Αρχείο κατηγορίας Αστικό περιβάλλον

Δήμος Καλαμάτας: Πρόταση χρηματοδότησης για 5 έργα μέσω Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης

“Πρέπει να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο. Η χρηματοδότηση των έργων να γίνεται από συλλογικά και όχι από μονοπρόσωπα όργανα”

“Το πρόγραμμα βιώσιμης αστικής ανάπτυξης στις άλλες περιφέρειες είναι πολύ πιο μπροστά από εμάς!”


Πρόταση έργων 4.620.000 € για την Καλαμάτα – messinia24


Η Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος Περιφέρειας Πελοποννήσου εξέδωσε Πρόσκληση (ΑΔΑ: ΨΛΑΒ7Λ1-ΔΧΣ)
www.eydpelop.gr/2014-2020/wp-content/uploads/
2018/10/ΨΛΑΒ7Λ1-ΔΧΣ.pdf

Για το Δήμο Καλαμάτας, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση, επιμερίσθηκε ποσόν 9.165.000 ευρώ, που προέρχεται κατά 6.435.000 ευρώ από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και κατά 2.730.000 ευρώ από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο
https://www.messinialive.gr/viosimi-astiki-anaptyksi-kalamatas-pos-tha-aksiopoiithoun-9-165-000-evro/

ΤΙ ΑΝΑΦΕΡΕΙ Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

Η Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος Περιφέρειας Πελοποννήσου εξέδωσε Πρόσκληση (ΑΔΑ: ΨΛΑΒ7Λ1-ΔΧΣ) για την υποβολή προτάσεων στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Πελοπόννησος», άξονα προτεραιότητας: 3 «Προστασία του περιβάλλοντος – μετάβαση σε μία οικονομία φιλική στο περιβάλλον», ο οποίος συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), με τίτλο «Πλέγμα αναπλάσεων στο Ιστορικό Κέντρο και στην παραλιακή ζώνη Καλαμάτας». Η πρόσκληση αφορά στο τμήμα των αναπλάσεων του προγράμματος Βιώσιμη Αστική Ανάπτυξη και ο Δήμος Καλαμάτας θα υποβάλει το συντομότερο δυνατόν την πρότασή του.

ΠΟΥ ΑΠΟΣΚΟΠΕΙ Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ

Με αυτή τη δράση επιδιώκεται η βελτίωση της λειτουργίας του κυκλοφοριακού δικτύου στο ιστορικό κέντρο της πόλης της
Καλαμάτας (ΦΕΚ (821Δ/16.11.88 και 634Δ/9.10.89), η ανάδειξη των ιστορικών / πολιτιστικών στοιχείων της περιοχής παρέμβασης, αλλά και η γενικότερη αναβάθμιση της ποιότητας του οικιστικού ιστού με παρεμβάσεις ανάπλασης των κοινόχρηστων χώρων, καθώς και η αναβάθμιση και βελτίωση της λειτουργικότητας της παραλιακής ζώνης της πόλης, η οποία αποτελεί πόλο έλξης τόσο τουριστών, όσο και μονίμων κατοίκων της πόλης για αναψυχή, αλλά και για εργασία.
Οι εν λόγω περιοχές, εκτός των μονίμων κατοίκων, δέχονται σημαντικό αριθμό τουριστών, επισκεπτών και εργαζομένων λόγω του πολιτιστικού, εμπορικού και ψυχαγωγικού τους χαρακτήρα.
Ο Δήμος Καλαμάτας έχει ήδη πραγματοποιήσει επιμέρους παρεμβάσεις στην ευρύτερη περιοχή του Ιστορικού Κέντρου τόσο με δικούς του πόρους (π.χ. ανάπλαση πλατείας Μαυρομιχάλη), όσο και μέσω συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων προηγούμενων προγραμματικών περιόδων.
Ωστόσο, λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα των περιοχών παρέμβασης της παρούσας δράσης, έχει δημιουργηθεί η ανάγκη για βελτίωση της λειτουργικότητάς τους (ανάγκη νέων κυκλοφοριακών ρυθμίσεων, ανάγκη δημιουργίας νέων ζωνών αναψυχής, πρασίνου, περιπάτου και στάσης των κατοίκων και των τουριστών, διευκόλυνση της προσβασιμότητας, κ.ά.), αλλά και της ποιότητας των κοινόχρηστων χώρων.

Ως εκ τούτων, η δράση συμπληρώνει το πλέγμα των παλαιότερων παρεμβάσεων στο Ιστορικό Κέντρο και στην παραλιακή ζώνη
της πόλης, δημιουργώντας προϋποθέσεις διαλειτουργικότητας των δύο κύριων περιοχών παρέμβασης της στρατηγικής ΒΑΑ Δήμου Καλαμάτας.

ΤΑ ΕΡΓΑ

Στο πλαίσιο της εν λόγω δράσης, προβλέπεται ένα πλέγμα νέων παρεμβάσεων για την αναδιοργάνωση του Ιστορικού Κέντρου
Καλαμάτας και την αύξηση της προσπελασιμότητας και βιώσιμης κινητικότητας του αστικού περιβάλλοντος της παραλιακής ζώνης, καθώς και για την ενοποίηση του ιστορικού και εμπορικού κέντρου της πόλης.
Τα έργα για τα οποία θα υποβληθεί πρόταση χρηματοδότησης στο πλαίσιο της Πρόσκλησης, είναι τα εξής:

ΙΔΙΑ ΕΡΓΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ Ο ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥΣ

Ωστόσο, πριν περίπου ένα χρόνο, ο Δήμος Καλαμάτας δημοσίευε πίνακα με 19 συνολικά έργα που εντάσσονταν στο πρόγραμμα Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης της Καλαμάτας, συνολικού ύψους 9.165.000 ευρώ,  πρόγραμμα που συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο. Μεταξύ των 19 έργων και τα 5 που αναφέρονται στη σημερινή ανακοίνωση του Δήμου. Στους πίνακες εκτός από τα έργα, που θα χρηματοδοτούνταν, αναφέρονταν και το κατ’ εκτίμηση κόστος του προϋπολογισμού τους:

Με τη σημερινή ανακοίνωση του Δήμου, σε 3 από τα 5 έργα παρουσιάζεται απόκλιση προς τα πάνω στον προϋπολογισμό τους. Για παράδειγμα, η ανάπλαση της οδού Πλαστήρα στον περσινό πίνακα εκτιμάται στα 800.000 ευρώ, ενώ στον νεότερο 1.420.000. Η διασύνδεση των ποδηλατοδρόμων στο λιμάνι Καλαμάτας προβλέπεται ότι θα κοστίσει 200.000 ευρώ, ενώ η εκτίμηση κόστους πέρυσι ήταν 100.000 ευρώ.


Πηγή: Δήμος Καλαμάτας: Πρόταση χρηματοδότησης για 5 έργα μέσω Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης – Messinia Live

κοινοποίησε το:

Φαντάσου το Πάρκο

πηγή: Vassilis Papaefstathiou

Αυτές τις ημέρες, τρία χρόνια πριν, πραγματοποιούσαμε στους χώρους του Πνευματικού Κέντρου αλλά και σε διάφορες εγκαταστάσεις στην πόλη, την έκθεση Φαντάσου την πόλη: Καλαμάτα 2015. Εκεί, αρχιτέκτονες, μελετητές και μηχανικοί μεταμόρφωσαν στο χαρτί χώρους της πόλης, όπως τους φαντάστηκαν και οι πολίτες είχαν τη δυνατότητα να ενημερωθούν, να σκεφτούν, να συζητήσουν τις δυνατότητες βελτίωσης της πόλης μας και να την ονειρευτούν, όπως επιθυμούν εκείνοι.

Παράλληλα, σε μια σειρά από δράσεις αστικού πολιτισμού, διαλέξεις πανεπιστημιακών και ερευνητών, forum συζητήσεων, αλλά και παράλληλες δραστηριότητες, όπως εκπαιδευτικά προγράμματα για τα παιδιά και δρώμενα, υπερτονίστηκε η αξία του δημοσίου χώρου και πως πρέπει να τον αντιλαμβανόμαστε.

Στην έκθεση, εκτός των άλλων, παρουσιάστηκαν και τρείς εξαιρετικές προτάσεις μηχανικών για το Δημοτικό Πάρκο Σιδηροδρόμων, από την Θεατρική Τοπιογραφία του Σωτηρη Μητσουλα, και το New Ways to an Old Route, της Μελίνα Ανζάουη και της Χαράς Χριστοδουλάκη μέχρι τις Αστικές Συμβιώσεις – Επεμβάσεις στον αστικό χώρο του πάρκου Ο.Σ.Ε. Καλαμάτας των Μιχαήλ Μαλαπάνη, Ιωάννη Αστερίδη και Ντιάνα Δημητροπούλου που είχαν να κάνουν με την αναβάθμιση του υπερτοπικού ρόλου του πάρκου και την ανάδειξη του χαρακτήρα του ως τοπόσημου, την διευκόλυνση της καθημερινής μετακίνησης συνολικά στην πόλη, την διείσδυση του ελεύθερου χώρου στο αστικό ιστό και την ενεργοποίηση των ισόγειων προσπελάσεων από και προς αυτόν.

Το πάρκο αποτελεί και θα αποτελεί πηγή έμπνευσης για κάθε μελετητή, γιατι δίνει άπειρες δυνατότητες σχεδιασμού και χρήσης, αλλά και γιατι εδώ και καιρό έχει εγκαταλειφθεί και συντηρείται ανεπαρκώς.

Δυστυχώς, τρία χρόνια μετά την έκθεσή μας, το πάρκο βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από πριν, έτοιμο να υποδεχτεί μια «προφύλαξη» που κοινωνικά θα το απομονώνει περισσότερο και τον Σύνδεσμο Εφέδρων Αξιωματικών Νομού Μεσσηνίας στον ανώγειο χώρο του κτηρίου του Σιδηροδρομικού Σταθμού Παραλίας.

Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με το αρθρο 3 του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης μεταξύ της «ΓΑΙΑΟΣΕ – ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΤΙΚΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, ΚΤΗΜΑΤΙΚΩΝ, ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ» και του Δήμου Καλαμάτας που επικυρώθηκε με την υπ’αριθμ.542/2013 Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου Καλαμάτας με την οποία ενέκρινε την προσθήκη μίσθωσης επιπλέον χώρου στο κτίριο του Σιδηροδρομικού Σταθμού Παραλίας Καλαμάτας και συγκεκριμένα του ανωγείου, εμβαδού 83,00 τ.μ αναφέρεται ΡΗΤΑ ότι ο ανώγειος χώρος παραχωρείται για να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για πολιτιστική χρήση (περιοδικές εκδηλώσεις – εκθέσεις), συνεπώς οποιαδήποτε παραχώρηση σε Συνδεσμο αντιβαίνει σαφώς στον όρο μίσθωσης και είναι ασύμβατη.

Κατά δεύτερο, το Παρκο δεν χρειάζεται έναν ακόμη τοίχο προφύλαξης, αφού αφενός σκοπός ενός πάρκου είναι πως θα προσελκύει περισσότερο κόσμο στο εσωτερικό του και όχι πως να τον αποκλείει, αφετέρου η σημαντική λειτουργία του ως χώρο συνάθροισης κοινού σε περίπτωση σεισμου και εκτάκτων φαινομένων, ουσιαστικά απενεργοποιείται με επικίνδυνο τρόπο.

Από το πάρκο σήμερα λείπει ένα στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης και βιωσιμότητας, ένας φορέας διαχείρισης που θα περιλαμβάνει εκτός από τον Δήμο και κοινωνικές ομάδες, περιβαλλοντικές οργανώσεις και περιοίκους και ο απαιτούμενος προϋπολογισμός που θα το αναδείξει ακόμη περισσότερο. Λείπει ένα σχέδιο που θα στοχεύει στην περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση, ενημέρωση και εκπαίδευση των πολιτών και μαθητών, καθώς και στην ανάδειξη της ιδιαίτερης αξίας του πρασίνου εντός του αστικού ιστού, με κάθε πρόσφορο μέσο, με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων εντός του πάρκου, αλλά και εκτός αυτού, εφόσον κρίνεται σκόπιμο και πρόσφορο.

Στην διεθνή πραγματικότητα και στην χώρα μας, υπάρχουν παραδείγματα ενεργούς κοινωνικής συμμετοχής στην διαχείριση δημοσίου χώρου, από τους φορείς αυτοδιαχείρισης στο Βοτανικό Κήπο Πετρούπολης και στο Παρκο Ναυαρίνου, τον φορέα κοινωνικής επιχειρηματικότητας και διαχείρισης της Δημοτικής Αγοράς Κυψέλης μέχρι τις προσπάθειες του Δήμου Χαλανδρίου, που από το 2017 μέσω του Κανονισμού Πρασίνου έχει θεσμοθετήσει τα Κοινωνικά Πάρκα. Μετά από απόφαση της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής, μπορεί να «υιοθετηθούν» πάρκα, αλσύλλια, νησίδες, τρίγωνα και γενικά χώροι πρασίνου από ομάδες πολιτών, επιτροπές περιοίκων, συλλόγους, κινήματα πολιτών, επιτροπές γειτονιάς, συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, σχολικές επιτροπές, και γενικά από κάθε άλλο συλλογικό φορέα, ο οποίος επιθυμεί να αναλάβει τη συντήρηση, επιμέλεια και φροντίδα του συγκεκριμένου χώρου.

Από το Πάρκο σήμερα λείπει ένα οραματικό σχέδιο για την επόμενη ημέρα, μια μελέτη βιωσιμότητας που θα το μετατρέπει στο μέλλον σ’ ένα μοναδικό αστικό πνεύμονα ζωής.

Βασίλης Παπαευσταθίου, πολιτικός μηχανικός ΕΜΠ, MSc (Vassilis Papaefstathiou)
Τόνια Κουζή, αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ (Tonia Kouzi)
μέλη της εύ-τόπος, διοργανώτριας της έκθεσης Φαντάσου την πόλη Καλαμάτα 2015

κοινοποίησε το:

Μάκαρης: Η Δημοτική Αρχή μετατρέπει σε φρούριο το Πάρκο Σιδηροδρόμων!



By Messinia Live

Ξεκίνησε από τον ανάδοχο η τοποθέτηση θυρών στο Δημοτικό Πάρκο Σιδηροδρόμων Καλαμάτας. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εργολαβίας, θα εγκατασταθούν 12 πόρτες, συρόμενες και ανοιγόμενες, ενώ προβλέπεται και η επέκταση καθ’ ύψος της περίφραξης στη δυτική πλευρά του Πάρκου, επί μήκους 650 μέτρων. Με την πλήρη περίφραξη του Πάρκου, αυτό θα κλείνει τις νυχτερινές ώρες για λόγους προστασίας των εκθεμάτων και του αστικού εξοπλισμού.

Όλα τα θέματα λειτουργίας του Πάρκου θα συμπεριλαμβάνονται σε Κανονισμό, που θα έλθει προς ψήφιση στο Δημοτικό Συμβούλιο.

Μ.Π.


Τις ενστάσεις του και τη διαφωνία του με τη μετατροπή του Πάρκου Σιδηροδρόμων Καλαμάτας σε ένα “απροσπέλαστο φρούριο” με κάγκελα και καγκελόπορτες διατυπώνει ο επικεφαλής της Μείζονος Αντιπολίτευσης του Δήμου Καλαμάτας, Μανώλης Μάκαρης. Στην ανακοίνωση που εξέδωσε αναφέρει τα εξής:

Πάρκο Σιδηροδρόμων Καλαμάτας
Χώρος αναψυχής και Πολιτισμού ανοιχτός για τους κατοίκους και τους επισκέπτες της πόλης

Προς μεγάλη έκπληξη όλων η δημοτική αρχή Καλαμάτας μετατρέπει σε φρούριο το πάρκο των Σιδηροδρόμων τοποθετώντας 12 σιδερένιες πόρτες σε όλες τις πλευρές του και με την ίδια εργολαβία υπερυψώνει την περίφραξη στη δυτική πλευρά. Και όπως αναφέρει σε σχετικό δελτίο τύπου αφού γίνουν αυτές οι μεγάλες παρεμβάσεις θα φέρει εκ των υστέρων κανονισμό λειτουργίας του Πάρκου στο Δημοτικό Συμβούλιο. Δηλαδή με λίγα λόγια πρώτα «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» και ύστερα συζητάμε.

Ο «Ανοιχτός Δήμος» κατανοεί την ανάγκη προστασίας των εκθεμάτων από βανδαλισμούς, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συμφωνεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω απαξίωση και αποκλεισμό της συγκεκριμένης έκτασης των 54 στρεμμάτων από την κοινωνική ζωή της πόλης, καθώς βρίσκεται ουσιαστικά εντός του οικιστικού ιστού και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού.

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια το συγκεκριμένο πάρκο αφέθηκε στην μοίρα του, με ελλιπή συντήρηση και εγκατάλειψη χωρίς καμία σχεδόν σοβαρή παρέμβαση και ανάδειξη της συνολικής του εικόνας.
Ως Δημοτική Παράταξη δεν πιστεύουμε στην ύψωση σιδερόφρακτων τειχών, που ουσιαστικά θα αποκόψουν το πάρκο από την τοπική κοινωνία.

Παράλληλα να τονιστεί ότι ο ίδιος ο Δήμος έχει ορίσει τον συγκεκριμένο χώρο ως ασφαλή χώρο καταφυγής των δημοτών σε περίπτωση μεγάλου σεισμού πράγμα που πασιφανώς είναι εκ διαμέτρου αντίθετο από την επιχειρούμενη μετατροπή του πάρκου σε απροσπέλαστο φρούριο κατά τις νυχτερινές ώρες.

Εμείς υποστηρίζουμε την προστασία του πάρκου με διαρκή φύλαξή του, αλλά -το σημαντικότερο- την ανάδειξή του με έργα αποκατάστασης των εκθεμάτων, επαρκή φωτισμό, επιμελή καθαρισμό όλης της έκτασης, φύτευση δέντρων και πρασίνου και διαρρυθμίσεις που θα το καταστήσουν τόπο αναψυχής για τις οικογένειες της πόλης μας καθώς επίσης και τόπο προσέλκυσης τουριστών που θα μπορούν να επισκεφτούν το μοναδικό στην Ελλάδα υπαίθριο μουσείο σιδηροδρόμων με τα σπουδαία εκθέματα που διαθέτει.

Συμπερασματικά ως δήμος Καλαμάτας οφείλουμε να προστατεύσουμε και να αναδείξουμε το Πάρκο Σιδηροδρόμων ως έναν πολύπλευρο χώρο αναψυχής, πολιτισμού και πρασίνου, με ποιοτικά έργα συνολικής ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής”.

κοινοποίησε το:

Δήμος Καλαμάτας: Πρόταση χρηματοδότησης πέντε έργων δια Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης


Οκτώβριος 31, 2018

Η Ειδική Υπηρεσία Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος Περιφέρειας Πελοποννήσου εξέδωσε Πρόσκληση (ΑΔΑ: ΨΛΑΒ7Λ1-ΔΧΣ) για την υποβολή προτάσεων στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Πελοπόννησος», άξονα προτεραιότητας: 3 «Προστασία του περιβάλλοντος – μετάβαση σε μία οικονομία φιλική στο περιβάλλον», ο οποίος συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), με τίτλο «Πλέγμα αναπλάσεων στο Ιστορικό Κέντρο και στην παραλιακή ζώνη Καλαμάτας». Η πρόσκληση αφορά στο τμήμα των αναπλάσεων του προγράμματος Βιώσιμη Αστική Ανάπτυξη και ο Δήμος Καλαμάτας θα υποβάλει το συντομότερο δυνατόν την πρότασή του.

Συνέχεια ανάγνωσης Δήμος Καλαμάτας: Πρόταση χρηματοδότησης πέντε έργων δια Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης
κοινοποίησε το:

Τα πάρκα τσέπης

Των:
Σταμάτη Λ. Σεκλιζιώτη, Γεωπόνου (ΑΠΘ) – Αρχιτέκτονα Τοπίου (MPhil / PhD)
Λάμπρου Σ. Σεκλιζιώτη, Αρχιτέκτονα, BA Hons Arch / MaArch


Τα πάρκα τσέπης (pocket parks) είναι παρέμβαση μικρής μεν κλίμακας (ανθρώπινη κλίμακα), «στρατηγικής» όμως σημασίας και αναγκαιότητας σε επίπεδο γειτονιάς (το κύτταρο που κρατάει ζωντανή μια πόλη).

Είναι μικροί «κενοί» δημόσιοι χώροι που αποκτούν αστικό πράσινο και λειτουργικότητες ανοικτού χώρου (περιβαλλοντικές και κοινωνικές) σε αδόμητες επιφάνεις στον πυκνό αστικό ιστό.
Οικόπεδα (ακόμη και κτίρια!) που μένουν εγκαταλελειμμένα και αναξιοποίητα και γεμίζουν σκουπίδια, μικρές νησίδες γης ανάμεσα στα κτίρια, ακάλυπτοι χώροι των πολυκατοικιών, υπαίθρια παρκινγκ μέσα στη πόλη, πεζόδρομοι και στενάκια, θα μπορούσαν να είναι εν δυνάμει πάρκα τσέπης και χώροι αστικού πρασίνου, «αστικά ξέφωτα», κηλίδες δροσιάς και καταφύγια άγριας ζωής. 
Η λειτουργία τους επομένως μπορεί να είναι πολλαπλή, από μικρές οάσεις πρασίνου παθητικής αναψυχής (στάση, ξεκούραση, παρατήρηση, βιωματικοί εμπειρία της πόλης), τόποι συνάντησης, συνεύρεσης , κοινωνικοποίησης μέχρι και παιδικές χάρες, αστικούς οπωρώνες, λαχανόκηπους, αλλά και χώροι δημόσιας τέχνης. Από «περάσματα» και απλοί δίοδοι κυκλοφορίας στη πόλη, θα μπορούσαν να μεταμορφωθούν σε τόπους «προορισμού» και εκπλήξεων, σε τοπόσημα για τη πόλη. Ανάλογα των αναγκών τους, οι γειτονιές καλούνται τις πιο πολλές φορές να συμμετέχουν ενεργά, να τα διαχειρίζονται και να τα προστατεύουν). 
Τα πάρκα τσέπης εξελίσσονται σε «διέξοδο» ανάδειξης της έννοιας του «τόπου» και της ιδιαιτερότητας μιας περιοχής (αξίες, μύθοι, συμβολισμοί, ελπίδες, ιστορία), αλλά και σε δίκτυα ζωντανών συνδέσμων με σημαντικό κοινωνικό και περιβαλλοντικό περιεχόμενο, ιδιαίτερα στις σημερινές μητροπόλεις οι οποίες αναπτύχτηκαν και αναπτύσσονται με ρυθμούς που εγκλωβίζουν όλο και περισσότερο τον άνθρωπο σε συνθήκες ασφυξίας….. (το 2014, το 54% του παγκόσμιου πληθυσμού ζούσε σε αστικές περιοχές, ενώ μέχρι το 2050 αναμένεται το ποσοστό αυτό να ξεπεράσει το 65%…!!!).   
Πέρα όμως από τον κοινωνικό αντίκτυπο στη πόλη, οι παρεμβάσεις μικρής κλίμακας όπως τα πάρκα τσέπης (ένα από τα «εργαλεία» μας για πιο βιώσιμες πόλεις), προσφέρουν και πρακτικά πλεονεκτήματα. Λειτουργούν ως βιοκλιματικοί θύλακες στον αστικό ιστό, επαναφέρουν και ενισχύουν την βιοποικιλότητα, γίνονται παράγοντες ελέγχου της ατμοσφαιρικής ρύπανσης (αυξημένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα CO2), του θορύβου, των θερμικών νησίδων.
Η λογική και οι πρακτικές του «αστικού βελονισμού» (urban acupuncture) με μικρές μεμονωμένες επιφάνειες πρασίνου αλλά μεγάλες σε αριθμό επιφάνειας προσθετικά και διάσπαρτα στις γειτονιές της πόλης, μπορούν να διαμορφώσουν ένα δίκτυο υπαίθριων δημοσίων χώρων πρασίνου που θα έδινε τη δυνατότητα της διάχυσης της Φύσης μέσα στον αστικό ιστό και θα αναβάθμιζε τον δημόσιο «ενδιάμεσο» κενό χώρο που τόσο παραμελημένος είναι στην εποχή μας («no man’s land»), και «small is more» τελικά… Είναι μια αντισυμβατική κατηγορία αστικού πρασίνου για μια αντισυμβατική πόλη όπως π.χ. η Αθήνα.
Η Διεθνής εμπειρία

Συνέχεια ανάγνωσης Τα πάρκα τσέπης
κοινοποίησε το:

6 κεφ. » Αναζήτηση της βιώσιμης και ανθεκτικής πόλης» 2η Ενότητα

2η ενότητα


Η προετοιμασία της ηλεκτρονικής έκδοσης χρηματοδοτήθηκε από την Πράξη «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα» και είναι διαθέσιμο σε μορφή e- book και αρχείο pdf στο Αποθετήριο Κάλλιπος.  

6.2        EΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Η δεύτερη ενότητα παρουσιάζειεναλλακτικές στρατηγικές ανάκαμψης και το δικαίωμα στηνπόλησυνθέτοντας ζητήματαπουπραγματεύονται τακε- φάλαια του βιβλίου και κυρίως απόψεις, προσεγγίσεις και προτάσεις που διατυπώθηκαν σε συνεντεύξεις με επιστήμονες οι οποίοι έχουν ασχοληθεί και αναδείξει πρωτοβουλίες και συμπεριφορές που εκδηλώνονται απένα- ντι στις συνέπειες της κρίσης. Η ενότητα αναφέρεται στους τρόπους που τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο επιλέγονται δράσεις και διαμορφώνονται πρακτικές προκειμένου οι πόλεις και οι πολίτες να αντι- μετωπίσουν ή να αποφύγουν τις συνέπειες της κρίσης. Φαινόμενα όπως η μετανάστευση νέων επιστημόνων στερούν τις πόλεις από δημιουργικές δυνάμεις και συντελούν στη συρρίκνωση ή στην αύξηση του ποσοστού γήρανσης του αστικού πληθυσμού, υπονομεύοντας έτσι πολλαπλά τις προοπτικές ανάκαμψης των πόλεων. Από την άλλη πλευρά τονίζεται ότι στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης αναδύονται και ενισχύονται τάσεις συλλογικότητας, για παράδειγμα μέσα από πρωτοβουλίες αλληλεγγύης

και προσφοράς σε ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, ένα φαινόμενο που σημα- τοδοτεί την ανάκτηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης και μπορεί να αποτε- λέσει στοιχείο τόνωσης της κοινωνικής συνοχής. Με τον τρόπο αυτό, οι α- ναδυόμενες στρατηγικές ανάκαμψης και το δικαίωμα των πολιτών στη διαμόρφωσητης πόλης τους, σφυρηλατούν ουσιαστικά τησυνολική αντα- πόκριση της πόλης, που περιλαμβάνει και τον πολεοδομικό σχεδιασμό, στην προώθηση του οράματος για μια βιώσιμη και ανθεκτική πόλη.

Σχετικά με τα θέματα που αναλύθηκαν στο δεύτερο κεφάλαιο, οι διάλογοι που πραγματοποιηθήκαν με ειδικούς επιστήμονες στα θέματα της γεωγραφίας των πόλεων με αφορμή ζητήματα όπως η όξυνση των κοι- νωνικών ανισοτήτων και της ανεργίας, οι χωρικές μεταβολές λόγω της αλ- λαγής της οικονομικής και κοινωνικής βάσης των πόλεων, το οικιστικό πρόβλημα και η στεγαστική κινητικότητα, η ενίσχυση συνεργατικών δρά- σεων με γνώμονα την αλληλεγγύη, η σχέση της πόλης με το φυσικό περι- βάλλον, ανέδειξαν στρατηγικές ανάκαμψης μεέμφασηστην κοινωνική δυ- ναμική της πόλης. Ορισμένες διατυπώνονται με σαφήνεια, ενώ κάποιες διαμορφώνονται εμμέσως μέσα από την κριτική των «κακώς κειμένων». Συνοπτικά οι περισσότερες ιδέες και επισημάνσεις εστιάζουν στη διαχεί- ριση του οικιστικού αποθέματος, στη χάραξη στρατηγικής για τις πόλεις και στον ρόλο των αρμόδιων φορέων.

Η διαχείριση και αξιοποίηση της μικρής ιδιοκτησίας ως μια μορφή ενοικιαζόμενης κοινωνικής κατοικίας, που στην πραγματικότητα θα γεφυ- ρώνει τις διαφορές μεταξύ των μικροϊδιοκτητών και των ενοικιαστών και θα διευθετεί τα προβλήματά τους με αμοιβαία επωφελείς τρόπους, είναι μιαστρατηγική που επισημαίνει ο Θωμάς Μαλούτας. Λαμβάνοντας υπόψη, από τη μια, τον κίνδυνο απώλειας της περιουσίας των μικροϊδιοκτητών ε- ξαιτίας των συνεχών φορολογικών πιέσεων σε συνδυασμό με το επισφα- λές πρόσθετο εισόδημα λόγω της μειωμένης ζήτησηςγιαμίσθωση και από την άλλη, τη δυσκολία πρόσβασης στην κατοικία λόγω μειωμένου ή επισφαλούς εισοδήματος που διατρέχει ορισμένες ευάλωτες κοινωνικές ομά-

δες οδηγώντας ακόμα και σε οριακές καταστάσεις (αστεγία), προτείνει την ύπαρξη κάποιας κοινωνικής συμφωνίας που θα δημιουργεί ασφάλειες και για τις δύο πλευρές. Έτσι, αφενός οι μικροϊδιοκτήτες θα αρκεστούν σε κά- ποιο μικρότερο αντίτιμο για αυτό που νοίκιαζαν παλαιότερα, αφετέρου οι πιο ευάλωτες ομάδες θα έχουν πρόσβαση σε μια κατοικία παρέχοντας ταυτόχρονα κάποια εχέγγυα ότι θα παραμείνουν σε αυτήν για κάποιο χρο- νικό διάστημα και ότι δε θα φύγουν μόλις αλλάξει η κατάσταση. Αυτό το δικαίωμα πρόσβασης στην κατοικία μπορεί να εξασφαλίζεται όχι μόνο έ- ναντι ενός χαμηλού μισθώματος αλλά και έναντι κάποιας προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, που θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, κάποια κοι- νωνική εργασία της μιας ή της άλλης μορφής ανάλογα με τις δυνατότητες κάθε ατόμου.

Στην πραγματικότητα, ο Μαλούτας προτείνει –αντί να αφεθεί η ε- πίλυσητωνπροβλημάτων να γίνει από τηναγορά, όπως συμβαίνει σήμερα άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι–, τη διαμόρφωση μιας συνολικής λύσης που θα διέπεται από τους κατάλληλους μηχανισμούς και θα δίνει τη δυνα- τότητα στους μικροϊδιοκτήτες να παράσχουν για ένα διάστημα το ακίνητό τους για κοινωνική κατοικία ή άλλη κοινωνική χρήση έναντι της φορολογι- κής τους υποχρέωσης και ενός σημαντικά χαμηλότερου ενοικίου. Έτσι, ο χωρικά διάσπαρτος τομέας της ενοικιαζόμενης κοινωνικής κατοικίας, που δεν αναπτύχθηκε ποτέ στην Ελλάδα, θα μπορεί να είναι προσβάσιμος σε πολλές ομάδες που δεν μπορούν εύκολα να στεγαστούν υπό τις παρούσες συνθήκες στη βάση χαμηλότερου ενοικίου ή/και προσφοράς κοινωνικής υπηρεσίας στην τοπική κοινότητα. Καταλήγοντας επισημαίνει ότι «με τον τρόπο αυτό η μικρή ατομική ιδιοκτησία στην κατοικία, που χρησιμοποιή- θηκε μεταπολεμικά ως βασικό όπλο για την κατοχύρωση και εδραίωση ε- νός συντηρητικού πολιτικού τοπίου, σήμερα θα μπορούσε να είναι ο πρα- κτικός συνδετικός κρίκος για μια κοινωνική και πολιτική συμμαχία μεταξύ χαμηλών μεσαίων στρωμάτων και εργατικών και άλλων λαϊκών στρωμά- των χωρίς περιουσία προς ένα αλληλέγγυο μέλλον».

Παίρνοντας αφορμή από τις νέες συλλογικότητες και τις πρωτο- βουλίες που αναπτύσσονται μέσα στην κρίση στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της προστασίας του περιβάλ- λοντος στο χαμηλό επίπεδο της γειτονιάς (όπως τα κοινωνικά ιατρεία, τα κοινωνικά παντοπωλεία κ.ο.κ.), ο Μαλούτας υπογραμμίζει την ανάγκη ορ- γάνωσης, πολιτικής πλαισίωσης και κατεύθυνσης αυτών των κινημάτων ώ- στε να δημιουργηθούν συνέργειες και να οδηγηθούν προς κάποιο τελικό αποτέλεσμα πουθαέχει έναν κοινωνικά θετικό χαρακτήρα. Δεδομένου ότι ιδιαίτερα σήμερα η αγορά δεν μπορεί να ρυθμίσει τις κοινωνικές σχέσεις με τρόπο αποδεκτό, ενώ ούτε το κλασικό κράτος πρόνοιας είναι εφικτό, σε μια χώρα που παραδοσιακά δεν είχε ιδιαίτερες προνοιακές δομές, απαιτεί- ται η δυνατότητα κάποιων πολιτικών μορφωμάτων να δημιουργήσουν ένα ηγεμονικό –ιδεολογικό και πολιτικό– πλαίσιο μέσα στο οποίο να μπο- ρέσουν να εντάξουν παραγωγικά αυτή τηδυναμική, να τηνενισχύσουν και να της δώσουν μια προοπτική χωρίς να τηγραφειοκρατικοποιήσουν ή/και να την αποδυναμώσουν προσπαθώντας να την οικειοποιηθούν. Η ανά- πτυξη ενός νέου οράματος της κοινωνίας που θα βασίζεται στην αλληλεγ- γύη και όχι στον ανταγωνισμό μπορεί να διευκολύνει τη μετάβαση στη μετά την κρίση εποχή, αλλά ταυτόχρονα να αποτελέσει και μια στέρεα βάση πάνω στην οποία θα μπορεί κανείς να χτίζει συνεχώς ακόμα και μετά την έξοδο από την κρίση.

Η ανάγκη σχεδιασμού και υλοποίησης μιας στρατηγικής των πό- λεων που θαπροκαλέσει μιαδυναμική, κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική ή άλλη, ανάλογα και με τις δυνατότητες που έχει η καθεμία, είναι στρατη- γικήεπιλογή που εξετάζει ο Παύλος-Μαρίνος Δελλαδέτσιμας. Όπως επιση- μαίνει, είναι απαραίτητο να διαμορφωθούν εκείνες οι δυνάμεις, πολιτικές ή κοινωνικές, που θα πάρουν τις πρωτοβουλίες, θα συγκροτήσουν προ- γράμματα, οικονομίες γνώσης, πολιτιστικές βιομηχανίες κ.ο.κ. και, εν γένει, θα δώσουν ουσιαστικές προτεραιότητες σε κρίσιμα θέματα, όπως η απα- σχόληση των νέων ή ο πολιτισμός, αντί να ασχολούνται με έργα εξωραϊ-

σμού και εντυπωσιασμού υπό τη μορφή «αστικών αναπλάσεων». Τονίζει μάλιστα τον καταλυτικό ρόλο που έχουν οι Δήμοι στην ανάληψη αλλά και στην υποστήριξη ανάλογων πρωτοβουλιών.

Όσον αφορά τον τομέα της κατοικίας, ο Δελλαδέτσιμας προτείνει μια διαφορετική λογική διαχείρισης του οικιστικού αποθέματος. Υπογραμ- μίζει την κρισιμότητα που έχει η δομή της ιδιοκτησίας, καθώς η ύπαρξη πολλών και μικρών ιδιοκτητών σε ένα ακίνητο (συνήθως την πολυκατοι- κία) είναι αποτρεπτική για την ανανέωση και αξιοποίησή του. Στη βάση αυτή προτείνει την εισαγωγή διαφορετικών σχημάτων (εταιρειών, κοινο- πραξιών) στον τομέα των ακινήτων, ώστε να υπάρχει περισσότερο αποτε- λεσματική διαχείριση, αντλώντας αντίστοιχη εμπειρία από την Ευρώπη. Μέχρι σήμερα οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα διαχείρι- σης ακινήτων στην Ελλάδα αφορούν κυρίως σε μεγάλα ακίνητα και δεν έ- χουν μπει στην πραγματικότητα της ελληνικής πόλης. Ωστόσο, συνιστούν ένα μηχανισμό που ρίχνει στην αγορά και ακίνητα τα οποία κάτω από τους όρους που επικρατούν σήμερα στην Ελλάδα μένουν αναξιοποίητα. Συνο- πτικά, στο πλαίσιο της ανάκαμψης των πόλεων βασικό ζήτημα αποτελεί η επανάχρηση του οικιστικού αποθέματος. Δεδομένου ότι το κόστος κατα- σκευής νέων κατοικιών είναι πια απαγορευτικό, σε συνδυασμό με την έλ- λειψη τραπεζικής πίστης, η αξιοποίηση των ακινήτων –που κάτω από άλ- λες συνθήκες θα έμεναν κλειστά– αναδεικνύεται σε πυλώνα της οικιστικής πολιτικής. Ωστόσο, είναι αναγκαία η υποστήριξη από φορείς και από κεφά- λαιο. Εδώ τονίζει και πάλι τον κρίσιμο ρόλο που θα μπορούσε να αναλάβει η δημοτική αρχή σε σχέση με τη δημιουργία κάποιων θυλάκων με κάποια μορφή κοινωνικής στέγης. Ως παράδειγμα φέρει το εγχείρημα του Ερυ- θρού Σταυρού που έχει αποκαταστήσει κάποια ακίνητα ιδιοκτησίας του στο κέντρο της Αθήνας και τα έχει παραχωρήσει σε μετανάστες, για ένα διάστημα περίπου πενταετίας, έναντι χαμηλού μισθώματος ενοικίου ή ερ- γασιών επισκευής από μέρους τους.

Αντίθετα με την τρέχουσα πρακτική των μικροβελτιώσεων και των
αποσπασματικών παρεμβάσεων αρχιτεκτονικού κυρίως χαρακτήρα, ο Δη-  μήτρης Εμμανουήλ τονίζει ότι η χάραξη στρατηγικής και ο ρυθμιστικός ρό- λος των σχεδίων-πλαισίων είναι αναγκαίες συνθήκες για την αντιμετώπιση των σύνθετων και ποικίλων προβλημάτων που έχουν οι πόλεις, ακόμα και αν δεν πρόκειται για θεσμοθετημένες ενέργειες. Συμπληρωματική ως προς τον ρυθμιστικό σχεδιασμό, αλλά εξίσου αναγκαία, είναι η ύπαρξη ε- κείνων των θεσμών και φορέων που λειτουργούν ως μέσα ανάπτυξης προ- βληματισμού γιατο αστικό περιβάλλον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν, κατά τον Εμμανουήλ, οι Οργανισμοί Ρυθμιστικού Αθήνας και Θεσσαλονίκης που δεν είχαν διεκπεραιωτικό ρόλο αλλά αποτελούσαν εστίες ανάπτυξης προβληματισμού, συγκέντρωσης και διαμόρφωσης υλικού, ή- ταν κατάλληλα στελεχωμένοι και τελικά είχαν ρόλο θεματοφύλακα, με την έννοια της βελτίωσης και της προστασίας του αστικού περιβάλλοντος.

Η ανάγκη αξιοποίησης του ανθρώπινου κεφαλαίου που υπάρχει στην Ελλάδα και του εξειδικευμένου επιστημονικού δυναμικού, το οποίο σήμερα αντιμετωπίζεται ως εξαγώγιμο προϊόν, επισημαίνεται από την Πα-  ναγιώτα Κουτρολίκου. Αυτό το ανθρώπινο δυναμικό, με τα υψηλά προσό- ντα, τις καινοτόμες ιδέες και τις δεξιότητες που έχει, μπορεί να προσδώσει στην πόλη μια δυναμική μέσα από τηνανάπτυξη της επιχειρηματικότητας. Ωστόσο, απαραίτητες προϋποθέσεις είναι η άρση των συνεχών πιέσεων που ασκούνται κυρίως μέσω της φορολόγησης, η δημιουργία ευνοϊκότε- ρης αντιμετώπισης των νέων επαγγελματιών όσον αφορά το ασφαλιστικό και το φορολογικό και εν γένει η συγκρότηση των δομών εκείνων που θα τους ενθαρρύνουν και θα τους βοηθήσουν να αξιοποιήσουν το κεφάλαιο που διαθέτουν.

Σχετικά με την περιβαλλοντική αναβάθμιση της πόλης, ο Ματθαίος  Σανταμούρης αποσαφηνίζει ότι αυτή δεν επηρεάζεται τόσο από τη σημερινή κρίση, όσο από την αδυναμία διαχείρισης των υφιστάμενων δομών. Επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων στην πόλη απαιτεί πολύ καλή γνώση της υφιστάμενης κατάστασης και χρειάζεται ολιστική αντιμετώπιση από τους φορείς και όχι αποσπασματικές δράσεις και έργα. Περιστασιακές λύσεις ή μεμονωμένες ενέργειες, όπως η δη- μιουργία μικρών χώρων πρασίνου, μπορεί να βοηθούν, αλλά στην πραγ- ματικότητα χρειάζεται να είναι ενταγμένες σε ένα γενικότερο σχεδιασμό για να υπάρχουναπτά αποτελέσματα όσον αφορά τουλάχιστον την αμι- γώς περιβαλλοντική διάσταση, όπως για παράδειγμα την αντιμετώπιση της πρόκλησης της κλιματικής αλλαγής. Εντούτοις,προκειμένου οι πόλεις ναείναι πιο φιλικές προς το περιβάλλον, περισσότερο προσαρμοστικές και ανθεκτικές απέναντι σε μείζονα περιβαλλοντικά προβλήματα, ο Σαντα- μούρης ενθαρρύνει την ανάληψη δράσεων, όπως η δημιουργία πράσινων ταρατσών ή η ενσωμάτωση των ΑΠΕ στο αστικό περιβάλλον. Ειδικά για τις πράσινεςταράτσες αποσαφηνίζεται ότι απαιτούνται μεγάλες επιφάνειες για να είναι αποτελεσματικές και υπό αυτή την οπτική έχει νόημα ναυλο- ποιούνται σε δημόσια ήδημοτικά κτίρια, ήσε μεγάλα εμπορικάκτίρια και όχι σε κτίρια πολυκατοικιών. Η χρήση των ΑΠΕ στο αστικό περιβάλλον δεν σκοπεύει τόσο στηνπαραγωγή ενέργειας όσο στην περιβαλλοντική εκπαί- δευση και ευαισθητοποίηση κυρίως των νέων. Ως χαρακτηριστικά παρα- δείγματαχρήσης αστικών τεχνολογιών, ο Σανταμούρης αναφέρει την ε- γκατάσταση φωτοβολταϊκών πεζοδρομίων (Δήμος Υμηττού) και τηχρήση φωτοκαταλυτικής ασφάλτου και φωτοκαταλυτικών πεζοδρομίων που α- ποσκοπούνστην απορρόφηση της ρύπανσης σε αστικές περιοχές (όπως η οδός Θηβών στα δυτικά προάστια της Αθήνας). Παρόλο που τέτοιες δρά- σεις φαίνονται φιλόδοξες, μπορεί να είναι διαχειρίσιμες ακόμη και την ε- ποχή της κρίσης, ιδιαίτερα με τηναξιοποίηση των κοινοτικών πόρων και χρηματοδοτικών εργαλείων (όπως το ΕΣΠΑ), ενώ σε κάθε περίπτωση το κόστοςκατασκευής τους δεν είναι πολύ πιο δαπανηρό από τις συμβατικές κατασκευές.

Η ανάλυση του τρίτου κεφαλαίου, καθώς και οι συνεντεύξεις που  διενεργήθηκαν για την πολιτική αστικής αναγέννησης στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας «Πόλη+Κρίση», θέτουν –εκτός των άλλων– και το πλαίσιο για τη συμβολή της πολιτικής αυτής στην αναζήτηση εναλλακτικών στρατηγικών ανάκαμψης. Αυτό που γίνεται εξαρχής καθαρό είναι ότι η αναζήτηση συν- θηκών ανάκαμψης δεν αφορά μόνον το οικονομικό-επενδυτικό πεδίο, αλλά συνολικά όλα εκείνα τα ζητήματα που καθιστούν την πόλη πιο βιώ- σιμη από οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη, δίνοντας μά- λιστα, όπως επισημαίνει ο Καραδημητρίου δυνατότητες ανάδρασης έτσι ώστε το όποιο επενδυτικόαποτέλεσμανααποκτήσειμεγαλύτερεςαντοχές στο χρόνο. Η ανάλυση έδειξε ότι για να έχει η πολιτικής αστικής αναγέννη- σης εκείνα τααποτελέσματα πουδιαμορφώνουν συνθήκες ανάκαμψης, με τα όποια σχέδια την υλοποιούν, πρέπει να συνθέτει με περιεκτικό τρόπο μια ποικιλία διαδικασιών, παρεμβάσεων, εργαλείων καιεμπλεκόμενων φο- ρέων για την αντιμετώπιση αστικών προβλημάτων ταυτόχρονα οικονομι- κού, κοινωνικού, περιβαλλοντικού και πολεοδομικού χαρακτήρα. Σε αυτή τη σύνθεση οφείλει να εμπλέκει όλους τους σχετικούς φορείς –δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα– ανάλογα με τους ρόλους που αναλαμβάνουν ή μπορούν να αναλάβουν. Με αυτά ως δεδομένα, εξετάζονται στη συνέχεια κρίσιμαζητήματα που μπορούν να συμβάλουν σε μια ανασύνθεση της πο- λιτικής αστικής αναγέννησης και να την καταστήσουν εργαλείο και ουσια- στική διαδικασία στην υλοποίηση στρατηγικών ανάκαμψης.

Καταρχήν είναι κρίσιμη η εναρμόνιση της αστικής αναγέννησης με τις τοπικές ανάγκες αλλά και γενικά η προσέγγιση «από το τοπικό στο πα- γκόσμιο». Η εναρμόνιση με τις τοπικές ανάγκες που συχνά παραμελήθηκε ή δεν υπήρξε καν σε πολλές αστικές παρεμβάσεις επηρέασε καθοριστικά την τρωτότητα των σχετικών σχεδίων. Η επένδυση στη γη και στα ακίνητα είναι μέρος της οικονομίας και επομένως εκ των πραγμάτων γίνεται μέρος και της πολιτικής οικονομικής αναζωογόνησης μιας περιοχής. Όμως, κα- θώς συχνά παράγονται νέοι χώροι για κερδοσκοπικούς λόγους και όχι σε απόκριση προς τις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού, η επένδυση στον χώρο μπορεί να καταλήξει να «αυτοτραυματιστεί» εξαιτίας της υπερπαρα- γωγής, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Madanipour. Σε πολλές περιπτώ-

σεις οι δημόσιες αρχές προωθούν σχέδια ως απλή άσκηση διαμόρφωσης της εικόνας της πόλης και χρησιμοποιούν μέτρα πολιτικής που είναι απο- συνδεδεμένα από το χωρικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα σχέδια αυτά.

Είναι αναγκαία συνεπώς η καλύτερη θεώρηση του τοπικού και του ευρύτερου περιβάλλοντος, αντί της απλής μεταφοράς παραδειγμάτων που έχουν αναπτυχθεί σε άλλα πλαίσια, όπως επίσης και η οργανική και συστηματική παρέμβαση σε εναρμόνιση με το συγκεκριμένο τόπο της α- στικής επέμβασης. Έτσι μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα τα προ- βλήματα της ανισότητας και να παρακινηθεί η τοπική οικονομία που είναι αναγκαία συνθήκη της οικονομικής αναζωογόνησης. Η εναρμόνιση με τις τοπικές συνθήκες είναι μια παράμετρος που ενσωματώνει καλύτερα όλες τις διαστάσεις της βιωσιμότητας στην αστική αναγέννηση. Αυτό συνιστά μια προσέγγιση από το «τοπικό στο παγκόσμιο», προσέγγιση που φυσικά δεν αμφισβητεί την παγκόσμια διάσταση των αστικών ζητημάτων και της αστικής ανάπτυξης. Σημαντικό ζήτημα για την αντιμετώπιση της κρίσης εί- ναι επιπλέον οι τρόποι διαχείρισης των υφιστάμενων πόρων σε μια ευρύ- τερη παγκόσμια κατάσταση, ενώ παράλληλα η καλή τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να χρησιμοποιήσει τις παγκόσμιες διαδικασίες προς όφελός της παρά να αφεθεί χωρίς έλεγχο. Έτσι, η κρίση καθιστά αναγκαίο κάποιου εί- δους τοπικό έλεγχο της αστικής ανάπτυξης.

Σε συνάρτηση με το προηγούμενο ζήτημα είναι και η διασφάλιση τηςενσωμάτωσης τηςκοινωνικής και περιβαλλοντικής διάστασης στασχέ- δια αστικής αναγέννησης. Παρά τον εξ ορισμού διατομεακό χαρακτήρα της πολιτικής, αυτή η ενσωμάτωση δεν ήταν πάντα διασφαλισμένη και δεν είχε άμεσο χαρακτήρα στις επιμέρους αστικές παρεμβάσεις. Η παροχή τουλάχιστον ικανοποιητικών κοινωνικών αγαθών –σταοποίασήμερα πρέ- πει να συμπεριληφθεί σε ένα βαθμό και η κατοικία– είναι από τα βασικά ζητούμενα τέτοιων επεμβάσεων. Σήμερα οι προκλήσεις είναι η αυξανό- μενη κοινωνική ανισότητα και η κλιματική αλλαγή, ζητήματα που δεν αντι-

μετωπίζονται πλήρως με τηνέμφασηστο πεδίο μόνον της οικονομίας. Έτσι αυτό που καθίσταται σημαντικό είναι πώς θα διατηρηθούν στην ατζέντα της πολιτικής τα κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα μέσα στα οικο- νομικά μέτρα που διαμορφώνονται. Σε αυτό το πλαίσιο είναι αναγκαία και η επανεξέταση της έμφασης που δινόταν μέχρι σήμερα σε αρχιτεκτονικού και πολεοδομικού τύπου λύσεις. Το επίκεντρο μιας πολιτικής αστικής ανα- γέννησης, στο σημερινό πλαίσιο των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι πόλεις, θα πρέπει να είναι ένας συνδυασμός πολιτικών, τόσο χωρικών όσο και κοινωνικών, που συνδιαλέγονται μεταξύ τους όπως επισημαίνει ο Σκά-  γιαννηςκαιδενπροωθούνται απλώς παράλληλα, χωρίς βέβαιανααποκλεί- ονται παράλληλες πολιτικές, εφόσον εξυπηρετούν κοινούς στόχους.

Σε συνέχεια με τα παραπάνω έρχεται η επαναθεώρηση της κλίμα- κας των επεμβάσεων και η εμπλοκή του τοπικού πληθυσμού. Η μεγάλη κλίμακα των επεμβάσεων δεν αρκεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι σημαντική και δεν εμπεριέχει πολλές δυνατότητες η αξιοποίηση του μεγά- λης έκτασης αποθέματος ιδιαίτερα στην αστική περίμετρο (όπως φαίνεται στα σχέδια για την πόλη της Αθήνας που βρέθηκαν στην επικαιρότητα ε- ξαιτίας της κρίσης και της ανάγκης για προσέλκυση επενδύσεων). Το ζή- τημα της κλίμακας τίθεται ιδιαίτερα για τα κέντρα των πόλεων και γενικά τις κεντρικές/εσωτερικές ζώνες. Υπό το πρίσμα της κρίσης, η πολιτική αστι- κής αναγέννησης δεν μπορεί να εστιάζει αποκλειστικά στη διαμόρφωση της εικόνας, του προσώπου της πόλης, έστω και αν αυτό την κάνει πιο α- νταγωνιστική ή είναι αναγκαίο για την προσέλκυση επενδύσεων. Είναι πά- ντως απαραίτητη και η στροφή στο «πονεμένο κομμάτι της πόλης», όπως λέει χαρακτηριστικά η Σακελλαρίδου. Οι αστικές παρεμβάσεις οφείλουν να επιδιώκουν την ισορροπία ανάμεσα στις επιμέρους περιοχές της πόλης με τρόπο που δεν θα οδηγούν στην περιθωριοποίηση συγκεκριμένων τόπων. Η ελληνική πόλη ειδικότερα, λόγω της ιδιομορφίας της, προσφέρεται για πολιτικές αναζωογόνησης και αναπλάσεων μικρής κλίμακας, σε επίπεδο γειτονιάς, δίνοντας πιο πολλές δυνατότητες μικρο-παρεμβάσεων και μι-

κρο-διορθώσεων με απλά εργαλεία. Η μέριμνα για τη μικρή κλίμακα προ- ϋποθέτει και τη χρήση εργαλείων που είναι πιο κοινωνικά και ενισχύουν περισσότερο παρεμβάσεις από τα κάτω προς τα πάνω με μορφές περισ- σότερο συμμετοχικού σχεδιασμού. Σε οποιαδήποτε περίπτωση αυτά τα εργαλεία πρέπει να συνάδουν με το πλαίσιο κάθε κοινωνίας ή ακόμα και κάθε γειτονιάς όπως αναφέρει η Δούμπα. Έτσι καθίσταται αναγκαία και ε- κείνη η κλίμακα αστικής αναγέννησης που ξεκινάει από τον ίδιο τον πληθυσμό και τις δικές του ανάγκες δίνοντας έμφαση στις επεμβάσεις σε επίπεδο γειτονιάς.

Τέλος, είναι αναγκαία η έμφαση στην ενεργητική διαχείριση του χώρου της πόλης και στην πολυτομεακή της ανάπτυξη. Σεπολλές περιο- χές, όπως για παράδειγμα τα ιστορικά κέντρα, οι πιο ενεργητικές πολιτικές διαχείρισης των πλεονεκτημάτων τους συμβάλλουν και σε άλλες πολιτικές των πόλεων όπως είναι η τουριστική πολιτική,ενώ παράλληλα με λίγες ε- πενδύσειςδίνεται η δυνατότητα προστασίας ενός δημόσιου αγαθού χωρίς κόστος για τονκάτοικο. Σε μια περίοδομεσοπρόθεσμης πτώσης του μέ- σου εισοδήματος είναι σημαντικό να εξασφαλίζονται δημόσια αγαθά που δεν κοστίζουν, όπως τονίζει οΚαμάρας. Επιπλέον, μέσα από πολιτικές δια- χείρισης των χρήσεων, οι οποίες είναι δημόσιες πολιτικές, μπορούν να δια- μορφωθούν συνθήκες προσέλκυσης δραστηριοτήτων διαφορετικών από αυτές της κατανάλωσης, αναυτές οι πολιτικέςπριμοδοτήσουν δραστηριό- τητες που σχετίζονται με την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών και προσελκύσουν νέους ανθρώπους που έχουν τις ιδέες για νεόφυτες επιχει- ρήσεις.Το θέμα της ενεργητικής διαχείρισης στο παράδειγμα των ιστορι- κών κέντρων συμβάλλει, από τη μια μεριά, στην εισαγωγή κατανάλωσης από το εξωτερικό (από τον τουρίστα) και,από την άλλη, βοηθάει τον κά- τοικο προσφέροντας ένα δημόσιο αγαθό υψηλής ποιότητας σε χαμηλό ή μηδενικό κόστος. Ταυτόχρονα η πολιτική των χρήσεων γης ενισχύει ένα άλλο πρότυπο για την πόλη, το οποίο δεν είναι προσανατολισμένο μόνον στην κατανάλωση αλλά και στην παραγωγή διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Αυτές οι ενεργητικές πολιτικές προϋποθέτουν βεβαίως ένα σύστημα σχεδιασμού που λειτουργεί ως εργαλείο και όχι ως εμπόδιο στην ανάπτυξη και στην οικονομική δραστηριότητα εν γένει, ό- πως συμβαίνει στην Ελλάδα όπου το σύστημα σχεδιασμού στην τωρινή μορφή του θέτει εμπόδια στην οικονομική δραστηριότητα και ευνοεί την ολιγαρχική δομή της οικονομίας, όπως επισημαίνει ο Καραδημητρίου. Έ- τσι, το ζητούμενο δεν είναι ένα ριζικά νέο σύστημα σχεδιασμού,αλλά να διαμορφωθούν εκείνοι οι θεσμοί που λειτουργούν με τρόπο ώστε να εξα- σφαλίζεται ισότιμα και με διαφάνεια η δυνατότητα να αναπτύξουν οι πολί- τες τη δραστηριότητά τους στον χώρο της πόλης.

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο, οι πόλεις είναι τα κέντρα δρα- στηριότητας όπου διαβιούν οι περισσότεροι άνθρωποι και συνεπώς οι συνθήκες τους έχουν πολύ μεγάλη σημασία καθώς αφορούν έναν πολύ μεγάλο αριθμό κατοίκων και εργαζομένων. Στο πλαίσιο κρίσεων, όπως έ- γινε και στο παρελθόν, οι πόλεις καλούνται να ασκήσουν πολιτικές για την ανασυγκρότηση τόσο του δικού τους όσο και του εθνικού παραγωγικού ιστού και συνεπώς γίνονται το επίκεντρο μεγάλων μετασχηματισμών αλλά και μεγάλων αποφάσεων. Η πολεοδομική πολιτική και τα δημόσια εργα- λεία που θα έχουν στη διάθεσή τους οι πόλεις –ιδίως οι μεγάλες– σε συν- δυασμό με την αξιοποίηση του κοινωνικού κεφαλαίου, μπορούν να οδη- γήσουν σε μια διαφοροποιημένη και περισσότερο βιώσιμη οικονομία, η ο- ποία θαείναι σεθέσηναυποστηρίξει και δημόσια αγαθάπου έχουνχωρική έκφραση.

Οι διάλογοι που διενεργήθηκαν σχετικά με τηνπολιτική αξιοποίη-  σης της δημόσιας περιουσίας την περίοδο της κρίσης και τον ρόλο που μπορεί να παίξει στην αναζωογόνηση των ελληνικών πόλεων, ζητήματα που διερευνήθηκαν στο τέταρτο κεφάλαιο, ανέδειξαν ενδιαφέρουσες α- πόψεις και προσεγγίσεις σε σχέσημε τησυμβολή πουθαμπορούσε να έχει η δημόσια περιουσία στη γενικότερη αναπτυξιακή διαδικασία και στη δια- μόρφωση στρατηγικών ανάκαμψης. Σημαντικό θέμα συζήτησης αποτέλεσε καταρχάς ο χαρακτήρας που θα πρέπει να έχει η στρατηγική αξιοποίη- σης της δημόσιας περιουσίας και οι στόχοι που θα πρέπει να θέσει ώστε να έχει θετικές επιδράσεις στην οικονομική ενδυνάμωση και αναζωογόνηση των ελληνικών πόλεων, που βιώνουν πολλαπλά κοινωνικά και περιβαλλο- ντικά προβλήματα, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα το δημόσιο συμφέρον (παροχή κοινωνικών αγαθών, προστασία του περιβάλλοντος κλπ.). Επίσης, το κατά πόσο υπάρχουν κάποια όρια ή ασφαλιστικές δικλείδες που θα έ- πρεπε να τεθούν, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες –τον επείγοντα δη- λαδή χαρακτήρακαι την εξωγενή πίεση– υπό τις οποίες υλοποιείται η πο- λιτική αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας στην Ελλάδα. Κύριο ακόμη σημείο συζήτησης, που σχετίζεται με τον τρόπο συγκρότησης της στρατη- γικής αξιοποίησης, αποτέλεσε και το ζήτημα της συναίνεσης της τοπικής κοινωνίας, της συμμετοχής ήκαι συνδιαμόρφωσης των πολιτικών αξιοποί- ησης, καθώς τόσοοι παλαιότερες όσο και οιπιο πρόσφατες προσπάθειες αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας συνοδεύτηκαν στις περισσότερες περιπτώσεις από σημαντικές αντιδράσεις τοπικώνπαραγόντων και κυρίως κινημάτωνπολιτών. Βασικά ερωτήματα πουτέθηκανωςπροςτοσυγκεκρι- μένο ζήτημα ήταν το κατά πόσο η αντίδραση αυτή πηγάζει από την έλ- λειψη εμπιστοσύνης απέναντιστοκράτοςκαιτους φορείςπου διαχειρίστη- καν μέχρι σήμερατη δημόσια περιουσία και ποιος τελικά θα μπορούσε να είναι ο ρόλος των κινημάτων πόλης. Σε τι θα μπορούσανδηλαδή να στο- χεύσουνή τι θα μπορούσαννααντιπροτείνουν πέρα από την αντίδραση στην προτεινόμενη πολιτική αξιοποίησης.

Ο Χάρης Κοκκώσης θεωρεί ότι ακριβώς αυτή την περίοδο της κρίσης είναι πολύ σημαντική η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, αποτελεί όμως πολύ κρίσιμο ζήτημα το με ποιους όρους θα γίνει, ποιοι θα είναι οι στόχοι και ποια η στρατηγική. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που το δημόσιο δεν έχει χρήματα να επενδύσει και που η οικονομία δεν μπορεί να στηρίξει κάποιες επεμβάσεις που θα παρέχουν ευκαιρίες στους ανθρώπους, πρέπει να πάμε σε μια έξυπνη συνύπαρξη, δηλαδή συνεργασία, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, μέσα όμως από μια συγκροτημένη και συντονισμένη προσπάθεια. Τονίζει επίσης ότι δεν αρκεί η προσφορά δημόσιας γης για την προσέλκυση επενδύσεων στη δημόσια περιουσία, καθώς η απλή παραχώρηση ενός ακινήτου σε κάποιον επενδυτή δεν εξασφαλίζει απαραίτητα ότι θα συμβάλει ουσιαστικά στην αναζωογόνηση της περιοχής. Απαιτείται λοιπόν μια ευρύτερη δημόσια πολιτική που να μπορεί να δρα συμπληρωματικά και συνεργιστικά, μια ευρύτερη πολι- τικήαναζωογόνησης και αναγέννησης, με αναβάθμιση του δημόσιουχώ- ρου και των υποδομών, που θα στηρίζει την επιχειρηματικότητα, θα αλλά- ζει τη δομήτων ευκαιριών και θα μπορείνα προσφέρει νέες δυνατότητες σε μια περιοχή, να επιφέρει ανάπτυξη και να δημιουργήσει νέες θέσεις ερ- γασίας. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να δοθούνκίνητρα και ενισχύσεις σε μικρέςεπιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνταιστονχώρο της καινοτο- μίας και χρειάζονται φθηνό χώρο, ώστε να εγκατασταθούν για ένα διά- στημα πέντε-δέκα χρόνων σε περιοχέςστο κέντρο της Αθήνας. Επισημαί- νει ακόμηότιυπάρχουν δυνατότητες αξιοποίησης της δημόσιας περιου- σίας, είτε εμπλέκοντας ιδιώτες, όπως για παράδειγμα η παραχώρησητης έκτασης στο Παλιούρι, όπου η αναζωογόνησητηςπαλιάς ξενοδοχειακής μονάδαςμπορεί να προσδώσει ζωντάνια σε όλη την περιοχή,είτε όχι, κα- θώςαυτή μπορεί να γίνει και από το Δημόσιο, όπως ηδημιουργία του Τε- χνολογικού Πάρκου από το ΕΜΠ στο Λαύριο, όπου έχουν εγκατασταθεί ε- πιχειρήσεις που ασχολούνται με νέες τεχνολογίες, οι οποίες σε συνδυασμό με το καινούριολιμάνι έχουν προσδώσει σημαντική ζωή σε μια περιοχή που ήταν πεθαμένηβιομηχανικά. Σημαντικές δυνατότητες έχει κατά τη γνώμη του και η αξιοποίηση των ιαματικών πηγών (πχ. Υπάτη, Καμένα Βούρλα κλπ.), οι οποίες λόγω των εξελίξεωνστην ιατρική αλλά και της μεί- ωσης της δυνατότητας του ΙΚΑ να αναγνωρίζει αυτού του είδους τις θερα- πείες,υπέστησαν και υφίστανται μεγάλη ύφεση. Ενδιαφέρον παράδειγμα αξιοποίησης με θετική επίδραση για την ευρύτερη περιοχή αποτελεί η δημιουργία μιας ξενοδοχειακής μονάδας στο Πλατύστομο που στράφηκε σε
μια  πιο σύγχρονη  αντίληψη για  το τι  σημαίνει ιαματικός  τουρισμός (wellness, spa κλπ.).

Ο Κοκκώσης πιστεύει επίσης ότι μπορεί να βρεθεί ένας τρόπος να διασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον κατά την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας αρκεί να βρούμε τελικά τρόπους να ξεπεράσουμε ένα ευρύ- τερο πρόβλημα, κοινωνικό σε μεγάλο βαθμό, να βρούμε δηλαδή τρόπους συνεργασίας και συνέργειας, να καταφέρουμε να υπάρξει πραγματική δια- βούλευση, όσο κι αν αυτό ακούγεται ουτοπικό για την ελληνική πραγματι- κότητα. Στηνέλλειψημηχανισμών διακυβέρνησης στην Ελλάδα, πέρα από τις τυπικές και συνήθως άκαρπες διαδικασίες διαβούλευσης, αποδίδει και την αδυναμία συνδιαμόρφωσης προτάσεων αξιοποίησης. Οι κοινωνικοί ε- ταίροι και η τοπική κοινωνία έχουν και επιβάλλεται ναέχουν έναν πολύ ζω- τικό ρόλο σε κάθε κοινωνία, που είναι να αναδείξουν τα ειδικά προβλή- ματα, κοινωνικής προσβασιμότητας σε υπηρεσίες, κοινωνικής δικαιοσύ- νης, προστασίας περιβάλλοντος, προστασίας της πολιτιστικής κληρονο- μιάς κλπ., αλλά και ενίσχυσης της ταυτότητας ενός τόπου, εμπλουτίζοντας έτσι τον διάλογο, ο οποίος δεν μπορεί να αφεθεί έτσι απλά μεταξύ δημό- σιου και ιδιωτικού τομέα. Λόγω της προσωπικής του εμπειρίας όμως από διαδικασίες διαβούλευσης, εμφανίζεται πολύ σκεπτικός σε σχέση με τις προθέσεις και τις τακτικές αρκετών από αυτές τις ομάδες, οι οποίες ενώ έ- χουν έναν πολύ ουσιαστικό ρόλο σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες, δυστυ- χώς στην Ελλάδα, δεν έχουν ασκήσει κατά τη γνώμη του, με την υπευθυ- νότητα που θα έπρεπε τον ρόλο τους. Κατά την άποψή του υπάρχουν φο- ρείς που το κάνουν σωστά και αποτελεσματικά, αλλά μια μεγάλη πλειονό- τητα είναι απλά φορείς αντίδρασης, αντίδρασης σε οτιδήποτε πάει να αλ- λάξει γύρω μας, ή συχνά ακόμα και αντίδρασης που σχετίζεται με το ότι εκπροσωπεύουν συμφέροντα τρίτων, ιδιαίτερα σε θέματα επενδύσεων, με αποτέλεσμα να χάνουν την αξία τους και να μειώνεται κοινωνικά η εικόνα τους.

Ο Guy Burgel πιστεύει, όπως και άλλοι –αν και αυτό δεν αποτελεί όπως επισημαίνει ο ίδιος την κυρίαρχη άποψη– ότι σε μια περίοδο κρίσης, οι δημόσιες επενδύσεις και πιο συγκεκριμένα οι επενδύσεις στον δημόσιο τομέα, πρέπει να αποτελέσουν τη μηχανή επανεκκίνησης της οικονομικής ανάπτυξηςκαι άρα καταπολέμησης των επιπτώσεων της κρίσης. Θεωρεί ότι ο περιορισμός των δημοσίων επενδύσεων, που είναι και η κυρίαρχη λο- γική τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ελλάδα επειδή το δημόσιο χρέος είναι μεγάλο, είναι καταστροφικός. Αναφέρεται, όπως και πολλοί άλλοι, στο New Deal του Ρούζβελτ μετά την κρίση της δεκαετίας του 1930, επισημαίνοντας ότι είναι γνωστό ότι η οικονομική ανάκαμψη έγινε μέσα από δημόσιες επενδύσεις, μεγάλα δημόσια έργα κλπ. Οι επενδύσεις στον δημόσιο τομέα, δηλαδή στα μεγάλα έργα προς όφελος του συνόλου των πολιτών δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να βασίζονται αποκλειστικά σε δημόσια χρηματοδότηση. Με σωστή διαπραγμάτευση μπορούμε να έχουμε ενέσεις ιδιωτικού κεφαλαίου, όπου ο καθένας, με βάση την περίφημη φόρμουλα «win-win», θα επωφεληθεί από μια επένδυση καλά στοχευμένη και χωροθετημένη. Πιστεύει λοιπόν ότι η δημόσια ιδιοκτησία θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση των επενδύσεων στον δημόσιο τομέα, δηλαδή για να υλοποιηθούν επεμβάσεις προς όφελος του συνόλου των πολιτών, και ότι το κράτος θα έπρεπε να συμμετέχει σε αυτές τις επεμβάσεις ώστε να διασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον και όχι να παίρνει απλά τη θέση του πωλητή των εκτάσεων. Επισημαίνει όμως ότι γι’ αυτό χρειάζεται ένα ισχυρό κράτος, ένακράτοςικανόναδιαπραγματευτεί δίκαιες συμφωνίες, το οποίο δενείναι κατά τη γνώμη του η περίπτωση του ελληνικού κράτους (βλ. ανα- λυτικότερα Υποενότητα 4.3.3).

Όσον αφορά τον ρόλο που θα μπορούσαν να παίξουν τα κινήματα πολιτών στη συνδιαμόρφωση πολιτικών αξιοποίησης, ο Burgel βρίσκει πολύ θετικό ότι υπάρχουν κινήματα που διεκδικούν, κινήματα συνειδητο- ποίησης, αλλά κατά τη γνώμη του η πλειονότητά τους εμφανίζει πολύ χα- μηλό επίπεδο πολιτικής συνείδησης. Δεν έχουν μια σαφή εικόνα της κατά- στασης και η συνειδητοποίηση των προβλημάτων παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη ως προς το βάθος των στόχων της. Τονίζει ότι δεν είναι απλά η απουσία του κράτους η οποία είναι αξιοσημείωτη στην Ελλάδα, αλλά και η έλλειψη συνειδητοποίησης ως προς την ιδιότητα του πολίτη. Ορμώμενος από την προσωπική του εμπειρία και την επαφή του με την κοινωνία της Σαντορίνης, η οποία κατά κύριο λόγο δεν είναι ντόπια,επισημαίνει ότι δεν αναρωτήθηκε ποτέ τι μπορεί αυτή να προσφέρει από την ιδιωτική της περιουσίαστις επενδύσεις στον δημόσιο τομέα. Η αντίδραση της τοπικής κοινωνίας είναι συνήθως να καταγγέλλει την κακή διαχείριση των δημο- σίων επενδύσεων, αλλά δεν συμμετέχει άμεσα στην αποκατάστασή τους. Έχουμεεπομένως μια αφύπνισητωνπολιτών, αλλά δεν φτάνει ως το ση- μείο να πουν ότι οι δημόσιεςεπενδύσεις, ο δημόσιοςτομέας, δεν αποτελεί μόνο ευθύνη των υπουργείων, της διοίκησης, των δημόσιων επιχειρή- σεων, αλλά και της κοινωνίαςτων πολιτών. Έτσι, η ανησυχίατων πολιτών, οιοποίοι συνειδητοποιούν πολύ καλά ότι συμβαίνουν πράγματα που δεν είναι φυσιολογικά, είναι συναισθηματική, και φοβάται ότι η εκδήλωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στη συλλογική συνειδητοποίηση των προβλη- μάτων. Δηλαδή,υπάρχει έλλειψη πολιτικού οράματος εκ μέρους του κρά- τους, και παράλληλαυπάρχει έλλειψη πολιτικούοράματος και εκ μέρους των πολιτών που αντιδρούν. Δενθεωρεί ότι είναι σε θέσηναπροτείνει θαυ- ματουργές λύσεις, καθώς παραμένει ένας αναλυτής, αλλά υπογραμμίζει ότι πρόκειταιγια μια ενδιαφέρουσα κατάσταση όσον αφορά το επίπεδο των ιδεών, της σύλληψηςτων κοινωνικών επιστημών, καθώς και της λει- τουργίαςμιας κοινωνίας των πολιτών που δεν είναι πολύ ισχυρή. Στο πλαί- σιο αυτό, η Ελλάδα αποτελεί γι’ αυτόν ένα καλό εργαστήριο διερεύνησης του παραλογισμού των κοινωνιών. Είχε θαυμάσει, όπως επισημαίνει, στη δεκαετίατου εξήντα, το μυστήριο της ανάπτυξης και της αναδιανομής της ανάπτυξης(Burgel, 1978· 2002) και σήμερα είναι έκπληκτος από το μυστή- ριο της φτωχοποίησης και της επιβίωσης. Όπως τονίζει, παρά τη μεγάλη μείωση των μισθών και των συντάξεων και την αύξηση των φόρων, η ελ- ληνική κοινωνία εξακολουθεί να επιβιώνει. Εάν τα ίδια πράγματα συνέβαιναν στη Γαλλία, θα υπήρχε η απόλυτη κρίση. Η «ανθεκτικότητα» της ελλη- νικής κοινωνίας είναι κατά τη γνώμη του αξιοθαύμαστη, όπως επίσης και ένας παράγοντας ελπίδας.

Η Γεωργία Γιαννακούρου υπογραμμίζει ότι ο ρόλος της αξιοποίη- σης της δημόσιας ακίνητης περιουσίας στην αναζωογόνησητωνπόλεων και ειδικά των περιοχών κεντρικών λειτουργιών, αποτελεί μια παραγνωρι- σμένη πτυχή της σχετικήςσυζήτησης στην Ελλάδα. Ίσως επειδή το πρό- γραμματης αξιοποίησης της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίουέχει επι- κεντρωθείκατά κύριο λόγο σε ακίνητα εκτός σχεδίου πόλεως, σε τουρι- στικά αναπτυγμένες ή αναπτυσσόμενες περιοχές. Ωστόσο, τονίζει, ένα με- γάλο μέρος των δημοσίωναστικών ακινήτων παραμένει επί σειρά ετών α- ναξιοποίητο ή υπο-αξιοποιείται (πχ. ενοικιάζεται σε χαμηλές τιμές), όπως για παράδειγμα στο ιστορικό καιεμπορικό κέντρο της Αθήνας. Θεωρεί λοι- πόν ότι η αξιοποίησή τους θα μπορούσε να αποτελέσει την κινητήρια δύ- ναμη για την ενεργοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων, που σήμερα παραμέ- νουνεπιφυλακτικά και βρίσκονται σε στάσηαναμονής, πρώτον,διότι δεν υπάρχειεμπιστοσύνη στο κράτος και δεύτερον, διότι δεν υπάρχει και το κατάλληλοθεσμικό πλαίσιο. Εάν λοιπόν ξεκινούσε μιατέτοια πρωτοβου- λία από το Δημόσιο,με τη μορφή μιας συστηματικής και συντονισμένης προσπάθειας και μέσω κατάλληλων νομικών εργαλείων, πιστεύει ότι αυτό θα άλλαζε την ψυχολογίατης αγοράς. Κατά τη γνώμη της, ένα πρόγραμμα αξιοποίησης δημοσίων αστικώνακινήτων θαμπορούσε νασυνδυαστείκαι μεευρύτερα μέτρα αστικής ανάπτυξης ή αναζωογόνησης, όπωςπαρεμβά- σεις στον δημόσιοχώρο (αισθητικές, αρχιτεκτονικές κλπ.) καθώς και πολε- οδομικέςρυθμίσεις. Εξίσου σημαντικό θα ήταν και το όφελος για τη διατή- ρηση και ανάδειξητης πολιτιστικής κληρονομιάς, δεδομένου ότι πολλά δημόσιακτίρια έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα, όπως και η,μέσω νέων χρήσεων, προσέλκυση κατοίκων και επιχειρηματιών. Επιπλέον μπορούν να προκύψουνπόροι που θα μπορούσαν να διοχετευθούν στη συνέχεια στη χρηματοδότηση και άλλωνδημοσίων αναγκών. Παράλληλα, μπορούν
να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας τόσο κατά το στάδιο της κατασκευής των σχετικών έργων όσο και κατά το στάδιο της λειτουργίας των σχετικών χρήσεων και εγκαταστάσεων. Ιδίως εφόσον το πρόγραμμα αξιοποίησης συνδυαστεί με υπηρεσίες ή προϊόντα που βρίσκονται ή θα βρεθούν τα επόμενα χρόνια στην αιχμή της ζήτησης (πχ. τουρισμός, αναψυχή κλπ.). Αν και συμφωνεί ότι υπό συνθήκες πίεσης μπορεί να ληφθούν αποφάσεις που δεν θα είναι πάντοτε προϊόν εξαντλητικής συζήτησης, πολλώ μάλλον συναίνεσης ,ωστόσο, θυμίζει ότι σε άλλες περιόδους, ιδίως στις περιόδους της επίπλαστης ευημερίας του παρελθόντος, υπήρχε ταυτόχρονα και ένας ε- φησυχασμός, ο οποίος δικαιολογούσε, αρκετά απλόχερα, κατά τη γνώμη της,τις όποιες καθυστερήσεις, τις ανακολουθίες και, τελικά, τις αποτυχίες. Ίσως λοιπόν, καταλήγει, η κρίση και τα νέα δεδομένα που αυτή δημιουργεί να αποτελέσει και μια ευκαιρία για επιτάχυνση των διαδικασιών σε διάφο- ρους τομείς.

Σχετικά με το ζήτημα των αντιδράσεων στις προσπάθειες αξιοποί- ησης, η Γιαννακούρου επισημαίνει ότι κινητοποιήσεις και αντιδράσεις υ- πάρχουν και αλλού. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι, κατά τη γνώμη της, ότι συνήθως οι κινητοποιήσεις εξαντλούνται στη στείρα διαμαρτυρία και δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες προτάσεις, ώστε να γίνει μια πιο γό- νιμη συζήτηση. Στο σημείο αυτό επαναφέρει και αυτή το ζήτημα της έλλει- ψης παράδοσης δημοσίου διαλόγου και τις ελλιπείς διαδικασίες συμμετο- χής στην Ελλάδα στο πεδίο του πολεοδομικού σχεδιασμού. Επισημαίνει ότι το ελληνικό πολεοδομικό παράδειγμα δεν ενθάρρυνε την παραγωγή ενός εξωστρεφούς συστήματος σχεδιασμού, ούτε βοήθησε στην οικοδό- μησηδημοσίου λόγου και διαλόγου για τα πολεοδομικά ζητήματα,«εκπαι- δεύοντας» σχετικά και τους πολίτες. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που, συχνά, οι αντιδράσεις σε διάφορες πολεοδομικές πρωτοβουλίες εξαντλούνται στο «όχι», χωρίς να απαντούν στο «τι θα κάνουμε», κάτι που πλήττει κατά τη γνώμη της την αξιοπιστία των αντιδράσεων ακόμη και όταν αυτές είναι καταρχήν εύλογες.

Συνεχίζει, εκφράζοντας την άποψη ότι χρειαζόμαστε πιο εντοπι- σμένες πολεοδομικές παρεμβάσεις, ιδίως πιλοτικού χαρακτήρα, ώστε να μελετηθούν σε βάθος και από τα κάτω οι ανάγκες συγκεκριμένων περιο- χών. Τονίζει ότι αυτό θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα της αξιοποίησης των δημοσίων αστικών ακινήτων, δηλαδή ο προσανατο- λισμός τους σε νέες χρήσεις, νέες αστικές λειτουργίες, που δεν μπορούν να προσφερθούν από τα ιδιωτικά ακίνητα, λόγω της πολύπλοκης ιδιοκτησια- κής δομής τους (πολλοί συνιδιοκτήτες, κληρονομικά προβλήματα, ιδιο- κτήτες αγνώστου διαμονής κλπ.). Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτούνται εξειδι- κευμένες, έξυπνες, πιο δημιουργικές προσεγγίσεις που θα συσχετίζουν τις προτεινόμενες αναπτύξεις με τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιο- χής, δημιουργώντας τις βέλτιστες δυνατές συνέργειες. Μια ιδέα θεωρεί ότι θα ήταν η δημιουργία clusters δημοσίων ακινήτων ανά περιοχή που θα συνδυάζονταν με προγράμματα ευρύτερων δημοσίων παρεμβάσεων, ό- πως αναβάθμισης του δημόσιου χώρου και των αστικών υποδομών, προ- ώθησης ήπιων μορφών μετακίνησης, αντιμετώπισης της ηχητικής και αι- σθητικής ρύπανσης, καθώς και δημιουργίας χώρων στάθμευσης, ιδίως στις περιοχές που δεν εξυπηρετούνται επαρκώς από τις δημόσιες συγκοι- νωνίες. Πιστεύει λοιπόν ότι μέσα από έναν συνδυασμό τέτοιων μέτρων, η αξιοποίηση των δημοσίων αστικών ακινήτων μπορεί να αποδειχθεί πολ- λαπλά βιώσιμη και ταυτόχρονα να εξυπηρετήσει και ευρύτερους πολεο- δομικούς στόχους.

Ο Πάνος Παναγιωτίδης τονίζει ότι η διεθνής πρακτική έχει δείξει ότι κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία των προγραμμάτων αξιοποίησης των δημοσίων ακινήτων, αλλά και των αποκρατικοποιήσεων γενικότερα, είναι η ισχυρή πολιτική βούληση για την υλοποίησή τους, ενώ προαπαι- τούμενο στοιχείο για τηνεπιτυχία τους είναι η αλλαγή του τρόπου λειτουρ- γίας των διαφόρων τομέων της οικονομίας και του δημοσίου. Θεωρεί ότι η πραγματική αξία του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, πέραν του ά- μεσου εισπρακτικού σκοπού, έγκειται στις επενδύσεις που οι επενδυτές θα

κάνουν προκειμένου να αναπτύξουν είτε τη γη είτε τις υποδομές που ανέ- λαβαν, ενώ θεωρεί βέβαιο ότι η αξιοποίηση θα φέρει περαιτέρω επενδύ- σεις και θα προσθέσει θέσεις εργασίας. Επιπλέον, το κράτος θα λάβει κρί- σιμη οικονομική ενίσχυση που μπορεί στη συνέχεια να επανεπενδύσει σε υφιστάμενες υποδομές και δημόσιες λειτουργίες. Πιστεύει ότι η αξιοποί- ηση της δημόσιας περιούσιας μπορεί και πρέπει να παίξει τον ρόλο ατμο- μηχανής ανάπτυξης της οικονομίας, κυρίως από επενδύσεις που θα γίνουν από το εξωτερικό, αφού η ιδιωτική ακίνητη περιουσία υποφέρει τόσο από τον κατακερματισμό όσο και από ενυπόθηκα δάνεια σε αξίες προ κρίσης, που τη βάζουν ουσιαστικά σε δεύτερη μοίρα.

Όσον αφορά στις χρήσεις που θα μπορούσαν να προταθούν για τα δημόσιααστικάακίνητα, ο Παναγιωτίδης τονίζει ότι ηβέλτιστη αξιοποίηση οποιουδήποτε αστικού ακινήτου αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση και δεν εξαρτάταιαποκλειστικά από το προς αξιοποίηση ακίνητο, αλλά συνδέεται με το άμεσο περιβάλλον του. Η αξιοποίηση λοιπόν των δημοσίωνακινή- των, μέσω νέων χρήσεων ή με αναβίωσητων παλιών χρήσεων,σχετίζεται με τις δυνατότητες και δυναμικές ανάπτυξης της περιοχής που εντάσσο- νται,με τον σκοπό της επένδυσης και τον χρήστη του τελικούπροϊόντος, χωρίς βέβαια να αναιρείται το ενδεχόμενο μια νέα επένδυση να μπορεί να αλλάξειριζικά και να καθορίσει το αστικό τοπίο γύρω από αυτήν. Ενδει- κτικά, για την Αθήνα και την ευρύτερηπεριοχή της κρίνει εύλογη την ανά- πτυξηνέων τουριστικών υποδομών, προσανατολισμένων σε επιμέρους ει- δικό κοινό, πχ. νέους, φοιτητές, αλλά και συνταξιούχους, οικογένειεςκλπ. με ανάλογη υποδομή ώστε να ανταποκρίνονται στις ειδικές ανάγκες της κάθε πληθυσμιακής ενότητας. Όσον αφορά τα δημόσια τουριστικά ακί- νητα, θεωρείότι μέσω ΕΣΧΑΔΑ, τα οποία κατά τη γνώμη του προσφέρουν εξαρχήςτη δυνατότητα σωστού προσανατολισμού, μπορεί να θεσμοθε- τηθεί η κατάλληλη επενδυτικήταυτότητα του ακινήτουσε συνεννόηση ε- πενδυτήκαι πολιτείας, η οποία θα καταστήσει ελκυστικό ή/και μοναδικό στην αγορά το προς αξιοποίηση ακίνητο, θα προσδώσει υπεραξία τόσο σε
αυτό όσο και στην ευρύτερη περιοχή, ενώ προσφέροντας νέες θέσεις ερ- γασίας, θα διευρυνθεί η ζώνη επιρροής των θετικών αποτελεσμάτων.Πι- στεύειεπίσης ότι, σεγεωπολιτικό επίπεδο, οινέεςεπενδύσεις μετονέοτου- ριστικό προϊόν υψηλών προδιαγραφών, που εξασφαλίζεται από το σχε- τικό νομοθετικό πλαίσιο, επανατοποθετούν τη χώρα μας στον χάρτη του διεθνούς τουρισμού, επαναπροσδιορίζοντάς την ως πύλη της Ευρώπης.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι οι διάλογοι ανέδειξαν σημαντικά ση- μεία σύγκλισης απόψεων ως προς το ότι η αξιοποίηση της δημόσιας πε- ριουσίας θα μπορούσε να συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση στρα- τηγικών ανάκαμψης από την κρίση, μέσα όμως από μια συγκροτημένη ευ- ρύτερη πολιτική αναζωογόνησης και αναγέννησης περιοχών. Αν και μοιά- ζει να υπάρχει επίσης συμφωνία ως προς την ανάγκη εμπλοκής του ιδιωτι- κού τομέα στα προγράμματα αξιοποίησης, εντούτοις αναδεικνύονται κά- ποιες διαφοροποιήσεις ως προς το στόχο τους, την ενίσχυση δηλαδή των επενδύσεων στον δημόσιο τομέα (δημόσια έργα και υποδομές) ή στον ι- διωτικό τομέα (προώθηση επιχειρηματικότητας), αλλά και ως προς τον βαθμό συμμετοχής και τον ρόλο του ίδιου του Δημοσίου στη διαδικασία υλοποίησης των επεμβάσεων. Φαίνεται επίσης ότι υπάρχει συμφωνία ως προς τον σημαντικό ρόλο των τοπικών κοινωνιών και των κινημάτων πο- λιτών και την ανάγκη συνδιαμόρφωσης προτάσεων αξιοποίησης για την επιτυχή έκβασή τους και για τη μεγιστοποίηση των θετικών επιδράσεων στην ευρύτερη περιοχή στην οποία εντάσσονται. Ωστόσο, είναι αισθητή μια δυσπιστία ως προς τη δυνατότητα επίτευξης αυτού του στόχου, λόγω της έλλειψης κουλτούρας διαλόγου και αποτελεσματικών διαδικασιών συμμετοχής και διαβούλευσης στον τομέα του χωρικού σχεδιασμού στην Ελλάδα.

Η χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση που θεσμοθετήθηκε σχετικά πρόσφατα (Ν. 4269/2014) μελετήθηκε στο πέμπτο κεφάλαιο ως ένα παράδειγμα επιδράσεων στο θεσμικό πλαίσιο, απόρροια της κρίσης ή/και ανταπόκρισης σε αυτήν. Ο συγκεκριμένος νόμος, σε συνέχεια δεκάδων νομοθετημάτων με αντικείμενο τον χωρικό σχεδιασμό που θεσπί- στηκαν από την έναρξη της οικονομικής κρίσης μέχρι σήμερα, επέφερε αλλαγές αφενός στα επίπεδα και τους τύπους χωρικών σχεδίων και αφετέρου στις κατηγορίες και το περιεχόμενο των χρήσεων γης. Με το νέο σύστημα σχεδιασμού που προωθείται, όπως περιγράφεται στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου, επιτυγχάνεται: α) η μείωση των επιπέδων του ρυθμι- στικού σχεδιασμού (τέσσερις κύριες κατηγορίες σχεδίων) και η απόδοση διακριτού ρόλου και περιεχομένου σε κάθε επίπεδο, β) η αντιστοίχιση των επιπέδων σχεδιασμού με τα επίπεδα άσκησης αναπτυξιακού προγραμμα- τισμού, γ) η ελάφρυνση του κράτους από τον τεράστιο όγκο λεπτομερεια- κών και τεχνικού χαρακτήραρυθμίσεων, ενώ δ) προβλέπονταιειδικές ρυθ- μίσεις αναθεώρησης του σχεδιασμού για ειδικούς καιεξαιρετικούς λόγους, ώστε ο σχεδιασμός να είναι εύκολα και με γρήγορες διαδικασίες προσαρμόσιμος. Όσον αφορά τις χρήσεις γης, ο Νόμος επαναπροσδιορίζει τις κατηγορίες και το περιεχόμενο αυτών, αυξάνοντας τις γενικές κατηγορίες χρήσεων σε 18 έναντι 9 του προηγούμενου νομοθετήματος και προβαίνοντας σε πολύ πιο αναλυτική και εξαντλητική περιγραφή των επιτρεπόμε- νων ειδικών χρήσεων ανά γενική κατηγορία. Νέο στοιχείο της προσέγγι- σης αποτελείη αντιστοίχιση των κατηγοριών χρήσεων γης με τους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ), όπως αυτοί αναφέρονται στην εκάστοτε Εθνική Ονοματολογία Οικονομικών Δραστηριοτήτων. Επιδίωξη του αρμόδιουΥπουργείου είναι, μεταξύ άλλων και όπως αναφέρεται στην Αιτιολογική Έκθεση, η ανταπόκριση των νέων κατηγοριών χρήσεων στα σύγχροναδεδομένα, η επίλυσηχρόνιων προβλημάτων και παθογενειών, αποτέλεσμα τουπροηγούμενου νομοθετικού πλαισίου, και ηεπίτευξη δια- φάνειας για τον πολίτη.

Η χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση, σε εναρμόνιση και με άλλα νομοθετήματα της πρόσφατης περιόδου, δίνει έμφαση στη ρύθμιση της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων στον χώρο, με βασική επιδίωξη τη διευκόλυνση της λειτουργίας οικονομικών/παραγωγικών δραστηριοτήτων. Στη θετική κριτική που έχει διατυπωθεί συγκαταλέγεται η επιδίωξη περιορισμού κάποιων βασικών αδυναμιών, ώστε να ανταποκριθεί άμεσα στις τρέχουσες συνθήκες της κρίσης, όπως η μείωση των επιπέδων σχεδιασμού και η δυνατότητα επιτάχυνσης των διαδικασιών διεκπεραίωσης και έγκρισης των σχεδίων. Η αρνητική κριτική που έχει ασκηθεί από την επι- στημονικήκαι επαγγελματική κοινότητα, εστιάζει στην τάση αντίληψης του χώρου ως υποδοχέα δραστηριοτήτων, στην απουσία –σε αντίθεση με το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο– σαφώς διατυπωμένων στόχων για τη βιώσιμηανάπτυξη και στις τρεις διαστάσειςτης, στην έλλειψηπρόβλεψης διαδικασιών διαβούλευσης και συμμετοχής κατά τις διαδικασίες σχεδια- σμού, στην πρόκρισημιας τομεακής κατά περίπτωση προσέγγισης του σχεδιασμού, στην πρόθεση παράκαμψης των βασικών προβλεπόμενων τύπων σχεδίωναπό τα διάφορα επενδυτικά σχέδια κ.ά. Όσον αφορά τις διατάξειςγια τις χρήσεις γης, η κριτικήεπικεντρώνεται στην τάση εξυπηρέ- τησης μεγάλης κλίμακαςεπιχειρηματικών δραστηριοτήτων, στηναποσπα- σματική και μη ολοκληρωμένη αντιμετώπιση τουζητήματος των χρήσεων γης, στην υπερβολική εξειδίκευση του περιεχομένου των γενικών κατηγο- ριών και στη δεσμευτικότητα που αυτός ο χειρισμόςεπιφέρει, στην απου- σία ενός πλαισίουπροβλέψεων για τον εξωοικιστικό χώρο, καθώς και σε γενικότερα ζητήματα που σχετίζονται με τη φιλοσοφία που ενυπάρχει για την οργάνωση, τη μείξη και τον διαχωρισμό των χρήσεων γης. Συνολικά, επομένως,φαίνεται ότι στην πλειονότητά τους οι ειδικοί της επιστήμης του σχεδιασμού του χώρουεμφανίζονται προβληματισμένοι, ακόμα και αρνη- τικοί, απέναντιστη νέα θεσμική πραγματικότητα για τον σχεδιασμό. Φαί- νεται ότι εν μέσω της κρίσης δεν δόθηκε η δέουσασημασία στηδιαμόρ- φωση των προϋποθέσεων αποδοχής του εγχειρήματος τόσο από όσους θα κληθούννα το υλοποιήσουν όσο και απότην κοινωνία. Αναδεικνύεται, επομένως, ως ένα σημαντικό ζήτημα η πρόθεσηκαι ικανότητα της πολιτι- κής ηγεσίαςνα συγκεντρώσει τους διάφορους παίκτες,νασυνθέσει από- ψεις και εμπειρίεςκαι να οδηγήσει σε ένα συναινετικό αποτέλεσμα.

Στις σημερινές συνθήκες, μοιάζει ότι οι συμβατικές προσεγγίσεις του χωρικού σχεδιασμού δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν τις διαφο- ροποιημένες προκλήσεις που αναδύονται ως συνέπεια της κρίσης και επι- τάσσουν τον μετασχηματισμό των μέχρι σήμερα κυρίαρχων αντιλήψεων και πρακτικών. Ταυτόχρονα, η ανάλυση της κοινωνικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας των τόπων, έχει αναδειχθεί ως κεντρικό ζήτημα και ζητούμενο. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανθεκτικότητα των πόλεων και η σύνδεσή της με τον χωρικό σχεδιασμό αποτελεί ένα κρίσιμο πεδίο. Στη συνέχεια παρουσιάζονται συνοπτικά οι απόψεις ειδικών όπως διατυ- πώθηκαν σε μια σειρά συνεντεύξεων για τις παραδόσεις σχεδιασμού. Τα αναλυτικά πρακτικά αυτών των συνεντεύξεων είναι διαθέσιμα στη διεύ- θυνση http://gkafkala.webpages.auth.gr /site/παραδόσεις-σχεδιασμού/.

Η άποψη ότι στην περίπτωση της Ελλάδας ένας από τους λόγους της οικονομικής κρίσης είναι ο ίδιος ο κλασικός χωρικός σχεδιασμός, όπου συμπεριλαμβάνεται και ο περιβαλλοντικός, διατυπώνεται από τον Δηµήτρη Οικονόµου. Αυτό το είδος σχεδιασμού είτε παρεμπόδιζε συστηματικά τις επενδύσεις είτε τις προσανατόλιζε προς λάθος κατευθύνσεις και κυρίως προς τον κατακερματισμό και τη χωρική διασπορά. Ο κατακερματισμός της οικονομικής βάσης υπήρξε παράγοντας μείωσης της ανταγωνιστικό- τητας και της αντοχής στην παγκόσμια κρίση. Ταυτόχρονα, ο χωρικός σχε- διασμός διευκόλυνε συστηματικά και διαχρονικά την ιδιοποίηση περιβαλ- λοντικού κεφαλαίου από τις επιχειρήσεις όλων των μεγεθών. Όπως υπο- στηρίζει συγκεκριμένα, ένα στοιχείο της όποιας αύξησης της ανταγωνιστι- κότητας των οικονομικών μονάδων στη μεταπολεμική Ελλάδα είναι η δυ- νατότητα ιδιοποίησης περιβαλλοντικού και δημοσίου (με την έννοια του δημόσιου χώρου) κεφαλαίου· ο τουρισμός και οι συναφείς δραστηριότη- τες ελεύθερου χρόνου αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις αυθαιρέτων, τηνόμιμηεκτόςσχεδίου δόμηση κ.ά., που αποτελούν τρόπους με τους οποίους γίνεται η ιδιοποίηση περι- βαλλοντικού κεφαλαίου από τους ιδιώτες και εδράζονται σε χωρικές πολιτικές που τα υποθάλπουν.

Κατά την άποψή του, ο χωρικός σχεδιασμός στο μέλλον μπορεί να προσανατολιστεί σε κατεύθυνση διαφορετική από την παραδοσιακή, τόσο ως προς την υποκίνηση του κατακερματισμού όσο και ως προς την περιβαλλοντική διάσταση. Όμως οι συνθήκες της κρίσης μπορούν επίσης να ωθήσουν σε ακόμα μεγαλύτερη «δόση» από την παραδοσιακή θερα- πεία για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, δηλαδή σε ακόμα μεγαλύ- τερη ιδιοποίηση περιβαλλοντικών αγαθών, σε ακόμα μεγαλύτερη υποστή- ριξη του κατακερματισμού και σε αναζήτηση της διεξόδου μέσω της ανα- θέρμανσης της οικοδομής. Συνοψίζοντας, ο Οικονόμου θεωρεί πως όπως ένα συγκεκριμένο είδος χωρικής πολιτικής συνέβαλλε τόσο στην οικονο- μική όσο και στην περιβαλλοντική κρίση, θα μπορούσε κάποιο άλλο είδος χωρικής πολιτικής να συμβάλει στην έξοδο και από τις δύο κρίσεις.

Ένα ειδικότερο πεδίο στο οποίο υπάρχει ανάγκη αλλά και περιθώ- ρια μιας νέας προσέγγισης, είναι οι αστικές αναπλάσεις, όχι όμως με την παραδοσιακή αρχιτεκτονίζουσα προσέγγιση των πεζοδρομήσεων, αλλά με αυτήν της σύνθετης οικονομικής, κοινωνικής και χωρικής αναγέννησης των αστικών περιοχών. Σε κάποιο βαθμό, τα χαρακτηριστικά του νέου συ- στήματος για τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό μπορούν να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως, όσο κι αν η νομοθεσία έχει σημασία, ο Οικονόμου θεωρεί ότι μεγαλύτερη επίδραση έχει ο τρόπος με τον οποίον αυτή εφαρμόζεται, καθώς επίσης και άλλες παράμετροι οι ο- ποίες είναι θεωρητικά εκτός του συστήματος των σχεδίων. Για παρά- δειγμα, η μαζική νομιμοποίηση των αυθαιρέτων σημαίνει ότι ο χώρος πα- ράγεται πιο πολύ μέσω παράνομων διαδικασιών παρά με τις διαδικασίες του επίσημου συστήματος. Με άλλα λόγια, το νομοθετικό πλαίσιο είναι α- πλώς ένας σκελετός,που αποκτά περιεχόμενο από τις συγκεκριμένες πο- λιτικές που προωθούνται μέσω αυτού. Από αυτή την άποψη, το ζήτημα πα- ραμένει ανοικτό. Το νέο σύστημα μπορεί να παίξει θετικό ρόλο υπό προϋ- ποθέσεις,όπως το περιεχόμενο και οι επιλογές των συγκεκριμένων σχεδίων που θα παραχθούν, η επάρκεια των αρμόδιων υπηρεσιών και οι πτυ- χές της χωρικής πολιτικής που τοποθετούνται εκτός της εκπόνησης των σχεδίων.

Όπως τονίζει ο Γιάννης Τσιώμης για να αντιμετωπιστεί η κρίση χρειάζεται εκτός από νέα οικονομική διαχείριση και πολιτική και κοινωνική διαχείριση και σκέψη. Βασικό μέλημα θα πρέπει να είναι η απομάκρυνση από τον συμβατικό τρόπο σκέψης και τον συμβατικό τρόπο παραγωγής του χώρου, υιοθετώντας –πρώτα οι επαγγελματίες του σχεδιασμού– την ιδέα ότι ο χώρος διαμορφώνεται μέσα στη διάρκεια του χρόνου. Η εικόνα που δίνεται στον χώρο μέσω του σχεδιασμού θα πρέπει να είναι δυνατόν να είναι εξελίξιμη, διαμορφώσιμη με τις προοπτικές αλλαγών. Αναφέρεται, επομένως, σε έναν σχεδιασμό «ανοιχτό», επιδεκτικό αλλαγών, κάτι που βε- βαίως απαιτεί μια άλλη «κουλτούρα» και συνέργεια όλων των παικτών.

Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να δουλεύουμε από την κλίμακα της πόλης στη μητροπολιτική κλίμακα και να επιστρέφουμε και πάλι στα προβλήματα τοπικής κλίμακας. Η συγκεκριμένη προσέγγιση οδηγεί στην αναζήτηση ενός νέου προφίλ πολεοδόμου και αρχιτέκτονα, ικανού να κι- νείται σε όλες τις κλίμακες. Αυτό με τη σειρά του απαιτεί τη συνάρθρωση των διαφόρων γνωστικών αντικειμένων που ασχολούνται με τον χώρο. Χρειάζεται να δούμε με ποιο τρόπο μπορούν να επαναμορφωθούν διαφο- ρετικά γνωστικά αντικείμενα, τα οποία μέχρι τώρα ήταν τελείως προκαθο- ρισμένα και για επαγγελματικούς λόγους «κλειστά». Σταπαραπάνω ο Τσιώ- μης προσθέτει και την ανάγκη προσαρμογής στις νέες τεχνολογίες.

Στις σημερινές συνθήκες υπάρχει μια γενική αστάθεια, η οποία ο- δηγεί στηναβεβαιότηταγια την ορθότητα και αποτελεσματικότητα των ό- ποιων προγραμματισμών. Κατά την άποψή του, το να είναι κύριο μονομε- ρές μέλημα η προσέλκυση επενδύσεων με πρόσχημα την κρίση, είναι τε- ράστιο λάθος. Η σημερινή κατάσταση αποτελεί μια κατάσταση που κλη- ρονομήσαμε πριν από την κρίση, είναι ταυτόχρονα γέννημα της κρίσης αλλάπλέον καιανεξάρτητητης κρίσης. Αυτό απαιτεί μια νέα προοπτική και μια διαδικασία αλλαγής προς την κατεύθυνση του ουσιαστικού περιεχομένου της βιώσιμης ανάπτυξης, δηλαδή προς την αντιμετώπιση όλων των διαστάσεων του χώρου, όχι μόνο της «αισθητικής». Ο ουμανιστικός δημοκρατικός πολιτισμός, υποστηρίζει ο Τσιώμης, έχει φτάσει στα όρια της ανθεκτικότητάς του, γεγονός που επιτάσσει την «αντίδραση» όλων, τόσο ως ειδικοί όσο και ως πολίτες. Θεωρώντας ως δεδομένη τη μη ανθεκτικότητα των πόλεων,περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά, ο χωρικός σχεδια- σμός αποτελεί κομβικό σημείο για την έξοδο από τις πολλαπλές κρίσεις και την αντιμετώπιση των μεταλλαγών. Εκτός από την ανάγκη παραγωγής νέων γνωστικών αντικειμένων και νέων πειραματισμών, για να παραχθεί μια νέα γνώση θα χρειαστεί να υπάρξει συλλογική διεπιστημονική και«δια- καλλιτεχνική» δουλειά, από τους ειδήμονες μέσα στα Πανεπιστήμια και τα Πολυτεχνεία, η οποία θα είναι αποδεκτή και επιθυμητή από την ίδια την κοινωνία.Υποστηρίζει ότι μια πρώτη αρχή είναι να μη θεωρούμε ότι υπάρ- χει ένα μόνο χωροταξικό και πολεοδομικό μοντέλο. Μια δεύτερη αρχή εί- ναι ότι, αν υπάρχει ένα μοντέλο, αυτό είναι της διαρκούς διερεύνησης και διαρκούς εφεύρεσης σεναρίων, τρόπων παρέμβασης και μορφών.

Η άμεση ανάγκη εκσυγχρονισμού στον σχεδιασμό, με την ευρεία χρήση μοντέλωνκαι εργαλείων κατά τις αντίστοιχες διαδικασίες, αποτελεί κατά τον ΚωνσταντίνοΛαλένη καθοριστική προτεραιότητα. Η απουσία τέ- τοιων εργαλείωνστην Ελλάδα συνδέεται με την «αρχιτεκτονική» παρά- δοση του σχεδιασμού και έχει ως αποτέλεσμα ο σχεδιασμός να περιορίζε- ται στη λεκτική περιγραφήιδανικών καταστάσεων για τη μελλοντική ει- κόνα του αντικειμένου του, χωρίς να επιτυγχάνει εν τέλει μια διάσταση ρε- αλισμούγια την πραγματοποίησή του. Το τελευταίο θα πρέπει να συσχετι- στεί και με την άποψη του Λαλένη περί ανάγκης παρακολούθησης,αξιο- λόγησης και ανάδρασης του σχεδιασμού ανά τακτά χρονικά διαστήματα και σε όλες τις φάσεις μελέτηςκαι σχεδιασμού. Ο Λαλένηςθεωρεί κρίσιμη τη χρήσηκαινοτόμων εργαλείωνκαι για την ενδυνάμωση των συμμετοχι- κών διαδικασιών. Σήμερα κυριαρχεί η αντίληψηότι ο σχεδιασμός είναι μια διαδικασία παραγωγής σχεδίων και κειμένων, που περιλαμβάνουν κυρίως περιορισμούς και απαγορεύσεις. Εκτιμά ότι ο σχεδιασμός θα πρέπει να γί- νει πιο ευέλικτος, με περισσότερες διαστάσεις, και να αποτελεί«πορεία» για την εφαρμογή των σχεδίων. Η αντίληψη για τον σχεδιασμό ως«πορεία», σημαίνει ότι σ’ αυτήν δεν εμπλέκονται μόνο η τοπική αυτοδιοίκηση και οι πολεοδόμοι, αλλά και το κοινό σε διάφορα επίπεδα του χώρου.Η χρήση εργαλείων για τη συμμετοχή θα πρέπει να μεριμνά για τη διευκόλυνση μειονεκτούντων ομάδων στον σχεδιασμό, που συνήθως σήμερα δεν εκ- προσωπούνται (πχ. ΑΜΕΑ), καθώς και για τη διέγερσητου ενδιαφέροντος του κοινού,ως βασικό στοιχείο του επιθυμητού εκσυγχρονισμού. Στα πα- ραπάνω προσθέτεικαι την επιταγήγιακατάργηση των περίπλοκων γρα- φειοκρατικών διαδικασιών.

Σε σχέση με «αμφιλεγόμενα στοιχεία» της εποχής της κρίσης, όπως η διευκόλυνση της δράσης οικονομικών παραγόντων, υποστηρίζει ότι πράγματι αυτή θα πρέπει να ενθαρρυνθεί, πάντοτε όμως μέσα σε ορισμέ- να πλαίσια λειτουργίας τα οποία είναι σε θέση να διασφαλίσουν την αειφο- ρική ανάπτυξη, με κύριες διαστάσεις την προστασία του περιβάλλοντος και του δικαιώματος του πολίτη να απολαμβάνει τον δημόσιο χώρο.

Ο σχεδιασμός, επομένως, θα πρέπει να γίνει περισσότερο επιχειρησιακός και ευέλικτος, με περισσότερες εισροές από συμμετέχοντες. Υπο- γραμμίζει πάντως ότι οποιαδήποτε αλλαγή προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να γίνει με προσοχή, ακριβώς λόγω των χαρακτηριστικών της πα- ράδοσης σχεδιασμού στη χώρα. Μια αλματώδης αλλαγή μοντέλου ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας μεγάλης έκτασης κακοδιοίκηση με σύγχρονα φαινόμενα διαφθοράς και έλλειψη ισονομίας για τους πολίτες.

Όσον αφορά το ζήτημα της ανθεκτικότητας των πόλεων και του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει ο σχεδιασμός προς αυτή την κατεύθυνση, ο Λαλένης επικεντρώνεται καταρχήν στην περιβαλλοντική διάσταση της ανθεκτικότητας, συσχετίζοντάς τη με ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή και η προστασία από καταστροφές. Υπενθυμίζει ότι αν και οι προδιαγραφές των γενικών πολεοδομικών σχεδίων της χώρας δίνουν κατεύθυνση για την πρόβλεψη –μέσω των σχεδίων– αντιμετώπισης καταστροφών στην πόλη και στην ευρύτερη περιοχή της (πχ. σεισμών και με- γάλων πυρκαγιών), στην πρακτική του σχεδιασμού το αντικείμενο αυτό θεωρείται ως μια τυπική απαίτηση χωρίς πραγματική αναγκαιότητα. Η εντύπωση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι αρμόδιοι κατά περίπτωση φορείς αποφεύγουν να δεσμευτούν σε ένα πλαίσιο αντιμετώπισης καταστροφών που δεν προέρχεται άμεσα από τον δικό τους διοικητικό φορέα. Το συγκεκριμένο αποτελεί ένα πεδίο που θα μπορούσε να συνδυαστεί με σύγχρονες τεχνολογίες,όπως οι ΤΠΕ, που να πληροφορούν και να διαμορφώνουν κατάλληλα την αντίδραση του κόσμου απέναντι σε φυσι- κές καταστροφές, έτσι ώστε να αυξάνονται τα επίπεδα ασφάλειας.

Κατά την άποψή του, η διάσταση της ανθεκτικότητας για το ξεπέ- ρασμα της οικονομικής κρίσης, ίσως να μην μπορεί να ενταχθεί στον τυ- πικό ορισμό της «ανθεκτικότητας» (resilience). Αν υποτεθεί ότι η ανθεκτι- κότητα ερμηνεύεται με μια ευρύτητα που επιτρέπει να συμπεριληφθεί και η κρίση μέσα στις καταστροφές, τότε θα θεωρούσε ότι στα στοιχεία ανθε- κτικότητας απέναντι σε τέτοιες κρίσεις θα πρέπει να περιλαμβάνονται αλ- λαγές του σχεδιασμού προς τρεις κατευθύνσεις: πρώτον προς τη βελτίωση της τεχνικής του διάστασης, δεύτερον προς τη βελτίωση της ευελιξίας του, και τρίτον με τη συμπερίληψη και ενίσχυση των κοινωνικών διαστάσεων που ιδιαίτερα η κρίση καθιστά σημαντικά αναγκαίες.

Η σημερινή συγκυρία αλλάζει μεν το οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο, ειδικότερα ως προς τη στόχευση και τις προσδοκίες των πολιτι- κών, δεν αναιρεί όμως καθόλου τη βαρύτητα των επιχειρημάτων της κρι- τικής ως προς το σύστημα σχεδιασμού. Αντίθετα, όπως εκτιμά ο Αθανάσιος Παγώνης αδυνατίζει περισσότερο τα όποια πλεονεκτήματα υπέρ της υφι- στάμενης προσέγγισης της ρύθμισης, δεδομένου ότι το σύστημα γης και οικοδομής από το οποίο αντλούσε τη βασική της νομιμοποίηση έχει ανα- τραπεί. Ο σχεδιασμός στην Ελλάδα, ίσως επειδή στηρίζονταν στο μικρό/μεσαίο κεφάλαιο, είχε μια λογική να επιτρέπει σχεδόν παντού τη δόμηση. Κατά την άποψή του, αυτή η λογική πρέπει να αναθεωρηθεί και να τεθούν πιο σύνθετοι στόχοι, οι οποίοι δεν θα σχετίζονται μόνο με την κάρπωση της γαιοπροσόδου, αλλά θα στηρίζουν ουσιαστικά τις παραγωγικές δυνάμεις της οικονομίας. Πρόσφατα η συγκυρία της κρίσης έχει κινήσει άλλωστε και μια ειδική συζήτηση σχετικά το με ποιον τρόπο ο χωρικός σχεδιασμός μπορεί να διαχειριστεί τις ειδικές οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες με τις οποίες συνδέεται η κρίση. Αναφέρεται συγκεκριμένα ο Παγώνης στις συζητήσεις σχετικά με τις «συρρικνούμενες πόλεις» (shrinking cities) και την «αστική ανθεκτικότητα» (urban resilience). Όλα αυτά αναδεικνύουν νέες προτεραιότητες που θα πρέπει να διαχειριστεί ο σχεδιασμός, όπως η στήριξη των κοινωνικών δομών, η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της απασχόλησης, η κινητοποίηση ανενεργών δυναμικών.

Η λογική ρύθμισης με κανονιστικά μέσα που ίσχυε μέχρι σήμερα ως αποκλειστική αρμοδιότητα του ΥΠΕΚΑ (νυν ΥΠΑΠΕΝ) διαχωρισμένη από τις άλλες δομές προγραμματισμού, ταίριαζε στην περίοδο που ανα- πτύσσονταν οι πόλεις και υπήρχαν θερμές κτηματαγορές. Ο Παγώνης θε- ωρείότι αυτό πλέονείναι ξεπερασμένο ως αντίληψησχεδιασμού και ότι ως πρακτική δεν υπήρξε και ιδιαίτερα πετυχημένη. Η απόφαση για το τι θα γί- νει στον χώρο θα έπρεπε να είναι το προϊόν λιγότερο μιας τεχνοκρατικής επεξεργασίας από ειδικούς, πολεοδόμους, και περισσότερο το προϊόν α- ντιπαράθεσης μεταξύ κοινωνικών και οικονομικών δυνάμεων σε πιο ανοι- χτή βάση, ακόμα και με την παραδοχή ότι το προϊόν αυτής της αντιπαρά- θεσης δενθαείναι απαραίτητατο ιδανικό ήτοπιοδίκαιο. Ανκαιδενμπορεί κανείς να υποστηρίξει με βεβαιότητα ότι το αποτέλεσμα θα είναι άμεσα ε- πιτυχές, θα πρέπει να δοθεί μια μεγαλύτερη έμφαση σε περισσότερο δια- πραγματευτικές δομές και στη λογική της επίτευξης συναίνεσης.

Οι καταστάσεις που αντιμετωπίζουν τα κέντρα των πόλεων έχουν πλέονανάγκη για νέα εργαλεία. Ζητούμενο είναι πώς να ενεργοποιήσει κα- νείς σχέσεις, δυναμικές, δικτυώσεις και εν γένει στοιχεία που συνθέτουν αυτό που αναφέρεται ως ανθεκτικότητα. Υπάρχουν σήμερα καινούργια εργαλεία που σχετίζονται με αυτόν τον στόχο, όπως για παράδειγμα το ΣΟΑΠ του Δήμου Αθηναίων, το οποίο φιλοδοξεί να θέσει ένα μεγαλύτερο φάσμα επιδιώξεων. Η κατεύθυνση θα πρέπει γενικώς να είναι προς την αξιοποίηση περισσότερο καινοτόμων προσεγγίσεων. Συμβατικά εργαλεία σχεδιασμού, όπως για παράδειγμα αυτά που μέσα από την αντιπαροχή παρήγαγαν την πόλη, έχουν φτάσει σε αδιέξοδο. Λογικές κανονιστικών ρυθμίσεων για κάθε οικόπεδο και προσεγγίσεις αστικής ανάπλασης που στοχεύουν αποκλειστικά στη βελτίωση του δημόσιου χώρου, δεν επαρκούν για την ολοκληρωμένη παρέμβαση στα κέντρα πόλεων. Εν κατακλείδι, σα- φώς αναζητείται ένας νέος προσανατολισμός του χωρικού σχεδιασμού μακριά από τις λογικές του παρελθόντος.

κοινοποίησε το:

Χωρικός σχεδιασμός και εξέλιξη των χωρικών μορφών

Χωρικός σχεδιασμός και εξέλιξη των χωρικών μορφών

Τα πρότυπα του χωρικού σχεδιασμού στρέφονται σταδιακά προς εξελικτικές προσεγγίσεις με τη χρήση υπολογιστικών μεθόδων (αλγορίθμων) προκειμένου να υποστηρίξουν την προσαρμοστική ικανότητα των χωρικών ενοτήτων. Ο Richard Dawkins στο βιβλίο του The Blind Watchmaker: Why the Evidence of Evolution Reveals a Universe without Design, συγκρίνει την ανθρώπινη ικανότητα για σχεδιασμό More »

κοινοποίησε το: