Αρχείο κατηγορίας Ανάλυση λόγου

Φερνάντο Πεσσόα : το «Βιβλίο της ανησυχίας»

Ζώντας σαν ένας άλλος

fernando pessoa heteronimia

το «Βιβλίο της ανησυχίας» είναι ένα από τα κορυφαία έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας

Ζώντας σαν ένας άλλος | tovima.gr
ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ   ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ      «Ο εκπληκτικός Πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), ως φανταστική επινόηση, ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ  25 Νοεμβρίου 2008

ένα τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου  με τίτλο 

Rua Da Bella Vista – Thanassis Papakonstantinou

ΜΥΘΙΚΟΙ   ΚΟΣΜΟΙ .   Ζώντας σαν ένας άλλος . Ημερολόγιο, χρονικό, μυθιστόρημα και βιογραφία του ψυχικού κόσμου, το «Βιβλίο της ανησυχίας» είναι ένα από τα κορυφαία έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και του Φερνάντο Πεσσόα, ο οποίος το έγραψε χρησιμοποιώντας το όνομα του ετερωνύμου του Μπερνάρντο Σοάρες

Ο ίδιος (μέσω του Αλβάρο ντε Κάμπος) ορίζει τον εαυτό του και δικαιολογεί την ύπαρξη των ετερωνύμων ως εξής:
Να αισθάνομαι τα πάντα μ’ όλους τους τρόπους, να ‘χω όλες τις απόψεις, να ‘μαι ειλικρινής αντιφάσκοντας κάθε λεπτό.

«Ο εκπληκτικός Πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935), ως φανταστική επινόηση, ξεπερνά οποιοδήποτε δημιούργημα του Μπόρχες». Τα παραπάνω λέγονται από τον Χάρολντ Μπλουμ στο βιβλίο του Ο Δυτικός Κανόνας. Δύσκολα θα έβρισκε κανείς παρόμοιο έπαινο για έναν συγγραφέα που όσο ζούσε εξέδωσε μόνο ένα βιβλίο με ποιήματα, το Μήνυμα.


Αναπόφευκτα, αυτό μας οδηγεί αλλού: στη διαπίστωση ότι η σχέση του Πεσσόα με τη λογοτεχνία της ηπειρωτικής Ευρώπης είναι απείρως σημαντικότερη από την όποια σχέση του με τον Γουίτμαν όπου επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ο Χάρολντ Μπλουμ. Εξάλλου, αν σημειώσει κανείς τα ονόματα συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων, από τον Ομηρο και τον Βιργίλιο ως τον Ουγκό, τον Ρουσό και τον Λεοπάρντι που απασχολούν τον Πεσσόα, τη σχέση αυτή εύλογα θα τη θεωρούσε αυτονόητη.


Κατά την προσφιλή θεωρία του Μπλουμ περί προγόνων και απογόνων, ο Πεσσόα, όπως και ο Νερούδα, ανήκει σε αυτούς που διάβασαν βιωματικά, θα λέγαμε, τον γενάρχη της αμερικανικής ποίησης Γουόλτ Γουίτμαν και μας συνδέουν μαζί του. Τα θεωρητικά σχήματα του Μπλουμ παρουσιάζονται βεβαίως πολύ πιο περίπλοκα, όμως αυτή είναι η ουσία της ανάλυσής του, που φυσικά εξυπηρετεί πρωτίστως τις μπλούμειες θεωρίες. Ο Πεσσόα δεν έγραψε μόνο ποιήματα αλλά και εξαίσια πεζογραφήματα, ανάμεσα στα οποία εξέχουσα θέση κατέχει το ογκώδες Βιβλίο της ανησυχίας, που το έγραφε επί 22 χρόνια, από το 1913 ως το 1935, όταν πέθανε από κίρρωση του ήπατος.


Ενας μετα-Ρεμπό 

Το Βιβλίο της ανησυχίας, μικρά αποσπάσματα από το οποίο είχε δημοσιεύσει σε περιοδικά όσο ζούσε ο συγγραφέας, είχε σκοπό να το εκδώσει με την υπογραφή Μπερνάρντο Σοάρες. Ήταν ένα από τα ετερώνυμα που χρησιμοποιούσε αυτή η μυστηριώδης μορφή της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Ο Πεσσόα πεθαίνοντας άφησε πίσω του ένα μπαούλο με ανέκδοτα χειρόγραφα γραμμένα από τους διάφορους ετερώνυμους που είχε δημιουργήσει: τον Αλβαρο ντε Κάμπος, τον Αλμπέρτο Καρέιρο, τον Ρικάρντο Ρέις – και πάει λέγοντας…


Η ετερωνυμία (καμία σχέση με την ψευδωνυμία), παραπέμποντας στα πολλά πρόσωπα του ίδιου ανθρώπου, ήταν σαν να έκανε πράξη την πασίγνωστη φράση του Ρεμπό «(το) εγώ είναι ένας άλλος», μολονότι η απάντηση-παραλλαγή του Πεσσόα με τα λόγια του Μπερνάρντο Σοάρες, όπως το επισημαίνει στον εμπεριστατωμένο πρόλογό της και η μεταφράστρια Μαρία Παπαδήμα, διαφοροποιεί τον Πορτογάλο από τον Γάλλο: «Ζω είναι ένας άλλος». Ο Πεσσόα λοιπόν είναι το γοητευτικό φάντασμα ενός μετα-Ρεμπό που δεν εγκαταλείπει ούτε την πόλη ούτε τη χώρα του.

216 2310-Fernando-Pessoa.jpg


By S.A. e Maria José de Lencastre – Fernando Pessoa 


Αναπόφευκτα, αυτό μας οδηγεί αλλού: στη διαπίστωση ότι η σχέση του Πεσσόα με τη λογοτεχνία της ηπειρωτικής Ευρώπης είναι απείρως σημαντικότερη από την όποια σχέση του με τον Γουίτμαν όπου επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ο Χάρολντ Μπλουμ. Εξάλλου, αν σημειώσει κανείς τα ονόματα συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων, από τον Ομηρο και τον Βιργίλιο ως τον Ουγκό, τον Ρουσό και τον Λεοπάρντι που απασχολούν τον Πεσσόα, τη σχέση αυτή εύλογα θα τη θεωρούσε αυτονόητη.


Το κρόνιο αίσθημα 


Τι είναι όμως το Βιβλίο της ανησυχίας; Ημερολόγιο του ετερώνυμου Μπερνάρντο Σοάρες ή «μυθιστόρημα» του Πεσσόα γι’ αυτόν τον ασήμαντο βοηθό λογιστή που ψάχνει τον κόσμο και τον εαυτό του στη Λισαβόνα των αρχών του 20ού αιώνα; Και πώς να αποφασίσει ο αναγνώστης για το ποια εκδοχή είναι η σωστότερη όταν ο ίδιος ο Πεσσόα χαρακτηρίζει τον Σοάρες όχι ως ετερώνυμο αλλά ως «ημι-ετερώνυμό του;». Ενα είναι βέβαιο, ούτως ή άλλως: ότι κι εδώ έχουμε τον Πεσσόα, τον ποιητή που εν πολλοίς αυτοβιογραφούμενος εκφράζεται σε πρόζα μιλώντας για τα πάντα και σχολιάζοντας τα πάντα: τι λένε άλλοι συγγραφείς, τι βλέπει και πώς το βλέπει, τι είναι το ένα και το άλλο: «Αναζητώ – δεν βρίσκω. Θέλω και δεν μπορώ» γράφει (σελ. 294 του πρώτου τόμου).


Αν αυτό θυμίζει το «Δεν μπορώ να συνεχίσω. Θα συνεχίσω» του Μπέκετ, αναπόφευκτα οδηγούμαστε σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα: η αδυναμία και η μάχη εναντίον της με την επίγνωση ότι εξ ορισμού πρόκειται για χαμένη μάχη αποτελούν μείζον χαρακτηριστικό του μοντερνισμού, και αποκορύφωμά του είναι το έργο εν προόδω, όπως συμβαίνει με όλα τα κείμενα του Πεσσόα, του Τζόις, του Μπέκετ και τόσων άλλων. Ολοι τους έγραφαν σε διάφορες παραλλαγές ένα και μοναδικό έργο. Ολοκληρωμένο, ημιτελές, αποσπασματικό – δεν έχει σημασία. Οπως δεν έχει σημασία και το γεγονός ότι ορισμένοι νεότεροι θεωρητικοί δεν δίστασαν να χαρακτηρίσουν τον Πεσσόα καταχρηστικά – για να μην πει κανείς: πρωθύστερα – ως μεταμοντέρνο, ή μεταμοντερνιστή αν προτιμάτε, πράγμα που θυμίζει το σαρκαστικό σχόλιο του Ουμπέρτο Εκο: ότι με λίγη καλή θέληση θα μπορούσαμε και τον Ομηρο να τον χαρακτηρίσουμε μεταμοντέρνο.


Η λέξη «ανησυχία» του τίτλου σηματοδοτεί και το κλίμα που κυριαρχεί από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα. Δεν είναι το φροϋδικό Angst, δεν είναι η ανησυχία για το ενδεχόμενο, αυτό που επικρέμαται και μας απειλεί ή εκείνο που φοβόμαστε ότι θα συμβεί, αλλά το σύνολο της πραγματικότητας που βαραίνει τις μύχιες σκέψεις και τις εκφάνσεις του βίου. Είναι, ακόμη, η δυσθυμία, η μελαγχολία, δηλαδή το κρόνιο αίσθημα το οποίο συναντά κανείς την ίδια εποχή – και σε άλλο επίπεδο – στα δοκίμια του Μπένγιαμιν, όπως με οξύτητα το περιγράφει στο έξοχο δοκίμιό της Under the Sign of Saturn η Σούζαν Σόντακ, που περιέχει πάμπολλα στοιχεία του μποντλερικού spleen, δηλαδή το βάρος μιας αίσθησης τόσο συντριπτικής ώστε η επίδρασή της στον ψυχισμό να είναι τέτοια που να σου δίνει την εντύπωση ότι οι συνέπειές της δεν μπορεί παρά αργά ή γρήγορα να αποβούν μοιραίες.


Ο «οίστρος του θανάτου» 


Οι τρεις παρακάτω φράσεις είναι απολύτως μποντλερικές: «Η ιδέα του ταξιδιού μού φέρνει ναυτία. / Εχω δει όλα όσα ποτέ μου δεν είχα δει. / Εχω ήδη δει όλα όσα δεν είδα ακόμα» (σελ. 174 του πρώτου τόμου). Και ξεκινώντας έτσι, ο Πεσσόα αρχίζει στη συνέχεια να μιλάει για το θέμα της πλήξης, επίσης με μποντλερικό τρόπο αλλά ενσωματώνοντας ταυτοχρόνως στοιχεία μιας κατατονικής ομολογίας της αποτυχίας, ομολογίας που εύκολα θα την υιοθετούσαν οι υπαρξιστές, όπως για παράδειγμα όταν γράφει: «Νιώθω για τη ζωή μια αόριστη ναυτία και η κίνησή μου την επιτείνει», ή «Η ζωή για μένα είναι μια υπνηλία που δεν φτάνει στον εγκέφαλο». Εχει κάποιος την εντύπωση ότι αυτά δεν τα λέει ο Μπερνάρντο Σοάρες (Πεσσόα) αλλά ο Ροκαντέν της σαρτρικής Ναυτίας. Ο ίδιος, πολλές σελίδες αργότερα, θα γράψει: «Με πονάει το κεφάλι μου και το Σύμπαν». Κι άλλοτε, μέσα σε μια σκοτεινή έξαρση, θα πει με το πάθος και την απελπισία του δύσθυμου, του επιζώντος, του κατατρεγμένου και του καταραμένου, θα απευθύνει τη σκοτεινή και ταραγμένη του επίκληση στον Λουδοβίκο Β´ της Βαυαρίας: «Δέσποτα Βασιλιά της Αποστασιοποίησης και της Παραίτησης, Αυτοκράτορα του Θανάτου και του Ναυαγίου, όνειρο ζωντανό που περιπλανιέται μεγαλοπρεπές, ανάμεσα στα ερείπια και τους δρόμους του κόσμου». Και λίγο πιο κάτω θα τον δει σε ένα αλλόκοσμο τοπίο θανάτου: «Πηγαίνει ο Βασιλιάς να δειπνήσει με τον Θάνατο, στο αρχαίο παλάτι του, στην όχθη της λίμνης, ανάμεσα στα βουνά, μακριά από τη ζωή,ξένος στον κόσμο». Τα παραπάνω είναι από το «κεφάλαιο» – αν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει κεφάλαια τα τμήματα αυτού του βιβλίου – Πένθιμο εμβατήριο για τον βασιλιά Λουδοβίκο Β´ της Βαυαρίας, όπου βέβαια δεν πρόκειται για κανέναν Λουδοβίκο καμιάς Βαυαρίας, αλλά για την παράφορη και παραληρηματική σχεδόν έξαρση κάποιου που έχει καταληφθεί από τον κατά τον Εμπειρίκο «οίστρο του θανάτου».


Παραβιάζει κανείς ανοιχτές πόρτες λέγοντας ότι ο Πεσσόα ανήκει στους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα που τον ανακαλύψαμε μισόν αιώνα σχεδόν μετά τον θάνατό του (υποψιάζεται όμως ότι ως έναν βαθμό αυτό ήταν και δική του επιθυμία). Τίποτε δεν χάνεται τελικά. Το Βιβλίο της ανησυχίας κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Πορτογαλία το 1982. Στο διάστημα των δέκα επόμενων χρόνων εκδόθηκε και στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Ηταν καιρός να δει το φως της δημοσιότητας και στη χώρα μας, όπου το έργο του Πεσσόα αρχίζει να αποκτά ένα διόλου ευκαταφρόνητο – και φανατικό – κοινό. Και είναι ευτύχημα που μεταφράστηκε σε ωραία ελληνικά από τη Μαρία Παπαδήμα, η οποία συνοδεύει τη δίτομη έκδοση με έναν καλογραμμένο και κατατοπιστικό πρόλογο.


«Υπάρχει μια κούραση της αφηρημένης ευφυΐας, και είναι η πιο φρικτή κούραση που υπάρχει. Δεν βαραίνει όπως η σωματική κούραση, ούτε ανησυχεί όπως η κούραση της γνώσης που αποκτάται μέσω της συγκίνησης. Είναι το βάρος από τη συνείδηση του κόσμου, σαν να μη μπορείς να αναπνέεις από την ψυχή.»
«Αλλά η πόλη μού είναι άγνωστη, οι δρόμοι καινούριοι, και το κακό χωρίς θεραπεία. Περιμένω λοιπόν, σκυμμένος πάνω από τη γέφυρα, να μου περάσει η αλήθεια, και να ξαναβρεθώ μηδαμινός και πλασματικός, ευφυής και φυσιολογικός.»
«Είναι τα πρόσωπα που συνήθως με περιβάλλουν, είναι οι ψυχές που, χωρίς να με γνωρίζουν, με γνωρίζουν καθημερινά με τη συναναστροφή και την ομιλία, που μου βάζουν στο λαρύγγι του πνεύματός μου τον όλο σάλια κόμπο της σωματικής αποστροφής.»
«Για τον κοινό άνθρωπο, αισθάνομαι είναι ζω και σκέφτομαι είναι ξέρω να ζω. Για μένα, σκέφτομαι είναι ζω, και αισθάνομαι δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από την τροφή της σκέψης.»
«Όσο πιο διαφορετικός είναι ο κάποιος από μένα, τόσο πιο πνευματικός μου φαίνεται, γιατί εξαρτάται λιγότερο από την υποκειμενικότητά μου. Και γι᾽ αυτό ακριβώς η επιμελής και διαρκής μου μελέτη είναι αυτή η κοινή ανθρωπότητα που απεχθάνομαι και από την οποία απέχω. Την αγαπώ γιατί τη μισώ. Μου αρέσει να τη βλέπω γιατί απεχθάνομαι να την αισθάνομαι.
 Το τοπίο, τόσο θαυμάσιο ως πίνακας, είναι εν γένει άβολο ως κλίνη.»
«Όσο περισσότερο βυθίζομαι μέσα μου, όλα τα μονοπάτια του ονείρου με οδηγούν στα ξέφωτα της αγωνίας.»
«Η ζωή μου είναι σαν να με χτυπούσαν με αυτήν….
Εγώ την ημέρα είμαι μηδαμινός, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ.»
«Έχω δημιουργήσει μέσα μου πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες. Αδιάκοπα δημιουργώ προσωπικότητες. Κάθε ένα από τα όνειρα μου, τη στιγμή ακριβώς που ονειρεύομαι έχει ήδη ενσαρκωθεί σε ένα άλλο πρόσωπο που το ονειρεύεται, εκείνο, όχι εγώ.
Για να δημιουργώ καταστρέφομαι. Έχω τόσο πολύ αποκαλύψει το εσωτερικό της ψυχής μου, ώστε μέσα μου δεν υπάρχω παρά μόνο εξωτερικά. Είμαι η ζωντανή σκηνή όπου ανεβαίνουν διάφοροι ηθοποιοί και ζωντανεύουν διαφορετικά έργα.»
«Αλλά η αντίθεση δεν με συνθλίβει – με απελεθερώνει. Η ειρωνεία που υπάρχει σ΄αυτήν είναι αίμα μου. Αυτό που θα έπρεπε να με ταπεινώνει είναι η σημαία που ξεδιπλώνω.
Και το γέλιο με το οποίο θα έπρεπε να γελάω με τον εαυτό μου είναι μια σάλπιγγα με την οποία χαιρετώ και δημιουργώ την αυγή στην οποία μεταλάσσομαι
«Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει.»

πηγή: Βιβλία  , 

Φερνάντο_Πεσσόα

κοινοποίησε το:

Το (δια)ραπτικό σύμπαν του Μάνου Ελευθερίου

Δεν συνειδητοποιούμε πόσα τραγούδια που έχουν στοιχειώσει πάνω στα χείλια μας είναι δικά του. Η Μαρκίζα. Η Δίκοπη ζωή. Τα Λόγια και τα Χρόνια. Το Τραίνο Φεύγει στις Οκτώ. Του Κάτω Κόσμου τα Πουλιά. Η Ατέλειωτη Εκδρομή. Και τόσα, μα τόσα άλλα. Ο Άκης Γαβριηλίδης στην ανάρτηση του  ανακάλυψε μια «κλωστή» που διαπερνά «Το (δια)ραπτικό σύμπαν του Μάνου Ελευθερίου »  Πηγή : https://nomadicuniversality.com/
Ο Άκης Γαβριηλίδης γεννήθηκε το 1964 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά στο Α.Π.Θ. και υποστήριξε διδακτορική διατριβή φιλοσοφίας του δικαίου στην ίδια σχολή. Από το 1995 ζει στις Βρυξέλλες όπου απασχολείται επαγγελματικά ως μεταφραστής και ερασιτεχνικά ως ραδιοφωνικός παραγωγός. Πρωτότυπα κείμενα και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευθεί σε πολιτικά ή/ και θεωρητικά έντυπα διαφόρων χωρών, καθώς και στο Διαδίκτυο.

Πηγή: Κουμπιά, δαντέλες, κόπιτσες: το (δια)ραπτικό σύμπαν τού Μάνου Ελευθερίου | Nomadic universality

του Άκη Γαβριηλίδη

Στις 22 Ιουλίου του 2018, παραμονές της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι και στη Ραφήνα, ο ποιητής και στιχουργός Μάνος Ελευθερίου περνούσε τη στερνή την πύλη με του καιρού δεμένος τις κλωστές. Μπορεί όμως και λυμένος, απαλλαγμένος οριστικά απ’ αυτές.

Αποτελεί χαρακτηριστική ειρωνεία –όχι τραγική· η τραγικότητα είναι ένα τόσο βαρύγδουπο και απόλυτο μέγεθος που δεν χωράει στο λιτό σύμπαν του Ελευθερίου όπου έχει κυρίως την τιμητική της η αδεξιότητα, η αμηχανία, η ασυνεννοησία-, το ότι η σορός του, τη μέρα που η μισή Αττική καιγόταν, χρειάστηκε να ταξιδέψει στη Βουλγαρία ώστε να αποτεφρωθεί και να ξαναγυρίσει.

Αν ακολουθούσαμε το σύνηθες «προφητικό» αφήγημα που πλαισιώνει στην Ελλάδα τους ποιητές, θα μπορούσαμε να δούμε αυτή την εξέλιξη ως μια επιβεβαίωση του δικού του στίχου:

Αυτός ο τόπος, αυτό το χώμα

και πεθαμένους δεν μας θέλει ακόμα.

Πράγμα που θα ταίριαζε άλλωστε και με το γνωστό κλισέ περί της «Ελλάδας που τρώει τα παιδιά της».

Αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν άστοχο. Γιατί ο Μάνος Ελευθερίου ήταν ίσως ο μόνος από τη γενιά του, τη γενιά ας πούμε του «έντεχνου λαϊκού τραγουδιού», που στη θεματολογία των στίχων του υπήρχε ριζοσπαστικός πατριωτισμός, ηρωισμός, μαρτυρολογία, Μακρυγιάννης και δεκαετία του 30, αλλά όχι νεκροφιλία.

Και δεν υπήρχε νεκροφιλία διότι η ποιητική τού Ελευθερίου μιλάει μεν για το τραύμα, μιλάει για ζωές που καταστράφηκαν, για τη διάρρηξη του νοήματος, αλλά δεν μένει σ’ αυτό: μιλάει επίσης για τις προσπάθειες των ανθρώπων να ανασυνδέσουν, να ξαναφτιάξουν, να ξανασυρράψουν το νόημα –ή πάντως κάποιο νόημα, όχι απαραίτητα το ίδιο.

Καθώς λιώνει η κλωστή

Και τα δύο αυτά ο Ελευθερίου τα κάνει κατεξοχήν μέσα από ένα κεντρικό σημαίνον, που υπήρξε άλλωστε από παλιά πολύ κεντρικό σε όλους τους εδραίους πολιτισμούς, και σε αρκετούς νομαδικούς: την κλωστή. Και γενικώς τα ύφανσης σημαντικά.

Το πλέξιμο ως γνωστόν είναι η ίδια λέξη με την πλοκή, με την ανέμη που γυρίζει και φτιάχνει νήματα και νοήματα.

Η κλωστή, ακόμα ειδικότερα, είναι αυτό που δένει. Εξ ορισμού, αυτό που δένει μπορεί να είναι δεσμοί, αλλά μπορεί να είναι και δεσμά. Σε πανηγύρι και γιορτή απ’ την Αγια-Μαρκέλλα, μπορεί κανείς να αγοράσει χρυσή κλωστή και κόκκινη κορδέλα: εδώ η χρυσή κλωστή είναι η ανάμνηση της γιορτής που τέλειωσε, του παραδείσου που δεν υπάρχει πια, η εικόνα αυτού που μας έμεινε για να μας θυμίζει τις χαμένες πατρίδες. Αλλά από τον γενικό χαμό, συχνά επιζούν όχι μόνο συμβολικές, αλλά και υπαρκτές, πραγματικές κλωστές: υφάσματα. Οι κλωστές αυτές επίσης φθείρονται όσο και οι άλλες. Λιώνουν, σύμφωνα με μία τελείως απροσδόκητη και ασυνήθιστη εικόνα –όχι τη μόνη- που χρησιμοποιεί ο Ελευθερίου σε ένα άλλο στιχούργημα, κάποιο που μάλλον προοριζόταν κι αυτό για τον «Άγιο Φεβρουάριο» αλλά δεν χώρεσε.

Κι ήρθε στη πόλη το θεριό

που είναι και δέντρο και καμπαναριό

κι είναι κλωστή λιωμένη.

Από τότε που πρωτοάκουσα αυτό το τραγούδι, επί πολλά χρόνια ένιωθα έναν απόηχο της αρχικής έκπληξης για αυτή τη μετοχή που συνοδεύει εδώ την κλωστή· το πιο «φυσικό» που μου ερχόταν, και που προσδοκούσα, ήταν να λέει «κλωστή δεμένη». Διότι η κλωστή –αν και όχι η χρυσή, αλλά πάντως η κόκκινη, όπως η κορδέλα- είναι αυτή που τυλίγεται στην ανέμη ώστε να εκτυλιχθεί η αφήγηση των παραμυθιών, των ιστοριών που δομούν την υποκειμενικότητα των ακροατών στο γνωστό παιδικό τραγουδάκι. Αλλά εδώ τα παιδιά είναι χαμένα, και αυτός/ αυτή που ήρθε στην πόλη που ξεχνούν (και που δεν φωνάζουν σαν πονούν) είναι ξεκρέμαστος, σε απορία: έχει χάσει την πατρίδα του, τους οικείους του, και είναι άγνωστο αν θα καταφέρει ποτέ να βρει μια πόλη, ή να βρει έναν κόσμο, όπου να μπορεί να ξεχνά τη μοίρα τη γραμμένη.

Αυτό που μπορεί να κάνει, όμως, είναι να προσπαθήσει να ξαναδέσει τις λιωμένες κλωστές του παρελθόντος.

Ήταν λιωμένες οι κλωστές

και πολυκαιρισμένες

που δέσαμε μαζί το χτες

μ’ αγάπες βουρκωμένες[1].

Εργάτριες παλιές, χρυσές αράχνες

Σε αυτό το πλαίσιο είναι που αποκτά όλη τη φόρτισή της η ευχή

καλύτερα να σ’ έλεγαν Μαρία

και να ‘σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά.

Η Κοκκινιά ήταν μία κατεξοχήν συνοικία εγκατάστασης Μικρασιατών προσφύγων. Και προσφυγισσών. Στις προσφυγικές οικογένειες, ή ό,τι είχε μείνει απ’ αυτές, οι γυναίκες χρειάστηκε να δουλέψουν για να συμπληρώσουν ή να αναπληρώσουν το όποιο εισόδημα έφερναν στο σπίτι οι άντρες, εάν υπήρχαν και εάν έφερναν. Ειδικά στην Κοκκινιά, μία πολύ διαδεδομένη λύση ήταν η ραπτική, είτε σε κλωστοϋφαντουργικές βιοτεχνίες που στήθηκαν τότε, τα sweatshops της εποχής, είτε κατ’ οίκον με φασόν, είτε σε διάφορους άλλους διαβαθμούς και συνδυασμούς[2], περίπου όπως οι Πακιστανοί και οι Πακιστανές σήμερα.

Ο Λακάν έπλασε ολόκληρη θεωρία γύρω από την έννοια point de capiton, έναν νεολογισμό που εισήγαγε ο ίδιος όπως και τόσους άλλους. Στα ελληνικά ο όρος έχει αποδοθεί σημείο διαρραφής, αλλά και –παλιότερα- η βελονιά του μπαλωματή. Η μετοχή του σχετικού γαλλικού ρήματος μας είναι οικεία στα ελληνικά από τότε που το καπιτονέ αποτελεί μέρος του ειδικού λεξιλογίου των υφασμάτων και των τεχνιτών τους. Απλουστεύοντας, το σημείο του καπιτόν είναι αυτό που συναρθρώνει τα κατ’ αρχήν και κατά τα λοιπά ισοδύναμα και επ’ άπειρον αμοιβαίως αντικαταστατά σημαίνοντα σε έναν αρθρωμένο λόγο. Νομίζω ότι ο Γάλλος ψυχαναλυτής θα χαιρόταν ιδιαίτερα να μάθαινε ότι οι ράφτρες και λοιπές εργάτριες της Κοκκινιάς, και των άλλων προσφυγικών συνοικισμών, ράβοντας πουκάμισα, παντελόνια, φούστες, εσώρουχα, για γνωστούς πελάτες ή για την ανώνυμη αγορά, ταυτόχρονα συνέραψαν τις λιωμένες ανθρώπινες σχέσεις, τα θραύσματα των ζωών που είχαν διαρραγεί, και συντέλεσαν στο να ξαναπάρει μπρος η ζωή εκεί που φαινόταν να είχε παραλύσει. Το θεριό που ήρθε στην πόλη ήταν κλωστή λιωμένη, αλλά η ράφτρα είναι αυτή που χειρίζεται τη βελόνα, και τη ραπτομηχανή, που (ξανα)δένει τις κλωστές και τις κάνει ρούχο, ύφασμα, που ξαναϋφαίνει τον ιστό των ανθρώπινων σχέσεων. Όπως όπως, με όποιο μέσο βρέθηκε πρόχειρο. Αλλά μήπως έτσι δεν γίνεται πάντα στις ανθρώπινες σχέσεις;

Φυσάει χιονιάς στη ραπτομηχανή της

Ο Μάνος Ελευθερίου δεν ήταν προσφυγικής καταγωγής. Η μάνα του όμως έραβε. Δεν ξέρω υπό ποιο καθεστώς. Μπορεί απλώς για τον εαυτό της και για τους δικούς της. Ωστόσο, η δραστηριότητά της αυτή θεματοποιείται πληθωρικά σε ένα τρομερά φορτισμένο συγκινησιακά, σχεδόν χιτσκοκικό ποίημα που της αφιέρωσε ο γιος της –και καταρχάς τι πιο φορτισμένο από ένα ποίημα-ποταμό που αφιερώνει ένας γιος στη νεκρή πλέον μάνα του με το ονοματεπώνυμό της: Στην Ευδοξία Ελευθερίου; Εν προκειμένω, έναν καταιγισμό από δεκατέσσερα οκτάστιχα, μια ακόμα παραλλαγή στον αγαπημένο του τύπο στίχου: στροφές με ρίμα 1-3-5, 2-4-6, και μετά δύο ακόμα στίχους, 7-8, που ομοιοκαταληκτούν μεταξύ τους, σαν ρεφραίν για τραγούδι. Αλλά πώς θα μπορούσε κάποιος μουσικός, ένας τρίτος, να παρεμβληθεί σε αυτή την τόσο προσωπική σχέση και να ανταπεξέλθει στη φόρτισή της; Μόνο με θαύμα.

Ρούχα παλιά. Μυρίζει ναφθαλίνη.

Το μπάλωμα θυμίζει αστυνομίες,

κυνηγητά, συλλήψεις και στρυχνίνη

(…)

Τιμωρημένο δέρμα, κούφιο σώμα

περνάει από το μάτι μιας βελόνας

(…)

Σ’ ένα βουνό χρειάζεται να δέσεις

το σπίτι, το δωμάτιο να σηκώσεις.

Κουμπιά, δαντέλες, κόπιτσες. Θα πέσεις.

Θα σηκωθείς. Πεθαίνοντας με δόσεις.

Θα σηκωθείς αποκεφαλισμένη

να ράβεις, να κεντάς και πεθαμένη[3].

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι;

Ο τίτλος αυτού του ποιήματος-ποταμού μάς υπενθυμίζει μεταξύ άλλων, συνειρμικά, ότι η βελόνα μπορεί επίσης να βλέπει.

Ένας άλλος ευτυχής συνειρμός που επιτρέπει η ολίσθηση των σημαινόντων και οι περιστάσεις της τεχνολογίας αναπαραγωγής του ήχου (της εποχής εκείνης) είναι ότι η βελόνα ήταν ικανή να παραγάγει όχι μόνο οπτικά αλλά και ακουστικά ερεθίσματα.

Θέλει άλλαγμα η βελόνα,

το τραγούδι είναι βραχνό,

το παλιό γραμμόφωνό σου

παίζει άπονο σκοπό.

Σαν κουρέλι πάνω στ’ άλλο

μπαλωμένη μια ζωή,

πες μου ποιο σκοπό να βάλω

να μην κλαις τόσο πολύ.

Το παλτό σου έχει λιώσει

κι έχουν σπάσει τα κουμπιά[4].

Κόλλησε η βελόνα ήταν επί χρόνια μία στάνταρ έκφραση για να περιγράψουμε καταστάσεις επαναληπτικότητας και αποτελμάτωσης. Η παρεξήγηση μεταξύ των ανθρώπων, το ανολοκλήρωτο και το ασύμπτωτο των επιθυμιών, η «ανυπαρξία έμφυλης σχέσης» εικονογραφείται στον Ελευθερίου από μια ολόκληρη σειρά επίμονων αναφορών σε κουβάρια, κουρέλια, μπαλώματα, τήξεις, σχισίματα και σπασίματα, συνήθως με ύφος διαμαρτυρίας, ενίοτε και με παιγνιώδη τρόπο.

Τα μαύρα κοροϊδεύεις,

κι αν βάλω μπλε ζηλεύεις.

Τι θέλεις να φορέσω

μη σε στεναχωρέσω;

διατυπώνεται το σχετικό παράπονο ένα πολύ προσιτό τραγουδάκι, απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ το πρώτο τσιφτετέλι που έγραψε ο Σταύρος Κουγιουμτζής (το επόμενο ήρθε πολλά χρόνια αργότερα, και κατά σύμπτωση λεγόταν και αυτό Το κόκκινο φουστάνι μολονότι δεν ήταν σε στίχους του Ελευθερίου).

Ποιος ζηλεύει τα μπλε; Μα φυσικά αυτός που είναι με τη σειρά του το πρώτο πρόσωπο στο Το ρούχο σου το θαλασσί, και απευθύνεται σε ένα άλλο δεύτερο πρόσωπο –ενδεχομένως εκείνο που εμφανίζεται ως πρώτο στο Τα μαύρα κοροϊδεύεις– για να του υποδείξει εμμονικά να κάνει κομμάτια και να μοιράσει φυλαχτό το ανυπόφορο θαλασσί ρούχο, το οποίο επιφορτίζεται τερατολογικά με υπερφυσικές ικανότητες διάρρηξης επαγγελματικών, οικογενειακών αλλά και θρησκευτικών δεσμών: γκρέμισε ένα μαγαζί, ρήμαξε τρία σπιτικά και μιαν αρραβωνιαστικιά, και άδειασε μιαν εκκλησιά (!).

Τέλος, η αποτυχημένη συνάντηση, η μη προσέλευση του ενός εκ των δύο στο ραντεβού, μπορεί να δηλώνεται επίσης με την οργισμένη απόρριψη του μνημονικού ίχνους που αφήνει η τεχνολογία καταγραφής της εικόνας: όχι μόνο η φωνογραφία, αλλά και η φωτο-γραφία. Το κουρέλι αυτό δεν είν’ καρδιά μας/ την εικόνα σχίσε, να χαρείς. Η εικόνα αυτή που μας είναι πλέον ανυπόφορη ενώ –ή ακριβώς επειδή- υποτίθεται ότι λήφθηκε για να «απαθανατίσει» μια σημαντική στιγμή, μια στιγμή από μια ζωή η οποία μοιάζει τώρα να μην είναι δική μας μέσα στις χαρές τις δανεικές, θα μπορούσε να είναι κάλλιστα η φωτογραφία της στιγμής στο Κάτω απ’ τη μαρκίζα, από την οποία το μόνο που έχει μείνει είναι ένας ήχος, κι αυτός μουγγός· αυτό που δεν τολμούν τα χείλη.

Εκεί που πρώτα ήτανε ταμπάκικα

Ένα άλλο μέρος από τα «υπόλοιπα» του Αγίου Φεβρουαρίου διοχετεύθηκε προφανώς στο «Σεργιάνι στον κόσμο» του Βασίλη Δημητρίου. Ίσως και όχι τόσο υπόλοιπα, διότι πολλά τραγούδια έχουν πιο εμφανή σχέση με τις χαμένες πατρίδες απ’ ό,τι ο δίσκος του Μούτση (όπως είναι σαφές ήδη από κάποιους τίτλους αυτής της συλλογής: «Κυρά Μικρασιάτισσα», «Σμύρνη – Κωνσταντινούπολη»).

Σε αυτόν τον δίσκο απαντούν επίσης αναφορές στην κλωστή και τα παράγωγά της.

σχολάνε τα κλωστήρια στις εννιά

και γίνεται ο κόσμος γειτονιά,

μονολογεί ο αφηγητής/ πρωταγωνιστής στο τραγούδι «Στα ταμπάκικα», ο οποίος περιμένει –μάταια- μια κοπέλα κοντά «στο δρόμο της Αγίας Φωτεινής»[5].

Ένα άλλο τραγούδι του ίδιου δίσκου, που τραγουδά ο ίδιος τραγουδιστής –Γιάννης Μπογδάνος- δεν αναφέρεται στη Μικρά Ασία, αλλά σε ένα άλλο αγαπημένο θέμα του Ελευθερίου: την αντρική φιλία και το αλκοόλ (το πρώτο μέσω του δεύτερου). Το τραγούδι, που φέρει τον -εύγλωττο- τίτλο «Οι φιλίες του στρατού» και διαδραματίζεται και αυτό στην Κοκκινιά, (στην καμαρούλα τη μικρή), τελειώνει με τους εξής στίχους:

κι ο κόσμος γίνεται κλωστή

χωρίς κανένας να νοιαστεί.

Ο κόσμος δηλαδή γίνεται εύθραυστος, όταν κάποιος πάει να ξανασυναντήσει τον φίλο (τον εραστή;) του μετά από καιρό. Αλλά η ίδια έκφραση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σχέση ενός συγκεκριμένου ατόμου με τον κόσμο ή/ και με τον εαυτό του, όταν βρίσκεται στα όρια της διάρρηξης του νοήματος, της τρέλας: κρέμεται από μια κλωστή. Και πράγματι χρησιμοποιείται σε στίχο του Ελευθερίου και η εικόνα αυτή, πάλι σε σχέση με ένα ξανασμίξιμο δυο ανθρώπων που υπήρξαν κάποτε μαζί:

Πέρασα να σ’ επισκεφθώ,

να μην παραπονιέσαι

γιατί σε μια κλωστή μου λες

υπάρχεις και κρατιέσαι.

Ο διφυής χαρακτήρας της βελονιάς του μπαλωματή, και της μπαλωματούς, επιβεβαιώνεται διαρκώς από άλλα τραγούδια, μέρη «κύκλων τραγουδιών» ή μεμονωμένα:

πουλάκι χάρτινο, με μια κλωστή

τι μέσα, τι έξω απ’ το κλουβί,

μονολογεί ο αφηγητής σε ένα κατάπικρο, σαρκαστικό βαλσάκι, που έγραψε σε στίχους του Ελευθερίου ο ίδιος τραγουδοποιός που έφτιαξε και τον Γυρολόγο (Θέμης Ανδρεάδης). Και εδώ υπάρχει μια Μαρία, –ή μάλλον, ακριβώς, πολλές Μαρίες, δεν προσδιορίζεται πόσες-, οι οποίες αυτή τη φορά δεν τίθενται ως κάτι που θα ήταν καλύτερο, αλλά αντιθέτως ως προσωποποίηση της σήψης και της κατάπτωσης («Οδός Ελευσινίων, στο πατάρι/ σαπίζω με Κατίνες και Μαρίες» –προφανώς εργάτριες του σεξ).

Η κλωστή είναι αυτή που δένει, που φυλακίζει το χάρτινο πουλάκι, τον νεαρό άντρα που έχει φτάσει σε απόγνωση μπροστά στην εμπορευματοποίηση των ονείρων του και στην εργασία που του είναι –όπως σε όλους μας- ανυπόφορη.

Μισοτιμής πουλάω τ’ όνειρό μου

και σαν κοράκια πέφτουν οι εμπόροι.

(…)

Δουλειά σκυλίσια μέσα στο νταμάρι,

τα Σάββατα διπλές υπερωρίες …

Τελικά, όμως, υπάρχει κάτι που –υπό ορισμένες προϋποθέσεις- κρατάει τη ζωή, έστω και από μια κλωστή. Ή/ και, καθόσον είναι το ίδιο μια κλωστή, ή πολλές κλωστές –μια ύφανση. Και αυτό είναι η γραφή.

Σαν αφύλαχτες διαβάσεις

είναι αυτά που σου έχω γράψει

όσα κάποτε κρατήσαν τη ζωή σε μια κλωστή.

Κάποτε. Μερικές φορές, και αυτά που έχει γράψει κανείς κάποτε σπάζουν. Ωστόσο, οι άνθρωποι δεν παύουν να τα γράφουν. Πάντως ο Μάνος Ελευθερίου τα έγραψε. Και όλοι μας ξέρουμε ότι κράτησαν, και κρατάνε. Περισσότερο από εκείνον, ευτυχώς ή δυστυχώς. Αλλά μας δένουν μαζί του.

Image result for μάνος ελευθερίου

[1] Έχει καρφιά η υπομονή, Σταύρος Κουγιουμτζής-Γιάννης Καλατζής.

[2] Όλες αυτές τις πληροφορίες τις οφείλω στην Μαρία Σαρρή, η οποία είναι από την Κοκκινιά και δεν ήταν ποτέ ράφτρα, αλλά είναι κόρη περιστασιακής ράφτρας και εγγονή καπνεργάτριας. Προσωπικά, έχοντας γεννηθεί και ζήσει για πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, αγνοούσα τα της ιστορικής ανθρωπογεωγραφίας της Αττικής και μέχρι σχετικά πρόσφατα το δίστιχο αυτό το προσπερνούσα, χωρίς να του αποδίδω ιδιαίτερη σημασία.

[3] Το μάτι της βελόνας. Ευχαριστώ τον Βασίλη Λαμπρόπουλο που μου επισήμανε την ύπαρξη αυτού του ποιήματος.

[4] «Σαν κουρέλι», Χατζηνάσιος – Μητροπάνος 1981.

[5] Αγία Φωτεινή ήταν το όνομα της ορθόδοξης μητρόπολης στη Σμύρνη, και είναι τώρα το όνομα της αντίστοιχης σημερινής στη Νέα Σμύρνη.

κοινοποίησε το:

Περικλής Κοροβέσης, Πολιτισμική Αριστερά

 Πολιτισμική Αριστερά

Από την εφημερίδα «Εποχή» της 21 Ιανουαρίου 2007 φύλλο 848

syntaktis.jpg

Όταν μιλάμε για Αριστερά, κατά κανόνα εννοούμε τα πολιτικά σχήματα, τις συνδικαλιστικές παρατάξεις και τα ποσοστά που κερδίζονται σε όποιες εκλογές και που πάντα η απόδειξη για το πόσο καλά η ή άσχημα πάμε. Άντε να συνυπολογίσουμε και την κυκλοφορία κάποιου αριστερού, κυρίως πολιτικού εντύπου. Τι γίνεται όμως με την «Πολιτισμική Αριστερά»;. Και εδώ επειδή αυτός ο όρος κινδυνεύει να παρεξηγηθεί και να αρχίσουμε να βυζαντινολογούμε αν υπάρχει Αριστερή ή Δεξιά Τέχνη ας το ξεκαθαρίσουμε. Η τέχνη δεν κρίνεται με πολιτικά κριτήρια, και ως εκ τούτου, δεν ανήκει σε κανένα κόμμα. Και όπου η τέχνη έχει ταυτιστεί με το κόμμα, παύει να έιναι τέχνη και στρέφεται εναντίον του συνόλου της τέχνης.
Εντούτοις η Τέχνη παρεμβαίνει ενεργά στην κοινωνία. Και παρεμβαίνει σε πολλά επίπεδα. Αισθητικό, κοινωνικό, πολιτικό, ψυχολογικό και συχνά μας αλλάζει τη συνείδηση και μας κάνει να βλέπουμε τα πράγματα διαφορετικά. Έιναι αυτό που λέμε καλλιέργεια και πολιτισμός, χώροι που τουλάχιστον θεωρητικά, είναι προνομιακοί της Αριστεράς. Ποια είναι η σχέση που έχει η «Πολιτική Αριστερά» με την «Πολιτισμική Αριστερά»;. Να πάρουμε τα δυο οικία μας έντυπα την «Αυγή» και την «Εποχή». Τι χώρο διαθέτουμε για την Τέχνη και τον Πολιτισμό;. Η «Αυγή» εκτός από τα ενθέματα έχει και το ένθετο για το βιβλίο. Προσωπικά τα διαβάζω και τα δύο με μεγάλη χαρά. Αλλά τα ενθέματα, όλο και περισσότερο, είναι ένα φόρουμ, κυρίως πανεπιστημιακών, που μας κάνουν γνωστές τους τις απόψεις τους και τις θέσεις τους, αλλά αυτό δεν συμπίπτει πάντοτε με τις πολιτισμικές ανάγκες του καιρού μας. Το ένθετο για το βιβλίο, αξιέπαινη προσπάθεια, δεν έχει κριτικές πολιτικών βιβλίων. Έχουν εκδοθεί στα ελληνικά πολλά αξιόλογα βιβλία, που περισσότερο τα μαθαίνουμε από τα «Νέα» και την «Ελευθεροτυπία» και λιγότερο από την «Αυγή».


Η δική μας «Εποχή» έχει μια θαυμάσια στήλη βιβλίου, που θα έπρεπε να βρει τη θέση της, σε κάποια έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών. Τι προσφέρουμε στους αναγνώστες της «Εποχής» για την σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή. Τα Δε πολιτιστικά μας, όταν τα διαβάζουμε κάθε Κυριακή, τα ξέρουμε ήδη από τον καθημερινό Τύπο. Υπάρχει βέβαια το πρόβλημα για το ποιος θα κάνει όλα αυτά, δεδομένων των περιορισμένων δυνατοτήτων και των δύο εφημερίδων, άλλου μεγέθους βέβαια της κάθε μιας. Εγώ θα περίμενα και από τα δύο αυτά έντυπα να μαθαίνω για βιβλία, μουσικές, θέατρα κλπ που δεν ξέρω και πέρασαν ελάχιστα ή καθόλου από τον μεγάλο Τύπο.
Υπάρχουν δημιουργοί που είναι τοποθετημένοι προσωπικά στην Αριστερά. Μονάχα τις απόψεις τους να είχαμε, ή κάποια συνεργασία, τα έντυπά μας θα ήταν πλουσιότερα. Αυτούς τους θυμόμαστε μόνο στις εκλογές να τους χώσουμε σε κάποιο ψηφοδέλτιο ή να τους πάρουμε κάποια υπογραφή. Δεν είναι λιγότερο μίζερο αυτό;
Κι όμως αυτή η μιζέρια μπορεί να σπάσει, αν παρθούν πρωτοβουλίες σαν και αυτή που πήρε η «Αυγή» με την έκθεση ζωγραφικής που οργάνωσε, στο Πολιτιστικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων «Μελίνα» (Ηρακλειδών 66, απέναντι από το Γκάζι)
Με πρωτοβουλία της Λήδας Καζαντζάκη, δώδεκα νέοι εικαστικοί, θα δείχνουν τη δουλειά τους, μέχρι 28 Ιανουαρίου. Βέβαια αυτή η δουλειά έχει μια προϊστορία. Εδώ και ένα χρόνο η Λήδα παρουσιάζει στις «Αναγνώσεις» το ζωγράφο του μήνα. Την έκθεση δεν την έχω δει ακόμα και έτσι δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη.
Ξέρω όμως τις παρουσιάσεις της Λήδας στην «Αυγή» και μου έχουν υποκινήσει το ενδιαφέρον. Τέτοιες πρωτοβουλίες χρειάζονται. Θα μπορούσε να γίνει το αντίστοιχο και με τους νέους κινηματογραφιστές, συγγραφείς, θεατρικές ομάδες, χορευτικές κλπ. Αυτή τη δημιουργία που δεν περνάει από Μέγαρο Μουσικής. Τη χρειαζόμαστε και μας χρειάζονται.
Υπάρχει πάντα το πρόβλημα των λίγων δυνατοτήτων. Να το δεχτώ, αλλά για μένα δεν είναι αυτό το ουσιαστικό πρόβλημα. Αν το δούμεσαν ανάγκη, οι άνθρωποι θα βρεθούν. Όσο χάλια και να είναι μια κοινωνία, πάντα υπάρχουν άνθρωποι που δημιουργούν. Το πρόβλήμα είναι πως είμαστε ξεκομμένοι από όλα αυτά. Και πολιτική από μόνη της, χωρίς όλα τα υπόλοιπα, σημαίνει αναπαραγωγή της γραφειοκρατίας.

(Νίκος Λέκκας επί του πληκτρολογίου, αφού δεν είναι ακόμη διαθέσιμη η ηλεκτρονική έκδοση της ΕΠΟΧΗΣ) http://www.poiein.gr/

  • 1. Απάντηση από ΝΙΚΟΣ ΛΕΚΚΑΣ  αξιολόγο το άθρο του κ. Κοροβέση. Πράγματι η Εποχή είναι μακρά καλύτερη από την Αυγή σε πολλούς πάραγοντες. Η δε Αυγή σε κάποια φύλλα παρουσιάζει κάποιες εμμονές που κρατάν από τα χρόνια του ΚΚΕ Εσωτερικού. Οι καιροί έχουν αλλάξει.
    Παρά τα πενιχρά έσοδα και των δύο εφημερίδων, θα ήθελα να δω το παραπέρα. Ως Αριστερός και ως άνθρωπος που ασκεί το επάγγελμα του Πολιτιστικού συντάκτη σε διάφορα περιθωριακά έντυπα ανά καιρούς, πραγματικά θα ήθελα να δω, από όλες τις εφημερίδες με προοδευτική θεματολογία, εκτός από την μνήμη που όλοι την έχουμε ανάγκη να προβάλουν τους νέους Θεοδωράκηδες, τους νέους Ξαρχάκους, τους νέους Χειμωνάδες κτλ.
    Πράγματι η στήλη βιβλίου και των δύο εφημερίδων της Κυριακής είναι ζηλευτή, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μια και υπερτερούν από την πληθώρα των εντύπων που γεμίζουν τους πάγκους των περιπτέρων.
    Ο κ. Κοροβέσης, όμως νομίζω ότι άδικα, ξεχωρίζει τα εντύπα που ιδεολογικά ακουμπούν τον ΣΥΡΙΖΑ.
    Το επίσημο όργανο του ΚΚΕ, ο Ριζοσπάστης παρουσίαζει και αυτός πολιτιστικές σελίδες και στο κυριακάτικό του έχει και αφηγήματα. Δεν συμφωνώ με την επιλογή αλλά από το τίποτα…
    Επίσης εφημερίδες όπως το Πριν, που ανείκει στο ΝΑΡ, η Νέα Προοπτική που είναι το επίσημο όργανο του ΕΕΚ παρουσίαζουν και αυτές το δικό τους ενδιαφέρον. Η προσπάθεια είναι αξιόλογη για τα οικονομικά τους τουλάχιστον.
    Η Νέα Προοπτική (δεκαπενθήμερη εφημερίδα) φιλοξενεί στις τελευταίες σελίδες κείμενα για τα βιβλία του ποιητή Δημήτρη Κατσαγάνη και σε πολλά φύλλα τις κείμενα και αναλύσεις του γ.γ του κόμματος, κριτικού λογοτεχνίας σ. Σάββα Μιχαήλ. Όμως η εφημερίδα θάβεται. Τι να πω;
    Το πρόβλημα μου είναι εφημερίδες του τύπου Εργατική Εξουσία του Κομμουνιστικού Συνδέσμου που παρουσιάζουν μόνο έπιπεδες πολιτικές αναλύσεις και εφημερίδες όπως ο Λαϊκός Δρόμος και Προλεταριακή Σημαία που παρουσιάζουν μόνο πολιτικά βιβλία, της Μαοϊκής Σχολής.
    Ελέος! Είμαστε Αριστεροί και θέλουμε μέσα από τα δικά μας έντυπα να παρουσίαζονται Πολιτισμικές Θέσεις και Αναλύσεις.
    Ακόμα και η Διαδρομή Ελευθερίας των Αναρχικών σε κάποια φύλλα της έχει εξόχη κριτική βιβλίων. Μπράβο στα παιδιά.
    Ενα μεγάλο ευχαριστώ στον Σωτήρη Παστάκα που μου έδωσε το βήμα να σχολιάσω αυτά που χρόνια με καίνε.
    υ.σ . Οι εφημερίδες της Αριστεράς είναι πάρα πολλές και δεν μπορώ να γράψω για όλες. Ας με συγχωρέσουν οι συντρόφοι όλων των αποχρώσεων.

    στις 23-1-2007  2:00 pm

  • 2. Απάντηση από kleon

    Nικολάκη, άσε τα γλυψίματα και κάτσε και διάβασε, αν θές να μάθεις για την Αριστερά. Εκτός κι αν διαβάζεις μόνο, τις μπουρδολογίες και τις ασυναρτησίες που δημοσιεύουν διάφορα ναυάγια της Αριστεράς.

    στις 31-1-2007  10:43 am

  • 3. Απάντηση από κωστας tι να πω για τον περικλη κοροβεση?να του απονειμω τιτλους ?δεν τους εχει αναγκη..με μαθαινει να ζω στα 46 μου?ναι ..μου βγαζει τα απωθημενα μου?ναι εκεινα που δεν εχω τα αρχιδια εγω να πω .σπαει το μπετο του κατεστημενου του χαφιεδοτσουρμου ,του εθνικου κορμου.ειναι η προσωποποιημενη αντισταση στην κρατικη βια.την μονη και χειροτερη μορφη βιας,που ισοπεδωνει συνειδησεις ,με ενα ανεξηγητο στοπ.ΕΙΝΑΙ ΝΟΜΟΣ …λεει
    δεν κρυβω πως προχθες βραδυ που μιλουσε για τιυς μπατσους ετσι χαιρομουν.αντιθετα δεν ασπαζομαι την αποψη απολυτα οσο αφορα τη τρομοκρατια.ειναι η λαικη αντιδραση που τους κανει να σκεπτονται καλα πριν εφαρμοσουν τα αντιλαικα μετρα..χαιρομαι να τους βλεπω να κειτονται σαν σκυλια χτυπημενοι κουστουμαρισμενοι…ο εργατης των ναυπηγειων που εχει λειωμα το κεφαλι απο το ατυχημα ,ποις τον συλλογαται?εκει η ελλας δεν εκτειθεται διεθνως?οχι ε?ε καλα παθαινετε βρε καθικια της νομενκλατουρας του πλουτου.να νοιωθετε πισω σας την ανασα του βασανισμενου…

    στις 18-10-2007  11:47 am

κοινοποίησε το: