Αρχείο κατηγορίας Πολιτική και Κοινωνία

Πολιτική Κοινωνιολογία Η Πολιτική Κοινωνιολογία  στέκεται στο μεταίχμιο της Πολιτικής Επιστήμης και της Κοινωνιολογίας και η θεματική της ενσωματώνει στα ερευνητικά της πεδία θέματα τόσο από τη μία όσο και από την άλλη επιστήμη. Aσχολείται με την σχέση της πολιτικής με την κοινωνία, Πολιτική Επικοινωνία,Πολιτική Φιλοσοφία

Αιτήματα αιχμής των Οικολόγων Πράσινων προς την Κυβέρνηση

Καμία επιστροφή στην «κανονικότητα».

Δευτέρα, 06 Αύγ. 2018, 20:44  |  Αποφάσεις Πανελ. Συμβουλίου
Εκτύπωση
E-mail

Απόφαση του Πανελλαδικού Συμβουλίου (5/8)

Αιτήματα των Οικολόγων Πράσινων προς την Κυβέρνηση και την Αυτοδιοίκηση

1. Για την  κλιματική αλλαγή

Για τους Οικολόγους Πράσινους η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι απόλυτη πολιτική προτεραιότητα – η πραγματικότητα που βιώνουμε πλέον αποδεικνύει ότι η ολιγωρία είναι καθοριστική για τις ζωές τις δικές μας και των παιδιών μας. Αγωνιζόμαστε για πολιτικές που θα ελέγξουν την κλιματική αλλαγή και θα εξασφαλίσουν την απεξάρτησή μας ως κοινωνία από τα ορυκτά καύσιμα και τη βιομηχανική κτηνοτροφία.

Ζητάμε:

1.1. Να μην έρθει για κύρωση στη Βουλή καμιά καινούργια σύμβαση για παραχωρήσεις περιοχών για έρευνα και εξορύξεις υδρογονανθράκων και να επανεξεταστούν οι προηγούμενες κυρώσεις με βάση αναβαθμισμένες απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος . Η χώρα μας μόνο να χάσει έχει από τις εξορύξεις στην Ήπειρο, την Κρήτη, το Κατάκολο, το Ιόνιο και αλλού.

1.2. Αυστηροποίηση του θεσμικού πλαισίου προστασίας για περιοχές Natura 2000, ώστε να αποκλείει τις εξορύξεις υδρογονανθράκων (και συνοδών έργων), αλλά και αντίστοιχα για τις περιοχές όπου παράγονται ΠΟΠ και ΠΓΕ, καθώς και αυστηροποίηση των όρων προστασίας  των υδάτινων σωμάτων (πηγών, ρεμάτων, ποταμών, λιμνών και λιμνοθαλασσών).

1.3. Απαγόρευση της εξόρυξης φυσικού αερίου με μη συμβατικές μεθόδους (fracking, πυρόλυση κλπ.)

1.4. Ολοκλήρωση του Μακροχρόνιου Ενεργειακού Σχεδιασμού, εκτενή με δημόσια διαβούλευση και τη συμμετοχή μας

1.5. Επιτάχυνση της αναθεώρησης του χωροταξικού για τις ΑΠΕ με γνώμονα την προστασία σημαντικών περιοχών Natura και την φέρουσα ικανότητα των περιοχών, με κριτήρια βιωσιμότητας και όχι μόνο ύψιστης κερδοφορίας. Έτσι μόνο θα επιταχυνθεί η ανάπτυξη των ΑΠΕ στη χώρα μας, με πολλαπλά οφέλη για την υγεία, την οικονομία και εν γένει την κοινωνία μας, χωρίς όμως να υπάρχουν καθυστερήσεις από νομικές προσφυγές και οι αντιδράσεις που προκύπτουν σήμερα.

1.6. Σχεδιασμό και έναρξη υλοποίησης πιλοτικών δράσεων για την ανάσχεση της ερημοποίησης στις περιοχές που απειλούνται περισσότερο (όπως τα νησιά)

2. Για την εκτός σχεδίου και την αυθαίρετη δόμηση, και την προστασία δασών -αιγιαλών -ρεμάτων και άλλων προστατευόμενων περιοχών

2.1 Αναστολή  της εκτός σχεδίου δόμησης, τουλάχιστον  μέχρι να οριοθετηθούν σε ορθοφωτοχάρτες οι πλημμυρικές ζώνες των ρεμάτων, ο αιγιαλός, η γεωργική γη και οι υγροβιότοποι της σύμβασης Rasmsar, να κυρωθεί το σύνολο των δασικών χαρτών, να εκδοθούν τα ΠΔ των περιοχών Natura και μελέτες φέρουσας ικανότητας νησιών. Αλλά και μέχρι την αναθεώρηση /οριστικοποίηση των χωροταξικών πλαισίων (με βάση και την Εθνική Στρατηγική για την Κλιματική αλλαγή και την θαλάσσια πολιτική).

2.2 . Αυστηροποίηση του νομοθετικού πλαισίου για τους αιγιαλούς και τις παραλίες, με ριζική αναθεώρηση και νέα δημόσια διαβούλευση του  νομοσχεδίου του Υπουργείο Οικονομικών για τον αιγιαλό. Καμία νομιμοποίηση αυθαιρέτων σε αιγιαλό, παραλίες, θάλασσα, λίμνες και ποτάμια δεν θα γίνει αποδεκτή από τους Οικολόγους Πράσινους

2.3 Υλοποίηση των πρόσφατων διατάξεων για κατεδάφιση όλων των τελεσίδικα παράνομων κτισμάτων και συνεχή δημόσιο απολογισμό για την πορεία υλοποίησης

2.4 Ανάρτηση του συνόλου των δασικών χαρτών στην Αττική, αλλά και ρύθμιση για την εξασφάλιση του απαραίτητου προσωπικού (αίτημα που είχε εγκριθεί και από τους θεσμούς), ώστε να προχωρήσει με ταχείς ρυθμούς η ανάρτηση αλλά και η κύρωση των χαρτών σε όλη την χώρα, και η εξέταση των αντιρρήσεων.

2.5 Να προχωρήσουν οι διαδικασίες με τις «οικιστικές πυκνώσεις», που αποδείχθηκε ένα επιτυχημένο εργαλείο επιτάχυνσης των δασικών χαρτών,  χωρίς εκπτώσεις στην περιβαλλοντική και δασική νομοθεσία.

2.6 Να ενεργοποιηθεί ο νέος νόμος για τους Δασικούς Συνεταιρισμούς που βρίσκεται δύο χρόνια σε αδράνεια. Τα δάση χρειάζονται διαχείριση διότι έχουν εγκαταλειφτεί, συσσωρεύοντας επικίνδυνα εύφλεκτη βιομάζα

2.7 Να ολοκληρωθεί η Εθνική Στρατηγική για τα Δάση και να συνοδευτεί με σχέδια δράσης και εξασφάλιση χρηματοδότησης

2.8 Να ενεργοποιηθεί εκ νέου η Επιτροπή για την αλλαγή του «δασοκτόνου» νόμου 4280/2014 που άλλαξε τις «επιτρεπτές επεμβάσεις» στα δάση, με βάση και τις δεσμεύσεις της κυβέρνησης.

2.9 Ενεργοποίηση διαδικασιών για τη Δημιουργία Σώματος Φύλαξης Φυσικού Περιβάλλοντος, με ενοποίηση των δασο/αγροφυλάκων της Δασικής Υπηρεσίας, των φυλάκων προστατευόμενων περιοχών και της ιδιωτικής θηροφυλακής. Τα δάση θέλουν φύλαξη από κάθε λογής παρανομίες. Μετά την έξοδο από τα μνημόνια,  αναμένουμε γενναία βήματα υλοποίησης σε συνεργασία με την INTERPOL.

2.10 Υλοποίηση των δεσμεύσεων για ενίσχυση του Σώματος των Επιθεωρητών Περιβάλλοντος το οποίο είναι εντελώς αποδυναμωμένο.

2.11 Άμεση συμβασιοποίηση και χρηματοδότηση των Διαχειριστικών Σχεδίων Βόσκησης καθώς και ολοκλήρωση των νέων προδιαγραφών για τις Διαχειριστικές Μελέτες Δασών. Η βοσκή και η ξύλευση αποτελούν θεμελιώδεις δράσεις μείωσης της καύσιμης ύλης

2.12 Αναδιάρθρωση της δασοπυρόσβεσης με στροφή από τα μέσα στον άνθρωπο και την βιο-οικονομία, με ενεργό συμμετοχή πυροσβεστών και της δασικής υπηρεσίας στην πρόληψη πυρκαγιών τον χειμώνα, με καθαρισμούς εγκαταλειμμένων καλλιεργειών και βοσκοτόπων, εφαρμογή προδιαγεγραμμένης καύσης, ασκήσεις ετοιμότητας, εφαρμογή σχεδίων πυροπροστασίας, σεμινάρια κτλ.

2.13 Υπέρβαση (με προσπάθεια σε ευρωπαϊκό πλαίσιο και επίκληση της κλιματικής δικαιοσύνης) των  μνημονιακών δεσμεύσεων για την στελέχωση των δασικών και πυροσβεστικών υπηρεσιών με προσωπικό διαθέσιμο όλο το χρόνο.

3. Για την πολιτική προστασία

3.1 Να αποκτήσει η πολιτική προστασία την ουσιαστική της διάσταση, με αναδιάρθρωση λειτουργικού πλαισίου και αξιοποίηση σύγχρονων συστημάτων, ψηφιακών εργαλείων αλλά και τοπικών δικτύων πρόγνωσης καιρού για  ειδοποίηση, επιτήρηση και επέμβαση. Αλλά και να γίνει βίωμα για τους πολίτες, σε κάθε οικισμό σε κάθε γειτονιά,  με ουσιαστικές πρωτοβουλίες της αυτοδιοίκησης και διαρκή ετοιμότητα.

3.2 Με βάση και σχέδια αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής σε περιφερειακό επίπεδο που θα προχωρήσουν με επείγουσες διαδικασίες.

4. Για την οικονομική Πολιτική

4.1 Προστασία περιβάλλοντος -Κλιματική αλλαγή να αναδειχθούν στον 5ο Πυλώνα του Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου -Προτεραιότητα σε χρηματοδοτήσεις έργων και επενδύσεων, αλλά και σαφής ενίσχυση σχετικών Ταμείων (με διάθεση υπερπλεονάσματος).

4.2 Φορολογική μεταρρύθμιση με νέα ισχυρά κίνητρα για  δράσεις επιχειρήσεων και ατόμων προς την προστασία του περιβάλλοντος, την εξοικονόμηση ενέργειας και την κυκλική οικονομία, αλλά και για την κοινωνική, αλληλέγγυα και συνεταιριστική οικονομία στην υπηρεσία της βιωσιμότητας.

5. Για την περιβαλλοντική εκπαίδευση

5.1.  Ενίσχυση της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, από την επόμενη εκπαιδευτική

Περίοδο, σε συνεργασία με τα ΚΕΑ μέσα στα σχολεία με υποχρεωτικές ώρες και όχι ως επιλογή και εκτός σχολικού προγράμματος σε όλους τους τύπους σχολείων, όπως και των μεταλυκειακών και άλλων επαγγελματικών σχολών, Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας και Δια Βίου Μάθησης, σε συνδυασμό με εκπαίδευση για την πολιτική προστασία με δράσεις στο πεδίο (δενδροφυτεύσεις, εκπαίδευση στην αντιμετώπιση κρίσεων και των φαινομένων της κλιματικής αλλαγής).

5.2. Προγραμματισμός για την ενίσχυση των ‘πράσινων’ επαγγελμάτων στην τεχνική εκπαίδευση (διαχείριση  δασών, υδάτων, προστατευόμενων περιοχών, αειφορικές καλλιέργειες, ενεργειακή αναβάθμιση, τεχνολογίες ΑΠΕ,  βιοκλιματική αρχιτεκτονική κλπ.) από την επόμενη εκπαιδευτική περίοδο κα διαμόρφωση των απαραίτητων επαγγελματικών περιγραμμάτων.

6. Προτάσεις αιχμής των Οικολόγων Πράσινων για την Αυτοδιοίκηση

6.1 Άμεση εφαρμογή του άρθρου 94 του Καλλικράτη για τον καθαρισμό των εγκαταλειμμένων αγροτεμαχίων, με τη βοήθεια κτηματολογίου και GIS.

6.2 Ανασχεδιασμός σχεδίων  επέμβασης  και εκκένωσης οικισμών με κατάλληλο εξοπλισμό  και αιφνιδιαστικές ασκήσεις

6.3. Άμεσος δημόσιος απολογισμός για τους πόρους που έχουν διατεθεί  από τις ΣΑΤΑ πυροπροστασίας

6.4 Σύσταση γραφείων αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, σε κάθε Δήμο και Περιφέρεια,  σε συνδυασμό με την αναβάθμιση των υπηρεσιών πρασίνου και σε συνεργασία με τις υπηρεσίες πολεοδομίας και πολιτικής προστασίας, όπως είχαμε, ήδη, προτείνει, ως κόμμα, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης στην αυτοδιοίκηση «Κλεισθένης 1».

Μεσοπρόθεσμες συμπληρωματικές προτάσεις των Οικολόγων Πράσινων

  • Ενέργειες για την αναθεώρηση της πολιτικής για Βιώσιμη Κτηνοτροφία
  • Επιτάχυνση των Περιφερειακών Σχεδίων Προσαρμογής στην Κλιματική Αλλαγή και διασφάλιση χρηματοδότησης, με τη συμβολή όλων των κοινωνικών εταίρων και την αναγωγή των μέτρων προσαρμογής σε ύψιστης πολιτικής προτεραιότητας. Η κλιματική αλλαγή πλέον λαμβάνει χώρα με ταχύτατους ρυθμούς σε επίπεδα πολύ πιο έντονα από τα αρχικά αναμενόμενα. Η προετοιμασία της Πολιτείας δεν πρέπει να αργήσει ούτε στιγμή.
  • Χρηματοδότηση δράσεων ανάσχεσης, μετριασμού, πρόληψης και προσαρμογής, με πόρους από Ευρωπαϊκά Ταμεία στο πλαίσιο της Κλιματικής Δικαιοσύνης, αφού η χώρα μας χρειάζεται να πληρώνει, μη αναλογικά με την ευθύνη της, τις ζημιές που προκαλούνται από τις ανεπτυγμένες χώρες που έχουν ιστορικά και την μεγαλύτερη ευθύνη.

Για την προστασία δασών – αιγιαλών – ρεμάτων και άλλων προστατευόμενων περιοχών

  • Ρύθμιση προστασίας όλων των υγροτόπων της χώρας -μικρών και μεγάλων- μέχρι την οριοθέτησή τους.
  • Τα έργα πρόληψης των πυρκαγιών -κυρίως οι καθαρισμοί και διανοίξεις δασικών δρόμων να προχωρήσουν με προτεραιότητα, δίνοντας ευκαιρίες δραστηριοποίησης και δουλειάς σε δασικούς συνεταιρισμούς και φορείς κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Να γίνονται δε τον χειμώνα έως την άνοιξη και όχι μέσα και τέλος καλοκαιριού.
  • Εναρμόνιση του αντιπυρικού σχεδιασμού με τις παρεμβάσεις της Δασικής Υπηρεσίας κυρίως σε ότι αφορά τις δενδροφυτεύσεις και τις αναδασώσεις, Να μη προωθούνται οι αναδασώσεις με πευκόδεντρα και μόνο, αλλά με δέντρα αγροδασικά που μπορούν να δημιουργήσουν αληθινές «αντιπυρικές ζώνες». Να γίνεται την κοπή των μικρών αυτοφυών πεύκων στα πρανή των επαρχιακών και εθνικών δρόμων και αντικατάσταση τους από άλλα είδη περισσότερο βραδυφλεγή.
  • Προστασία της αγροτικής γης και των παραδοσιακών χρήσεων γης με ειδικό νομικό καθεστώς, με προτεραιότητα στην Αττική και γύρω από αναπτυσσόμενα αστικά κέντρα και τουριστικές περιοχές, έτσι ώστε το παραδοσιακό μωσαϊκό του τοπίου από καλλιέργειες, αμπέλια, βοσκότοπους κλπ., να συμβάλλει ώστε οι πυρκαγιές να μην εξελίσσονται πολύ και να αντιμετωπίζονται εύκολα.
  • Νέο θεσμικό και χρηματοδοτικό πλαίσιο για βιοκλιματικές και πυρανθεκτικές κατασκευές που σώζουν ανθρώπινες ζωές, τις οικιστικές περιοχές και το κλίμα, στην εύφλεκτη μεσογειακή λεκάνη. Εφαρμογή των αρχών της δασοκομίας πόλεων, για την αντιπυρική προστασία τους.

Για την πολιτική προστασία

  • Να αξιολογηθούν τα κριτήρια κατανομής αλλά και η αποτελεσματικότητα πόρων που διατίθενται από τις ΣΑΤΑ πυροπροστασίας μέσω των ΟΤΑ (18 εκ για όλη την Ελλάδα – 5 εκ για την Αττική).Να μη δίνονται με βάση πληθυσμιακά κριτήρια μόνο αλλά και με βάση την πράσινη (δασική και καλλιεργήσιμη) γη.
  • Να ενισχυθεί με προσλήψεις η Πυροσβεστική Υπηρεσία, η οποία έχει υποστεί γήρανση και υποστελέχωση σε ανθρώπινο δυναμικό και αποδυνάμωση σε μέσα
  • Επέκταση της αντιπυρικής περιόδου -με βάση τις κλιματικές αλλαγές και αντίστοιχη επέκταση της εργασιακής σχέσης των εποχικών δασοπυροσβεστών -με διεύρυνση καθηκόντων και στην πρόληψη και αλλαγή της εκπαιδευτικής διαδικασίας
  • Στελέχωση πυροφυλακίων με ομάδες εκπαιδευμένων εθελοντών .
  • Υπογειοποίηση καλωδίων της ΔΕΗ όπου η τάση ρεύματος το επιτρέπει.
  • Να αναβαθμιστεί ο ρόλος της Πολιτικής Προστασίας σε επίπεδο Περιφέρειας, ώστε να μην εξαντλείται στο να συμπληρώνει και να επικαιροποιεί τα μνημόνια ετοιμότητας και διαχείρισης που αποστέλλει στην γενική γραμματεία ΠΠ, αλλά μπορεί να θέσει και τον μηχανισμό τον ίδιο σε λειτουργία. Παράδειγμα τα πρανή των εθνικών δρόμων στη Χίο (που κάηκε τόσες φορές) δεν έχουν ακόμα 03/08/2018 καθαριστεί από τη βιομάζα γιατί η Τεχνική Υπηρεσία της Περιφέρειας δεν έχει ολοκληρώσει τη μελέτη.

Για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση

  • Εισαγωγή αυτόνομουμαθήματος της επιστήμης της Οικολογίαςστη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
  • Υποστήριξη των’πράσινων’ επαγγελμάτωνπου έχουν αφαιρεθεί στην τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση (διαχείριση δασών, υδάτων, προστατευόμενων περιοχών, αειφορικές καλλιέργειες, ενεργειακή αναβάθμιση, τεχνολογίες ΑΠΕ, βιοκλιματική αρχιτεκτονική, παραδοσιακές τεχνικές κλπ.), λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές ανάγκες και τις προτεραιότητες της αναπτυξιακής πολιτικής με όρους αειφορίας, δημιουργώντας εκπαιδευτικές ανάγκες και όχι αναπαράγοντας και ακολουθώντας ένα παρωχημένο παραγωγικό μοντέλο με τις εξής προϋποθέσεις:
    α) τον σχολικό επαγγελματικό προσανατολισμό και συμβουλευτική και
    β) την ολοκλήρωση των απαραίτητων επαγγελματικών περιγραμμάτων.
  • Ενίσχυση της επαγγελματικής αγροτικής εκπαίδευσης με εκπαίδευση στο αγρόκτημα.

Γιατί Σοσιαλισμός; by Albert Einstein

Why Socialism? Γιατί Σοσιαλισμός;
by Albert Einstein
(May 01, 2009)

Μετάφραση: Γιάννης Μπιτσάνης.
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο 1ο φύλλο της Monthly Review (Μηνιαία Επιθεώρηση, Μάιος 1949). Τον Μάιο του 1998 αναδημοσιεύτηκε για την επέτειο 50 χρόνων από τη δημοσίευση του πρώτου φύλλου της Monthly Review.
Η μετάφραση έγινε, κατά το δυνατόν, ‘επί λέξει’ παρά την αναπόφευκτη υφολογική και λογοτεχνική υποτίμηση. Μετάφραση του άρθρου έχει δημοσιευθεί και στο tvxs. Δυστυχώς αυτή η μετάφραση περιέχει 2-3 σημαντικά λάθη που, στα συγκεκριμένα σημεία, αλλοιώνουν το νόημα του πρωτότυπου κειμένου στα αγγλικά.

βλέπε και Κεφαλής Χρήστος : Ο Αϊνστάιν και ο σοσιαλισμός

Επίσης το «διάσημοι υποστηρικτές του σοσιαλισμού”

Περισσότερο γνωστός για το έργο του στη φυσική, ο Αϊνστάιν δεν ήταν ξένος προς τους πολιτικούς αγώνες
Ο Αϊνστάιν ήταν ένας μεγάλος επικριτής του καπιταλισμού και τάχθηκε υπέρ του σοσιαλισμού. Στο δοκίμιό του «Γιατί σοσιαλισμός;”, εξήγησε πώς ο καπιταλισμός καθιστά τα ανθρώπινα όντα να υποφέρουν από μια «διαδικασία φθοράς» και τα καταστεί να «αισθάνονται ανασφαλή, μοναχικά, στερούμενα την αφελή, απλή, και ανεπιτήδευτη απόλαυση της ζωής.»

Είναι συνετό κάποιος μη ειδικός σε οικονομικά και κοινωνικά θέματα να εκφράζει απόψεις για θέμα του σοσιαλισμού;

Για πολλούς λόγους πιστεύω πως είναι.
Ας θεωρήσουμε το ερώτημα από την σκοπιά της επιστημονικής γνώσης. Ίσως φαίνεται ότι δεν υφίστανται ουσιαστικές διαφορές στην μεθοδολογία μελέτης μεταξύ αστρονομίας και οικονομικών: οι επιστήμονες και των δύο κλάδων επιχειρούν να ανακαλύψουν νόμους (σ.μ. κανόνες) γενικής αποδοχής για μία (σ.μ. σαφώς) ορισμένη ομάδα φαινομένων με στόχο να ορίσουν διασυνδέσεις μεταξύ των φαινομένων (σ.μ. που μελετά ο κλάδος) με τον δυνατά πλέον κατανοητό τρόπο. Στην πραγματικότητα όμως τέτοιες μεθοδολογικές διαφορές υπάρχουν. Η ανακάλυψη νόμων της οικονομίας καθίσταται δυσχερής διότι τα παρατηρούμενα οικονομικά φαινόμενα επηρεάζονται συχνά από πολλούς παράγοντες που είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθούν χωριστά (σ.μ., δηλ. απομονώνοντας την επίδραση της μεταβολής ενός παράγοντα ενώ οι υπόλοιποι παραμένουν σταθεροί). Επιπλέον, η σωρευμένη εμπειρία από τις απαρχές της αποκαλούμενης πολιτισμένης περιόδου της ιστορίας της ανθρωπότητας- είναι πασίγνωστο- έχει ισχυρά επηρεασθεί και περιορισθεί από αιτίες οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν είναι αμιγώς οικονομικές. (σ.μ. Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΔΗΛ. Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΟΧΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΘ’ ΕΑΥΤΗΝ). Π.χ. όλα τα μεγάλα κράτη στην (σ.μ. παγκόσμια) ιστορία όφειλαν την ύπαρξή τους στις κατακτήσεις. Κατέσχεσαν για λογαριασμό τους το μονοπώλιο της ιδιοκτησίας γης και διόρισαν ιερείς προερχόμενους από τις τάξεις τους. Οι ιερείς, ελέγχοντας την εκπαίδευση, κατέστησαν τον ταξικό διαχωρισμό της κοινωνίας μόνιμο θεσμό και δημιούργησαν ένα σύστημα αξιών μέσω του οποίου, μετέπειτα, σε μεγάλο βαθμό ασυναίσθητα, χειραγωγούνταν η κοινωνική συμπεριφορά του λαού.
Αλλά η ιστορική παράδοση είναι ‘χάριν λόγου’, (σ.μ. ζήτημα) του χθες. Πουθενά δεν ξεπεράσαμε, αληθινά, αυτό που ο Thorstein Veblen όρισε ως «θηρευτική φάση» της ανθρώπινης εξέλιξης. Τα παρατηρούμενα οικονομικά στοιχεία είναι από αυτή τη φάση. Ακόμη και οι νόμοι (σ.μ. κανονικότητες) που εξάγονται από αυτά δεν έχουν εφαρμογή σε άλλες φάσεις (σ.μ. πιθανόν μελλοντικές φάσεις της ανθρωπότητας). Επειδή ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι επακριβώς το να υπερβεί και να εξυψωθεί της «θηρευτικής φάσης» της ανθρώπινης ανάπτυξης, η οικονομική επιστήμη στην παρούσα κατάστασή (σ.μ. διατύπωσή της) λίγο φωτίζει τα χαρακτηριστικά της σοσιαλιστικής κοινωνίας του μέλλοντος.

Δεύτερον, ο σοσιαλισμός κατευθύνεται προς ένα κοινωνικό-ηθικό στόχο. Η επιστήμη, όμως, δεν μπορεί να δημιουργήσει στόχους (σ.μ. σκοπούς, ιδανικά) και πολύ λιγότερο να τους εμπνεύσει στα ανθρώπινα όντα. Η επιστήμη, το πολύ, μπορεί να διαθέσει τα εργαλεία μέσω των οποίων επιτυγχάνονται ορισμένοι στόχοι. Οι ίδιοι οι στόχοι είναι τα ‘πιστεύω’ προσωπικοτήτων με υψηλά ηθικά ιδανικά και-αυτοί οι στόχοι αν δεν είναι θνησιγενείς αλλά είναι σθεναροί και ζωτικοί-υιοθετούνται και εξελίσσονται από αυτά τα πολλά (σ.μ την μεγάλη μάζα) ανθρώπινα όντα που, μίσο-ασυναίσθητα, καθορίζουν την αργή εξέλιξη της ιστορίας.
Για τους παραπάνω λόγους, πρέπει να ‘βρισκόμαστε σε επιφυλακή’ να μην υπερεκτιμήσουμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους όταν πρόκειται για ανθρώπινα ερωτήματα (σ.μ, ερωτήματα για την κοινωνία και την ανθρωπότητα): και δεν πρέπει να θεωρούμε ότι μόνον ειδικοί δικαιούνται να εκφέρουν άποψη σε ερωτήσεις που επηρεάζουν την κοινωνική οργάνωση.
Αμέτρητες φωνές εδώ και καιρό βεβαιώνουν ότι η ανθρώπινη κοινωνία περνάει κρίση, ότι η σταθερότητά της έχει κλονισθεί επικίνδυνα. (σ.μ. Η ανθρώπινη κοινωνία) Χαρακτηρίζεται από μία κατάσταση όπου τα άτομα αισθάνονται αδιάφορα, ακόμα και εχθρικά απέναντι για την ομάδα, μικρή η μεγάλη, στην οποία ανήκουν. Για να διευκρινίσω τι εννοώ, επιτρέψτε να παραθέσω μία προσωπική εμπειρία. Συζήτησα πρόσφατα με έναν νοήμονα και καλοπροαίρετο άνθρωπο τον κίνδυνο ενός ακόμα (σ.μ. παγκοσμίου) πολέμου, ο οποίος, κατά τη γνώμη θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την ύπαρξη του ανθρώπινου είδους και σημείωσα ότι μόνο ένας υπερεθνικός οργανισμός θα προσέφερε προστασία από αυτό τον κίνδυνο. Επί τούτου ο επισκέπτης μου, πολύ ήρεμα και χαλαρά μου είπε:

«Γιατί είσαι τόσο βαθειά αντίθετος στην εξαφάνιση της ανθρώπινης ράτσας (σ.μ. είδους).

Είμαι σίγουρος ότι τόσο πρόσφατα όσο έναν αιώνα πριν κανείς δεν θα έκανε τόσο ανέμελα μία δήλωση αυτού του είδους. Είναι δήλωση ανθρώπου που εις μάτην έχει παλέψει να φτάσει σε εσωτερική ισορροπία και έχει λίγο-πολύ χάσει την ελπίδα του να το επιτύχει. Είναι η έκφραση οδυνηρής μοναξιάς και απομόνωσης από τις οποίες τόσο πολλοί άνθρωποι υποφέρουν στις μέρες μας. Ποια είναι η αιτία; Υπάρχει διέξοδος;
Είναι εύκολο να τίθενται τέτοιες ερωτήσεις, αλλά δύσκολο να απαντηθούν με οποιονδήποτε βαθμό βεβαιότητας. Παρ’ όλα αυτά, εγώ πρέπει να προσπαθήσω, όσο καλύτερα μπορώ, μολονότι έχω βαθειά συναίσθηση της πραγματικότητας ότι τα συναισθήματά και οι αγώνες μας συχνά είναι αντιφατικά και ασαφή και δεν μπορούν να εκφρασθούν με εύκολους και απλούς (σ.μ. μαθηματικούς) τύπους.

Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα μονήρες ον και κοινωνικό ον.

  • Σαν μονήρες ον επιχειρεί να προστατέψει τη δική του ύπαρξη και την ύπαρξη αυτών που είναι κοντά του (σ.μ. οικογένεια, φίλοι, αγάπες), να ικανοποιήσει τους προσωπικούς του πόθους, να αναπτύξει τις έμφυτες ικανότητές του.
  • Σαν κοινωνικό ον επιδιώκει να κερδίσει την αναγνώριση και στοργή των συνανθρώπων του, να μοιραστεί στις χαρές τους, να τους ανακουφίσει στις λύπες τους και να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής τους.

Μόνον η ύπαρξη αυτών των ποικίλων, συχνά αντικρουόμενων, προσπαθειών εξηγεί τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ενός (σ.μ. συγκεκριμένου) ανθρώπου και ο ιδιαίτερος συνδυασμός τους καθορίζει το βαθμό στον οποίο ένα άτομο φτάνει στην εσωτερική ισορροπία και μπορεί να συνεισφέρει ευημερία της κοινωνίας. Είναι αρκετά πιθανόν ότι η σχετική ισχύς αυτών των δύο κινήτρων, κυρίως, παγιοποιείται από την κληρονομικότητα. Αλλά η προσωπικότητα που τελικά αναδύεται σε μεγάλο βαθμό σχηματίζεται από το περιβάλλον στο οποίο τυχαίνει να ζει κατά την ανάπτυξή του, από την δομή της κοινωνίας μέσα στην οποία μεγαλώνει, από την παράδοση αυτής της κοινωνίας και από την εκτίμησή της συγκεκριμένων τύπων συμπεριφοράς.

Η αφηρημένη έννοια «κοινωνία» για το συγκεκριμένο ανθρώπινο ον σημαίνει το ολικό άθροισμα των άμεσων και έμμεσων σχέσεών του με τους σύγχρονούς του και όλους τους ανθρώπους από παλιότερες γενιές. Το άτομο δύναται να σκεφτεί, αισθανθεί, αγωνιστεί και εργασθεί μόνο του: αλλά εξαρτάται τόσο πολύ από την κοινωνία, για τη φυσική, διανοητική και συναισθηματική υπόστασή του, που είναι αδύνατον να σκεφτεί, η καταλάβει τον εαυτό του έξω από το πλαίσιο της κοινωνίας. Είναι η «κοινωνία» που εφοδιάζει τον άνθρωπο με τροφή, ένδυση, ένα σπίτι, εργαλεία της δουλειάς, γλώσσα, σχήματα σκέψης και το περισσότερο περιεχόμενο της σκέψης (σ.μ. του): η ζωή του γίνεται δυνατή μέσω του κόπου και των επιτευγμάτων των πολλών εκατομμυρίων από το παρελθόν και το παρόν που κρύβονται μέσα στη μικρή λέξη «κοινωνία».

Επομένως, είναι εμφανές ότι η εξάρτηση του ατόμου από την κοινωνία είναι μία φυσική πραγματικότητα που δεν μπορεί να καταργηθεί, ακριβώς όπως στην περίπτωση των μυρμηγκιών και των μελισσών. Όμως, ενώ το σύνολο της διαδικασίας της ζωής μυρμηγκιών και μελισσών καθορίζεται στην παραμικρή λεπτομέρεια από άκαμπτα, κληρονομικά ένστικτα, η κοινωνική οργάνωση και οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπινων όντων είναι πολύ μεταβλητές και επιδεκτικές αλλαγής. Η μνήμη, η δυνατότητα δημιουργίας νέων συνδυασμών (σ.μ. συνθέσεων), το δώρο της προφορικής επικοινωνίας κατέστησαν δυνατές εξελίξεις μεταξύ ανθρώπινων όντων που δεν επιβάλλονται από βιολογικές αναγκαιότητες. Τέτοιες εξελίξεις εκδηλώνονται στις παραδόσεις, στους θεσμούς και οργανισμούς, στη λογοτεχνία, στα επιστημονικά επιτεύγματα, τα επιτεύγματα της μηχανικής, στα έργα τέχνης. Αυτά εξηγούν πως συμβαίνει, υπό μία έννοια, ο άνθρωπος να μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του μέσω της δικής του επαφής (σ.μ., δραστηριότητας) και ότι σ’ αυτήν τη διαδικασία συνειδητή σκέψη και επιθυμίες μπορούν να παίξουν ρόλο.
Ο άνθρωπος αποκτά στη γέννηση (σ.μ. του), μέσω κληρονομικότητας, μία βιολογική σύσταση την οποία πρέπει να θεωρήσουμε πάγια και αναλλοίωτη, που περιλαμβάνει τις φυσικές ορμές χαρακτηριστικές του ανθρώπινου είδους. Επιπρόσθετα, στη διάρκεια της ζωής του, αποκτά μια πολιτισμική σύσταση που υιοθετεί από την κοινωνία μέσω επικοινωνίας και μέσω επιρροών πολλών άλλων τύπων. Είναι αυτή η πολιτισμική σύσταση η οποία, με το πέρασμα του χρόνου, υπόκειται σε αλλαγή και η οποία καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό τη σχέση μεταξύ ατόμου και κοινωνίας. Η μοντέρνα Ανθρωπολογία μας έχει διδάξει, μέσω συγκριτικής έρευνας των αποκαλούμενων πρωτόγονων πολιτισμών, ότι η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπινων όντων μπορεί να διαφέρει πολύ, εξαρτώμενη από τις επικρατούσες πολιτισμικές μορφές και τους τύπους οργάνωσης που επικρατούν στην κοινωνία. Είναι αυτό (σ.μ., αυτή η παρατήρηση) που επάνω του εκείνοι που πασχίζουν να βελτιώσουν το μερίδιο του ανθρώπου μπορούν να βασίσουν τις ελπίδες τους: τα ανθρώπινα όντα δεν είναι καταδικασμένα, λόγω της βιολογικής τους σύστασης, να αφανίσουν το ένα το άλλο, η να είναι στο έλεος μιας σκληρής, αυτό-προκαλούμενης μοίρας.
Αν αναρωτηθούμε πως η δομή της κοινωνίας και η πολιτισμική στάση του ανθρώπου πρέπει να αλλάξουν προκειμένου η ανθρώπινη ζωή να γίνει τόσο ικανοποιητική όσο είναι δυνατόν πρέπει σταθερά να έχουμε συνείδηση του γεγονότος ότι υπάρχουν όροι που αδυνατούμε να τροποποιήσουμε. Όπως προαναφέρθηκε, η βιολογική φύση του ανθρώπου, από κάθε πρακτική σκοπιά, δεν υπόκειται σε αλλαγή. Επιπλέον, τεχνολογικές και δημογραφικές εξελίξεις των τελευταίων λίγων αιώνων έχουν δημιουργήσει συνθήκες που είναι εδώ για να μείνουν. Σε σχετικά πυκνά εγκατεστημένους πληθυσμούς με τα αγαθά που είναι απαραίτητα για τη συνεχιζόμενη ύπαρξή τους, ακραία εργασιακή εξειδίκευση και ισχυρά συγκεντρωτικές παραγωγικές μέθοδοι είναι απολύτως απαραίτητες. Ο χρόνος, που κοιτάζοντας πίσω, μοιάζει τόσο ειδυλλιακός, όταν άτομα, η μικρές ομάδες μπορούσαν να είναι αυτάρκεις, έχει περάσει για πάντα. Είναι μόνον ελαφρά υπερβολή να πούμε ότι η ανθρωπότητα αποτελεί, ήδη, μια πλανητική κοινότητα παραγωγής και κατανάλωσης.

Έχω φτάσει το σημείο όπου επιτρέπεται να υποδείξω εν συντομία τι κατ’ εμέ συνθέτει το απόσταγμα της κρίσης της εποχής μας. Αφορά τη σχέση του ατόμου με την κοινωνία. Το άτομο έχει καταστεί περισσότερο συνειδητό από ποτέ της εξάρτησής του από την κοινωνία. Αλλά δεν βιώνει αυτή την εξάρτηση σαν θετικό κτήμα, σαν οργανικό δεσμό, σαν προστάτιδα δύναμη, αλλά μάλλον σαν απειλή στα φυσικά (σ.μ. εκ της φύσεως) του δικαιώματα, η ακόμη και στην οικονομική του ύπαρξη. Επιπλέον, η θέση του στην κοινωνία είναι τέτοια που οι εγωιστικές ορμές της (σ.μ. βιολογικής) κατασκευής του σταθερά τονίζονται, ενώ τα οι κοινωνικές ορμές του, οι οποίες είναι φύσει ασθενέστερες, προοδευτικά φθείρονται. Όλα τα ανθρώπινα όντα, οποιαδήποτε και αν είναι η θέση τους στην κοινωνία, υποφέρουν από αυτήν τη διαδικασία φθοράς. Εν αγνοία τους φυλακισμένοι του δικού τους εγωισμού, νιώθουν ανασφαλείς, μόνοι και στερημένοι από την απλοϊκή, απλή και ακατέργαστη απόλαυση της ζωής. Ο άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή, σύντομη και επικίνδυνη όπως είναι, μόνο αφοσιώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.
Η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως υφίσταται σήμερα, είναι, κατά τη γνώμη μου, η πραγματική πηγή του κακού. Βλέπουμε μπροστά μας μια τεράστια κοινότητα παραγωγών τα μέλη της οποίας πασχίζουν αδιάκοπα να στερήσουν ο ένας απ’ τον άλλο τους καρπούς της συλλογικής τους εργασίας-όχι δια της βίας, αλλά σε γενικές γραμμές δια της πιστής συμφωνίας με νομικά καθιερωμένους κανόνες. Απ’ αυτή την άποψη είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι τα μέσα παραγωγής- δηλ. ολόκληρο το παραγωγικό δυναμικό που απαιτείται για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, όπως επίσης και κεφαλαιουχικών αγαθών-δύναται νομικά να είναι, και στο μεγαλύτερο μέρος είναι, προσωπική ιδιοκτησία ατόμων.
Χάριν απλότητας, στη συζήτηση που ακολουθεί θα αποκαλώ «εργάτες» όλους αυτούς που δεν έχουν μερίδιο στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, παρ’ ότι αυτό (σ.μ., αυτός ο ορισμός) δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην συνήθη χρήση του όρου. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής ο εργάτης παράγει νέα αγαθά τα οποία γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Το ουσιώδες σημείο σχετικά με αυτήν τη διαδικασία είναι η σχέση ανάμεσα σε αυτό που ο εργάτης παράγει και αυτό που πληρώνεται, και τα δύο μετρούμενα σε όρους πραγματικής αξίας. Στην έκταση που το εργασιακό συμβόλαιο είναι «ελεύθερο», αυτό που λαμβάνει ο εργάτης καθορίζεται όχι από την πραγματική αξία των αγαθών που παράγει, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του και από τις απαιτήσεις του καπιταλιστή για εργατική δύναμη σε σχέση με τον αριθμό των εργατών που ανταγωνίζονται για δουλειές.
Το ιδιωτικό κεφάλαιο τείνει να συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ καπιταλιστών και εν μέρει λόγω τεχνολογικών εξελίξεων και την αυξανόμενη διαίρεση εξειδίκευση της εργασίας. (σ.μ. οι παραπάνω λόγοι) ενθαρρύνουν τον σχηματισμό μεγαλύτερων μονάδων παραγωγής εις βάρος των μικρότερων. Το αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων είναι μία ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου η τεράστια δύναμη του οποίου δεν μπορεί να ελεγχθεί ακόμα και από μία δημοκρατικά οργανωμένη κοινωνία. Αυτό είναι αληθές αφού τα μέλη των νομοθετικών σωμάτων επιλέγονται από πολιτικά κόμματα, που χρηματοδοτούνται και με ποικίλους τρόπους επηρεάζονται από ιδιωτικούς καπιταλιστές οι οποίοι (σ.μ. τρόποι) πρακτικά διαχωρίζουν τους ψηφοφόρους από το νομοθετικό σώμα. Η συνέπεια είναι ότι οι εκπρόσωποι του λαού στ’ αλήθεια δεν προστατεύουν επαρκώς τα συμφέροντα των μη προνομιούχων τμημάτων του πληθυσμού. Επιπλέον, υπό τις υφιστάμενες συνθήκες,, οι ιδιωτικοί καπιταλιστές αναπόφευκτα ελέγχουν, άμεσα η έμμεσα, τις κύριες πηγές πληροφόρησης (τύπος, ράδιο, εκπαίδευση). Είναι επομένως εξαιρετικά δύσκολο, και πράγματι στις περισσότερες περιπτώσεις αδύνατο, για τον μεμονωμένο πολίτη να οδηγηθεί σε αντικειμενικά συμπεράσματα και να κάνει νοήμονα χρήση των πολιτικών δικαιωμάτων του.
Η κατάσταση που επικρατεί σε μια οικονομία βασισμένη στην ιδιωτική (σ.μ. ατομική) ιδιοκτησία του κεφαλαίου χαρακτηρίζεται από δύο κύριες αρχές: πρώτον, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο) κατέχονται ιδιωτικά και οι ιδιοκτήτες τα παραχωρούν με όποιον τρόπο θεωρούν κατάλληλο: δεύτερον, το εργασιακό συμβόλαιο είναι ελεύθερο. Φυσικά, δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως η καθαρά καπιταλιστική κοινωνία με την αυτήν (σ.μ. την παραπάνω) έννοια. Ειδικότερα, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εργάτες, με μακρούς πολύχρονους και πικρούς αγώνες, έχουν επιτύχει να ασφαλίσουν μία κάπως βελτιωμένη μορφή από το «ελεύθερο εργασιακό συμβόλαιο» για ορισμένες κατηγορίες εργατών. Αλλά στη συνολική εικόνα, η οικονομία των ημερών μας δεν διαφέρει πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό
Η παραγωγή συνεχίζεται για το κέρδος, όχι για τη χρήση. Δεν υπάρχει καμία φροντίδα ότι όλοι αυτοί που μπορούν και επιθυμούν να εργαστούν θα είναι πάντα σε θέση να βρουν απασχόληση: ένας «στρατός ανέργων» σχεδόν πάντα υπάρχει. Ο εργάτης είναι πάντα με το φόβο να χάσει τη δουλειά του. Αφού οι άνεργοι και οι κακοπληρωμένοι εργάτες δεν συνιστούν κερδοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών περιορίζεται και η συνέπεια είναι μεγάλη ταλαιπωρία. Η τεχνολογική πρόοδος συχνά έχει σαν αποτέλεσμα περισσότερη ανεργία αντί την ελάφρυνση του κάματου της εργασίας για όλους. Το κίνητρο του κέρδους, σε σύνδεση με τον ανταγωνισμό μεταξύ καπιταλιστών, ευθύνεται για μία αστάθεια στη συσσώρευση και χρησιμοποίηση του κεφαλαίου που οδηγεί σε αυξανόμενα δριμείες υφέσεις. Ο χωρίς όρια ανταγωνισμός οδηγεί σε μία τεράστια φθορά της εργατικού δυναμικού, και σε αυτήν την αναπηρία της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων που ανέφερα πριν.
Αυτή την αναπηρία των ατόμων θεωρώ ως το μεγαλύτερο κακό του καπιταλισμού. Όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα υποφέρει από αυτό το κακό. Μια υπερβολικά ανταγωνιστική στάση εγχαράσσεται στον μαθητή, ο οποίος εκπαιδεύεται να λατρεύει την μέσω απόκτησης (σ.μ. αγαθών) επιτυχία σαν προετοιμασία για την μελλοντική του καριέρα.

Είμαι πεισμένος ότι υπάρχει μόνο ένας τρόπος να εξαλείψουμε αυτά τα σοβαρά δεινά, συγκεκριμένα μέσω της καθιέρωσης μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, συνοδευόμενης από ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα είναι προσανατολισμένο σε κοινωνικούς σκοπούς. Σε μια τέτοια οικονομία, τα μέσα παραγωγής κατέχονται από την ίδια την κοινωνία και χρησιμοποιούνται με προγραμματισμένο τρόπο. Μία προγραμματισμένη οικονομία, που προσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινότητας, θα κατένειμε την εργασία που πρέπει να γίνει ανάμεσα σε όλους τους ικανούς για εργασία και θα εγγυόταν τα προς το ζην σε κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Η εκπαίδευση του ατόμου, πέραν του ότι θα προάγει τις έμφυτες ικανότητές του, θα απεπειράτο να αναπτύξει σε αυτόν μία αίσθηση ευθύνης για τους συνανθρώπους του στη θέση της δόξας της δύναμης και της επιτυχίας στην υπάρχουσα κοινωνία μας.

Εν τούτοις, είναι απαραίτητο να θυμόμαστε ότι μία προγραμματισμένη οικονομία δεν είναι ακόμα σοσιαλισμός. Η προγραμματισμένη οικονομία σαν τέτοια μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υποδούλωση του ατόμου. Η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί τη λύση κάποιων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικό-πολιτικών προβλημάτων: πως είναι δυνατόν, θεωρώντας την εκτεταμένη συγκεντροποίηση πολιτικής και οικονομικής δύναμης, να εμποδίσουμε την γραφειοκρατία από το γίνει παντοδύναμη και αλαζονική; Πως μπορεί να προστατευθούν τα δικαιώματα του ατόμου και επί τούτου ένα δημοκρατικό αντίβαρο στην δύναμη της γραφειοκρατίας να εξασφαλιστεί;

Καθαρότητα σχετικά με τους σκοπούς και τα προβλήματα του σοσιαλισμού είναι μεγίστης σημασίας στη μεταβατική εποχή μας. Αφού, υπό τις παρούσες συνθήκες, ελεύθερη και απρόσκοπτη συζήτηση αυτών των προβλημάτων κατέληξε να αντιμετωπίζει ισχυρή προκατάληψη (ταμπού), θεωρώ την ίδρυση αυτού του περιοδικού ως σημαντική υπηρεσία στο δημόσιο (σ.μ. βίο).

ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ! 

Antonis Liakos  
https://www.facebook.com/antonis.liakos.98

Ως πρόσφατα ζούσα στην Ανατολική Αττική. Το μονοπάτι της ακτογραμμής από το Κόκκινο Λιμανάκι έως τον Μαραθώνα, το έχω περπατήσει αμέτρητες φορές, απολαμβάνοντας την ομορφιά αλλά και αγανακτώντας από την βουλιμία και την αλαζονεία των ισχυρών της περιοχής. Συρματόπλεξη ως τη θάλασσα, το μονοπάτι κόβεται πολλές φορές. Έχω περπατήσει και οδηγήσει στα στενά και αδιέξοδα δρομάκια. Και ομολογώ ότι δεν υπήρξε ούτε μια φορά που θαυμάζοντας το πράσινο να μη σκεφτώ την πυρκαγιά. Όλη η Ελλάδα έχει καεί. Θα γλύτωνε τούτη; Τη βραδιά της φωτιάς βρέθηκα πολύ κοντά από την αρχή. Στις 5.30 ήμουν σε υπερυψωμένο σημείο της Αττικής οδού. Φοβήθηκα από τα 12 μποφορ, δεν μπορούσα να ελέγξω το αυτοκίνητο, δεν έχω ξαναζήσει παρόμοια εμπειρία ανέμου. Σταμάτησα για να προφυλαχτώ. Είδα τους καπνούς προς την Νταού Πεντέλη, τηλεφώνησα στον αδελφό μου που μένει εκεί κοντά. Την ξέρω εκείνη την περιοχή, το μονοπάτι από το μοναστήρι είναι περπατήσιμο έως τη Μάκρη. Είχε ξανακαεί. Από Νότο προς Βορρά. Τώρα με το δυτικό άνεμο και την ελάχιστη απόσταση έως τη θάλασσα το έργο ολοκληρώθηκε. Σέβομαι τη λέξη θεομηνία και μπορώ να καταλάβω το δέος με το οποίο πλάστηκε και χρησιμοποιείται. Θεομηνία που επέπεσε σε μια έτοιμη για να καεί παγίδα . Όλα τα άλλα είναι τυμβωρυχία και δημιουργία ηθικού πανικού. Με λύπη βλέπω σοβαρούς ανθρώπους, και φίλους μου, να παρασύρονται. 
Εγραψα για την ΕφΣυν, και δημοσιεύεται σήμερα το άρθρο αυτό: 
ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ! 
Αν θες να μην καταλάβεις τίποτε από μια μεγάλη καταστροφή, ρίξ’ την στο μύλο της κομματικής αντιπαράθεσης. Αναζήτησε Ιφιγένειες ή αποδιοπομπαίους τράγους. Αναζήτησε ενόχους. Στην επόμενη καταστροφή θα καμώνεσαι πάλι την έκπληκτη και αγανακτισμένη στρουθοκάμηλο. Έτσι δεν έγινε με την προηγούμενη μεγάλη πυρκαγιά του 2007; Τότε έκαψε την Ελλάδα ο Καραμανλής, τώρα την καίει ο Τσίπρας. Αύριο κάποιος άλλος. Πάντως θα καίγεται. 
Στο πλαίσιο της τρέχουσας πολιτικής συζήτησης, πώς να μιλήσεις για κλιματική αλλαγή, για την καλπάζουσα υπερθέρμανση του πλανήτη; Πώς να εξηγήσεις ότι ο Ασπρόπυργος και οι πλημμύρες, το Μάτι και οι πυρκαγιές συνδέονται με μια κλιμάκωση ακραίων φαινομένων που δεν περιορίζονται μόνο στην Ελλάδα; Πώς να εξηγήσεις ότι αυτά τα φαινόμενα είναι ακόμη πιο φονικά γιατί μπαζώσαμε τα ρέματα, χτίσαμε στο δάσος, συρματοπλέξαμε τις ακτές, δηλαδή παραβιάσαμε όλες τις πολεοδομικές αρχές και δημιουργήσαμε ένα χωροταξικό περιβάλλον χωρίς κανόνες, που επιδεινώνει την τρωτότητα απέναντι στις φυσικές καταστροφές; Πώς να εξηγήσεις ότι το ανθρώπινο είδος, δεν είναι πλέον φιλοξενούμενο είδος πάνω στον πλανήτη, αλλά τον συνδιαμορφώνει; Ότι οι άνθρωποι αποτελούν κι αυτοί γεωλογική και κλιματική δύναμη. Ότι περάσαμε στην ανθρωπόκαινο περίοδο της ιστορίας της γης κι ότι αυτά δεν αφορούν μόνο τον ΟΗΕ αλλά τη βιωσιμότητα και της ελληνικής κοινωνίας, ότι τα πληρώνουμε καθημερινά; Δεν παράγεις εκλογικά αποτελέσματα με αυτά, δεν παράγεις πολιτική. 
Αλλά εδώ βρίσκεται το επιχείρημα που θέλω να αναπτύξω. Χρειάζεται να προσεγγίσουμε καταστροφές όπως τούτη, τοποθετώντας την σε διαδοχικούς κύκλους. Στον πρώτο, περιέχοντα κύκλο πρέπει να βάλεις τις μεγάλες περιβαλλοντικές μεταβολές, που εκδηλώνονται πλέον με μεγάλη πυκνότητα, αλλά και διαφορετικότητα επίσης. Γιατί δεν είναι μόνο οι φωτιές, δεν είναι μόνο οι πλημμύρες, δεν είναι μόνο η ερημοποίηση και η λειψυδρία. Έχουμε σκεφτεί το μεταναστευτικό φαινόμενο ως μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών εξαιτίας αυτών ακριβώς των ίδιων κλιματικών μεταβολών που προκαλούν θύματα από φωτιές και πλημμύρες; Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι εξωτερικά ως προς την πολιτική ύλη. Γίνονται ζητήματα πολιτικής επειδή έχουν μαζικές επιπτώσεις στις κοινωνίες. Αφορούν όχι ένα υπουργείο ή μια υπηρεσία, αλλά το σύνολο των λειτουργιών της πολιτείας. Αφορούν το τι είναι, και τι αφορά η πολιτική. Θέτουν ζήτημα επαναπροσδιορισμού της έννοιας «κανονικότητα». Γιατί αυτό που βλέπουμε είναι η νέα κανονικότητα. 
Επομένως πολιτική σημαίνει στρατηγική ανθεκτικότητας της κοινωνίας. Δεν βρισκόμαστε πια σε μια ουδέτερη και επίπεδη ιστορική κατάσταση με διακυμάνσεις. Δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τα φαινόμενα χωριστά στα κουτάκια τους. Στρατηγική σημαίνει ότι στα μετόπισθεν των επί μέρους πολιτικών, θα πρέπει να υπάρχει μια ενιαία σύλληψη, ικανή να αποδώσει συνεκτικότητα στις διαφορετικές δράσεις. Για ένα μεγάλο ιστορικό διάστημα αυτή ήταν η έννοια της προόδου, της ανάπτυξης, η υπόσχεση του σοσιαλισμού. Τώρα όλα αυτά πρέπει να τα δούμε υπό το πρίσμα της ανθεκτικότητας της κοινωνίας. Αποδίδοντας στις καταστροφές την κεντρική θέση πού ούτως ή άλλως έχουν, αποκτώντας μια επιστημονική κατανόηση των καταστροφών στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, ενδεχομένως θα είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τα ευάλωτα σημεία, το πεδίο και το βαθμό της επικινδυνότητας, και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε για να περιορίσουμε, όσο το δυνατό, θύματα και ζημιές. Να γιατί είναι αποπροσανατολιστική η συζήτηση για παραιτήσεις υπουργών ή της κυβέρνησης. Δίνει εντελώς λανθασμένο μήνυμα στην κοινωνία. Όπως και η αναζήτηση συνομωσίας εμπρηστών. Εμπρηστής είναι το πλαίσιο αποχαρακτηρισμού των δασών, αναγνώρισης των αυθαιρέτων, αλλαγών χρήσης της γης. 
Έχει ταξικό πρόσημο η ανθεκτικότητα; Ναι, γιατί οι καταστροφές πλήττουν πρώτα και κύρια τους φτωχούς. Σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα. Γι αυτό η στρατηγική ανθεκτικότητας πρέπει να γίνει κεντρική επιλογή της Αριστεράς. Αντί να περιορίζεται η κυβέρνηση στα άμεσα μικρο-μέτρα ανακούφισης, πρέπει να βγει ο πρωθυπουργός με μια μεγάλη στρατηγική. Στρατηγική συγκεκριμένη για το περιβάλλον, τα δάση, το χωροταξικό, τους κανόνες πολεοδομίας, την αντιμετώπιση των κινδύνων, όλα εκείνα τα ζητήματα που είναι ήδη διατυπωμένα από το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, τους πολεοδόμους, τους μηχανικούς, τους περιβαντολόγους. Υπάρχουν αυτές οι προτάσεις. Η Αριστερά και η προοδευτική Ελλάδα από τη δεκαετία του 60 πάντοτε τις είχε ως άξονα αναφοράς. Δεν έγινε αυτό μετά τις φονικές πυρκαγιές της Πελοποννήσου το 2007. Τώρα, έχοντας πίσω τα θύματα της καταστροφής αυτής, τώρα είναι η ώρα να μπουν κανόνες για όλη την Ελλάδα, και ακόμη να ξαναχτιστούν οι περιοχές αυτές πλέον υποδειγματικά. 
Η πολιτική προστασία δεν μπορεί να είναι υπόθεση φιλανθρωπίας, όπως έδειξε η απίστευτη πρόταση να αναλάβει το Ίδρυμα Νιάρχου τη συντήρηση των πυροσβεστικών αεροπλάνων! Όταν μια χώρα σαν την Ελλάδα, δαπανά πάνω από το 2% του ΑΕΠ για την Εθνική Άμυνα, είναι δυνατόν να μην χωράει τον μόνο πόλεμο με θύματα που διεξάγεται στην Ελλάδα, δηλαδή των φυσικών καταστροφών; Το δόγμα της άμυνας πρέπει να είναι ενιαίο και η δημοκρατική πολιτεία εγγυητής της συλλογικής ασφάλειας.

Antonis Liakos 27 Ιουλίου · Αν θες να ΜΗΝ καταλάβεις τίποτε από μια μεγάλη καταστροφή, ρίξ’ την στο μύλο της κομματικής διαμάχης. Αναζήτησε Ιφιγένειες να θυσιαστούν ή συνωμοσίες εμπρηστών. Θα εκφράσεις τον θυμό, θα τον έχεις διοχετεύσει στην αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων αλλά θα έχεις κλείσει τα μάτια σου και ξαναχώσεις το κεφάλι σου βαθειά στην άμμο. Η επόμενη καταστροφή θα σε βρει το ίδιο αθώο και αγανακτισμένο. (φωτο: John Liakos)


ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ! 
Αν θες να μην καταλάβεις τίποτε από μια μεγάλη καταστροφή, ρίξ’ την στο μύλο της κομματικής αντιπαράθεσης. Αναζήτησε Ιφιγένειες ή αποδιοπομπαίους τράγους. Αναζήτησε ενόχους. Στην επόμενη καταστροφή θα καμώνεσαι πάλι την έκπληκτη και αγανακτισμένη στρουθοκάμηλο. Έτσι δεν έγινε με την προηγούμενη μεγάλη πυρκαγιά του 2007; Τότε έκαψε την Ελλάδα ο Καραμανλής, τώρα την καίει ο Τσίπρας. Αύριο κάποιος άλλος. Πάντως θα καίγεται. 
Στο πλαίσιο της τρέχουσας πολιτικής συζήτησης, πώς να μιλήσεις για κλιματική αλλαγή, για την καλπάζουσα υπερθέρμανση του πλανήτη; Πώς να εξηγήσεις ότι ο Ασπρόπυργος και οι πλημμύρες, το Μάτι και οι πυρκαγιές συνδέονται με μια κλιμάκωση ακραίων φαινομένων που δεν περιορίζονται μόνο στην Ελλάδα; Πώς να εξηγήσεις ότι αυτά τα φαινόμενα είναι ακόμη πιο φονικά γιατί μπαζώσαμε τα ρέματα, χτίσαμε στο δάσος, συρματοπλέξαμε τις ακτές, δηλαδή παραβιάσαμε όλες τις πολεοδομικές αρχές και δημιουργήσαμε ένα χωροταξικό περιβάλλον χωρίς κανόνες, που επιδεινώνει την τρωτότητα απέναντι στις φυσικές καταστροφές; Πώς να εξηγήσεις ότι το ανθρώπινο είδος, δεν είναι πλέον φιλοξενούμενο είδος πάνω στον πλανήτη, αλλά τον συνδιαμορφώνει; Ότι οι άνθρωποι αποτελούν κι αυτοί γεωλογική και κλιματική δύναμη. Ότι περάσαμε στην ανθρωπόκαινο περίοδο της ιστορίας της γης κι ότι αυτά δεν αφορούν μόνο τον ΟΗΕ αλλά τη βιωσιμότητα και της ελληνικής κοινωνίας, ότι τα πληρώνουμε καθημερινά; Δεν παράγεις εκλογικά αποτελέσματα με αυτά, δεν παράγεις πολιτική. 


Αλλά εδώ βρίσκεται το επιχείρημα που θέλω να αναπτύξω. Χρειάζεται να προσεγγίσουμε καταστροφές όπως τούτη, τοποθετώντας την σε διαδοχικούς κύκλους.

Στον πρώτο, περιέχοντα κύκλο πρέπει να βάλεις τις μεγάλες περιβαλλοντικές μεταβολές, που εκδηλώνονται πλέον με μεγάλη πυκνότητα, αλλά και διαφορετικότητα επίσης. Γιατί δεν είναι μόνο οι φωτιές, δεν είναι μόνο οι πλημμύρες, δεν είναι μόνο η ερημοποίηση και η λειψυδρία. Έχουμε σκεφτεί το μεταναστευτικό φαινόμενο ως μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών εξαιτίας αυτών ακριβώς των ίδιων κλιματικών μεταβολών που προκαλούν θύματα από φωτιές και πλημμύρες; Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι εξωτερικά ως προς την πολιτική ύλη. Γίνονται ζητήματα πολιτικής επειδή έχουν μαζικές επιπτώσεις στις κοινωνίες. Αφορούν όχι ένα υπουργείο ή μια υπηρεσία, αλλά το σύνολο των λειτουργιών της πολιτείας. Αφορούν το τι είναι, και τι αφορά η πολιτική. Θέτουν ζήτημα επαναπροσδιορισμού της έννοιας «κανονικότητα». Γιατί αυτό που βλέπουμε είναι η νέα κανονικότητα. 
Επομένως πολιτική σημαίνει στρατηγική ανθεκτικότητας της κοινωνίας. Δεν βρισκόμαστε πια σε μια ουδέτερη και επίπεδη ιστορική κατάσταση με διακυμάνσεις. Δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τα φαινόμενα χωριστά στα κουτάκια τους. Στρατηγική σημαίνει ότι στα μετόπισθεν των επί μέρους πολιτικών, θα πρέπει να υπάρχει μια ενιαία σύλληψη, ικανή να αποδώσει συνεκτικότητα στις διαφορετικές δράσεις. Για ένα μεγάλο ιστορικό διάστημα αυτή ήταν η έννοια της προόδου, της ανάπτυξης, η υπόσχεση του σοσιαλισμού. Τώρα όλα αυτά πρέπει να τα δούμε υπό το πρίσμα της ανθεκτικότητας της κοινωνίας. Αποδίδοντας στις καταστροφές την κεντρική θέση πού ούτως ή άλλως έχουν, αποκτώντας μια επιστημονική κατανόηση των καταστροφών στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, ενδεχομένως θα είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τα ευάλωτα σημεία, το πεδίο και το βαθμό της επικινδυνότητας, και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε για να περιορίσουμε, όσο το δυνατό, θύματα και ζημιές. Να γιατί είναι αποπροσανατολιστική η συζήτηση για παραιτήσεις υπουργών ή της κυβέρνησης. Δίνει εντελώς λανθασμένο μήνυμα στην κοινωνία. Όπως και η αναζήτηση συνομωσίας εμπρηστών. Εμπρηστής είναι το πλαίσιο αποχαρακτηρισμού των δασών, αναγνώρισης των αυθαιρέτων, αλλαγών χρήσης της γης. 
Έχει ταξικό πρόσημο η ανθεκτικότητα; Ναι, γιατί οι καταστροφές πλήττουν πρώτα και κύρια τους φτωχούς. Σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα. Γι αυτό η στρατηγική ανθεκτικότητας πρέπει να γίνει κεντρική επιλογή της Αριστεράς. Αντί να περιορίζεται η κυβέρνηση στα άμεσα μικρο-μέτρα ανακούφισης, πρέπει να βγει ο πρωθυπουργός με μια μεγάλη στρατηγική. Στρατηγική συγκεκριμένη για το περιβάλλον, τα δάση, το χωροταξικό, τους κανόνες πολεοδομίας, την αντιμετώπιση των κινδύνων, όλα εκείνα τα ζητήματα που είναι ήδη διατυπωμένα από το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, τους πολεοδόμους, τους μηχανικούς, τους περιβαντολόγους. Υπάρχουν αυτές οι προτάσεις. Η Αριστερά και η προοδευτική Ελλάδα από τη δεκαετία του 60 πάντοτε τις είχε ως άξονα αναφοράς. Δεν έγινε αυτό μετά τις φονικές πυρκαγιές της Πελοποννήσου το 2007. Τώρα, έχοντας πίσω τα θύματα της καταστροφής αυτής, τώρα είναι η ώρα να μπουν κανόνες για όλη την Ελλάδα, και ακόμη να ξαναχτιστούν οι περιοχές αυτές πλέον υποδειγματικά. 
Η πολιτική προστασία δεν μπορεί να είναι υπόθεση φιλανθρωπίας, όπως έδειξε η απίστευτη πρόταση να αναλάβει το Ίδρυμα Νιάρχου τη συντήρηση των πυροσβεστικών αεροπλάνων! Όταν μια χώρα σαν την Ελλάδα, δαπανά πάνω από το 2% του ΑΕΠ για την Εθνική Άμυνα, είναι δυνατόν να μην χωράει τον μόνο πόλεμο με θύματα που διεξάγεται στην Ελλάδα, δηλαδή των φυσικών καταστροφών; Το δόγμα της άμυνας πρέπει να είναι ενιαίο και η δημοκρατική πολιτεία εγγυητής της συλλογικής ασφάλειας.

Συλλογικό συμφέρον: Επαναθεμελίωση αντί για μεταρρύθμιση

Του Pierre Rimbert*

Ένα μεγάλο κτήριο δεν γκρεμίζεται μονομιάς, με ένα μονάχα χτύπημα του εκσκαφέα. Πρέπει προηγουμένως να έχουν ανοιχτεί τρύπες, ρήγματα, να έχει δεχθεί πολλούς κλονισμούς. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους στη Γαλλία. Από τη δεκαετία του 1970 οι φιλελεύθεροι έχουν βαλθεί να εξασθενίσουν τους μηχανισμούς του, στους οποίους στηρίζεται η εθνική αλληλεγγύη.

Ο δε Εμανουέλ Μακρόν πολλαπλασιάζει τα μέτωπα (πανεπιστήμια, δημόσιοι υπάλληλοι, σιδηρόδρομοι) θεωρώντας ότι η υποβάθμιση στην οποία έχουν βυθιστεί ορισμένες δημόσιες υπηρεσίες και το γεγονός ότι η κοινή γνώμη διάκειται αρνητικά απέναντί τους του επιτρέπουν να επιχειρήσει να τους δώσει το τελικό, θανάσιμο χτύπημα προς όφελος της αγοράς. Μήπως όμως έχει φθάσει η στιγμή να ενισχύσουμε ό,τι προωθεί το συλλογικό συμφέρον;

Του Pierre Rimbert*

Πρόκειται για μια μάχη, με τελετουργικό χαρακτήρα πλέον, ανάμεσα σε δύο άνισους αντιπάλους. Αρχίζει δε πάντα με τον εξής τρόπο: επικαλούμενη τον εκσυγχρονισμό, μια κυβέρνηση επιβάλλει τον ακρωτηριασμό ενός συστήματος προώθησης του συλλογικού συμφέροντος, δημιουργημένου μεταπολεμικά ως μοχλού στήριξης για τις κοινωνικές κατακτήσεις που θα έρχονταν -είτε πρόκειται για το οικουμενικό καθεστώς της κοινωνικής ασφάλισης και τις συντάξεις είτε για το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, που ξεφεύγουν από την αυθαιρεσία της «αγοράς εργασίας».

Αμέσως τα μεγάλα ονόματα του δημοσιογραφικού κόσμου αναπτύσσουν την «παιδαγωγική της μεταρρύθμισης». Η απορρύθμιση βαφτίζεται «αναπόφευκτη», καθότι απαραίτητη (ή το αντίστροφο)· αμετάκλητη, καθώς αποκαλύπτει το «πολιτικό θάρρος» μιας εκτελεστικής εξουσίας αποφασισμένης να παρακάμψει το Κοινοβούλιο· «δίκαιη», γιατί σχεδιάστηκε έτσι ώστε να περικόψει τα «προνόμια» όσων εργάζονται κάτω από κάπως λιγότερο επισφαλείς συνθήκες.

Αυτό το σενάριο, το οποίο πρωτογράφτηκε τον Νοέμβριο του 1995, όταν η (δεξιά) κυβέρνηση του Αλέν Ζιπέ επιχείρησε τη μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης,1 επιφυλάσσει στους αντιπάλους του έναν εξίσου προβλέψιμο και τελετουργικό ρόλο: να αποδείξουν ότι τα «προνόμια» δεν βρίσκονται εκεί όπου υποστηρίζει η κυβέρνηση, να αντιμετωπίσουν τον ορυμαγδό των μέσων ενημέρωσης και… να υπερασπιστούν τις δημόσιες υπηρεσίες.

Τι να υπερασπιστούν όμως ακριβώς; Στις 12 Δεκεμβρίου 1995, σε μια δημόσια συγκέντρωση συμπαράστασης στους απεργούς σιδηροδρομικούς, ο κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ είχε τονίσει την επιτακτική ανάγκη να εμποδιστεί «η καταστροφή ενός πολιτισμού που συνδέεται με την ύπαρξη της δημόσιας υπηρεσίας». Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα αυτοί οι θεσμοί προώθησης του συλλογικού συμφέροντος είναι ρημαγμένοι, μερικές φορές ακόμη και εντελώς κατεστραμμένοι.

Το «δεξί χέρι του κράτους»,2 από τη μία δηλαδή τα υπουργεία Οικονομίας και Οικονομικών και από την άλλη η εργοδοτική τεχνοκρατία, έχει ολοκληρώσει την αποστολή του. Από μεταρρυθμίσεις έως ιδιωτικοποιήσεις, το μερίδιο του τομέα των γαλλικών δημόσιων επιχειρήσεων3 στην απασχόληση πέρασε από το 19% το 1985 στο 5,5% στα τέλη του 2015: σήμερα έχουν απομείνει 791.000 εργαζόμενοι.

Ενώ στα μέσα της δεκαετίας του 1980 αυτές οι επιχειρήσεις παρήγαν το ένα τέταρτο του εθνικού πλούτου, τριάντα χρόνια αργότερα το ποσοστό έχει μειωθεί σε λιγότερο από 6%.4 Παντού οι διοικήσεις καθιέρωσαν τις λογιστικές απαιτήσεις και τις πιέσεις προς τους εργαζομένους που ισχύουν στον ιδιωτικό τομέα.

Σήμερα, κατά τη μεταρρύθμιση της δημόσιας επιχείρησης των γαλλικών σιδηροδρόμων (SNCF), ο Μακρόν πολύ θα ήθελε να επικεντρωθούν οι αντιδράσεις στη συνηθισμένη υπεράσπιση της υπάρχουσας κατάστασης, διότι ξέρει πως είναι καταδικασμένη να αποτύχει επειδή είναι απόλυτα ανειλικρινής: να επιδιωχθεί η προστασία μιας υπηρεσίας για την οποία όλοι γκρινιάζουν στην καθημερινή ζωή λόγω της κακής λειτουργίας της.

Οι νοσηλευτές και οι ασθενείς προειδοποιούν ότι τα νοσοκομεία καταρρέουν. Οι μαθητές, οι φοιτητές και οι εκπαιδευτικοί φωνάζουν ότι το σχολείο και το πανεπιστήμιο αργοπεθαίνουν. Οι επιβάτες και οι σιδηροδρομικοί γνωρίζουν ότι η SNCF εκτροχιάζεται. Οι δημόσιες επιχειρήσεις, σκιά πλέον του παλαιότερου εαυτού τους, προσπαθούν να επιβιώσουν και να αντισταθούν. Όμως, η υπάρχουσα σήμερα κατάσταση δεν είναι η επιθυμητή, ούτε και μπορεί να κινητοποιήσει τον πληθυσμό.

Παγιδευμένο ανάμεσα στη Σκύλλα των δημοσιονομικών περικοπών και τη Χάρυβδη του ανταγωνισμού του ιδιωτικού τομέα, το δημόσιο νοσοκομείο διαχειρίζεται τις ροές των ασθενών ανάλογα με τον προϋπολογισμό της κοινωνικής ασφάλισης, με αποτέλεσμα να στέλνει σπίτι τους ασθενείς που δεν είναι σε θέση να αυτοεξυπηρετηθούν, αντί να προσφέρει υπηρεσίες οι οποίες να ανταποκρίνονται στις ανάγκες του πληθυσμού.

Το πανεπιστήμιο, που δημιουργήθηκε για να διαμορφώσει κριτικά πνεύματα και να τα ωθήσει προς τα υψηλότερα επιτεύγματα, προσπαθεί πλέον να ισοσκελίσει τα οικονομικά του και να ευθυγραμμιστεί με τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Τα ταχυδρομεία, που ιδρύθηκαν για την παροχή καθολικών υπηρεσιών επικοινωνίας, μετατρέπεται πλέον σε υπεργολάβο της Amazon. Η αποστολή της France Télécom (σ.σ.: του γαλλικού ΟΤΕ), που πρώτα διαχωρίστηκε από τα ταχυδρομεία και στη συνέχεια ιδιωτικοποιήθηκε -δεν συνίσταται πλέον στη δημιουργία τηλεπικοινωνιακών υποδομών σε ολόκληρη τη χώρα και στην παροχή υπηρεσιών σε όλους τους χρήστες, αλλά στην πώληση προϊόντων, στην απόσπαση μεριδίων της αγοράς και στην ικανοποίηση των μετόχων.

Η EDF (σ.σ.: γαλλική ΔΕΗ), δραστηριοποιούμενη πλέον στη διεθνή αγορά ενέργειας, εξαγοράζει τις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις της Μεγάλης Βρετανίας. Όσον αφορά την SNCF, η προσκόλλησή της στις κερδοφόρες γραμμές υψηλών ταχυτήτων την οδήγησε να παραδώσει τη μεταφορά εμπορευμάτων στις επιχειρήσεις οδικών μεταφορών, να παραμελήσει τις συμβατικές γραμμές και να καταλήξει να βομβαρδίζει τους ταξιδιώτες με ποιητικίζοντα διαφημιστικά μηνύματα.5

Υιοθέτηση επιχειρηματικού μοντέλου και εγκατάλειψη κοινωνικού ρόλου: αυτή η αλλαγή στοχοθεσίας, επιβεβλημένη εις βάρος της άποψης των χρηστών, επιχειρήθηκε με αποφασιστικότητα τόσο πιο έντονη όσο συναντούσε την αντίσταση εκατομμυρίων δημοσίων υπαλλήλων.

Στα ταχυδρομεία, στα σχολεία, στα νοσοκομεία, στις μονάδες υποδοχής ηλικιωμένων που αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν (EHPAD),6 οι τοξικές συνέπειες των μεταρρυθμίσεων άργησαν πολύ να γίνουν αντιληπτές λόγω της αφοσίωσης του προσωπικού -στην πλειονότητά του γυναίκες- που κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες προκειμένου να διατηρήσει σε λειτουργία την υπηρεσία του. Πώς μπορεί να προωθηθεί η υπεράσπιση των «δημόσιων υπηρεσιών» όταν οι ίδιες οι επιχειρήσεις επιβάλλουν στο προσωπικό τους να προδώσει την αποστολή του;

Όπως εξηγεί η κοινωνιολόγος Ντανιέλ Λινάρτ, το προσωπικό των δημόσιων υπηρεσιών «θεωρεί ότι το καθήκον τους είναι επενδυμένο με έναν σημαντικό και ευγενή χαρακτήρα, ο οποίος απαιτεί εκ μέρους τους με φυσικό τρόπο τη δέσμευση και τη βούληση να δώσουν τον καλύτερο εαυτό τους σε κάθε περίσταση. Θεωρούν ότι βρίσκονται στην υπηρεσία της δημόσιας υπηρεσίας και αισθάνονται ότι ενσαρκώνουν το πνεύμα του δημοκρατικού καθεστώτος και ότι διασφαλίζουν το συλλογικό συμφέρον».7 Αυτό ακριβώς προσπάθησαν να σκοτώσουν οι μάνατζερ, μερικές φορές μάλιστα με απόλυτα κυριολεκτικό τρόπο, εάν σκεφθεί κανείς το κύμα των αυτοκτονιών πριν από μερικά χρόνια στη France Télécom και, πρόσφατα, στα νοσοκομεία του Παρισιού.

«Υπεράσπιση των δημόσιων υπηρεσιών»: αυτό το σύνθημα περιέχει μια θανάσιμη αμφισημία όταν το «δεξί χέρι του κράτους» επιδιώκει λυσσωδώς να τις καταστήσει μισητές, τόσο στους χρήστες τους όσο και στα ίδια τα άτομα που τις παράγουν. Εάν επιθυμούμε να έχει αυτός ο αγώνας έστω και κάποιες λιγοστές πιθανότητες επιτυχίας, θα πρέπει να ξεφύγουμε από το πλαίσιο της τελετουργικής μάχης στην οποία επιδίδεται κάθε κυβέρνηση της τελευταίας τριακονταετίας. Θα πρέπει να εγκαταλείψουμε τα καταφύγια της παθητικής άμυνας. Και να περάσουμε στην επίθεση.

Η εργασία, η οικονομική ασφάλεια, η κοινωνική ασφάλιση, η εκπαίδευση, η σύνταξη, η υγεία, οι δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου, η πρόσβαση όλων στην ενέργεια, τα μεγάλα έργα υποδομών που περιλαμβάνονται στην έννοια του «δημόσιου αγαθού» δεν αποτελούν απλά υπηρεσίες: είναι δικαιώματα. Κάποια κατοχυρωμένα από το σύνταγμα, άλλα από τους νόμους, δεν εκχωρούνται ούτε χορηγούνται από το κράτος και την εργοδοσία ως κερασάκι στη δημοκρατική τούρτα: αποτελούν χρέος προς τον πληθυσμό.

Με άλλα λόγια το κοινωνικό σύνολο είναι υποχρεωμένο να εξασφαλίσει την παροχή τους, να εγγυάται την αποτελεσματικότητά τους και να αποφεύγει οποιαδήποτε ενέργεια θα μπορούσε να τα βλάψει. Εξάλλου το προοίμιο του γαλλικού συντάγματος του 1946, το οποίο περιέχεται και στο ισχύον σήμερα σύνταγμα, μας δείχνει τον δρόμο που οφείλουμε να ακολουθήσουμε: «Κάθε αγαθό, κάθε επιχείρηση των οποίων η εκμετάλλευση έχει ή αποκτά τα χαρακτηριστικά της εθνικής δημόσιας υπηρεσίας ή ενός εκ των πραγμάτων μονοπωλίου οφείλει να περνάει στην ιδιοκτησία του κοινωνικού συνόλου» (άρθρο 9).

Παρουσιάζει εξαιρετικές ευκαιρίες για ενοποίηση και κινητοποίηση των πολιτών η απαίτηση, με κάθε αφορμή, να υπάρξει επανίδρυση των δημόσιων υπηρεσιών έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η υψηλή ποιότητά τους, σύμφωνα με τα απαράγραπτα δικαιώματα του πληθυσμού, και όχι να επιχειρείται η υπεράσπιση των υφιστάμενων σήμερα δημόσιων επιχειρήσεων, καταβαραθρωμένων από τους μεταρρυθμιστές.

Κατ’ αρχάς διότι αυτή η απαίτηση στηρίζεται στα κοινά συμφέροντα τόσο των χρηστών όσο και των δημόσιων λειτουργών, τόσο των κατοίκων των μητροπολιτικών κέντρων όσο και των μικρών πόλεων, των απομακρυσμένων προαστίων, της υπαίθρου αλλά και των γαλλικών υπερπόντιων εδαφών. Επιπλέον προσφέρει στο κοινωνικό κίνημα το αίτημα της επανίδρυσης ενός καθολικού θεσμού στραμμένου προς το μέλλον, εξασφαλίζοντας το θετικό όραμα και την ορμητικότητα που τόσο του λείπουν μετά από δεκαετίες αμυντικών αγώνων.8

Κανείς δεν θα ήταν τόσο αφελής ώστε να αναμένει μια γρήγορη νίκη. Ωστόσο, κάθε κινητοποίηση θα μπορούσε να προσφέρει την ευκαιρία να σφυρηλατηθούν οι τρεις σημαντικότερες αρχές στις οποίες θα στηρίζεται ένα σχέδιο που θα είναι όσο συναινετικό χρειάζεται για να συσπειρωθεί γύρω του ένα πλειοψηφικό κοινωνικό μπλοκ.

Η πρώτη αρχή αποτελεί λύση σε ένα από τα μεγαλύτερα δεινά που πλήττουν τους σύγχρονους μισθωτούς: να δοθούν στους δημόσιους υπάλληλους τα μέσα για να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Αυτή τη στοιχειώδη προϋπόθεση, αναγκαία για την άνθηση και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα την στερήθηκαν όταν υπέκυψαν στα πλήγματα του «νεομάνατζμεντ» της δεκαετίας του 1990.

Από τα μέσα της επόμενης δεκαετίας ήρθε η σειρά των νοσοκόμων, του βοηθητικού σχολικού προσωπικού, των εκπαιδευτικών, των ταχυδρομικών, των σιδηροδρομικών κ.λπ. Πλέον οι παράλογοι ποσοτικοποιημένοι στόχοι, η μείωση του προσωπικού και οι ανέφικτες εντολές που δίνονται από μάνατζερ οι οποίοι δεν έχουν την παραμικρή επαφή με την εργασιακή πραγματικότητα αποτελούν φαινόμενο που συναντάται τόσο στα Lidl ή στη Free (κορυφαία εταιρία κινητής τηλεφωνίας της ιδιωτικοποιημένης πλέον France Télécom) όσο και σε μια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων.

Αυτό το θλιβερό κοινό χαρακτηριστικό του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα μετατρέπεται σε αγωνιστικό πλεονέκτημα: καθώς ο φορτοεκφορτωτής γνωρίζει εξ ιδίας πείρας τι υφίσταται η νοσηλεύτρια, και με ποιες συνέπειες, ίσως να κινητοποιηθεί με μεγαλύτερη προθυμία προκειμένου να απαιτήσει από το κοινωνικό σύνολο να προσφέρει περισσότερα μέσα για την περίθαλψη των ηλικιωμένων γονέων του.

Η δεύτερη αρχή αφορά την ενότητα της επικράτειας της χώρας και τη σωστή χωροθέτηση. Η επανίδρυση των δημόσιων υπηρεσιών θα πρέπει να έχει προτεραιότητα τη δημιουργία υπερσύγχρονων υποδομών, στελεχωμένων με το πλέον εξειδικευμένο προσωπικό, σε περιοχές που βρίσκονται μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα.

Αν επιθυμούμε να πειραματιστούμε με αξιόπιστα και αποτελεσματικά συστήματα υγείας, παιδείας, μεταφορών, επικοινωνιών και κοινωνικοποίησης των ψηφιακών δεδομένων, με σκοπό την κοινωνική ωφέλεια, αυτό θα πρέπει να επιχειρηθεί στο Βιερζόν9 και στο Σαιντ-Ετιέν10 και όχι στο 11ο παρισινό δημοτικό διαμέρισμα.11 Οι λαϊκές τάξεις, των οποίων η πλειονότητα ζει μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα,12 θα μετατραπούν στην κινητήρια δύναμη αυτών των πραγματικά δημόσιων υπηρεσιών, όσον αφορά τόσο τους χρήστες τους όσο και το προσωπικό τους. Όπως ακριβώς συνέβη με την κοινωνική ασφάλιση κατά την περίοδο που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η τρίτη αρχή αφορά το καθεστώς και τη χρηματοδότηση των θεσμών που προωθούν το συλλογικό συμφέρον και αποτελούν «ιδιοκτησία του κοινωνικού συνόλου». Σε αυτό το σημείο είθισται να προβάλλεται με τελετουργικό τρόπο ως αυτονόητη η εξής εξίσωση: υπηρεσίες προς το κοινό ίσον καθεστώς δημόσιας υπηρεσίας, ίσον κρατική υπηρεσία.

Βέβαια, το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς των εργαζομένων στην επιχείρηση ηλεκτρισμού και φωταερίου, των ανθρακωρύχων και των δημοσίων υπαλλήλων όντως αποσπάστηκε εκβιαστικά το 1946 από τους κομμουνιστές που συμμετείχαν στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, καθώς θεωρούσαν ότι θα αποτελέσει την αιχμή του δόρατος για τη δημιουργία ενός νέου κοινωνικού μοντέλου.

Ωστόσο ο δεσμός ανάμεσα στο κράτος και στο συλλογικό συμφέρον έχει ξεφτίσει και ίσως μάλιστα να έχει διαρραγεί. Δεδομένου ότι εξαρτάται από τις -συχνά αυθαίρετες και αυταρχικές- αποφάσεις του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, κάθε δημόσια υπηρεσία βρίσκεται στο έλεος των φονταμενταλιστών της αγοράς.

Εν αναμονή της ιστορικής ανατροπής που θα σηματοδοτήσει την αλλαγή του πολιτικού προσανατολισμού, το κοινωνικό κίνημα θα έβγαινε σίγουρα κερδισμένο εάν διεκδικούσε τη δημιουργία θεσμών συλλογικής ιδιοκτησίας που θα τελούσαν υπό τη διαχείριση των χρηστών των υπηρεσιών και των εργαζομένων. Ναι μεν αυτοί οι θεσμοί θα καλύπτονταν από την εγγύηση του κράτους, αλλά θα ήταν ανεξάρτητοι από το υπουργείο Οικονομικών, ξεφεύγοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο από τον ανταγωνισμό (και συνεπώς από το κοινωνικό ντάμπινγκ).

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γαλλικού Γενικού Συστήματος Ασφάλισης Ασθενείας: όπως εξηγεί ο οικονομολόγος και κοινωνιολόγος Μπερνάρ Φριό, οι τεράστιοι πόροι του φορέα δεν προέρχεται από τη φορολογία, αλλά, στο συντριπτικό ποσοστό τους, από τις ασφαλιστικές εισφορές. Επιπλέον αυτές δεν καταλήγουν στο υπουργείο Οικονομικών, αλλά απευθείας στα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία μάλιστα την περίοδο 1946-1967 διοικούνταν από τους ίδιους τους εργαζομένους.

Μια δημόσια υπηρεσία που χρηματοδοτείται πολύ περισσότερο από εισφορές και λιγότερο από φόρους, ένας κοινωνικοποιημένος πλούτος που ελέγχεται από τους παραγωγούς του και όχι από τεχνοκράτες, χρήστες που έχουν λόγο στη διοίκησή του: ιδού μια ιδέα με μέλλον…

Ορισμένοι θα ανταπαντήσουν ότι πρόκειται για ουτοπία. Ωστόσο, στις σημερινές συνθήκες, η επαναθεμελίωση του συλλογικού συμφέροντος δεν αποτελεί μια ιδέα πιο εξωπραγματική από την υπεράσπιση του ειδικού καθεστώτος των σιδηροδρομικών. Όχι βέβαια ότι θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την υπόθεσή τους. Ωστόσο, ο καλύτερος τρόπος για να το σώσουμε συνίσταται στη μετατροπή του σε μια καθολική πραγματικότητα: η δημόσια υπηρεσία να ξαναβρεί τον ιδρυτικό προορισμό της, να γίνει η πρωτοπορία της κοινής μας ευτυχίας.

* Ο Pierre Rimbert είναι συντάκτης της «Le Monde diplomatique»

1 (Σ.τ.Μ.) Τον χειμώνα του 1995, η κυβέρνηση του Αλέν Ζιπέ προσπάθησε να ξηλώσει το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης αρχίζοντας από τους σιδηροδρομικούς. Η εξαιρετικά δυναμική απεργία τους (η οποία εξασφάλισε την υποστήριξη μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης) παρέλυσε τη χώρα επί 40 ημέρες, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να υποχωρήσει, ενώ ο αντίκτυπός της οδήγησε τον Πρόεδρο Σιράκ να προκηρύξει πρόωρες αγορές τις οποίες έχασε η Δεξιά.

2 (Σ.τ.Μ) Ο Πιερ Μπουρντιέ είχε μιλήσει για «δεξί χέρι του κράτους», εννοώντας τις κρατικές υπηρεσίες που βρίσκονται στην υπηρεσία της άρχουσας τάξης, και για «αριστερό χέρι του κράτους» εννοώντας το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων που αγωνίζονται καθημερινά για την προάσπιση του συλλογικού συμφέροντος, δίνοντας συχνά στη δράση των κρατικών μηχανισμών ένα προοδευτικό πρόσημο.

3 Ορίζεται ως το σύνολο των επιχειρήσεων στις οποίες το κράτος κατέχει άμεσα την πλειοψηφία των μετοχών ή οι οποίες ανήκουν σε επιχείρηση όπου ο κύριος μέτοχος είναι το κράτος.

4 «Tableaux de l’économie française», Institut national de la statistique et des études économiques (INSEE), συλλ. «Insee références», Παρίσι, 2018, www. Insee.fr

5 www.oui.sncf/aide. Ως προς αυτή τη διαδικασία, βλ. Laurent Bonelli και Willy Pelletier (επιμ.) «L’Etat démantelé. Enquête sur une révolution silencieuse», La Découverte-Le Monde diplomatique, 2010.

6 (Σ.τ.Μ.) Δεδομένου ότι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν υπάρχει ο βολικός «θεσμός» της εκμετάλλευσης μεταναστριών γυναικών που αναλαμβάνουν -εσώκλειστες- τη φροντίδα των ανήμπορων ηλικιωμένων και κυρίως όσων πάσχουν από άνοια, αυτό το καυτό ζήτημα απασχολεί σοβαρά τις κοινωνίες σε μια εποχή όπου οι babyboomers μπαίνουν στα γηρατειά. Βλ. «Αλτσχάιμερ, μια νόσος έντονα πολιτική», «Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση», http://monde-diplomatique.gr/?p=2249

7 Danièle Linhardt, «Comment l’entreprise usurpe les valeurs du service public», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2009.

8 Βλ. Bernard Friot, «En finir avec les luttes défensives», «Le monde diplomatique», Νοέμβριος 2017.

9 (Σ.τ.Μ.) Μικρή πόλη της κεντρικής Γαλλίας (25.000 κάτοικοι) που έχει πληγεί από τη μαζική αποβιομηχάνιση.

Factory of the Société Française
Vierzon Μικρή πόλη της κεντρικής Γαλλίας (25.000 κάτοικοι) που έχει πληγεί από τη μαζική αποβιομηχάνιση foto Εργοστάσιο της Γαλλικής Εταιρείας

10 (Σ.τ.Μ.) Μεσαία πόλη της Νοτιοανατολικής Γαλλίας (170.000 κάτοικοι). Κάποτε ήταν ένα από τα εμβληματικότερα κέντρα της βαριάς βιομηχανίας της χώρας. Σήμερα πλήττεται σημαντικά από την αποβιομηχάνιση και την ανεργία.

Πανοραμική άποψη του Σαιντ-Ετιέν από το Γκιζαί.
Μεσαία πόλη της Νοτιοανατολικής Γαλλίας (170.000 κάτοικοι). Κάποτε to Σαιντ-Ετιέν ήταν ένα από τα εμβληματικότερα κέντρα της βαριάς βιομηχανίας της χώρας. Σήμερα πλήττεται σημαντικά από την αποβιομηχάνιση και την ανεργία.

11 (Σ.τ.Μ.) Μεσοαστική περιοχή του Παρισιού η οποία φιλοξενεί μεγάλους χώρους διασκέδασης που προσελκύουν μεγάλο μέρος της παρισινής νεολαίας.

12 (Σ.τ.Μ.) Στα μεγάλα γαλλικά αστικά κέντρα οι συνοικίες του κέντρου είναι πανάκριβες και το εισόδημα των κατοίκων είναι αντιστρόφως ανάλογο της απόστασης της κατοικίας τους από το κέντρο της πόλης (στο Παρίσι μπορεί να φθάνει και τα 60-90 χλμ.).

Η Συμφωνία των Πρεσπών: δύναμη και ευθύνη του δι-εθνικού

του Μιχάλη Μπαρτσίδη Η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί μια μεγάλη επιτυχία για τη χώρα μας, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη. Οι πολιτικές, πολιτισμικές και ιδεολογικές διαστάσεις είναι αρκετές και τα αποτ…

Πηγή: Η Συμφωνία των Πρεσπών: δύναμη και ευθύνη του δι-εθνικού

Δημοκρατικός και ανεκτικός πατριωτισμός

  Συντάκτης:

Υπήρξε ο σπουδαιότερος μεταπολεμικός ηγέτης της Ομοσπονδιακής Γερμανίας (τότε Δυτικής Γερμανίας). Αδιαφιλονίκητος εμπνευστής και καθοδηγητής της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας. Καγκελάριος και επί σειρά ετών πρόεδρος του SPD.

Στις 23 Μαρτίου 1987, εγκαταλείποντας ο Βίλι Μπραντ, περί αυτού πρόκειται, και την προεδρία του κόμματος, απευθύνει στους συντρόφους του μια μνημειώδη αποχαιρετιστήρια ομιλία. Σε αυτήν έλεγε, μεταξύ άλλων, ένας από τους θεμελιωτές της σύγχρονης ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης και τα εξής:

«Χρειαζόμαστε την κριτική συμπάθεια των περιθωριακών, όπως τους λέμε. Χρειαζόμαστε και τους ανήσυχους. Τους ιδιόρρυθμους. Ακόμη και τους επιπόλαιους, που ενίοτε μας γελοιοποιούν. Ενα κόμμα όπως η σοσιαλδημοκρατία δεν πρέπει ποτέ να υποκύπτει στον πειρασμό πνευματικής ολιγάρκειας. Η δε έλλειψη χιούμορ δεν αποτελεί κλειδί για την επιτυχία».

Επομένως, κατά Βίλι Μπραντ, η σοσιαλδημοκρατία, κατά μείζονα λόγο άρα, η ριζοσπαστική και ανανεωτική Αριστερά, θα πρέπει να είναι ανοιχτή και ανεκτική σε κάθε ρεύμα «ανήσυχης» πολιτικής σκέψης, ακόμη και αν αυτό (αυτή) εμπεριέχει στοιχεία που ενδεχομένως θα την τοποθετούσαν στο «περιθώριο» ενός «συντεταγμένου» δημοκρατικού πολιτικού συστήματος, δηλαδή εμπεριέχει στοιχεία ελευθεριακών, ανεκτικών και αντικατεστημένων πολιτικών ιδεών και αντιλήψεων.

Και σε άλλο σημείο των αποχαιρετιστήριων παρακαταθηκών του τόνιζε ο ακατάβλητος αντιναζιστής πρόμαχος: «Πρέπει δε να παρακαλέσω με όλη μου την ψυχή να θυμηθούμε, όχι μόνο αφηρημένα αλλά –όσοι το χρειάζονται– και συγκεκριμένα ότι το SPD είναι ένα ευρωπαϊκό κόμμα, το οποίο άρχισε να δρα βάσει του νόμου της συνεννόησης των λαών. Δεν πρέπει να αφήνουμε αναπάντητη την εχθρότητα προς τους ξένους. Πρέπει να την αντιμετωπίζουμε, έτσι ώστε ακόμα και οι αδαείς να αντιλαμβάνονται ποια είναι η θέση μας…».

Μη μου πείτε ότι δεν λείπουν δραματικά σήμερα τέτοιου μεγέθους ηγέτες στην εγχώρια, ευρωπαϊκή και διεθνή σοσιαλδημοκρατία.

Αλλά και συντηρητικοί πολιτικοί προεστοί έλεγαν ήδη από τη δεκαετία του ’80 και του ’90: «Η καλή περίοδος των Γερμανών είναι οι εποχές της ιστορίας τους όπου δεν ήταν οργανωμένοι σε ένα εθνικό κράτος, αλλά ζούσαν σε μια ανοιχτή χώρα και ήταν φιλελεύθεροι, ακολουθούσαν τις ιδέες του Διαφωτισμού και έθεταν το καθολικό υπεράνω του εθνικού. Το γερμανικό εθνικό κράτος του Βίσμαρκ αποποιήθηκε, εν αντιθέσει προς το γαλλικό, τον Διαφωτισμό. Μήπως, στο μέλλον, πρέπει, επιτέλους, να τον ενστερνιστούμε και να ευθυγραμμίσουμε τις πράξεις μας με αυτόν;» (Χάινερ Γκάισλερ).

Ακούστε όμως και τον πολύ γνωστό μας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε: «Μακροπρόθεσμα, θα πρέπει οπωσδήποτε να εξισορροπήσουμε εν μέρει τη συρρίκνωση του γερμανικού πληθυσμού με την επικουρία αλλοδαπών, όπως γίνεται ήδη με την αγορά εργασίας».

Αξίζει να αφιερώσει κάποιος τους λόγους αυτούς στη Νέα Δημοκρατία ή όχι;

Επομένως, η διασφάλιση της ανεκτικής δημοκρατίας με αμεσότητα στις σχέσεις της με τους πολίτες, η διασφάλιση της ειρήνης, η προστασία του περιβάλλοντος (επιδείνωση των κλιματικών συνθηκών, τρύπα του όζοντος, μολυσμένες θάλασσες) καθώς και η δημοσιονομική, οικονομική και τεχνολογική πολιτική στις εποχές των παγκόσμιων αγορών και της χρηματοπιστωτικής υπεροχής και κυριαρχίας πρέπει να αντιμετωπίζονται στον ορίζοντα του διεθνισμού και όχι του στενόμυαλου εθνικισμού.

Οποιος καταφάσκει την Ευρώπη, την Ευρωπαϊκή Ενωση, δεν μπορεί να αρνείται την πολυπολιτισμική κοινωνία και να εγκλωβίζεται σε έναν εθνικό κόσμο.

Οταν ο εθνικισμός μονοπώλησε τον πατριωτισμό, προξενήθηκαν ανείπωτες συμφορές και ο κόσμος οδηγήθηκε στους πολέμους του 19ου και του 20ού αιώνα.

Γι’ αυτό χρειαζόμαστε έναν δημοκρατικό (συνταγματικό) πατριωτισμό «ταυτιζόμενο με την περί Συντάγματος ιδέα του Διαφωτισμού» (Γίργκεν Χάμπερμας), δηλαδή έναν δικαιωματικό πατριωτισμό, έναν πατριωτισμό συνύπαρξης και επικοινωνίας με τους άλλους λαούς, και έναν ανεκτικό πατριωτισμό απέναντι στον ξένο, τον πρόσφυγα, τον μετανάστη, τον διαφορετικό. Η δήθεν θαλπωρή του εθνικισμού οδηγεί συνηθέστατα σε ολοκαυτώματα αιματολογικού ή φυλετικού τύπου και παραγκωνίζει τον πολίτη-άνθρωπο.

(Τα αποσπάσματα γραπτού ή προφορικού λόγου πάρθηκαν από το βιβλίο της Μαργαρίτας Μαθιοπούλου «Το τέλος της δημοκρατίας της Βόννης», Αθήνα 1995, εκδόσεις Λιβάνη).

* ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου

 

Ν. Φίλης: Η ισότητα της δημοκρατίας και η ιεραρχία της αξιοκρατίας

Από την πρώτη συζήτηση που διοργάνωσε ο Όμιλος Ιδεών «Τhe Catalyst» την Πέμπτη 5 Ιουλίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων με τίτλο «Προοδευτικές Πολιτικές για το Αύριο», ενδιαφέρον παρουσιάζει η ομιλία του Νίκου Φίλη που έθεσε ερωτήματα για το αν νοείται Δημοκρατία χωρίς αξιοκρατία αλλά και αντίστροφα, μήπως η αξιοκρατία είναι προγραμματικά αντίθετη με τη δημοκρατική ισότητα.

Συνέχεια ανάγνωσης Ν. Φίλης: Η ισότητα της δημοκρατίας και η ιεραρχία της αξιοκρατίας

Νέο κόμμα για τη νέα αριστερά: Πώς οι εκλογικές επιτυχίες γίνονται ιδεολογική ηγεμονία

Το κόμμα πρέπει να έχει εύπλαστη μορφή, πορώδεις παρυφές και διαφανείς διαδικασίες που επιτρέπουν τη συνεχή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Αφήνοντας την ασφάλεια της ρουτίνας και της επετηρίδας πρέπει να γίνει εργαστήρι πειραματισμού δομών, ιδεών, μεθόδων.

Του Κώστα Δουζίνα*

Η σημερινή μορφή κόμματος και συνδικάτου ανάγεται στην περίοδο της παραγωγικής και πολιτικής διαδικασίας των αρχών του 20ου αιώνα. Τα μαζικά κόμματα της εργατικής τάξης-σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά- δημιουργήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα με την είσοδο των λαϊκών μαζών στην πολιτική μετά την γενίκευση του δικαιώματος ψήφου. Ήταν δημιουργήματα της βιομηχανικής επανάστασης και πολιτική έκφραση της επέκτασης της δημοκρατίας. Κύριο χαρακτηριστικό και των δύο ήταν ο συγκεντρωτικός και περιοδικός τους χαρακτήρας. Η εργασία συγκεντρωνόταν σε μεγάλους χώρους (εργοστάσια, εργοτάξια, μεγάλες αγροτικές μονάδες) και η πολιτική στη Βουλή, την κυβέρνηση, τα συνδικάτα, τα κομματικά γραφεία και την τοπική αυτοδιοίκηση. Η χωρική συγκέντρωση συμπληρωνόταν με την συμπύκνωση του πολιτικού χρόνου από περιοδικές εκδηλώσεις, όπως οι εκλογές, οι επέτειοι, οι μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις –απεργίες, διαδηλώσεις, πορείες.

Δουλειά του κόμματος ήταν να αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα των εργαζομένων απέναντι στις διάφορες εξουσίες και να απομυθοποιεί την κυρίαρχη ιδεολογία. Η λογική της αντιπροσώπευσης οδήγησε στην πυραμιδωτή οργάνωση του κόμματος με μια πλατειά βάση μελών και σταδιακά μικρότερα όργανα μέχρι την κεντρική επιτροπή και την ηγεσία. Έτσι, τα κόμματα απέκτησαν μια συγκεντρωτική και σφικτή οργάνωση στην οποία ευδοκιμήσαν μικρές ομάδες που έλεγχαν τις βασικές λειτουργίες και δραστηριότητες και μπορούσαν να αναδειχτούν σε ηγεμονικές φράξιες. Στα κομμουνιστικά κόμματα ο συγκεντρωτισμός και η δύναμη της ηγεσίας ήταν ακόμη μεγαλύτερα.

Γενική διάνοια και πολιτική

Σήμερα η εργασία έχει αλλάξει ριζικά και η πολιτική αποκεντρώνεται. Ο πρώιμος Μαρξ εισήγαγε την έννοια της «γενικής διάνοιας», της διαδικασίας και του προϊόντος της συλλογικής γνώσης, γλώσσας και επικοινωνίας, στο Grundrisse. Στον βιομηχανικό καπιταλισμό, οι μηχανές ήταν δημιουργήματα της επιστήμης και της τεχνολογίας, ενσωματώνοντας νεκρή εργατική δύναμη και σταθερό κεφάλαιο στις δυνάμεις παραγωγής. Σήμερα, όμως, μπαίνουμε στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση. Η γενική διάνοια έγινε βασική παραγωγική δύναμη. Η επιστήμη, η νοητική εργασία και η δικτύωση, οι ιδέες και οι λέξεις, αποκτούν άμεση υλική πραγματικότητα. Η ψηφιακή οικονομία, η επικοινωνία, η παιδεία και επιμόρφωση, τα logistics και οι μεταφορές, η εστίαση, η συναισθηματική και ψυχολογική υποστήριξη ευάλωτων προσώπων αποτελούν χώρους οικονομικής δραστηριότητας. Η γενική διάνοια δεν βρίσκεται πια στο σταθερό κεφάλαιο των μηχανών αλλά είναι ενσωματωμένη στη ζωή των εργαζόμενων. Ενώ στον βιομηχανικό καπιταλισμό το συγκεκριμένο γίνονταν αφηρημένο, η αξία χρήσης ανταλλακτική, στον ύστερο ισχύει το αντίθετο: ιδέες, σημεία και λόγια γίνονται αμέσως υλικά αντικείμενα και πηγαίνουν στην αγορά.

Η άυλη παραγωγή στηρίζεται σε δικτυώσεις μεταξύ αγνώστων, σε οριζόντιες συνεργασίες, σε πλαστικές και συνεχείς επικοινωνίες. Αυτές οι αλλαγές βοηθούν στην ανάδυση πολιτικών σχηματισμών πέρα από τα αντιπροσωπευτικά κόμματα και τα κλαδικά συνδικάτα. Η αποκεντρωμένη πολιτική ασκείται σε διάφορους χώρους, στη δουλειά, την γειτονιά, τις πολιτισμικές δραστηριότητες και τις ψηφιακές εφαρμογές. Ετσι έχουμε νέες θεματικές και ευέλικτες μορφές λαϊκών κινητοποιήσεων και πολιτικής δράσης που συνήθως εκδηλώνονται στα socialmedia. Στα «νέα κινήματα» (φεμινισμός, οικολογία, κινήματα κατά των διακρίσεων) έχουν προστεθεί δίκτυα αντίστασης και δικαιωμάτων (αγανακτισμένοι, Δεν Πληρώνω, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα), κινήματα ταυτοτήτων, αλληλεγγύης και πολιτισμού (ΛΟΑΤΚΙ, υποστήριξη προσφύγων, πρωτοβουλίες στον χώρο της παιδείας), πρωτοβουλίες κοινωνικής οικονομίας και ποικίλες μονοθεματικές καμπάνιες (Σκουριές, ιδιωτικοποίηση αεροδρομίων, κινήματα εναντίον συγκεκριμένων μορφών κρατικής καταστολής).

Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν ένα πολυδιάστατο και διασπασμένο πολιτικό και κοινωνικό χάρτη, δυσκολεύουν τις ιδεολογικο-πολιτικές συγκλίσεις και οδηγούν σε κρίση εκπροσώπησης που συνδυάζεται με τη γενικότερη απονομιμοποίηση της πολιτικής της «μεταδημοκρατικής» εποχής.Οι πολίτες καλούνται συχνά σε αντιφατικές και αντιτιθέμενες πολιτικο-κοινωνικές εντάξεις δημιουργώντας ένα εν δυνάμει συγκρουσιακό τοπίο μεταξύ διαφορετικών σχηματισμών αλλά και στην ίδια την υποκειμενικότητα. Οι εντάσεις επιτείνονται από τη συνύπαρξη για πρώτη φορά εθνοτήτων και πολιτισμών που βρίσκονται πια μόνιμα εδώ πλουτίζοντας την Ελλάδα υλικά και πολιτισμικά.

Σ’ αυτό το περιβάλλον η κλασική κομματική μορφή υποχωρεί παντού. Τα κόμματα φθίνουν, χάνουν μέλη και τείνουν να ελέγχονται από μικρές επαγγελματικές ομάδες. Μόνο 4% όσων ψηφίζουν στη Δυτική Ευρώπη είναι κομματικά μέλη. Ελάχιστοι ακτιβιστές βοηθούν το κόμμα εθελοντικά η «τρέχουν» τις προεκλογικές εκστρατείες. Τα παιδιά του «κομματικού σωλήνα» δεν ασχολούνται με τα καθημερινά, ενώ οι δημοσιοσχεσίτες, διαφημιστές και σύμβουλοι έχουν υψηλές οικονομικές απαιτήσεις. Τα κόμματα έχουν γίνει χώροι υψηλής έντασης κεφαλαίου όχι εργασίας. Πρέπει επομένως να αυξήσουν τα έσοδά τους και ο προσφορότερος τρόπος είναι η πώληση πολιτικής επιρροής και προστασίας. Έτσι, τα κόμματα έγιναν ένας από τους πιο βασικούς μηχανισμούς διαφθοράς. Στην Ελλάδα συμπτώματα της κρίσης αποτελούν η αποδυνάμωση του δικομματισμού, η παρακμή της κομματικής μορφής, η αποδυνάμωση της διαχωριστικής γραμμής αριστερά-δεξιά, η αποπολιτικοποίηση της νεολαίας και η γενικότερη έλλειψη εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα, η απομαζικοποίηση και απονομιμοποίηση του κλασικού συνδικαλισμού, η στροφή σε νέες μορφές αυτόνομης εργατικής και κοινωνικής οργάνωσης.

Νέο κόμμα για τη νέα αριστερά

Πρέπει να φανταστούμε και να φτιάξουμε ένα νέο κόμμα για τη νέα αριστερά. Οι εκλογικές επιτυχίες οφείλονταν στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να εκφράσει τον ταξικό-αντιμνημονιακό αγώνα του Ελληνικού λαού, αλλά και τις νέες μορφές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης και αντίστασης που κρατούν αποστάσεις από την κεντρική πολιτική σκηνή. Η κίνηση προς μια οικονομία της γνώσης αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επανασυγκρότηση της παραγωγικής διαδικασίας, όπως λέει σωστά το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Το κόμμα θα μείνει πίσω; Πρέπει να μεταφέρουμε στο κόμμα τις γνώσεις, δεξιότητες και πρακτικές που μαθαίνουμε για τη δουλειά μας.

Έχουμε ένα προηγούμενο, στο μετασχηματισμό του Εργατικού κόμματος από τον Κόρμπυν. Έχοντας αρχικά απέναντί του την πλειοψηφία των βουλευτών και των στελεχών του κόμματος,ο Κόρμπυν απευθύνθηκε στην κοινωνία. 400.000 νέα μέλη γράφτηκαν ξανανιώνοντας το ετοιμοθάνατο κόμμα. Τα μέλη απέκτησαν σημαντική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων για τοπικά, περιφερειακά και κλαδικά θέματα. Δημοψηφίσματα, οριζόντιες δικτυώσεις και τοπικά συνέδρια συζητούν και διαμορφώνουν σχέδια προτάσεων για νέες πολιτικές που μετά εξειδικεύονται από τους τομείς του κόμματος. Το δίκτυο Momentum, βασικός υποστηρικτής του Κόρμπυν, με 250.000 μέλη και φίλους, υπήρξε καίριο στην επιτυχία της αριστεράς. Το Momentum αποτελεί μια δημιουργική και ριζοσπαστική κοινότητα που χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά ψηφιακές δράσεις και επικοινωνία. Η πλειοψηφία των μελών είναι νέοι και νέες που, αντί να καταναλώνουν παθητικά κομματικές ενημερώσεις και εκδηλώσεις, οργανώνουν και συμμετέχουν σε φυσικά και ψηφιακά συμβάντα,ανοικτά σε όλους,που σχετίζονται με τοπικά και γενικά ενδιαφέροντα.

Ο Κόρμπυν εμπιστεύτηκε το άνοιγμα σε ιδέες και μεθόδους, τη χρήση της γνώσης και τεχνογνωσίας της νέας γενιάς για να ανατρέψει την επίθεση των κυρίαρχων ΜΜΕ και της εξουσίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζει ανάλογη εχθρότητα από θέση κυβέρνησης με τα θετικά και αρνητικά της. Η μετατροπή των εκλογικής νίκης σε ιδεολογική ηγεμονία και η δημιουργία πλατειών κοινωνικών συμμαχιών αποτελεί το στοίχημα της επόμενης περιόδου. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να δημιουργήσει νέο όραμα της Αριστεράς και νέα μορφή κομματικής οργάνωσης που ανταποκρίνεται στις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές.

Πρέπει να πειραματιστούμε, να πάρουμε ρίσκα, να χρησιμοποιήσουμε τη φαντασία και τις δεξιότητες της κοινωνίας και κυρίως της νεολαίας. Το κόμμα πρέπει να έχει εύπλαστη μορφή, πορώδεις παρυφές και διαφανείς διαδικασίες που επιτρέπουν τη συνεχή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Αφήνοντας την ασφάλεια της ρουτίνας και της επετηρίδας πρέπει να γίνει εργαστήρι πειραματισμού δομών, ιδεών, μεθόδων. Η λειτουργία των οργανώσεων πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να υπερβούμε τη διάκριση στελεχών και μελών, την λογική της ανάθεσης, των πελατειακών μηχανισμών και της καρτελοποίησης. Οι Οργανώσεις Μελών παραμένουν βασικός κομματικός πυρήνας. Εντούτοις η δουλειά τους πρέπει να αναβαθμιστεί ριζικά, δεν μπορεί να περιορίζεται στην ενημέρωση από κομματικά στελέχη. Η πραγματοποίηση της ιδέας ότι η ΟΜ είναι το «κόμμα στο χώρο του» σημαίνει ότι όλα τα θέματα που αφορούν την περιοχή ή τον κλάδο που εκπροσωπεί η ΟΜ πρέπει να ανατεθούν στα μέλη. Αυτό περιλαμβάνει θέματα τοπικά, δημοτικά/κοινοτικά, περιφερειακά και κυβερνητικά. Όταν αυτοδιοικητικές ή κυβερνητικές πρωτοβουλίες αφορούν την περιοχή πρέπει να ενημερώνεται και να ζητείται η γνώμη της ΟΜ πριν αποφασιστεί η πολιτική.

Δίπλα στις ΟΜ δημιουργούνται οριζόντιοι φυσικοί και ηλεκτρονικοί «κύκλοι φίλων». Οι κύκλοι έχουν θεματικά αντικείμενα είτε γενικά, π.χ. λειτουργικά θέματα γύρω από την κοινωνική οικονομία, πρωτοβουλίες δημιουργίας επιχειρήσεων από νέους, αγροτικές πρωτοβουλίες για ανάπτυξη νέων καλλιεργειών είτε πιο συγκεκριμένα, για παράδειγμα συμπαράσταση σε κινηματικές πρωτοβουλίες όπως η ΒΙΟΜΕ, η ανάπτυξη μιας περιοχής ή λιμανιού ή οι Σκουριές. Στους κύκλους συμμετέχουν μέλη του κόμματος και της νεολαίας και μη οργανωμένοι πολίτες. Κεντρικό ρόλο έχουν οι νέοι και νέες που αποφασίζουν τη δημιουργία κύκλων, τη θεματολογία και τις εκδηλώσεις τους. Παράλληλα τα θεωρητικά ινστιτούτα και οι δεξαμενές σκέψης του κόμματος επεξεργάζονται σχέδια πολιτικών, οργανώνουν δημόσιες συζητήσεις και ανοικτά πανεπιστήμια για διάδοση και διαβούλευση γύρω από τις νέες ιδέες και στρατηγικές.

Η κομματική ανασύνταξη πρέπει να συνθέσει το γενικό, τη θεωρία και την ιδεολογία, με το ειδικό, την οργάνωση της ενεργής υποκειμενικότητας του πολίτη. Το ταυτοτικό είχε κεντρικό ρόλο στην πρώτη περίοδο της κυβέρνησης. Τώρα πρέπει να σχεδιάσουμε μια συνολικότερη έξοδο από τη συνθήκη της ιδεολογικής μειοψηφίας. Η βούληση πολιτικής δραστηριοποίησης δημιουργείται μέσα από πολύπλοκες διεργασίες, με ηθικά, αισθητικά και φαντασιακά στοιχεία. Παράλληλα η συγκρότηση συλλογικών ταυτοτήτων πρέπει να συνδυάζει το πολιτικό με τις εργασιακές και υποκειμενικές συνθήκες των πολιτών. Εδώ πρέπει λοιπόν να στρέφεται και η θεωρία μας και η πολιτική της απόρροια, το νέο κόμμα της αριστεράς. Το μεγάλο διακύβευμα για την αριστερά σήμερα είναι πώς η γενική πορεία προς την κοινωνική απελευθέρωση συνδυάζεται και επικαθορίζει την υποκειμενική ταυτότητα και δημιουργεί ενεργούς πολίτες. Η ανάβαση χρειάζεται τους ορειβάτες, αλλά χωρίς σχέδιο πορείας οι ορειβάτες χάνονται. Δεν κάνει η αναγγελία της μιας «ορθής» άποψης αλλά η υποδοχή ιδεών, στρατηγικών και ανθρώπων, η κοινή σκέψη και ανάλυση με όσους συστρατεύονται τακτικά ή στρατηγικά. Σημασία δεν έχει από πού προέρχονται οι συνταξιδιώτες αλλά προς τα πού πηγαίνουμε μαζί.

 

*Καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ

 

Ανάπτυξη και αριστερή στρατηγική: νέα αναγκαία βήματα