Αρχείο κατηγορίας Βιβλιοαναγνώσεις- ΕΚΔΟΣΕΙΣ – ΒΙΒΛΙΑ

Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου

UMBERTO ECO – ΜΕ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΒΟΥΡΑ – ΘΕΡΜΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΜΕ


Στην πορεία της πρόσφατης πολεμικής γύρω από της επιθέσεις του στους Γερμανούς, ο υφυπουργός Στέφανι προέβαλε, σαν απόδειξη των καλών προθέσεών του, το γεγονός ότι η πρώτη γυναίκα του ήταν Γερμανίδα. Αδύναμο επιχείρημα, στ’ αλήθεια: αν ήταν η τωρινή του γυναίκα, κάτι πάει κι έρχεται, αλλά, αφού ήταν η πρώτη (την οποία προφανώς παράτησε ή τον παράτησε), αυτό είναι προφανώς ένδειξη ότι ποτέ του δεν κατάφερε να τα πάει καλά με τους Γερμανούς.

Το επιχείρημα της συζύγου είναι πολύ σαθρό: αν θυμάμαι καλά, ο Σελίν είχε μια εβραία σύζυγο, ο Μουσολίνι είχε για πολύ καιρό μια εβραία ερωμένη, αλλ’ αυτό δεν εμπόδισε κανέναν απ’ τους δυο, έστω και με διαφορετικούς τρόπους, να έχουν σαφέστατα αντισημιτικά συναισθήματα.

Υπάρχει μια έκφραση που, ιδίως στην Αμερική, έχει γίνει παροιμιώδης: «Some of my best friends» («Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου»)… Όποιος αρχίζει έτσι για να ισχυριστεί ότι μερικοί από τους καλύτερους φίλους του είναι εβραίοι (πράγμα που μπορεί να συμβεί στον καθένα) συνήθως συνεχίζει με ένα «αλλά» ή ένα «κι όμως» και αμέσως εξαπολύει έναν αντισημιτικό φιλιππικό. Στη δεκαετία του 70, ανέβηκε στη Νέα Υόρκη μια κωμωδία για τον αντισημιτισμό με αυτόν ακριβώς τον τίτλο Some of my best friends. Όποιος ξεκινάει έτσι παίρνει αμέσως τη σφραγίδα του αντισημίτη – τόσο που κάποτε, χάριν παραδοξότητας, αποφάσισα ότι για να αρχίσω μια αντιρατσιστική ομιλία, έπρεπε να ξεκινήσω ως εξής: «Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι αντισημίτες…»

To Some of my best friends αντιπροσωπεύει ένα παράδειγμα αυτού που στην κλασική ρητορική ονομαζόταν concessio ή παραχώρηση: αρχίζουμε μιλώντας καλά για τον αντίπαλο και δείχνοντας ότι συμμεριζόμαστε μια από τις  απόψεις του, κι έπειτα περνάμε στο καταστροφικό μέρος. Αν ξεκινούσα μια επιχειρηματολογία με το «μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι Σικελοί», είναι βέβαιος ότι βάζω υποψηφιότητα για το Βραβείο Μπόσι.

Aς επισημάνουμε επί τροχάδην ότι, έστω κι αν είναι πιο σπάνιο, λειτουργεί εξίσου καλά και το αντίθετο τέχνασμα: δεν μπορώ να θυμηθώ αν έχω αγαπημένους φίλους στο Τέρμολι Ιμερέζε, στην Καμπέρα και στο Νταρ-ες-Σαλάμ (και είναι μάλλον εντελώς τυχαίο), αλλά αν ξεκινήσω μια ομιλία λέγοντας «δεν έχω φίλους στην Καμπέρα», κατά πάσα πιθανότητα αυτό που επακολουθεί είναι ένας ασυγκράτητος ύμνος για την αυστραλιανή πρωτεύουσα.

θα ήταν διαφορετική μια πολιτική επιχειρηματολογία, βάσει της οποίας, ας υποθέσουμε, ξεκινάμε αποδεικνύοντας με στατιστικά στοιχεία ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών ανατίθεται στον Μπους και η μεγάλη πλειοψηφία των Ισραηλινών ανατίθεται στον Σαρόν, και στη συνέχεια περνάμε στην κριτική αυτών των δύο κυβερνήσεων. Αλλά το μεμονωμένο παράδειγμα δεν αρκεί· δεν αρκεί να παραθέσουμε τον Άμος Οζ για το Ισραήλ και τη Σούζαν Σόνταγκ για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στη ρητορική, αυτό ονομάζεται exemplum και έχει ψυχολογική αξία, αλλά όχι αξία επιχειρήματος. Δηλαδή η αναφορά στο συγκεκριμένο, είτε πρόκειται για τη Σόνταγκ είτε για μερικούς από τους καλύτερους φίλους μου, δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει γενικά συμπεράσματα. Το γεγονός ότι μου έκλεψαν κάποτε το πορτοφόλι στο Άμστερνταμ δεν μου δίνει το δικαίωμα να συμπεράνω ότι όλοι οι Ολλανδοί είναι κλέφτες (πράγματι, τέτοιου είδους συμπεράσματα βγάζει μόνο ένας ρατσιστής), παρ’ ότι είναι ακόμα πιο μεγάλο αμάρτημα να επιχειρηματολογείς ξεκινώντας απευθείας από το γενικό (όλοι οι Σκωτσέζοι είναι τσιγκούνηδες, όλοι οι Κορεάτες βρομούν σκόρδο), κάνοντας το πολύ πολύ μια υποχώρηση ότι, όλως παραδόξως, όλοι οι Σκωτσέζοι που γνώρισα πάντα με κέρασαν απλόχερα τα ποτά μου και μερικοί από τους καλύτερους  κορεάτες φίλους μου μυρίζουν μόνο ακριβά και ραφινάτα άφτερ σέιβ.

Οι ακροβασίες πάνω στο γενικό είναι πάντοτε επικίνδυνες και απόδειξη είναι το παράδοξο του Επιμενίδη από την Κρήτη που ισχυριζόταν ότι όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες. Προφανώς, αν αυτό το λέει ένας Κρητικός, εξ ορισμού ψεύτης, τότε είναι ψέμα ότι οι Κρητικοί είναι ψεύτες· αλλά, αν κατά συνέπεια οι Κρητικοί είναι ειλικρινείς, τότε ο Επιμενίδης έλεγε αλήθεια ισχυριζόμενος ότι όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες. Και ούτω καθεξής επ’ άπειρον. Στην παγίδα αυτή, έπεσε και ο Απόστολος Παύλος που ισχυρίστηκε ότι πράγματι οι Κρητικοί ήταν ψεύτες, αφού το παραδεχόταν ακόμα και ένας απ’ αυτούς.

Αυτά είναι αστειάκια ενός σεμιναρίου λογικής ή ρητορικής, αλλά αυτό που βγαίνει σαν συμπέρασμα είναι ότι πρέπει να είμαστε καχύποπτοι κάθε φορά που ακούμε κάποιον να ξεκινάει με μια παραχώρηση. Και στη συνέχεια, θα ήταν ενδιαφέρον, ιδίως στην εποχή μας, να αναλύσουμε τις διάφορες μορφές παραχώρησης που ακούγονται στον πολιτικό στίβο, όπως οι διακηρύξεις σεβασμού (εν γένει) για τη δικαστική εξουσία, η αναγνώριση της εργατικότητας πολλών εξωκοινοτικών, ο θαυμασμός για τον μεγάλο πολιτισμό των Αράβων, οι εκφράσεις βαθύτατης εκτίμησης στο πρόσωπο του προέδρου της Δημοκρατίας και ούτω καθεξής.

Αν κάποιος ξεκινάει με μια παραχώρηση, προσέξτε τι θα επακολουθήσει. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

[I’espresso, Αύγουστος 2003.]

***

Umberto Eco – Με το βήμα του κάβουρα – Θερμοί πόλεμοι και λαϊκισμός των ΜΜΕ . Μετάφραση: Έφη Καλλιφατίδη .Ελληνικά Γράμματα, 2006

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ουμπέρτο Έκο: Κατασκευάζοντας τον εχθρο

Ο Σαρτρ, με το θεατρικό κείμενο «Κεκλεισμένων των Θυρών» περιγράφει το ίδιο πεδίο διαπραγμάτευσης με αυτό το κείμενο του Ουμπέρτο Έκο ” Κατασκευάζοντας τον εχθρό” . Πόσο πολύ πρόθυμα βρίσκουμε αυτόν τον Άλλον .Δηλαδή πως βρίσκουμε τον Ζακ , τον μετανάστη, τον αγραβάτωτο ή και τον άθεο της διπλανής πόρτας – τόσο ανυπόφορο επειδή δεν είναι όπως εμείς. Αναγορεύοντας τον σε εχθρό, φτιάχνουμε την κόλασή κατά τον Σαρτρ πάνω στη γη. Αναρωτιέμαι όμως μήπως όλες αυτές οι προσεγγίσεις αξιοποιούνται ώστε να φτιάχνονται και νέες πρακτικές εφαρμοσμένης βιοπολιτικής στην πολιτική αντιπαράθεση συνειδητά. Παραθέτω τη δημοσίευση του Δημήτρη Καμπουράκη από το liberal.gr στις 19 ΙΟΥΛΙΟΥ 2019 για να γίνω κατανοητός . ” ….Ένα πάντως δεν είδαμε: Την παλιά βιτριολική τοξικότητα που πλανιόταν σαν δηλητηριώδες αέριο πάνω απ’ την Βουλή. Αυτό, να με συμπαθάτε, αλλά είναι κέρδος. Εκείνα τα παλιά σμιχτά φρύδια της προηγούμενης Βουλής, αυτά τα βλέμματα γεμάτα σκοτεινές απειλές, αυτό το δήθεν επαναστατικό αγραβάτωτο που καταλάμβανε τα έδρανα, ήταν ένα πακέτο πραγματικά ανυπόφορο….” Οι «βάρβαροι είναι μια κάποια λύσις»


Πρόλογος στην ελληνική έκδοση ………………………………….. 9
Εισαγωγή ……………………………………………………………………….
19
Κατασκευάζοντας τον εχθρό …………………………………………. 23
Απόλυτο και σχετικό ……………………………………………………… 56
Η φλόγα είναι ωραία ……………………………………………………… 90
Θαυμάζοντας θησαυρούς ………………………………………………. 125
Ξινισμένες απολαύσεις ………………………………………………….. 142
Έμβρυα εκτός παραδείσου …………………………………………….. 159
Το Gruppo 63, σαράντα χρόνια μετά …………………………….. 172
Hugo, Hélas! Η ποιητική της υπερβολής ……………………….. 211
Veline και σιωπή ……………………………………………………………. 255
Φανταστικές αστρονομίες ……………………………………………… 266
Στη Ρώμη όπως οι Ρωμαίοι …………………………………………….. 308
Είμαι ο Εντμόν Νταντές! ……………………………………………….. 320
Ο Οδυσσέας μας έλειπε… ……………………………………………… 341
Γιατί το νησί δεν ανακαλύπτεται ποτέ ……………………………. 353
Σκέψεις για το Wikileaks ……………………………………………….. 389


Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια ομιλία που εκφώνησε ο Εκο στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας, στις 15 Μαΐου 2008:

Συνέχεια ανάγνωσης Ουμπέρτο Έκο: Κατασκευάζοντας τον εχθρο

«Η έρημος των Ταρτάρων»

Ελπίζοντας κάτι που δεν θα έρθει ποτέ

Ντίνο Μπουτζάτι «Η έρημος των Ταρτάρων»
(μτφ. Μαρία Οικονομίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Επανεκδίδεται στα ελληνικά, πολλά χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της σύγχρονης ιταλικής λογοτεχνίας, Η έρημος των Ταρτάρων, του Ντίνο Μπουτζάτι, στον οποίο έχει αναφερθεί ξανά η στήλη με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου του Ένας έρωτας. Η πρώτη ελληνική έκδοση της Ερήμου… είχε γίνει το 1991 (εκδ. Αστάρτη), σε μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη.

Πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι ο νεαρός υπολοχαγός Τζοβάνι Ντρόγκο, που τοποθετείται με τον πρώτο του διορισμό στο Οχυρό Μπαστιάνι, για το οποίο δεν γνωρίζει τίποτα, «δεν κατάφερνε ακόμη να το φανταστεί», γεγονός που στη χαρά του για τον διορισμό του («αυτή τη μέρα την περίμενε χρόνια, ήταν η έναρξη της πραγματικής του ζωής») δημιουργεί σκιές προβληματισμού, ειδικά όταν στην ατελείωτη πορεία του προς το οχυρό ανακαλύπτει πως μοιάζει να κατευθύνεται σχεδόν προς ένα φάντασμα («σε τούτα τα μέρη δεν υπάρχουν οχυρά», «δεν το έχω ξανακούσει ποτέ», «δεν υπάρχει πια οχυρό εδώ, είναι όλα κλειστά, πάνε καμιά δεκαριά χρόνια που δεν υπάρχει κανείς»).
Όταν τελικά, φτάνοντας στις εσχατιές της χώρας, αντικρίζει το οχυρό (για το οποίο μαθαίνει πως «είναι κομμάτι των νεκρών συνόρων» και «μπροστά υπάρχει μια μεγάλη έρημος, άνυδρη γη, τη λένε έρημο των Ταρτάρων») και συνειδητοποιεί πως «το Οχυρό δεν χρησίμευσε ποτέ σε τίποτα» και πως «όλα εκεί μέσα φανέρωναν παραίτηση», η πρώτη του αντίδραση είναι να ζητήσει να φύγει, «να γυρίσει πίσω». Πείθεται, ωστόσο, για να μη βλάψει ανεπανόρθωτα την καριέρα του, να παραμείνει ένα μικρό διάστημα – τέσσερις μήνες, μόνο.
Σύντομα αντιλαμβάνεται πως, αντί της συνήθους διετούς θητείας, όλοι σχεδόν οι αξιωματικοί βρίσκονται εκεί για πολλά χρόνια –δεκαοκτώ, είκοσι δύο, δεκαπέντε– ενώ ο ίδιος αισθάνεται ότι έχει έρθει «ανάμεσα σε ανθρώπους άλλης φυλής, σε μια ξένη γη, σ’ έναν σκληρό και αχάριστο κόσμο», όπου «ένιωθε ολότελα μόνος». Ψιθυριστά, σχεδόν, ο Ντρόγκο ακούει από διάφορες πλευρές τη συμβουλή: «θα μείνουν εδώ μέχρι να τα τινάξουν, είναι κάτι σαν αρρώστια, προσέξτε όσο είναι καιρός, να φύγετε μόλις μπορέσετε, να μην κολλήσετε τη μανία τους, αν αφεθείτε να σας υποβάλουν θα καταλήξετε κι εσείς να μείνετε». Όσο για τους Τάρταρους, κανείς δεν τους έχει δει, λένε πως κάποτε υπήρχαν, «λένε ότι υπάρχουν ακόμη», αλλά κανείς δεν τους βλέπει ποτέ.
Κάποια στιγμή ο Ντρόγκο νιώθει πως αρχίζει να καταλαβαίνει: κάποιοι ελπίζουν πως πράγματι κάποια στιγμή θα εμφανιστούν από τον βορρά οι Τάρταροι, θα έρθει επιτέλους «η θαυματουργή ώρα που τουλάχιστον μια φορά τυχαίνει στον καθένα» και εκείνοι θα μπορέσουν να εισέλθουν στο πάνθεον των ηρώων και της δόξας. Και στο τέλος των τεσσάρων μηνών, όταν φτάνει η στιγμή να κριθεί αν θα φύγει ή όχι, παίρνει την κρίσιμη απόφαση: «Θέλω να μείνω. Δεν μπορώ να φύγω».

Βουλιάζοντας στην ακινησία

Κι αρχίζει έτσι να βουλιάζει: στη ράθυμη συνήθεια, στην ελώδη ακινησία, στη δίνη του χρόνου που, όσο αργά κι αν κυλάει, τον ρουφάει κι αυτόν όπως και τους άλλους. Όταν, τέσσερα χρόνια μετά, παίρνει την πρώτη του άδεια και γυρίζει για λίγο στην πόλη, θα ανακαλύψει πως «όλα τα πράγματα που έτρεφαν την αλλοτινή του ζωή τού φαίνονταν τώρα ξένα», πως «ήταν ένας κόσμος που ανήκε σε άλλους», πως «δεν ήταν πια η ζωή του», οι άνθρωποί του έχουν ακολουθήσει αποκλίνουσες πορείες και έχουν φύγει πλέον μακριά του, κι έτσι, μόλις τελειώσει η άδειά του σπεύδει να επιστρέψει στο Οχυρό. Και, όταν οι περικοπές προσωπικού και η μείωση της φρουράς βυθίζουν σε ακόμη μεγαλύτερο βάλτο το Οχυρό, ενώ μια απόπειρα του Ντρόγκο να πάρει μετάθεση αποτυγχάνει, ο αξιωματικός «δεν επαναστάτησε, δεν υπέβαλε την παραίτησή του, κατάπιε την αδικία χωρίς να βγάλει άχνα, και επιστρέφει στο γνωστό μέρος», στο Οχυρό, «για να μείνει ποιος ξέρει πόσο καιρό ακόμα».
Κι έτσι, ανεπαισθήτως σχεδόν, χωρίς να ακουστεί κρότος κτιστών, ο Ντρόγκο χτίζει και το δικό του, επιπρόσθετο οχυρό μέσα στο Οχυρό, και περνούν τεσσεράμισι χρόνια, δεκαπέντε χρόνια, θα γίνει 54 ετών, θα ξεπεράσει τα τριάντα χρόνια στο Οχυρό… Θα πάρει άδειες από τις οποίες θα επιστρέψει νωρίτερα από το προβλεπόμενο, μιας και δεν έχει πια κανέναν δεσμό με την άγνωστη πλέον πόλη, θα συνειδητοποιήσει πως «χρόνο τον χρόνο έμαθα να επιθυμώ όλο και λιγότερα», θα νιώσει όλο και εντονότερα να μετατρέπεται η έλευση των Ταρτάρων και ο πόλεμος σε ελπίδα, και θα δει τη «λαθεμένη ζωή» του να συντήκεται με την «ακίνητη» πεδιάδα και τη «στάσιμη» ομίχλη.

Απειλή και προσδοκία

Και όταν τελικά θα πέσει το πετραδάκι που θα ταρακουνήσει τα στάσιμα νερά, ο Ντρόγκο θα βιώσει τη ματαίωση και θα νιώσει τη ματαιότητα, θα καταλάβει τα όρια ανάμεσα στην κοινότητα και την αποξένωση, θα συνειδητοποιήσει την ψευδαίσθηση των σχέσεων και των δεσμών με τους συντρόφους του.
Το μυθιστόρημα του Μπουτζάτι αποτυπώνει όλες τις αντιφατικές ψυχολογικές διαδρομές ενός ανθρώπου που ολόκληρη τη ζωή του πασχίζει –αγωνιωδώς αλλά μάταια– να βρει κάποιο νόημα για να πιαστεί και να δώσει περιεχόμενο στην ύπαρξή του. Οι Τάρταροι (όχι Τάταροι…), απειλή και προσδοκία συνάμα, μετατρέπονται έτσι στα δεσμά με τα οποία ο ίδιος ο Ντρόγκο δένει τον εαυτό του, καθώς αφήνεται να εγκλωβιστεί σε μια αυταπάτη που βαλτώνει όλο και περισσότερο καθώς η ζωή του περνάει. Έτσι, πραγματικός πρωταγωνιστής γίνεται ο χρόνος, ο χρόνος που κυλάει και φυλακίζει και φθείρει, ο χρόνος που έχει αναπότρεπτα περάσει, όταν «γυρίζεις το κεφάλι και βλέπεις πίσω σου μια σφαλιστή πόρτα, που φράζει τον δρόμο του γυρισμού».
Τα βιβλία του Μπουτζάτι –και ειδικά η Έρημος των Ταρτάρων– περιγράφονται συχνά ως «καφκικά», χαρακτηρισμός που ενοχλούσε τον συγγραφέα, όπως μας θυμίζει στο επίμετρό της η μεταφράστρια του βιβλίου: «Από τότε που άρχισα να γράφω, ο Κάφκα ήταν ο σταυρός μου. Μερικοί κριτικοί κατήγγελλαν ένοχες αναλογίες ακόμα κι όταν συμπλήρωνα τη φορολογική μου δήλωση».
Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1940, την εποχή που στην Ευρώπη είχε αρχίσει ο εφιάλτης του πολέμου στον οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο θα είχε η φασιστική Ιταλία, και θεωρείται το κορυφαίο βιβλίο του Μπουτζάτι. Αποτέλεσε παγκόσμια επιτυχία, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, ενώ το 1976 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο.

Κώστας Αθανασίου

Για τη Δημοκρατία και την Αυτοδιοίκηση

Με αφορμή το βιβλίο «Τομές Δημοκρατίας στην Τοπική Αυτοδιοίκηση»

Της Ρένας Δούρου*

Το βιβλίο του Δημήτρη Κατσούλη «Τομές Δημοκρατίες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση» έρχεται σε μια κρίσιμη περίοδο για τον τόπο και για την ίδια την τοπική αυτοδιοίκηση. Λίγους μόλις μήνες πριν από τις αυτοδιοικητικές εκλογές της άνοιξης, οι «Τομές δημοκρατίας στην τοπική αυτοδιοίκηση» θέτουν, με θάρρος και επιστημονική πληρότητα, όλα τα κρίσιμα διακυβεύματα Δημοκρατίας, Αυτοτέλειας και Αυτονομίας ενός θεσμού διακυβέρνησης, που παρότι βρίσκεται εγγύτερα στον πολίτη, τα προβλήματα και τις αγωνίες του, συνεχίζει να διεκδικεί την ολοκληρωμένη χειραφέτησή του από την κεντρική εξουσία.

Συνέχεια ανάγνωσης Για τη Δημοκρατία και την Αυτοδιοίκηση

Ανισότητες, νεοφιλελευθερισμός και ευρωπαϊκή ενοποίηση. Προοδευτικές απαντήσεις.

Νέα έκδοση του Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς- Nicos Poulantzas Institute σε συνεργασία με τις Εκδόσεις νήσος σε συνέχεια του διεθνούς συνεδρίου που έγινε στα τέλη του 2017.
Μέσα από τα άρθρα του συλλογικού τόμου που επιμελήθηκε η Maria Karamesini το φαινόμενο της ανισότητας προσεγγίζεται υπό όλες του τις διαστάσεις : Οικονομικές ανισότητες, ανισότητες στην αγορά εργασίας, έμφυλες, διαγενεακές και ενδογενεακές ανισότητες, περιφερειακές ανισότητες εντός της Ε.Ε. είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται στον τόμο.
Κυρίως όμως μέσα από τις επιμέρους συμβολές Ελλήνων και ξένων ακαδημαϊκών και πολιτικών αναζητούνται αριστερές και προοδευτικές απαντήσεις στην υπέρβαση των ανισοτήτων αυτών.
Οπωσδήποτε επίκαιρο, ειδικά τώρα που η Ευρώπη πλησιάζει σε μια από τις καθοριστικότερες για τη φυσιογνωμία και το μέλλον της εκλογικές αναμετρήσεις, όπου το θέμα της συνεχόμενης διεύρυνσης, αντί της υπέρβασης, των ανισοτήτων αναδεικνύεται ως κεντρικό.

Ολισθήσεις εδαφών και λειτουργία του δάσους

By dasarxeio on 30/01/2019

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου – Περιβαλλοντολόγου

Μια σημαντική λειτουργία του ελληνικού δάσους, η οποία δεν έχει αναδειχθεί όπως θα έπρεπε, έχει να κάμει με την αντιμετώπιση των ολισθήσεων των εδαφών του ορεινού χώρου. Η χώρα μας, πέραν του χαρακτηρισμού της ως χώρα των χειμάρρων και του προβλήματος της διάβρωσης, έχει σημαντικό πρόβλημα και με τις ολισθήσεις εδαφών (τις γεωλισθήσεις), ένα φαινόμενο που κατά το μάλλον ή ήττον συναρτάται με τη γενικότερη υποβάθμιση του ορεινού και ημιορεινού ελληνικού χώρου. Στην υποβάθμιση αυτή πρωτεύοντα ρόλο έχει η διάβρωση, κάτι που οδηγεί στην εγκατάλειψη των τόπων −μια συνήθη κατάσταση στην Ελλάδα−, καθόσον η θεραπεία του φαινομένου κρίνεται αδύνατη (ή ασύμφορη;) Έτσι, ολόκληροι οικισμοί, έργα πολιτισμού, έργα υποδομών, παραγωγικές δραστηριότητες κ.ά. καταστρέφονται κι εγκαταλείπονται εξαιτίας του επικίνδυνου φαινομένου των γεωλισθήσεων.

Τι είναι ολίσθηση εδάφους (γεωλίσθηση); Είναι το φαινόμενο διά του οποίου μια γεωμάζα, μεγάλη σχετικώς, υπό του βάρους της και υποβοηθούμενη υπό του ύδατος μετακινείται προς τα κατάντη βραδέως ή ταχέως άνευ διαχωρισμού των υλικών που συνιστούν αυτήν, δηλαδή άνευ διαλογής (ορισμός Hulin). Η ταχύτητα της γεωλίσθησης είναι διάφορη συναρτούμενη από τις συνθήκες που την προκαλούν, ποικίλλουσα από λίγα εκατοστά κατ’ έτος, μέχρι πολλά μέτρα ημερησίως ή κατ’ ώρα. Τα κύρια αίτια της γεωλίσθησης είναι η γεωπετρολογική δομή των πετρωμάτων, η ισχυρή κλίση των κλιτύων, συνεπικουρούσης και της ομόρροπης κλίσης των στρώσεων των πετρωμάτων, η υποσκαπτική ενέργεια του νερού και οι ανθρωπογενείς επιδράσεις στα ευαίσθητα στη γεωλίσθηση εδάφη, είτε με την καταστροφή της δασικής βλάστησης, είτε με αρδεύσεις που ενισχύουν το διαποτισμό του εδάφους και το φορτίζουν υδατικά, είτε με καλλιέργειες που διαταράσσουν τη δομή του εδάφους, είτε με οίκηση των γεωλισθαίνοντων εδαφών, που τα προσθέτουν βάρη και τ’ αποσυναρτούν ως προς τη δομική τους λειτουργία κ.λπ. Για να λάβει χώρα γεωλίσθηση πρέπει η εφαπτόμενη της γωνίας κλίσης της γεωμάζας να είναι μεγαλύτερη του συντελεστή τριβής, που είναι η εφαπτόμενη της φυσικής γωνίας κλίσης κάθε εδάφους. Οι γεωλισθήσεις ευνοούνται γενικώς από τις συνθήκες που προκαλούν την αποσάθρωση των πετρωμάτων και τη διάβρωση, την ελλάτωση της συνοχής των πετρωμάτων, τη διείσδυση του νερού στο έδαφος και τον έντονο διαποτισμό του, είτε με υπόγεια δράση του νερού, είτε με την εμφάνιση πηγών, είτε με τις αρδεύσεις με κατάκλυση εδαφών εφεκτικών στην ολίσθηση. Οι παράγοντες δε που προκαλούν γεωλίσθηση είναι κατά κύριο λόγο η υποσκαφή των κλιτύων των χειμάρρων, οι άφθονες βροχωπτώσεις και η απώλεια του δάσους που καλύπτει και συγκρατεί το έδαφος.

Η χώρα μας κι ειδικότερα ο ηπειρωτικός κορμός της χαρακτηρίζεται από πληθώρα ορέων με υψηλές κι απότομες κλίσεις, συνθήκες που από φυσικής και μηχανικής άποψης ευνοούν τις γεωλισθήσεις. Η γεωπετρολογική δομή των ορέων μας, κύρια κείνων που συντίθενται από αργιλικά πετρώματα φλύσχη, που υπόκεινται εύκολα σε ολισθήσεις, με κεντρική αναφορά στην οροσειρά της Πίνδου και το υπό εξέλιξη ανάγλυφό της, αποτελούν έτερο φυσικό παράγοντα ευνόησης των γεωλισθήσεων στην Ελλάδα. Συνεπώς, στους τρεις κάτωθι κύριους (δομικούς) παράγοντες εντοπίζεται το πρόβλημα των γεωλισθήσεων στη χώρα μας: στη δομή των πετρωμάτων της, στη γεωπετρολογική σύσταση των ορέων μας και στη γεωμορφολογική εξέλιξη αυτών. Σε τούτα συντείνουν οι υγρές κλιματικές συνθήκες περιοχών μας, όπως της Δυτικής και Βόρειας Ελλάδας, καθώς και οι πολλοί κι επικίνδυνοι χείμαρροι που επενεργούν στον εν εξελίξει ορεινό μας χώρο, καθώς υποσκάπτουν τους πόδας των κλιτύων και βοηθούν στην εκκίνηση γεωλισθήσεων ή στην ενίσχυσή τους.

Στους παραπάνω παράγοντες έρχεται να προστεθεί ο καθοριστικός όπως αποδεικνύεται παράγοντας δημιουργίας ή επίτασης του φαινομένου των γεωλισθήσεων, που είναι η αποδάσωση των ορέων μας, ενώ βασικό ρόλο παίζουν και οι χρήσεις και δραστηριότητες που αναπτύσσονται στα γεωλισθαίνοντα εδάφη, ενισχύοντας το φαινόμενο.

Η δασική βλάστηση συναρτάται με τον μετριασμό των ελληνικών κλιματικών φαινομένων, που σχετίζονται με το ζήτημα της έντασης και της ραγδαιότητας των βροχοπτώσεων, τ’ οποίο ρυθμίζεται ως προς τις επιπτώσεις του με την κατάλληλη παρουσία της δασικής βλάστησης. Κι είναι βασικός ο τελευταίος τούτος παράγοντας της βλάστησης, μαζί βεβαίως με τις χρήσεις που αναπτύσσονται στον ορεινό χώρο κι επηρεάζουν τη λειτουργία του, ως καθοριστικός για την αντιμετώπιση του προβλήματος των γεωλισθήσεων, καθώς οι υπόλοιποι που προαναφέρθηκαν είναι δομικού χαρακτήρα κι αφορούν στη σύσταση του ελληνικού χώρου, μη δυνάμενοι να τους ανατρέψουμε.

Η δασική βλάστηση παίζει καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή κείνων των γεωλισθήσεων οι οποίες εξικνούνται μέχρι του βάθους του κύριου όγκου του ριζικού συστήματος των δασικών δένδρων και θάμνων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, που συνιστούν τις αβαθείς ή επιπόλαιες γεωλισθήσεις, το ριζικό σύστημα των φυτών δρα στερεωτικά στο έδαφος και συνεπώς ανασταλτικά στην εκδήλωση γεωλίσθησης. Στις βαθιές γεωλισθήσεις όμως, στις εξικνούμενες πέραν του βάθους του ριζικού συστήματος των δασικών φυτών, η δασική βλάστηση δε μπορεί να επενεργήσει ανασχετικά στη γεωλίσθηση, και σε αυτές τις περιτπώσεις απαιτούνται τεχνικά έργα για τη θεραπεία της. Είναι οι περιπτώσεις που βλέπουμε να παρασύρεται το έδαφος ολόκληρης π.χ. πλαγιάς μαζί με την εκεί φυόμενη δασική βλάστηση, η οποία γίνεται «έρμαιο» του φαινομένου, ρέουσα κι αυτή στην κυλιόμενη γήινη μάζα της γεωλίσθησης. Η «βαριά» εν προκειμένω δασική βλάστηση θεωρείται ότι ενισχύει τη γεωλίσθηση, γι’ αυτό και συνιστάται η απομάκρυνση των ψηλών δένδρων, των ογκολίθων κ.λπ.

Κει όμως που η δασική βλάστηση λειτουργεί συντελεστικά στην αποτροπή των γεωλισθήσεων είναι στις περιπτώσεις που αυτές συνδυάζονται με το χειμαρρικό φαινόμενο. Διότι έχει διαπιστωθεί πως οι γεωλισθήσεις ευνοούνται στις χειμαρρόπληκτες περιοχές, λόγω της υποσκαφής των πρανών και ποδών των κλιτύων, και παράσυρσης στη συνέχεια των ολισθαίνοντων τμημάτων στην κοίτη. Οι νέες πλημμύρες λειτουργούν ενισχυτικά στο φαινόμενο, με νέα υποσκαφή των κλιτύων κι έναρξη νέας γεωλίσθησης, και την εν συνεχεία παράσυρση των εδαφών, με αποτέλεσμα την καταστρεπτική προς τα κατάντη δράση των χειμάρρων.

Η βλάστηση εν προκειμένω που θα εγκατασταθεί στη λεκάνη απορροής του χειμάρρου εν συνδυασμώ με τα αντιδιαβρωτικά τεχνικά έργα, συντελεί στη θεραπεία του φαινομένου της γεωλίσθησης λόγω της θεραπείας του χειμαρρικού φαινομένου, που αποτελεί τον παράγοντα της «κρίσης».

Το πρόβλημα των γεωλισθήσεων είναι αλληλένδετο με το χειμαρρικό, καθώς στο σχηματισμό των χειμάρρων και ιδιαίτερα στο σχηματισμό των κοιτών και των έντονων χειμαρρικών επιφανειών (ρηξιγενών, ολισθησιγενών, διαβρωσιγενών) μετέχουν η αποσάρθρωση (μηχανική, χημική και βιολογική), η κατακρήμνιση γαιών (καταπτώσεις κι ολισθήσεις), καθώς και η διαβρωτική και παρασυρτική δύναμη του νερού. Οι παράγοντες αυτοί συντελούν κατά το μάλλον ή ήττον και στη δημιουργία γεωλισθήσεων, είτε πρωτογενώς, τηρουμένων των συνθηκών και προϋποθέσεων έναρξης της ολίσθησης, όπως προαναφέρθηκαν, είτε δευτερογενώς, ως αποτέλεσμα της χειμαρρικής δράσης.
Σε κάθε περίπτωση, για τη θεραπεία του φαινομένου της γεωλίσθησης απαιτείται κατά πρώτον βαθιά και λεπτομερής έρευνα για την εξακρίβωση κι εντοπισμό των αιτιών που την προκαλούν, ήτοι το βάθος του επιπέδου της ολίσθησης, οι υφιστάμενες πηγές, τα υπόγεια ύδατα, ο επιφανειακός εμποτισμός κ.λπ.

Ο σχεδιασμός αντιμετώπισης προσομοιάζει με τον χειμαρρικό, τόσο ως προς τη φύση των έργων, που είναι τεχνικο-φυτοκομικά, για τη σταθεροποίηση των εδαφών, όσο και ως προς τη γενικότερη φιλοσοφία του σχεδιασμού, στον οποίο χρησιμοποιούνται οι κανόνες και τα μέσα της ορεινής υδρονομίας (εξάλλου, όπως προείπαμε, τα δύο φαινόμενα, της γεωλίσθησης και το χειμαρρικό, είναι αλληλένδετα).

Έτσι, προτείνονται για τη θεραπεία του φαινομένου μεταξύ των άλλων και κατά κύριο λόγο τα εύπλαστα τεχνικά έργα (τα ξύλινα και τα συρματολίθινα) και τα συμπαγή τεχνικά έργα (τα λιθόκτιστα ή λιθεπένδυτα εκ σκυροκονιάματος φράγματα), καθώς και τα πλήρη και συστηματικά στραγγιστικά δίκτυα για τον περιορισμό του διαποτισμού των εδαφών. Η προστασία των βάσεων των κλιτύων από τη δράση των χειμάρρων και η πλήρης και ταχεία διευθέτηση των χειμάρρων με τεχνικά και φυτοτεχνικά έργα, αποτελεί ένα παράλληλο μέτρο ενεργειών για τη θεραπεία των γεωλισθήσεων.

Στον παραπάνω σκοπό συμβάλλουν και οι φυτεύσεις (αναδασώσεις) της γυμνής και υποβαθμισμένης «πάσχουσας» επιφάνειας (κλιτύες και λεκάνη απορροής) με φυτικά είδη μεγάλης πρεμνοβλαστικότητας και μεγάλης εξατμιστικής ικανότητας, ήτοι σκλήθρο, λεύκα, ιτιά κ.λπ. Ενώ, όπως προείπαμε, απαιτείται η απομάκρυνση από την ολισθαίνουσα επιφάνεια όλων των βαρέων επί αυτής αντικειμένων, ήτοι, μεγάλων δένδρων, ογκολίθων, κατασκευών κ.λπ.

Εξ’ όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν γίνεται κατανοητός ο σημαντικός ρόλος της δασικής βλάστησης, και δη των δασικών περιβαλλόντων, στην αντιμετώπιση του φαινομένου των γεωλισθήσεων. Και τούτο διότι το ριζικό σύστημα των δασικών φυτών και ιδία των δασικών δένδρων συγκρατεί τα μόρια του εδάφους κι επενεργεί στερεωτικώς στα εδάφη των αποκαλούμενων «λυτών» πετρωμάτων (των μη συμπαγών), που υπόκεινται εύκολα σε γεωλισθήσεις.

Επιπροσθέτως, η κομοστέγη των δασικών συστάδων, που καλύπτει το έδαφος, το προστατεύει από τις διαβρώσεις, που όπως προείπαμε διευκολύνει την έναρξη γεωλισθήσεων. Ενώ επί υγρών εδαφών είναι σημαντική η παρουσία της δασικής βλάστησης, διότι βοηθά στην έντονη αποστράγγισή τους, π’ αποτελεί παράγοντα δημιουργίας γεωλίσθησης.

Γενικώς, η λειτουργία εν ισορροπία του δασικού οικοσυστήματος δεν δημιουργεί συνθήκες γεωλίσθησης. Δύναται όμως λόγοι ανεξάρτητοι με την ίδια τη λειτουργία του δασικού οικοσυστήματος να την προκαλέσουν, όπως στην περίπτωση της υπόγειας, πέραν δηλαδή του ριζικού συστήματος των δασικών δένδρων, ροής νερού, που διευκολύνει την έναρξη γεωλίσθησης.

Όπως προαναφέρθηκε, στις περιπτώσεις βαθιών γεωλισθήσεων, των εκδηλούμενων δηλαδή πέραν (βαθύτερα) του ριζικού συμπλέγματος του δασικού οικοσυστήματος, η προσφορά του δάσους στο φαινόμενο κρίνεται αμφισβητήσιμος, και υπό συγκεκριμένες συνθήκες αρνητική. Καθότι, με το βάρος της η δασική βλάστηση αποτελεί παράγοντα ενίσχυσης της γεωλίσθησης· όμως πρέπει να τονιστεί ότι τα φαινόμενα αυτά, των γεωλισθήσεων δασών, δεν είναι τόσο συχνά στην Ελλάδα και κατά κύριο λόγο περιορισμένα.

Κείνο που εν κατακλείδι πρέπει να επισημανθεί είναι πως στον ορεινό και ημιορεινό ελληνικό χώρο, τον κατά βάση χαρακτηριζόμενο για τον δασικό του προσδιορισμό, έχει αποστολή το δάσος κι ευθύνη οι διαχειριστές του σε σχέση με τις επιπτώσεις που προκύπτουν από την αρνητική αντιμετώπισή του. Οι γεωλισθήσεις, συντελούμενες στο χώρο αυτό και εκδηλούμενες κατά βάσιν σε δασικά εδάφη, είναι άμεσα συναρτώμενες με τον τρόπο διαχείρισης των δασικών οικοσυστημάτων.

Συνεπώς το ζήτημα των γεωλισθήσεων εντάσσεται στο δασικό τεχνικό ζήτημα της διαχείρισης του δασικού χώρου, τ’ οποίο οφείλει ν’ αντιμετωπιστεί συνολικά, στα πλαίσια της ολιστικής διαχείρισης των δασικών οικοσυστημάτων, κι όχι αποσπασματικά, όπως συνήθως γίνεται. Το σύνηθες όμως είναι να εκτελούνται έργα συνήθως τεχνικά, που δε «δένουν» και δε στερεώνουν τα εδάφη και μάλιστα τ’ αποσυναρτούν, αφού τ’ αντιμετωπίζουν σε σχέση με το πρόβλημά τους κατά μέρος κι όχι ενιαία και συνολικά. Έτσι, το πρόβλημα δεν επιλύεται, αφού η εστίαση σε μέρος της αντιμετώπισής του διαμορφώνει κατάσταση σημειακής κι όχι ολικής αποκατάστασής του.

Το παραπάνω πρόβλημα είναι ένας βασικός λόγος για τη μη θεραπεία των γεωλισθήσεων στη χώρα μας, λόγω των εμβαλωματικού χαρακτήρα επεμβάσεων, ενώ σε πολλές περιπτώσεις προτιμάται αντί της λύσης η αποχή· δηλαδή η εγκατάλειψη των γεωλισθαίνοντων περιοχών!

(από το βιβλίο του Αντώνιου Β. Καπετάνιου “ΛΙΘΙΝΟΙ ΤΟΙΧΟΙ. Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο…”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2018

:

Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο

By dasarxeio on 23/01/2019

Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο…
(Λειτουργώντας στον κύκλο της ζωής…)

Φράγμα στο χείμαρρο Γλαύκος Πατρών (από το αρχείο της δασικής υπηρεσίας).

του Αντώνιου Β. Καπετάνιου
Δασολόγου – Περιβαλλοντολόγου

«Βροχή, όλο κλαις, κι εσύ, μουγγή νοτιά!
Νερό παντού, νικήτρα είν’ η πλημμύρα·
στα δόντια ενός ογρού καταποτήρα
τα σπίτια, οι δρόμοι, οι μώλοι, η χώρα, να!
(…)
Πλημμύρα, όλα εδώ κάτου θα τα πιεις·
το στόμα σου κι εμείς το καρτεράμε.
Από τη θάλασσα ήρθαμε, θα πάμε
στη θάλασσα. Είν’ ο νόμος της ζωής.

Ώσπου να ’ρθει αποπέρα λυτρωτής
ρηγόπουλο τα μάγια να χαλάσει,
στον ήλιο για να μας ξανανεβάσει
και στη φουρτούνα. Ο κύκλος της ζωής».

(«Η πλημμύρα», Κωστής Παλαμάς)  

Aπότρελο, το λοιπόν, ξεχυέται το χειμάρρι στο ντορό. Σωρί μαζεύεται η χώρα στη δαιμονία των καιρών· μικραίνεται, συστέλλεται στη φαγωσιά του νερού. Μια απειλή από το παρελθόν, η χειμαρρική ορμή, τη στοιχειώνει και την τρομοκρατεί, επιβεβαιώνοντας το χαρακτηρισμό που της αποδόθηκε, ως «χώρα των χειμάρρων». Δεν αποβλήθηκε η απειλή του χειμάρρου ποτέ, λόγω της φύσης της χώρας και της συνεχούς επεμβατικής ενέργειας του ανθρώπου στην ελληνική γη. Απομακρύνθηκε χάρη στον δουλευτικό επιστημονικό και τεχνικό άνθρωπο, και τον μαζί τους γνωστικό άνθρωπο της υπαίθρου, αλλά εξακολουθεί ως απειλή να υφίσταται όσο ο άνθρωπος επεμβαίνει αρνητικά στη φύση. Γένεται έτσι πάλι επικίνδυνη η απειλή αυτή χάρη στον εναγή ελεγειακό νέο άνθρωπο…

Διανοηθείτε στο τι γίνηκε και το τι απογίνηκε. Κι αναρωτηθείτε: γιατί σταματήθηκε το έργο της φυσικής αποκατάστασης της χώρας από τη δασική υπηρεσία· γιατί τόση απόσταση από τη γη· γιατί τόση αλαφροσύνη κι απόδιωξη του νοήματος της ζωής· αυτού που συνδυάζεται με τη δημιουργία και με την ανάγκη να ενεργείς εν ισορροπία κι αρμονία στο φυσικό όλον, κι ως σοφός διαχειριστής να προάγεις τη ζωή· ακόμα και να την παράγεις, γενόμενος θεραπευτής, χορηγός και πλάστης της φυσικής ολότητας, πώχει καίρια και καθοριστική επίδραση στην ανθρώπινη ζωή. 

Η απάντηση απορρέει από τον τρόπο που ο σύγχρονος άνθρωπος (ο Έλληνας εν προκειμένω) αντιλαμβάνεται τη γη και το νόημά της. Από το πώς ορίζει τη σημασία της και το πώς καθορίζεται σε σχέση με αυτήν. Υπάρχει έλλειψη καλλιέργειας και παιδείας για τη γη, για τη φύση, για το περιβάλλον, καθώς και συνείδησης για το φυσικό δημιούργημα. 

Το αξιακό πρότυπο του σύγχρονου ανθρώπου τον παρωθεί απόκοιτα κι απροσδιόριστα και τον ωθεί σ’ ενέργειες που τον βλάπτουν υποβαθμίζοντας το γύρω του. Λειτουργεί έτσι ενάντιά του χωρίς να το συνειδητοποιεί –και τούτο είναι αλήθεια τραγικό, θα λέγαμε πως είναι το δράμα του!–, λειτουργεί παθολογικά ως προς το βούλεσθαι και πράττειν. 

Τούτο συμβαίνει διότι το μοντέλο της ζωής του που επίλεξε για την πορεία του, τ’ οποίο στηρίζεται αποκλειστικά στην οικονομία και στο πώς δι’ αυτής επιτυγχάνεται ανάπτυξη, αγνοώντας την κοινωνία, δεν εννοεί τα γύρα ως μέρος του συστήματος ζωής, αλλά ως εργαλειακά υποκείμενα. Υπό αυτή την έννοια, δεν νοείται ο άνθρωπος στα πλαίσια της προόδου, που περιλαμβάνει αξίες για τη ζωή, αλλά προσδιορίζεται σύμφωνα με την ανάπτυξη, πώχει κατά βάσιν οικονομική αναφορά και προσδιορισμό χρηματιστικό κι εντέλει κερδοσκοπικό, και με αυτήν την αρχή προσανατολίζεται ως προς το ζην. 

Αποστασιοποιημένος από τη γη ο σύγχρονος άνθρωπος αυτοκαθορίζεται ξέχωρά της, ενώ ζει εν αυτής κι είναι εξαρτημένος από τις συνθήκες και τις δυνατότητές της. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να προσκεφτεί ως προς το ενεργείν, καθώς το γίγνεσθαι είναι αυστηρά καθορισμένο κι έχει να κάνει με τη συνεχή κι απροσδιορίστου ορίου ανάπτυξή του. Αυτό τον καθορίζει ως προς τις ενέργειές του και τον καθηλώνει εν σχέσει με το γενόμενο. 

Στο παραπάνω πλαίσιο λειτουργίας, ο άνθρωπος δε διάγει κύκλο ζωής, μα ακολουθεί ανερμάτιστες και μη τέμνουσες ευθείες, έχοντας αποστεί από τον νόμο της ζωής, στον οποίο όμως οφείλει να προσδιορίζεται. Τούτο συνιστά μιαν τραγική αντινομία με δραματικά για τον ίδιο και την κοινωνία, και δυστυχώς για τη γη, αποτελέσματα!

Πρέπει ο Έλληνας, που είχε ένα τόσο δημιουργικό παρελθόν αποκατάστασης της χειμαρρόπληκτης χώρας, να νοιωστεί τη φύση του και να (υπο)στηρίξει τη χώρα του –και πάλι– από τη φυσική κατάρρευσή της. Πρέπει ο άνθρωπος ως αξιακή οντότητα να επανειδωθεί και να εγερθεί επανερχόμενος στις αξίες της δημιουργίας που τον εκκινούσαν παλαιότερα, ανασυστήνοντας τους καταπεσμένους τόπους.

Η φύση μολοντούτο είναι προσανατολισμένη στο ν’ ακολουθεί τον κύκλο της ζωής, ο οποίος προκύπτει από το νόμο της ζωής, που στον φυσικό κόσμο λογίζεται ως φυσική νομοτέλεια. Βρίσκοντας τον άνθρωπο ενάντιο σε αυτή την αρχή, όντας ξένο με τη φυσική διαδικασία της ζωής κι αποστασιοποιημένο από τις φυσικές νόρμες, δεν ημπορεί παρά ν’ αντιδρά, αναζητώντας τις χαμένες ισορροπίες της. 

Οι πλημμύρες των ρεμάτων αποτελούν απότοκο της ανισόρροπης σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, της ανορθόδοξης διαδικασίας λειτουργίας του πρώτου στη γη, σε σχέση με τη δεύτερη, της αντίνομης ακολουθητέας ανθρώπινης πρακτικής, την οποία δυστυχώς ο θύτης άνθρωπος εξακολουθεί να μην αντιλαμβάνεται ως απαραίτητη να διορθωθεί, με τη θεραπεία κι αποκατάσταση που επιβάλλεται να υπάρξει στο φυσικό χώρο. Συνεχίζει έτσι να πράττει κυριαρχικά, εκμεταλλευτικά κι αρνητικά στη γη· θυσιαστικά για τη ζωή του, δυστυχώς όμως μη συνειδητά λογιζόμενος ως προς την κατάστασή του!

Ξέρουμε, είναι αλλού δοσμένος ο σύγχρονος άνθρωπος· στην ανάπτυξή του. Ξέρουμε, είναι μακρινός της γης και της σημασίας της. Ξέρουμε, δύσκολα θα ιδωθεί στο μέσα του και θ’ αναδωθεί στο Είναι του.

Όμως πρέπει ν’ ανασυσταθεί. Έστω και με την εξ ανάγκης ενέργεια, λόγω της φυσικής υποβάθμισης που συντελέστηκε και συντελείται, και των δραματικών επιπτώσεών της (στις οποίες υπολογίζονται εν πρώτοις οι ανθρώπινες απώλειες). Πρέπει, έστω κι αν δεν εγκαταλείψει το δόγμα της ανάπτυξής του, να υποχωρήσει ως προς τις απαιτήσεις του, να προσαρμοστεί σε μια διαδικασία επανάκαμψης επιδιώκοντας την επαναφορά κρίσιμων φυσικών λειτουργιών τις οποίες έχει ανατρέψει. Πρέπει, έστω κι αν δεν εννοηθεί στη σχέση του με τη γη, να εννοήσει το πρόβλημά του ως προς το μέλλον του, που συναρτάται με αυτήν. Έστω κι αν τεχνοκρατικά δεν υποχωρήσει, πρέπει στη γη να πράξει –κατά το απαραίτητο τουλάχιστον– φυσικά, ακολουθώντας μια νέα λογική ενεργειών στα πλαίσια της διαχείρισης του φυσικού χώρου, αναφερόμενος στο όλον, στη γη, κι όχι στη μονάδα, στον άνθρωπο, το μέλλον του οποίου εξαρτάται από το ορθόν όλον.

Πρέπει ο Έλληνας να κοιταχθεί στα πίσω, για να ενεργήσει στα μπρος. Το παρελθόν είν’ λαμπρό και τον διδάσκει. Ας πάρει λοιπόν αρχή από τις αρχές του. Πρέπει επομένως, ακολουθώντας το νόμο της ζωής να λειτουργήσει στον κύκλο της ζωής, σύμφωνα με τους φυσικούς κανόνες που του υποδεικνύουν δρόμους· κι όχι παράτροπα στο φυσικό γίγνεσθαι να ιδωθεί, όχι μακρινά της γης. 

Σε αυτό το πνεύμα κοιτάμενοι, οι λίθινοι τοίχοι της γης γένονται θέμελα της ζωής. Οι λίθινοι αυτοί τοίχοι, κατά τη διευθέτηση του φυσικού χώρου, υψώνονται ως φράγματα της φθοράς του κι ανάγονται σε τοίχους της ζωής. Καθώς, εντασσόμενοι ως φυσικά στοιχεία στο σώμα της γης, συνιστούν τα γερά θεμέλια της στερεότης της. Έτσι πρέπει…

(κείμενο από το βιβλίο του Αντώνιου Β. Καπετάνιου “ΛΙΘΙΝΟΙ ΤΟΙΧΟΙ. Τοιχίζοντας και διευθετώντας το φυσικό χώρο…”, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2018

: