Αρχείο κατηγορίας Πολιτική ενημέρωση Συνέντευξεις Άποψη Άρθρα

Κράτα το

Κράτα το

Χτυπά τους «καραμανλικούς»

Χτυπά «καραμανλικούς», πλήττει το κόμμα του

Τον εσωκομματικό ασκό του Αιόλου άνοιξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με την απόφασή του να διαγράψει από τη Νέα Δημοκρατία τον πρόεδρο του ΕΒΕΑ Κωνσταντίνο Μίχαλο.

Γιατί βέβαια η κίνηση αυτή έχει προκαλέσει οργή σε στελέχη του κόμματος που τη βλέπουν ως ένα ακόμα βήμα σε μια σκληρή επιχείρηση «εκκαθάρισης» προσώπων που πρόσκεινται στην καραμανλική πτέρυγα.

Και μπορεί δημοσίως να μην εκδηλώνονται αντιδράσεις, κυρίως λόγω κομματικού πατριωτισμού, αλλά η Ν.Δ. μοιάζει αυτή τη στιγμή με καζάνι που βράζει.

Σύμφωνα με έγκυρες πηγές της «Εφ.Συν.», αναφορικά με την ίδια τη διαγραφή του προέδρου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών και της Κεντρικής Ενωσης Επιμελητηρίων, τα στελέχη αυτά εκφράζουν έντονες ανησυχίες γιατί θεωρούν ότι με αυτόν τον τρόπο διαρρηγνύονται οι δεσμοί του κόμματος με τον επιχειρηματικό κόσμο και με ακροατήρια στα οποία η Ν.Δ. παραδοσιακά απευθύνεται.

Και στο εσωκομματικό πεδίο βλέπουν σε βάρος των καραμανλικών, να ενισχύεται βέβαια, όλο και περισσότερο, η θέση των σαμαρικών, με τους οποίους η ηγεσία της Ν.Δ. συμπορεύεται, έχοντας προσχωρήσει σε σειρά από ζητήματα στη σκληρή δεξιά ατζέντα τους, απομακρυνόμενη από τον λεγόμενο «μεσαίο χώρο».

Την ίδια στιγμή, η προσχώρηση στην ατζέντα αυτή, όπως αποτυπώθηκε έντονα στη στάση του κόμματος στο Μακεδονικό, απομονώνει τη Ν.Δ. από εταίρους και συμμάχους της σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αλλά ας βάλουμε τα πράγματα στη σειρά. Ο Κων. Μίχαλος, μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της Ν.Δ. ex officio, ως πρόεδρος του ΕΒΕΑ, διεγράφη προ ημερών γιατί η ηγεσία του κόμματος δεν άντεξε να διατηρεί στις τάξεις της μια φωνή που εξέφραζε δημοσίως μετριοπαθείς απόψεις σε μια σειρά από ζητήματα της επικαιρότητας και οι οποίες διαφοροποιούνταν από την τακτική της ολοκληρωτικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση που ακολουθεί ο κ. Μητσοτάκης.

Ειδικότερα δεν άντεξε τις θετικές κρίσεις του για τη συμφωνία εξόδου από το μνημόνιο, τη θέση του υπέρ της λύσης για τη συμφωνία στο Μακεδονικό και τη στάση του κατά των πρόωρων εκλογών με το επιχείρημα ότι διαταράσσουν την πολιτική σταθερότητα που επιθυμεί η αγορά.

Θέσεις που πάντως εξέφραζε ως εκπρόσωπος των επιμελητηρίων και υπό το πρίσμα τού τι συμφέρει την αγορά. Και δεν άντεξε και το ότι ο κ. Μίχαλος είχε δεχτεί να συμμετάσχει στην Επιτροπή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, όπου συμμετέχουν προσωπικότητες από διαφορετικούς χώρους.

Υπενθυμίζουμε ότι ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ στην εσωκομματική εκλογή αρχηγού ήταν ένθερμος υποστηρικτής του βασικού αντιπάλου του Κυρ. Μητσοτάκη, δηλαδή του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, που διέθετε την εμπιστοσύνη του Κώστα Καραμανλή αλλά και της Ντόρας Μπακογιάννη.

Και ως γνωστόν ο κ. Μητσοτάκης αναδείχθηκε αρχηγός με τη στήριξη των σαμαρικών και βέβαια του Αδ. Γεωργιάδη, τον οποίο στη συνέχεια διόρισε αντιπρόεδρο.

Χτυπά με συνέπεια

Η διαγραφή του κ. Μίχαλου είναι το τρίτο χτύπημα της σημερινής ηγεσίας στους καραμανλικούς. Ερχεται μετά τη διαγραφή της Κατερίνας Παπακώστα και του Ευάγγελου Αντώναρου, που τέθηκαν εκτός κόμματος για χάρη του κ. Γεωργιάδη, όταν σε διαφορετική συγκυρία τάχθηκαν και οι δύο υπέρ της παραίτησής του από το αξίωμα του αντιπροέδρου.

Αλλά δυσφορία σε καραμανλικούς έχει προκαλέσει και η προ ημερών (25.6.2018) αντικατάσταση της Κωνσταντίνας Μπότσιου στη θέση του γενικού διευθυντή του Ινστιτούτου Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής», από τον Ιωάννη Μαστρογεωργίου, στέλεχος προερχόμενο από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ και συνεργάτη επί χρόνια της Αννας Διαμαντοπούλου.

Σημειώνουμε ακόμα ότι η θητεία της κ. Μπότσιου, υπό τη σημερινή ηγεσία της Ν.Δ., ως γεν. διευθύντριας τού «Κων. Καραμανλής» ήταν η δεύτερη, ενώ επί χρόνια είχε διατελέσει εκεί σε διαφορετικά πόστα.

Η πρώτη ήταν την περίοδο που πρόεδρος στο Ινστιτούτο ήταν ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης.

Αλλά η προηγούμενη έντονη αναζωπύρωση του μπρα ντε φερ της ηγεσίας του κόμματος με τους καραμανλικούς ήρθε τον περασμένο Απρίλιο, όταν διέρρευσε η συνάντηση του Κυρ. Μητσοτάκη με τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη σε εστιατόριο στο Κολωνάκι και μαζί της και η πρόθεση του προέδρου της Ν.Δ. να θέσει σε αποστρατεία ιστορικά στελέχη του κόμματος, ανάμεσα στα οποία και ο κ. Μεϊμαράκης, με αποτέλεσμα να εκδηλωθούν έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ν.Δ..

Εφερε εσωστρέφεια

Τώρα, μετά τη διαγραφή του Κων. Μίχαλου η εσωστρέφεια έχει επιστρέψει στο κόμμα και σύμφωνα με πληροφορίες της «Εφ.Συν.» υπάρχουν στελέχη που βράζουν, μιλώντας για «εκκαθάριση» καραμανλικών, την ώρα που αναμένουμε να δούμε εάν θα υπάρξει κάποια αντίδραση και ποια θα είναι αυτή, από τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη και τον Κώστα Καραμανλή.

Υπενθυμίζουμε ότι για το Μακεδονικό ο Κώστας Καραμανλής, ο οποίος είχε δεχτεί πιέσεις να βγει μπροστά, τελικά είχε επιλέξει να τοποθετηθεί με μια λιτή ανακοίνωση, χωρίς να κάνει τη χάρη στη σκληρή δεξιά πτέρυγα της Ν.Δ. να ταυτιστεί μαζί της.

Παράλληλα η στάση του κ. Μητσοτάκη στο Μακεδονικό, η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αντίστοιχη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, όπου ανήκει η Ν.Δ., ξενίζει εταίρους και συμμάχους του στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα να δέχεται πιέσεις για αλλαγή πλεύσης.

Δεν είναι βέβαια τυχαία η διαρροή στη γερμανική Frankfurter Αllgemeine Ζeitung συνομιλητών του κ. Μητσοτάκη από το Βερολίνο που έλεγαν ότι ο πρόεδρος της Ν.Δ. έχει δεσμευτεί ενώπιόν τους εφόσον γίνει πρωθυπουργός να μην ακυρώσει τη συμφωνία, χρησιμοποιώντας διπλή γλώσσα στο εσωτερικό της χώρας και το εξωτερικό.

Όπως δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαία και η συνάντηση του προέδρου της Ν.Δ. με τον Γερμανό πρέσβη που ακολούθησε του δημοσιεύματος.

Τελικά ο κ. Μητσοτάκης υποχρεώθηκε να πάρει δημοσίως μια μέση θέση, δηλώνοντας ότι εφόσον γίνει πρωθυπουργός πριν κυρωθεί η συμφωνία στη Βουλή, δεν θα την κυρώσει, αλλά αν έχει ήδη κυρωθεί δεν θα μπορέσει να μην την εφαρμόσει.

Προφανώς η βολικότερη περίπτωση θα ήταν να τη βρει κυρωμένη.

Μαδώντας τη μαργαρίτα για τον ΣΥΡΙΖΑ

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μετεξελιχθεί σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα;

«Οχι», λένε οι εγχώριοι οπαδοί της σοσιαλδημοκρατίας και το σχήμα που ανήκει σ’ αυτόν τον χώρο, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. Απαιτείται -αναφέρουν- πριν από οποιαδήποτε συζήτηση να ζητήσει συγγνώμη, να ταπεινωθεί πολιτικά, να συντριβεί εκλογικά και ύστερα βλέπουμε.

«Βεβαίως» και μπορεί να μετεξελιχθεί, αντιγυρίζουν οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές, και γι’ αυτό καλούν τον Αλέξη Τσίπρα στις συνόδους τους, του προσφέρουν βήμα για να καταθέσει τις απόψεις του, τον τοποθετούν σε περίοπτη θέση στις οικογενειακές φωτογραφίες μετά τη λήξη των συνεδριάσεων και τον αποθεώνουν για τις επιδόσεις του στην οικονομία και την τόλμη του στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Αλλά για ποια σοσιαλδημοκρατία μιλάμε σήμερα;

Είναι ελκυστικός προορισμός για ένα κόμμα της Αριστεράς, μεταρρυθμιστικής ή ριζοσπαστικής;

Σε ποιο ιδεολογικό ρεύμα ανήκουν τα κόμματα που δηλώνουν ότι έχουν σημείο αναφοράς τους τη σοσιαλδημοκρατία;

Έχει καμιά σχέση η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία με τη σοσιαλδημοκρατία του Κάουτσκι;

Έχει καμία σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία του Βίλι Μπραντ, του Μπρούνο Κράισκι, του Ούλοφ Πάλμε; Αυτές τις περιόδους η σημερινή σοσιαλδημοκρατία τις έχει απωθήσει, ενδεχομένως και να τις έχει διαγράψει.

Εχει όμως σχέση και μάλιστα πολύ στενή με τη σοσιαλδημοκρατία του Τόνι Μπλερ, του μοιραίου για τη σοσιαλδημοκρατία πολιτικού που οδήγησε το Εργατικό Κόμμα στην πλήρη μετάλλαξή του και επηρέασε τα άλλα κόμματα στην Ευρώπη, τα οποία έσπευσαν (σαν έτοιμα από καιρό) να εφαρμόσουν πολιτικές που θα ζήλευαν τα συντηρητικά κόμματα.

Υπηρετώντας με θρησκευτική ευλάβεια τη θατσερική άποψη, «δεν υπάρχει εναλλακτική», συνθηκολόγησαν χωρίς να προβάλουν την παραμικρή αντίσταση, χωρίς να δώσουν μάχη ούτε καν για τα προσχήματα. Την υιοθέτηση άλλωστε του μοντέλου του τρίτου δρόμου (που δεν ήταν καθόλου τρίτος) πληρώνουν σήμερα τα κόμματά της.

Η εικόνα είναι απογοητευτική. Θα έλεγα, αποκρουστική. Τι θυμίζει η ιταλική σοσιαλδημοκρατία; Σκορποχώρι. Πού είναι η γαλλική σοσιαλδημοκρατία; Εξαφανισμένη. Την ψάχνουν με το μικροσκόπιο. Τι κάνει το πιο ιστορικό κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, το SPD; Συμμετέχει σε μια κυβέρνηση συνασπισμού και απλώς παρακολουθεί τη διένεξη ανάμεσα στη Μέρκελ και τους Χριστιανοκοινωνιστές.

Επί της ουσίας, είναι ένα κόμμα που δεν του αρέσει να κάνει αντιπολίτευση («άχαρο πράγμα η αντιπολίτευση», είχε δηλώσει κορυφαίο στέλεχός του πριν από τις εκλογές), έχει εγκαταλείψει τις ιδρυτικές αρχές του και μπαίνει στις κυβερνήσεις συνασπισμού για να επιβιώνει. Κυρίως για να παίρνει ένα μερίδιο εξουσίας προκειμένου να βολεύει τα στελέχη του.

Το τίμημα για τους αλλεπάλληλους οπορτουνισμούς του είναι η μείωση της εκλογικής επιρροής του -στις τελευταίες δημοσκοπήσεις τερματίζει τρίτο και καταϊδρωμένο. Οπότε το εισαγωγικό ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα σαν αυτά που υπάρχουν σήμερα;» Αν θέλει να έχει την τύχη τους, ας γίνει.

Ανάγωγα

«Είμαστε αρκετά ισχυροί για να ενισχύσουμε την οικονομική ανάπτυξη στις χώρες προέλευσης αυτών των ανθρώπων, δηλαδή στην Αφρική; Είμαστε σε θέση να τερματίσουμε τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία; Μπορούμε να εστιάσουμε περισσότερο στους προσφυγικούς καταυλισμούς που βρίσκονται κοντά στις χώρες προέλευσης;

Κανείς δεν εγκαταλείπει την πατρίδα του χωρίς λόγο. Και ένα ακόμη ερώτημα: Μπορούμε να συμφωνήσουμε σε ενιαίες διαδικασίες για όλη την Ευρώπη;». Κρίσιμα ερωτήματα. Βρίσκονται στο μυαλό κάθε ανθρώπου. Με τη διαφορά ότι τα διατυπώνει η επικεφαλής της ισχυρότερης χώρας της Ευρώπης, η καγκελάριος της Γερμανίας Ανγκελα Μέρκελ. Δουλειά της όμως είναι να απαντάει, όχι να ρωτάει…

Τάσος Παππάς

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

«Βόρεια Μακεδονία»: Απόψεις και θέσεις

Κείμενα Πολιτικής  
ENA Institute for Alternative Policies·Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018
Κύρκος Δοξιάδης, Antonis Liakos και Δημήτρης Χριστόπουλος (Dimitris Christopoulos) γράφουν στο #ΕΝΑ για τις εξελίξεις στο θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη συμφωνία στο όνομα «Βόρεια Μακεδονία»
Με αφορμή τις εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη πρόκριση του ονόματος «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ φιλοξενεί απόψεις ακαδημαϊκών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.Κύρκος Δοξιάδης*Δεδομένου ότι ασχολούμαι με το ζήτημα από τότε που προέκυψε το 1992, σε περίπου όλους τους τομείς και τα επίπεδα του συγγραφικού, ερευνητικού και διδακτικού μου έργου, αισθάνομαι ιδιαίτερη ικανοποίηση. Η ικανοποίησή μου είναι και προσωπική, υπό την έννοια ότι η λύση για την ονομασία που τελικά συμφωνήθηκε –«Βόρεια Μακεδονία»– ήταν αυτή που ενδόμυχα πάντοτε πίστευα πως είναι η πιο ορθή. Σκέφτομαι λοιπόν να την υιοθετήσω από τώρα – ακόμη και στον δημόσιο λόγο μου, έστω και αν δεν έχει ακόμη επικυρωθεί επισήμως. Θα με βόλευε ποικιλοτρόπως. Πρώτον, διότι οι δύο ονομασίες –FYROM και ΠΓΔΜ (αγγλιστί και ελληνιστί)– που αναγκαζόμουν να χρησιμοποιώ και που εμπεριέχουν το «πρώην» υποδηλώνουν κάτι το πασιφανώς γελοίο. Είναι όντως γελοίο να εξακολουθείς να αποκαλείς «πρώην» μια χώρα που υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος εδώ και 27 χρόνια.

Κύρκος Δοξιάδης

Και δεύτερον, διότι έτσι «θα πάρω το αίμα μου πίσω» για την αφόρητη τσαντίλα που αισθανόμουν –και εξακολουθώ να αισθάνομαι– όλα αυτά τα χρόνια όταν άκουγα –και ακούω– να βαφτίζουν με το ζόρι –και απολύτως παράνομα, εννοείται– τη γειτονική χώρα «Σκόπια» και τους κατοίκους της «Σκοπιανούς». Σήμερα το πρωί μάλιστα άκουσα να εκφράζεται δημόσια και επίσημα η άποψη, διά στόματος –φευ!- βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, ότι «αν το είχαμε χειριστεί σωστά» κατά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας θα είχαμε κατορθώσει η γειτονική χώρα να λέγεται «Δημοκρατία των Σκοπίων»!!! «Βόρεια Μακεδονία» και «Βορειομακεδόνες» από εδώ και στο εξής λοιπόν. Και ας τολμήσουν να με καταγγείλουν για εσχάτη προδοσία οι λογής λογής ακροδεξιοί που κυκλοφορούν ανάμεσά μας παριστάνοντας τους πατριώτες.

* Καθηγητής Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών     

Αντώνης Λιάκος*

H συμφωνία αυτή είναι ιστορική, και τερματίζει ένα πρόβλημα 27 χρόνων. Aν πάει καλά ως το τέλος, θα είναι ένα από τα λίγα επιτεύγματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με τα  εθνικά θέματα, σημαντικό όσο και η είσοδος της Κύπρου στην ΕΕ. Δείχνει ικανότητα, ψυχραιμία και καθαρή ματιά. Κι εγώ αμφέβαλλα αν θα ολοκληρωνόταν, αλλά πρέπει να τους το πιστώσουμε. Οι της απέναντι όχθης, ψυχραιμία και να γιορτάσουμε μαζί.

Η συμφωνία αυτή διαλύει ένα από τα ιδεολογικά σχήματα που είχαν φτιαχτεί στην κρίση, και μετά το 2015 είχαν πιάσει σαν σιδερένια λαβίδα το λαιμό του πολιτικού σώματος. Διαλύει δηλαδή το μύθο ότι αφενός έχεις τις πολιτικές δυνάμεις του εκμοντερνισμού, της λογικής, του κοσμοπολιτισμού, της τόλμης και αφετέρου την ιδεολογία των μη προνομιούχων, που είναι συντηρητική, βρίσκει καταφύγιο στη θρησκεία και στο έθνος, φοβάται τις μεγάλες αλλαγές. Για να δούμε λοιπόν τώρα ποιοι παρατάσσονται με τις δυνάμεις της αλλαγής σε ένα χρόνιο τέλμα, ποιοι πολεμούν το τέρας του εθνικισμού και των παραφυάδων του και ποιοι αντιστέκονται, δημαγωγούν και υποκλίνονται στον εθνικισμό.

* Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Δημήτρης Χριστόπουλος*

To όνομα ενός κράτους μπορεί οριακά να γίνει αντικείμενο διπλωματικής διαπραγμάτευσης, ακόμη κι αν αυτό δεν είθισται στις διεθνείς σχέσεις. Το όνομα ενός έθνους –η ταυτότητα ενός λαού, το πώς αισθάνεται το ανήκειν του– δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, διότι δεν είναι ζήτημα κανόνων αλλά ζήτημα συνείδησης. Θεωρώ λοιπόν ότι η συμφωνία βρίσκει μια βιώσιμη τομή που αξίζει: Η Αθήνα «κερδίζει» την ονομασία με γεωγραφικό επιθετικό προσδιορισμό έναντι όλων και τα Σκόπια κρατούν την αξιοπρέπεια της ταυτότητας του λαού της χώρας τους. Άλλη λύση δεν υπήρχε, ούτε θα μπορούσε να υπάρχει.

Είμαι ικανοποιημένος με τη συμφωνία, αρκεί τώρα οι δύο κυβερνήσεις να δείξουν σταθερότητα και ψυχραιμία στις πιέσεις που θα δεχθούν. Είναι αναπάντεχα καλό νέο που ένα διμερές πρόβλημα που είχε η χώρα μας –κατά την άποψή μου, με δική της ευθύνη– δρομολογείται να βρει μια λύση. Η χώρα έχει πραγματικά και σοβαρά εθνικά θέματα στα οποία πλέον μπορεί να συγκεντρώσει τις πολιτικές της δυνάμεις και το διπλωματικό κεφάλαιο που τόσο απερίσκεπτα σπατάλησε με το Μακεδονικό. Καιρός λοιπόν να γυρίσουμε σελίδα. Έγινε μια αρχή. Αυτό είναι μείζον.

* Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου – Πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Κείμενα Πολιτικής

«Βόρεια Μακεδονία»: Απόψεις και θέσεις (Μέρος Β’)

Με αφορμή τις εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη πρόκριση του ονόματος «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ φιλοξενεί απόψεις ακαδημαϊκών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.Όθων Αναστασάκης*Πολύ σημαντική συμφωνία, η οποία ξεκινά τη διαδικασία απεγκλωβισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από το ονοματολογικό θέμα, που είχε καθηλώσει τη διπλωματία μας σε μια κυριολεκτικά στείρα αντιπαράθεση με τον βόρειο γείτονα.Το ότι κανείς εκτός Ελλάδας δεν κατανοούσε τις θέσεις της χώρας και όλοι αποκαλούσαν τη χώρα «Μακεδονία» στο εξωτερικό είναι γνωστό. Το ότι ο όρος «Μακεδονία» συνέχιζε να χρησιμοποιείται και είχε παγιωθεί στο όνομα της γειτονικής χώρας, είτε ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» είτε ως «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατία της Μακεδονίας», είναι επίσης αυτονόητο.Η συμφωνία φέρνει τον ΣΥΡΙΖΑ κοντά στην κεντροαριστερή άποψη και διανόηση στα εξωτερικά ζητήματα, που είχε πάντα πιο μετριοπαθή στάση στο Μακεδονικό, αλλά δεν τολμούσε να μιλήσει, και δίνει επιτέλους ένα επιχείρημα ώστε μια σειρά από μετριοπαθείς πολίτες να στηρίξουν τη θέση τους. Με αυτή τη συμφωνία ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται κοντά σε πιο τεχνοκρατικές απόψεις της ελληνικής κοινωνίας. Μέχρι τώρα το θέμα της ονομασίας ήταν ένα ταμπού, στο οποίο η συμφωνία αυτή βάζει φρένο. Από εδώ και πέρα το Μακεδονικό έχει δύο απόψεις στην Ελλάδα. Ο διάλογος έχει ξεκινήσει σε συγκεκριμένη βάση για πρώτη φορά και η μετριοπαθής πλευρά έχει αποκτήσει φωνή, επιχείρημα και όνομα να αποκαλέσει τη «χώρα χωρίς όνομα».

Είναι σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, να εστιάσει κανείς στις θετικές επιπτώσεις της συμφωνίας και να ξεκινήσει ένα διάλογο σε κοινωνικό επίπεδο. Η πλευρά που υποστηρίζει τη συμφωνία έχει μια σειρά από επιχειρήματα να αναδείξει.

Η συμφωνία:

  1. Αντικαθιστά την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με σύνθετο προσδιορισμό και κατοχυρώνει το αρχαίο ελληνικό παρελθόν στην ελληνική πλευρά. Οι παραχωρήσεις της άλλης πλευράς είναι προφανείς σε σύγκριση με την προηγούμενη ακραία κατάσταση.
  2. Ανοίγει το δρόμο για συνεργασία με τα Δυτικά Βαλκάνια, από τα οποία η Ελλάδα είχε περιθωριοποιηθεί τα τελευταία χρόνια για οικονομικούς αλλά και διμερείς λόγους με την ΠΓΔΜ.
  3. Συμπεριλαμβάνει μια σειρά θεμάτων που αφορούν σε θέματα διμερούς συνεργασίας και σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που πρέπει να αναδειχθούν.
  4. Δημιουργεί ένα πρώτο σημαντικό προβάδισμα για την επίλυση διμερών διαφωνιών στο χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, δείχνοντας το δρόμο για το άλλο μεγάλο θέμα των Βαλκανίων μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου. Στην επίλυση αυτής της σημαντικής διαφοράς που ταλανίζει τα Δυτικά Βαλκάνια η Ελλάδα μπορεί να εμφανιστεί ως μια αξιόπιστη τρίτη δύναμη στο διεθνές περιβάλλον.
  5. Βάζει την Ελλάδα δυναμικά στο οικονομικό και πολιτικό παιγνίδι των Βαλκανίων και η χώρα «βρίσκει τον παλιό καλό εαυτό της» σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία έχει αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή και ιδιαίτερα στη γειτονική χώρα.
  6. Προσδίδει στη χώρα σημαντική αξιοπιστία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ σε μια περίοδο μεγάλης γεωπολιτικής αστάθειας.
  7. Επιτρέπει στην Ελλάδα να ζητήσει ανταλλάγματα στο οικονομικό πεδίο από την ΕΕ και πολιτικά από τις ΗΠΑ.

Για την ανάδειξη όλων αυτών των προτερημάτων χρειάζεται η κυβέρνηση να συνταχθεί με όλες τις φιλικές φωνές στον ακαδημαϊκό, επιχειρηματικό και άλλους φίλα προσκείμενους, στο θέμα του Μακεδονικού, χώρους και να συντάξει μια εναλλακτική φωνή στον εθνικισμό του Μακεδονικού.

Το παρόν κείμενο δεν θριαμβολογεί, απλά εστιάζει στις θετικές συνέπειες.

Η συμφωνία αυτή κάνει μια σημαντική αρχή. Όπως έχουμε δει και από άλλες αντίστοιχες συμφωνίες στην περιοχή (Σερβία-Κόσοβο), θα υπάρξουν προβλήματα στην εφαρμογή της, άλλα αναμενόμενα και άλλα που θα εξαρτώνται από την εκάστοτε συγκυρία. Κατά τη γνώμη μου, και όπως μας έχει δείξει το πρόσφατο παρελθόν, η ισχύς και αυτοτέλεια της Ελλάδας είναι συνυφασμένη με την οικονομική της βάση και όχι με την ένταση των εθνικιστικών φωνών.

Διευθυντής του European Studies Centre/South East European Studies στο St Antony’s College της Οξφόρδης

Σωτήρης Βαλντέν*

Η επίλυση του ζητήματος της ονομασίας της γειτονικής μας χώρας αποτελεί ένα ιστορικό γεγονός προς όφελος και των δύο χωρών, καθώς και της σταθερότητας στην περιοχή. Η συμφωνία ικανοποιεί ευαισθησίες της ελληνικής πλευράς, ενώ σέβεται την αξιοπρέπεια και την ταυτότητα των γειτόνων μας. Απελευθερώνει την εξωτερική και βαλκανική μας πολιτική από ένα μεγάλο βαρίδι και από τα αδιέξοδα στα οποία είχαμε οδηγηθεί τα τελευταία 25 χρόνια.

Η κυβέρνηση ορθότατα αξιοποίησε το «παράθυρο ευκαιρίας» που δημιούργησε η δημοκρατική πολιτική αλλαγή στη γείτονα και η διεθνής συγκυρία. Επέδειξε πολιτικό θάρρος και διαπραγματευτική ικανότητα, για την οποία Τσίπρας και Κοτζιάς αξίζουν συγχαρητήρια. Βέβαια, και στις δύο χώρες απομένει αρκετός δρόμος ως την υλοποίηση της συμφωνίας. Όσον μας αφορά, προέχει τώρα η μάχη ενάντια στους ποικίλης προέλευσης πατριδοκάπηλους που επιδιώκουν την υπονόμευση της συμφωνίας. Θέλω να ελπίζω ότι τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης θα αρθούν στο ύψος των περιστάσεων. Ιδιαίτερα η ΝΔ ελπίζω να εγκαταλείψει το δρόμο του άκρατου λαϊκισμού και της ανευθυνότητας τον οποίο ακολουθεί σήμερα, και πιστεύω πως αυτό επιθυμεί και η πλειοψηφία των φιλελεύθερων οπαδών της. Όσον αφορά τον προοδευτικό χώρο, η στάση των πολιτικών δυνάμεων στο Μακεδονικό υπενθυμίζει πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή προόδου – αντίδρασης και προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αναζητηθούν προοδευτικές συγκλίσεις.

*  Διδάσκων στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών

 

Χρήστος Ζιώγας*

Γιατί δεν είναι επωφελής η συμφωνία με τα Σκόπια… Πρώτον, οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν κατέληξαν σε συμφωνία με το γειτονικό κράτος διότι θεωρούσαν επιζήμιο να αναγνωρίσουν μακεδονική ταυτότητα και γλώσσα, που ήταν και τα δυσκολότερα ζητήματα της διαπραγμάτευσης. Η παρούσα κυβέρνηση συμφώνησε, υιοθετώντας επί του θέματος τις μειοψηφικές και όχι τις πλειοψηφικές αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας. Κατά μία έννοια, αναγνωρίζοντας μακεδονική εθνότητα και γλώσσα, αναιρείται ο γεωγραφικός προσδιορισμός ως βασική συνιστώσα της προσπάθειας διευθέτησης, και ο αλυτρωτισμός, ενώ εξαλείφεται από τα θεσμικά κείμενα των Σκοπίων, μελλοντικά δύναται να επανέλθει εξ αυτού του γεγονότος.

Δεύτερον, οι διεθνείς συμφωνίες αντικειμενικό σκοπό έχουν την αμοιβαία δέσμευση των μερών και την κοινή αντίληψή τους επί των συμφωνηθέντων. Οι αρχαίοι έλεγαν: «Σοφόν το σαφές, ου το μη σαφές»! Όλα τα σημεία της συμφωνίας τα οποία δίνουν την δυνατότητα διαφορετικής ερμηνείας, πολύ πιθανόν να δημιουργήσουν προβλήματα στο μέλλον. Αναμφίβολα, το ζήτημα της ιστορικής κληρονομίας της Μακεδονίας και της μακεδονικής ταυτότητας στη σύγχρονή της διάσταση συνιστούν τέτοια.

Τρίτον, κυνικά αλλά κατά το πλείστον στο διεθνές σύστημα, η Ελλάδα ως ισχυρότερο κράτος δεν μπόρεσε να επιβάλει την επωφελέστερη για την ίδια λύση, μετατρέποντας -κατά τα φαινόμενα- ένα διμερές πρόβλημα σε εσωτερικό. Τέταρτο και συνακόλουθο, το κράτος των Σκοπίων επιθυμεί να γίνει μέλος διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχει η Ελλάδα. Είθισται τα προς ένταξη κράτη να προβαίνουν σε περισσότερες υποχωρήσεις, όχι το αντίστροφο. Πέμπτον, μια συμφωνία δεν πρέπει να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που θεωρητικά επιλύει, και η συγκεκριμένη, αν και διευθετεί ορισμένα ζητήματα, ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία.

* Μεταδιδακτορικός Ερευνητής και Διδάσκων Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

 

Αλέξης Ηρακλείδης*

Η φόρμουλα λύσης που πρόσφατα βρέθηκε στο Μακεδονικό ήταν ανέλπιστη. Η διπλωματική αυτή επιτυχία της Ελλάδας ξεπέρασε κάθε ρεαλιστική ελληνική προσδοκία.

Κατόρθωσε το ακατόρθωτο, όχι μόνο την αλλαγή του ονόματος, αλλά και την εξασφάλιση του erga omnes και την αλλαγή εδαφίων του Συντάγματος. Δεν πρόκειται καν για μια λύση «θετικού αθροίσματος», με δύο κερδισμένους, χωρίς χαμένους, που ήταν το ζητούμενο, αλλά για λύση που γέρνει σαφώς υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Ωστόσο, αυτή η ελληνική διπλωματική νίκη ίσως κρύβει, ακριβώς επειδή είναι ετεροβαρής (με νικητή την Ελλάδα), μια αχίλλειο πτέρνα: μπορεί τελικά να μη γίνει αποδεκτή από τους Σλαβομακεδόνες, όσο σημαντικά και να είναι τα «καρότα» (η ένταξη στο ΝΑΤΟ και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ) που χρυσώνουν το επώδυνο γι’ αυτούς χάπι.

*  Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ανάλυσης Συγκρούσεων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Γιώργος Μπουγελέκας: Να συναντηθούμε με τους κατοίκους των πόλεων

Γιώργος Μπουγελέκας
MACRO

Ο Πλούταρχος γράφει πως, όταν ένας στρατιώτης πλησίασε τον Πύρρο για να τον συγχαρεί, αυτός του απάντησε αυτοσαρκαστικά: «Μια ακόμα νίκη επί των Ρωμαίων και θα χαθούμε εντελώς».

Ακούγεται συχνά από μερίδα συντρόφων μας πως το κύριο επίδικο στις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές είναι η πάση θυσία τοποθέτησή μας με την πλευρά των νικητών. Λες και η χωρίς -ελάχιστες έστω- προϋποθέσεις στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ σε οποιονδήποτε νικητή των δημοτικών εκλογών, πού δεν είναι διαπλεκόμενος και ακροδεξιός, θα τον βοηθήσει στη βασική του αποστολή, που είναι να ανακουφίσει τον επί εννέα χρόνια δοκιμαζόμενο από τα Μνημόνια ελληνικό λαό.

Ταυτόχρονα ορισμένες πτυχές της απλής αναλογικής αντιμετωπίζονται από ένα μέρος των αυτοδιοικητικών στελεχών της χώρας -ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση- με δισταγμούς ή και με εχθρότητα, ενώ από άλλους αυτοδιοικητικούς παράγοντες διατυπώνεται η άποψη πως εξίσου δύσκολη θα είναι η πορεία μας χωρίς την απλή αναλογική αντιμετωπίζοντας το συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα ως την απόλυτη λύση όλων των προβλημάτων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Θα μου επιτρέψετε να πάρω αποστάσεις από αυτές τις απόψεις εστιάζοντας σε δύο σημεία που βρίσκονται -κατά τη γνώμη μου- στην καρδιά της συζήτησης για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τις δημοτικές εκλογές κρατώντας ως δεδομένο πως η απλή αναλογική είναι θεμελιακή αξία του θησαυροφυλακίου της Αριστεράς και πως ο κίνδυνος της ακυβερνησίας στους δήμους και τις Περιφέρειες επισείεται από τους επικριτές της απλής αναλογικής προκειμένου να καλυφθεί η διαιώνιση ενός καθεστώτος ακινησίας, που οδηγεί την Αυτοδιοίκηση στον μαρασμό.

Το πρώτο σημείο σχετίζεται με την αίσθηση ματαίωσης που αισθάνεται το μέλος του ΣΥΡΙΖΑ από τη στιγμή που έχει νιώσει πλέον στο πετσί του πως η γνώμη του δεν μετράει στο κόμμα του και πως κάπου αλλού, έξω από την Ο.Μ. όπου συμμετέχει, λαμβάνονται οι τελικές και καθοριστικές αποφάσεις για τα πιο σοβαρά ζητήματα και μάλιστα στην περίπτωση των αυτοδιοικητικών εκλογών κόντρα και στο -με κόπους κατακτημένο- καταστατικό μας.

Αξίζει σε αυτό το σημείο να θυμηθούμε τη συγκεκριμένη διατύπωση του 25ου άρθρου του θεμελιακού μας κειμένου: «Η στήριξη και δραστηριοποίηση των μελών του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτοδιοικητικά σχήματα της περιοχής τους αποφασίζεται: για τις δημοτικές κινήσεις, από τη συνέλευση των Ο.Μ. του οικείου δήμου, στην οποία επιπλέον μετέχουν τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ που ανήκουν σε κλαδικές ή θεματικές οργανώσεις και κατοικούν στον οικείο δήμο, καθώς και τα μέλη της Νεολαίας του οικείου δήμου».

Όμως για να υλοποιηθεί η συγκεκριμένη διάταξη -σύμφωνα και με ένα ενδιαφέρον κείμενο πρωτοβουλίας στελεχών μας στη Βόρεια Αθήνα- «το κύριο ζητούμενο για το κόμμα μας σήμερα είναι η λειτουργία των κομματικών οργάνων, τμημάτων και μέσων του κόμματος και όχι η λεγόμενη συνεννόηση και σύμπνοια των τάσεων κεντρικά».

Το δεύτερο σημείο που στη συνέχεια θα έπρεπε να μας απασχολεί είναι ο δύσκολος δρόμος της συγκροτημένης λειτουργίας των αυτοδιοικητικών κινήσεων, της δραστήριας παρουσίας τους στα αυτοδιοικητικά πράγματα και στην κοινωνία, της καλλιέργειας του προγραμματικού λόγου τους και της αναζήτησης συνεργασιών σε προγραμματική βάση. Ιδιαίτερα μάλιστα πρέπει να μας απασχολεί η κινητοποίηση των ίδιων των πολιτών, μέσα από την κοινή τους δράση, και όχι η εναγώνια αναζήτηση δήθεν ηγετών στην πασαρέλα των λαμπερών υποψηφίων των αυτοδιοικητικών εκλογών.

Δηλαδή θα έπρεπε πρωτίστως να μας απασχολεί η οδός της ενίσχυσης μέσα στην Αυτοδιοίκηση της αντίληψης που η Ανανεωτική και Ριζοσπαστική Αριστερά υιοθετεί, ώστε με τις συνεργασίες και την ενισχυμένη επιρροή της να καταστεί πλειοψηφική η αντίληψή της τόσο στα συμβούλια όσο και στην κοινωνία.

Σοβαρές αποκλίσεις από αυτήν την κατεύθυνση, όπως πρόσφατα έγραψε ο Μπάμπης Γεωργούλας στην εφημερίδα «Εποχή», είναι πολύ πιθανό να δυσφημήσουν ακόμα και την ίδια την απλή αναλογική στα μάτια των κατ’ εξοχήν υποστηρικτών της, δηλαδή στα δικά μας. Κι αυτή θα είναι μια ζημιά διαρκείας.

Ας αποφύγουμε λοιπόν αυτές τις ξέρες και ας ανοιχτούμε από αύριο στις θάλασσες της κοινωνίας. Ας κρατήσουμε ως εφαλτήριο της προσπάθειάς μας πρωτίστως το έργο των άξιων δημάρχων και περιφερειαρχών που καταφέραμε να εκλέξουμε στις προηγούμενες εκλογές, αλλά και το έργο όσων έμπρακτα μετά το 2014 προσέγγισαν τον ΣΥΡΙΖΑ, στήριξαν τις βασικές του επιλογές, ανακούφισαν τους δημότες τους, συμπεριφέρθηκαν με ανθρωπιά στους πρόσφυγες.

Ας προβάλουμε το σημαντικό έργο όλων αυτών των στελεχών της Αυτοδιοίκησης ως δείγμα γραφής του έργου και εκείνων που επιπλέον θα εκλέξουμε στις προσεχείς αυτοδιοικητικές εκλογές. Ας συναντηθούμε -έστω και καθυστερημένα- με τους κατοίκους των πόλεων, ας καταγράψουμε τα προβλήματά τους, ας καταστρώσουμε τοπικά προγράμματα, ας ξαναζωντανέψουμε τις δημοτικές μας κινήσεις και με λάβαρο ιδεολογικό, ηθικό και πολιτικό την απλή αναλογική, αλλά και τις αξίες της Αριστεράς, ας δώσουμε με αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση και αυτή τη μάχη στο νέο τοπίο που με τόλμη ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνει στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Ο Γιώργος Μπουγελέκας είναι εκπαιδευτικός, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: Η Αυγή

 

«Χρειαζόμαστε τη ριζοσπαστι­κοποίηση της Αριστεράς»

Σαμίρ Αμίν Γαλλο-αιγύπτιος οικονομολόγος γεννήθηκε το 1931 στο Κάιρο, σπούδασε στο Παρίσι, όπου έγινε μέλος του γαλλικού Κ.Κ., από το οποίο αποστασιοποιήθηκε αργότερα. Είναι συγγραφέας περισσοτέρων των 30 βιβλίων, ορισμένα εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Μάλιστα ένα απ’ αυτά («Η συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα») το έχει προλογίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος διατηρούσε στενή σχέση μαζί του.

Πηγή : http://www.efsyn.gr/arthro/hreiazomaste-ti-rizospastikopoiisi-tis-aristeras      Συντάκτης:  Τάσος Τσακίρογλου 

Τσίπρας: Ο Σαμίρ Αμίν είδε νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της Αριστεράς

Τον κορυφαίο οικονομολόγο και θεωρητικό του μαρξισμού, Σαμίρ Αμίν, που έφυγε από τη ζωή, αποχαιρετά ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, σημειώνοντας ότι οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για την Αριστερά

Τσίπρας: Ο Σαμίρ Αμίν είδε νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της Αριστεράς | in.gr

Επικαιροποίηση άρθρου 13 Αυγούστου 2018

Τον κορυφαίο οικονομολόγο και θεωρητικό του μαρξισμού, Σαμίρ Αμίν, που έφυγε από τη ζωή, αποχαιρετά ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, σημειώνοντας ότι οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για όλους τους αριστερούς και τις αριστερές.

«Ο Samir Amin, κορυφαίος οικονομολόγος και θεωρητικός του μαρξισμού, είδε από νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της αριστεράς προκειμένου να αντιμετωπίσει τον καταστροφικό, για το περιβάλλον και τους ανθρώπους, καπιταλισμό της εποχής μας. Οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για όλους τους αριστερούς και τις αριστερές. Τον αποχαιρετούμε με σεβασμό», έγραψε σε ανάρτηση του στο twitter ο κ. Τσίπρας.

Ο οικονομολόγος Σαμίρ Αμίν, στο νέο του βιβλίο «Modern Imperialism, Monopoly Finance Capital, and Marx’s Law of Value», «ξαναδιαβάζει» τον Μαρξ και επαναθεμελιώνει την ανάγκη για μελέτη βασικών αναλύσεων του Γερμανού φιλοσόφου. Μιλά στην «Εφ.Συν.» για την Ευρώπη, τη Σοσιαλδημοκρατία, την Αριστερά και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

● Φέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ, ενός ανθρώπου που συνέβαλε αποφασιστικά στην κατανόηση της νεωτερικότητας, των αντιφάσεων του καπιταλισμού αλλά και της σημασίας της ανθρώπινης δράσης στην προσπάθεια για κοινωνική αλλαγή. Τι πρέπει να κρατήσουμε απ’ αυτόν σήμερα;

Χρειαζόμαστε τον Μαρξ περισσότερο από ποτέ. Αυτό που έκανε, δεν ήταν ότι έγραψε για τον 19ο αιώνα, έναν περασμένο αιώνα, αλλά έδωσε τη μοναδική εξήγηση για το τι είναι ο καπιταλισμός, για το ποια είναι η ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και ακόμα περισσότερο, είδε όχι μόνο την οικονομική πλευρά του προβλήματος, αλλά και την κοινωνικοπολιτική πλευρά της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Στον βαθμό που ζούμε σ’ αυτήν την καπιταλιστική κοινωνία, πρέπει να την κατανοήσουμε, όποια και αν είναι η βαθμίδα ανάπτυξής της. Φυσικά, η καπιταλιστική κοινωνία σήμερα είναι πολύ διαφορετική από εκείνην του 19ου αιώνα, όταν έγραφε ο Μαρξ. Αυτό όμως είναι δευτερεύουσας σημασίας, διότι η ουσία του καπιταλισμού είχε ήδη κατανοηθεί από τον Μαρξ.

Και αυτή η ουσία συνεχίζεται για όσο ζούμε σ’ αυτή την κοινωνία. Αυτό είναι κάτι πολύ βασικό. Ο Μαρξ το κατάλαβε από πολύ νέος. Μπορείς να βρεις τις ρίζες του μαρξισμού –από τότε που έγινε μαρξισμός– ήδη από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, 170 χρόνια πριν, το 1848. Τότε ήταν μόλις 30 ετών. Εάν διαβάσετε σήμερα το Μανιφέστο, θα βρείτε προτάσεις οι οποίες ισχύουν περισσότερο σήμερα παρά τότε.

● Ήταν μια επαναστατική εποχή…

Εκείνη την εποχή, το 1848, ο καπιταλισμός στην τελική του μορφή είχε κυριαρχήσει σ’ ένα πολύ μικρό μέρος της Ευρώπης, όπως η Αγγλία, η Γαλλία, το Βέλγιο και σ’ ένα μικρό τμήμα της Δυτικής Γερμανίας. Σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη το καπιταλιστικό σύστημα δεν είχε κυριαρχήσει πραγματικά. Ούτε καν σαν οικονομικό σύστημα και πολύ λιγότερο ως κοινωνικοπολιτικό σύστημα.

Και όμως, ο Μαρξ κατανόησε ότι αυτό το κοινωνικό πλαίσιο πρόκειται να κατακτήσει σύντομα όχι μόνο την Ευρώπη, αλλά ολόκληρο τον κόσμο. Κανένας άλλος δεν το αντιλήφθηκε αυτό εκείνη την εποχή. Όλοι νόμιζαν ότι θα υπάρχει για πολύ καιρό αυτό που ονομάστηκε φεουδαρχισμός. Ο Μαρξ ήταν ο μόνος που κατάλαβε ότι αυτό το σύστημα θα αναπτυχθεί πολύ γρήγορα.

Μετά, στο μείζον έργο του, «Το Κεφάλαιο», και κυρίως στους τόμους 1 και 2, αναλύει την ουσία του καπιταλισμού σαν έναν τρόπο παραγωγής και σαν κοινωνία. Δεν μας παρουσιάζει την ιστορία τού πώς εμφανίστηκε αυτό το σύστημα, αλλά πηγαίνει κατευθείαν στην ουσία. Και η ουσία είναι η ανακάλυψη από τον Μαρξ της θεωρίας της αξίας της εργασίας. Ότι η εργασία μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα. Ότι η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα που πουλιέται. Γίνεται το μείζον πλαίσιο της εργασίας – όχι το μοναδικό, αλλά το μείζον.

● Δηλαδή, απομυστικοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις.

Ναι, τις απομυστικοποιεί. Οι εργάτες νομίζουν ότι πουλάνε την εργασία τους, αλλά στην πραγματικότητα πουλάνε την εργατική τους δύναμη. Και αυτό είναι το μυστικό για να καταλάβουμε την υπεραξία, την εκμετάλλευση και την αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος. Κανένας δεν το κατανόησε αυτό. Ούτε πριν ούτε μετά τον Μαρξ επιχείρησε κάποιος να το κάνει.

● «Ο νεοφιλελευθερισμός βρίσκεται στο τέλος της διαδρομής του, παράγοντας τεράστια εξαθλίωση για τους περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο, διαλύοντας την κοινωνική συνοχή, προωθώντας τον μιλιταρισμό σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά και την οικολογική καταστροφή». Αυτό έχετε γράψει πριν από λίγο καιρό. Ποια είναι η αποτίμησή σας για τη δράση της Αριστεράς να εμποδίσει αυτές τις εξελίξεις;

Πρέπει πρώτα να πούμε δυο λόγια για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό τού σήμερα. Αυτός δεν είναι ίδιος με εκείνον του τέλους του 19ου αιώνα και μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχει μετατοπιστεί δραστικά σε ένα νέο στάδιο μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ξεκινώντας από την [πετρελαϊκή] κρίση του 1973-75. Η κρίση ξεκίνησε τότε και όχι το 2007-8.

Η συστημική και μακρόχρονη κρίση του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός αντέδρασε σ’ αυτή την κρίση περνώντας ακόμα περισσότερο σε έναν μονοπωλιακό έλεγχο του κεφαλαίου. Και μιλώντας για έλεγχο, να πούμε ότι δεν αναφερόμαστε στον έλεγχο της ιδιοκτησίας, αλλά στον καθολικό έλεγχο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που υπάρχει σήμερα, κάτι που δεν συνέβαινε πριν από το 1975.

Φυσικά, τα μονοπώλια υπήρχαν και ήταν σημαντικά, αλλά δεν κυριαρχούσαν μόνα τους. Τώρα έχει πρακτικά υποταχθεί όλο το οικονομικό σύστημα στο στάδιο των υπεργολάβων. Για παράδειγμα, σήμερα οι αγρότες δεν είναι πλέον ανεξάρτητοι καπιταλιστές παραγωγοί, διότι ελέγχονται από το μονοπωλιακό κεφάλαιο, το οποίο τους παρέχει πιστώσεις, υλικά, λιπάσματα, χημικά κ.λπ. Είναι εκ των πραγμάτων υπεργολάβοι του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

● Όμως, ποια ήταν η δράση της Αριστεράς για να εμποδίσει αυτές τις εξελίξεις;

Έρχομαι και σ’ αυτό, αλλά πρώτα να καταλάβουμε ποια είναι η πρόκληση. Γιατί η Αριστερά δεν αντιλαμβάνεται ακριβώς τη φύση της πρόκλησης. Συνεχίζει να νομίζει ότι ο καπιταλιστής είναι αυτός που ήταν, ένα μέλος των καπιταλιστών ιδιοκτητών, μεταξύ αυτών και μέλος φυσικά των μονοπωλίων, και αυτό είναι όλο. Όμως όχι! Είναι πολύ περισσότερα απ’ αυτό. Υπάρχει ένας ολοκληρωτικός έλεγχος και αυτός ο έλεγχος υποβιβάζει όλους τους παραγωγούς στο επίπεδο του υπεργολάβου και παράγει πολιτικά αποτελέσματα.

Σημαίνει ότι δεν βρισκόμαστε πια σε μια δημοκρατία, ακόμα και αστική δημοκρατία, στην οποία υπήρχαν η Αριστερά και η Δεξιά και αποδεχόταν τους βασικούς κανόνες του καπιταλισμού και για τις δύο πλευρές, τουλάχιστον την πλειοψηφία τους, αλλά υπό διαφορετικές συνθήκες για την εργασία και το κεφάλαιο. Δεν συμβαίνει πια αυτό. Έχουμε ένα ολοκληρωτικό σύστημα, το οποίο έχει εξισώσει την εκλογική Αριστερά, την πλειοψηφία της, με τη Δεξιά.

Δηλαδή, μια συναίνεση που αποδέχεται τον έλεγχο του μονοπωλιακού κεφαλαίου πάνω σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα και άρα, και στο πολιτικό σύστημα. Δεν υπάρχει περιθώριο για διαπραγμάτευση.

Και αυτό έχει οδηγήσει την εκλογική Αριστερά στις δυτικές χώρες από τη σοσιαλδημοκρατία στον σοσιαλφιλελευθερισμό, κάτι που σημαίνει ότι δεν υπάρχει διαφορά στην αποδοχή των λεγόμενων κανόνων της αγοράς. Αντικαθίστανται οι κοινωνικές διαπραγματεύσεις ως ένας τρόπος να λειτουργεί το σύστημα οικονομικά και πολιτικά. Έτσι, αυτό καταλήγει να είναι ένα δράμα και μια πρόκληση.

● Και η Αριστερά;

Πώς αντιδρά η Αριστερά; Εάν πάρουμε τις ευρωπαϊκές χώρες –δεν μιλώ για άλλες, όπως οι ΗΠΑ, ή ο Νότος κ.λπ.– και κυρίως τις αναπτυγμένες χώρες, όπως η Βρετανία, η Γερμανία και η Γαλλία και ίσως η Ιταλία και η Ισπανία, αλλά και τις λιγότερο αναπτυγμένες, στην ανατολική και νότια Ευρώπη, θα δούμε ότι η εκλογική Αριστερά εκεί έχει αποκηρύξει όχι μόνο τον σοσιαλιστικό ορίζοντα –με την επαναστατική διαδικασία– αλλά έχουν εγκαταλείψει ακόμα και τη λεγόμενη «μεταρρυθμιστική διαδικασία».

Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι ακριβώς η επιστροφή μας σε μια ριζοσπαστική Αριστερά. Δηλαδή, μια Αριστερά που θα λέει ότι αυτό το σύστημα είναι γερασμένο. Αυτό σημαίνει ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός σ’ αυτό το σημερινό στάδιο είναι ένα σύστημα του οποίου η καταστροφική πλευρά της συσσώρευσης έχει αναπτυχθεί πολύ περισσότερο από τις θετικές και προοδευτικές πλευρές.

Η ιδέα του Σουμπέτερ για τη δημιουργική καταστροφή ήταν σωστή στην εποχή του, τον 19ο αιώνα, αλλά σήμερα είναι μια ανοησία. Σήμερα, η καταστροφική πλευρά είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δημιουργική. Η δημιουργική του πλευρά έχει περιοριστεί στη μόδα και στην ανανέωση των προϊόντων ανά δύο ημέρες, όπως η αντικατάσταση του ενός κινητού από άλλο κ.λπ.

Όλο αυτό αποτελεί σπατάλη φυσικών πόρων. Η κλιματική αλλαγή ως αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι δραματική, αλλά επίσης και οι κοινωνικές καταστροφές, με τη μορφή της μόνιμης ανεργίας, της συνεχόμενης επισφάλειας στη διαχείριση της εργασίας, αλλά και των καταστροφών για τη μεγάλη πλειονότητα του παγκόσμιου Νότου: Ασία, Αφρική, Λ. Αμερική και Καραϊβική.

Δηλαδή, για το 85% του παγκόσμιου πληθυσμού. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες, αλλά αφορά εν μέρει και τη Ρωσία και την Κίνα. Χρειαζόμαστε μια ριζοσπαστικοποίηση της Αριστεράς. Αυτό θεωρήθηκε δυνατό και σε μερικές χώρες, ακόμα και στην Ευρώπη.

● Αυτή είναι η επόμενή ερώτησή μου, η οποία αφορά την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και την αποτίμησή σας για τα τρία χρόνια διακυβέρνησής της.

Είχα μεγάλη συμπάθεια στον ΣΥΡΙΖΑ επειδή πίστευα ότι μπορεί να γίνει πρακτικά ένα κίνημα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων να το υποστηρίζουν και έτσι να αναγκάσει την Ευρώπη να αρχίσει να αλλάζει, μέσω μονομερών μέτρων έστω, σε μια μικρή και ευάλωτη χώρα.

Από κάπου έπρεπε να αρχίσει. Αυτό θα αντηχούσε αμέσως στην Ισπανία με τους PODEMOS και στην Πορτογαλία με την έναρξη μικρών αλλαγών, μέσω των νέων θέσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος και με περιορισμένη υποστήριξη της μισο-αριστερής και όχι ακραίας δεξιάς πολιτικής της λιτότητας.

Αυτό θα είχε αντίκτυπο στη Γαλλία και ίσως στη Γερμανία και σίγουρα θα άρχιζε να αλλάζει την Ευρώπη.

● Ωστόσο, δεν έγινε…

Αντί γι’ αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ συνθηκολόγησε τελικά. Δηλαδή, αποδέχτηκε την κατάσταση ως είχε. Γιατί; Διότι υπήρχαν αντιφάσεις από την αρχή.

Όχι μόνο στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, με τις διάφορες συνιστώσες, οι οποίες ήταν σαν κόμματα μέσα στο κόμμα, αλλά και στο εσωτερικό του ίδιου του ελληνικού λαού. Την ίδια στιγμή απέρριπταν τις συνέπειες της κυριαρχίας του μονοπωλιακού χρηματιστικού κεφαλαίου, δηλαδή την τρομερή λιτότητα, την αβεβαιότητα, την ανεργία κ.λπ. και ταυτόχρονα συνέχιζαν να έχουν ψευδαισθήσεις για την Ευρώπη.

Τα δύο τρίτα των Ελλήνων ήταν κατά της λιτότητας και την ίδια στιγμή αυτά τα δύο τρίτα ήταν φιλοευρωπαϊστές, με εξαίρεση κάποιους. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι αυτή η Ευρώπη μπορεί να αλλάξει. Και αυτό οδήγησε τη δεξιά πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ πίσω στη συνθηκολόγηση και στην αποδοχή της κατάστασης που είχε διαμορφώσει η Γερμανία για όλη την Ευρώπη.

 Ποιος είναι 

Ίσως ο επιφανέστερος εκπρόσωπος των θεωριών για την Ανάπτυξη, ο Γαλλο-αιγύπτιος οικονομολόγος γεννήθηκε το 1931 στο Κάιρο, σπούδασε στο Παρίσι, όπου έγινε μέλος του γαλλικού Κ.Κ., από το οποίο αποστασιοποιήθηκε αργότερα. Είναι συγγραφέας περισσοτέρων των 30 βιβλίων, ορισμένα εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Μάλιστα ένα απ’ αυτά («Η συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα») το έχει προλογίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος διατηρούσε στενή σχέση μαζί του.

Ο δύσκολος δρόμος της αυτονομίας και της δημοκρατίας

Πηγή: Ο δύσκολος δρόμος της αυτονομίας και της δημοκρατίας

ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΗ ΚΟΒΑΝΗ

Τι καινούργιο έφερε το ΚΚΕ εσωτερικού στην αριστερά και στην πολιτική ζωή της χώρας;

Το ερώτημα αυτό έθεταν αρκετοί μετά την 12η Ολομέλεια   και ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση. Όχι μόνον όσοι αμφισβητούσαν, έμμεσα, την ανάγκη ρήξης και τη χάραξη μιας νέας πολιτικής για το κομμουνιστικό και αριστερό κίνημα της χώρας μας, και την ίδρυση του νέου φορέα του ΚΚΕ εσωτερικού.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο αν ανατρέξουμε, έστω πολύ σύντομα, στα γεγονότα μετά τη διάσπαση, στις θεωρητικές αναλύσεις και πολιτικές τοποθετήσεις των συλλογικών σωμάτων του νέου φορέα.

Δεν θα σταθούμε στις αιτίες και τις καταστάσεις που οδήγησαν στη διάσπαση, κατατέθηκαν τόσες προσωπικές μαρτυρίες, έγιναν αναλύσεις τις τελευταίες εβδομάδες όχι μόνο στην «Αυγή» αλλά και στην «Εφημερίδα των Συντακτών», στη «Νέα Σελίδα» και σε άλλα έντυπα.

Η διάσπαση μετά την 12η Ολομέλεια ήταν καθολική και αγκάλιασε ολόκληρο το κόμμα, όλες τις αντιστασιακές οργανώσεις.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΚΚΕ εσωτερικού
θέσεις τής Κομμουνιστικής ’Οργάνωσης Σπουδαστών του ΚΚΕ (Εσωτερικού)

Μέσα στις συνθήκες της δικτατορίας η προσπάθεια συγκρότησης ενός φορέα της ανανεωτικής κομμουνιστικής αριστεράς με νέες αρχές, αξίες και πρακτικές, που έθεταν στο κέντρο της προσοχής τον σεβασμό στη διαφορετική άποψη, την ενθάρρυνση της αναζήτησης και του προβληματισμού, δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Τη στιγμή μάλιστα όπου ο κόσμος της αριστεράς δεν είχε ξεπεράσει τις αρχικές, οδυνηρές επιπτώσεις από την επιβολή της δικτατορίας.

Πριν προχωρήσουμε, θα πρέπει να σημειωθεί -και αυτό το ανακάλεσε στη μνήμη ο ονομαστικός κατάλογος των κρατουμένων στις Φυλακές Κορυδαλλού που είχε συντάξει η Ασφάλεια, και ο οποίος δημοσιεύτηκε πρόσφατα, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου, στην «Εφημερίδα των Συντακτών»- ότι η ανανεωτική αριστερά από τις πρώτες μέρες της δικτατορίας και στη συνέχεια υπήρξε μια από τις βασικότερες δυνάμεις που κράτησε το νήμα της οργανωμένης αντίστασης στη διάρκεια της επταετίας, χωρίς οικονομικά μέσα, χωρίς επαρκή διεθνή στηρίγματα και με μια ιστορικά ασύμβατη με την αριστερά συμπεριφορά εκ μέρους της «άλλης πλευράς», που συνεχίστηκε και διαρκεί μέχρι σήμερα, ξεπερνώντας κατά περιόδους τα όρια της αντιπαράθεσης με όρους πολιτικής.

Με δημοκρατία και ελευθερία

Το ΚΚΕ εσωτερικού, μετά την πτώση της δικτατορίας

Πλάνα από το 1ο Συνέδριο του ΚΚΕ Εσωτερικού (Πανιώνιος, 1976) – Φιλμ 8μμ του Χάρη Πολιτόπουλου στο YouTube.

δεν μπόρεσε να συσπειρώσει όλες τις δυνάμεις της αριστεράς που είχαν διαφωνήσει με την 12η Ολομέλεια, ούτε τις νέες δυνάμεις με τις οποίες είχε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συμπορευθεί στη διάρκεια της δικτατορίας, όπως, π.χ., η Δημοκρατική Άμυνα. Τα εκλογικά του αποτελέσματα κυμάνθηκαν πάντα σε χαμηλά ποσοστά. Ωστόσο, καταγράφηκε σαν μια πολιτική δύναμη της αριστεράς που έφερνε καινούργιες ιδέες με τη στρατηγική του για τον σοσιαλισμό με δημοκρατία και ελευθερία, ώστε να καταξιώνεται ως μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη. Η στρατηγική του αυτή σε συνδυασμό με το σταθερό προσανατολισμό προς την Ευρώπη -«Για μια Ευρώπη των λαών», μια «Ευρώπη με ευρύτερο πεδίο αντίληψης των ταξικών αγώνων των εργαζομένων και των λαών»- είχε προκαλέσει ευρύτερο ενδιαφέρον και συζητήσεις σε πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις. Η νέα στρατηγική για την οικοδόμηση ενός ανανεωτικού κομμουνιστικού κόμματος συνδεόταν με μια σειρά νέες αντιλήψεις για την ίδια τη λειτουργία και τη δράση του, μακριά από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και αντιδημοκρατικές πρακτικές. Σύμφωνα με αυτήν, όλα τα κομματικά όργανα, ανώτερα και κατώτερα, θα έπρεπε αποκτήσουν ουσιαστική λειτουργία, δηλαδή «να είναι όργανα πολιτικής ευθύνης». Γιατί «μόνο έτσι μπορούν να έχουν ουσιαστική συμμετοχή όλα τα μέλη και οι οργανώσεις». «Το κόμμα οφείλει να υπάρχει πραγματικά στο χώρο του». Αυτό όφειλε να είναι και το ζητούμενο: να προγραμματίζει και να ελέγχει.

Το συνδικαλιστικό κίνημα

Η νέα στρατηγική προϋπέθετε νέες επεξεργασίες και προτάσεις, για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς και το κράτος. Η διαδικασία αυτή, ασφαλώς, δεν θα μπορούσε να είναι ευθύγραμμη, χωρίς δυσκολίες και συγκρούσεις. Ήταν και θα είναι μια πορεία δύσκολη, με αντιφάσεις και ανατροπές. Μια πορεία «μακρά, μέσω των θεσμών», στην οποία καθοριστικό ρόλο θα έχει «το μαζικό κίνημα, ένα κίνημα από τη φύση του πολύμορφο, πολυδιάστατο, πολυαξονικό, συναποτελούμενο από πλήθος επιμέρους κινημάτων».

Η ραχοκοκαλιά ενός τέτοιου πλατιού κινήματος δεν μπορεί παρά να είναι «ένα ισχυρό εργατικό κίνημα». Από εδώ ξεπηδάει και η ανάγκη ενός μαζικού αυτοδύναμου, ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος. Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας δεν έχει μόνο να επιδείξει πλούσια δράση και προσφορά. Είχε ταυτόχρονα την ατυχία να εκπροσωπείται από δοτές αντιδημοκρατικές ηγεσίες.

Για το ΚΚΕ εσωτερικού και τις ανανεωτικές συνδικαλιστικές δυνάμεις στο χώρο (ΑΕΜ), η έξοδος από τη δικτατορία ήταν μια σημαντική ιστορική στιγμή για το συνδικαλιστικό κίνημα, με πολλές δυνατότητες για μια πορεία ενωτική, δημοκρατική, με στόχο την αποκατάσταση της συνδικαλιστικής δημοκρατίας. Δυστυχώς, οι αριστερές δημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν. Ενώ συμφωνούσαν επί της αρχής, διαφωνούσαν στο διά ταύτα, έχοντας επιλέξει ως απώτερο στόχο τους την αριθμητική επικράτηση. Έτσι, η συνδικαλιστική ηγεσία που είχε βρεθεί στην ΓΣΕΕ με τις ευλογίες του τότε υπουργού Εργασίας Κ. Λάσκαρη, παρέμεινε στη θέση της μέχρι το 1982, οπότε αποπέμφθηκε με δικαστική απόφαση και διορίσθηκε νέα, προσωρινή διοίκηση, με πρόεδρο τον Ορέστη Χατζηβασιλείου, ο οποίος παραιτήθηκε μετά από ένα χρόνο, εκφράζοντας την αντίθεσή του στο άρθρο 4. Το συνδικαλιστικό κίνημα, όμως, δεν απέφυγε τον συντεχνιασμό, την κομματική εξάρτηση και τα φαινόμενα γραφειοκρατίας.

Οι αγώνες των εργαζομένων

Μεταδικτατορικά αναπτύχθηκαν σημαντικοί εργατικοί αγώνες, εμπνεόμενοι από ένα καινούργιο πνεύμα. Το ΚΚΕ εσωτερικού, με βάση τις καινοτόμες αντιλήψεις του για τη διαμόρφωση ενός νέου μοντέλου που θα εξέφραζε την αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων και το διευρυμένο ρόλο των συνδικάτων, πρότεινε μια σειρά από νομοθετικές προτάσεις για:

– Την επικύρωση της 135 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας και την σύσταση εργασίας 143, και την κατοχύρωση και διασφάλιση των συνδικαλιστών ελευθεριών στους χώρους δουλειάς.

– Την καθιέρωση της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής -που ίσχυε τότε στις ευρωπαϊκές χώρες και που σήμερα διασώζεται μόνο στο Βέλγιο.

– Τη σύσταση συμβουλίων «προσωπικού επιχειρήσεων» για τη συμμετοχή των εργαζομένων στη λύση των προβλημάτων.

Η αντίστροφη πορεία

Οι προτάσεις αυτές σηματοδότησαν μια πορεία με προοδευτική κατεύθυνση, η οποία όμως πολύ γρήγορα αμφισβητήθηκε, ως αποτέλεσμα της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που κυβερνούσαν στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης τη δεκαετία του ’80 άρχισαν να προσαρμόζονται στις νεοφιλελεύθερες επιταγές της λιτότητας και της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους.

Την πολιτική αυτή επικύρωσε η συνθήκη του Μάαστριχτ, στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο ευρωκομμουνισμός -με πρώτο το ΚΚ Ιταλίας- είχε ήδη μεταλλαχθεί. Το γιατί θα μπορέσουμε να το μάθουμε αν ο Ντ’ Αλέμα ή άλλος από την τότε ηγεσία αποφασίσει να γράψει κάποτε την αυτοβιογραφία του…

Το σοσιαλιστικό στρατόπεδο δεν υπήρχε πλέον, είχε έρθει το «τέλος της ιστορίας»… Οι δυνάμεις της ανανεωτικής ριζοσπαστικής αριστεράς, κομμουνιστές, οικολόγοι κ.λπ., μετά από μικρές και μεγάλες διασπάσεις, βρέθηκαν σε διάφορα σχήματα -ΑΚΟΑ, Συνασπισμός, ανένταχτοι- άρχισαν να ανιχνεύουν και να ζητούν διέξοδο, με κοινές και παράλληλες προσπάθειες, αντλώντας από μια κοινή παρακαταθήκη ανησυχιών και αναζητήσεων. Έτσι βρέθηκαν στους ίδιους δρόμους στη Γένοβα, στο Άμστερνταμ και αλλού, με όλους αυτούς που αγωνίζονταν στην Ευρώπη κατά της λιτότητας και των αντικοινωνικών μέτρων της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, αντιμέτωπες, στη συνέχεια, με την ανάγκη να αποκρούσουν τις συνέπειες της χρηματοοικονομικής κρίσης που ξέσπασε με ολέθριες συνέπειες για τις χώρες του Νότου.

Υπολογίσιμη πολιτική δύναμη

Από τότε η ελληνική ανανεωτική ριζοσπαστική αριστερά αναδείχθηκε και παραμένει μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη που τόλμησε να αναλάβει ευθύνες. Την τόλμη αυτή δεν επέδειξε ο Πρόντι, όταν σε πολύ διαφορετικές καταστάσεις, αναδείχθηκε πρωθυπουργός στην Ιταλία με τη στήριξη ολόκληρης της Αριστεράς. Μέσα σε δύο χρόνια απέτυχε και παραιτήθηκε, με ολέθριο αποτέλεσμα την κονιορτοποίηση της ιταλικής αριστεράς. Το ίδιο και ο Λιονέλ Ζοσπέν στη Γαλλία, όταν μετά τις μεγάλες απεργίες των Γάλλων σιδηροδρομικών, κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε την κυβέρνηση της «πληθυντικής αριστεράς». Μετά την ψήφιση μερικών προοδευτικών μέτρων, μεταξύ αυτών και το εμβληματικό 35ωρο, άρχισε να προσαρμόζεται και τελικά ηττήθηκε στις εκλογές.

Εδώ ακριβώς η ελληνική ριζοσπαστική αριστερά διαφοροποιείται από τη σοσιαλδημοκρατία. Γιατί μέσα σε δύσκολες συνθήκες χρεοκοπίας φαίνεται να κερδίζει το στοίχημα να βγει η Ελλάδα από την μνημονιακή επιτήρηση. Το επόμενο βήμα είναι να πετύχει και στην μεταμνημονιακή εποχή, κινητοποιώντας τα μαζικά κινήματα.

Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας Εσωτερικού

(σσ Στις 5 – 15 Φλεβάρη 1968, πραγματοποιήθηκε στη Βουδαπέστη η 12η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ . Στη 12η Ολομέλεια το ΚΚΕ διασπάστηκε, αν και όταν αυτή συνήλθε, το Κόμμα επί της ουσίας ήταν διασπασμένο, αρχίζοντας από την ΚΕ και το Πολιτικό της Γραφείο.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας Εσωτερικού (ΚΚΕ εσωτ.) υπήρξε ελληνικό πολιτικό κόμμα της Αριστεράς, που προήλθε από τη διάσπαση του ενιαίου ΚΚΕ μετά το Φεβρουάριο του 1968. Η ιδεολογική του ταυτότητα υπήρξε η ελληνική εκδοχή του Ευρωκομμουνισμού, η ανανέωση της Αριστεράς και η επαγγελία ενός «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο».

Στη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα μέσα από το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο – Π.Α.Μ. και την οργάνωση νεολαίας «Ρήγας Φεραίος«.

Μεταπολίτευση

Στις πρώτες εκλογές μετά την Μεταπολίτευση το ΚΚΕ Εσωτερικού συνεργάστηκε με την ΕΔΑ και το ΚΚΕ στην δημιουργία του συνασπισμού της Ενωμένης Αριστεράς. Η Ενωμένη Αριστερά απέσπασε 464.787 ψήφους και εξέλεξε 8 βουλευτές. Η συνεργασία με το ΚΚΕ δεν συνεχίστηκε και στις επόμενες εκλογές το ΚΚΕ Εσωτερικού σύναψε την «Συμμαχία Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων«, με την οποία και απέσπασε 139.356 ψήφους και εξέλεξε δύο βουλευτές, τον Ηλία Ηλιού και το Λεωνίδα Κύρκο, ο οποίος αργότερα δέχτηκε και σκληρή κριτική για τη συνεργασία αυτή.

Στις επόμενες εκλογές, το 1981, το ΚΚΕ Εσωτερικού πήρε μέρος αυτόνομο και έλαβε 76.404 ψήφους με ποσοστό μόλις 1.34% και δεν κατάφερε να εκλέξει βουλευτή στο κοινοβούλιο. Στις Ευρωεκλογές του ίδιου χρόνου τα ποσοστά ήταν αρκετά υψηλότερα, γεγονός το οποίο αποδεικνύει την «αιμορραγία” της εκλογικής βάσης του κόμματος προς το ΠΑΣΟΚ καθώς και την επιτυχία του συνθήματος του Ανδρέα Παπανδρέου «όχι ψήφος στη Δεξιά”.

Το 4ο Συνέδριο

Στον εσωκομματικό διάλογο που προηγήθηκε του 4ου συνεδρίου διατυπώθηκαν τέσσερις προτάσεις σχετικά με το μέλλον του κόμματος. Η πρώτη άποψη, με ηγετική φυσιογνωμία το Λεωνίδα Κύρκο, ζητούσε τη «μετεξέλιξη” του κόμματος σε ένα νέο, μη κομμουνιστικό, κόμμα της Αριστεράς, που θα ήταν ανοιχτό σε ευρύτερες συμμαχίες. Η δεύτερη άποψη, που υποστηρίχτηκε από το γραμματέα του κόμματος Γιάννη Μπανιά και τον πρώην γραμματέα Μπάμπη Δρακόπουλο, επεδίωκε την «αναβάθμιση” του κόμματος, τη διατήρηση του κομμουνιστικού χαρακτήρα του και παράλληλα τη ριζοσπαστικοποίησή του. Η λεγόμενη «τρίτη άποψη” ήταν και αυτή υπέρ ενός νέου φορέα της Αριστεράς, έκανε όμως κριτική στην παλαιότερη πορεία του κόμματος από τα αριστερά, και τόνιζε την ανάγκη της σύνδεσής του με τα νέα κοινωνικά κινήματα. Τέλος, η λεγόμενη «τέταρτη άποψη” θεωρούσε ότι οι συνθήκες δεν ήταν ακόμη ώριμες για ριζικές αλλαγές στη φυσιογνωμία του κόμματος.

Στο συνέδριο (Μάιος 1986) υπερίσχυσαν οι προτάσεις για τη δημιουργία ενός νέου, μη κομμουνιστικού φορέα. Τον Ιανουάριο του 1987, 29 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής από την τάση της «αναβάθμισης”, δήλωσαν ότι δεν πρόκειται να συμμετάσχουν στις διεργασίες για την ίδρυση του νέου φορέα και συγκρότησαν το ΚΚΕ Εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά, κίνηση στην οποία συμμετείχε και η πλειοψηφία της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Τον Απρίλιο του 1987 έγινε το ιδρυτικό συνέδριο του νέου κόμματος που ονομάστηκε Ελληνική Αριστερά (Ε.ΑΡ.) με γραμματέα το Λεωνίδα Κύρκο.

Εξέφραζε το κεντροαριστερό τμήμα του ευρωκομμουνισμού, σε αντίθεση όμως με αντίστοιχα κόμματα της Δυτικής Ευρώπης ουδέποτε συνεργάσθηκε με τη σοσιαλδημοκρατία.  Δε συμμετείχε ποτέ αυτόνομα σε εκλογές, αφού λίγο μετά την ίδρυσή της συνεργάσθηκε με το ΚΚΕ στη συγκρότηση του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου.

Το 1992, μετά την αποχώρηση του ΚΚΕ από το Συνασπισμό και τη μετεξέλιξη του τελευταίου από συμμαχία σε κόμμα, η ΕΑΡ αυτοδιαλύθηκε και τα μέλη της πέρασαν στο νέο κόμμα.

Ηγετική μορφή της ήταν ο Λεωνίδας Κύρκος. Άλλοι πολιτικοί που προέρχονται από την ΕΑΡ και διακρίθηκαν με το Συνασπισμό είναι οι Φώτης Κουβέλης, Μιχάλης Παπαγιαννάκης, Δημήτρης Παπαδημούλης.

Κ.Κ.Ε. Εσ.-Α.Α. (1987-1991)

Μετά τη διάσπαση του Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού το 1986, οι δυνάμεις της κομμουνιστικής ανανέωσης (η λεγόμενη πλατφόρμα της αναβάθμισης) συνέχισαν να εκφράζονται μέσα από το Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά και την οργάνωση νεολαίας ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Ενώ το άλλο κόμμα που προέκυψε από τη διάσπαση (Ε.ΑΡ.) συνεργάσθηκε με το ΚΚΕ και συγκρότησαν τον Συνασπισμό, το Κ.Κ.Ε. Εσ.-Α.Α. ακολούθησε αυτόνομη πορεία. Συμμετείχε μάλιστα στις εκλογές του 1990, καταγγέλλοντας τη συνεργασία του Συνασπισμού με τη Νέα Δημοκρατία.

Α.Κ.Ο.Α. (1991-2013)

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 το Κ.Κ.Ε. Εσ.-Α.Α. άλλαξε την ονομασία του σε Ανανεωτική Κομμουνιστική Οικολογική Αριστερά, σηματοδοτώντας τη μετατροπή του σε κινηματική αριστερή πολιτική οργάνωση που διεκδικεί την ανανέωση – ριζοσπαστικοποίηση του αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος της χώρας, καθώς και τη συνάντησή του με την πολιτική οικολογία.

Το 1998 συνεργάστηκε με το Κ.Κ.Ε. στις δημοτικές εκλογές, την εποχή που το τελευταίο έκανε άνοιγμα σε συμμαχίες, στα πλαίσια της απόφασης του 15ου συνεδρίου του για τη δημιουργία Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου. Αυτή η συνεργασία δεν συνεχίστηκε στις ευρωεκλογές του 1999,με πρωτοβουλία της Α.Κ.Ο.Α., με αποτέλεσμα να υποστεί διάσπαση τον Ιανουάριο του 2000. Τα μέλη που αποχώρησαν, διαφωνούσαν με την επιδίωξη για εκλογική συνεργασία με το ΣΥΝ, ενώ επιθυμούσαν τη συνέχιση της συνεργασίας με το Κ.Κ.Ε., την οποία και πραγματοποίησαν στις εκλογές του Απριλίου 2000, ιδρύοντας την Κομμουνιστική Ανανέωση.

Η Α.Κ.Ο.Α. εκδίδει την κυριακάτικη εφημερίδα «Εποχή», συμμετέχει στο Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ και στο Χώρο Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς.

Το 2004 συμμετείχε στις εκλογές με το Συνασπισμό Ριζοσπαστικής Αριστεράς, ο οποίος διαλύθηκε αμέσως μετά τις εκλογές. Με την αναβίωσή του το 2007 η Α.Κ.Ο.Α. συμμετείχε εκ νέου. Στις εκλογές του 2007 ο γραμματέας της Α.Κ.Ο.Α. Γιάννης Μπανιάς βρέθηκε στην πρώτη θέση του Ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ και εκλέχθηκε βουλευτής. Την ίδια επιτυχία κατήγαγε και στην Α’ Αθήνας ο θεατρολόγος Περικλής Κοροβέσης. Είναι η πρώτη φορά που η ΑΚΟΑ εισερχόταν, μέσω στελεχών της, στο κοινοβούλιο. Στις εκλογές του 2009 κανένα μέλος της δεν κατάφερε να εκλεγεί.)

Ο Ρήγας Φεραίος (1967-1999) ήταν η οργάνωση νεολαίας του ΚΚΕ εσωτερικού. Ιδρύθηκε στις 17 Δεκεμβρίου του 1967, ως Πανελλήνια Αντιδικτατορική Οργάνωση Σπουδαστών (ΠΑΟΣ) «Ρήγας Φεραίος”, κυρίως από πρώην μέλη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη και μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, το 1968, τοποθετήθηκε υπέρ του ΚΚΕ εσωτερικού. Κατά την διάρκεια της δικτατορίας ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δράση και εκατοντάδες μέλη της οργάνωσης συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν, ενώ οι καταδίκες των μελών του αθροίζονται σε πολλούς αιώνες. Παράλληλα η συμβολή του «Ρήγα Φεραίου” στην ανάπτυξη του μαζικού αντιδικτατορικού κινήματος ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, ενώ επίσης παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην δημιουργία των Φοιτητικών Επιτροπών Αγώνα. Οι πλατιές αυτές συλλογικότητες, που αποτελούνται από φοιτητές που αναζητούν τρόπους συλλογικής αντιδικτατορικής δράσης, θα δράσουν δημόσια στις σχόλες τους και μέσα στα αμφιθέατρα διεκδικώντας τη δυνατότητα για δημόσιες συγκεντρώσεις και συζήτησης,ενώ προφυλάσσουν τον παράνομο οργανωτικό τους ιστό. Το 1972 θα συγκροτηθεί το Διασχολικό των ΦΕΑ που συντονίζει όλες τις σχολές.Το σχήμα αυτό θα αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικό και θα αποτελέσει τον βασικό ιστό ανάπτυξης του φοιτητικού αντιδικτατορικού κινήματος. Παράλληλα εκατοντάδες μέλη του Ρήγα θα συμμετάσχουν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και η οργάνωση θα έχει την πλειοψηφία στην συντονιστική επιτροπή κατάληψης.

Τον Ιούνιο 1974 μετονομάστηκε σε Πανελλαδική Οργάνωση Νέων (ΠΟΝ) «Ρήγας Φεραίος” και αυτοαναγνωρίστηκε ως νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού. Στη μεταπολίτευση συνέχισε τη δράση του, έχοντας ιδιαίτερη ανάπτυξη στο φοιτητικό κίνημα. Στην Α΄ Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του 1976, μετονομάστηκε σε Ελληνική Κομμουνιστική Νεολαία (ΕΚΟΝ) «Ρήγας Φεραίος”, παρά τη διαφωνία ισχυρής τάσης, που επέμενε στη διατήρηση του ευρύτερου πολιτικού χαρακτήρα της οργάνωσης.

Στις γραμμές της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος διαμορφώθηκε πλειοψηφούσα αριστερή πτέρυγα, η οποία είχε αναφορές στον κριτικό μαρξισμό που εκπροσωπούσαν θεωρητικοί όπως ο Νίκος Πουλαντζάς και ο Λουί Αλτουσέρ καθώς επίσης και σε γεγονότα διεθνούς εμβέλειας όπως ο Γαλλικός Μάης του ’68 και η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα. Η πτέρυγα αυτή διαφωνούσε με τις πολιτικές και στρατηγικές επιλογές του κόμματος.

Μετά την εκλογική αποτυχία του 1977, η αριστερή πτέρυγα της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος όξυνε την κριτική της τονίζοντας πως η δημιουργία του εκλογικού σχήματος της Συμμαχίας Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων με τα θολά, μετριοπαθή και ετερόκλητα χαρακτηριστικά της, αποτελούσε την κύρια αιτία της εκλογικής συρρίκνωσης. Η εσωτερική κρίση οξύνθηκε μέχρι τις παραμονές της σύγκλισης της Β’ Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης της οργάνωσης, την οποία η ηγεσία του ΚΚΕ Εσωτερικού δεν αναγνώρισε. Όσοι συμμετείχαν σε αυτή διαγράφτηκαν από την κομματική ηγεσία (65%-70% της οργάνωσης). Οι διαγραφέντες ίδρυσαν ξεχωριστή οργάνωση με τον τίτλο ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος – Β΄ Πανελλαδική.

Κατά τη διάσπαση του 1987, όταν η πλειοψηφία του ΚΚΕ εσωτερικού ίδρυσε την Ελληνική Αριστερά (ΕΑΡ), ο Ρήγας Φεραίος αποτέλεσε νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά. Τα επόμενα χρόνια συρρικνώθηκε και το 1999, τα λίγα μέλη που είχαν απομείνει επέλεξαν να μετονομαστούν σε Νεολαία της Ανανεωτικής Κομμουνιστικής Οικολογικής Αριστεράς (ΑΚΟΑ).

Ο Ρήγας Φεραίος εξέδιδε τον Θούριο. Ανάμεσα στους κατά καιρούς γραμματείς της οργάνωσης ήταν οι Κώστας Κωσταράκος, Γιάννης Βούλγαρης, Μάνος Σωτηριάδης, Μπάμπης Γεωργούλας, Νίκος Βούτσης, Νίκος Φίλης, Μιχάλης Σαμπατακάκης κ.ά.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

  • Αργύρης Υφαντόπουλος, « Το ΚΚΕ Εσωτερικού και ο «Ρήγας Φεραίος” στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα: μαρτυρίες και ιδεολογική διαχείριση της μνήμης » Δοκιμές, τ/χ 13-14 (2005), σελ. 217-258
  • Αργύρης Υφαντόπουλος, Η κομμουνιστική ανανέωση και το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα (1972-1973). Η διαχείριση της μνήμης, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο πανεπιστήμιο, Αθήνα 2010
  • ψψ

Αγκόν Χάμζα : Το δίλημμα Ευρωπαϊκή Ένωση, ασιατική μορφή καπιταλισμού ή ριζοσπαστική αριστερή (επανα) θεμελίωση

Συνέντευξη με τον φιλόσοφο Αγκόν Χάμζα

 

 

Αγκόν Χάμζα
Ο Αγκόν Χάμζα διδάσκει στην Σλοβενική Ακαδημία Είναι συγγραφέας περίπου πενήντα βιβλίων, και αρχισυντάκτης του ριζοσπαστικού φιλοσοφικού περιοδικού Crisis and Critique.

-Η «κατάσταση εξαίρεσης» στις ευρωπαϊκές κοινωνίες φαίνεται ότι έχει γίνει μόνιμη και συνεχής. Τι σκέφτεσαι σχετικά με αυτό;

University of Ljubljana, Faculty of Economics, Slovenia

-Διστάζω να περιγράψω την κατάσταση στις ευρωπαϊκές κοινωνίες ως «κατάστασης εξαίρεσης», καθώς πρόκειται για μια αναφορά στην έννοια του ιταλού φιλόσοφου Τζόρτζιο Αγκάμπεν. Νομίζω ότι κινδυνεύουμε να χρησιμοποιούμε αυτήν την έννοια συχνά χωρίς να την τοποθετούμε σωστά σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Ωστόσο, πιστεύω ότι αυτό με το οποίο έχουμε να κάνουμε στην Ευρώπη, ή μάλλον στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δείχνει μια διαφορετική διάσταση. Στη σύγχρονη ανάπτυξη του καπιταλισμού η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει πίσω, είναι αναχρονιστική με την σύγχρονη δυναμική της. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Σλαβόι Ζίζεκ έχει δίκιο όταν υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός δεν βρίσκεται σε κρίση: είναι η Δυτική Ευρώπη αυτή που βρίσκεται σε κρίση. Ο καπιταλισμός ευημερεί σε όλο τον κόσμο, από την Κίνα μέχρι τη Λατινική Αμερική περνούν από μια αόρατη ταχεία έκρηξη των καπιταλιστικών εξελίξεων. Η κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι στην πραγματικότητα η κρίση της ιδέας της Ευρώπης αλλά της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό που βλέπουμε σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο δομικός της αποπροσανατολισμός, είναι αποτέλεσμα της εμπλοκής της στη δυναμική του σύγχρονου καπιταλισμού, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να την προλάβει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι: αν θα αγκαλιάσει την ασιατική μορφή καπιταλισμού (χωρίς δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα κλπ.), ή αν θα πρέπει να αναπροσανατολιστεί προς μια ριζοσπαστική αριστερή (επανα)θεμελίωση. Το τι θα συμβεί είναι αβέβαιο, αλλά αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να προχωρήσει με την υπάρχουσα δομή και τους υπάρχοντες στόχους. Ακόμη και οι μετριοπαθείς μεταρρυθμίσεις, όπως πρότειναν ο Γιούνκερ και η Μέρκελ, δεν θα έχουν αποτέλεσμα. Για να αναφερθώ ξανά στον Ζίζεκ, ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη είναι οι ίδιοι οι ακροδεξιοί λαϊκιστές της. Πρέπει να σώσουμε την Ευρώπη από αυτούς.

 

Διάκριση «ευρωπαϊκών αξιών» της Ε.Ε. και χειραφέτησης

 

Το θέμα «ενωμένη Ευρώπη» θεωρείς ότι παραμένει ακόμα ανοιχτό;

-Νομίζω ότι σχετίζεται με την προηγούμενη απάντηση. Η ιδέα της Ευρώπης είναι πολύ σημαντική. Κατά την γνώμη μου, ο αγώνας για τη διατήρηση της κληρονομιάς της θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στον αγώνα για την καθολική χειραφέτηση. Έχω επίγνωση του κινδύνου να ακούγομαι ευρωκεντρικός εδώ, αλλά αν αυτό είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσω θα το δεχτώ. Ωστόσο, η δυναμική στην οποία εμπλέκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πολύ ελπιδοφόρα. Μου φαίνεται ότι περνάμε μια νύχτα ζωντανών νεκρών, δηλαδή ασχολούμαστε κυρίως με εκείνες τις δυνάμεις που δεν έχουν καμία πολιτική αποτελεσματικότητα, αλλά αγωνίζονται για να παραμείνουν ζωντανές στο πολιτικό τοπίο και  προσποιούνται ότι έχουν μια άμεση σχέση με την πολιτική πραγματικότητα. Πιστεύω ότι το μέλλον της Ευρώπης, δηλαδή η μορφή που θα πάρει σε μια μάλλον σύντομη περίοδο, θα είναι ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες στην παγκόσμια πολιτική. Βλέπω πολλούς στην Αριστερά να επικροτήσουν κάθε αποτυχία της Ευρώπης, και ανυπομονούν για την τελική αποτυχία και αποσύνθεση όχι μόνο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. αλλά της ιδέας της Ευρώπης συνολικά. Από την πλευρά μου, είμαι σθεναρά αντίθετος σε αυτή την ανόητη επιθυμία, για λόγους που ελπίζω ότι θα γίνουν εμφανείς παρακάτω. Πρέπει να κάνουμε μια σαφή διάκριση μεταξύ των «ευρωπαϊκών αξιών» της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωπαϊκής χειραφέτησης. Ο Ζίζεκ έχει απαριθμήσει πολλές φορές τα χαρακτηριστικά της (η σκέψη του Πλάτωνα, η ριζοσπαστική ισότητα, η σύγχρονη υποκειμενικότητα, μέχρι και η ιδέα του ίδιου του κομμουνισμού) με τα οποία πρέπει να επανεφεύρουμε την Ευρώπη. Αυτές οι ιδιότητες αποτελούν την μοναδικότητα της Ευρώπης. Και πρέπει να κάνουμε μια σαφή διάκριση μεταξύ των δύο: η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι με κανένα τρόπο η υλοποίηση της ιδέας της Ευρώπης. Εδώ θα πρέπει να προστεθεί μια σημαντική σημείωση. Η πρωτοβουλία του Γιάννη Βαρουφάκη, το Κίνημα για τη Δημοκρατία στην Ευρώπη, είναι το λανθασμένο μονοπάτι που πηγαίνει προς την λανθασμένη κατεύθυνση.

-Γιατί το λες αυτό;

-Πρώτον, η «νέα συμφωνία για την Ευρώπη» είναι δομικά αδύνατη, στην εποχή κατά την οποία η καπιταλιστική ανάπτυξη καθορίζεται όλο και περισσότερο από τον κινεζικό «αυταρχικό» καπιταλισμό. Δεύτερον, στο ευρωπαϊκό πλαίσιο η «δημοκρατία» είναι μια κενή λέξη χωρίς κρίσιμη διάσταση. Επιπλέον, συχνά αποτελεί ένα εμπόδιο, έναν μηχανισμό που εμποδίζει τη ριζική μεταμόρφωση της κοινωνίας (μπορεί κανείς να σκεφτεί το ελληνικό δημοψήφισμα!). Η επανίδρυση της Ευρώπης δεν πρέπει να γίνει με βάση τη δημοκρατία (την ελεύθερη ένωση κρατών), ούτε με την ελεύθερη ένωση των πολιτισμών (πρόσκληση για αναγνώριση κλπ.). Πιστεύω ότι ο Βαρουφάκης έχει πιαστεί σε αυτόν τον κύκλο. Ο Μαρξ χαρακτήρισε το έργο του ως κριτική της πολιτικής οικονομίας. Η οικονομία χωρίς πολιτική είναι χυδαία, ενώ η πολιτική χωρίς οικονομία είναι τυφλή. Πιστεύω ότι οι «Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης» δεν είναι μια αρκετά ριζοσπαστική λύση, ακριβώς επειδή θα παραμείνουν στο γενικό πλαίσιο της υφιστάμενης δομής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι ενδιαφέρον ότι ο Λένιν το χαρακτήρισε αυτό λάθος, υποστηρίζοντας ότι είναι μία συμφωνία μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, με στόχο να καταστείλουν τον σοσιαλισμό. Η πρόταση του Λένιν, αντίθετα, είναι η Καντιανή, οι Ηνωμένες Πολιτείες του Κόσμου. Νομίζω ότι και οι δύο προτάσεις είναι άσχημες, ωστόσο είναι διδακτικό να διαβάσουμε το σύντομο κείμενο του Λένιν.

 

Οργανωτική και πολιτική ένδεια

 

-Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες παρατηρούμε την άνοδο των ακροδεξιών κομμάτων. Ταυτόχρονα, αρκετοί έχουν επισημάνει την εμφάνιση ενός «ακραίου κέντρου», καθώς πολλά φιλελεύθερα και κεντροαριστερά κόμματα υιοθετούν όλο και περισσότερο πολιτικές ακροδεξιάς.  Θεωρείς ότι χρειαζόμαστε νέες έννοιες για να κατανοήσουμε αυτούς τους μετασχηματισμούς;

-Δεν πιστεύω αναγκαστικά ότι τα νέα ονόματα αναφέρονται αξιωματικά σε νέα πράγματα. Οι νέες λέξεις δεν σημαίνουν αυτόματα νέες ιδέες. Αντίθετα. Μου φαίνεται ότι η έκφραση «ακραίο κέντρο» εμπίπτει σε αυτήν την κατηγορία. Μια δημοσιογραφική λέξη-κλειδί, που στερείται τόσο κριτικών όσο και περιγραφικών ιδιοτήτων. Και αυτό συμβαίνει με το βιβλίο του Ταρίκ Αλί, που είναι γεμάτο από ασυνέπειες και εμπειρικά λάθη. Τα οποία, δυστυχώς, φαίνεται να έχουν γίνει δημοφιλή μεταξύ ορισμένων αριστερών. Ο Αγκάμπεν είπε πρόσφατα ότι «η σκέψη είναι το θάρρος της απόγνωσης», η οποία είναι μια κρίσιμη διατριβή για την ιστορική στιγμή μας. Το να σκεφτόμαστε έτσι, από μόνο του, είναι το αντίθετο, αν όχι η άρνηση των συνθημάτων, των λέξεων-κλειδιών, των περιγραφών κλπ. Το αληθινό θάρρος σήμερα είναι ταυτόχρονα το πιο δύσκολο πράγμα που πρέπει να κάνουμε: δηλαδή να προσανατολίσουμε τον εαυτό μας στη σκέψη. Ο πολλαπλασιασμός των δημοσιογραφικών λέξεων, που προσπαθούν να εμφανιστούν ως κρίσιμες έννοιες, καθιστούν στην πραγματικότητα καλύτερα ορατή την θεωρητική και οργανωτική φτώχεια της Αριστεράς. Λειτουργούν ως φετίχ, καλύπτοντας την έλλειψη των εννοιολογικών συσκευών μας για να κατανοήσουμε πραγματικά την ιστορική μας κατάσταση. Λέγοντας αυτό, πιστεύω ότι η τελική διχοτόμηση δεν θα είναι μεταξύ του φιλελευθερισμού και της ακροδεξιάς, ή των δύο μαζί και της Αριστεράς. Ο πραγματικός, τελικός ανταγωνισμός, θα είναι μεταξύ του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

-Τι εννοείς;

-Αυτό που εννοώ είναι ότι η ακροδεξιά έχει αναλάβει το ρόλο των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων (αντιπροσωπεύοντας την πολιτική κατά της λιτότητας, βοηθώντας τους φτωχούς, εισάγοντας μικρότερα ωράρια εργασίας και την πρόωρη συνταξιοδότηση -όπως συμβαίνει στην Πολωνία), ενώ συγχρόνως εισαγάγει μια ξενοφοβική, ρατσιστική και εθνικιστική πολιτική. Ή, ο Έλον Μασκ είναι ένας από τους ισχυρότερους σύγχρονους υποστηρικτές του σοσιαλισμού! Σήμερα, ο καπιταλισμός χρειάζεται μια ριζοσπαστική Αριστερά (όπως συμβαίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα) ή ένα σοσιαλιστικό κόμμα για να προωθήσει την πολιτική λιτότητας. Ο Χέγκελ θα αποκαλούσε αυτήν την στρεβλή κατάσταση ως έναν κόσμο ανεστραμμένο.

-Πως θα χαρακτήριζες την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στα Βαλκάνια, και ειδικότερα στις χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας;

-Σε γενικές γραμμές, η κατάσταση στα Βαλκάνια είναι καλύτερη από ότι πριν από 18 χρόνια. Τουλάχιστον, δεν υπάρχουν πλέον πόλεμοι, προς το παρόν. Ωστόσο, το πρόβλημα με την ειρήνη (όπως είναι τώρα) είναι ότι ποτέ δεν είναι επαρκής. Ο αγώνας για την ηγεμονία στις πρώην γιουγκοσλαβικές χώρες παίρνει μάλλον μια ανησυχητική δυναμική, με τη σιωπηρή «ένοπλη κούρσα» μεταξύ Κροατίας και Σερβίας. Ιστορικά, ο αγώνας αυτός κατέληξε πάντα σε πόλεμο. Από την άλλη πλευρά, η Σερβία γίνεται ισχυρή υπονομεύοντας τις γειτονικές της χώρες σε διάφορα επίπεδα: μην αναγνωρίζοντας την εκκλησία της Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου, υπονομεύοντας ενεργά τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη μέσω της Σερβικής Δημοκρατίας, μην αναγνωρίζοντας την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου και παρεμβαίνοντας ενεργά μέσω των στρατιωτικών και πολιτικών δομών της στις εσωτερικές υποθέσεις στην πολιτική, την οικονομία, τον πολιτισμό, τη θρησκεία κλπ. Συνεπώς, η υπάρχουσα ειρήνη φαίνεται να είναι προσωρινή και όχι βιώσιμη, στο βαθμό που η πολιτική και οικονομική δομή των Βαλκανίων παραμένει όπως είναι. Επομένως, δεν έχω πολλές ελπίδες για ένα «λαμπρότερο» μέλλον, δεδομένου ότι στις πρώην γιουγκοσλαβικές χώρες κυριαρχούν κατά κύριο λόγο η ακροδεξιά ή η λεγόμενη «φιλελεύθερη» κεντροδεξιά. Το μόνο πολιτικό κόμμα που δίνει ελπίδα σήμερα είναι η Lëvizja Vetëvendosje! (Κίνημα Αυτοδιάθεσης!), το οποίο είναι το μεγαλύτερο πολιτικό κόμμα στο κοινοβούλιο της Δημοκρατίας του Κοσσυφοπεδίου και ταυτόχρονα κυβερνά στις δύο μεγαλύτερες πόλεις της χώρας. Με βάση τα σύγχρονα πρότυπα και την «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης», το οικονομικό και πολιτικό πρόγραμμά του πηγαίνει προς τα αριστερά περισσότερο από οποιοδήποτε «ριζοσπαστικό αριστερό» κόμμα στα Βαλκάνια, και ίσως στην Ευρώπη συνολικά. Πρέπει επίσης να τονίσω, ότι η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 είχε μια ισχυρή επίδραση στην αποστράτευση των, ούτως ή άλλως, αδύναμων βαλκανικών αριστερών κινημάτων και κομμάτων.

Ταξική διάσταση των αγώνων

 

Οι εμπειρίες των τελευταίων χρόνων, κάνουν επιτακτική την επινόηση νέων μορφών των κοινών, της αλληλεγγύης, και της οργάνωσης των αγώνων. Ποιες είναι οι σκέψεις σου;

-Ο Ζιζέκ υποστήριξε κάποτε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι, ακριβώς επειδή δεν έχουμε τη γλώσσα για να εκφράσουμε την μη ελευθερία μας. Μπήκα στον πειρασμό να το προχωρήσω αυτό περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω ερώτηση, και να υποστηρίξω ότι τα περισσότερα από τα λόγια που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε τη δυσάρεστη θέση μας είναι μάλλον ιδεολογικά συγκεχυμένα. Ας πάρουμε τη λέξη «αλληλεγγύη». Την ακούμε παντού, σχεδόν σε κάθε πολιτική κατάσταση. Για να γίνω πιο αμβλύς: είναι πολύ αόριστη και πολύ αφηρημένη έννοια. Το ερώτημα που τίθεται είναι μάλλον το γιατί επιμένουμε τόσο πολύ στην αλληλεγγύη; Τι σημαίνει αλληλεγγύη, για παράδειγμα, προς τους περιθωριοποιημένους, τους πρόσφυγες, τους μουσουλμάνους, τους ΛΟΑΤ+, τους έγχρωμους κλπ, οι οποίοι στην εποχή μας αποτελούν τα ιδανικά υποκείμενα της αλληλεγγύης; Πρώτον, η αλληλεγγύη έρχεται ως (ανθρωπιστική φιλελεύθερη πολιτιστική) αντικατάσταση της έννοιας της ταξικής πάλης. Πάρτε την κρίση των προσφύγων. Η αλληλεγγύη που εξέφρασε η πλειοψηφία της Αριστεράς (φιλελεύθερη ή όχι) εκφράστηκε με την αποδοχή, αναγνωρίζοντας τον «ανθρώπινο» πυρήνα μέσα στο κέλυφος του Άλλου. Η αληθινή αλληλεγγύη με τους πρόσφυγες (στην περίπτωση αυτή) θα ήταν η αλληλεγγύη στον αγώνα, δηλαδή, ένας ταξικός αγώνας. Οτιδήποτε άλλο και λιγότερο από αυτό είναι η πολιτισμική χειραγώγηση του «άλλου». Αλλά, η αλληλεγγύη είναι μια δύσκολη επιχείρηση. Δεν μετριέται με δηλώσεις ή δημοσιεύσεις στα κοινωνικά μέσα. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι φυσικά δεν είμαι ενάντια στην αλληλεγγύη ως τέτοια, αλλά ενάντια στην αλληλεγγύη που υπάρχει μόνο στο επίπεδο των πολιτικών απόψεων ή δηλώσεων. Η αλληλεγγύη κοστίζει, μετριέται με τις προσφορές, τις  αποστάσεις που διανύονται, τον χρόνο που επενδύεται στον αγώνα, κλπ. Με διαφορετικό τρόπο, η αλληλεγγύη μεταφράζεται σε υλικές, υλικοτεχνικές, οικονομικές πράξεις. Η αλληλεγγύη, οι πολιτικές δηλώσεις, ίσως ακόμα και ο «διεθνισμός» δεν είναι πολιτικές, εκτός αν υπάρχει μια υλική αιτιότητα μεταξύ της θέσης μας και του «ξένου» στοιχείου. Το ίδιο πρόβλημα είναι και με τα κοινά, η ανάλυση και η μάχη για τα κοινά, από μόνες τους, αποκλεισμένες από τη θέση των προλετάριων, καταλήγει σε μια φιλελεύθερη ιδιοποίησή τους. Ο καλός μου φίλος, ο βραζιλιάνος φιλόσοφος Γκαμπριέλ Τουπινάμπα, έγραψε πρόσφατα ένα πολύ καλό άρθρο σχετικά με αυτό το θέμα, το οποίο συστήνω ανεπιφύλακτα (Η ανεργία και η γενική: επανεξέταση των κοινών στην κομμουνιστική υπόθεση). Πρόκειται για μια συστηματική επεξεργασία των προβλημάτων των κοινών από την οπτική του κομμουνισμού.

Ρήξη με προηγούμενα πρότυπα

-Με αφορμή το γεγονός ότι πρόσφατα συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, να σε ρωτήσω ποια είναι η άποψή σου για την σχέση μιας κομμουνιστική πολιτικής με το κράτος και την εξουσία, και για το πως βλέπεις την προοπτική μιας άλλης κοινωνίας μετά τον καπιταλισμό.

-Έχεις αγγίξει αυτό που είναι ίσως ένα από τα πιο πιεστικά ζητήματα της σύγχρονης αριστεράς. Θα προσπαθήσω να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα σε δύο, ελπίζω αλληλένδετα, επίπεδα. Συγχρόνως, ελπίζω ότι αυτό να γίνει κατανοητό ως συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης. Πρώτον, το ζήτημα της εκατονταετίας της Μπολσεβίκικης Επανάστασης. Ήταν αναμφισβήτητα το πιο χειραφετητικό πολιτικό γεγονός σε ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας. Ωστόσο, ένα από τα πιο σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την Επανάσταση είναι: πώς ήταν δυνατόν να επιτραπεί ο σταλινισμός; Λέγοντας αυτό, ο μόνος τρόπος για να έχει μέλλον η κομμουνιστική ιδέα είναι να υπάρξει μια σαφής και ριζοσπαστική ρήξη με τα κομμουνιστικά πειράματα του προηγούμενου αιώνα. Η πολιτική μορφή του λενινιστικού κόμματος, η σχέση ανάμεσα στο κίνημα, το κόμμα και το κράτος, κ.λπ. δεν είναι εφικτή στην κατάσταση μας. Αυτό μας φέρνει στο άλλο μέρος της ερώτησης. Η Αριστερά είχε πάντα δυσκολίες στη θεωρία του κράτους, ενώ ήταν καλή στην ανάλυση της εξουσίας. Σήμερα, ο μαρξισμός θεωρείται μόνο ως ένα καθαρά κρίσιμο εργαλείο, και ως εκ τούτου είναι δυνατή μόνο η αντιδραστική πολιτική.

-Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτό;

-Η τυποποιημένη κριτική του σοσιαλισμού του 20ου αιώνα είναι ότι ήταν η ενοποίηση του κόμματος και του κράτους. Στην ΕΣΣΔ όλα ανήκαν στο κράτος, με μια εξαίρεση, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο λειτουργούσε σε μια σαφή απόσταση από το κράτος. Σήμερα, όταν η οικονομία της αγοράς και το κράτος (όπως το γνωρίζουμε) δεν είναι οι απαντήσεις στην αύξηση και ριζοσπαστικοποίηση των αντιφάσεων του παγκόσμιου καπιταλισμού, πρέπει να προτείνουμε την τρίτη λύση: το κράτος – κόμμα που δεν χαρακτηρίζεται καλύτερα ούτε ως  αφαίρεση από το κράτος, ούτε ως ανάληψη της κυβέρνησης μαζί με την αποδοχή της ημερήσιας διάταξης που έθεσαν οι εχθροί (όπως στην περίπτωση της Ελλάδας με τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, για παράδειγμα). Πρέπει να αναδυθεί μια νέα μορφή οργάνωσης, η οποία να παίρνει τη μορφή άνθρωπος-κίνημα-ηγέτης-κόμμα. Στον αγώνα ενάντια στον παγκόσμιο καπιταλισμό, αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να προχωρήσουμε πέρα από την αστική κρατική μορφή. Μέσω της ανάληψης του κράτους και της κρατικής εξουσίας, και της μετατροπής του με τέτοιο τρόπο ώστε το Κόμμα να μην παραμένει μόνο ένα Κόμμα, στην πραγματικότητα γίνεται το Κράτος. Αυτό είναι το καθήκον μας σήμερα. Η μορφή του κόμματος είναι κατάλληλη για τις προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά μας ακριβώς επειδή συνδέεται ουσιαστικά με το πρόβλημα της διαφορετικότητας. Η οικουμενικότητα μέσω της διαφορετικότητας, σε αντίθεση με το ταυτοποιητικό παράδειγμα ή την κλασική οικουμενικότητα, είναι το μόνο που μπορεί να αντισταθεί στη διεθνοποίηση. Αυτό πρέπει να είναι το σημείο εκκίνησης μας. Εντούτοις, σε αντίθεση με τις προηγούμενες ενσαρκώσεις του, οι οποίες κράτησαν τη λογική της διαφορετικότητας και τη λογική του κράτους ξεχωριστές, με την πρώτη να θέτει υπό έλεγχο τη δεύτερη διασφαλίζοντας ότι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να «μιλήσουν» ως καθένας (διάφορος) εντός του κόμματος, η πρόκληση είναι να δημιουργήσουμε μια εκδοχή της μορφής του κόμματος που, αναλαμβάνοντας την αξίωση του κράτους για εξουσία πάνω από τις ζωές μας, να μπορεί επίσης να εγγυηθεί το δικαίωμα των ανθρώπων να «ζουν» όπως ο καθένας (οπουδήποτε και ούτω καθεξής). Μόνο όταν μπορούμε να είμαστε ο οποιοσδήποτε, μπορούμε επίσης να είμαστε και οπουδήποτε. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μιλάω για μια ισχυρή οργάνωση που δεν δίνει έμφαση στις ιδιαιτερότητες ως ξεχωριστές ή μοναδικές, αλλά μάλλον τις αντιλαμβάνεται από την άποψη της ψυχρής υλικοτεχνικής υποστήριξης και άλλων «τεχνικών γνώσεων». Μόνο μια τέτοια οργάνωση μπορεί να παράγει, αν γίνει σωστά, μια διεθνιστική υποκειμενικότητα που είναι πολιτικά χρήσιμη σήμερα. Μία από τις κύριες προκλήσεις του κομμουνισμού του 21ου αιώνα είναι να σκεφτεί κανείς μια ριζικά νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης, η οποία δεν θα θυμίζει ούτε την ελεγχόμενη από το κράτος οικονομία του προηγούμενου αιώνα, ούτε τη σύγχρονη (ρυθμιζόμενη, ελεγχόμενη…) οικονομία της αγοράς. Ενώ αυτή είναι μια σοβαρή πρόκληση της εποχής μας, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν μπορεί να γίνει ούτε με τις μορφές των τοπικών και οργανωμένων κοινοτήτων, ούτε εντός των ορίων των εθνών – κρατών. Από την άποψη αυτή, αξίζει να σκεφτούμε την μορφή του Παγκόσμιου Κόμματος ως εναλλακτική λύση στην  οργάνωση της κοινωνίας που είναι βασισμένη στο κράτος και την αγορά. Επομένως, η πρότασή μου είναι: ένας τρόπος σκέψης για τη νέα μορφή κοινωνικής οργάνωσης, εξίσου πέρα από το έθνος – κράτος και την αγορά, είναι μέσω ενός Παγκόσμιου Κόμματος και των δομών του.

Σημ: Ο Αγκόν Χάμζα διδάσκει στην Σλοβενική Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών στη Λιουμπλιάνα, και είναι μέλος της Σχολής της Λιουμπλιάνας, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και ριζοσπαστικές ομάδες σύγχρονων φιλοσόφων. Είναι συγγραφέας περίπου πενήντα βιβλίων, και αρχισυντάκτης του ριζοσπαστικού φιλοσοφικού περιοδικού Crisis and Critique.     

Είναι ο Καπιταλισμός ηθικά χρεοκοπημένος;

Θρησκεία και πολιτική

Πολλοί χριστιανοί δέχονται πως ο καπιταλισμός ευθυγραμμίζεται ευρέως με τη βιβλική διδασκαλία. Η οικονομική του επιτυχία φαίνεται να δικαιώνει την απόδοση των ριζών του στη χριστιανική θεολογία. Αυτή η εμπιστοσύνη στον καπιταλισμό ως το καλύτερο διαθέσιμο οικονομικό σύστημα μάλλον σημαίνει ότι ως χριστιανοί αποτύχαμε να αναγνωρίσουμε ότι είναι ένας από τους κύριους παράγοντες της κοινωνικής και ηθικής κατάρρευσης στις Δυτικές κοινωνίες.

Σε άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Σεπτέμβρη 2011 του περιοδικού «Αστήρ της Ανατολής», ο βρετανός Δρ Michael Schlüter, ιδρυτής του Κέντρου Jubilee στο Κέιμπριτζ της Βρετανίας, προβάλλει πέντε ελλείψεις στα φιλοσοφικά θεμέλια και τα θεσμικά όργανα του εταιρικού καπιταλισμού, δείχνοντας την καταστροφική τους επιρροή στις οικογένειες και τις κοινωνίες, και το πώς επιφέρουν την ανάπτυξη γιγάντιων εταιρειών και τη συγκέντρωση κρατικής εξουσίας.

 

via Είναι ο Καπιταλισμός ηθικά χρεοκοπημένος;

ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟ: ΜΕΛΙΝΑ-Υπ. Δήμαρχος «ΔΙΑΞΙΦΙΣΜΟΙ”/1990 MEGA

Το 1990 η ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ αποφασίζει να διεκδικήσει το μεγάλο της όνειρο, την θέση του δημάρχου της ΑΘΗΝΑΣ, αξίωμα που υπηρέτησε ο αγαπημένος της παππούς, Σπύρος. Την υποψηφιότητά της υποστήριξαν το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΝασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου (ΚΚΕ,ΕΑΡ κλπ) και η ΔΗΑΝΑ, ενώ η ΝΔ στήριξε την υποψηφιότητα του πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ, ΑΝΤΩΝΗ ΤΡΙΤΣΗ, ο οποίος και εξελέγη τελικά. Οι δημοτικές εκλογές του 1990 διεξήχθησαν στις 14 Οκτωβρίου, ενώ ακριβώς ένα μήνα πριν, στις 14/9/1990, η ΜΕΛΙΝΑ εμφανίζεται στην πρώτη προεκλογική τηλεοπτική της συνέντευξη, στην εκπομπή του MEGA CHANNEL "ΔΙΑΞΙΦΙΣΜΟΙ", παρουσιάζοντας το πρόγραμμα του συνδυασμού "Αθήνα-ΜΕΛΙΝΑ" στους δημοσιογράφους-παρουσιαστές της εκπομπής, ΝΙΚΟ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ και ΠΑΝΤΕΛΗ ΚΑΨΗ

ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΟ: ΕΡΤ/ΕΤ-1 Α.ΤΡΙΤΣΗΣ «ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ” 10/10/1990

 Οι Δημοτικές Εκλογές στις 14 Οκτωβρίου 1990 είχαν ως βασικούς διεκδικητές στην Αθήνα δύο ιδιαίτερες προσωπικότητες με όραμα για την πρωτεύουσα, πρώην συντρόφους και υπουργούς του ΠΑΣΟΚ, δύο οραματιστές που "έφυγαν" νωρίς: την ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ (ΠΑΣΟΚ-ΣΥΝασπισμός-ΔΗΑΝΑ) και τον ΑΝΤΩΝΗ ΤΡΙΤΣΗ (ΝΔ). Τέσσερις ημέρες πριν, στις 10 Οκτωβρίου 1990, η ΕΡΤ/ΕΤ-1 προβάλλει σχετική εκπομπή για τις Δημοτικές Εκλογές στην Αθήνα με προσκεκλημένους τους δύο βασικούς υποψήφιους δημάρχους. Η ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ επιλέγει να μην προσέλθει, κάτι που χρεώθηκε στην ήττα της, αφού τελικώς δήμαρχος Αθηναίων εξελέγη ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΡΙΤΣΗΣ. Την συζήτηση συντονίζει ο δημοσιογράφος ΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ και συμμετέχουν οι ρεπόρτερ της ΕΡΤ/ΕΤ-1, ΒΑΣΩ ΒΑΣΙΛΑΔΙΩΤΗ και ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό