Αρχείο κατηγορίας Εννοιολογικό Πολιτικό Κοινωνιολογικό Λεξικό

Walter Benjamin: Η Ζωή των Φοιτητών (1915)

Εισαγωγικό Σημείωμα της Ελληνικής Μετάφρασης Το κείμενο πoυ ακολουθεί γράφτηκε από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν το 1914-15 και δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Der neue Merkur το 1915. Μεταφράστηκε στα αγγλικ…

Πηγή: Walter Benjamin: Η Ζωή των Φοιτητών (1915)

ΑΜΟΡΑΛΙΣΜΟΣ & ΑΗΘΙΚΙΣΜΟΣ

πηγή ΕΠΙ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ  ΑΜΟΡΑΛΙΣΜΟΣ & ΑΗΘΙΚΙΣΜΟΣ

Ο αμοραλισμός:

Amoralisme: λατινικά, a  (στερητικό) + moralis (ηθικός)

  • Είναι μία από τις πολλές φιλοσοφικές έννοιες, και συναντάνται στην Ηθική φιλοσοφία.
  • Αμοραλιστής είναι ο ανήθικος, αυτός δηλαδή που απορρίπτει και δεν αναγνωρίζει τις ηθικές αξίες, ενώ επίσης μετά από μία παράνομη πράξη, δεν αισθάνεται τύψεις.

——————————————–

Ο Αηθικισμός:

  • Είναι η άρνηση η διάψευση των βασικών ηθικών αρχών.
  • Σε αντίθεση με τον αμοραλισμό, που αρνείται την ύπαρξη οποιωνδήποτε ηθικών αρχών, αξιών και ιδεωδών, ο αηθικισμός αρνείται μόνο τις εκάστοτε ισχύουσες ηθικές αξίες για χάρη άλλων, που τις θεωρεί υψηλότερες και ηθικότερες.
  •  Ετσι ο κύριος εκπρόσωπος του αηθικισμού ο Φρειδερίκος Βίλχελμ Νίτσε.

Οι κυριότερες αρχές του αηθικισμού είναι δύο:

  • α) Aρνηση της ηθικής οφειλής του ηθικού καθήκοντος. Αυτό που στη συνείδησή μας παρουσιάζεται ως ηθικά δέον και αξιώνει από μας την εφαρμογή του είναι μια πλάνη .
  • β) Άρνηση της διάκρισης ανάμεσα στο καλό και στο κακό.
  • Μια τέτοια διάκριση έχει ιστορική προέλευση και δεν μπορεί να δημιουργήσει καμιά απόλυτη ηθική δέσμευση.
  • Αυτό που θεωρείται από την ηθική ως «καλό» δεν είναι ιδεώδες, και αυτό που κατακρίνεται ως «κακό» δεν είναι απαίσιο και δεν πρέπει να το αποστρεφόμαστε. Και τα δυο βρίσκονται πέρα από κάθε αξιολόγηση.

Σκοπός και αποστολή του αηθικισμού:

Είναι να αποκαλύψει την ουσία κάθε νοήματος της ισχύουσας ηθικής.

Βιβλιογραφία: 

Heimsoeth H. Metaphysische Voraussetzungen und Antriebe in Nietzsches Immoralismus, 1955.

Heidermann I. Nietzsches Kritik der Moral, στο «Nietzsches-Studien», 1, 1972, σ. 95 κ.εξ.

Nietzsche Fr., Werke, εκδ. Κ. Schlechta, τόμος ΙΙΙ, 6η εκδοση, 1969.

Reiner H., Die philosophische Ethik, 1964.

 

Ο αμοραλισμός διαφέρει από τον αηθικισμό στο γεγονός ότι ο δεύτερος αρνείται μόνο τις εκάστοτε ισχύουσες ηθικές αξίες για χάρη άλλων, που τις θεωρεί υψηλότερες και ηθικότερες.

ΦΕΤΟΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ (1818)

 Ένας Μαρξ στις ιστορικές του διαστάσεις


ΦΕΤΟΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΟΝΤΑΙ διακόσια χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ (1818), ενός ανθρώπου που όσο λίγοι συνέβαλε στο να κατανοήσουμε τη νεωτερικότητα, τις αντινομίες στη λειτουργία του καπιταλισμού, αλλά και τη σημασία της ανθρώπινης δράσης στην προσπάθεια για κοινωνική αλλαγή. Εκείνο που πρώτα απ’ όλα μπορεί να του πιστωθεί είναι η απομάγευση του καπιταλισμού, αφού με συστηματικό τρόπο έδειξε πως, παρά την ορθολογικότητα στην οργάνωση της παραγωγής σε επιχειρησιακό επίπεδο, το σύστημα αυτό διακρίνεται από σχεδόν απόλυτη ανορθολογικότητα σε επίπεδο συνολικής οικονομίας.

Αποτέλεσμα είναι οι κραυγαλέες ανισότητες, η ανεργία, η καταστροφή μέσων παραγωγής, η απαξίωση, οι κρίσεις, η φτώχεια και ο αποκλεισμός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Παράλληλα, σε καθημερινή βάση η καπιταλιστική κοινωνία, παρά τους κομπασμούς για τα νεωτερικά της στοιχεία, παραμένει βουτηγμένη στις φαντασιώσεις, στον φετιχισμό, στην ειδωλολατρία, στην αποξένωση και στους μύθους.

Ο Μαρξ, πολύ πριν διαβάσει τη θεωρία του Δαρβίνου, επέμενε ότι ο άνθρωπος είναι προϊόν φυσικής εξέλιξης και άρα αναπόσπαστο τμήμα της φύσης, με την οποία πρέπει να διατηρεί μια διαλεκτική και ισορροπημένη σχέση.

Η προσέγγιση αυτή απογύμνωσε την ανθρωπολογία από κάθε μεταφυσικό στοιχείο και έθεσε τον άνθρωπο εντός της Ιστορίας, σε συνθήκες που δεν επιλέγει, αλλά τις οποίες μπορεί να αγωνιστεί για να αλλάξει. Στο πλαίσιο αυτό και χρησιμοποιώντας τη διαλεκτική μέθοδο καταδεικνύει και τον ιστορικά μεταβατικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, ο οποίος, μέσω των ιδεολόγων του, επιχειρεί συστηματικά να εμφανίζεται ως η τελείωση και ο τελικός προορισμός της Ιστορίας.

Φυσικά, λόγω περιρρέοντος κλίματος και στο φόντο των ψευδαισθήσεων του Διαφωτισμού, μπορεί ο Μαρξ να ενδίδει εν μέρει στη γοητεία της λατρείας της προόδου, δεν παραλείπει όμως να επισημαίνει σε διάφορες ευκαιρίες το θέμα των ιστορικών επιπλοκών και της ιστορικής ασυνέχειας. Οπως γράφει ο Τέρι Ιγκλετον, «ο Μαρξ ήταν οραματιστής και ταυτόχρονα νηφάλιος ρεαλιστής. Στρέφεται από τις φαντασιώσεις για το μέλλον στις πεζές διεργασίες του παρόντος… Εν προκειμένω, ρεαλισμός και όραμα πηγαίνουν χέρι χέρι».

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ στη «γερμανική ιδεολογία» ξεκαθαρίζει ότι «η κοινωνική ύπαρξη καθορίζει τη συνείδηση», άρα θέτει ως κριτήριο της αλήθειας την πράξη και όχι τις ατομικές γνώμες. Σε ανθρωπολογικό επίπεδο η προτεραιότητα του φυσικού κόσμου σε σχέση με τη συνείδηση μεταφράζεται στο γεγονός ότι σκεφτόμαστε λόγω της φυσικής μας ύπαρξης. Οτι έχουμε γνωστικές ικανότητες επειδή έχουμε σωματικές. Είμαστε σκεπτόμενη φύση. Και μάλιστα η φύση που μπορεί και σκέφτεται τον εαυτό της.

Για όποιον έχει διαβάσει τα «Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844», ο Μαρξ είναι από τους πρωτοπόρους της οικολογικής προσέγγισης των πραγμάτων. Στο «Κεφάλαιο» αναφέρει ότι οι άνθρωποι είναι απλοί επικαρπωτές του πλανήτη και ότι «πρέπει να τον παραδώσουν στις επόμενες γενιές σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι τον παρέλαβαν». Οσο για τη σημερινή πραγματικότητα; Γράφει ο Ζακ Ρανσιέρ: «Η κάποτε σκανδαλώδης θέση του Μαρξ ότι οι κυβερνήσεις είναι απλώς ατζέντηδες του διεθνούς κεφαλαίου αποτελεί σήμερα πασιφανές γεγονός, στο οποίο συμφωνούν ‘‘φιλελεύθεροι’’ και ‘‘σοσιαλιστές’’».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ; Να «διαβάζουμε» τον Μαρξ στο ιστορικό του πλαίσιο, να αναγνωρίζουμε τις επιτυχείς προγνώσεις και τις αστοχίες του, αλλά πρωτίστως να τον διαβάζουμε. Παράδειγμα προς αποφυγή η σταλινική «ανάγνωση»-διαστρέβλωση, που τον έκανε εικόνισμα αλλάζοντας όλα όσα είχε πει.

Έμφυλη τζιχάντ του Abdennur Prado

O Αμπντεννούρ Πράδο (γεν. 1967) είναι Καταλανός στοχαστής και ποιητής, συγγραφέας αρκετών βιβλίων για τη θέση του Ισλάμ στο σύγχρονο κόσμο, μεταξύ των οποίων και το El islam como anarquismo místico το οποίο έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ισνάφι (Ιωάννινα 2014) με τον τίτλο Ισλάμ και αναρχισμός. Το παραπάνω κείμενο αποτελεί παρουσίασή του στο Πρώτο Διεθνές Συνέδριο για τον Ισλαμικό Φεμινισμό (Βαρκελώνη, 26 Σεπτεμβρίου 2005). Μετάφραση: Α.Γ., με βάση το αγγλικό κείμενο που είναι αναρτημένο στην προσωπική ιστοσελίδα του συγγραφέα

από nomadicuniversality

 

Ο όρος «έμφυλη τζιχάντ» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον αγώνα ενάντια στις ανδροκρατικές, ομοφοβικές ή σεξιστικές αναγνώσεις των ιερών κειμένων του Ισλάμ. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα αναπτύχθηκε ένα εκτεταμένο κίνημα υπέρ της υπέρβασης των πατριαρχικών αναγνώσεων, στο οποίο πρωταγωνίστησαν κυρίως γυναίκες που ζητούσαν ίσα δικαιώματα ως πλήρη μέλη της μουσουλμανικής πίστης. Το κίνημα αυτό είναι ενδιαφέρον ότι προέκυψε αυθόρμητα και ταυτόχρονα σε πολλές χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία. Η προέλευσή του τοποθετείται συνήθως στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα στην Αίγυπτο, όταν Αιγύπτιες φεμινίστριες έθεσαν τα περισσότερα από τα ερωτήματα που συζητούνται σήμερα.

Παρά την πρόοδο που σημειώθηκε μέχρι σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα το ζήτημα των φύλων εξακολουθεί να είναι ένα από τα εκκρεμή ζητήματα στις κοινωνίες με μουσουλμανική πλειοψηφία. Μοιάζει με έναν γόρδιο δεσμό γύρω από τον οποίο έχει αναπτυχθεί μια συντηρητική ανάγνωση της θρησκείας, μια ανάγνωση που επιφέρει διακρίσεις, περιορίζει τις ατομικές ελευθερίες και τείνει να διαιωνίζει τις ιεραρχικές δομές εξουσίας που αποκλείουν την πλειονότητα των πολιτών αυτών των κοινωνιών.

Σήμερα υπάρχει μια εκτεταμένη θεωρητική συζήτηση για τον «ισλαμικό φεμινισμό», στην οποία αμφισβητείται αν ο όρος αυτός είναι δόκιμος. Ο φεμινισμός, ως αγώνας για την απελευθέρωση των γυναικών, δεν έχει συγκεκριμένη ετικέτα. Ο χαρακτηρισμός «ισλαμικός» δεν μπορεί να ορίζει έναν τύπο φεμινισμού διαφορετικό από τον δυτικό, αλλά μάλλον είναι ένας τρόπος να τεθεί σε ένα πλαίσιο το πρόβλημα της απελευθέρωσης σε σχέση με το Ισλάμ. Επ’ ουδενί λόγω δεν πρέπει να είναι ένας περιοριστικός προσδιορισμός, με την έννοια ότι μειώνει την αξία της βασικής αξίωσης για γυναικεία ισότητα. Ασχέτως της ορολογίας, γεγονός είναι ότι υπάρχει ένα ευρύ κίνημα το οποίο, αμφισβητώντας τις ανδροκρατικές, ομοφοβικές ή σεξιστικές ερμηνείες που κυριαρχούν σε πολλές περιοχές του ισλαμικού κόσμου, μπορεί πραγματικά να ονομαστεί φεμινιστικό.

 

Υπέρβαση της πατριαρχίας

Υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν αυτονόητο ότι το Ισλάμ καταπιέζει τις γυναίκες και ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων δεν μπορεί να αλλάξει με κανένα τρόπο. Από αυτή την προοπτική, ο εκδυτικισμός, που θεωρείται ως απόρριψη του Ισλάμ, είναι ο μόνος δρόμος προς την απελευθέρωση της μουσουλμάνας. Αντίθετα προς αυτή την ανάγνωση, υπάρχει ένα γυναικείο κίνημα που ισχυρίζεται ότι είναι δυνατόν να επιτευχθεί απελευθέρωση στο πλαίσιο του Ισλάμ. Ως επί το πλείστον, πρόκειται για γυναίκες που δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τις παραδόσεις τους και να απορρίψουν την ανδροκρατία και το σεξισμό που τώρα κυριαρχούν στις μουσουλμανικές κοινωνίες. Αυτό το κίνημα θεωρεί ότι έχει υπάρξει ένας εκφυλισμός της ισλαμικής παράδοσης και μια στρέβλωση των ιερών κειμένων. Επιπλέον, το κίνημα αυτό διακηρύσσει ότι το αληθινό Ισλάμ περιέχει σημαντικά στοιχεία απελευθέρωσης και επιζητεί την ανάκτηση αυτών των στοιχείων ως πλαισίου για την κοινωνική χειραφέτηση.

Οι διακρίσεις εις βάρος των γυναικών, από κει που θεωρούνταν ως ουσιαστικό μέρος του Ισλάμ, έχουν αρχίσει να καταδικάζονται ως παραμόρφωση της παράδοσης. Την απελευθέρωση των γυναικών δεν μπορούμε να την πετύχουμε με το να επιτεθούμε στο Ισλάμ συνολικά, αλλά με το να επιτεθούμε σε όσες απόψεις απαιτούν την υποταγή των γυναικών, ανασκευάζοντας τα επιχειρήματά τους και προσφέροντας στις μουσουλμάνες αναγκαία εργαλεία και ιδέες για την απελευθέρωσή τους.

Μια νέα κατανόηση του ισλαμικού φαινομένου είναι απαραίτητη προκειμένου να εκτιμηθεί η σημασία του κινήματος αυτού. Αυτή προϋποθέτει μια προσπάθεια να ανακτήσουμε την πνευματική διάσταση και το αίσθημα ότι ανήκεις στον κόσμο, απέναντι σε όσους επιδιώκουν να συρρικνώσουν το σε ιδεολογία. Πρόκειται για μια κατανόηση βασισμένη στις έννοιες της συμπληρωματικότητας, της δικαιοσύνης και της ισορροπίας και ριζωμένη της στο Μήνυμα του Κορανίου.

Το Ισλάμ, ως κοσμική θεώρηση που προβλέπει την ενσωμάτωση όλων των δυνάμεων που διέπουν τη ζωή, δεν θα πρέπει να συνεπάγεται την υποταγή των γυναικών στους άνδρες. Στο αδιαίρετο σύμπαν, όλες οι δυνάμεις της φύσης βρίσκονται ενσωματωμένες, σε συνεχή κίνηση, σε ισορροπία. Στο πλαίσιο αυτής της σύλληψης, η ισορροπία μεταξύ των δύο πόλων ενός ζευγαριού (των αρσενικών και των θηλυκών δυνάμεων) είναι καθοριστικός παράγοντας. Οι όροι αρσενικό και θηλυκό δεν αντιστοιχούν στον άνδρα και τη γυναίκα, αλλά βρίσκονται στο εσωτερικό κάθε πλάσματος. Αυτό που είναι θηλυκό βρίσκεται σε ισορροπία με αυτό που είναι αρσενικό μέσα σε έναν άνδρα ακριβώς όπως και σε μια γυναίκα. Εάν προσπαθήσουμε να περιορίσουμε στις γυναίκες ό,τι είναι θηλυκό και να το υποτάξουμε στο «αρσενικό» ως αποκλειστική ουσία των ανδρών, ανατρέπουμε την εσωτερική ισορροπία ανδρών και γυναικών, μια πολικότητα που είναι παρούσα σε όλα τα πλάσματα.

Η πατριαρχία διαταράσσει αυτή την ισορροπία που καθόρισε ο Αλλάχ στη φύση, προωθώντας μια κοινωνία που βασίζεται στην καταπίεση και την αυθεντία. Η ανδροκρατία είναι η καταστροφή του Ισλάμ ως ισορροπημένου τρόπου ζωής. Βρίσκεται σε ρήξη με την ίδια την τάξη της δημιουργίας και επιβάλλει μια τεχνητή τάξη που ονομάζουμε πατριαρχία. Πρέπει να λεχθεί ότι τα ιδεολογικά θεμέλια της πατριαρχίας δεν απαντούν στο Κοράνι ή στη Σούννα. Μια νέα ανάγνωση των ιερών κειμένων είναι απαραίτητη για να εκτεθούν οι ασυνέπειες στην ανδροκρατική ερμηνεία της παράδοσης. Πιστεύουμε λοιπόν ότι ο ισλαμικός φεμινισμός δεν είναι απλώς ένα πολιτικό ή κοινωνικό κίνημα, αλλά μια πνευματική αποκατάσταση του Μηνύματος του Κορανίου.

Image result for islamic feminism

 

Η διχοτόμηση της μουσουλμάνας

Σε σχέση με όσες χώρες αντιμετωπίζουν μεγάλη αύξηση της μουσουλμανικής μετανάστευσης, ο ισλαμικός φεμινισμός θα μπορούσε να συνιστά ουσιώδες τμήμα της ένταξής τους. Αυτό προϋποθέτει μια επίθεση στις ίδιες τις ρίζες των διακρίσεων και της αδικίας. Μια επίθεση, βασισμένη στις πηγές του Ισλάμ, που αντικρούει την ολοκληρωτική ερμηνεία η οποία έχει επιβληθεί βίαια ως η μόνη και η αληθής εκδοχή του Ισλάμ.

Αν απορρίψουμε αυτή την εσωτερική κριτική (την αποδόμηση της πατριαρχίας με βάση τις πηγές του Ισλάμ), η αξίωση της δυτικής κουλτούρας για ανωτερότητα πιστεύουμε ότι δεν είναι αποτελεσματικό επιχείρημα κατά του φονταμενταλισμού, καθώς η επίθεση αυτή αποτυγχάνει στο στόχο της και πυροδοτεί ακόμη περισσότερο αυτές τις αντιθέσεις. Όσο πιο επιθετική είναι η υποστήριξη του εκδυτικισμού, και όσο περισσότερο επαφίεται σε επιχειρήματα βασισμένα σε ένα φόβο απέναντι στο Ισλάμ, τόσο μεγαλύτερη ισχύ αποκτούν τα φονταμενταλιστικά κινήματα τα οποία παρουσιάζονται ως υπερασπιστές της θρησκείας τους ενάντια σε αυτές τις «εκ των έξω» επιθέσεις.

Ούτε οι προσπάθειες «κοινωνικής μηχανικής», όπως αυτή που έθεσε σε εφαρμογή ο Kεμάλ Ατατούρκ στην Τουρκία –απαγορεύοντας τη μαντίλα, κλείνοντας τις ενώσεις των Σούφι, αντικαθιστώντας το αραβικό αλφάβητο με το λατινικό, καταστέλλοντας κάθε δημόσια τέλεση θρησκευτικών πράξεων κ.λπ.- είναι αποτελεσματικές. Η πολιτική αυτή υπήρξε μια θεαματική αποτυχία. Η κοινωνική μηχανική και η εξάπλωση της αντι-θρησκευτικής κοσμικότητας δεν έχουν πετύχει το στόχο τους. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία, ενώ πριν χαρακτηριζόταν από συγκρητισμό, ανάμειξη πολιτισμών και θρησκευτικό πλουραλισμό, έγινε μα χώρα όπου το παραδοσιακό Ισλάμ απειλείται από το πολιτικό Ισλάμ (ισλαμισμό).

Απέναντι σε αυτή τη διχοτόμηση μεταξύ εκδυτικισμού και ισλαμισμού, εμείς προτείνουμε να ανακτήσουμε και να δώσουμε προτεραιότητα στα πολυάριθμα στοιχεία του παραδοσιακού Ισλάμ που είναι συμβατά με ένα δημοκρατικό σύστημα και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο ισλαμικός φεμινισμός έχει ισχυρή επιρροή σε ορισμένες χώρες. Το θέμα αυτό δεν είναι μεμονωμένο, αλλά αφορά τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Είναι κρίσιμο για τη θετική ανάπτυξη του Ισλάμ και την ήττα των φονταμενταλιστικών ερμηνειών αυτό το κίνημα να γίνει γνωστό και να στηριχθεί σε διεθνές επίπεδο. Είναι ένα σύνηθες σφάλμα στη Δύση το ότι αναδεικνύουμε συνεχώς τη σκοτεινή πλευρά του Ισλάμ και αγνοούμε τους μουσουλμάνους που στέκονται απέναντί της.

Στον αγώνα κατά των διακρίσεων, θα έπρεπε να ενώσουμε τις προσπάθειές μας και να υπερβούμε πολιτιστικούς ή θρησκευτικούς φραγμούς, που οι ίδιοι οι φονταμενταλιστές επιδιώκουν να ορθώσουν ως ανυπέρβλητα εμπόδια. Η υπέρβαση αυτών των φραγμών είναι καθήκον όλων όσων επιθυμούν μια παγκοσμιοποίηση που να σέβεται την ποικιλομορφία και να μην γίνεται ηγεμονικό σχέδιο ενός κράτους ή τμήματος του κόσμου εις βάρος των άλλων.

 

Μουσουλμανική μετανάστευση

Στο συγκείμενο των σύγχρονων κοινωνιών, όπου το βάρος των ΜΜΕ είναι τόσο μεγάλο, είναι απαραίτητο να δοθεί χώρος σε πλουραλιστικές εκφράσεις του Ισλάμ. Η εγκαθίδρυση μιας διαφορετικής οπτικής έρχεται σε ρήξη με τη μονολιθική πεποίθηση που οι φονταμενταλιστές θέλουν να καθιερώσουν. Είναι σημαντικό να προσφέρουμε εναλλακτικές λύσεις, να δημιουργήσουμε χώρο για διάλογο και να διευκολύνουμε τη ρήξη με πατριαρχικά και μονομερή πρότυπα.

Ένας από τους στόχους που έχει θέσει η Junta Islámica Catalana (Ισλαμική Επιτροπή Καταλωνίας) για τα επόμενα χρόνια είναι να προσφέρει μια ισλαμική ερμηνεία του ζητήματος των φύλων που είναι συμβατή με τον σύγχρονο κόσμο και τις συνταγματικές αξίες. Χρειαζόμαστε αυτή τη φεμινιστική ανάγνωση για να επικοινωνήσουμε με τις μουσουλμάνες, ώστε να γνωρίζουν ότι υπάρχει μια εναλλακτική λύση αφενός προς την εξάλειψη και αφετέρου προς την πατριαρχική ανάγνωση των παραδόσεών τους. Πρέπει να κάνουμε γνωστό αυτό το εκτεταμένο κίνημα υπέρ της ανάκτησης των δικαιωμάτων των γυναικών στο Ισλάμ.

Προς τούτο, όπως και για οποιοδήποτε εγχείρημα ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων συνολικά στην κοινωνία, οι δραστηριότητες μίας μόνο οργάνωσης δεν αρκούν. Κάθε κοινωνικός τομέας που εμπλέκεται στο έργο της ενσωμάτωσης και της παραγωγής πλουραλισμού είναι ικανός να προσφέρει τις δικές του πλατφόρμες δράσης και επικοινωνίας στην προσπάθειά του να διασφαλίσει ότι το μήνυμα αυτό θα φτάσει στην κοινωνία εν γένει εξίσου όσο και στον μουσουλμανικό πληθυσμό. Είναι ένα μήνυμα συνεύρεσης, στο οποίο μια πολυπολιτισμική κοινωνία μπορεί να έχει την ευκαιρία να αναπτυχθεί χωρίς να χάνει τις ελευθερίες που τόσο επίπονα κατέκτησε, με οργανικό και ευαίσθητο τρόπο, αποφεύγοντας παγίδες και προσφέροντας λύσεις συναινετικού χαρακτήρα.

 

 

Γιατί επέζησε ο νεοφιλελευθερισμός;

ΙΔΕΕΣ – ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ

 

 

02.04.2017,

Συντάκτης:   Θανάσης Γιαλκέτσης

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, πολλοί έσπευσαν να προαναγγείλουν τον θάνατο του νεοφιλελευθερισμού και την επιστροφή στην κρατική παρέμβαση.

Το κράτος παρενέβη πράγματι, αλλά το έκανε για να διασώσει τον χρηματοπιστωτικό τομέα, μετατρέποντας έτσι την κρίση του ιδιωτικού χρέους σε δημοσιονομική κρίση. 

Και ο νεοφιλελευθερισμός όχι μόνον επέζησε μετά την κρίση που ο ίδιος προκάλεσε, αλλά βγήκε πιο ενισχυμένος και πιο επιθετικός, επιβάλλοντας τις πολιτικές λιτότητας και τις «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» ως τη μοναδική συνταγή εξόδου από την κρίση. Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο;

Στο ερώτημα αυτό επιχειρεί να απαντήσει με το ακόλουθο άρθρο του ο Βρετανός κοινωνιολόγος Κόλιν Κράουτς. Θυμίζουμε ότι για το ίδιο θέμα ο Κράουτς έχει γράψει το βιβλίο «Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού» (Εκκρεμές, 2014)

Η θεωρία του νεοφιλελευθερισμού υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ζωή αναπτύσσει στον μέγιστο βαθμό τις δυνατότητές της όταν κυβερνιέται από τους κανόνες της αγοράς. Αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα ότι το κράτος παίζει έναν πολύ περιορισμένο ρόλο (για παράδειγμα, σχεδόν ολική απουσία κοινωνικών πολιτικών). Σημαίνει επίσης ότι η συντριπτική πλειονότητα των κοινωνικών σχέσεων θα βελτιώνεται αν υιοθετεί μια κάποια μορφή αγοράς.

Προβλήματα όπως αυτό του περιβάλλοντος μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, υπό τον όρο ότι θα μπορούν να μεταφραστούν σε όρους αγοράς. Στην αντίθετη περίπτωση πρέπει να αγνοούνται.

Λίγα πρόσωπα θα ήταν διατεθειμένα να αποδεχθούν αυτή τη θεωρία με όλες τις επιπτώσεις της, κι ωστόσο είναι ακριβώς αυτή η νεοφιλελεύθερη θεωρία που κυβερνάει τις ζωές μας, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά. Αυτή η θεωρία συγκεκριμένα ελέγχει τον ρόλο των κυβερνήσεων, τις κοινωνικές πολιτικές και την αγορά εργασίας. Παρουσιάζεται στο κοινό μόνον μέσα από ορισμένα ελκυστικά συνθήματα, όπως «χαμηλότεροι φόροι» ή «λιγότεροι κανόνες», αλλά πίσω από αυτά τα συνθήματα υπάρχει μια πολύ ευρύτερη ατζέντα.

Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι, μολονότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές κυριαρχούν και κατευθύνουν τις κυβερνήσεις πολλών χωρών, σε καμιά χώρα δεν είναι πλειοψηφική δύναμη ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα.

Οι νεοφιλελεύθεροι βρίσκονται παντού, τόσο μέσα σε κόμματα όπου συνυπάρχουν με δυνάμεις που είναι αντίθετες στον νεοφιλελευθερισμό (όπως οι παραδοσιακοί συντηρητικοί, τα κόμματα θρησκευτικής και εθνικιστικής έμπνευσης), όσο και ως μικρά κόμματα σε συμμαχία με μεγαλύτερα κόμματα. Υπάρχουν παραδείγματα του πρώτου τύπου στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα των Ηνωμένων Πολιτειών, στο Συντηρητικό Κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας και στους Γάλλους γκολικούς. Παραδείγματα του δεύτερου τύπου μπορούμε να συναντήσουμε στη Γερμανία, στην Ιταλία και σε πολλές άλλες χώρες.

Η Ολλανδία είναι ίσως το μοναδικό παράδειγμα όπου το μεγαλύτερο αυτή τη στιγμή κόμμα είναι ένα τυπικά νεοφιλελεύθερο κόμμα, αλλά η Ολλανδία είναι μια χώρα στην οποία δεν υπάρχουν κυρίαρχα κόμματα.

Μια άλλη παράδοξη όψη του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι –περισσότερο στην πράξη παρά στη θεωρία– δεν απολήγει σε μια καθαρή οικονομία της αγοράς που επιφυλάσσει έναν περιορισμένο ρόλο στην κυβέρνηση, αλλά σε μια οικονομία κυριαρχούμενη από γιγάντιες εταιρείες, συχνά με μονοπωλιακή θέση, οι οποίες ασκούν πελώρια επιρροή στις κυβερνήσεις και σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση.

Αυτή η επιρροή έχει δυο κύριες αιτίες:

1) την εξάρτησή μας από τις δραστηριότητές τους, και

2) την πίεση που ασκούν μέσω λόμπι και μέσω άλλων τύπων πολιτικής δραστηριότητας. Από το πρώτο σημείο πηγάζει η εξάρτησή μας από τις τράπεζες που είναι «too big to fail», όπως ανακαλύψαμε στη διάρκεια της κρίσης που προκάλεσαν οι ίδιες οι τράπεζες, τις οποίες όμως εμείς οι πολίτες έπρεπε να τις σώσουμε με δικά μας έξοδα.

Πηγάζει επίσης η εξάρτησή μας από τις εταιρείες που κατέχουν ολιγοπωλιακή θέση στον τομέα της ενέργειας και ιδιαίτερα σε εκείνες του φυσικού αερίου και του πετρελαίου. Σε μια τέλεια αγορά μια τέτοια εξάρτηση θα ήταν αδύνατη, από τη στιγμή που στην αγορά η χρεοκοπία ιδιωτικών επιχειρήσεων και η είσοδος νέων επιχειρήσεων είναι πάντοτε δυνατή, και αυτό θα έπρεπε να εμποδίζει την κατίσχυση μονοπωλίων. Ακόμη και η δραστηριότητα των λόμπι και άλλες πολιτικές δραστηριότητες των εταιρειών σε μια καθαρή αγορά θα ήταν αδύνατες, επειδή σε μια καθαρή αγορά θα έπρεπε να υπάρχουν καλά καθορισμένοι φραγμοί μεταξύ της οικονομικής σφαίρας και της πολιτικής σφαίρας.

Οι νεοφιλελεύθεροι μπορούν βέβαια να υποστηρίζουν ότι στην ιδεώδη κοινωνία τους δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένας οικονομικός ρόλος για την κυβέρνηση και επομένως οι πολιτικές δραστηριότητες από μέρους των επιχειρήσεων δεν θα ήταν αναγκαίες.

Για παράδειγμα, αν δεν υπήρχαν κανονισμοί για τα συστατικά και τις ετικέτες των προϊόντων διατροφής, οι μεγάλες επιχειρήσεις του τομέα δεν θα είχαν λόγο να παρεμβαίνουν στην πολιτική.

Αυτό το επιχείρημα όμως προϋποθέτει ότι όλοι μας έχουμε αποδεχθεί το γεγονός ότι δεν έχουμε διαφορετικές πολιτικές προτιμήσεις από εκείνες που ο ίδιος ο νεοφιλελευθερισμός καθιστά δυνατές.

Αυτό το τελευταίο σημείο μάς οδηγεί στον πυρήνα ενός πολύ σοβαρού ερωτήματος: μπορεί η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία να αποδεχθεί τη δημοκρατία όταν σημαντικοί τομείς του πληθυσμού δεν αποδέχονται το ότι η αγορά (ακόμη και αν κυριαρχείται από μεγάλες επιχειρήσεις) μπορεί να αποκλείει όλες τις άλλες μορφές συλλογικής δράσης;

Σημαντικοί συγγραφείς, όπως ο Τομά Πικετί, ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι του ΟΟΣΑ, έχουν ερευνήσει τις αιτίες της ανισότητας που σήμερα αυξάνεται σχεδόν παντού και έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου: η ανισότητα θα προκαλέσει μια ανεπάρκεια της κατανάλωσης στην πλειονότητα του πληθυσμού. Από αυτό θα προκύψουν πολιτικές συνέπειες.

Είναι ο πλούτος αυτός που αγοράζει την πολιτική επιρροή. Και αυτή η επιρροή μπορεί να ασκηθεί για να αποκτηθούν πολιτικά προνόμια, τα οποία με τη σειρά τους παράγουν και άλλο πλούτο. Γεννιέται ένας φαύλος κύκλος που αναπαράγεται και αυξάνεται όλο και περισσότερο.

Εδώ βρίσκεται εν μέρει η εξήγηση του γιατί αυτή η νεοφιλελεύθερη θεωρία, η οποία από μόνη της δεν είναι και τόσο δημοφιλής, είναι σε θέση να κυριαρχεί στην πολιτική ζωή πολλών ευρωπαϊκών χωρών παρά την καταστροφική της κατάρρευση το 2008.

Παρά την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και τη δυσανεξία που αυτός επιδεικνύει απέναντι στη δημοκρατία, αυτός δεν απειλεί ευθέως τη δημοκρατία, στον βαθμό που η δημοκρατία προσφέρει μιαν ορισμένη σταθερότητα και τη δυνατότητα προσφυγής σε εκλογές στην περίπτωση που η πολιτική κατάσταση θα πρέπει να αλλάξει, πράγματα που στις δικτατορίες δεν είναι εγγυημένα.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Λένιν υποστήριζε ότι μια δημοκρατική πολιτεία είναι «το καλύτερο κέλυφος» για τον καπιταλισμό. Σήμερα θα έπρεπε να πούμε ότι είναι η μεταδημοκρατία εκείνη που προσφέρει το καλύτερο κέλυφος στον καπιταλισμό.

Η βιοπολιτική της «γυμνής ζωής»

21.01.2017, Συντάκτης:  Σπύρος Μανουσέλης

Η επιλογή της νεωτερικής εξουσίας να ασκείται μέσω της βιοπολιτικής οδήγησε όχι μόνο στα διάφορα «αποτρόπαια» εγκλήματα των δύο τελευταίων Παγκόσμιων Πόλεμων αλλά, ευρύτερα, στην απανθρωποποίηση της ανθρώπινης ζωής. Η οποία κατέληξε να θεωρείται από τη βιοεξουσία ως απαξιωμένη και δυνητικά φονεύσιμη «γυμνή ζωή»!

Στο προηγούμενο άρθρο, παρουσιάζοντας ορισμένες πρόσφατες επιστημονικές έρευνες, επιχειρήσαμε να κατανοήσουμε πώς αλλά και γιατί η κυρίαρχη σήμερα βιοπολιτική έχει επιβάλει τον εθελοντισμό ως μέσο διαχείρισης και εκτόνωσης της κοινωνικής οργής ενός ολοένα διογκούμενου αριθμού περιθωριοποιημένων πολιτών.

Οπως είδαμε, κάθε εθελοντική κοινωνική πρακτική αναπληρώνει -έστω και φαντασιακά- την πραγματική αλλά συχνά ανικανοποίητη ανάγκη των περισσότερων ανθρώπων να επιτελούν μια προσωπική, δημιουργική και κυρίως κοινωνικά επωφελή δραστηριότητα (Βλ. «Εφ.Συν.» 14-01-2017).

Ολα αυτά δεν οδηγούν βέβαια στην αμφισβήτηση των προθέσεων ή της προσφοράς των εθελοντών, αλλά στην κριτική του «εθελοντισμού» ως μαζικού κοινωνικού φαινομένου που, ενώ εμφανίζεται σαν μια ανθρωπιστική συμπεριφορά, στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τις ανάγκες των κυρίαρχων, σήμερα, βιοεξουσιαστικών σχέσεων.

Για να τεκμηριώσουμε αυτήν τη μάλλον προκλητική δήλωσή μας θα χρειαστεί να ανατρέξουμε στο έργο δύο σημαντικών σύγχρονων στοχαστών: του Μισέλ Φουκό και του Τζόρτζιο Αγκάμπεν.

Οι ιδιοφυείς αναλύσεις τους μας αποκαλύπτουν πώς η βιοπολιτική διαμορφώνει τον τρόπο που σκεπτόμαστε και δρούμε ως έμβια κοινωνικά όντα.

Πρώτος ο Γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκό εισηγείται την έννοια «βιοπολιτική» για να εξηγήσει το ιστορικά επιβεβαιωμένο γεγονός ότι για τις σύγχρονες μορφές άσκησης εξουσίας το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα είναι η ίδια η «ζωή» και ειδικότερα οι άνθρωποι ως «έμβια όντα».

Μια καινοφανής προσέγγιση που υιοθετείται και διευρύνεται από τους σημαντικότερους σύγχρονους πολιτικούς φιλοσόφους, όπως ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν, αλλά και από τα ριζοσπαστικά κοινωνικά κινήματα.

Ο όρος «βιοπολιτική» εισάγεται το 1976 από τον Γάλλο φιλόσοφο Μισέλ Φουκό (M. Foucault) για να περιγράψει τις τεχνικές διαχείρισης και ρύθμισης της ζωής και του θανάτου των ανθρώπινων πληθυσμών από τη νεωτερική εξουσία.

Οπως εξηγεί στον πρώτο τόμο του βιβλίου του «Ιστορία της σεξουαλικότητας» (κυκλοφορεί από εκδ. Πλέθρον), η προϋπόθεση για την επιλογή, κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, της βιοπολιτικής ως κυρίαρχης εξουσιαστικής πρακτικής στις δυτικές κοινωνίες ήταν να υποβαθμιστούν και να ξεπεραστούν σταδιακά οι μεσαιωνικές «πειθαρχικές» και τιμωρητικές πρακτικές άσκησης της εξουσίας για χάρη των νεωτερικών «βιορυθμιστικών» πρακτικών, οι οποίες κατέληξαν να εφαρμόζονται όχι μόνο σε μεμονωμένα άτομα ή σε μικρές κοινωνικές ομάδες αλλά σε πληθυσμούς και τελικά στο σύνολο των ανθρώπων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυρίαρχη νεωτερική εξουσία έπαψε να ασκεί κατασταλτικές ή και θανατηφόρες πολιτικές όποτε το έκρινε απαραίτητο.

Εντούτοις, κατά τον 20ό αιώνα, έγινε απολύτως σαφές ότι η πρωταρχική επιλογή της κυρίαρχης εξουσίας ήταν μάλλον ο προληπτικός έλεγχος και όχι η εκ των υστέρων καταστολή.

Συνεπώς, η βιοπολιτική ρύθμιση θεωρείται πλέον προτιμότερη -και κυρίως πολύ πιο αποτελεσματική- από τη βίαιη καταστολή!

Από τη βιοπολιτική στη θανατοπολιτική

Μισέλ Φουκό

Ηδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ο Γάλλος κοινωνικός φιλόσοφος Μισέλ Φουκό εισάγει την έννοια «βιοπολιτική» στις ιστορικές-κοινωνικές μελέτες του για να εξηγήσει το αναμφισβήτητο πια γεγονός ότι για τις σύγχρονες μορφές εξουσίας το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα όλων των κοινωνικών αγώνων και των νέων οικονομικών στρατηγικών είναι η ίδια η «ζωή» και ειδικότερα οι άνθρωποι ως «έμβια όντα».

Παραδόξως, η «απανθρωποποίηση» της πολιτικής προϋποθέτει και, ταυτοχρόνως, συνεπάγεται τη «βιολογικοποίηση» της ανθρώπινης κατάστασης: η νέα βιοεξουσία δεν θεωρεί πλέον τους ανθρώπους απαραίτητες -οικονομικά ή κοινωνικά- παραγωγικές μονάδες αλλά ένα αναλώσιμο βιολογικό απόθεμα, το οποίο μπορεί να διαχειρίζεται κατά βούληση μέσω της βιοπολιτικής.

