμου, δημιουργούν· έχοντας, μέσα στον κυκεώνα της φρασεολογίας η οποία τους κατακλύζει, όπλο την «απώθηση». Η «απώθηση» προς τη φρασεολογία του κόσμου των ενηλίκων τους οδηγεί στη «μετάπλαση» της λέξης. Η «μετάπλαση» της λέξης ως μια αυθόρμητη, χειρονομιακή και ανοίκεια φράση φέρνει τελικά τους νέους πλησιέστερα στους αρχέγονους ρυθμούς της «φύσης». Τα «γράμματα», αποσπασμένα από τα φύλλα των εφημερίδων, τα σχολικά βιβλία, τις διαφημιστικές επιγραφές, τις κάθε μορφής φωτεινές οθόνες, αποκτούν μια αυτόνομη σημασία, σαν και αυτή που οι νέοι επιθυμούν για τους ίδιους. Και η «λέξη», αποσπασμένη από την εκπαιδευτική λογιοσύνη και την εργασιακή δουλεία της, τους παρέχει το μοναδικό εργαλείο για να προβάλλουν τις «σκέψεις» τους. Βγαίνουν λοιπόν κατά ομάδες ή και μόνοι, όταν ησυχάζει ή κοιμάται ο μυθικός λόγος του σύγχρονου κόσμου, για να ζωγραφίσουν στα κενά και τις ρωγμές του τις αγαπημένες τους «φράσεις». Oι λευκοί λερωμένοι τοίχοι της πόλης γίνονται ένα κείμενο, που μπορεί να μην μεταδίδει «νοήματα», αλλά το υπογράφουν οι «θελήσεις» των νέων ανθρώπων. Και αν, πανθομολογούμε, ότι οι ασχήμιες αυτών των «θελήσεων» είναι πολλές, αυτό δεν ακυρώνει τη σημασία της νεανικής (επι)γραφικής δράσης. Ίσως, στη θεαματική μας κοινωνία, αν κατανοούσαμε τη δύναμη της «θέλησης» των νέων και δεν παραδινόμασταν στην ατελέσφορη ανάπτυξη των «επιθυμιών» τους τα πράγματα θα ήταν καλύτερα.9

ΕΠIMETPO: O KOINΩNIKOΣ YΠO-POMANTIΣMOΣ TOY GRAFFITI

Το πεδίο αλληλεπίδρασης μεταξύ ιστορίας της τέχνης και κοινωνικών επιστημών είναι ευρύ. Το ξεπέρασμα της μορφολογικής προσέγγισης της ιστορίας της τέχνης και της αισθητικής του μεταφυσικά «ωραίου» χρωστάει πολλά στην ανάπτυξη της κοινωνικής έρευνας.10 Χάρις σε αυτήν σε κάθε τομέα πολιτισμικής δημιουργίας (τέχνες, γράμματα και επιστήμες) το ενδιαφέρον των μελετητών εστιάστηκε στην από κοινού διερεύνηση των αισθητικών και λογικών «αποτελεσμάτων» της ιστορίας του υποκειμένου- δηλαδή των αισθητικά αναπαριστάμενων και των εννοιολογικά προσδιορισμένων «αποτελεσμάτων» ενός υποκειμενικού λόγου ο οποίος υπακούει στους νόμους της ιστορικής εξέλιξης, της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, του πολιτισμικού κύρους και της πολιτιστικής διασποράς. Από την άλλη το μυστηριακό συναίσθημα το οποίο η μοντέρνα τέχνη έφερε στο προσκήνιο μέσω των αισθητικών της καινοτομιών, στηριγμένο στη δυναμική της υποκειμενικής ικανότητας για «κρίσεις» εν γένει,11 βοήθησε στο να αναδιαταχθεί ο ιστορικός λόγος με υπαρκτ(ικ)ά ως προς το υποκείμενο κριτήρια, κριτήρια αρχέγονα. Η πορεία της σύγκρουσης ανάμεσα στο υπαρκτ(ικ)ό υποκείμενο της αρχέγονης φύσης και τον ιστορικά-πολιτισμικά (προ)κατασκευασμένο λόγο ήταν το ερώτημα στο οποίο ο μοντερνισμός έδωσε νέες διαστάσεις.12 Oυσιαστικά, αυτό το ίδιο ερώτημα αναδιατυπώσαμε σε αυτή την εργασία. Αναρωτώμενοι τι ωθεί τους νέους είτε προς την εμφανισιακά «έκκεντρη -εκκεντρική» παρουσία τους μέσα στον κόσμο είτε προς την υποκειμενικά «ποιητική – κατασκευασμένη» αυτονομία τους μέσα στον κόσμο εντοπίσαμε την ιδιάζουσα σύσταση της υποκειμενικής κριτικής δύναμής τους. Ότι η (επι)γραφική δράση και οι γενικότεροι αισθητικοί πειραματισμοί της νεότητας -με την ηλικία της να κυμαίνεται από τα πρώτα εφηβικά έως τα ύστερα νεανικά έτη13– αναδεικνύουν τη «φύση» αυτής της σύστασης κάνει να πιστεύουμε ότι ενδεχόμενα το ζήτημα των σχέσεων του υποκειμένου με την ιστορική πραγματικότητα δεν έχει κλείσει.

Φαινόμενα όπως αυτό το οποίο διαπραγματευτήκαμε και, γενικότερα, το φαινόμενο του graffiti /street art φανερώνουν μια ιδιότυπη κοινωνική άρνηση να ομοιογενοποιηθεί πολιτισμικά η ατομικότητα ή να μπει σε τηλεκατευθυνόμενη τροχιά η συμπεριφορά της. Αυτό έχει τη σημασία του ειδικότερα στις μέρες μας· ζώντας μέσα στον κόσμο της «τηλε-οπτικο-ακουστικής» πραγματικής στιγμής -η οποία δεν έχει καμιά σχέση με την παρούσα στιγμή της άμεσης συνείδησής μας- τα ενδιαφέροντα του υποκειμένου στρέφονται στις παρουσιάσεις και όχι στις αναπαραστάσεις του αντικειμενικού· διασκορπισμένος ο αισθητός «τόπος» της πραγματικότητας σε ένα τεχν(ολογι)κά φωτισμένο πεδίο επίκαιρων-πραγματικών στιγμών το μόνο που κάνει είναι να φορτίζει το υποκείμενο με την τυραννία της επικαιρότητας, την τυραννία των επίκαιρων παρουσιάσεων -διαμέσου των οποίων ο εκτατικός χαρακτήρας του χρόνου και το ιστορικό βάθος του πολιτισμού αντικαθίστανται από τον εντατικό χαρακτήρα του χρόνου και την επιφανειακή πραγματικότητα του πολιτισμού (Virillio, 2008, σ. 16-8, 32, 49-50, 61). Η φραστική-υποκειμενική «αντίσταση», επομένως, της νεότητας στην απειλή της εντατικοποίησης του θεαματικού χρόνου14 θα μπορούσε να εκληφθεί ως ασυνείδητη προσπάθεια να διαρραγεί η θεαματική οικονομική-τεχνολογική «επιφάνεια» του σύγχρονου κόσμου και να «δια-γράψει» το νέο υποκείμενο τη δική του προσωπική τροχιά. Αν και όλοι οι νέοι δεν επιδίδονται συνειδητά σε (επι)γραφικές δράσεις, η αντιπροσωπευτική «κοινωνι(ολογι)κοποίηση»15 η οποία επιτυγχάνεται μέσα από το ενσυναίσθητο βίωμα ενός τοιχογραφήματος στο δημόσιο χώρο αφορά τον καθένα από αυτούς. Σε τελική ανάλυση, η νεανική «δυσφορία» προς την τυραννική επικαιρότητα (πολιτική, οικονομική, κοινωνική) είναι αυτή η οποία επανεργοποιεί στις μέρες μας το ρομαντικής πρόσληψης χάσμα μεταξύ αρχέγονης φύσης και ιστορικά-πολιτισμικά (προ)κατασκευασμένου λόγου.

BIBΛIOΓPAΦIA
Ελληνόγλωσση

Antal Frederick, 1999, Μελέτες Ιστορίας της Τέχνης, μτφρ. Ανδρ. Παππάς, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Barthes Roland, 1988, Εικόνα – Μουσική – Κείμενο, μτφρ. Γιώργος Σπανός, Αθήνα, Πλέθρον.
Γεωργούλας Στράτος, 2009, Παρέκκλιση ανηλίκων -Θεωρητική, ερευνητική προσέγγιση και πολιτικές, Αθήνα, Εκδόσεις ΚΨΜ.
Debord Guy, 1986, Η κοινωνία του θεάματος, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Εκδοτική Σ. Γ. Πασχάλης.
Δεμερτζής Νίκος, Σταυρακάκης Γιάννης, Ντάβου Μπετίνα, Αρμενάκης Αντώνης, Χριστάκης Νικόλας, Γεωργαράκης Νίκος, Μπουμπάρης Νίκος, 2008, Νεολαία (ο αστάθμητος παράγοντας;), Αθήνα, Πολύτροπον.
Hauser Arnold, χ.χ., Κοινωνική Ιστορία της Τέχνης, μτφρ. Τάκη Κονδύλη, Αθήνα, Κάλβος.
Houdé Olivier, 2007, «Η ψυχολογία του παιδιού», μτφρ. Ειρήνη Σβίτσου, Το Βήμα Γνώση, Αθήνα.
Flusser Vil?m, 2008, Προς το σύμπαν των τεχνικών εικόνων, μτφρ. Γιώργος Ηλιόπουλος, Αθήνα, Σμίλη.
Foucaut Michel, 1987, Η Αρχαιολογία της γνώσης, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, Αθήνα, Εξάντας.
Kant Immanuel, 2004, Κριτική της κριτικής δύναμης, μτφρ. Κώστας Ανδρουλιδάκης, Αθήνα, Ιδεόγραμμα.
Καστρινάκη Αγγέλα, 1995, Oι περιπέτειες της νεότητας – Η αντίθεση των γενιών στην ελληνική πεζογραφία (1890-1945), Αθήνα, Καστανιώτη.
Λαμπρόπουλος Κώστας, 2005, «Γιώργος Μπουζιάνης, Giorgio de Chirico και η Μοντέρνα Τέχνη», Διδακτορική Διατριβή – Τμήμα Ιστορίας της Τέχνης, Τομέας Ιστορικό και Αρχαιολογικό, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών-, Αθήνα.
Μαρούδα-Χατζούλη Αθηνά, 2009, Η ανάγκη του ανήκειν – ομαδικότητα και συγκρούσεις στις ομάδες, Αθήνα, Πολύτροπον.
Maisonneuve Jean, 2007, Η ψυχολογία της φιλίας, μτφρ. Μανώλης Καλαδίνος, Αθήνα, Το Βήμα γνώση.
Potter Jonathan, Wetherell Margaret, 2009, Λόγος και κοινωνική ψυχολογία -Πέρα από στάσεις και συμπεριφορά, μτφρ. Έφη Αυγήτα – Ανδρέα Τσανίδη, Αθήνα, Μεταίχμιο.
Σινόπουλος Π. Α., 1995, « “Κοινωνιολογική ποίηση”: Μια δυνατότητα στο χώρο της μεθόδου», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, No 87.
Shklovsky Victor, Eichenbaum Borris, 1979, Για τον Φορμαλισμό: Η ανάσταση της λέξης, Η θεωρία της φορμαλιστικής μεθόδου, μτφρ. Βασίλη Λαμπρόπουλου – Νίκου Καλταμπάνου, Αθήνα, Έρασμος.
Toti Giani, (επανέκδοση) 2009, O ελεύθερος χρόνος, μτφρ. Νίκος Λιούπης, Αθήνα, Κουκίδα.
Φραγκόπουλος Μίλτος (επιμ.), 2006, Εισαγωγή στην ιστορία και τη θεωρία του Graphic Design -μια μικρή ανθολογία, μτφρ. Μίλτος Φραγκόπουλος, Αθήνα, Future.
Ψύλλα Μαριάννα (επιμ. εισ), 2009, Δημόσιος χώρος και φύλο, Αθήνα, Τυπωθήτω Γ. Δαρδάνος.
Virilio Paul, 2008, Το Πανεπιστήμιο της καταστροφής, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Νησίδες.
Wind Edgar, 1986, Τέχνη και αναρχία, μτφρ. Γιάννα Μυράτ, Αθήνα, Νεφέλη.

Ξενόγλωσση

Honderich Ted (ed., Intrd.), reprinted 1986, Philosophy trough its past, Harmondsworth Midlesex, Penguin Books.
Kaufmann Walter (ed.), 1966, Hegel, texts and commentary, trnsl. Walter Kaufmann, New York, Anchor.
Manco Tristian (reprinted), 2005, Street Logos, London, Thames & Hudson.
— (reprinted), 2009, Street Sketchbook, London, Thames & Hudson.
Meggs Philip B., Purvis Alston W., 2006, Megg’s History of Grafic Design, New Jersey, Wiley.

κοινοποίησε το:

Για το Ρήγα και τους Συντρόφους του


Του Γιώργου θ. Σπηλιώτη, Δικηγόρου, τέως πρόεδρου της επιτροπής για τα ανθρώπινα δικαιώματα και κατά του ρατσισμού Καλαμάτας

Στις 24 Ιουνίου 1798 εκτελέστηκαν από τους Τούρκους ο Ρήγας Βελεστινλής, ετών 41 και οι 7 συναγωνιστές του. Ο Ευστράτιος Αργέντης, έμπορος από τη Χίο, ετών 31, ο Αντώνιος Κορωνιός, επίσης έμπορος από τη Χίο, ετών 27, ο Ιωάννης Καρατζάς, λόγιος από τη Λευκωσία της Κύπρου, ετών 31, ο Δημήτριος Νικολίδης, ιατρός, από τη Ζίτσα Ιωαννίνων, ετών 32, ο Θεοχάρης Γεωργίου Τουρούντζιας, έμπορος, από τη Σιάτιστα, ετών 22, ο Ιωάννης Εμμανουήλ, φοιτητής της Ιατρικής, από την Καστοριά, ετών 24 και ο Παναγιώτης Εμμανουήλ, αδελφός του Ιωάννη, υπάλληλος του Αργέντη, ετών 22.

Ο Ρήγας γεννήθηκε το 1757 στο χωριό Βελεστίνο του Θεσσαλικού κάμπου και φοίτησε στη σχολή της Ζαγοράς και πιθανόν να δίδαξε και ο ίδιος για κάποιο διάστημα στο χωριό Κισσός του Πηλίου. Πήγε στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη είτε για ανώτερες σπουδές είτε για εμπόριο όπου και συνδέθηκε με φαναριώτικους κύκλους και από το 1788 βρίσκεται στη Βλαχία, όπου πέρα από τις επαγγελματικές του ασχολίες συνδέθηκε με λόγιους κύκλους του Βουκουρεστίου. Στο Βουκουρέστι είναι πιθανόν να μυήθηκε στον ιακωβινισμό από τον Emile Gaudin  πρόξενο της επαναστατικής Γαλλίας.

Στη Βιέννη που πήγε το 1790 και για δεύτερη φορά το 1796-1797 εξέδωσε μια σειρά από έργα. Τόσο το φιλολογικό, όσο και το πολιτικό του έργο (Απάνθισμα Φυσικής, το Σύνταγμα του κ.λπ., καθώς και οι χαρτογραφίες του) είναι στενά δεμένα μεταξύ τους, αποβλέπουν στον εθνικό και δημοκρατικό φρονηματισμό και εισάγουν καινούριες ιδέες με απαράμιλλη δημεγερτική σκοπιμότητα. Τα τραγούδια του ο «Θούριος», ο «Πατριωτικός Ύμνος» και  το   «Τι  καρτερείτε   φίλοι   και  αδελφοί» χρησίμευσαν στην πλατιά διάδοση των ιδεών του της Δημοκρατίας, της ισότητας, της συναδέλφωσης των λαών και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο Fauriel αρκετά χρόνια μετά τη σύνθεση του θα καταγράψει το «Θούριο» μεταξύ των δημοτικών τραγουδιών. Οι ιερολοχίτες το τραγουδούσαν όταν τους πήγαιναν οι Τούρκοι για εκτέλεση μετά τη μάχη στο Δραγασάνι και ο Αθανάσιος Διάκος θα τελειώσει την εμπνευσμένη ομιλία τους στους ξεσηκωμένους της Λιβαδειάς με τους στίχους του: «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». Οι Έλληνες αγωνίστηκαν το ’21 για τη λευτεριά τους έχοντας στα χείλη τους τις στροφές των τραγουδιών του Ρήγα. Τα τραγούδια του τα τραγουδούσαν όλοι οι Βαλκάνιοι, αλλά πέρα και από τα Βαλκάνια το «Θούριο» τον τραγουδούσαν Γάλλοι και Ιταλοί, ενώ λέγεται ότι άρεσε ιδιαιτέρως στον Γκαριμπάλντι.

Με το συγγραφικό και μεταφραστικό έργο του δεν απέβλεπε μόνο στην πνευματική χειραφέτηση των ραγιάδων και την ιδεολογική προετοιμασία της επανάστασης, αλλά σχεδίασε και την πολιτεία που θα αντικαθιστούσε το δεσποτικό καθεστώς του σουλτάνου. Ο Ρήγας εκπροσωπεί την επαναστατική, δημοκρατική, εναλλακτική λύση στην τυραννία, μακριά τόσο από την υποταγή, όσο και από τη φωτισμένη απολυταρχία. Μίλησε και έγραψε στη γλώσσα του ελληνικού δημοκρατικού πατριωτισμού. Η πολιτεία που σχεδίασε περιέκλειε ισότιμα μέσα της όλους τους υπόδουλους λαούς της Βαλκανικής. Ένα δημοκρατικό και φιλελεύθερο πολίτευμα, χωρίς βασιλείς, αυτοκράτορες ή σουλτάνους, με φορέα και κυρίαρχο το λαό. Θα δημιουργείτο η Ελληνική Δημοκρατία, το πανανθρώπινο ιδανικό εκείνης της εποχής. Για το επαναστατικό του όραμα, η εθνική ανεξαρτησία συνιστούσε αναγκαία προϋπόθεση για την ανθρώπινη και κοινωνική ελευθερία. Μπορεί την εποχή που ο Ρήγας οραματιζόταν την πολυεθνική δημοκρατία του να πρόβαλαν στο προσκήνιο τα εθνικά κράτη, όμως το έργο του δεν χάνει την  αξία του:  προωθούσε τη  φιλία  και αλληλεγγύη  των λαών της Βαλκανικής για την κοινή αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού.

Το έργο του πάντα επίκαιρο. Το μαρτυρούν οι επανεκδόσεις των βιβλίων του που γίνονται ακόμα και σήμερα, τα αλλεπάλληλα αφιερώματα στο έργο και τη δράση του, η διαχρονική αξία του κοινωνικού περιεχομένου διατάξεων του Συντάγματος του, οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, το πνεύμα του κατά των φυλετικών διακρίσεων κ.λπ. Στα κείμενα του Ρήγα (Διακήρυξη Δικαιωμάτων – σχέδιο Συντάγματος) βρίσκονται διατάξεις που τις συναντά κανείς στα Συντάγματα του 20ου αιώνα. Τα κείμενα του ξεπερνούν σε αρκετά σημεία το πρότυπο τους, το Σύνταγμα της Γαλλίας του 1793 κυρίως, και δεν αποτελούν μια απλή μετάφραση.

Θιασώτης ο Ρήγας της ενότητας θεωρίας και πράξης αποφάσισε να κατέβει στην Ελλάδα για να στηρίξει την Επανάσταση στις ντόπιες δυνάμεις. Δυστυχώς όμως προδομένος από Έλληνα συνελήφθη στην Τεργέστη στις 19 Δεκέμβρη 1797 από την αυστριακή αστυνομία. Μαζί του συνελήφθησαν και αρκετοί συνεργάτες του. Μετά από ανακρίσεις του ίδιου και των συνεργατών του παραδόθηκαν οι οκτώ εκτελεσθέντες στους Τούρκους στις 9 Μάη 1798.

Το μήνυμα του Ρήγα όμως δεν το ένιωσαν όλοι. Το Πατριαρχείο στράφηκε εναντίον του (κατάσχεση με συνοδεία απειλών του έργου του). Για την Εκκλησία η ελευθερία είχε θρησκευτική (ιεροτελεστική) σημασία, ενώ ο Ρήγας ήταν θιασώτης της πολιτικής ελευθερίας. Ο Θούριος του δεν ήταν ένα απλό τραγούδι, αλλά μια επαναστατική προκήρυξη για δράση, σε αντίθεση με τη θεόθεν βασιλεία του σουλτάνου, που διακήρυσσε η Εκκλησία και την πολιτική της νομιμοφροσύνης που ακολουθούσε. Ο Ρήγας υπήρξε από τους κορυφαίους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ενώ ο Γρηγόριος Ε’ που καταδίκασε το έργο του (Νέα Πολιτική Διοίκησις) κατεξοχήν αντίπαλος του Διαφωτισμού. Το έργο του το καταδίκασε η ηγεσία της Εκκλησίας, η μερίδα εκείνη (πλειοψηφική) που ακολουθούσε την πολιτική της νομιμοφροσύνης απέναντι στο σουλτάνο, όχι ο απλός ιερωμένος που ζούσε και αυτός στο πετσί του τη σκλαβιά. Αντίθετα, το Ρήγα τον τίμησαν ο Κοραής, ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας και ο απλός λαός που τραγουδούσε τα τραγούδια του και εμπνεόταν από το έργο και τη θυσία του ίδιου και των συντρόφων του.

Ο Ρήγας και οι σύντροφοι του θα παραμείνουν στη μνήμη μας, γιατί υπήρξαν από αυτούς που με το έργο τους κράτησαν «ζωντανές» στους υπόδουλους τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Από αυτούς που με το έργο τους και τη θυσία τους συνέβαλαν στην Επανάσταση του 1821. Γεγονός που δεν οδήγησε μόνο στη συγκρότηση ελληνικού κράτους, αλλά σάλπισε και τις γαλλικές επαναστατικές ιδέες στην Ευρώπη και αποτέλεσε πλήγμα κατά της Ιερής Συμμαχίας των μοναρχών. Και αυτό είναι η μεγάλη προσφορά της Ελληνικής Επανάστασης στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Βιβλιογραφία
  1. Λουκά Αξελού, Ρήγας Βελεστινλής.
  2. Περ. Αντί, τεύχος 652/16-1-1998.
  3. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΑ’.
  4. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ.  1ος, έκδοση Τα Νέα – Ελληνικά Γράμματα.
  5. Τάσου Βουρνά, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τ. 1ος.
  6. Ρήγα Βελεστινλή,  Τα Επαναστατικά,  έκδοση  Επιστημονική Εταιρεία Μελέτης Φερών — Βελεστίνου – Ρήγα.
  7. Δημήτρη Φωτιάδη, Η Επανάσταση του ’21.
κοινοποίησε το:

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό