Αρχείο κατηγορίας Πολιτισμός -Παιδεία

Κολύμβηση στην Πρωτοβάθμια

Εφαρμογή του αντικειμένου της κολύμβησης στο πλαίσιο του μαθήματος Φυσικής Αγωγής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση σχολικού έτους 2019-2020

Η Υφυπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων κα Σοφία Ζαχαράκη υπέγραψε την με αρ. πρωτ. 146567/Δ5/20-9-2019 Εγκύκλιο, με την οποία γίνεται η έναρξη εφαρμογής του αντικειμένου της κολύμβησης στο πλαίσιο του μαθήματος Φυσικής Αγωγής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση σχολικού έτους 2019-2020.

Σύμφωνα με την Ανακοίνωση του ΥΠΑΙΘ

Σύμφωνα με την Ανακοίνωση του ΥΠΑΙΘ στόχος είναι η καθολική εφαρμογή της διδασκαλίας του αντικειμένου της κολύμβησης στη Γ΄ και όπου δύναται και στη Δ΄ τάξη των Δημοτικών σχολείων της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης της χώρας για το σχολικό έτος 2019-2020, προκειμένου τα μαθήματα να αρχίσουν έγκαιρα από το πρώτο (1ο Τρίμηνο) αυτής της χρονιάς.

Σκοπός της διδασκαλίας της κολύμβησης

Σκοπός της διδασκαλίας της κολύμβησης στους μαθητές και τις μαθήτριες στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση είναι η απόκτηση κολυμβητικής παιδείας/επάρκειας στοχεύοντας:

Στην αποφυγή του πνιγμού. Την εξοικείωση των παιδιών με το υδάτινο στοιχείο. Την απόκτηση βιωματικής γνώσης των βασικών κανόνων ασφαλείας και υγιεινής. Την ανάπτυξη της συνεργασίας και της κοινωνικότητας των μαθητών/τριών, παράγοντες οι οποίοι συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς τους.

Για την επίτευξη αυτού του σκοπού απαιτείται:

H συνέχιση της συνεργασίας με το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού –Γενική Γραμματεία Αθλητισμού.

H συνέχιση της συνεργασίας με την Κολυμβητική Ομοσπονδία Ελλάδας σε εφαρμογή του σχετικού Συμφώνου.

H αρωγή του αρμόδιου για τη δωρεάν μετακίνηση των μαθητών/τριών Υπουργείου Εσωτερικών.

H συνέχιση της συμβολής των Περιφερειών και των Δήμων της χώρας.

Τι έγινε τη σχολική χρονιά 2018-2019

Τέλος, σημειώνεται στην Ανακοίνωση του ΥΠΑΙΘ, τη σχολική χρονιά 2018-2019 στη διδασκαλία του αντικειμένου της κολύμβησης συμμετείχαν σαράντα επτά χιλιάδες μηδέν σαράντα τέσσερις (47.044) μαθητές και μαθήτριες από τρεις χιλιάδες τριακόσια τέσσερα (3.304)τμήματα χιλίων εξακοσίων εξήντα δυο (1.662) σχολικών μονάδων.

Δείτε το Έγγραφο αναλυτικά

Σκοταδιστική απόφαση του ΣτΕ για το μάθημα των θρησκευτικών

Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε, κατά πλειοψηφία, αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τις αποφάσεις Γαβρόγλου για τα προγράμματα σπουδών των θρησκευτικών – Κρίνει ακόμα πρέπει να επιδιώκεται η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές!

Σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ, αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου τις αποφάσεις Γαβρόγλου για τα προγράμματα σπουδών των θρησκευτικών – τα οποία ωστόσο ήταν αποτέλεσμα εργασίας Ειδικής Επιστημονικής Επιτροπής. Να σημειωθεί ότι τα προγράμματα σπουδών για τα θρησκευτικά ήταν αποτέλεσμα χρόνιας διαβούλευσης μεταξύ του ΙΕΠ της Πολιτείας και εκκλησιαστικών παραγόντων για τον εκσυγχρονισμό του μαθήματος.

Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με μια άκρως συντηρητική απόφαση έκρινε αντισυνταγματικές και αντίθετες στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) τις αποφάσεις του τέως υπουργού Παιδείας Κωνσταντίνου Γαβρόγλου με τις οποίες καθορίσθηκαν τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών του Δημοτικού, του Γυμνασίου και του Λυκείου.

Ειδικότερα, σύμφωνα με σημερινή ανακοίνωση του ΣτΕ, με τις υπ΄ αριθμ. 1749 – 1752/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (προεδρεύων ο αντιπρόεδρος Αθανάσιος Ράντος και εισηγήτρια η Σύμβουλος Επικρατείας Παρασκευή Μπραΐμη) ακυρώθηκαν οι 101470/Δ2/16.6.2017 και 99058/Δ2/13.6.2017 αποφάσεις του υπουργού Παιδείας.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΣτΕ που επικαλείται το ΑΠΕ – ΜΠΕ, ακυρώθηκαν οι 101470/Δ2/16.6.2017 και 99058/Δ2/13.6.2017 αποφάσεις του υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, με τις οποίες καθορίστηκαν τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών αφενός του δημοτικού και του γυμνασίου και αφετέρου του λυκείου.

Σε σχέση με τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι πρέπει να επιδιώκεται η ανάπτυξη της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και ότι το μάθημα αυτό απευθύνεται αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές. [σ.σ.: κι αυτό, ενώ το ίδιο το Σύνταγμα ορίζει ότι η «η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό (…) την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης», χωρίς ειδική αναφορά στην «ορθόδοξη»)

Σύμφωνα με το ΣτΕ, οι ετερόδοξοι, αλλόθρησκοι ή άθεοι μαθητές έχουν δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα με την υποβολή σχετικής δήλωσης, η οποία θα μπορούσε να γίνει με μόνη την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης. Η δε Πολιτεία οφείλει, εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται, να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος «ελεύθερης ώρας» (!).

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, κατά το ΣτΕ, τα επίδικα προγράμματα σπουδών, όπως προκύπτει από τους σκοπούς και το περιεχόμενό τους, δεν αποβλέπουν στην ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των ορθόδοξων μαθητών, διότι τα μεν προγράμματα του δημοτικού και του γυμνασίου δεν περιέχουν ολοκληρωμένη -και διακριτή έναντι άλλων δογμάτων και θρησκειών- διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της ορθόδοξης εκκλησίας, το δε πρόγραμμα του λυκείου είναι αποσυνδεδεμένο από τη διδασκαλία αυτή.

Αντιθέτως, δίδεται ιδιαίτερη έμφαση είτε στην προβολή στοιχείων κοινών με τη διδασκαλία άλλων δογμάτων και θρησκειών (δημοτικό-γυμνάσιο) είτε στη διδασκαλία διαφόρων ηθικών και κοινωνικών ζητημάτων, τα οποία είτε είναι αντικείμενο κυρίως άλλων μαθημάτων (δημοτικό-γυμνάσιο) είτε είναι άσχετα ή και αντίθετα με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία (λύκειο).

Τελικά, κρίθηκε ότι τα επίδικα προγράμματα σπουδών έρχονται σε αντίθεση με τα άρθρα 16 παρ.2 και 13 παρ.1 του Συντάγματος, με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και με την Αρχή της Ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, άρθρα 14 και 9 της ΕΣΔΑ).

Κώστας Γαβρόγλου: «Πίσω ολοταχώς –πολύ, όμως, πίσω» μας πάει η απόφαση του ΣτΕ για τα θρησκευτικά

«Η απόφαση του ΣτΕ Καταργεί ολόκληρη την επιστημονική, παιδαγωγική και θεολογική εξέλιξη του μαθήματος μετά το 1974», τονίζει ο πρώην υπουργός Παιδείας, επισημαίνοντας: «Το μάθημα των Θρησκευτικών, που θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι χρήσιμο και απολύτως απαραίτητο, μετατρέπεται πια επίσημα σε άκρως επικίνδυνο αναχρονισμό».

Αναλυτικά η δήλωση του Κ. Γαβρόγλου:

«Η σημερινή απόφαση του ΣτΕ για το μάθημα των Θρησκευτικών είναι αναμφισβήτητα μια ιστορική απόφαση. Καταργεί ολόκληρη την επιστημονική, παιδαγωγική και θεολογική εξέλιξη του μαθήματος μετά το 1974. Καταργεί τη συνειδητή προσπάθεια χιλιάδων Θεολόγων να κατακτήσουν στη συνείδηση των συναδέλφων τους αλλά και των μαθητών όπως και στην καθημερινή παιδαγωγική πράξη την πραγματική επιστημονική και παιδαγωγική ισοτιμία του μαθήματος των Θρησκευτικών με τα άλλα μαθήματα του ωρολογίου προγράμματος. Ακυρώνει τις προσπάθειες συννενόησης με την Εκκλησία, όπου τα νέα προγράμματα σπουδών είχαν και την αποδοχή της Ιεραρχίας.

Υπονομεύει, τέλος, την καθιέρωση μιας κουλτούρας διαλόγου ανάμεσα σε επιστημονικούς και θρησκευτικούς φορείς, με γνώμονα πάντοτε ότι την τελική εθύνη των μαθημάτων την έχει η Πολιτεία. Το μάθημα των Θρησκευτικών, σύμφωνα με την σημερινή απόφαση του ΣτΕ, δεν είναι πλέον μάθημα αλλά κατήχηση. Δεν είναι γνώση αλλά εξέταση για την πίστη των μαθητών και των γονιών τους.

Ένα μάθημα που θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι χρήσιμο και απολύτως απαραίτητο, μετατρέπεται πια επίσημα σε άκρως επικίνδυνο αναχρονισμό».

Ν. Φίλης: Οι αποφάσεις του ΣτΕ γυρίζουν την εκπαίδευση στη σκοτεινή δεκαετία του ’50

«Με βάση το σκεπτικό της απόφασης, όλα τα προγράμματα σπουδών που ίσχυαν μετά το 2000 δεν έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί, γιατί σε όλα, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η επιταγή του Συντάγματος του 1975 για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, δεν ερμηνευόταν περιοριστικά ως κατήχηση στην Ορθοδοξία», τονίζει μεταξύ άλλων σε δήλωσή του για τη σημερινή απόφαση του ΣτΕ ο τομεάρχης Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Αναλυτικά η δήλωση του Νίκου Φίλη, τομεάρχη Παιδείας και βουλευτή Α΄ Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ:

Με την απόφασή του το ΣτΕ επαναλαμβάνει την προηγούμενη σύμφωνα με την οποία το μάθημα των θρησκευτικών πρέπει να έχει κατηχητικό χαρακτήρα. Πρόκειται για απόφαση που αντίκειται στο Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Είναι περίεργο ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, που έχει επιφορτιστεί με την αρμοδιότητα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των πολιτών, να νομολογεί επί θεολογικών και παιδαγωγικών ζητημάτων, ως να ήταν Οικουμενική Σύνοδος ή Παιδαγωγικό Ινστιτούτο.

Με τα νέα Προγράμματα Σπουδών (τα επονομαζόμενα Φίλη και στη συνέχεια Γαβρόγλου), επιχειρήσαμε το μάθημα των θρησκευτικών να είναι μάθημα γνώσης και όχι πίστης, προβληματισμού και ουσιαστικής μάθησης και όχι κατήχησης και προσηλυτισμού. Αυτή η κατεύθυνση αντανακλά τη νέα κοινωνική πραγματικότητα και ανταποκρίνεται σε ένα σχολείο κοσμικό και δημοκρατικό. Γι` αυτό, άλλωστε,  τα νέα προγράμματα παρά τον πόλεμο ορισμένων κέντρων, αγκαλιάστηκαν από τη μεγάλη πλειοψηφία των εκπαιδευτικών, των μαθητών και των γονέων.

Οι αποφάσεις του ΣτΕ γυρίζουν την εκπαίδευση στη σκοτεινή δεκαετία του `50 και στο «ελληνοχριστιανικό» Σύνταγμα του 1952. Με βάση το σκεπτικό της απόφασης, όλα τα προγράμματα σπουδών που ίσχυαν μετά το 2000 δεν έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί, γιατί σε όλα, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό η επιταγή του Συντάγματος του 1975 για την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, δεν ερμηνευόταν περιοριστικά ως κατήχηση στην Ορθοδοξία.
Η νομολογία του ΣτΕ θα  δημιουργήσει αδιέξοδο στην εκπαίδευση,  προκαλεί θέματα συνείδησης και τελικώς οδηγεί τα πράγματα, ώστε, το μάθημα των θρησκευτικών, με τη μορφή της κατήχησης να γίνει προαιρετικό.

Η ίδια αυτή νομολογία,  που μεθοδεύτηκε από εκκλησιαστικούς και παρεκκλησιαστικούς παράγοντες στο χώρο της Δικαιοσύνης, έρχεται σε αντίθεση με το ώριμο κοινωνικά αίτημα, του χωρισμού και της δημοκρατικής ρύθμισης των σχέσεων Κράτους- Εκκλησίας, ιδιαίτερα στην αποκοπή του ομφάλιου λώρου ανάμεσα στην Εκκλησία και την εκπαίδευση. Αυτό το δημοκρατικό αίτημα υπηρετείται μόνο με καθαρές αρχές και όχι με αυταπάτες και τακτικισμούς.

Αλ. Χαρίτσης: Μας πάει πίσω η απόφαση του ΣτΕ για τα Θρησκευτικά

Στο ραδιόφωνο του Αθήνα 9,84 και τον δημοσιογράφο Άρη Τόλιο μίλησε ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Χαρίτσης. Στο μεταξύ, ερωτηθείς για την απόφαση του ΣτΕ περί αντισυνταγματικότητας των αποφάσεων του πρώην υπουργού Παιδείας Κ. Γαβρόγλου για τα Θρησκευτικά, ο Αλ. Χαρίτσης έκανε λόγο για «μια απόφαση που μας πάει πίσω και οδηγεί την ελληνική πολιτεία προς το παρελθόν». «Η προσπάθεια που κάναμε επί ΣΥΡΙΖΑ για να κατακτηθεί μια νέα συνείδηση για τη σύγχρονη παιδαγωγική, με επιστημονικούς όρους και παιδαγωγική ισοτιμία ακυρώνεται», είπε.

Όσο για την αλλαγή στάσης της νυν υπουργού Παιδείας, Ν. Κεραμέως περί της αναγραφής του θρησκεύματος στα απολυτήρια, έκανε λόγο για μια “σωστή απόφαση”, και παρέπεμψε στη σχετική δήλωση του Νίκου Φίλη, τομεάρχη Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Γιώργος Μπουγελέκας: Σχολική ιστορία και βαρβαρότητα

Το σχολείο ήταν ανέκαθεν ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό εργαλείο στα χέρια εκείνων που έκαναν τις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές. Ιδιαίτερα τα σχολικά εγχειρίδια απετέλεσαν το ουσιαστικότερο μέσο διάχυσης των απόψεων, από τις οποίες τα Ελληνόπουλα, σύμφωνα με τους κρατούντες, έπρεπε να εμφορούνται. Πάντα υπηρέτησαν πιστά τόσο το ιδεολόγημα της εθνικής συνέχειας και ομοιογένειας του ελληνικού έθνους όσο και την αναπόφευκτη ιεράρχηση των πολιτισμών. Για το εκπαιδευτικό μας σύστημα το έθνος μας παρέμεινε ανά τους αιώνες αναλλοίωτο και ανέπαφο.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως, όταν ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος το 1853 διατύπωσε με κατηγορηματικό τρόπο τη θεωρία της αδιάσπαστης συνέχειας του ελληνισμού στο έργο του Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, κυριαρχούσαν -ακόμη και στα σχολικά εγχειρίδια της εποχής- οι αντιλήψεις που θεωρούσαν το Βυζάντιο ως «περίοδο δουλείας για το ελληνικό έθνος». H άποψη του Παπαρρηγόπουλου ότι το Βυζάντιο δεν ήταν ένα εκφυλισμένο υπόλειμμα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, αλλά αποτελούσε αναβίωση του ελληνισμού μέσα σε νέα σχήματα, απεδείχθη ηγεμονική στην επιστημονική κοινότητα και ανθεκτική στο πέρασμα του χρόνου. Ενώ, αντίθετα, η πένα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στο βιβλίο του Οι έμποροι των Εθνών αδίστακτα χαρακτηρίζει τους Βυζαντινούς ως Ρωμαίους.

Αλλά και ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας Φαίδων Κουκουλές, στο έργο του Βυζαντινών βίος και πολιτισμός περιέγραψε την καθημερινότητα της εποχής ως εξής: «…προς μεν τον αρχαίον ασθενέστερων συνδέεται, προς τον νεώτερο αυτό τούτο εν πλείστοις συμπίπτει» (Δ. Χατζή, Το πρόσωπο του νέου Ελληνισμού, Το Ροδακιό, 2005, σ.54)

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα αντοχής της θεωρίας της συνέχειας του ελληνικού έθνους αποτελεί η κυριαρχία της μέχρι σήμερα στα σχολικά εγχειρίδια. Περιγράφει την εξέλιξη ενός έθνους και ενός πολιτισμού που περιλαμβάνει τρία στάδια: την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και το σήμερα. «Η ελληνικότητα, με την έννοια της ταυτότητας και της συνείδησης, που είναι εθνική, θρησκευτική, γλωσσική και γενικότερα πολιτισμική, περιγράφεται έμμεσα αναλλοίωτη, εφόσον γενικώς υπάρχει και επί αιώνες καταφέρνει και διατηρείται ‘ως προς όλα της τα στοιχεία’ μέχρι την επανάσταση και την ίδρυση του ελληνικού κράτους», σημειώνει το βιβλίο της ιστορίας της Γ’ γυμνασίου. (Φραγκουδάκη, 1997, σ.352). Στα βιβλία της σχολικής ιστορίας «η αξία της ομοιογένειας συμπληρώνει την αξία της διατήρησης» (Στο ίδιο, σ.353). Στα εγχειρίδια υπάρχει πλήρης απουσία αναφορών σε «εθνοτικά, θρησκευτικά, γλωσσικά και πολιτισμικά πληθυσμιακά μίγματα που χαρακτηρίζουν όλες τις αυτοκρατορίες, εξίσου τη βυζαντινή και την οθωμανική» (Στο ίδιο).

Αποκρύπτεται επιμελώς το γεγονός, ότι «Η αρχαία Ελλάδα θα γίνει γνωστή και στους Νεοέλληνες, αφού περάσει μέσα από την Αναγέννηση» (Δ. Χατζή, Το πρόσωπο του νέου Ελληνισμού, Το Ροδακιό, 2005, σ.77).

Όταν η Θεσσαλονίκη, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, εντάχθηκε στο ελληνικό κράτος, το εβραϊκό στοιχείο πλειοψηφούσε στη σύνθεση του πληθυσμού της πόλης (Φραγκουδάκη, 1997, σ. 395). Το συμβάν αποκρύπτεται, ενώ επρόκειτο για μια από τις σημαντικότερες «εβραϊκές κοινότητες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης» (Μαργαρίτης, 2005, σ.13). Η εθνική ανομοιογένεια έπρεπε με κάθε τρόπο να αποσιωπηθεί, γιατί για τα σχολικά εγχειρίδια είναι εμπόδιο στην ειρηνική επιβίωση του κράτους. Ιδεολογικό παράγωγο αυτών των απόψεων υπήρξε η Μεγάλη Ιδέα. Η μνεία της στο βιβλίο της ΣΤ’ δημοτικού «ως ανασύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας γίνεται χωρίς άλλο σχόλιο, καθώς και η αποκλειστικά θετική της παρουσίαση χωρίς καμία νύξη στις αρνητικές πλευρές της ιδεολογικής της λειτουργίας απέναντι στα λαϊκά στρώματα ή στις τρομερές ήττες του ελληνικού κράτους, στις οποίες (το) οδήγησε» (Φραγκουδάκη, 1997, σ.365). Χριστιανοί και μουσουλμάνοι ξεριζώθηκαν και «η Ελλάδα και η Τουρκία απέκτησαν έτσι ένα πλήθος χαμένων πατρίδων» (Μαργαρίτης, 2005, σ. 12). Παράλληλα, τα σχολικά εγχειρίδια υπέπεσαν σε σημαντικές αντιφάσεις. Έτσι, ενώ δηλώνεται «η οικονομική ανάπτυξη» και «η άνθιση της παιδείας», ενώ παρουσιάζεται χάρτης των ελληνικών σχολείων από τον 17ο αιώνα, από την άλλη αφήνεται να εννοηθεί ότι «η οθωμανική αυτοκρατορία εμπόδιζε γενικά την ανάπτυξη της παιδείας» (Φραγκουδάκη, 1997, σ.357), με αποτέλεσμα να υπονοείται η λειτουργία του «κρυφού σχολειού».

Η αξία του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, κατά τα εγχειρίδια, βρίσκεται στη σχέση του με τον αρχαίο, ο οποίος εμφανίζεται ως αξία μοναδική και ανεπανάληπτη, αλλά ταυτόχρονα και ως κοιτίδα του σύγχρονου πολιτισμού στους τομείς της επιστήμης, της τέχνης και των ιδεών. Αυτή η αντιμετώπιση οδηγεί σε μια σαφέστατη κατάταξη των λαών και των πολιτισμών τους σε μια ιεραρχική κλίμακα, που αποδίδει στη δυτική Ευρώπη την πρώτη θέση, ενώ μέσω αυτής της κατάταξης ο ελληνικός πολιτισμός, ως πηγή του ευρωπαϊκού, βρίσκεται στο πιο ψηλό σκαλί του βάθρου των πολιτισμών του κόσμου. Αυτή η παρουσίαση του ελληνικού έθνους και του ελληνικού πολιτισμού δεν είναι άμοιρη επιπτώσεων, τόσο στους αλλοεθνείς όσο και στους Έλληνες μαθητές.

Η εικόνα των άλλων εθνών, όπως διαμορφώνεται από τα σχολικά βιβλία, «είναι κατοπτρική εικόνα του εθνικού εαυτού» (Στο ίδιο, σ. 395). Δηλαδή, ο τρόπος που βλέπουμε τον εαυτό μας είναι αποφασιστικής σημασίας για τον τρόπο που βλέπουμε, αξιολογούμε και κρίνουμε τους «άλλους». Αυτή η αντίληψη θεωρεί και τα άλλα έθνη ως «φυσικά» διακριτές και ομοιόμορφες εσωτερικά ομάδες, ενώ παράλληλα αρνείται κάθε αλληλεπίδραση, που είναι βασικό χαρακτηριστικό της εξέλιξης. Αγνοεί πως ακόμα και αυτή η «ποικιλομορφία των πολιτισμών[…] δεν οφείλεται τόσο στην απομόνωση των ομάδων όσο στις σχέσεις που τις ενώνουν» (Levi-Strauss, 2003, σ. 37). Το αποτέλεσμα των περιεχομένων των εγχειριδίων και της διδασκαλίας, που τα συνοδεύει στις σχολικές τάξεις, είναι η περιθωριοποίηση και ο αποκλεισμός όσων δεν ταυτίζονται με το αμιγές εθνικό πρότυπο, ακριβώς λόγω της «διαφοράς» τους. Τα παιδιά των μεταναστών, των μειονοτήτων, των «ξένων» θεωρούνται απολύτως ομοιόμορφοι φορείς του δικού τους πολιτισμού. Έτσι, παραβλέπονται οι εσωτερικές -ταξικές, φυλετικές και πολιτισμικές- διαφοροποιήσεις μέσα στα πλαίσια των διαφόρων μειονοτήτων. Απολυτοποιούνται και παγιώνονται όλες οι εθνικές διαφορές και παραγνωρίζεται ο δυναμικός χαρακτήρας της όποιας ταυτότητας -επομένως και της εθνικής- που της δίνει τη δυνατότητα της διαρκούς διαπραγμάτευσης και επανεξέτασης των στοιχείων που τη συγκροτούν. Διαφοροποιήσεις και επαναδιαπραγματεύσεις που -σε πείσμα των εγχειριδίων- πραγματοποιούνται αενάως μέσα στο επίσης μεταβαλλόμενο ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Από την άλλη μεριά, η εικόνα που εισπράττουν τα ελληνόπουλα για το έθνος τους μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια διαμορφώνεται από ανακριβείς και αντιφατικές πληροφορίες. Μαθαίνουν ότι οι σχέσεις του ελληνικού έθνους με τους εθνικούς άλλους ήταν πάντα συγκρουσιακές και ότι απ’ αυτούς τίποτα θετικό δεν αξίζει να αντλήσουμε. Το μόνο καθήκον που έχουμε απέναντί τους είναι να αμυνθούμε. Διαμορφώνουν την άποψη ότι οι Έλληνες δεν έχουν -ή τουλάχιστον δεν πρέπει να έχουν- κοινωνικές, θρησκευτικές, φυλετικές ή ακόμα και ταξικές διαφορές. Σύμφωνα με τα εγχειρίδια όποτε συνέβη κάτι τέτοιο το έθνος ζημιώθηκε. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να μη καλλιεργείται η ιστορική κριτική σκέψη. Να εμποδίζονται να συνειδητοποιήσουν ότι η ιστορία είναι διαρκής ανασύνθεση του παρελθόντος. Να αδυνατούν να αντιληφθούν θετικά τις ομοιότητες, αλλά και τις διαφορές με τους γειτονικούς κυρίως λαούς. (Φραγκουδάκη, 1997, σ. 400). Συμπερασματικά, ο Κλωντ Λέβι Στρως υποστηρίζει πως η τάση να απορρίπτουμε ό,τι δεν ταυτίζεται με αυτά που ταυτιζόμαστε έχει γερά ψυχολογικά θεμέλια. Μας θυμίζει πως «η αρχαιότητα συνέχεε στο ίδιο όνομα ‘βάρβαρος’ ό,τι δεν μετείχε στον ελληνικό (και κατόπιν ελληνορωμαϊκό) πολιτισμό». Σημειώνει πως «η ανθρωπότητα» συνηθίζει πολλές φορές να «σταματά στα όρια της φυλής, της γλωσσικής ομάδας, μερικές φορές ακόμα και του χωριού» και καταλήγει με καυστικότητα: «βάρβαρος είναι πρώτα πρώτα ο άνθρωπος που πιστεύει στη βαρβαρότητα» (Levi-Strauss, 2003, σ. 40).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ Γ., Τσάμηδες-Εβραίοι, ανεπιθύμητοι συμπατριώτες. Στοιχεία για την καταστροφή των μειονοτήτων της Ελλάδας, Βιβλιόραμα, 2005.
ΦΡΑΓΚΟΥΔΑΚΗ ΑΝΝΑ-ΘΑΛΕΙΑ ΔΡΑΓΩΝΑ, “Τι είν’ η πατρίδα μας;” Εθνοκεντρισμός στην Εκπαίδευση, Αλεξάνδρεια, 1997.
ΧΑΤΖΗΣ Δ., Το πρόσωπο του Νέου Ελληνισμού, Το Ροδακιό, 2005.

LEVI-STRAUSS C., Φυλή και Ιστορία. Φυλή και πολιτισμός, , Πατάκη, 2003.

Ο Γιώργος Μπουγελέκας είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: Η Αυγή

Νίκος Φίλης: Απλές σκέψεις για το μάθημα της ιστορίας

Ο Νίκος Φίλης είναι βουλευτής Α’ Αθηνών του ΣΥΡΙΖΑ και πρ. υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων

Η διδασκαλία του μαθήματος της ιστορίας έχει τροφοδοτήσει παρεμβάσεις, συνήθως λογοκριτικού χαρακτήρα, ως και στην περίοδο της ύστερης Μεταπολίτευσης. Η αρνητική παράδοση φαίνεται να συνεχίζεται. Μετά τη δήλωση της υπουργού Παιδείας κας Νίκης Κεραμέως ότι στο σχολείο θα έχουν ρόλο οι «ιεροδιδάσκαλοι» η υπουργός προχώρησε σε άλλη μια προαναγγελία, αυτή τη φορά για το μάθημα ιστορίας.

Σε συνέντευξή της, σε ερώτηση «τι θα ξηλωθεί στην εκπαίδευση» απάντησε: «Για ξήλωμα εννοείτε… ένα από τα άμεσα για παράδειγμα (που) μας απασχολεί είναι τα μαθήματα της ιστορίας. Για μας η ιστορία δεν πρέπει να έχει κοινωνιολογικό χαρακτήρα αλλά χαρακτήρα διαμόρφωσης εθνικής συνείδησης». Ξήλωμα λοιπόν του… «κοινωνιολογικού» χαρακτήρα της ιστορίας στα σχολεία μας, έτσι, στο πόδι. Δεν το συμπεριέλαβε καν στα ζητήματα που απαιτούν προετοιμασία.

Να υπενθυμίσουμε ότι σε μια άλλη περίπτωση, στη διαμάχη για το βιβλίο ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού (επικεφαλής της ομάδας συγγραφέων η Μ. Ρεπούση), η τότε υπουργός Παιδείας κα Μαριέττα Γιαννάκου είχε αποφύγει να υποταχθεί στην απαίτηση να αποσυρθεί το βιβλίο και είχε προκρίνει την επιστημονική συζήτηση. Δεν διανοήθηκε να… το «ξηλώσει αμέσως»!

Οι εποχές, βέβαια, αλλάζουν. Και η σημερινή ΝΔ, μέσα στη γενικότερη εθνικιστική αναδίπλωση που απειλεί την Ευρωπαϊκή Ένωση, συντάσσεται με αντιλήψεις και μεθοδολογίες που αντανακλούν αναχρονιστικά και αντιδημοκρατικά στερεότυπα. Τι νόημα έχει η αντιπαράθεση ανάμεσα στην «εθνική συνείδηση» και την «κοινωνιολογία»; Δηλαδή ανάμεσα στο έθνος και την κοινωνία; Ακούγεται ως μακρινός απόηχος της ιδεολογίας της μεταπολεμικής εθνικοφροσύνης, σύμφωνα με την οποία το Έθνος εκπροσωπεί μια υψηλή και ευγενή ιδέα, ενώ ο λαός είναι «απλώς» μια πραγματικότητα και μπορεί, παρασυρόμενος, να επιμολύνει την καθαρότητα της ιδέας του Έθνους.

Προφανώς το μάθημα της ιστορίας στα σχολεία μας δεν έχει κανένα «κοινωνιολογικό» χαρακτήρα, που να έρχεται σε αντίθεση με τη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης. Δεν διδάσκουν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές τα παιδιά μας πώς να γίνουν «μισό»-Έλληνες!

Χρειάζεται όμως αναμόρφωση το μάθημα της ιστορίας ώστε να γίνει σύγχρονο και ελκυστικό για τα παιδιά. Το 2016, στη διάρκεια της θητείας μου στο υπουργείο Παιδείας, όρισα επιστημονική επιτροπή υπό την προεδρία του πανεπιστημιακού – ιστορικού Πολυμέρη Βόγλη (ο οποίος είχε συμμετάσχει στην ανάλογη ομάδα που είχε συσταθεί επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου, χωρίς όμως τότε να καταλήξει σε πόρισμα), απαρτιζόμενη από πανεπιστημιακούς, εκπαιδευτικούς και ερευνητές, με αδιαμφισβήτητη αναγνώριση του έργου τους εντός της επιστημονικής κοινότητας, με εντολή να εισηγηθούν νέα προγράμματα σπουδών. Μετά από επίπονη δουλειά και δημόσια διαβούλευση, η επιτροπή διαμόρφωσε τα πολυσέλιδα (περισσότερες από 400 σελίδες) πορίσματά της τα οποία δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης τον Νοέμβριο 2018, το Μάρτιο 2019 και τον Ιούνιο 2019. Αποτελούν δηλαδή απόφαση – δέσμευση του κράτους.

Το υπουργείο Παιδείας οφείλει τώρα να προχωρήσει στην προκήρυξη για τη συγγραφή νέων σχολικών βιβλίων καθώς και στην οργάνωση της επιμόρφωσης των καθηγητών. Αυτό, δηλαδή, που κάναμε με τα νέα προγράμματα των θρησκευτικών, επιτυγχάνοντας, παρά τις κραυγές και τις μεθοδεύσεις, να έχουν σήμερα αγκαλιαστεί από τη μεγάλη πλειοψηφία των εκπαιδευτικών, των μαθητών και των γονιών. Προφανώς η κα Κεραμέως, δεν θέλει να εφαρμόσει τα νέα προγράμματα ιστορίας, αγνοεί το κατά νόμο αρμόδιο όργανο (Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής) ούτε οργανώνει επιστημονικό διάλογο. Υπεξαιρεί τον τίτλο του ιστορικού και του παιδαγωγού. Κάνει ραδιοφωνικά διαγγέλματα για ξηλώματα -και προφανώς θα ακολουθήσουν τα μπαλώματα.

Στο προοίμιο των νέων προγραμμάτων σπουδών τονίζεται ότι «η διδασκαλία της ιστορίας έχει ως κύριο στόχο να καλλιεργήσει μια πλουραλιστική και ανεκτική εθνική ταυτότητα, η οποία θα είναι απαλλαγμένη από μισαλλοδοξία και ξενοφοβία. Αυτό συνδυάζεται με την καλλιέργεια της δημοκρατικής συνείδησης και την καλλιέργεια ανθρωπιστικών αξιών». Και αυτό επιτυγχάνεται «με την καλλιέργεια της ιστορικής σκέψης που πρωτίστως είναι κριτική σκέψη, δηλαδή, μακριά από τη δογματική μοναδικότητα της ιστορικής αλήθειας».

Μια τέτοια θεώρηση του μαθήματος ιστορίας προφανώς και δεν επιμένει στη συρρίκνωση της ιστορικής αφήγησης στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα όπως συνήθως γίνεται με συμβατικό τρόπο. Αντιθέτως επιδιώκει την ανάπτυξη ενδιαφέροντος για παιδεία όπως η κοινωνική και η πολιτισμική ιστορία, η δημογραφία, η ιστορία των θεσμών και των ιδεών, η ιστορία της τέχνης, η ιστορία του περιβάλλοντος και του κλίματος, η ιστορία της καθημερινής ζωής των ανθρώπων κλπ.

Κινδυνεύει η εθνική συνείδηση των παιδιών από τη μελέτη όλων των πτυχών της κοινωνικής εξέλιξης; Απειλείται η εθνική συνείδηση από τη μελέτη των διαφόρων πολιτισμών και τη συνεισφορά τους στο παγκόσμιο πολιτισμό; Χτίζεται η εθνική συνείδηση μόνο με μάχες και βασιλιάδες; Ο ρόλος του ατόμου και της ομάδας, οι τάξεις, τα φύλα, οι κοινωνικές αντιθέσεις και οι ιδεολογίες, είναι δυνατό να χαρακτηρίζονται υποτιμητικά «κοινωνιολογία» και να παραγνωρίζεται η συμβολή τους στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης; Ή γονιμοποιούν τους μαθητές με την αίσθηση της κοινότητας; Ποιοι είναι, μέσα σε ποιο περιβάλλον ζουν, τι κοινό και τι διαφορετικό έχουν με ανθρώπους που έζησαν κάποτε στον ίδιο τόπο ή συναποτελούν μαζί τους σήμερα το κοινωνικό υποκείμενο. Τι σημαίνει να είσαι Έλληνας σε μια ανεξάρτητη και δημοκρατική κοινότητα, πώς φτάσαμε εδώ, με ποια άλματα και ποια πισωγυρίσματα, με ποιες νίκες και ποιες ήττες.

Τα νέα προγράμματα ιστορίας συνδυάζονται με νέες μορφές συμμετοχικής διδασκαλίας, που ενθαρρύνουν την βιωματική και διαθεματική κατανόηση και έρευνα του παρελθόντος, όπως είναι η οικογενειακή και τοπική ιστορία. Προφανώς μια τέτοια σύνθετη (όχι μονολιθική και ανιστορική) προσέγγιση της έννοιας του Έθνους, που είναι πιο κοντά στις καθημερινές εμπειρίες των παιδιών και του απλού πολίτη, ενοχλεί.

Η βιαστική ανακίνηση θέματος ιστορίας από την υπουργό, επιβεβαιώνει ότι η ΝΔ διαμορφώνει μια υβριδική ταυτότητα, τη νεοφιλελεύθερη νεοεθνικοφροσύνη, προσπαθώντας να συγκαλύψει θετικές, έστω εξ ανάγκης, επανατοποθετήσεις στο θέμα του Μακεδονικού, να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από τα ουσιώδη προβλήματα της εκπαίδευσης και να δημιουργήσει μια συντηρητική εικόνα για το μέλλον της χώρας σε μια περίοδο που βγαίνουμε σιγά σιγά από την κρίση και έχουμε ανάγκη από ένα νέο όραμα με εξωστρέφεια, δημοκρατία και μια νέα εθνική αυτοπεποίθηση.

Πηγή: Η Αυγή

Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου

UMBERTO ECO – ΜΕ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΒΟΥΡΑ – ΘΕΡΜΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΚΑΙ ΛΑΪΚΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΜΜΕ


Στην πορεία της πρόσφατης πολεμικής γύρω από της επιθέσεις του στους Γερμανούς, ο υφυπουργός Στέφανι προέβαλε, σαν απόδειξη των καλών προθέσεών του, το γεγονός ότι η πρώτη γυναίκα του ήταν Γερμανίδα. Αδύναμο επιχείρημα, στ’ αλήθεια: αν ήταν η τωρινή του γυναίκα, κάτι πάει κι έρχεται, αλλά, αφού ήταν η πρώτη (την οποία προφανώς παράτησε ή τον παράτησε), αυτό είναι προφανώς ένδειξη ότι ποτέ του δεν κατάφερε να τα πάει καλά με τους Γερμανούς.

Το επιχείρημα της συζύγου είναι πολύ σαθρό: αν θυμάμαι καλά, ο Σελίν είχε μια εβραία σύζυγο, ο Μουσολίνι είχε για πολύ καιρό μια εβραία ερωμένη, αλλ’ αυτό δεν εμπόδισε κανέναν απ’ τους δυο, έστω και με διαφορετικούς τρόπους, να έχουν σαφέστατα αντισημιτικά συναισθήματα.

Υπάρχει μια έκφραση που, ιδίως στην Αμερική, έχει γίνει παροιμιώδης: «Some of my best friends» («Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου»)… Όποιος αρχίζει έτσι για να ισχυριστεί ότι μερικοί από τους καλύτερους φίλους του είναι εβραίοι (πράγμα που μπορεί να συμβεί στον καθένα) συνήθως συνεχίζει με ένα «αλλά» ή ένα «κι όμως» και αμέσως εξαπολύει έναν αντισημιτικό φιλιππικό. Στη δεκαετία του 70, ανέβηκε στη Νέα Υόρκη μια κωμωδία για τον αντισημιτισμό με αυτόν ακριβώς τον τίτλο Some of my best friends. Όποιος ξεκινάει έτσι παίρνει αμέσως τη σφραγίδα του αντισημίτη – τόσο που κάποτε, χάριν παραδοξότητας, αποφάσισα ότι για να αρχίσω μια αντιρατσιστική ομιλία, έπρεπε να ξεκινήσω ως εξής: «Μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι αντισημίτες…»

To Some of my best friends αντιπροσωπεύει ένα παράδειγμα αυτού που στην κλασική ρητορική ονομαζόταν concessio ή παραχώρηση: αρχίζουμε μιλώντας καλά για τον αντίπαλο και δείχνοντας ότι συμμεριζόμαστε μια από τις  απόψεις του, κι έπειτα περνάμε στο καταστροφικό μέρος. Αν ξεκινούσα μια επιχειρηματολογία με το «μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι Σικελοί», είναι βέβαιος ότι βάζω υποψηφιότητα για το Βραβείο Μπόσι.

Aς επισημάνουμε επί τροχάδην ότι, έστω κι αν είναι πιο σπάνιο, λειτουργεί εξίσου καλά και το αντίθετο τέχνασμα: δεν μπορώ να θυμηθώ αν έχω αγαπημένους φίλους στο Τέρμολι Ιμερέζε, στην Καμπέρα και στο Νταρ-ες-Σαλάμ (και είναι μάλλον εντελώς τυχαίο), αλλά αν ξεκινήσω μια ομιλία λέγοντας «δεν έχω φίλους στην Καμπέρα», κατά πάσα πιθανότητα αυτό που επακολουθεί είναι ένας ασυγκράτητος ύμνος για την αυστραλιανή πρωτεύουσα.

θα ήταν διαφορετική μια πολιτική επιχειρηματολογία, βάσει της οποίας, ας υποθέσουμε, ξεκινάμε αποδεικνύοντας με στατιστικά στοιχεία ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών ανατίθεται στον Μπους και η μεγάλη πλειοψηφία των Ισραηλινών ανατίθεται στον Σαρόν, και στη συνέχεια περνάμε στην κριτική αυτών των δύο κυβερνήσεων. Αλλά το μεμονωμένο παράδειγμα δεν αρκεί· δεν αρκεί να παραθέσουμε τον Άμος Οζ για το Ισραήλ και τη Σούζαν Σόνταγκ για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στη ρητορική, αυτό ονομάζεται exemplum και έχει ψυχολογική αξία, αλλά όχι αξία επιχειρήματος. Δηλαδή η αναφορά στο συγκεκριμένο, είτε πρόκειται για τη Σόνταγκ είτε για μερικούς από τους καλύτερους φίλους μου, δεν έχει τη δυνατότητα να στηρίξει γενικά συμπεράσματα. Το γεγονός ότι μου έκλεψαν κάποτε το πορτοφόλι στο Άμστερνταμ δεν μου δίνει το δικαίωμα να συμπεράνω ότι όλοι οι Ολλανδοί είναι κλέφτες (πράγματι, τέτοιου είδους συμπεράσματα βγάζει μόνο ένας ρατσιστής), παρ’ ότι είναι ακόμα πιο μεγάλο αμάρτημα να επιχειρηματολογείς ξεκινώντας απευθείας από το γενικό (όλοι οι Σκωτσέζοι είναι τσιγκούνηδες, όλοι οι Κορεάτες βρομούν σκόρδο), κάνοντας το πολύ πολύ μια υποχώρηση ότι, όλως παραδόξως, όλοι οι Σκωτσέζοι που γνώρισα πάντα με κέρασαν απλόχερα τα ποτά μου και μερικοί από τους καλύτερους  κορεάτες φίλους μου μυρίζουν μόνο ακριβά και ραφινάτα άφτερ σέιβ.

Οι ακροβασίες πάνω στο γενικό είναι πάντοτε επικίνδυνες και απόδειξη είναι το παράδοξο του Επιμενίδη από την Κρήτη που ισχυριζόταν ότι όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες. Προφανώς, αν αυτό το λέει ένας Κρητικός, εξ ορισμού ψεύτης, τότε είναι ψέμα ότι οι Κρητικοί είναι ψεύτες· αλλά, αν κατά συνέπεια οι Κρητικοί είναι ειλικρινείς, τότε ο Επιμενίδης έλεγε αλήθεια ισχυριζόμενος ότι όλοι οι Κρητικοί είναι ψεύτες. Και ούτω καθεξής επ’ άπειρον. Στην παγίδα αυτή, έπεσε και ο Απόστολος Παύλος που ισχυρίστηκε ότι πράγματι οι Κρητικοί ήταν ψεύτες, αφού το παραδεχόταν ακόμα και ένας απ’ αυτούς.

Αυτά είναι αστειάκια ενός σεμιναρίου λογικής ή ρητορικής, αλλά αυτό που βγαίνει σαν συμπέρασμα είναι ότι πρέπει να είμαστε καχύποπτοι κάθε φορά που ακούμε κάποιον να ξεκινάει με μια παραχώρηση. Και στη συνέχεια, θα ήταν ενδιαφέρον, ιδίως στην εποχή μας, να αναλύσουμε τις διάφορες μορφές παραχώρησης που ακούγονται στον πολιτικό στίβο, όπως οι διακηρύξεις σεβασμού (εν γένει) για τη δικαστική εξουσία, η αναγνώριση της εργατικότητας πολλών εξωκοινοτικών, ο θαυμασμός για τον μεγάλο πολιτισμό των Αράβων, οι εκφράσεις βαθύτατης εκτίμησης στο πρόσωπο του προέδρου της Δημοκρατίας και ούτω καθεξής.

Αν κάποιος ξεκινάει με μια παραχώρηση, προσέξτε τι θα επακολουθήσει. Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

[I’espresso, Αύγουστος 2003.]

***

Umberto Eco – Με το βήμα του κάβουρα – Θερμοί πόλεμοι και λαϊκισμός των ΜΜΕ . Μετάφραση: Έφη Καλλιφατίδη .Ελληνικά Γράμματα, 2006

Αντικλείδι , https://antikleidi.com

Ουμπέρτο Έκο: Κατασκευάζοντας τον εχθρο

Ο Σαρτρ, με το θεατρικό κείμενο «Κεκλεισμένων των Θυρών» περιγράφει το ίδιο πεδίο διαπραγμάτευσης με αυτό το κείμενο του Ουμπέρτο Έκο ” Κατασκευάζοντας τον εχθρό” . Πόσο πολύ πρόθυμα βρίσκουμε αυτόν τον Άλλον .Δηλαδή πως βρίσκουμε τον Ζακ , τον μετανάστη, τον αγραβάτωτο ή και τον άθεο της διπλανής πόρτας – τόσο ανυπόφορο επειδή δεν είναι όπως εμείς. Αναγορεύοντας τον σε εχθρό, φτιάχνουμε την κόλασή κατά τον Σαρτρ πάνω στη γη. Αναρωτιέμαι όμως μήπως όλες αυτές οι προσεγγίσεις αξιοποιούνται ώστε να φτιάχνονται και νέες πρακτικές εφαρμοσμένης βιοπολιτικής στην πολιτική αντιπαράθεση συνειδητά. Παραθέτω τη δημοσίευση του Δημήτρη Καμπουράκη από το liberal.gr στις 19 ΙΟΥΛΙΟΥ 2019 για να γίνω κατανοητός . ” ….Ένα πάντως δεν είδαμε: Την παλιά βιτριολική τοξικότητα που πλανιόταν σαν δηλητηριώδες αέριο πάνω απ’ την Βουλή. Αυτό, να με συμπαθάτε, αλλά είναι κέρδος. Εκείνα τα παλιά σμιχτά φρύδια της προηγούμενης Βουλής, αυτά τα βλέμματα γεμάτα σκοτεινές απειλές, αυτό το δήθεν επαναστατικό αγραβάτωτο που καταλάμβανε τα έδρανα, ήταν ένα πακέτο πραγματικά ανυπόφορο….” Οι «βάρβαροι είναι μια κάποια λύσις»


Πρόλογος στην ελληνική έκδοση ………………………………….. 9
Εισαγωγή ……………………………………………………………………….
19
Κατασκευάζοντας τον εχθρό …………………………………………. 23
Απόλυτο και σχετικό ……………………………………………………… 56
Η φλόγα είναι ωραία ……………………………………………………… 90
Θαυμάζοντας θησαυρούς ………………………………………………. 125
Ξινισμένες απολαύσεις ………………………………………………….. 142
Έμβρυα εκτός παραδείσου …………………………………………….. 159
Το Gruppo 63, σαράντα χρόνια μετά …………………………….. 172
Hugo, Hélas! Η ποιητική της υπερβολής ……………………….. 211
Veline και σιωπή ……………………………………………………………. 255
Φανταστικές αστρονομίες ……………………………………………… 266
Στη Ρώμη όπως οι Ρωμαίοι …………………………………………….. 308
Είμαι ο Εντμόν Νταντές! ……………………………………………….. 320
Ο Οδυσσέας μας έλειπε… ……………………………………………… 341
Γιατί το νησί δεν ανακαλύπτεται ποτέ ……………………………. 353
Σκέψεις για το Wikileaks ……………………………………………….. 389


Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια ομιλία που εκφώνησε ο Εκο στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνιας, στις 15 Μαΐου 2008:

Συνέχεια ανάγνωσης Ουμπέρτο Έκο: Κατασκευάζοντας τον εχθρο