Αρχείο κατηγορίας Πολιτική ενημέρωση Συνέντευξεις Άποψη Άρθρα

Κράτα το

Κράτα το

Ιταλία όπως Ελλάδα; – Αρχική

Εδώ και μερικούς μήνες, ο κόσμος όλος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα το θρίλερ που εξελίσσεται στην Ιταλία, με την αγωνία να κορυφώνεται τις τελευταίες μέρες. Αναταραχή στις αγορές, ανησυχία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σκαμπανεβάσματα στα spreads, διχασμένη η ιταλική κοινωνία, με τους μισούς να φοβούνται τη ρήξη και τους άλλους μισούς να χαίρονται που επιτέλους η Ιταλία σήκωσε κεφάλι. Φοβέρες […]

Πηγή: Ιταλία όπως Ελλάδα; – Αρχική

Μ. Μανουσάκης: Απαιτείται ριζοσπαστικός μετασχηματισμός του δημόσιου τομέα

Η μεγάλη πλειονότητα που στήριξε τις κινητοποιήσεις ενάντια στην ισοπέδωση του Δημοσίου απαιτεί πλέον πρακτικές πολιτικές απαντήσεις στο πώς μπορεί να γίνει αλλιώς. Πώς δηλαδή θα αλλάξει άρδην η σχέση του κράτους με τον πολίτη, πώς το κράτος θα γίνει πιο αποτελεσματικό από τον ιδιωτικό τομέα απέναντι στους πολίτες«

Του Μάνου Μανουσάκη*

Έφτασε η 20ή Αυγούστου, η ιστορική ημερομηνία που σηματοδοτεί την έξοδο της Ελλάδας από το στενό πλαίσιο της μνημονιακής επιτροπείας και ταυτόχρονα την είσοδό της σε μια μεταβατική φάση σχετικής πολιτικής ελευθερίας κινήσεων.

Η χώρα, εκμεταλλευόμενη τους βαθμούς ελευθερίας που αποκτά, οφείλει να αποδείξει στους δανειστές της και στις χρηματαγορές ότι μπορεί να αυτοκυβερνηθεί κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να αμφισβητηθεί εκ νέου η ανεξαρτησία της. Τα “μέτωπα” στα οποία θα κριθεί εν πολλοίς αυτό το διακύβευμα είναι δύο: η πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών και η μετεξέλιξη της δημόσιας διοίκησης.

Το πρώτο μέτωπο έχει γίνει πλήρως αντιληπτό ως πεδίο δοκιμασίας από όλες τις πλευρές. Η αναδιανομή πόρων υπέρ όσων επλήγησαν κατά την εννιαετή περίοδο της σκληρής λιτότητας (2010-2018), η οποία συνιστά την πραγματική «έξοδο από τα Μνημόνια», είναι απολύτως αναγκαία. Εξίσου σημαντικό όμως είναι να διεξαχθεί ο δημόσιος διάλογος για το πώς θα υλοποιηθεί αυτή η αναδιανομή στο πλαίσιο του σεβασμού των δημοσιονομικών επιτευγμάτων της περιόδου 2016-2018. Έχει γίνει δηλαδή απολύτως σαφές ότι, για να μην διολισθήσουμε εκ νέου ως χώρα σε κατάσταση χρεοκοπίας, πρέπει να μην επαναληφθούν λάθη δημοσιονομικής πολιτικής παρόμοια με εκείνα που μας οδήγησαν στο θλιβερό 2010.

Στο δεύτερο όμως μέτωπο, αυτό της δημόσιας διοίκησης, με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου, η κατάσταση είναι περισσότερο πολύπλοκη. Η σημερινή κυβέρνηση έχει αναλάβει βέβαια αρκετές πρωτοβουλίες προς τη σωστή κατεύθυνση. Όμως, λόγω της συσσώρευσης παθογενειών πολλών δεκαετιών, αυτές δεν κατόρθωσαν να αλλάξουν την αντίληψη της κοινής γνώμης, που είναι ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και οι δημόσιες επιχειρήσεις παραμένουν λίγο έως πολύ όπως ήταν και πριν από το 2015, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

Η κυριότερη αιτία γι’ αυτό είναι ότι η κυβέρνηση αναλώθηκε αναγκαστικά στις πολύπλοκες και εξαιρετικά επίπονες διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές της χώρας καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου από τον Ιανουάριο του 2015 έως σήμερα. Η συνεχής -και πολυεπίπεδη- διαπραγμάτευση είχε αποτέλεσμα να μην έχει τη δυνατότητα να διοχετεύσει τις δυνάμεις και το πολιτικό κεφάλαιο που διέθετε σε απολύτως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και τομές στη δημόσια διοίκηση, η μη εφαρμογή των οποίων έχει δημιουργήσει σε πολλές περιπτώσεις άκρως προβληματικές καταστάσεις, όπως όλοι αντιλαμβάνονται πλέον.

Η σημερινή αντιπολίτευση, το παλιό πολιτικό σύστημα, την περίοδο 2010-2014 επέλεξε να προωθήσει μέτρα ισοπέδωσης του Δημοσίου προκειμένου να εξασφαλίσει τα απαιτούμενα από τους δανειστές δημοσιονομικά αποτελέσματα. Η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία όμως αντιστάθηκε στην ελαχιστοποίηση κάθε τι δημόσιου (και άρα «κοινής ιδιοκτησίας των πολιτών») και τις απολύσεις μεγάλου αριθμού δημόσιων υπαλλήλων με το πρόσχημα της αξιολόγησης.

Ακόμη και σήμερα η αξιωματική αντιπολίτευση δεν διαθέτει όραμα μετεξέλιξης του δημόσιου τομέα και επιμένει εμμονικά στο θεώρημα της ανάληψης των λειτουργιών του Δημοσίου από την «αγορά», παρά τις αποτυχίες που έχουν καταγραφεί διεθνώς από αυτήν την πρακτική.

Σήμερα η μεγάλη πλειονότητα που στήριξε τις κινητοποιήσεις ενάντια στην ισοπέδωση του Δημοσίου απαιτεί πλέον πρακτικές πολιτικές απαντήσεις στο πώς μπορεί να γίνει αλλιώς. Πώς δηλαδή θα αλλάξει άρδην η σχέση του κράτους με τον πολίτη, η οποία παραμένει σχέση γραφειοκρατικής εξουσίας στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων.

Πώς η δημόσια διοίκηση θα μετατραπεί από το εσωστρεφές σύστημα που είναι σήμερα σε εξωστρεφή θεσμό με την εξυπηρέτηση των αναγκών του πολίτη ως υπαρξιακό του στοιχείο. Πώς το κράτος θα γίνει πιο αποτελεσματικό από τον ιδιωτικό τομέα απέναντι στους πολίτες (όπως οφείλει άλλωστε…).

Η απάντηση σε αυτό το ολοένα και πιο πιεστικό πολιτικό ερώτημα, το οποίο σήμερα προσλαμβάνει ιστορικές διαστάσεις, πρέπει να δοθεί στο επίπεδο της εφαρμοσμένης πολιτικής και όχι στο επίπεδο απλώς της καταγγελίας του ισοπεδωτικού νεοφιλελευθερισμού.

Η απάντηση πρέπει να μετουσιωθεί σε εφαρμογή ικανού αριθμού μεταρρυθμίσεων και νομοθετικών πρωτοβουλιών στη δημόσια διοίκηση και τους δημόσιους οργανισμούς προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης της αποτελεσματικότηταςτης προώθησης της αξιοπιστίας και πάνω απ όλα προς την κατεύθυνση της αλλαγής κουλτούρας σχετικά με τον ίδιο τον ρόλο του Δημοσίου.

Χωρίς την υλοποίηση των συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων, η χώρα θα υποβιβαστεί σε επίπεδο τεχνολογικών και διοικητικών υποδομών του κράτους σε βαθμό που όχι μόνο δεν θα προσελκύει επενδύσεις, αλλά θα οδηγηθεί σε περαιτέρω αποεπένδυση, πράγμα που θα δημιουργήσει κίνδυνο επαναφοράς της μνημονιακής επιτροπείας. Επιπλέον, σε περίπτωση που δεν εφαρμοστούν μεταρρυθμίσεις που θα δίνουν ξεκάθαρο σήμα στους πολίτες ότι ο μετασχηματισμός του Δημοσίου στοχεύει στην καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των αναγκών τους, τότε η ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου στρατοπέδου στο θέμα αυτό θα συνεχιστεί.

Είναι προφανές ότι, για να γίνει ριζοσπαστικός μετασχηματισμός προς αυτήν την κατεύθυνση, χρειάζονται συγκρούσεις με το εδραιωμένο εδώ και δεκαετίες κατεστημένο της ανώτερης ιεραρχίας της δημόσιας διοίκησης και των δημόσιων οργανισμών γενικότερα. Απαιτείται η “κατεδάφιση” διοικητικών δομών που ευνοούν την αυθαιρεσία και τη διαφθορά, η κατάργηση υπηρεσιών που δεν λειτουργούν προς όφελος των πολιτών και η σύσταση νέων από μηδενική βάση.

Πέρα όμως από το -απολύτως απαραίτητο- γκρέμισμα χρειάζεται και συγκεκριμένη θετική στρατηγική για τη λειτουργία του κράτους. Για να επιτευχθούν σε σύντομο χρόνο, όπως πρέπει, όσα δεν έγιναν εδώ και δεκαετίες, απαιτείται πάνω απ’ όλα ισχυρή πολιτική βούληση και προσήλωση σε συγκεκριμένους ποιοτικούς, αλλά και μετρήσιμους στόχους.

Σίγουρα στο σημείο αυτό αρκετές αναγνώστριες και αναγνώστες θα σκεφτούν το πολιτικό κόστος και τις επερχόμενες εκλογές τον Μάιο και το φθινόπωρο του 2019. Η πραγματικότητα όμως σχετικά με το πολιτικό κόστος είναι αντίθετη από αυτή που συνήθως παρουσιάζεται.

Πολιτικό κόστος στην περίπτωση αυτή θα έχει η αδράνεια και όχι οι τολμηρές πολιτικές πρωτοβουλίες. Οι διοικητικές ελίτ που λειτούργησαν το πελατειακό και εσωστρεφές κράτος με τρόπο κερδοφόρο για το παλαιό σύστημα εξουσίας και τις ίδιες έχουν πλέον απονομιμοποιηθεί στη συνείδηση της πλειονότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Ειδικά για τους νεότερους υπαλλήλους η απονομιμοποίηση αυτή είναι καθολική.

Στον ευρύτερο χώρο της δημόσιας διοίκησης και των επιχειρήσεων υπό δημόσιο έλεγχο υπάρχει μια σημαντική μερίδα υπαλλήλων που έχει κατανοήσει πού βρισκόμαστε, ποιοι είναι οι κίνδυνοι που απειλούν το κάθε τι δημόσιο και είναι έτοιμες και έτοιμοι να στηρίξουν τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό των υπηρεσιών και των επιχειρήσεων στις οποίες εργάζονται.

Για να δημιουργηθεί το κατάλληλο υπόβαθρο προκειμένου αυτή η σημαντική μερίδα των δημοσίων υπαλλήλων να πειστεί να υλοποιήσει τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό, απαιτείται πολιτική βούληση και τόλμη. Αν αυτή υπάρξει, τότε το ρεύμα μέσα στον δημόσιο τομέα θα είναι πολύ ισχυρό και τα αποτελέσματα ορατά πολύ σύντομα. Η ιστορική ευθύνη είναι πολύ μεγάλη. Hic Rhodus, hic salta.

Ο Μάνος Μανουσάκης είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ)

Χτυπά τους «καραμανλικούς»

Χτυπά «καραμανλικούς», πλήττει το κόμμα του

Τον εσωκομματικό ασκό του Αιόλου άνοιξε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με την απόφασή του να διαγράψει από τη Νέα Δημοκρατία τον πρόεδρο του ΕΒΕΑ Κωνσταντίνο Μίχαλο.

Γιατί βέβαια η κίνηση αυτή έχει προκαλέσει οργή σε στελέχη του κόμματος που τη βλέπουν ως ένα ακόμα βήμα σε μια σκληρή επιχείρηση «εκκαθάρισης» προσώπων που πρόσκεινται στην καραμανλική πτέρυγα.

Και μπορεί δημοσίως να μην εκδηλώνονται αντιδράσεις, κυρίως λόγω κομματικού πατριωτισμού, αλλά η Ν.Δ. μοιάζει αυτή τη στιγμή με καζάνι που βράζει.

Σύμφωνα με έγκυρες πηγές της «Εφ.Συν.», αναφορικά με την ίδια τη διαγραφή του προέδρου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών και της Κεντρικής Ενωσης Επιμελητηρίων, τα στελέχη αυτά εκφράζουν έντονες ανησυχίες γιατί θεωρούν ότι με αυτόν τον τρόπο διαρρηγνύονται οι δεσμοί του κόμματος με τον επιχειρηματικό κόσμο και με ακροατήρια στα οποία η Ν.Δ. παραδοσιακά απευθύνεται.

Και στο εσωκομματικό πεδίο βλέπουν σε βάρος των καραμανλικών, να ενισχύεται βέβαια, όλο και περισσότερο, η θέση των σαμαρικών, με τους οποίους η ηγεσία της Ν.Δ. συμπορεύεται, έχοντας προσχωρήσει σε σειρά από ζητήματα στη σκληρή δεξιά ατζέντα τους, απομακρυνόμενη από τον λεγόμενο «μεσαίο χώρο».

Την ίδια στιγμή, η προσχώρηση στην ατζέντα αυτή, όπως αποτυπώθηκε έντονα στη στάση του κόμματος στο Μακεδονικό, απομονώνει τη Ν.Δ. από εταίρους και συμμάχους της σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αλλά ας βάλουμε τα πράγματα στη σειρά. Ο Κων. Μίχαλος, μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της Ν.Δ. ex officio, ως πρόεδρος του ΕΒΕΑ, διεγράφη προ ημερών γιατί η ηγεσία του κόμματος δεν άντεξε να διατηρεί στις τάξεις της μια φωνή που εξέφραζε δημοσίως μετριοπαθείς απόψεις σε μια σειρά από ζητήματα της επικαιρότητας και οι οποίες διαφοροποιούνταν από την τακτική της ολοκληρωτικής σύγκρουσης με την κυβέρνηση που ακολουθεί ο κ. Μητσοτάκης.

Ειδικότερα δεν άντεξε τις θετικές κρίσεις του για τη συμφωνία εξόδου από το μνημόνιο, τη θέση του υπέρ της λύσης για τη συμφωνία στο Μακεδονικό και τη στάση του κατά των πρόωρων εκλογών με το επιχείρημα ότι διαταράσσουν την πολιτική σταθερότητα που επιθυμεί η αγορά.

Θέσεις που πάντως εξέφραζε ως εκπρόσωπος των επιμελητηρίων και υπό το πρίσμα τού τι συμφέρει την αγορά. Και δεν άντεξε και το ότι ο κ. Μίχαλος είχε δεχτεί να συμμετάσχει στην Επιτροπή για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, όπου συμμετέχουν προσωπικότητες από διαφορετικούς χώρους.

Υπενθυμίζουμε ότι ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ στην εσωκομματική εκλογή αρχηγού ήταν ένθερμος υποστηρικτής του βασικού αντιπάλου του Κυρ. Μητσοτάκη, δηλαδή του Βαγγέλη Μεϊμαράκη, που διέθετε την εμπιστοσύνη του Κώστα Καραμανλή αλλά και της Ντόρας Μπακογιάννη.

Και ως γνωστόν ο κ. Μητσοτάκης αναδείχθηκε αρχηγός με τη στήριξη των σαμαρικών και βέβαια του Αδ. Γεωργιάδη, τον οποίο στη συνέχεια διόρισε αντιπρόεδρο.

Χτυπά με συνέπεια

Η διαγραφή του κ. Μίχαλου είναι το τρίτο χτύπημα της σημερινής ηγεσίας στους καραμανλικούς. Ερχεται μετά τη διαγραφή της Κατερίνας Παπακώστα και του Ευάγγελου Αντώναρου, που τέθηκαν εκτός κόμματος για χάρη του κ. Γεωργιάδη, όταν σε διαφορετική συγκυρία τάχθηκαν και οι δύο υπέρ της παραίτησής του από το αξίωμα του αντιπροέδρου.

Αλλά δυσφορία σε καραμανλικούς έχει προκαλέσει και η προ ημερών (25.6.2018) αντικατάσταση της Κωνσταντίνας Μπότσιου στη θέση του γενικού διευθυντή του Ινστιτούτου Δημοκρατίας «Κωνσταντίνος Καραμανλής», από τον Ιωάννη Μαστρογεωργίου, στέλεχος προερχόμενο από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ και συνεργάτη επί χρόνια της Αννας Διαμαντοπούλου.

Σημειώνουμε ακόμα ότι η θητεία της κ. Μπότσιου, υπό τη σημερινή ηγεσία της Ν.Δ., ως γεν. διευθύντριας τού «Κων. Καραμανλής» ήταν η δεύτερη, ενώ επί χρόνια είχε διατελέσει εκεί σε διαφορετικά πόστα.

Η πρώτη ήταν την περίοδο που πρόεδρος στο Ινστιτούτο ήταν ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης.

Αλλά η προηγούμενη έντονη αναζωπύρωση του μπρα ντε φερ της ηγεσίας του κόμματος με τους καραμανλικούς ήρθε τον περασμένο Απρίλιο, όταν διέρρευσε η συνάντηση του Κυρ. Μητσοτάκη με τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη σε εστιατόριο στο Κολωνάκι και μαζί της και η πρόθεση του προέδρου της Ν.Δ. να θέσει σε αποστρατεία ιστορικά στελέχη του κόμματος, ανάμεσα στα οποία και ο κ. Μεϊμαράκης, με αποτέλεσμα να εκδηλωθούν έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Ν.Δ..

Εφερε εσωστρέφεια

Τώρα, μετά τη διαγραφή του Κων. Μίχαλου η εσωστρέφεια έχει επιστρέψει στο κόμμα και σύμφωνα με πληροφορίες της «Εφ.Συν.» υπάρχουν στελέχη που βράζουν, μιλώντας για «εκκαθάριση» καραμανλικών, την ώρα που αναμένουμε να δούμε εάν θα υπάρξει κάποια αντίδραση και ποια θα είναι αυτή, από τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη και τον Κώστα Καραμανλή.

Υπενθυμίζουμε ότι για το Μακεδονικό ο Κώστας Καραμανλής, ο οποίος είχε δεχτεί πιέσεις να βγει μπροστά, τελικά είχε επιλέξει να τοποθετηθεί με μια λιτή ανακοίνωση, χωρίς να κάνει τη χάρη στη σκληρή δεξιά πτέρυγα της Ν.Δ. να ταυτιστεί μαζί της.

Παράλληλα η στάση του κ. Μητσοτάκη στο Μακεδονικό, η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αντίστοιχη του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, όπου ανήκει η Ν.Δ., ξενίζει εταίρους και συμμάχους του στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα να δέχεται πιέσεις για αλλαγή πλεύσης.

Δεν είναι βέβαια τυχαία η διαρροή στη γερμανική Frankfurter Αllgemeine Ζeitung συνομιλητών του κ. Μητσοτάκη από το Βερολίνο που έλεγαν ότι ο πρόεδρος της Ν.Δ. έχει δεσμευτεί ενώπιόν τους εφόσον γίνει πρωθυπουργός να μην ακυρώσει τη συμφωνία, χρησιμοποιώντας διπλή γλώσσα στο εσωτερικό της χώρας και το εξωτερικό.

Όπως δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαία και η συνάντηση του προέδρου της Ν.Δ. με τον Γερμανό πρέσβη που ακολούθησε του δημοσιεύματος.

Τελικά ο κ. Μητσοτάκης υποχρεώθηκε να πάρει δημοσίως μια μέση θέση, δηλώνοντας ότι εφόσον γίνει πρωθυπουργός πριν κυρωθεί η συμφωνία στη Βουλή, δεν θα την κυρώσει, αλλά αν έχει ήδη κυρωθεί δεν θα μπορέσει να μην την εφαρμόσει.

Προφανώς η βολικότερη περίπτωση θα ήταν να τη βρει κυρωμένη.

Μαδώντας τη μαργαρίτα για τον ΣΥΡΙΖΑ

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μετεξελιχθεί σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα;

«Οχι», λένε οι εγχώριοι οπαδοί της σοσιαλδημοκρατίας και το σχήμα που ανήκει σ’ αυτόν τον χώρο, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. Απαιτείται -αναφέρουν- πριν από οποιαδήποτε συζήτηση να ζητήσει συγγνώμη, να ταπεινωθεί πολιτικά, να συντριβεί εκλογικά και ύστερα βλέπουμε.

«Βεβαίως» και μπορεί να μετεξελιχθεί, αντιγυρίζουν οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές, και γι’ αυτό καλούν τον Αλέξη Τσίπρα στις συνόδους τους, του προσφέρουν βήμα για να καταθέσει τις απόψεις του, τον τοποθετούν σε περίοπτη θέση στις οικογενειακές φωτογραφίες μετά τη λήξη των συνεδριάσεων και τον αποθεώνουν για τις επιδόσεις του στην οικονομία και την τόλμη του στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Αλλά για ποια σοσιαλδημοκρατία μιλάμε σήμερα;

Είναι ελκυστικός προορισμός για ένα κόμμα της Αριστεράς, μεταρρυθμιστικής ή ριζοσπαστικής;

Σε ποιο ιδεολογικό ρεύμα ανήκουν τα κόμματα που δηλώνουν ότι έχουν σημείο αναφοράς τους τη σοσιαλδημοκρατία;

Έχει καμιά σχέση η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία με τη σοσιαλδημοκρατία του Κάουτσκι;

Έχει καμία σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία του Βίλι Μπραντ, του Μπρούνο Κράισκι, του Ούλοφ Πάλμε; Αυτές τις περιόδους η σημερινή σοσιαλδημοκρατία τις έχει απωθήσει, ενδεχομένως και να τις έχει διαγράψει.

Εχει όμως σχέση και μάλιστα πολύ στενή με τη σοσιαλδημοκρατία του Τόνι Μπλερ, του μοιραίου για τη σοσιαλδημοκρατία πολιτικού που οδήγησε το Εργατικό Κόμμα στην πλήρη μετάλλαξή του και επηρέασε τα άλλα κόμματα στην Ευρώπη, τα οποία έσπευσαν (σαν έτοιμα από καιρό) να εφαρμόσουν πολιτικές που θα ζήλευαν τα συντηρητικά κόμματα.

Υπηρετώντας με θρησκευτική ευλάβεια τη θατσερική άποψη, «δεν υπάρχει εναλλακτική», συνθηκολόγησαν χωρίς να προβάλουν την παραμικρή αντίσταση, χωρίς να δώσουν μάχη ούτε καν για τα προσχήματα. Την υιοθέτηση άλλωστε του μοντέλου του τρίτου δρόμου (που δεν ήταν καθόλου τρίτος) πληρώνουν σήμερα τα κόμματά της.

Η εικόνα είναι απογοητευτική. Θα έλεγα, αποκρουστική. Τι θυμίζει η ιταλική σοσιαλδημοκρατία; Σκορποχώρι. Πού είναι η γαλλική σοσιαλδημοκρατία; Εξαφανισμένη. Την ψάχνουν με το μικροσκόπιο. Τι κάνει το πιο ιστορικό κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, το SPD; Συμμετέχει σε μια κυβέρνηση συνασπισμού και απλώς παρακολουθεί τη διένεξη ανάμεσα στη Μέρκελ και τους Χριστιανοκοινωνιστές.

Επί της ουσίας, είναι ένα κόμμα που δεν του αρέσει να κάνει αντιπολίτευση («άχαρο πράγμα η αντιπολίτευση», είχε δηλώσει κορυφαίο στέλεχός του πριν από τις εκλογές), έχει εγκαταλείψει τις ιδρυτικές αρχές του και μπαίνει στις κυβερνήσεις συνασπισμού για να επιβιώνει. Κυρίως για να παίρνει ένα μερίδιο εξουσίας προκειμένου να βολεύει τα στελέχη του.

Το τίμημα για τους αλλεπάλληλους οπορτουνισμούς του είναι η μείωση της εκλογικής επιρροής του -στις τελευταίες δημοσκοπήσεις τερματίζει τρίτο και καταϊδρωμένο. Οπότε το εισαγωγικό ερώτημα πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα σαν αυτά που υπάρχουν σήμερα;» Αν θέλει να έχει την τύχη τους, ας γίνει.

Ανάγωγα

«Είμαστε αρκετά ισχυροί για να ενισχύσουμε την οικονομική ανάπτυξη στις χώρες προέλευσης αυτών των ανθρώπων, δηλαδή στην Αφρική; Είμαστε σε θέση να τερματίσουμε τον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία; Μπορούμε να εστιάσουμε περισσότερο στους προσφυγικούς καταυλισμούς που βρίσκονται κοντά στις χώρες προέλευσης;

Κανείς δεν εγκαταλείπει την πατρίδα του χωρίς λόγο. Και ένα ακόμη ερώτημα: Μπορούμε να συμφωνήσουμε σε ενιαίες διαδικασίες για όλη την Ευρώπη;». Κρίσιμα ερωτήματα. Βρίσκονται στο μυαλό κάθε ανθρώπου. Με τη διαφορά ότι τα διατυπώνει η επικεφαλής της ισχυρότερης χώρας της Ευρώπης, η καγκελάριος της Γερμανίας Ανγκελα Μέρκελ. Δουλειά της όμως είναι να απαντάει, όχι να ρωτάει…

Τάσος Παππάς

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

«Βόρεια Μακεδονία»: Απόψεις και θέσεις

Κείμενα Πολιτικής  
ENA Institute for Alternative Policies·Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018
Κύρκος Δοξιάδης, Antonis Liakos και Δημήτρης Χριστόπουλος (Dimitris Christopoulos) γράφουν στο #ΕΝΑ για τις εξελίξεις στο θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη συμφωνία στο όνομα «Βόρεια Μακεδονία»
Με αφορμή τις εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη πρόκριση του ονόματος «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ φιλοξενεί απόψεις ακαδημαϊκών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.Κύρκος Δοξιάδης*Δεδομένου ότι ασχολούμαι με το ζήτημα από τότε που προέκυψε το 1992, σε περίπου όλους τους τομείς και τα επίπεδα του συγγραφικού, ερευνητικού και διδακτικού μου έργου, αισθάνομαι ιδιαίτερη ικανοποίηση. Η ικανοποίησή μου είναι και προσωπική, υπό την έννοια ότι η λύση για την ονομασία που τελικά συμφωνήθηκε –«Βόρεια Μακεδονία»– ήταν αυτή που ενδόμυχα πάντοτε πίστευα πως είναι η πιο ορθή. Σκέφτομαι λοιπόν να την υιοθετήσω από τώρα – ακόμη και στον δημόσιο λόγο μου, έστω και αν δεν έχει ακόμη επικυρωθεί επισήμως. Θα με βόλευε ποικιλοτρόπως. Πρώτον, διότι οι δύο ονομασίες –FYROM και ΠΓΔΜ (αγγλιστί και ελληνιστί)– που αναγκαζόμουν να χρησιμοποιώ και που εμπεριέχουν το «πρώην» υποδηλώνουν κάτι το πασιφανώς γελοίο. Είναι όντως γελοίο να εξακολουθείς να αποκαλείς «πρώην» μια χώρα που υπάρχει ως ανεξάρτητο κράτος εδώ και 27 χρόνια.

Κύρκος Δοξιάδης

Και δεύτερον, διότι έτσι «θα πάρω το αίμα μου πίσω» για την αφόρητη τσαντίλα που αισθανόμουν –και εξακολουθώ να αισθάνομαι– όλα αυτά τα χρόνια όταν άκουγα –και ακούω– να βαφτίζουν με το ζόρι –και απολύτως παράνομα, εννοείται– τη γειτονική χώρα «Σκόπια» και τους κατοίκους της «Σκοπιανούς». Σήμερα το πρωί μάλιστα άκουσα να εκφράζεται δημόσια και επίσημα η άποψη, διά στόματος –φευ!- βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, ότι «αν το είχαμε χειριστεί σωστά» κατά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας θα είχαμε κατορθώσει η γειτονική χώρα να λέγεται «Δημοκρατία των Σκοπίων»!!! «Βόρεια Μακεδονία» και «Βορειομακεδόνες» από εδώ και στο εξής λοιπόν. Και ας τολμήσουν να με καταγγείλουν για εσχάτη προδοσία οι λογής λογής ακροδεξιοί που κυκλοφορούν ανάμεσά μας παριστάνοντας τους πατριώτες.

* Καθηγητής Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών     

Αντώνης Λιάκος*

H συμφωνία αυτή είναι ιστορική, και τερματίζει ένα πρόβλημα 27 χρόνων. Aν πάει καλά ως το τέλος, θα είναι ένα από τα λίγα επιτεύγματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής αναφορικά με τα  εθνικά θέματα, σημαντικό όσο και η είσοδος της Κύπρου στην ΕΕ. Δείχνει ικανότητα, ψυχραιμία και καθαρή ματιά. Κι εγώ αμφέβαλλα αν θα ολοκληρωνόταν, αλλά πρέπει να τους το πιστώσουμε. Οι της απέναντι όχθης, ψυχραιμία και να γιορτάσουμε μαζί.

Η συμφωνία αυτή διαλύει ένα από τα ιδεολογικά σχήματα που είχαν φτιαχτεί στην κρίση, και μετά το 2015 είχαν πιάσει σαν σιδερένια λαβίδα το λαιμό του πολιτικού σώματος. Διαλύει δηλαδή το μύθο ότι αφενός έχεις τις πολιτικές δυνάμεις του εκμοντερνισμού, της λογικής, του κοσμοπολιτισμού, της τόλμης και αφετέρου την ιδεολογία των μη προνομιούχων, που είναι συντηρητική, βρίσκει καταφύγιο στη θρησκεία και στο έθνος, φοβάται τις μεγάλες αλλαγές. Για να δούμε λοιπόν τώρα ποιοι παρατάσσονται με τις δυνάμεις της αλλαγής σε ένα χρόνιο τέλμα, ποιοι πολεμούν το τέρας του εθνικισμού και των παραφυάδων του και ποιοι αντιστέκονται, δημαγωγούν και υποκλίνονται στον εθνικισμό.

* Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

Δημήτρης Χριστόπουλος*

To όνομα ενός κράτους μπορεί οριακά να γίνει αντικείμενο διπλωματικής διαπραγμάτευσης, ακόμη κι αν αυτό δεν είθισται στις διεθνείς σχέσεις. Το όνομα ενός έθνους –η ταυτότητα ενός λαού, το πώς αισθάνεται το ανήκειν του– δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, διότι δεν είναι ζήτημα κανόνων αλλά ζήτημα συνείδησης. Θεωρώ λοιπόν ότι η συμφωνία βρίσκει μια βιώσιμη τομή που αξίζει: Η Αθήνα «κερδίζει» την ονομασία με γεωγραφικό επιθετικό προσδιορισμό έναντι όλων και τα Σκόπια κρατούν την αξιοπρέπεια της ταυτότητας του λαού της χώρας τους. Άλλη λύση δεν υπήρχε, ούτε θα μπορούσε να υπάρχει.

Είμαι ικανοποιημένος με τη συμφωνία, αρκεί τώρα οι δύο κυβερνήσεις να δείξουν σταθερότητα και ψυχραιμία στις πιέσεις που θα δεχθούν. Είναι αναπάντεχα καλό νέο που ένα διμερές πρόβλημα που είχε η χώρα μας –κατά την άποψή μου, με δική της ευθύνη– δρομολογείται να βρει μια λύση. Η χώρα έχει πραγματικά και σοβαρά εθνικά θέματα στα οποία πλέον μπορεί να συγκεντρώσει τις πολιτικές της δυνάμεις και το διπλωματικό κεφάλαιο που τόσο απερίσκεπτα σπατάλησε με το Μακεδονικό. Καιρός λοιπόν να γυρίσουμε σελίδα. Έγινε μια αρχή. Αυτό είναι μείζον.

* Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου – Πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Κείμενα Πολιτικής

«Βόρεια Μακεδονία»: Απόψεις και θέσεις (Μέρος Β’)

Με αφορμή τις εξελίξεις στο ζήτημα της ονομασίας της ΠΓΔΜ και τη διαφαινόμενη πρόκριση του ονόματος «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ φιλοξενεί απόψεις ακαδημαϊκών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα.Όθων Αναστασάκης*Πολύ σημαντική συμφωνία, η οποία ξεκινά τη διαδικασία απεγκλωβισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής από το ονοματολογικό θέμα, που είχε καθηλώσει τη διπλωματία μας σε μια κυριολεκτικά στείρα αντιπαράθεση με τον βόρειο γείτονα.Το ότι κανείς εκτός Ελλάδας δεν κατανοούσε τις θέσεις της χώρας και όλοι αποκαλούσαν τη χώρα «Μακεδονία» στο εξωτερικό είναι γνωστό. Το ότι ο όρος «Μακεδονία» συνέχιζε να χρησιμοποιείται και είχε παγιωθεί στο όνομα της γειτονικής χώρας, είτε ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας» είτε ως «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατία της Μακεδονίας», είναι επίσης αυτονόητο.Η συμφωνία φέρνει τον ΣΥΡΙΖΑ κοντά στην κεντροαριστερή άποψη και διανόηση στα εξωτερικά ζητήματα, που είχε πάντα πιο μετριοπαθή στάση στο Μακεδονικό, αλλά δεν τολμούσε να μιλήσει, και δίνει επιτέλους ένα επιχείρημα ώστε μια σειρά από μετριοπαθείς πολίτες να στηρίξουν τη θέση τους. Με αυτή τη συμφωνία ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται κοντά σε πιο τεχνοκρατικές απόψεις της ελληνικής κοινωνίας. Μέχρι τώρα το θέμα της ονομασίας ήταν ένα ταμπού, στο οποίο η συμφωνία αυτή βάζει φρένο. Από εδώ και πέρα το Μακεδονικό έχει δύο απόψεις στην Ελλάδα. Ο διάλογος έχει ξεκινήσει σε συγκεκριμένη βάση για πρώτη φορά και η μετριοπαθής πλευρά έχει αποκτήσει φωνή, επιχείρημα και όνομα να αποκαλέσει τη «χώρα χωρίς όνομα».

Είναι σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, να εστιάσει κανείς στις θετικές επιπτώσεις της συμφωνίας και να ξεκινήσει ένα διάλογο σε κοινωνικό επίπεδο. Η πλευρά που υποστηρίζει τη συμφωνία έχει μια σειρά από επιχειρήματα να αναδείξει.

Η συμφωνία:

  1. Αντικαθιστά την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» με σύνθετο προσδιορισμό και κατοχυρώνει το αρχαίο ελληνικό παρελθόν στην ελληνική πλευρά. Οι παραχωρήσεις της άλλης πλευράς είναι προφανείς σε σύγκριση με την προηγούμενη ακραία κατάσταση.
  2. Ανοίγει το δρόμο για συνεργασία με τα Δυτικά Βαλκάνια, από τα οποία η Ελλάδα είχε περιθωριοποιηθεί τα τελευταία χρόνια για οικονομικούς αλλά και διμερείς λόγους με την ΠΓΔΜ.
  3. Συμπεριλαμβάνει μια σειρά θεμάτων που αφορούν σε θέματα διμερούς συνεργασίας και σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που πρέπει να αναδειχθούν.
  4. Δημιουργεί ένα πρώτο σημαντικό προβάδισμα για την επίλυση διμερών διαφωνιών στο χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, δείχνοντας το δρόμο για το άλλο μεγάλο θέμα των Βαλκανίων μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου. Στην επίλυση αυτής της σημαντικής διαφοράς που ταλανίζει τα Δυτικά Βαλκάνια η Ελλάδα μπορεί να εμφανιστεί ως μια αξιόπιστη τρίτη δύναμη στο διεθνές περιβάλλον.
  5. Βάζει την Ελλάδα δυναμικά στο οικονομικό και πολιτικό παιγνίδι των Βαλκανίων και η χώρα «βρίσκει τον παλιό καλό εαυτό της» σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία έχει αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή και ιδιαίτερα στη γειτονική χώρα.
  6. Προσδίδει στη χώρα σημαντική αξιοπιστία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και της ΕΕ σε μια περίοδο μεγάλης γεωπολιτικής αστάθειας.
  7. Επιτρέπει στην Ελλάδα να ζητήσει ανταλλάγματα στο οικονομικό πεδίο από την ΕΕ και πολιτικά από τις ΗΠΑ.

Για την ανάδειξη όλων αυτών των προτερημάτων χρειάζεται η κυβέρνηση να συνταχθεί με όλες τις φιλικές φωνές στον ακαδημαϊκό, επιχειρηματικό και άλλους φίλα προσκείμενους, στο θέμα του Μακεδονικού, χώρους και να συντάξει μια εναλλακτική φωνή στον εθνικισμό του Μακεδονικού.

Το παρόν κείμενο δεν θριαμβολογεί, απλά εστιάζει στις θετικές συνέπειες.

Η συμφωνία αυτή κάνει μια σημαντική αρχή. Όπως έχουμε δει και από άλλες αντίστοιχες συμφωνίες στην περιοχή (Σερβία-Κόσοβο), θα υπάρξουν προβλήματα στην εφαρμογή της, άλλα αναμενόμενα και άλλα που θα εξαρτώνται από την εκάστοτε συγκυρία. Κατά τη γνώμη μου, και όπως μας έχει δείξει το πρόσφατο παρελθόν, η ισχύς και αυτοτέλεια της Ελλάδας είναι συνυφασμένη με την οικονομική της βάση και όχι με την ένταση των εθνικιστικών φωνών.

Διευθυντής του European Studies Centre/South East European Studies στο St Antony’s College της Οξφόρδης

Σωτήρης Βαλντέν*

Η επίλυση του ζητήματος της ονομασίας της γειτονικής μας χώρας αποτελεί ένα ιστορικό γεγονός προς όφελος και των δύο χωρών, καθώς και της σταθερότητας στην περιοχή. Η συμφωνία ικανοποιεί ευαισθησίες της ελληνικής πλευράς, ενώ σέβεται την αξιοπρέπεια και την ταυτότητα των γειτόνων μας. Απελευθερώνει την εξωτερική και βαλκανική μας πολιτική από ένα μεγάλο βαρίδι και από τα αδιέξοδα στα οποία είχαμε οδηγηθεί τα τελευταία 25 χρόνια.

Η κυβέρνηση ορθότατα αξιοποίησε το «παράθυρο ευκαιρίας» που δημιούργησε η δημοκρατική πολιτική αλλαγή στη γείτονα και η διεθνής συγκυρία. Επέδειξε πολιτικό θάρρος και διαπραγματευτική ικανότητα, για την οποία Τσίπρας και Κοτζιάς αξίζουν συγχαρητήρια. Βέβαια, και στις δύο χώρες απομένει αρκετός δρόμος ως την υλοποίηση της συμφωνίας. Όσον μας αφορά, προέχει τώρα η μάχη ενάντια στους ποικίλης προέλευσης πατριδοκάπηλους που επιδιώκουν την υπονόμευση της συμφωνίας. Θέλω να ελπίζω ότι τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης θα αρθούν στο ύψος των περιστάσεων. Ιδιαίτερα η ΝΔ ελπίζω να εγκαταλείψει το δρόμο του άκρατου λαϊκισμού και της ανευθυνότητας τον οποίο ακολουθεί σήμερα, και πιστεύω πως αυτό επιθυμεί και η πλειοψηφία των φιλελεύθερων οπαδών της. Όσον αφορά τον προοδευτικό χώρο, η στάση των πολιτικών δυνάμεων στο Μακεδονικό υπενθυμίζει πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή προόδου – αντίδρασης και προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αναζητηθούν προοδευτικές συγκλίσεις.

*  Διδάσκων στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών

 

Χρήστος Ζιώγας*

Γιατί δεν είναι επωφελής η συμφωνία με τα Σκόπια… Πρώτον, οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν κατέληξαν σε συμφωνία με το γειτονικό κράτος διότι θεωρούσαν επιζήμιο να αναγνωρίσουν μακεδονική ταυτότητα και γλώσσα, που ήταν και τα δυσκολότερα ζητήματα της διαπραγμάτευσης. Η παρούσα κυβέρνηση συμφώνησε, υιοθετώντας επί του θέματος τις μειοψηφικές και όχι τις πλειοψηφικές αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας. Κατά μία έννοια, αναγνωρίζοντας μακεδονική εθνότητα και γλώσσα, αναιρείται ο γεωγραφικός προσδιορισμός ως βασική συνιστώσα της προσπάθειας διευθέτησης, και ο αλυτρωτισμός, ενώ εξαλείφεται από τα θεσμικά κείμενα των Σκοπίων, μελλοντικά δύναται να επανέλθει εξ αυτού του γεγονότος.

Δεύτερον, οι διεθνείς συμφωνίες αντικειμενικό σκοπό έχουν την αμοιβαία δέσμευση των μερών και την κοινή αντίληψή τους επί των συμφωνηθέντων. Οι αρχαίοι έλεγαν: «Σοφόν το σαφές, ου το μη σαφές»! Όλα τα σημεία της συμφωνίας τα οποία δίνουν την δυνατότητα διαφορετικής ερμηνείας, πολύ πιθανόν να δημιουργήσουν προβλήματα στο μέλλον. Αναμφίβολα, το ζήτημα της ιστορικής κληρονομίας της Μακεδονίας και της μακεδονικής ταυτότητας στη σύγχρονή της διάσταση συνιστούν τέτοια.

Τρίτον, κυνικά αλλά κατά το πλείστον στο διεθνές σύστημα, η Ελλάδα ως ισχυρότερο κράτος δεν μπόρεσε να επιβάλει την επωφελέστερη για την ίδια λύση, μετατρέποντας -κατά τα φαινόμενα- ένα διμερές πρόβλημα σε εσωτερικό. Τέταρτο και συνακόλουθο, το κράτος των Σκοπίων επιθυμεί να γίνει μέλος διεθνών οργανισμών στους οποίους συμμετέχει η Ελλάδα. Είθισται τα προς ένταξη κράτη να προβαίνουν σε περισσότερες υποχωρήσεις, όχι το αντίστροφο. Πέμπτον, μια συμφωνία δεν πρέπει να δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που θεωρητικά επιλύει, και η συγκεκριμένη, αν και διευθετεί ορισμένα ζητήματα, ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία.

* Μεταδιδακτορικός Ερευνητής και Διδάσκων Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

 

Αλέξης Ηρακλείδης*

Η φόρμουλα λύσης που πρόσφατα βρέθηκε στο Μακεδονικό ήταν ανέλπιστη. Η διπλωματική αυτή επιτυχία της Ελλάδας ξεπέρασε κάθε ρεαλιστική ελληνική προσδοκία.

Κατόρθωσε το ακατόρθωτο, όχι μόνο την αλλαγή του ονόματος, αλλά και την εξασφάλιση του erga omnes και την αλλαγή εδαφίων του Συντάγματος. Δεν πρόκειται καν για μια λύση «θετικού αθροίσματος», με δύο κερδισμένους, χωρίς χαμένους, που ήταν το ζητούμενο, αλλά για λύση που γέρνει σαφώς υπέρ της ελληνικής πλευράς.

Ωστόσο, αυτή η ελληνική διπλωματική νίκη ίσως κρύβει, ακριβώς επειδή είναι ετεροβαρής (με νικητή την Ελλάδα), μια αχίλλειο πτέρνα: μπορεί τελικά να μη γίνει αποδεκτή από τους Σλαβομακεδόνες, όσο σημαντικά και να είναι τα «καρότα» (η ένταξη στο ΝΑΤΟ και οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ) που χρυσώνουν το επώδυνο γι’ αυτούς χάπι.

*  Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ανάλυσης Συγκρούσεων στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Γιώργος Μπουγελέκας: Να συναντηθούμε με τους κατοίκους των πόλεων

Γιώργος Μπουγελέκας
MACRO

Ο Πλούταρχος γράφει πως, όταν ένας στρατιώτης πλησίασε τον Πύρρο για να τον συγχαρεί, αυτός του απάντησε αυτοσαρκαστικά: «Μια ακόμα νίκη επί των Ρωμαίων και θα χαθούμε εντελώς».

Ακούγεται συχνά από μερίδα συντρόφων μας πως το κύριο επίδικο στις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές είναι η πάση θυσία τοποθέτησή μας με την πλευρά των νικητών. Λες και η χωρίς -ελάχιστες έστω- προϋποθέσεις στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ σε οποιονδήποτε νικητή των δημοτικών εκλογών, πού δεν είναι διαπλεκόμενος και ακροδεξιός, θα τον βοηθήσει στη βασική του αποστολή, που είναι να ανακουφίσει τον επί εννέα χρόνια δοκιμαζόμενο από τα Μνημόνια ελληνικό λαό.

Ταυτόχρονα ορισμένες πτυχές της απλής αναλογικής αντιμετωπίζονται από ένα μέρος των αυτοδιοικητικών στελεχών της χώρας -ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση- με δισταγμούς ή και με εχθρότητα, ενώ από άλλους αυτοδιοικητικούς παράγοντες διατυπώνεται η άποψη πως εξίσου δύσκολη θα είναι η πορεία μας χωρίς την απλή αναλογική αντιμετωπίζοντας το συγκεκριμένο εκλογικό σύστημα ως την απόλυτη λύση όλων των προβλημάτων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Θα μου επιτρέψετε να πάρω αποστάσεις από αυτές τις απόψεις εστιάζοντας σε δύο σημεία που βρίσκονται -κατά τη γνώμη μου- στην καρδιά της συζήτησης για την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τις δημοτικές εκλογές κρατώντας ως δεδομένο πως η απλή αναλογική είναι θεμελιακή αξία του θησαυροφυλακίου της Αριστεράς και πως ο κίνδυνος της ακυβερνησίας στους δήμους και τις Περιφέρειες επισείεται από τους επικριτές της απλής αναλογικής προκειμένου να καλυφθεί η διαιώνιση ενός καθεστώτος ακινησίας, που οδηγεί την Αυτοδιοίκηση στον μαρασμό.

Το πρώτο σημείο σχετίζεται με την αίσθηση ματαίωσης που αισθάνεται το μέλος του ΣΥΡΙΖΑ από τη στιγμή που έχει νιώσει πλέον στο πετσί του πως η γνώμη του δεν μετράει στο κόμμα του και πως κάπου αλλού, έξω από την Ο.Μ. όπου συμμετέχει, λαμβάνονται οι τελικές και καθοριστικές αποφάσεις για τα πιο σοβαρά ζητήματα και μάλιστα στην περίπτωση των αυτοδιοικητικών εκλογών κόντρα και στο -με κόπους κατακτημένο- καταστατικό μας.

Αξίζει σε αυτό το σημείο να θυμηθούμε τη συγκεκριμένη διατύπωση του 25ου άρθρου του θεμελιακού μας κειμένου: «Η στήριξη και δραστηριοποίηση των μελών του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτοδιοικητικά σχήματα της περιοχής τους αποφασίζεται: για τις δημοτικές κινήσεις, από τη συνέλευση των Ο.Μ. του οικείου δήμου, στην οποία επιπλέον μετέχουν τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ που ανήκουν σε κλαδικές ή θεματικές οργανώσεις και κατοικούν στον οικείο δήμο, καθώς και τα μέλη της Νεολαίας του οικείου δήμου».

Όμως για να υλοποιηθεί η συγκεκριμένη διάταξη -σύμφωνα και με ένα ενδιαφέρον κείμενο πρωτοβουλίας στελεχών μας στη Βόρεια Αθήνα- «το κύριο ζητούμενο για το κόμμα μας σήμερα είναι η λειτουργία των κομματικών οργάνων, τμημάτων και μέσων του κόμματος και όχι η λεγόμενη συνεννόηση και σύμπνοια των τάσεων κεντρικά».

Το δεύτερο σημείο που στη συνέχεια θα έπρεπε να μας απασχολεί είναι ο δύσκολος δρόμος της συγκροτημένης λειτουργίας των αυτοδιοικητικών κινήσεων, της δραστήριας παρουσίας τους στα αυτοδιοικητικά πράγματα και στην κοινωνία, της καλλιέργειας του προγραμματικού λόγου τους και της αναζήτησης συνεργασιών σε προγραμματική βάση. Ιδιαίτερα μάλιστα πρέπει να μας απασχολεί η κινητοποίηση των ίδιων των πολιτών, μέσα από την κοινή τους δράση, και όχι η εναγώνια αναζήτηση δήθεν ηγετών στην πασαρέλα των λαμπερών υποψηφίων των αυτοδιοικητικών εκλογών.

Δηλαδή θα έπρεπε πρωτίστως να μας απασχολεί η οδός της ενίσχυσης μέσα στην Αυτοδιοίκηση της αντίληψης που η Ανανεωτική και Ριζοσπαστική Αριστερά υιοθετεί, ώστε με τις συνεργασίες και την ενισχυμένη επιρροή της να καταστεί πλειοψηφική η αντίληψή της τόσο στα συμβούλια όσο και στην κοινωνία.

Σοβαρές αποκλίσεις από αυτήν την κατεύθυνση, όπως πρόσφατα έγραψε ο Μπάμπης Γεωργούλας στην εφημερίδα «Εποχή», είναι πολύ πιθανό να δυσφημήσουν ακόμα και την ίδια την απλή αναλογική στα μάτια των κατ’ εξοχήν υποστηρικτών της, δηλαδή στα δικά μας. Κι αυτή θα είναι μια ζημιά διαρκείας.

Ας αποφύγουμε λοιπόν αυτές τις ξέρες και ας ανοιχτούμε από αύριο στις θάλασσες της κοινωνίας. Ας κρατήσουμε ως εφαλτήριο της προσπάθειάς μας πρωτίστως το έργο των άξιων δημάρχων και περιφερειαρχών που καταφέραμε να εκλέξουμε στις προηγούμενες εκλογές, αλλά και το έργο όσων έμπρακτα μετά το 2014 προσέγγισαν τον ΣΥΡΙΖΑ, στήριξαν τις βασικές του επιλογές, ανακούφισαν τους δημότες τους, συμπεριφέρθηκαν με ανθρωπιά στους πρόσφυγες.

Ας προβάλουμε το σημαντικό έργο όλων αυτών των στελεχών της Αυτοδιοίκησης ως δείγμα γραφής του έργου και εκείνων που επιπλέον θα εκλέξουμε στις προσεχείς αυτοδιοικητικές εκλογές. Ας συναντηθούμε -έστω και καθυστερημένα- με τους κατοίκους των πόλεων, ας καταγράψουμε τα προβλήματά τους, ας καταστρώσουμε τοπικά προγράμματα, ας ξαναζωντανέψουμε τις δημοτικές μας κινήσεις και με λάβαρο ιδεολογικό, ηθικό και πολιτικό την απλή αναλογική, αλλά και τις αξίες της Αριστεράς, ας δώσουμε με αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση και αυτή τη μάχη στο νέο τοπίο που με τόλμη ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνει στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Ο Γιώργος Μπουγελέκας είναι εκπαιδευτικός, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: Η Αυγή

 

«Χρειαζόμαστε τη ριζοσπαστι­κοποίηση της Αριστεράς»

Σαμίρ Αμίν Γαλλο-αιγύπτιος οικονομολόγος γεννήθηκε το 1931 στο Κάιρο, σπούδασε στο Παρίσι, όπου έγινε μέλος του γαλλικού Κ.Κ., από το οποίο αποστασιοποιήθηκε αργότερα. Είναι συγγραφέας περισσοτέρων των 30 βιβλίων, ορισμένα εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Μάλιστα ένα απ’ αυτά («Η συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα») το έχει προλογίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος διατηρούσε στενή σχέση μαζί του.

Πηγή : http://www.efsyn.gr/arthro/hreiazomaste-ti-rizospastikopoiisi-tis-aristeras      Συντάκτης:  Τάσος Τσακίρογλου 

Τσίπρας: Ο Σαμίρ Αμίν είδε νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της Αριστεράς

Τον κορυφαίο οικονομολόγο και θεωρητικό του μαρξισμού, Σαμίρ Αμίν, που έφυγε από τη ζωή, αποχαιρετά ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, σημειώνοντας ότι οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για την Αριστερά

Τσίπρας: Ο Σαμίρ Αμίν είδε νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της Αριστεράς | in.gr

Επικαιροποίηση άρθρου 13 Αυγούστου 2018

Τον κορυφαίο οικονομολόγο και θεωρητικό του μαρξισμού, Σαμίρ Αμίν, που έφυγε από τη ζωή, αποχαιρετά ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, σημειώνοντας ότι οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για όλους τους αριστερούς και τις αριστερές.

«Ο Samir Amin, κορυφαίος οικονομολόγος και θεωρητικός του μαρξισμού, είδε από νωρίς την ανάγκη ριζοσπαστικοποίησης του συνόλου της αριστεράς προκειμένου να αντιμετωπίσει τον καταστροφικό, για το περιβάλλον και τους ανθρώπους, καπιταλισμό της εποχής μας. Οι αναλύσεις του είναι τροφή σκέψης και έμπνευση δράσης για όλους τους αριστερούς και τις αριστερές. Τον αποχαιρετούμε με σεβασμό», έγραψε σε ανάρτηση του στο twitter ο κ. Τσίπρας.

Ο οικονομολόγος Σαμίρ Αμίν, στο νέο του βιβλίο «Modern Imperialism, Monopoly Finance Capital, and Marx’s Law of Value», «ξαναδιαβάζει» τον Μαρξ και επαναθεμελιώνει την ανάγκη για μελέτη βασικών αναλύσεων του Γερμανού φιλοσόφου. Μιλά στην «Εφ.Συν.» για την Ευρώπη, τη Σοσιαλδημοκρατία, την Αριστερά και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

● Φέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ, ενός ανθρώπου που συνέβαλε αποφασιστικά στην κατανόηση της νεωτερικότητας, των αντιφάσεων του καπιταλισμού αλλά και της σημασίας της ανθρώπινης δράσης στην προσπάθεια για κοινωνική αλλαγή. Τι πρέπει να κρατήσουμε απ’ αυτόν σήμερα;

Χρειαζόμαστε τον Μαρξ περισσότερο από ποτέ. Αυτό που έκανε, δεν ήταν ότι έγραψε για τον 19ο αιώνα, έναν περασμένο αιώνα, αλλά έδωσε τη μοναδική εξήγηση για το τι είναι ο καπιταλισμός, για το ποια είναι η ουσία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και ακόμα περισσότερο, είδε όχι μόνο την οικονομική πλευρά του προβλήματος, αλλά και την κοινωνικοπολιτική πλευρά της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Στον βαθμό που ζούμε σ’ αυτήν την καπιταλιστική κοινωνία, πρέπει να την κατανοήσουμε, όποια και αν είναι η βαθμίδα ανάπτυξής της. Φυσικά, η καπιταλιστική κοινωνία σήμερα είναι πολύ διαφορετική από εκείνην του 19ου αιώνα, όταν έγραφε ο Μαρξ. Αυτό όμως είναι δευτερεύουσας σημασίας, διότι η ουσία του καπιταλισμού είχε ήδη κατανοηθεί από τον Μαρξ.

Και αυτή η ουσία συνεχίζεται για όσο ζούμε σ’ αυτή την κοινωνία. Αυτό είναι κάτι πολύ βασικό. Ο Μαρξ το κατάλαβε από πολύ νέος. Μπορείς να βρεις τις ρίζες του μαρξισμού –από τότε που έγινε μαρξισμός– ήδη από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, 170 χρόνια πριν, το 1848. Τότε ήταν μόλις 30 ετών. Εάν διαβάσετε σήμερα το Μανιφέστο, θα βρείτε προτάσεις οι οποίες ισχύουν περισσότερο σήμερα παρά τότε.

● Ήταν μια επαναστατική εποχή…

Εκείνη την εποχή, το 1848, ο καπιταλισμός στην τελική του μορφή είχε κυριαρχήσει σ’ ένα πολύ μικρό μέρος της Ευρώπης, όπως η Αγγλία, η Γαλλία, το Βέλγιο και σ’ ένα μικρό τμήμα της Δυτικής Γερμανίας. Σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη το καπιταλιστικό σύστημα δεν είχε κυριαρχήσει πραγματικά. Ούτε καν σαν οικονομικό σύστημα και πολύ λιγότερο ως κοινωνικοπολιτικό σύστημα.

Και όμως, ο Μαρξ κατανόησε ότι αυτό το κοινωνικό πλαίσιο πρόκειται να κατακτήσει σύντομα όχι μόνο την Ευρώπη, αλλά ολόκληρο τον κόσμο. Κανένας άλλος δεν το αντιλήφθηκε αυτό εκείνη την εποχή. Όλοι νόμιζαν ότι θα υπάρχει για πολύ καιρό αυτό που ονομάστηκε φεουδαρχισμός. Ο Μαρξ ήταν ο μόνος που κατάλαβε ότι αυτό το σύστημα θα αναπτυχθεί πολύ γρήγορα.

Μετά, στο μείζον έργο του, «Το Κεφάλαιο», και κυρίως στους τόμους 1 και 2, αναλύει την ουσία του καπιταλισμού σαν έναν τρόπο παραγωγής και σαν κοινωνία. Δεν μας παρουσιάζει την ιστορία τού πώς εμφανίστηκε αυτό το σύστημα, αλλά πηγαίνει κατευθείαν στην ουσία. Και η ουσία είναι η ανακάλυψη από τον Μαρξ της θεωρίας της αξίας της εργασίας. Ότι η εργασία μετατρέπεται σε ένα εμπόρευμα. Ότι η εργατική δύναμη είναι ένα εμπόρευμα που πουλιέται. Γίνεται το μείζον πλαίσιο της εργασίας – όχι το μοναδικό, αλλά το μείζον.

● Δηλαδή, απομυστικοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις.

Ναι, τις απομυστικοποιεί. Οι εργάτες νομίζουν ότι πουλάνε την εργασία τους, αλλά στην πραγματικότητα πουλάνε την εργατική τους δύναμη. Και αυτό είναι το μυστικό για να καταλάβουμε την υπεραξία, την εκμετάλλευση και την αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος. Κανένας δεν το κατανόησε αυτό. Ούτε πριν ούτε μετά τον Μαρξ επιχείρησε κάποιος να το κάνει.

● «Ο νεοφιλελευθερισμός βρίσκεται στο τέλος της διαδρομής του, παράγοντας τεράστια εξαθλίωση για τους περισσότερους ανθρώπους στον κόσμο, διαλύοντας την κοινωνική συνοχή, προωθώντας τον μιλιταρισμό σε παγκόσμια κλίμακα, αλλά και την οικολογική καταστροφή». Αυτό έχετε γράψει πριν από λίγο καιρό. Ποια είναι η αποτίμησή σας για τη δράση της Αριστεράς να εμποδίσει αυτές τις εξελίξεις;

Πρέπει πρώτα να πούμε δυο λόγια για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό τού σήμερα. Αυτός δεν είναι ίδιος με εκείνον του τέλους του 19ου αιώνα και μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχει μετατοπιστεί δραστικά σε ένα νέο στάδιο μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, ξεκινώντας από την [πετρελαϊκή] κρίση του 1973-75. Η κρίση ξεκίνησε τότε και όχι το 2007-8.

Η συστημική και μακρόχρονη κρίση του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός αντέδρασε σ’ αυτή την κρίση περνώντας ακόμα περισσότερο σε έναν μονοπωλιακό έλεγχο του κεφαλαίου. Και μιλώντας για έλεγχο, να πούμε ότι δεν αναφερόμαστε στον έλεγχο της ιδιοκτησίας, αλλά στον καθολικό έλεγχο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που υπάρχει σήμερα, κάτι που δεν συνέβαινε πριν από το 1975.

