Βατοπέδι Refresh -Γράφει η νομικός Γεωργία Γεωργίου – Npress

Γράφει η Νομικός Γεωργία Γεωργίου, στην προσωπική της σελίδα στο Facebook, με αφορμή την πρόσφατη απόφαση για το Βατοπέδι :    Είπα να φρεσκάρω λίγο τη μνήμη μου… και τη δική σας… Μου βγήκε λίγο μεγάλο η αλήθεια είναι, αλλά αξίζει τον κόπο… Η λίμνη Βιστωνίδα και οι παρόχθιες περιοχές της (27.000 στρέμματα) αποτελεί μέρος …

Πηγή: Βατοπέδι Refresh -Γράφει η νομικός Γεωργία Γεωργίου – Npress

Χάμπερμας: Οι Γερμανοί φταίνε για τη διεύρυνση του χάσματος Βορρά – Νότου

 

 
 

“Η γερμανική κυβέρνηση επιτάχυνε τη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ βορρά και νότου και διέσπασε βαθιά την Ευρώπη”, τόνισε ο Γιούργκεν Χάμπερμας, ο μεγαλύτερος ίσως εν ζωή ευρωπαίος φιλόσοφος, σε συνέντευξή του
 
Χάμπερμας Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος

«Ήταν η ανικανότητα των εθνικών κυβερνήσεων να συνεργαστούν στις Βρυξέλλες, η οποία καταρχάς επέτρεψε την ανάδυση των δεξιών λαϊκιστών. Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η – υπό την καθοδήγηση της γερμανικής κυβέρνησης- επιβληθείσα πολιτική αντιμετώπισης της κρίσης, η οποία δεν επέλυσε τη συνεχιζόμενη ακόμα οικονομική κρίση, αλλά επιτάχυνε τη διεύρυνση του χάσματος των εθνικών οικoνομιών μεταξύ βορρά και νότου και διέσπασε βαθιά την Ευρώπη», είπε, μεταξύ άλλων, ο Γιούργκεν Χάμπερμας -ο μεγαλύτερος ίσως εν ζωή ευρωπαίος φιλόσοφος- σε συνέντευξή στην έγκριτη εφημερίδα του Αμβούργου “Die Zeit” με αφορμή τις αυριανές γαλλικές εκλογές.

 

«Σημαντικό δεν είναι το ερώτημα “υπέρ” ή “κατά” των Βρυξελλών, αλλά μόνο το “πως” μία συνεργασία πρέπει να προωθηθεί. Το να λες “συνεχίζουμε έτσι” με λαούς υπό δημοκρατική απαγόρευση / κηδεμονία, οι οποίοι ανακαλούνται στην τάξη μέσω οικονομικών κινήτρων, επισφραγίζει τη διάλυση. Εδώ να προσθέσω ακόμα δυο φράσεις κλειδιά: Θέλουμε ένα κοινό ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο προς το συμφέρον των μονοπωλίων ή θέλουμε μετά το Brexit και τον Τραμπ έναν ευρωπαϊκό πυρήνα ικανό να δρα σε παγκόσμιο επίπεδο, επειδή τα εθνικά μας κράτη από μόνα τους είναι πολύ αδύναμα να υπερασπιστούν τον ελεύθερο τρόπο ζωής μας και ο οποίος (ευρωπαϊκός πυρήνας) θα μπορούσε να επηρεάσει την πολιτική διαμόρφωση ενός χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, ο οποίος έχει γίνει άγριος;», τόνισε επίσης ο Γερμανός φιλόσοφος.

πηγή φωτογραφίας: AP/ FRANK RUMPENHORST

Κράτα το

Κράτα το

Κράτα το

Για τις ήττες και για τις νίκες

 
Αντιμέτωπη επί χρόνια με μια σειρά από μικρές και μεγάλες ήττες, βιώνοντας σκληρές δοκιμασίες και περνώντας κάτω από καυδιανά δίκρανα, η Αριστερά στη χώρα μας υπέστη έναν μακροχρόνιο εθισμό. Διαμόρφωσε – καταναγκαστικά εν πολλοίς – αυτό που θα ονομάζαμε μια «κουλτούρα της ήττας» · αλλά και διαμορφώθηκε από αυτήν.
Αυτή η κουλτούρα, αρθρωμένη γύρω από το αίτημα της προσωπικής αξιοπρέπειας και διαμεσολαβημένη από τις βασικές σταθερές της σοσιαλιστικής ιδεολογίας, συγκροτούσε χώρους επιβίωσης και αναπνοής, γραμμές άμυνας και αντοχής, κώδικες καθημερινής ζωής. Και ολοκληρωνόταν, όσο κι αν ακούγεται αντιφατικό, και με την αποδοχή ενός συλλογικού και ατομικού modus moriendi –ο τρόπος του θανάτου τους  -, που λειτουργούσε ως έσχατη ανατροπή της ήττας και ως κατάφαση ζωής. Ένα είδος «οντολογικού προτάγματος» που χιλιάδες αριστερών το υλοποίησαν ως αναπόφευκτη (και πολιτικά ορθολογική) συνέπεια της επιλογής τους. Ο Ν. Μπελογιάννης το συνόψισε, ως τυπικό ιστορικό παράδειγμα.
 
Αν η διαχείριση των ηττών της υπήρξε για την Αριστερά ένα οδυνηρό πλην οικείο πεδίο, η εξοικείωση με τις νίκες, στις σημερινές συνθήκες, είναι μια περίπλοκη υπόθεση, με κινδύνους και παγίδες. Αν η προτροπή «αγάπα το κελί σου» έπαψε να ισχύει ως οδηγός επιβίωσης, το «…και διάβαζε πολύ» διατηρεί μια αυξημένη επικαιρότητα. Η εμπειρία, από το 2014 και μετά είναι διδακτική. Δεν πρόκειται μόνο για την ανάγκη μιας συνεχούς διακρίβωσης της σχέσης του πολιτικού πράττειν με τις ηθικές και αξιακές του προϋποθέσεις · αλλά για την ανάγκη διαμόρφωσης μιας «κουλτούρας της νίκης» – από θέση κυβερνητικής ευθύνης ή αντιπολίτευσης, μικρή σημασία έχει.
Αυτή η κουλτούρα (για την οποία, εγκυρότεροι γνωσιακά μπορούν να μιλήσουν επαρκέστερα), απαιτεί ορισμένες σταθερές : Όπως, ας πούμε μια αναγκαία διαλεκτική ένταση μεταξύ της στρατηγικής σταθερότητας και της διανοητικής μετριοπάθειας, ή αλλιώς την ενσωμάτωση της «πρακτικής της αμφιβολίας», με ό,τι αυτό συνεπάγεται πέρα από τις συμβατικές ηθικολογίες. Απαιτεί, αφετηριακά, μια αυστηρή επίγνωση των ορίων · ώστε να μην οδηγείται η στάση και η πράξη σε ελαφρότητες. (Να ξέρεις δηλαδή να χαλιναγωγείς την οίηση). Απαιτεί τη διαρκή προσπάθεια να «μεταφράζεις» την ταξικότητα σε εθνική ηγεμονία. Και πολλά άλλα, όχι εύκολα και πρόχειρα.
Η ευθύνη των στελεχών της κυβέρνησης σ’ ένα τέτοιο εγχείρημα είναι πρωταρχική και ολοφάνερη. Αλλά αυτό αφορά ολόκληρη την Αριστερά. Προϋποθέτει, τέλος, ένα διαρκή αναστοχασμό πάνω στην «κουλτούρα της ήττας» εκείνων των χαλεπών καιρών, που αλλοίμονο αν την καταχωνιάσουμε στο ντουλάπι με τα αζήτητα, ως μια εξαντλημένη υπόθεση.
Όσο για το γνωστό πολιτικό παίγνιο των αντιπάλων, να καθαγιάζουν την πολιτική μας παράδοση με τη μεγαθυμία του νικητή, να την διαβάζουν επιλεκτικά, ή να ασχημονούν σε βάρος της όταν κλονίζεται το πολιτικό και πολιτισμικό τους αφήγημα, αυτό είναι μια τιποτένια και πληκτική ιστορία. Έχουμε σοβαρότερα πράγματα να σκεφτούμε : Ένα συλλογικό, πολιτικό modus vivendi -τρόπος ζωής-, ανθεκτικό, πολυμήχανο και παραγωγικό.

Η κυβέρνησή μας πρέπει να αντιταχθεί στον επιχειρούμενο κανιβαλισμό της ΔΕΗ

 | Η Εφημερίδα των Συντακτών

Γιατί λοιπόν σήμερα οι θεσμοί αγνοούν ό,τι είχε προηγουμένως, μέχρι και την πρώτη αξιολόγηση, συμφωνηθεί; αναρωτιέται ο Πάνος Σκουρλέτης

  Ένα από τα ανοιχτά πεδία προς διαπραγμάτευση στη συμφωνία που υπέγραψε η κυβέρνηση το καλοκαίρι του 2015 ήταν αυτό των ενεργειακών. Η συμφωνία προέβλεπε το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με αναπροσαρμογή των μεριδίων τόσο στο επίπεδο της λιανικής αγοράς όσο και στο ποσοστό της συνολικά εκχεόμενης ενέργειας στο διασυνδεδεμένο δίκτυο εκ μέρους της ΔΕΗ.

Η δέσμευση ήταν το ποσοστό αυτό να φτάσει το 50% το 2020, ο τρόπος για να πραγματοποιηθεί ήταν ανοιχτός για διαπραγμάτευση. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ είχε δεσμευτεί να διατηρήσει τον δημόσιο χαρακτήρα των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και να αγωνιστεί για μια δημόσια και βιώσιμη ΔΕΗ στο νέο πλαίσιο της αγοράς που, ούτως ή άλλως, άλλαζε με βάση τη συνολική ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική ανεξαρτήτως μνημονιακών δεσμεύσεων. Για εμάς το άνοιγμα της αγοράς δεν μπορεί να ισοδυναμεί με κλείσιμο της ΔΕΗ.Σε σχέση με τις ιδιωτικοποιήσεις των ενεργειακών εταιρειών, στη μόνη που είχαμε δεσμευτεί ήταν αυτή του ΔΕΣΦΑ που, έτσι κι αλλιώς, ο διαγωνισμός για την πώλησή του κατά 66% είχε ολοκληρωθεί από το 2013. Σε καμία περίπτωση η συμφωνία δεν προέβλεπε τη πώληση του 17% της ΔΕΗ, των ΕΛ.ΠΕ. και της ΔΕΠΑ.Βεβαίως η συνήθης πρακτική των θεσμών είναι να παραβιάζουν τα όρια της αρχικής συμφωνίας και να θέτουν διαρκώς νέα ζητήματα, ακόμη και θέματα στα οποία είχαμε συμφωνήσει κατά την πρώτη αξιολόγηση. Ακριβώς έτσι κάνουν και τώρα.

Να επανέλθουμε όμως στα της ηλεκτρικής ενέργειας. Εμείς ως κυβέρνηση κληρονομήσαμε από τη κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου τον νόμο για τη «μικρή ΔΕΗ», τον νόμο για τη πώληση του 66% του ΑΔΜΗΕ και τη δέσμευση από το παλιό πλάνο του ΤΑΙΠΕΔ για την πώληση του 17% της ΔΕΗ, το οποίο όμως, επαναλαμβάνω, δεν συμπεριλαμβανόταν σε αυτά τα οποία είχαμε συμφωνήσει το καλοκαίρι του 2015. Όσον αφορά τον νόμο για τη «μικρή ΔΕΗ» τον καταργήσαμε (Μάιος 2016) και αντ’ αυτού επιλέξαμε τις δημοπρασίες ποσοτήτων ρεύματος (ΝΟΜΕ) ως τον προσωρινό μηχανισμό που θα ανακατένεμε τα μερίδια της αγοράς, αλλά κυρίως θα έδινε χρόνο για να υλοποιήσει η ΔΕΗ τη στρατηγική των συμπράξεων αντί της πώλησης παγίων στοιχείων της τάξης του 40%.Τα ΝΟΜΕ θα πίεζαν τη ΔΕΗ οικονομικά και μόνο σαν προσωρινός μηχανισμός και για συγκεκριμένες ποσότητες θα έπρεπε να ισχύσουν.

Στο διάστημα αυτό, η συμμετοχή της ΔΕΗ ως παθητικού μετόχου σε ανταγωνιστικά κοινοπρακτικά σχήματα, με βάση την αξία των παγίων που θα συνεισέφερε, θα της έδινε τη δυνατότητα να κερδίζει και από τον ανταγωνισμό της και θα ικανοποιούσε την υποχρέωση ανακατανομής των μεριδίων της αγοράς. Για τη δημιουργία ενός τέτοιου σχήματος είχαν υπάρξει προχωρημένες συζητήσεις με την εταιρεία Εlpedison, που και αυτή θα διέθετε τις δικές της μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας φυσικού αερίου στο νέο κοινοπρακτικό σχήμα.Το σχέδιο δεν προχώρησε, πρώτα απ’ όλα γιατί δεν το πίστεψε η διοίκηση της ΔΕΗ και δεν άρεσε στα τεχνικά κλιμάκια που είχαν αλλά πράγματα στο μυαλό τους. Μέσα από αυτό τον σχεδιασμό, η ΔΕΗ θα είχε τη δική της αυτόνομη παρουσία, αλλά ταυτόχρονα θα συμμετείχε ως παθητικός μέτοχος σε κάποιους από τους ανταγωνιστές της χωρίς να απαιτείται να πουλήσει-«σκοτώσει» τα περιουσιακά της στοιχεία.Χρησιμοποιώ τον όρο πώληση-«σκότωμα» γιατί έτσι καταλήγουν οι διατεταγμένες πωλήσεις στο πλαίσιο ενός αυστηρού χρονοδιαγράμματος. Η εμπειρία δείχνει πως λειτουργούν μόνο υπέρ των αγοραστών.

Παράλληλα, μετά τις εκλογές, προωθήθηκαν μια σειρά νομοθετικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς στην κατεύθυνση της προσαρμογής της στη στρατηγική της ευρωπαϊκής ενεργειακής ένωσης (target model, νέο πλαίσιο για τις ΑΠΕ, ενίσχυση της ΡΑΕ). Η επιτυχής κατάληξη της διαπραγμάτευσης για τον ΑΔΜΗΕ αποτελεί την κορυφαία στιγμή της προηγούμενης περιόδου. Η διάσωση των δικτύων της χώρας, η διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα τους και η ακύρωση της ιδιωτικοποίησης κατά 66% συνιστά μια μεγάλη πολιτική επιτυχία της κυβέρνησης. Το σχέδιο αυτό ήταν πραγματικά δύσκολο να γίνει αποδεκτό και πολεμήθηκε από πολλές πλευρές. Ακόμη και η ίδια η διοίκηση της ΔΕΗ δεν το υποστήριξε.

Η πρώτη περίοδος του κυβερνητικού έργου στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας δεν χαρακτηρίζεται από μια αμυντική προσπάθεια υπεράσπισης της προηγούμενης κατάστασης, αλλά από μια ενεργή παρέμβαση για να βάλουμε το αποτύπωμά μας στη νέα αγορά που διαμορφώνεται.

Με την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, οι ίδιοι οι θεσμοί διαπιστώνουν ότι στον τομέα της ενέργειας έχει γίνει έργο στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής και του ανοίγματος της αγοράς. Το υπενθυμίζω προς όλους αυτούς τους διατεταγμένους προπαγανδιστές που διακηρύσσουν πως το προηγούμενο διάστημα ήταν χαμένο. Είναι οι ίδιοι που κινδυνολογούν.

Γιατί λοιπόν σήμερα οι θεσμοί αγνοούν ό,τι είχε προηγουμένως, μέχρι και την πρώτη αξιολόγηση, συμφωνηθεί;

Γιατί θέτουν ζητήματα έξω από τα όρια της συμφωνίας, επαναφέροντας σενάρια για πώληση του 40% των μονάδων της ΔΕΗ;

Πρόκειται για μια επίθεση που στο στόχαστρό της έχει την περιουσία της ΔΕΗ με σκοπό αυτή να περάσει σε εξευτελιστικές τιμές σε συγκεκριμένα ευρωπαϊκά και εγχώρια επιχειρηματικά συμφέροντα. Σε αυτή την επίθεση συμπράττουν η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, ενώ στελέχη των διαπραγματευτικών κλιμακίων από τη μεριά των δανειστών παίζουν, απ’ ό,τι λέγεται, ακριβώς αυτό τον ρόλο, της προώθησης συγκεκριμένων συμφερόντων.

Δεν είμαι οπαδός παρωχημένων αντιλήψεων που δεν αντιλαμβάνεται τις αλλαγές που έχουν συμβεί στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, της οποίας είμαστε αναπόσπαστο μέλος, ούτε υπερασπίζομαι μονοπωλιακές καταστάσεις και ξεπερασμένα μοντέλα περασμένων δεκαετιών, ούτε όμως θεωρώ πως η κυβέρνησή μας δεν θα πρέπει να αντιταχθεί στον επιχειρούμενο κανιβαλισμό της ΔΕΗ.

* υπουργός Εσωτερικών

Πηγή: Η κυβέρνησή μας πρέπει να αντιταχθεί στον επιχειρούμενο κανιβαλισμό της ΔΕΗ | Η Εφημερίδα των Συντακτών

Κράτα το

Παπαδημητρίου: Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης για δυναμική επανεκκίνηση της οικονομίας

Παπαδημητρίου: Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης για δυναμική επανεκκίνηση της οικονομίας

«Το ΔΝΤ ζητά από την Ελλάδα το ακριβώς αντίθετο από αυτό που γενικά προτείνει» τόνισε μεταξύ άλλων ο υπουργός Οικονομίας, Δημήτρης Παπαδημητρίου μιλώντας στο συνέδριο που διοργανώνει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι «ο σχεδιασμός των μεταρρυθμίσεων για την ελληνική οικονομία ήταν σε σημαντικό βαθμό εσφαλμένος».«Προκειμένου να ξεπεράσουμε τα προβλήματα αυτά και να πετύχουμε τους παραπάνω στόχους στο Υπουργείο Οικονομίας καταρτίζουμε μία Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης ικανή να εξισορροπήσει τις δυσλειτουργίες της αγοράς και να προσδώσει νέα δυναμική για την επανεκκίνηση της οικονομίας» υπογράμμισε ο υπ.Οικονομίας για να συμπληρώσει ότι «η Στρατηγική αυτή θέτει στο επίκεντρο μιας δίκαιης και αειφόρου ανάπτυξης το ανθρώπινο δυναμικό και την ένταση γνώσης για την μετάβαση της χώρας σε μία οικονομία που παράγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.Θέτει επίσης προτεραιότητες στην ενδυνάμωση της εξωστρέφειας των επιχειρήσεων, και την ενίσχυση συνεργασιών επιχειρήσεων με δημιουργία εσωτερικών αλυσίδων αξίας και συστάδων επιχειρήσεων.»

ΟΜΙΛΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ & ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ

Όπως όλοι γνωρίζουμε, η οικονομική κρίση έπληξε περισσότερο απ’ όλες τις χώρες την Ελλάδα.Αιτία γι’ αυτό δεν ήταν μόνον η ασθενική και μη ανταγωνιστική παραγωγική της βάση, τα δίδυμα ελλείμματα (δημόσιο και εξωτερικό) και το υψηλό δημόσιο χρέος.Σημαντικό ρόλο στην διόγκωση της ελληνικής κρίσης διαδραμάτισαν οι εσφαλμένες επιλογές οικονομικής πολιτικής και μεταρρυθμίσεων που επιβλήθηκαν και η αδυναμία του φαύλου εγχώριου πολιτικού συστήματος να διαπραγματευτεί μία καλύτερη πολιτική προσαρμογής.

Το 2016, σε ξεχωριστές εκθέσεις τους το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ αξιολόγησαν τις πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής και μεταρρυθμίσεων που ασκήθηκαν στην Ελλάδα και διαπίστωσαν συνοπτικά τα εξής :

  1.  Υπήρξαν υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις που οδήγησαν σε εμπροσθοβαρή και βαθιά μείωση δημοσιονομικού ελλείμματος με αποτέλεσμα τη μακροσκελή ύφεση.
  2.  Η παραπάνω παραδοχή έγινε ήδη από το 2012 από τον κ. Blanchard και η εξήγηση ήταν οι χαμηλοί δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές που εξέλαβαν ως βάση των υπολογισμών και προβλέψεων τους. Υποτιμήθηκαν πολλαπλασιαστές, spreads και κόστη δανεισμού.
  3. Παρά την ανάληψη σημαντικών μεταρρυθμίσεων, η πρόοδος υπήρξε άνιση και το μείγμα μεταρρυθμίσεων μη ισορροπημένο.
  4. Εσφαλμένη εκτίμηση για άμεση ενεργοποίηση της πλευράς της προσφοράς από τις μεταρρυθμίσεις, σε αντίθεση με τη συσσωρευμένη εμπειρία για βραδεία ανάδειξη των εξ αυτών ωφελειών.
  5. Αποτυχία μεταρρύθμισης της αγοράς προϊόντων, με συνέπεια τη διατήρηση των παραγωγικών πόρων σε μη ανταγωνιστικές δραστηριότητες, ενόσω η εμπροσθοβαρής εστίαση στη δημοσιονομική και μισθολογική προσαρμογή μείωνε τη ζήτηση και συνέβαλε στη βαθιά ύφεση.
  6. Αποτυχία αναγνώρισης από την αρχή του γεγονότος ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν ένιωθε ως δική του ιδιοκτησία τα προγράμματα προσαρμογής, με συνέπεια τις υποχωρήσεις στην εφαρμογή τους.
  7. Αδυναμία να εκτιμηθεί πως ο τόσο μεγάλος όγκος των διαρθρωτικών αλλαγών που σχεδιάστηκαν υπερέβαινε την διοικητική ικανότητα και την πολιτικά εφικτή εφαρμογή τους.
  8. Η καθυστέρηση και χαμηλή απόδοση στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στο 2ο πρόγραμμα του 2012, ήταν κυρίως στις αγορές προϊόντων, στη δημόσια διοίκηση και στο περιβάλλον ρυθμίσεων όπως με τις αδειοδοτήσεις επενδύσεων, τις διαδικασίες χρεοκοπίας, την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος, το άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων και την εξάλειψη άχρηστων φόρων και εισφορών υπέρ τρίτων.
  9. Εσφαλμένη εκτίμηση για μεγάλες ελαστικότητες τιμών στις εξαγωγές.
  10. Εσφαλμένη υπόθεση εργασίας για την υγεία του τραπεζικού συστήματος και αδυναμία συστηματικής και κατάλληλης παρακολούθησης του, με συνέπεια την άνοδο των Κόκκινων δανείων και τη δημιουργία πολιτικής αναταραχής.
  11. Έντονα προβλήματα διακυβέρνησης σε επιχειρήσεις και κυβέρνηση, τα οποία παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό χωρίς αντιμετώπιση.
  12. Αβεβαιότητα και καθυστερήσεις σχετικά με την αναδιάρθρωση του χρέους οδήγησαν στη μείωση/συγκράτηση των επενδύσεων.

Από τις 12 παραπάνω ολιγωρίες πολιτικής που οι δύο οργανισμοί επισήμαναν στην ελληνική περίπτωση, παρατηρούμε ότι οι μισές αφορούν τον τομέα των μεταρρυθμίσεων, και την προβληματική εφαρμογή και σύνδεση τους με την δημοσιονομική και οικονομική πολιτική.Τις συνοψίζουμε ως εξής:ανισόρροπο μείγμα μεταρρυθμίσεων με έμφαση στην αγορά εργασίας και παραμέληση της αγοράς προϊόντων, της δημόσιας διοίκησης και του ρυθμιστικού περιβάλλοντος,εσφαλμένη και αντίθετη με τη διεθνή εμπειρία εκτίμηση για άμεση απόδοση τους, και αδυναμία στην εφαρμογή τους λόγω του μεγάλου όγκου αυτών και της περιορισμένης διοικητικής ικανότητας και πολιτικής αποδοχής τους.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο σχεδιασμός των μεταρρυθμίσεων για την ελληνική οικονομία ήταν σε σημαντικό βαθμό εσφαλμένος.
Η οικονομική θεωρία διδάσκει πως οι μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να έχουν στόχο την βελτίωση της ολικής παραγωγικότητας TFP (Total Factor Productivity) που συσχετίζει το αποτέλεσμα με το σύνολο των χρησιμοποιούμενων πόρων, και η οποία διασφαλίζει τη μακροχρόνια ανάπτυξη.
Με δική του έρευνα το ΔΝΤ δείχνει ότι οι περισσότερες από τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στην ελληνική περίπτωση, (αγορές εργασίας και προϊόντων), έχουν χαμηλό αντίκτυπο στους μακροπρόθεσμους  ρυθμούς ανάπτυξης της TFP.
Αντίθετα, οι μεταρρυθμίσεις που επιδρούν στη τεχνολογική αλλαγή και την παραγωγικότητα με ένα θετικό και μόνιμο τρόπο είναι αυτές που περιλαμβάνουν μεγάλα ποσά πραγματικών επενδύσεων στο κεφάλαιο, και τις υποδομές της Έρευνας και Ανάπτυξης (Ε&Α) και των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ).
Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας από την άλλη πλευρά έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο βραχυχρόνιο, και καμία επίδραση στο μακροχρόνιο ορίζοντα, όμως παραμένουν υψηλά στην ατζέντα των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων ακόμη και σήμερα, παρόλο που η Ελλάδα έχει ήδη θέσει σε εφαρμογή μία ολόκληρη σειρά μέτρων τα οποία μείωσαν τη διαπραγματευτική εργατική δύναμη, τους κατώτατους μισθούς και επέτρεψαν πολύ περισσότερο ευέλικτες συνθήκες εργασίας.
Εύλογα ανακύπτει το ερώτημα γιατί το ΔΝΤ και οι Θεσμοί γενικότερα δεν διδάσκονται από τα λάθη του παρελθόντος και από τις ίδιες τις αξιολογήσεις των πολιτικών και αποτελεσμάτων τους.
Μία επίσης κρίσιμη επισήμανση που απορρέει από την διεθνή εμπειρία είναι το γεγονός ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να έχουν αρνητικές επιπτώσεις βραχυπρόθεσμα εάν εφαρμοστούν υπό αδύναμες μακροοικονομικές συνθήκες.

Αυτή η ανησυχία ενισχύεται εάν η διαθεσιμότητα και η αποτελεσματικότητα της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής για την αντιμετώπιση των δυσμενών επιπτώσεων των μεταρρυθμίσεων είναι περιορισμένες.

Όταν η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση, η βραχυπρόθεσμη επίδραση των μεταρρυθμίσεων μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκή ή ακόμη και να συνεπάγεται βραχυπρόθεσμες μειώσεις της ζήτησης.

Αλλά γενικά είναι πολύ δύσκολη η εφαρμογή μεταρρυθμίσεων σε σύντομο διάστημα, με συρρίκνωση της συνολικής ζήτησης και με ανεπαρκή δημόσια διοίκηση.

Όχι τυχαία, το ΔΝΤ εκτιμούσε πως μέχρι το τέλος του 2014 είχε εφαρμοστεί μόλις το 72% των προτεινόμενων από τον ΟΟΣΑ μέτρων για την ενίσχυση του ανταγωνισμού.
Επίσης, το ΔΝΤ έχει γενικότερα παραδεχθεί (βλ  IMF,  Euro Area, Selected issues 2014) πως :

·         Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να εφαρμοστούν με περισσότερη επιτυχία σε χώρες που βρίσκονται σε δημοσιονομική ισορροπία ή σε χώρες που εφαρμόζουν ταυτόχρονα επεκτατική δημοσιονομική πολιτική.

·         Αντίθετα η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική συνδυάζεται με πιο αργή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων.

·         Στη διεθνή εμπειρία σπάνια συνυπάρχουν η δημοσιονομική προσαρμογή και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.

Οι λόγοι είναι κυρίως:

1) Ότι αρκετές μεταρρυθμίσεις έχουν βραχυπρόθεσμο δημοσιονομικό κόστος, όπως η χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων, τα κίνητρα επενδύσεων ή τα προγράμματα απασχόλησης, συνεπώς είναι δύσκολο να επιδιώκεται ταυτόχρονα λιτότητα και μεταρρύθμιση,

2) Ότι σε περιόδους συρρίκνωσης της οικονομίας, οι μεταρρυθμίσεις είναι αναποτελεσματικές, όπως για παράδειγμα η εφαρμογή ελαστικών μορφών απασχόλησης δεν οδηγεί σε αύξηση της απασχόλησης όταν δεν υπάρχει ζήτηση στην οικονομία, ή αυξάνοντας την ηλικία συνταξιοδότησης μπορεί να οδηγήσει απλά σε αύξηση της ανεργίας.

·         Για τους λόγους αυτούς το ΔΝΤ προτείνει, η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων να συμπληρώνεται με πολιτικές ενίσχυσης της ζήτησης.

Θεωρεί, δηλαδή, συμπληρωματικές τις μεταρρυθμίσεις με μία επεκτατική οικονομική και δημοσιονομική πολιτική.

Παρά την γενική αυτή παραδοχή του το ΔΝΤ σήμερα ζητά για την Ελλάδα πρόσθετα μέτρα λιτότητας τα προσεχή έτη, θεωρώντας τα ικανά να συμπληρώσουν τις μεταρρυθμίσεις.

Ζητά το ακριβώς αντίθετο από αυτό που γενικά προτείνει!

Την περιοριστική δημοσιονομική πολιτική θεωρούν υποκατάστατη και όχι συμπληρωματική των μεταρρυθμίσεων πανεπιστημιακοί όπως ο Coen Teulings, από το Πανεπιστήμιο του Cambridge, ο οποίος ισχυρίζεται ότι όσο μεγαλύτερη είναι η δημοσιονομική προσαρμογή τόσο μικρότερη πρέπει να είναι η μεταρρυθμιστική πολιτική.

Το επιχείρημα στηρίζεται κυρίως στην κατανομή του πλούτου μεταξύ των γενεών, καθώς και οι δύο πολιτικές μειώνουν τον πλούτο της τωρινής γενιάς και συνεπώς και την κατανάλωση.

Η απότομη μείωση της κατανάλωσης οδηγεί βέβαια και σε αντίστοιχη προσαρμογή της παραγωγικής δυνατότητας από μη εμπορεύσιμα αγαθά (καταναλωτικά) σε εμπορεύσιμα (εξαγωγικά), αλλά αν το κάνει εφαρμόζοντας συμπληρωματικά τις δύο πολιτικές (λιτότητα και μεταρρυθμίσεις) τότε το αποτέλεσμα είναι να ρίξει την οικονομία στην παγίδα μιας διαρκούς ύφεσης.

Άρα η δημοσιονομική προσαρμογή και οι μεταρρυθμίσεις είναι υποκατάστατες πολιτικές και όχι συμπληρωματικές.

Αντίθετα το Γερμανικό Υπουργείο οικονομικών (σε συμπόσιο που έγινε 25 Μαρτίου 2015) υποστηρίζει ότι η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων είναι συμπληρωματική της δημοσιονομικής προσαρμογής, δηλαδή του περιορισμού της ζήτησης.

Στην πολιτική αυτή έχουν σήμερα ενδώσει το ΔΝΤ και οι Θεσμοί με όσα ζητούν για το ύψος (3,5% του ΑΕΠ) των πρωτογενών πλεονασμάτων επί σειρά ετών, τα πρόσθετα μέτρα λιτότητας και τις μεταρρυθμίσεις (φορολογικό, συντάξεις, αγορά εργασίας κ.α.).

Τον περιορισμό αυτής ακριβώς της πολιτικής διαπραγματεύεται η ελληνική κυβέρνηση αντιπροτείνοντας περισσότερη ανάπτυξη μέσω διαφοροποιημένων μεταρρυθμίσεων και λιγότερη λιτότητα (μικρότερα πλεονάσματα για λιγότερα χρόνια).

Η Τράπεζα της Ελλάδας εκτιμά πως η υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας και στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών θα μπορούσε συνδυασμένα να επιφέρει την επόμενη δεκαετία αύξηση του ΑΕΠ έως 8,5%, της απασχόλησης κατά 6,7% και των επενδύσεων κατά 11,5%.

Από την πλευρά του ο ΟΟΣΑ εκτιμά πως η πλήρης εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να προκαλέσει αύξηση του ΑΕΠ πάνω από 13% την προσεχή δεκαετία.

Όμως, ο ΟΟΣΑ θεωρεί πως η έμφαση πρέπει να δοθεί από αναπτυξιακή σκοπιά στην αγορά προϊόντων, ενώ παραδέχεται πως τα βάρη της προσαρμογής έπεσαν στους μισθωτούς με συνέπεια η φτώχεια και οι ανισότητες να έχουν αυξηθεί στην Ελλάδα παρά τις κοινωνικές πολιτικές που ενεργοποιήθηκαν.

Γι’ αυτό και προτείνει την ενίσχυση των κοινωνικών πολιτικών ώστε η ανάπτυξη να περιλάβει και να φθάσει σε όλο τον πληθυσμό.

Όπως, δε, έδειξε έρευνα του ΔΝΤ οι προτεινόμενες από τους θεσμούς μεταρρυθμίσεις, στην αγορά εργασίας είχαν μικρή επίδραση στην ολική παραγωγικότητα της οικονομίας, με μόνη εξαίρεση τις μεταρρυθμίσεις για επενδύσεις σε έρευνα & τεχνολογία, τηλεπικοινωνίες και υποδομές που έχουν θετική αναπτυξιακή επίδραση.

Από τις παραπάνω αξιολογήσεις των πολιτικών που ασκήθηκαν, προκύπτουν μερικά χρήσιμα συμπεράσματα.

ΠΡΩΤΟΝ, πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη άσκηση σκληρής περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής με την υλοποίηση βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών εξαιτίας της σχέσης υποκατάστασης μεταξύ της δημοσιονομικής περιστολής και των μεταρρυθμίσεων.

ΔΕΥΤΕΡΟΝ, σχετικά με τη προτεραιότητα υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων, η έμφαση πρέπει να δίνεται πρώτα στην απελευθέρωση της αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών, η οποία οδηγεί κυρίως σε μείωση τιμών, και κατόπιν στην απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, που όμως η οποία οδηγεί σε μείωση κόστους αλλά και ζήτησης.

ΤΡΙΤΟΝ, αναφορικά με τη χρονική ακολουθία των μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων, αυτή θα πρέπει να ξεκινά με εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που αναμένεται να αποφέρουν τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία, οι οποίες κατά τεκμήριο είναι εκείνες που έχουν και τη μεγαλύτερη συμπληρωματικότητα.

ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ, όσον αφορά τον ρυθμό υλοποίησης, η σταδιακή εφαρμογή  προσφέρει το πλεονέκτημα της διόρθωσης, αντίθετα με τη περίπτωση ταχείας εφαρμογής όπου υπάρχει ο κίνδυνος της αναστροφής των μεταρρυθμιστικών πράξεων,  είτε λόγω μεταρρυθμιστικής κόπωσης είτε λόγω της χρονικής ασυνέπειας.

Εν κατακλείδι, οι μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα δεν απέδωσαν αναπτυξιακά, τα αναμενόμενα.

Συγχρόνως, σε επίπεδο ΕΕ, έχουν συμφωνηθεί πέντε πρωταρχικοί στόχοι που – μέσω των εθνικών προγραμμάτων – πρέπει να επιτευχθούν μέχρι το τέλος του 2020, και αφορούν την απασχόληση, την έρευνα και την ανάπτυξη, το κλίμα/την ενέργεια, την εκπαίδευση, την κοινωνική ένταξη και τη μείωση της φτώχειας.

Προκειμένου να ξεπεράσουμε τα προβλήματα αυτά και να πετύχουμε τους παραπάνω στόχους στο Υπουργείο Οικονομίας καταρτίζουμε μία Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης ικανή να εξισορροπήσει τις δυσλειτουργίες της αγοράς και να προσδώσει νέα δυναμική για την επανεκκίνηση της οικονομίας.
Η Στρατηγική αυτή θέτει στο επίκεντρο μιας δίκαιης και αειφόρου ανάπτυξης το ανθρώπινο δυναμικό και την ένταση γνώσης για την μετάβαση της χώρας σε μία οικονομία που παράγει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Θέτει επίσης προτεραιότητες στην ενδυνάμωση της εξωστρέφειας των επιχειρήσεων, και την ενίσχυση συνεργασιών επιχειρήσεων με δημιουργία εσωτερικών αλυσίδων αξίας και συστάδων επιχειρήσεων.

Η καινοτομία της στρατηγικής αυτής δε έγκειται μόνον από τις δυνάμεις της αγοράς να ανταποκριθούν στη μακροοικονομική και δημοσιονομική εξυγίανση και στις μεταρρυθμίσεις για ένα φιλικότερο επιχειρηματικό περιβάλλον με ξένες και εγχώριες άμεσες επενδύσεις, αλλά ενεργοποιεί και μία πολιτική τόνωσης της ζήτησης που επιταχύνει την απορρόφηση της ανεργίας, ανακόπτει την διαρροή εγκεφάλων στο εξωτερικό και συμβάλλει σημαντικά στη μείωση των ανισοτήτων, της φτώχειας και στην αποκατάσταση της κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας.
Αυτή η καινοτομία πολιτικής ίσως αποδειχθεί και η μεγαλύτερη προσφορά στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων που επιστρατεύονται για μία δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
Σας ευχαριστώ.

Πηγή: Παπαδημητρίου: Εθνική Στρατηγική Ανάπτυξης για δυναμική επανεκκίνηση της οικονομίας

Κράτα το

Κράτα το

Ποιον αφουγκράζεται το ΣτΕ;

11 Μάρτιος, 2017 ·Εφημερίδα των Συντακτών

Μία μετά την άλλη βγαίνουν σωρηδόν οι αποφάσεις του ΣτΕ ειδικά μετά την απόφαση ακύρωσης του διαγωνισμού για τις άδειες. Με οδηγό ακόμα και τα πλέον στενά όρια ερμηνείας του Συντάγματος και την πλήρη ανελαστικότητα φαίνεται ότι οι ανώτατοι δικαστές δεν θέλουν να επιτρέψουν κανένα «νεωτερισμό» έστω και αν αποδεδειγμένα αυτός διευρύνει την σύγχρονη δημοκρατία.

-Μπορεί λοιπόν να έγινε αξιόπιστος διαγωνισμός για τις άδειες και να λειτουργούσαν μέχρι τώρα παράνομα όλα τα κανάλια όμως το κύριο ζήτημα ήταν ότι την απόφαση όφειλε να λάβει το αποδεκατισμένο ΕΣΡ

-Μπορεί μέχρι το 2015 οι διοικητές των Νοσοκομείων να ορίζονταν με ποσόστωση κομματική και συχνά χωρίς καν να παρουσιάζουν για έλεγχο τα πτυχία τους, και μπορεί ανάμεσα τους να υπήρχαν ακόμα και πρόσωπα με πορίσματα καταδικαστικά σε βάρος τους, όμως η σημερινή κυβέρνηση όφειλε να τους κρατήσει στη θέση τους μέχρι να λήξει η θητεία τους.

-Μπορεί οι διευθυντές των σχολείων να επιλέγονταν με το έτσι θέλω  διορισμένων υπηρεσιακών Συμβουλίων Διοίκησης  από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου παιδείας, όμως δεν είναι συνταγματικό να ψηφίζουν οι καθηγητές για τον διευθυντή τους και μάλιστα μυστικά διότι αυτό δεν αποπνέει αξιοκρατία.

-Μπορεί οι λίστες και οι φορολογικοί έλεγχοι να παρέμεναν επί χρόνια στα συρτάρια των ελεγκτικών μηχανισμών με αποτέλεσμα δισεκατομμύρια να ταξιδεύουν στις ξένες τράπεζες όμως είναι αντισυνταγματικό να δίνονται συνεχείς παρατάσεις στην παραγραφή των υποθέσεων.

Μη ξεχνάμε τέλος ότι το ΣτΕ ήταν εκείνο που κατάργησε το Νόμο Ραγκούση για την Ιθαγένεια προς τέρψη και της τότε κυβέρνησης Σαμαρά.

Βεβαίως σεβαστές οι αποφάσεις της δικαιοσύνης και (όψιμα) κατάπτυστος όποιος θεωρεί ότι η δικαιοσύνη οφείλει να αφουγκράζεται τον παλμό της κοινωνίας αλλά με τη συγκεκριμένη «φόρα» στο τέλος θα μετατραπεί το ΣτΕ σε άτυπο…εκλογοδικείο.

Πηγή: Εφημερίδα τών Συντακτών