Γκέτεμποργκ: Πρόταση Αλ. Τσίπρα για ευρωπαϊκή πολιτιστική Ολυμπιάδα ανά δύο χρόνια

Tη σημασία που έχει το γεγονός ότι η συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης ξεκίνησε με τα ζητήματα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού, σημείωσε ο Αλέξης Τσίπρας, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, κατά τη συζήτηση που διεξήχθη στο πλαίσιο του γεύματος εργασίας των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων που ακολούθησε μετά την ολοκλήρωση της Κοινωνικής Συνόδου του Γκέτεμποργκ.

Στο γεύμα με αντικείμενο ζητήματα εκπαίδευσης και πολιτισμού, ο πρωθυπουργός παρατήρησε ότι δεν αρκούν οι υπάρχοντες ευρωπαϊκοί πολιτιστικοί θεσμοί (Πολιτιστική Πρωτεύουσα, Eurovision, αθλητικές διοργανώσεις) και, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, στην κατεύθυνση της ανάπτυξης νέων κοινών πολιτιστικών θεσμών, κατέθεσε ως ιδέα τη δημιουργία ευρωπαϊκής πολιτιστικής Ολυμπιάδας, όπου κάθε δύο χρόνια τα κράτη-μέλη θα παρουσιάζουν τον σύγχρονο πολιτισμό και τις τέχνες τους (θέατρο, χορό, μουσική κα.) Continue reading “Γκέτεμποργκ: Πρόταση Αλ. Τσίπρα για ευρωπαϊκή πολιτιστική Ολυμπιάδα ανά δύο χρόνια”

«Μπ. Μπρεχτ αυτός ο σύγχρονός μας»: Εκδήλωση της «Θεσσαλονίκη-Ανοιχτή Πόλη» στο Βαφοπούλειο :: left.gr

«Μπ. Μπρεχτ αυτός ο σύγχρονός μας»: Εκδήλωση της «Θεσσαλονίκη-Ανοιχτή Πόλη» στο Βαφοπούλειο Η Δημοτική Κίνηση «Θεσσαλονίκη-Ανοιχτή Πόλη» διοργανώνει πολιτιστική εκδήλωση – αφιέρωμα στον Μπέρτολτ Μπρεχτ, «έναν Ευρωπαίο ανταφασίστα διανοούμενο επίκαιρο σήμερα στην Ευρώπη της ξενοφοβίας, του ρατσισμού και της φυλετικής μισαλλοδοξίας» afisa_ekdilosi_ap_gia_mpreht.jpg Facebook Twitter Η Δημοτική Κίνηση «Θεσσαλονίκη-Ανοιχτή Πόλη» διοργανώνει πολιτιστική εκδήλωση – αφιέρωμα στον Μπέρτολτ Μπρεχτ. Έναν Ευρω

Πηγή: «Μπ. Μπρεχτ αυτός ο σύγχρονός μας»: Εκδήλωση της «Θεσσαλονίκη-Ανοιχτή Πόλη» στο Βαφοπούλειο :: left.gr

Ομιλία της Ασλί Ερντογάν 9/11/17 στις 7 μ.μ. στο Μέγαρο: «Η γραφή ως αντίσταση και ανάσταση»

Πηγή: Ομιλία της Ασλί Ερντογάν

στις 7 μ.μ. στο Μέγαρο: «Η γραφή ως αντίσταση και ανάσταση» :: left.gr 

Κράτα το

To Festival Μηδέν στην ET3 – Kalamata Journal

Πηγή: To Festival Μηδέν στην ET3 – Kalamata Journal

ΚΥΡΙΑΚΗ 
Στην εκπομπή “Εναλλακτικά Art-ο-ποιήματα” της ΕΤ3, που θα προβληθεί την Κυριακή 5 Νοεμβρίου, φιλοξενείται η ομάδα του πρωτοποριακού Festival Μηδέν, το οποίο έχει ως έδρα την Καλαμάτα…

Οι Γιούλα Παπαδοπούλου, Μαργαρίτα Σταυράκη και Σταύρος Καπέτης μιλούν για τη βιντεοτέχνη και το φεστιβάλ που ξεκίνησε πριν από λίγα χρόνια στη μεσσηνιακή πρωτεύουσα ενώ σήμερα έχει καταφέρει να αποκτήσει διεθνή εμβέλεια, με συμμετοχές σε σημαντικά φεστιβάλ video art ανά τον κόσμο.

Η εκπομπή θα προβληθεί στις 8.00 το βράδυ.

“Πώς είστε κυρίες και κύριοι; Ονομάζομαι Άλφρεντ Χίτσκοκ.”

“Πώς είστε κυρίες και κύριοι; Ονομάζομαι Άλφρεντ Χίτσκοκ.”

13 Αυγούστου του 1899

Χίτσκοκ

Σε ένα μικρό σπίτι στο Leytonstone (πατρίδα του Ντέιβιντ Μπέκαμ και των Iron Maiden) του ανατολικού Λονδίνου, ο μανάβης και έμπορος πουλερικών Ουίλλιαμ και η σύζυγός του Έμμα Τζέιν αποκτούν το τρίτο και τελευταίο τους τέκνο. Το στρουμπουλό νεογέννητο θα πάρει αργότερα το όνομα του αδερφού του πατέρα του – Αλφρεντ…

Στον μικρό Alfred δόθηκε αυστηρή ρωμαιοκαθολική ανατροφή και εκπαίδευση. Αφού έκανε ένα σύντομο πέρασμα από το Salesian College κατέληξε στο Ιησουίτικο St Ignatius’ College του Stamford Hill. Τα παιδικά του χρόνια, όπως συνήθιζε να τα περιγράφει, δεν ήταν ούτε ευτυχισμένα ούτε συνηθισμένα. Πώς θα μπορούσαν άλλως τε;!

Τα περισσότερα παιδιά δεν τον αποδέχονταν και τον κορόιδευαν για την παχυσαρκία του. Έτσι, ο ίδιος απομονώθηκε αρκετά ενώ οι γονείς τους τον περιόριζαν πολύ. Ήτανε περίπου πέντε ετών, όταν ο πατέρας του τον έστειλε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής με ένα σημείωμα προς τον αξιωματικό υπηρεσίας, ζητώντας του να τον κλειδώσει στο κρατητήριο για πέντε λεπτά, θέλοντας να τον τιμωρήσει για κάποια σκανταλιά του.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε όμως στον Άλφρεντ έναν διαρκή φόβο προς τους αστυνομικούς που δεν τον ξεπέρασε ποτέ. Από εκεί προέρχονται και τα συχνά θέματα αδίκως κυνηγημένων χαρακτήρων που αντιμετωπίζουν ένα σκληρό κυνήγι από τις Αρχές.

Ο πατέρας του πέθανε, όταν εκείνος ήταν δεκαπέντε ετών. Τότε άφησε το κολέγιο, για να πάει να σπουδάσει Ναυπηγική και Ναυτική Μηχανολογία. Στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κρίθηκε ακατάλληλος για να σταλεί στο πεδίο της μάχης κι έτσι υπηρέτησε σε εργασίες γραφείου μαζί με δόκιμους του συντάγματος Μηχανικών.

Μετά το πέρας του πολέμου, έπιασε την πρώτη του δουλειά ως σχεδιαστής και διαφημιστής στην Τηλεγραφική Εταιρεία Henley’s. Στην εφημερίδα της εταιρείας ξεκίνησε να γράφει άρθρα και διηγήματα το 1919.

Το πρώτο του κομμάτι έφερε τον τίτλο “Gas”. Όλα εκείνα τα γραπτά του διηγούνταν συναρπαστικές ιστορίες που, συνήθως, κατέληγαν σε μία απροσδόκητη λύση. Σε ένα από αυτά παρουσιάζει και μία αναλυτική περιγραφή της μέλλουσας γυναίκας του,  Alma Reville, την οποία μέχρι τότε…δεν είχε ακόμη γνωρίσει.


 
[Πίσω από την κάμερα και όχι μόνο…]

23HITCHCOCK1-master1050

Ο Χίτσκοκ υπήρξε λάτρης του κινηματογράφου από τα εφηβικά του κιόλας χρόνια. Έτσι, δεν άργησε να μεταπηδήσει από την τηλεγραφική εταιρεία στην ραγδαία αναπτυσσόμενη τότε βιομηχανία του σινεμά.

Λόγω των γνώσεών του, ξεκίνησε ως σχεδιαστής τίτλων και διάτιτλων στο παράρτημα του Λονδίνου της αμερικανικής εταιρείας παραγωγής, Famous Players-Lasky, μέσω της οποίας πραγματοποιούσε παραγωγές η  Paramount Pictures, στα Islington Studios.

Λίγα χρόνια μετά, η εταιρεία αποσύρθηκε από το Λονδίνο και ο ίδιος προσελήφθη από τον παραγωγό Μάικλ Μπάλκον. Εκείνος ίδρυσε αργότερα μία εταιρεία με την επωνυμία Gainsborough Pictures.

Χρειάστηκαν να περάσουν πέντε χρόνια, μέχρι ο νεαρός Άλφρεντ να σταθεί πίσω από την κάμερα και να καθίσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Στο μεσοδιάστημα εργάστηκε άλλοτε ως σεναριογράφος, άλλοτε ως σκηνογράφος και βοηθός του σκηνοθέτη Γκράχαμ Κατς (1884 – 1958).

Για τα γυρίσματα μιας από τις ταινίες του, ο Άλφρεντ βρέθηκε στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε γυρίσματα της ταινίας “The Last Laugh”, σε σκηνοθεσία του μεγάλου εξπρεσσιονιστή δημιουργού Φρίντριχ Βίλχελμ Μουρνάου (1888 – 1931). Εκεί πρωτομαγεύτηκε από την τεχνική και το ύφος του γερμανικού αυτού καλλιτεχνικού ρεύματος και επηρεάστηκε και ο ίδιος στην προσωπική του φιλμογραφία.

Το ντεμπούτο του Χίτσκοκ έγινε το 1922 με την κωμωδία “Number 13“, της οποίας τα γυρίσματα δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ για οικονομικούς λόγους. Οι ταινίες που ακολούθησαν ήταν το ίδιο άτυχες, μέχρι που το 1927, παρουσιάζει το θρίλερ “The Lodger: A Story of the London Fog” (“Ο Ενοικιαστής”). Κοινό και κριτικοί αποθεώνουν το φιλμ και το όνομά του αρχίζει να ακούγεται.

Την ίδια περίοδο ο Χίτσκοκ προσλαμβάνει υπεύθυνο δημοσίων σχέσεων για να τον προωθήσει, νυμφεύεται την βοηθό του,  Άλμα Ρέβιλ, στο South Kensington του Λονδίνου και το 1928 αποκτούν τη μοναχοκόρη τους,  Πατρίσια. Από κει και πέρα τίποτα δεν ήταν ίδιο.

hitchcock-alfred-reville-alma-001-portrait_0Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ και η σύντροφός του, Άλμα.
” data-medium-file=”https://apodyoptes.files.wordpress.com/2017/08/hitchcock-alfred-reville-alma-001-portrait_0.jpg?w=720?w=300″ data-large-file=”https://apodyoptes.files.wordpress.com/2017/08/hitchcock-alfred-reville-alma-001-portrait_0.jpg?w=720?w=590″>
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ με τη σύντροφο και πιστή του συνεργάτιδα, Άλμα
lodger-entrance.jpg
Στιγμιότυπο του “Ενοικιαστή” (1927)

[“Απολαμβάνω να παίζω με το κοινό, σαν να ήταν πιάνο”.]
24_01
Στα γυρίσματα της “Rebecca” (1940).

Το 1929, ο Χίτσκοκ γυρίζει την – κατά πολλούς ιστορικούς – πρώτη ομιλούσα βρετανική ταινία, “Blackmail” και εισάγει μερικά από τα – μετέπειτα – συνήθη μοτίβα του. Aκολουθεί η ακμή τη βρετανικής περιόδου του, με κλασικές πλέον ταινίες, όπως: “The Man Who Knew Too Much” (1934), “The 39 Steps” (1935), “Sabotage” (1936) και το περίφημο “The Lady Vanishes” (1938). Την επόμενη χρονιά, σκηνοθετεί την τελευταία του ταινία στην Γηραιά Αλβιώνα και ο παραγωγός Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ αρπάζει το μοναδικό του ταλέντο και το φέρνει στο Χόλιγουντ με ένα επταετές συμβόλαιο. 

H συναρπαστική “Rebecca” (1940), βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Δάφνη Ντι Μωριέ (1907 – 1989), αποτελεί την πρώτη του δημιουργία σε αμερικανικό έδαφος. Η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία και εκθειάστηκε από την Ακαδημία, η οποία τις έδωσε έντεκα υποψηφιότητες για Όσκαρ από τις οποίες κέρδισε τις δύο (Καλύτερης Ταινίας – είναι η μόνη της φιλμογραφίας του Χίτσκοκ με το βραβείο αυτό – και Καλύτερης Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας). Ο Χίτσκοκ απέσπασε την πρώτη του υποψηφιότητα για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και χωρίς να επαναπαυθεί, έβαλε μπρος για τις επόμενες.

Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, ο πολυπράγμων σκηνοθέτης γύρισε ποικίλων ειδών ταινίες, αλλά και ταινίες μικρού μήκους και ντοκυμανταίρ με θέμα το Ολοκαύτωμα και γαλλόφωνες προπαγανδιστικές ταινίες υπέρ της εξορισμένης Ελεύθερης Γαλλίας του Σαρλ ντε Γκωλ. Στο δεύτερο μισό της ίδιας δεκαετίας, παρουσιάζει έξοχες δημιουργίες, όπως το “Spellbound” (1945) και το “Notorious” (1946) με την Ίνγκριντ Μπέργκμαν να πρωταγωνιστεί και στις δύο.

Η φήμη του εκτοξεύεται μέσα στην επόμενη δεκαετία με αριστουργηματικές ταινίες, όπως: “Strangers on a Train” (1951), “Dial M for Murder” και “Rear Window” (1954), το remake του “The Man Who Knew Too Much” (1956), “Vertigo” (1958) – έχει αναδειχθεί καλύτερη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου από πολλές επίσημες ψηφοφορίες – και το “North by Northwest” (1959) με τον Κάρι Γκραντ.

020-rear-window-theredlist
Στα απαιτητικά γυρίσματα του Rear Window (1954) με το πελώριο σκηνικό και το σκαμμένα δάπεδο (!)

Εκείνα τα χρόνια, ο Μάστερ του Σασπένς είχε ήδη μαζέψει τέσσερις υποψηφιότητες για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, οι ταινίες του είχαν αναδείξει δημοφιλείς πρωταγωνιστές, είχε συνεργαστεί με καταξιωμένους συγγραφείς και οπερατέρ και είχε εισάγει καινοτόμες τεχνικές και είχε φέρει εις πέρας μεγαλεπήβολα και δύσκολα projects.

Άλλη μία ευφυής κίνηση ήταν το πέρασμά του στη μικρή οθόνη, η οποία τότε πολιορκούσε την κυριαρχία του κινηματογράφου και σε μεγάλο βαθμό την είχε κατατροπώσει. Τον Οκτώβριο του 1955 προβάλλεται στην τηλεόραση το πρώτο επεισόδιο της μακρόβιας σειράς μυστηρίου και τρόμου, “Alfred Hitchcock Presents” (1955-1962).

Η εκπομπή με την χαρακτηριστική εισαγωγή και πλειάδα διάσημων πρωταγωνιστών να παρελαύνουν στα αυτοτελή επεισόδιά της, άφησε εποχή και οδήγησε αργότερα στην γέννηση του “Psycho” (“Ψυχώ”) (1960). Ο αυτού μεγαλειότης Άλφρεντ εμφανιζόταν ως αφηγητής στην έναρξη κάθε ιστορίας, ενώ υπήρξε και σκηνοθέτης και παραγωγός πολλών επεισοδίων. “Good evening”….

Alfred-Hitchcock-Presents

Alfred Hitchcock Presents Intro…


[“Όλοι τρελαινόμαστε λιγάκι μερικές φορές”…]
Libraries-Team_Images-url-12_2.sflb_.jpg
Καθυστερείστε, αν τολμάτε…

Έπειτα από τις ακριβές και χρωματιστές παραγωγές των 50’s, ο Χίτσκοκ αποφασίζει να πλάσει κάτι πιο καινούριο, πλησιέστερο στην τηλεοπτική αισθητική που είχε ξεκινήσει να υπερισχύει, αλλά και να βάλει ένα υψηλού κινδύνου στοίχημα με τον εαυτό του και τους θεατές, που τόσο λάτρευε να βασανίζει… Συνεπαρμένος από το το βιβλίο “Psycho” του Ρόμπερτ Μπλοκ (1917 – 1994), αγοράζει τα δικαιώματα και βάζει μπροστά το ριψοκίνδυνο σχέδιό του.

Χωρίς να προσλάβει κάποιο από τα γνωστά αστέρια της εποχής, χωρίς το φανταχτερό technicolor και τα παχυλά budget, ξεκινάει μία ασπρόμαυρη ταινία τρόμου και φρίκης με πολύ χαμηλό προϋπολογισμό κι ένα ευέλικτο επιτελείο τεχνικών με τηλεοπτική εμπειρία. Η γέννηση του “Psycho” είναι γεγονός.

Η σκοτεινή ιστορία του Νόρμαν Μπέιτς (Άντονι Πέρκινς) και της μητέρας του…έκανε πάταγο. Ουρές στήνονταν στα ταμεία του κινηματογράφου και φυσικά εγκαίρως, γιατί η διαφημιστική καμπάνια με τον αυστηρό σκηνοθέτη να δείχνει το ρολόι του και να προειδοποιεί, δεν άφηνε πολλά περιθώρια. Δίχασε τους κριτικούς μα σίγουρα ενθουσίασε πολλούς και άλλη μία καινούρια λαμπρή σελίδα άνοιγε για την πορεία της 7ης Τέχνης και την εξέλιξή της.

Η ταινία απέσπασε τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ (μεταξύ των οποίων και στην κατηγορία της Σκηνοθεσίας), κέρδισε Χρυσή Σφαίρα Β’ Γυναικείου Ρόλου η Τζάνετ Λι και ακόμη και σήμερα συγκαταλέγεται στις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών.

Εν συνεχεία, τα “Πουλιά” (1963) επανέλαβαν μία σχεδόν ισάξια επιτυχία, αλλά από κει και πέρα άρχισε η κάμψη της καριέρας του “Αρχιτέκτονα τους Σασπένς”. Ειδικότερα από το “Torn Curtain” (1966) καμία νέα δημιουργία του δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις των θεατών και στην ίδια του την αξία. Εξαίρεση αποτελεί το “Frenzy” (1972), η μόνη χιτσκοκική ταινία χαρακτηρισμένη ως Ακατάλληλη, η οποία γυρίστηκε στην Αγγλία.

Ο Χίτσκοκ είχε γυρίσει στον τόπο του εγκλήματος… Τέσσερις υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα απέσπασε αυτή η “ενοχλητική”, όπως την είχε χαρακτηρίσει η κόρη του, ταινία.

Οι τίτλοι τέλους έπεσαν με το “Family Plot” (1976), σε σενάριο του βραβευμένου Έρνεστ Λέμαν (1915 – 2005).

Ο Χιτς, όπως τον αποκαλούσαν μερικοί, δεν κέρδισε ποτέ του Όσκαρ, όπως και αρκετά άλλα βαρύγδουπα βραβεία. Το 1968 η Ακαδημία του απένειμε ένα τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της καριέρας του, ενώ δεν είχε καν αποσυρθεί ακόμη. H Βενετία και οι Κάννες δεν τον βράβευσαν ποτέ αν και οι ταινίες του είχαν φτάσει σε ποικίλων κατηγοριών υποψηφιότητες.

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παραλαμβάνει το Τιμητικό Όσκαρ της Ακαδημίας, λέγοντας απλώς “Ευχαριστώ”.

Παρ’ όλο τον εμπορικό χαρακτήρα της κυρίαρχης φιλμογραφίας του, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ έχει μελετηθεί, αναλυθεί και δεχθεί διθυραμβικά σχόλια και κριτικές από θεατές και ειδικούς του κινηματογράφου όσο λίγοι σκηνοθέτες. Ακόμη και οι ριζοσπαστικοί, επαναστάτες της Νουβέλ Βαγκ θαύμαζαν τα έργα του και αναφέρονταν σε αυτά. Χαρακτηριστικά, ο ίδιος ο Φρανσουά Τρυφφώ τού είχε πάρει συνεντεύξεις, όπου μακροσκελώς μιλούσαν για το σύνολο του έργου του.

Σε πολλές ψηφοφορίες μεταξύ ειδικών, ιστορικών και κριτικών κινηματογράφου ο Βρετανός auteur έχει επανειλημμένως αναδειχθεί Κορυφαίος Σκηνοθέτης του Κινηματογράφου και ολόκληρες γενιές από κινηματογραφιστές έχουν επηρεαστεί και εμπνευστεί από αυτόν και την παρακαταθήκη που άφησε.

Στις 29 Απριλίου του 1980, από νεφρική ανεπάρκεια, ο πολυσχιδής, παραγωγικός, αξεπέραστος Δάσκαλος με την μυστηριώδη του περσόνα, πέρασε στο αγαπητό του σκοτάδι για πάντα και το έργο του στο αιώνιο φως…

web-hitchcock-2-getty.jpg


[Apodyoptis_special: #4 Πράγματα που δεν ξέρατε για τον Χιτς:]
  • Στα παιδικά του χρόνια ήταν υποχρεωμένος να στέκεται μπροστά στο κρεββάτι της μητέρας του και να της εξιστορεί κάθε μέρα τα νέα του.
  • Στα γυρίσματα, συνήθιζε μόλις τελείωνε το τσάι του, να πετάει χωρίς διακριτικότητα το φλιτζάνι με το πιατάκι του πίσω από τον ώμο του.
  • Είχε δηλώσει, πως ο Λουίς Μπουνιουέλ είναι ο καλύτερος σκηνοθέτης του κόσμου.
  • Η αγαπημένη του προσωπική του ταινία ήταν το “Shadow of a Doubt” (1943).

Κράτα το

Κράτα το

Μαρίνα Σάττι Η πολυπολιτισμικότητα υπήρχε στη ζωή μου

“Η πολυπολιτισμικότητα υπήρχε στη ζωή μου έτσι κι αλλιώς, γιατί ο μπαμπάς μου είναι από το Σουδάν και γενικώς μαθαίναμε γλώσσες από μικρή με τον αδερφό μου, αλλά αυτό το κομμάτι της μίξης, της ανέχειας, του διαφορετικού είναι ένα κεφάλαιο που άνοιξε στο Berklee και με συγκίνησε και ακόμα με συγκινεί”.

“Αυτό που έμαθα είναι το εξής: αυτό που κάνω και αυτό που είμαι να προσπαθώ να ταυτίζονται”.

Δεν νιώθω ότι το βασικό μου χαρακτηριστικό είναι ότι είμαι από το Σουδάν ούτε εκεί έγκειται η διαφορετικότητά μου. Έχω ακούσει διάφορα σχόλια κατά καιρούς για την καταγωγή μου, όπως και για άλλα πράγματα, κι έχουν γράψει μέσα μου. Αυτό έχει να κάνει με τη δική μου ενοχή, γιατί αντίστοιχα μου ‘χουν πει και κομπλιμέντα, αλλά ξέρεις… Αν ήμουν σε φάση να μαζοχιστώ, θα κρατούσα μόνο τα σχόλια που με πονάνε. Το κάνουμε πολλοί άνθρωποι αυτό“.

ΛΙΝΚ:

  1. Μαρίνα Σάττι – «Μάντισσα»: Tο τραγούδι με τη γκάιντα που «έριξε» τα social media [vds]
  2. αποκαλύπτει για πρώτη φορά τι πραγματικά συνέβη στο γύρισμα-‘πρόβα’ του βίντεο κλιπ της ‘Μάντισσας’.
  3.   ΣΤΑΣΕΙΣ ΖΩΗΣ – ΜΑΡΙΝΑ ΣΑΤΤΙ TV Creta TV Creta
Μαρίνα Σάττι

Είναι “χαζοχαρούμενη” η “Μάντισσα” της Μαρίνας Σάττι;

Music Videos

Έτος Τίτλος τραγουδιού (Σε συνεργασία με άλλους καλλιτέχνες)
2012 Ένα Καλοκαίρι
2013 Αργοσβήνεις μόνη (ft. Tareq)
2016 Θα Σπάσω Κούπες
2017 Νιφάδα
Μάντισσα

Moana / Vaiana – How Far I’ll Go

Μία ανάλυση για το νέο τραγούδι της Μαρίνας Σαττί και την απήχηση που είχε σε λίγες μόλις ημέρες

 

Δεν μιλάει όπως πολλά τραγούδια για το αδιέξοδο των ανθρώπινων σχέσεων, αλλά για τη σκληρή δουλειά που αυτές απαιτούν και ενίοτε το να μπορείς να δεχτείς τη μοναξιά για να υπερβείς το «χρειάζομαι» και να φτάσεις και να μείνεις στο «επιθυμώ».

Η υφολογία και η σωματικότητα της «Μάντισσας»

24.05.2017, Συντάκτης:  Νίκος Δασκαλόπουλος

Με τη Μάντισσα, το νέο κομμάτι της Μαρίνας Σάττι, την οποία γνωρίσαμε μέσα από δύο διασκευές (και το YouTube· το οποίο πλέον όλο και περισσότεροι καλλιτέχνες -και όχι μόνο μουσικοί- χρησιμοποιούν ως διαμεσολαβητή για ένα κοινό) με τη μία εκ των οποίων (τις «Κούπες») να συζητιέται πολύ θετικά και που εν τέλει κατόρθωσε να βρει ένα κοινό που ήθελε να ακούσει περισσότερα από εκείνη, έχουμε ακριβώς αυτό που ήθελε το κοινό της. Η νέα δημιουργός αποφασίζει να δείξει αυτή τη φορά κάτι δικό της και η ευρύτερη συζήτηση στον δημόσιο διάλογο παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον.

Η Μάντισσα είναι ένα πολύ ευχάριστο κομμάτι, απλό στη σύνθεσή του, κι όμως, κάπως πιο σύνθετο υφολογικά. Μετά από λίγη ώρα παρουσίας του στο διαδίκτυο, εξασφαλίζει μια απήχηση και πυροδοτεί μια συζήτηση, που ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, θέμα της είναι η ίδια η συζήτηση, με ποιους όρους αυτή διεξάγεται και κυρίως, γιατί. Η φαινομενική απλότητα του κομματιού και η ευχάριστη ατμόσφαιρα που σου δημιουργεί τόσο ακουστικά, όσο και οπτικά με το βίντεο, για πολλούς κριτικούς δεν εξηγεί την απήχηση. Και έχουν δίκιο. Νομίζω όμως πως το κενό αυτό στον δημόσιο διάλογο, κινητοποιεί μια κάπως άδικη κριτική για το κομμάτι και τη Μαρίνα Σάττι, για το βίντεο, τη χορογραφία και τι θέλει να μας πει, αλλά νομίζω πως τόσο στο κομμάτι, όσο και στην αρνητική κριτική που του ασκήθηκε, βρίσκεται το crux που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε ποια η επίδραση αυτής της σύνθεσης και πώς λειτούργησε.

Το κομμάτι είναι ένα melange ελληνικών ηχοτοπίων· κυρίαρχη θέση σε αυτό έχει η τσαμπούνα (που σηματοδοτεί το νησιωτικό στοιχείο), την οποία συμπληρώνουν ήπια κρουστά (claps) που δεν κλέβουν την προσοχή. Ενορχηστρωτικά μιλώντας, μολοντούτο, η βάση του είναι τα φωνητικά του και η πολυφωνικότητα. Κάτι που μας έχει δείξει και στο παρελθόν η Σάττι με τη διασκευή στη «Νιφάδα», στην οποία βάζει πολλαπλά stratta φωνητικών που ηχογραφεί το ένα πάνω στο άλλο και αντικαθιστά τα όργανα. Η Μάντισσα αντλεί από το πολυφωνικό ηπειρώτικο τραγούδι και συγκεκριμένα από την υφολογία του. Ίσως το μυαλό μας δεν πάει απευθείας εκεί, πιθανότατα γιατί απουσιάζει το κλαρίνο, το οποίο κλαρίνο όμως έρχεται στο ηπειρώτικο τραγούδι τους τελευταίους δύο αιώνες· προηγουμένως η μουσική αυτή φαίνεται να υπήρξε κι αμιγώς φωνητική (μπορούμε να αρχίσουμε να παρατηρούμε τις συνδέσεις και το ενδιαφέρον για τη φωνή από τη δημιουργό) και αργότερα το κύριο όργανο ήταν η φλογέρα με συνοδεία από νταούλι.

Η υφολογία που αντλεί λοιπόν η Μαρίνα Σάττι είναι αυτή μιας μελαγχολικής μελωδικότητας. Ακόμα και στις πιο σατιρικές εκδοχές του ηπειρώτικου, ο τόνος είναι αυτός της υπόρρητης μελαγχολικότητας. Και είναι πολύ λογική αυτή η υφολογία στο συγκείμενο του τραγουδιού, αφού αν κοιτάξει κανείς τους στίχους, θα δει ότι το τραγούδι μιλάει για την αναζήτηση ενός έρωτα, μιας αγάπης, αλλά ακόμα περισσότερο, και από μια ώριμη φιλοσοφική οπτική, για την προσπάθεια σύνθεσης αυτής της αγάπης. Δεν μιλάει όπως πολλά τραγούδια για το αδιέξοδο των ανθρώπινων σχέσεων, αλλά για τη σκληρή δουλειά που αυτές απαιτούν και ενίοτε το να μπορείς να δεχτείς τη μοναξιά για να υπερβείς το «χρειάζομαι» και να φτάσεις και να μείνεις στο «επιθυμώ».

Αν αυτό δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά (και μιλώ επίτηδες για ματιά), είναι επειδή το ύφος του τραγουδιού βρίσκεται σε μια αντινομία με την οπτικοποίησή του. Είναι όμως έτσι; Η αρνητική κριτική, λοιπόν, στρέφεται περισσότερο σε μια πρώτη αντίληψη του οπτικού, το οποίο επιβάλλεται στο ύφος του τραγουδιού και το επανοηματοδοτεί ως ένα «ευχάριστο», «φρέσκο», «χαρούμενο» τραγούδι με ευχάριστα κορίτσια. Δεν θα είχα πρόβλημα με ένα τέτοιο σχήμα, όμως δεν νομίζω ότι αυτό κάνει η Μαρίνα Σάττι. Νομίζω πολύ περισσότερο πως το βίντεο έχει ιδωθεί έτσι, σε μια ασύνειδη σύγκλιση με μια κυρίαρχη βιοπολιτική που θέλει τους ανθρώπους της χώρας που βιώνουν μια βάναυση οικονομική επίθεση από υπερ-εξουσίες να έχουν μια συγκεκριμένη σωματικότητα.

Το κέντρο της Αθήνας στο πλαίσιο αυτής της οπτικής ορίζεται και καθορίζεται μόνο από την παρακμή του ή από τον εξευγενισμό του, αλλά όχι από τα σώματα και τις διαθέσεις τους, όχι από τη διυποκειμενικότητα και τη συλλογική συνείδηση της πόλης. Αυτό έχει ένα σωρό επεκτάσεις που εδώ μόνο αδρομερώς μπορώ να αναφέρω, όπως την απαίτηση για μία και μοναδική πρόσληψη του άστεγου, του πρόσφυγα, του φτωχού. Όταν το δούμε έτσι διπολικά και νομίζω και μη οργανικά, ασφαλώς και οδηγούμαστε εν συνεχεία σε άλλα δίπολα και ψευδεπίγραφες αντινομίες.

Τα πράγματα όμως είναι πιο σύνθετα. Κατά τη γνώμη μου, το εξαιρετικό (one-shot) βίντεο, η σωματικότητά του, οι διαθέσεις του, δεν έχουν τίποτα το προσβλητικό, τίποτα το χαζοχαρούμενο, δεν αποκρύπτουν και δεν εξάρουν. Αντιθέτως είναι τέτοια η διαλεκτική βίντεο – τραγουδιού που δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο οπτικής που λείπει. Η χαρά της εικόνας, ο χορός υπονομεύουν τη μελαγχολικότητα του τραγουδιού, αλλά και το αντίστροφο. Η μελαγχολικότητα του τραγουδιού υπονομεύει την «απλή» χαρά και τη χαρά της απλότητας της εικόνας που μας δείχνει. Όλα αυτά που μας λέει η Σάττι εδώ είναι ότι η δυστυχία και η ευτυχία, συνυπάρχουν όλη την ώρα. Ότι το κέντρο της Αθήνας είναι ένας τόπος όπου όλα τα σώματα είναι ευπρόσδεκτα και όλες τους οι διαθέσεις (ή θα έπρεπε να είναι). Ότι φυσικά και μπορούμε να χορεύουμε ακόμα κι όταν δεν πάνε καλά τα πράγματα (ίσως τότε επιβάλλεται κιόλας), πως μοναξιά και αγάπη δεν είναι αντιθετικά και πως μια απλή σύνθεση, όταν είναι φτιαγμένη με φροντίδα και γνήσιο ενδιαφέρον, δεν έχει τίποτα το μονοσήμαντα απλό. Για όλους αυτούς τους λόγους εκτοξεύτηκε, απασχόλησε και ελπίζω να συνεχίσει να μας απασχολεί και η Μάντισσα και η Μαρίνα Σάττι.

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Μαγιακόφσκι: ο ποιητής του Σοσιαλισμού

Η εκρηκτική προσωπικότητα του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, του πιο ειλικρινούς και αφοσιωμένου αχθοφόρου και οδοκαθαριστή της Οκτωβριανής Επανάστασης που τον ανέδειξε, έρχεται στο εκδοτικό προσκήνιο με δύο νέα βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Το επικό ποίημα «Λένιν», στην πλήρη μη λογοκριμένη εκδοχή του, σε μετάφραση του Αλέξη Πάρνη και η μελέτη της Ιταλίδας συγγραφέα, κριτικού και μεταφράστριας Σερένα Βιτάλε «Ο μακαρίτης σιχαινόταν το κουτσομπολιό».

Πηγή: Μαγιακόφσκι: ο ποιητής του Σοσιαλισμού