Φυσικά, τα μονοπώλια υπήρχαν και ήταν σημαντικά, αλλά δεν κυριαρχούσαν μόνα τους. Τώρα έχει πρακτικά υποταχθεί όλο το οικονομικό σύστημα στο στάδιο των υπεργολάβων. Για παράδειγμα, σήμερα οι αγρότες δεν είναι πλέον ανεξάρτητοι καπιταλιστές παραγωγοί, διότι ελέγχονται από το μονοπωλιακό κεφάλαιο, το οποίο τους παρέχει πιστώσεις, υλικά, λιπάσματα, χημικά κ.λπ. Είναι εκ των πραγμάτων υπεργολάβοι του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

● Όμως, ποια ήταν η δράση της Αριστεράς για να εμποδίσει αυτές τις εξελίξεις;

Έρχομαι και σ’ αυτό, αλλά πρώτα να καταλάβουμε ποια είναι η πρόκληση. Γιατί η Αριστερά δεν αντιλαμβάνεται ακριβώς τη φύση της πρόκλησης. Συνεχίζει να νομίζει ότι ο καπιταλιστής είναι αυτός που ήταν, ένα μέλος των καπιταλιστών ιδιοκτητών, μεταξύ αυτών και μέλος φυσικά των μονοπωλίων, και αυτό είναι όλο. Όμως όχι! Είναι πολύ περισσότερα απ’ αυτό. Υπάρχει ένας ολοκληρωτικός έλεγχος και αυτός ο έλεγχος υποβιβάζει όλους τους παραγωγούς στο επίπεδο του υπεργολάβου και παράγει πολιτικά αποτελέσματα.

Σημαίνει ότι δεν βρισκόμαστε πια σε μια δημοκρατία, ακόμα και αστική δημοκρατία, στην οποία υπήρχαν η Αριστερά και η Δεξιά και αποδεχόταν τους βασικούς κανόνες του καπιταλισμού και για τις δύο πλευρές, τουλάχιστον την πλειοψηφία τους, αλλά υπό διαφορετικές συνθήκες για την εργασία και το κεφάλαιο. Δεν συμβαίνει πια αυτό. Έχουμε ένα ολοκληρωτικό σύστημα, το οποίο έχει εξισώσει την εκλογική Αριστερά, την πλειοψηφία της, με τη Δεξιά.

Δηλαδή, μια συναίνεση που αποδέχεται τον έλεγχο του μονοπωλιακού κεφαλαίου πάνω σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα και άρα, και στο πολιτικό σύστημα. Δεν υπάρχει περιθώριο για διαπραγμάτευση.

Και αυτό έχει οδηγήσει την εκλογική Αριστερά στις δυτικές χώρες από τη σοσιαλδημοκρατία στον σοσιαλφιλελευθερισμό, κάτι που σημαίνει ότι δεν υπάρχει διαφορά στην αποδοχή των λεγόμενων κανόνων της αγοράς. Αντικαθίστανται οι κοινωνικές διαπραγματεύσεις ως ένας τρόπος να λειτουργεί το σύστημα οικονομικά και πολιτικά. Έτσι, αυτό καταλήγει να είναι ένα δράμα και μια πρόκληση.

● Και η Αριστερά;

Πώς αντιδρά η Αριστερά; Εάν πάρουμε τις ευρωπαϊκές χώρες –δεν μιλώ για άλλες, όπως οι ΗΠΑ, ή ο Νότος κ.λπ.– και κυρίως τις αναπτυγμένες χώρες, όπως η Βρετανία, η Γερμανία και η Γαλλία και ίσως η Ιταλία και η Ισπανία, αλλά και τις λιγότερο αναπτυγμένες, στην ανατολική και νότια Ευρώπη, θα δούμε ότι η εκλογική Αριστερά εκεί έχει αποκηρύξει όχι μόνο τον σοσιαλιστικό ορίζοντα –με την επαναστατική διαδικασία– αλλά έχουν εγκαταλείψει ακόμα και τη λεγόμενη «μεταρρυθμιστική διαδικασία».

Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα είναι ακριβώς η επιστροφή μας σε μια ριζοσπαστική Αριστερά. Δηλαδή, μια Αριστερά που θα λέει ότι αυτό το σύστημα είναι γερασμένο. Αυτό σημαίνει ότι ο μονοπωλιακός καπιταλισμός σ’ αυτό το σημερινό στάδιο είναι ένα σύστημα του οποίου η καταστροφική πλευρά της συσσώρευσης έχει αναπτυχθεί πολύ περισσότερο από τις θετικές και προοδευτικές πλευρές.

Η ιδέα του Σουμπέτερ για τη δημιουργική καταστροφή ήταν σωστή στην εποχή του, τον 19ο αιώνα, αλλά σήμερα είναι μια ανοησία. Σήμερα, η καταστροφική πλευρά είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δημιουργική. Η δημιουργική του πλευρά έχει περιοριστεί στη μόδα και στην ανανέωση των προϊόντων ανά δύο ημέρες, όπως η αντικατάσταση του ενός κινητού από άλλο κ.λπ.

Όλο αυτό αποτελεί σπατάλη φυσικών πόρων. Η κλιματική αλλαγή ως αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι δραματική, αλλά επίσης και οι κοινωνικές καταστροφές, με τη μορφή της μόνιμης ανεργίας, της συνεχόμενης επισφάλειας στη διαχείριση της εργασίας, αλλά και των καταστροφών για τη μεγάλη πλειονότητα του παγκόσμιου Νότου: Ασία, Αφρική, Λ. Αμερική και Καραϊβική.

Δηλαδή, για το 85% του παγκόσμιου πληθυσμού. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες, αλλά αφορά εν μέρει και τη Ρωσία και την Κίνα. Χρειαζόμαστε μια ριζοσπαστικοποίηση της Αριστεράς. Αυτό θεωρήθηκε δυνατό και σε μερικές χώρες, ακόμα και στην Ευρώπη.

● Αυτή είναι η επόμενή ερώτησή μου, η οποία αφορά την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και την αποτίμησή σας για τα τρία χρόνια διακυβέρνησής της.

Είχα μεγάλη συμπάθεια στον ΣΥΡΙΖΑ επειδή πίστευα ότι μπορεί να γίνει πρακτικά ένα κίνημα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων να το υποστηρίζουν και έτσι να αναγκάσει την Ευρώπη να αρχίσει να αλλάζει, μέσω μονομερών μέτρων έστω, σε μια μικρή και ευάλωτη χώρα.

Από κάπου έπρεπε να αρχίσει. Αυτό θα αντηχούσε αμέσως στην Ισπανία με τους PODEMOS και στην Πορτογαλία με την έναρξη μικρών αλλαγών, μέσω των νέων θέσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος και με περιορισμένη υποστήριξη της μισο-αριστερής και όχι ακραίας δεξιάς πολιτικής της λιτότητας.

Αυτό θα είχε αντίκτυπο στη Γαλλία και ίσως στη Γερμανία και σίγουρα θα άρχιζε να αλλάζει την Ευρώπη.

● Ωστόσο, δεν έγινε…

Αντί γι’ αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ συνθηκολόγησε τελικά. Δηλαδή, αποδέχτηκε την κατάσταση ως είχε. Γιατί; Διότι υπήρχαν αντιφάσεις από την αρχή.

Όχι μόνο στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, με τις διάφορες συνιστώσες, οι οποίες ήταν σαν κόμματα μέσα στο κόμμα, αλλά και στο εσωτερικό του ίδιου του ελληνικού λαού. Την ίδια στιγμή απέρριπταν τις συνέπειες της κυριαρχίας του μονοπωλιακού χρηματιστικού κεφαλαίου, δηλαδή την τρομερή λιτότητα, την αβεβαιότητα, την ανεργία κ.λπ. και ταυτόχρονα συνέχιζαν να έχουν ψευδαισθήσεις για την Ευρώπη.

Τα δύο τρίτα των Ελλήνων ήταν κατά της λιτότητας και την ίδια στιγμή αυτά τα δύο τρίτα ήταν φιλοευρωπαϊστές, με εξαίρεση κάποιους. Είχαν την ψευδαίσθηση ότι αυτή η Ευρώπη μπορεί να αλλάξει. Και αυτό οδήγησε τη δεξιά πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ πίσω στη συνθηκολόγηση και στην αποδοχή της κατάστασης που είχε διαμορφώσει η Γερμανία για όλη την Ευρώπη.

 Ποιος είναι 

Ίσως ο επιφανέστερος εκπρόσωπος των θεωριών για την Ανάπτυξη, ο Γαλλο-αιγύπτιος οικονομολόγος γεννήθηκε το 1931 στο Κάιρο, σπούδασε στο Παρίσι, όπου έγινε μέλος του γαλλικού Κ.Κ., από το οποίο αποστασιοποιήθηκε αργότερα. Είναι συγγραφέας περισσοτέρων των 30 βιβλίων, ορισμένα εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Μάλιστα ένα απ’ αυτά («Η συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα») το έχει προλογίσει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος διατηρούσε στενή σχέση μαζί του.

Κοινωνικό,Πολιτικό,Αυτοδιοικητικό