Ιδού πώς συνοψίζει ο ίδιος ο Φουκό στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου «Ιστορία της σεξουαλικότητας» αυτήν την κοσμοϊστορική αλλαγή:

«Ο άνθρωπος, επί χιλιετίες, παρέμεινε ό,τι ήταν για τον Αριστοτέλη: ένα ζώο που είναι επιπλέον ικανό να διάγει μια πολιτική ύπαρξη· ο νεότερος άνθρωπος είναι ένα ζώο στην πολιτική του οποίου τίθεται υπό αίρεση η ζωή του ως έμβιου όντος».

Σε αντίθεση με την άσκηση της αρχαίας και μεσαιωνικής πειθαρχικής εξουσίας πάνω στα ανθρώπινα σώματα, π.χ. μέσω της τιμωρίας ή της επιβολής της θανατικής ποινής από τον ηγεμόνα, η νέα βιοπολιτική ασκείται πάνω σε κάθε πτυχή της ζωής και της σκέψης των ανθρώπων. Και, εντέλει, αφορά τον άνθρωπο ως… βιολογικό είδος.

Οπως πολύ ορθά διέβλεψε ο Μισέλ Φουκό, σήμερα, όχι απλώς οφείλουμε αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να μιλάμε για βιοπολιτική «προκειμένου να περιγράψουμε αυτό που εισάγει τη ζωή και τους μηχανισμούς της στον τομέα των ρητών υπολογισμών και μετατρέπει την εξουσία-γνώση σε παράγοντα μετασχηματισμού της ανθρώπινης ζωής».

Δυστυχώς, ο πρόωρος θάνατος του Φουκό δεν του επέτρεψε να αναπτύξει επαρκώς αυτές τις ριζοσπαστικές ιδέες.

Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Ωστόσο, αρκετά χρόνια μετά, το 1995, ένας άλλος μεγάλος κοινωνικός φιλόσοφος, ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν (Giorgio Agamben), θα διαφωτίσει και θα διευρύνει με τρόπο αποφασιστικό την ανατρεπτική ιδέα της βιοπολιτικής εξουσίας.

Πράγματι, στο συγκλονιστικό βιβλίο του «Homo sacer – Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή», αυτός ο εβραϊκής καταγωγής Ιταλός στοχαστής, μολονότι ξεκίνησε να διερευνά τα αίτια της απάνθρωπης ναζιστικής εξολοθρευτικής πολιτικής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατέληξε σε μια πολύ ευρύτερη ανθρωπολογική θεώρηση των σύγχρονων βιοπολιτικών πρακτικών.

Οι οποίες εκμεταλλεύονται τις εκάστοτε βιοτεχνολογικές και βιοϊατρικές προόδους για να μετατρέψουν πλέον μαζικά τη ζωή των ανθρώπων σε… «γυμνή ζωή».

Σύμφωνα με την εμβριθή και ιστορικά τεκμηριωμένη ανάλυση του Αγκάμπεν:

«Η γυμνή ζωή δεν είναι πλέον εντοπισμένη σε έναν ιδιαίτερο και απομονωμένο τόπο ούτε και περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, αλλά κατοικεί στο βιολογικό σώμα κάθε έμβιου όντος». Με άλλα λόγια, η επιλογή της νεωτερικής εξουσίας να ασκείται αποκλειστικά μέσω της βιοπολιτικής οδήγησε όχι μόνο στα διάφορα «αποτρόπαια» εγκλήματα των δύο τελευταίων Παγκόσμιων Πολέμων αλλά, ευρύτερα, στην απανθρωποποίηση της ανθρώπινης ζωής. Η οποία κατέληξε να θεωρείται από τη βιοεξουσία ως απαξιωμένη και άρα δυνητικά φονεύσιμη «γυμνή ζωή»!

Πράγματι, αναλύοντας τα όσα «ανήκουστα» βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας ή και σε εμάς τους ίδιους, ο Αγκάμπεν καταλήγει στο εύλογο και, δυστυχώς, πολύ συχνά επιβεβαιωμένο συμπέρασμα ότι:

«Στη νεωτερική βιοπολιτική κυρίαρχος είναι εκείνος που αποφασίζει για την αξία ή τη μη αξία της ζωής ως τέτοιας, δηλαδή για το αν η ζωή ως τέτοια έχει ή δεν έχει αξία».

Ετσι, ανάλογα με τις ιστορικοπολιτικές περιστάσεις, η «βιοπολιτική» μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί σε «θανατοπολιτική».

Τα νέα εργαλεία της βιοεξουσίας

Με αυτήν ακριβώς την έννοια της εγγενούς αμοιβαιότητας μεταξύ βιοπολιτικής και θανατοπολιτικής, στο τελευταίο μας άρθρο, μιλήσαμε για «ανθρωποκτόνο ανθρωπισμό» όταν περιγράφαμε τη σημερινή βιοπολιτική του εθελοντισμού, η οποία δεν πρέπει, επ’ ουδενί, να συγχέεται με τη φυσική ανθρώπινη αλληλεγγύη ούτε και με την υποκριτική αστική φιλανθρωπία.

Ωστόσο, η σύγχρονη βιοπολιτική δεν καταφεύγει μόνο στον εθελοντισμό και στη μαζική προπαγάνδα για να νομιμοποιεί και να επιβάλλει στην κοινωνία τις επιλογές της.

Ολοένα και πιο συχνά, διαπιστώνουμε ότι προστρέχει στις πιο πρόσφατες κατακτήσεις των επιστημών για να δικαιολογήσει και, ενδεχομένως, να επιβάλει κάποιες εμφανώς απάνθρωπες ή και ανθρωποκτόνες στρατηγικές της.

Ακολουθώντας, μάλιστα, το σκεπτικό του Μισέλ Φουκό και του Τζόρτζιο Αγκάμπεν σχετικά με την ιστορική εξέλιξη της βιοπολιτικής, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η σημερινή βιοπολιτική εκδηλώνεται κυρίως μέσω των κοινωνικών εφαρμογών της βιοϊατρικής, της γενετικής μηχανικής και, πιο πρόσφατα, της νευροπολιτικής.

Πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγηθεί το ότι στις πιο ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες οι κυβερνήσεις, τα κόμματα αλλά και οι μεγάλες διεθνείς επιχειρήσεις προσλαμβάνουν ως ειδικούς συμβούλους κοινωνικούς ψυχολόγους ή και ειδικούς νευροεπιστήμονες προκειμένου να αναλύσουν όχι τόσο τις οικονομικοπολιτικές ανάγκες των πολιτών αλλά τις νευροψυχολογικές αδυναμίες και τις νοητικές έξεις τους.

Χάρη στα νέα επιστημονικά εργαλεία που διαθέτουν, αυτοί οι ειδικοί αναλαμβάνουν -με το αζημίωτο!- να αποκαλύψουν τις βαθύτερες πολιτικές προτιμήσεις, τις κοινωνικές συνήθειες ή τις φοβίες ενός πληθυσμού, πληροφορίες που διευκολύνουν αποτελεσματικά τη διαχείριση αυτών των ανθρώπων.

Εξάλλου, ο σκοπός ύπαρξης και επίσημα διακηρυγμένος στόχος τόσο της «νευροπολιτικής» όσο και της «νευροοικονομίας» είναι το να καταφέρουν να διαχειριστούν την πολιτική ή οικονομική αβεβαιότητα που δημιουργείται όχι μόνο από τα ανταγωνιστικά ιδιωτικά συμφέροντα αλλά κυρίως από τη θλιβερή άγνοια των πολιτών για το πώς αντιδρά ο εγκέφαλός τους σε απρόσμενες κοινωνικές συνθήκες.

Σε αντίθεση με ό,τι υποστήριζε ο Αριστοτέλης στο περίφημο βιβλίο του «Περί Ψυχής», σήμερα δεν είναι πλέον δυνατό να διακρίνουμε τον πολιτικό «βίο» από την απλή υλική-βιολογική «ζωή» των ανθρώπων.

Για τη σύγχρονη βιοπολιτική, τα ιδιαίτερα βιολογικά, σωματικά και εγκεφαλικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων διαπλέκονται στενότατα και, σε μεγάλο βαθμό, επηρεάζουν τις δήθεν «μοναδικές» πνευματικές, ψυχικές συμπεριφορές τους.

Σε αυτό ακριβώς βασίζεται κάθε βιοεξουσία για να επιβάλλει στους ανθρώπους την ιδιαίτερη βιοπολιτική της.

Δύο πολύ αποκαλυπτικά βιβλία για τη βιοπολιτική

«Για την υπεράσπιση της κοινωνίας». Αυτόν τον τίτλο χρησιμοποιεί ο Φουκό για τη σειρά των διαλέξεών του στο College de France κατά την περίοδο 1975-1976.

Σ’ αυτές τις διαλέξεις, τις τόσο ουσιώδεις και ως προς το εύρος της ιστορικής έρευνας και ως προς την αναλυτική διεισδυτικότητα με την οποία αναπτύσσεται η θεματική, ο Φουκό θέτει το όλο πρόβλημα σε σχέση με τη διερεύνηση και/ή διαχείριση της ιστορικής σφαίρας και των κοινωνικών διαδικασιών που διαμορφώνονται εντός της επικράτειάς της.

Σταθερή βάση των αναλύσεων του Φουκό είναι η διερεύνηση του κρίσιμου προβλήματος της γνώσης και της εξουσίας.

Η ιδιαιτερότητα αυτών των μαθημάτων είναι ότι σε αυτές αναλύει λεπτομερώς τις πρωτοποριακές του ιδέες για τη βιοπολιτική, το πώς δηλαδή η νεωτερική βιοεξουσία επιβάλλει τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον ρατσισμό ως μέσο διαχείρισης της κοινωνίας.

Ιδού πώς ο ίδιος ο Φουκό διατυπώνει, στο τελευταίο από αυτά τα μαθήματα, το σχετικό ερώτημα:

«Πώς αυτή η εξουσία, η οποία έχει κύριο στόχο της την εξασφάλιση της ζωής, μπορεί να αφήνει τους ανθρώπους να πεθαίνουν;» δηλαδή «πώς ασκείται η εξουσία του Θανάτου, πώς ασκείται η λειτουργία του Θανάτου, μέσα σε ένα πολιτικό σύστημα επικεντρωμένο στη βιοεξουσία;»!

Η τεράστια σημασία της μεταγραφής αυτών των προφορικών μαθημάτων σε βιβλίο επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθήσει ζωντανά το πώς ο μεγάλος Γάλλος στοχαστής διαμόρφωνε και επεξεργάζονταν σταδιακά τις ρηξικέλευθες πολιτικές απόψεις και τις φιλοσοφικές του ιδέες, αρκετές από τις οποίες είτε δεν τις είχε αναλύσει επαρκώς στα βιβλία του είτε δεν πρόλαβε να τις παρουσιάσει σε ένα βιβλίο.

Το κορυφαίο και άριστα μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του Τζόρτζιο Αγκάμπεν «Homo sacer» έρχεται να ανανεώσει τις κριτικές μελέτες γύρω από την έννοια της κυριαρχίας και να εμβαθύνει στους τρόπους με τους οποίους ασκείται και εμπεδώνεται η βιοπολιτική.

Κυρίαρχο μοτίβο αποτελεί η γυμνή ζωή του homo sacer (ιερού ανθρώπου), αυτής της σκοτεινής φιγούρας του ρωμαϊκού δικαίου στην οποία αποτυπώνεται για πρώτη φορά η παράδοξη σχέση εξουσίας/κυριαρχίας και απλής βιολογικής ζωής.

Για τον Αγκάμπεν η «γυμνή ζωή» και η «κατάσταση εξαίρεσης» αποτελούν δύο βασικά στοιχεία του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται και αναπαράγεται η κυριαρχική αντίληψη της εξουσίας.

Και η μορφή του «ιερού ανθρώπου» γίνεται όχι μόνο το θεμέλιο της γυμνής ζωής της ανθρωπότητας αλλά και το αντικείμενο της βιοεξουσίας κατά τη νεωτερική εποχή.

Σε αυτό το βιβλίο, ο Αγκάμπεν συνομιλεί και επεκτείνει τον διάλογο με στοχαστές όπως ο Αριστοτέλης, ο Καρλ Σμιτ, ο Μισέλ Φουκό, η Χάνα Αρεντ κ.ά.

Αυτός ο διάλογος με προγενέστερους στοχαστές τού επιτρέπει να δείξει ότι η παραγωγή ενός βιοπολιτικού σώματος είναι η πρωταρχική δραστηριότητα της κυρίαρχης εξουσίας.

Παράλληλα, η μελέτη των ολοκληρωτικών φαινομένων του 20ού αιώνα του επιτρέπει να αναλύσει τα στρατόπεδα συγκέντρωσης από τη μεριά της βιοπολιτικής, ανάγοντάς τα σε ένα καίριο παράδειγμα της πολιτικής νεωτερικότητας.

Στα ελληνικά κυκλοφορούν επίσης «Κατάσταση εξαίρεσης» (Πατάκης, 2007), «Η κοινότητα που έρχεται» (Ινδικτος, 2007), «Βεβηλώσεις» (Αγρα, 2006), «Χρόνος και ιστορία» (Ινδικτος, 2003), τα οποία και διαφωτίζουν πολλά θέματα αυτού του βιβλίου.

Πηγή: Η βιοπολιτική της «γυμνής ζωής»

παρρησία

παρρησία, Ετυμολογία: [<αρχ. παρρησία < πᾶν + ῥῆσις] (Το μεγαλύτερο λεξικό Συνωνύμων – Αντιθέτων)

ελευθεροστομία      Ουσ.    ειλικρινής και θαρραλέα έκφραση γνώμης
      
Για την έννοια αυτή και ►[έκφραση των πραγματικών αισθημάτων ή σκέψεων κάποιου]
ειλικρίνεια
φυσικότητα

[ειλικρινής και θαρραλέα έκφραση γνώμης]
ελευθεροστομία: η εφημερίδα μας διακρίνεται για την ελευθεροστομία της
παρρησία
θάρρος της γνώμης