Αρχείο κατηγορίας Κοινωνικά Kινήματα Πόλης και Περιφέρειας

Η υπεράσπιση του βιωμένου χώρου. Καθημερινότητα και κοινωνικά κινήματα πόλης/περιφέρειας

Εισαγωγή

Μαρία Χαϊδοπούλου Βρυχέα Δρ. Γεωγραφίας (Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο), καθηγήτρια-σύμβουλος Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, ερευνήτρια σε θέματα Πολιτισμικής Γεωγραφίας, e-mail: marjavea@gmail.com

Το παρόν άρθρο επιχειρεί να προσεγγίσει τα κοινωνικά κινήματα πόλης/περιφέρειας από την οπτική της καθημερινότητας, ακολουθώντας το εξής θεωρητικό σχήμα: Η καθημερινή ζωή εκλαμβάνεται ως το σύνολο των χρόνων και χώρων ή αλλιώς χρονοχώρων των ατόμων που κινούνται, κατοικούν, ζουν σε μια περιοχή, ως μια συλλογική κατασκευή που δεν είναι στατική αλλά αντίθετα υπόκειται σε συνεχείς αλλαγές, έστω και απειροελάχιστες (βλ. και Χαϊδοπούλου Βρυχέα, 2013). Να σημειωθεί ότι η έννοια των χρονοχώρων χρησιμοποιείται για να δηλώσει όχι απλώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει το καθημερινό αλλά την ίδια την κατασκευή του (βλ. και Crang, 2001). Με αφετηρία το τριμερές σχήμα της παραγωγής του χώρου του H. Lefebvre (1974/1991), οι χρονοχώροι της καθημερινότητας νοούνται ως το αποτέλεσμα της διαλεκτικής σχέσης, δηλαδή της συνεχούς αλληλεπίδρασης, μεταξύ βιωμάτων (εμπειριών, σκέψεων, συναισθημάτων…), αναπαραστάσεων (ιδεών, αντιλήψεων, εννοιών, κατηγοριών…) και πρακτικών (οι οποίες συμπεριλαμβάνουν οποιαδήποτε δραστηριότητα ή κατάσταση, όπως και τον υλικό χώρο, τα αντικείμενα, τα άλλα έμβια όντα…)1. Η καθημερινότητα, ως πεδίο παραγωγής αντιλήψεων και πρακτικών, αποτελεί στην ουσία χώρο έντονων πολιτικών διεργασιών. Οι χρονοχώροι αποτελούν δυνητικούς χώρους διαπραγμάτευσης ως αποτέλεσμα της συνάντησης καθημερινοτήτων και διαδρομών (βλ. και Massey, 2005)2.

Με βάση τα παραπάνω τίθεται το ερώτημα ποιες όψεις της καθημερινότητας φωτίζουν τα κινήματα πόλης και περιφέρειας. Οι παρατηρήσεις εν είδη υποθέσεων που προτείνονται ως απάντηση εστιάζουν: α) στο ρόλο των κοινωνικών κινημάτων πόλης και περιφέρειας ως προς την ενίσχυση μιας βιωματικής, και εν τέλει καθημερινής, αναπαράστασης για το χώρο και β) στους τρόπους που αρθρώνονται και επιδρούν οι κινηματικοί χρονοχώροι στο σύνολο της καθημερινότητας.

Α) Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΒΙΩΜΕΝΟΥ ΧΩΡΟΥ

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η καθημερινή ζωή αποτελεί τον πυρήνα των κοινωνικών κινημάτων πόλης και περιφέρειας, καθώς τα αίτια γένεσής τους άμεσα ή έμμεσα αφορούν την καθημερινότητα των πολιτών που τα συγκροτούν3. Άρα ένα κοινωνικό κίνημα πόλης ή περιφέρειας προασπίζεται κάποια αξία που συνδέεται με συγκεκριμένους χρονοχώρους του «κάθε μέρα» ως βιώματα, ως πρακτικές, ως ανα- παραστάσεις. Για παράδειγμα, στην περίπτωση του κινήματος ενάντια στην περίφραξη του λόφου του Φιλοπάππου στην Αθήνα, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι τα κίνητρα για την κινητοποίηση συνδέονταν με τις πρακτικές που είχαν αναπτυχθεί σε σχέση με το λόφο, όπως οι χρονοχώροι βόλτας, αλλά και με αναμνήσεις, βιώματα και γενικότερες αναπαραστάσεις για το Φιλοπάππο ως ανοικτό χώρο. H πρακτική δηλαδή της κινητοποίησης μπορεί να εκληφθεί ως «απόδειξη» ότι ο συγκεκριμένος χρονοχώρος αποτελεί σημαντικό κομμάτι της καθημερινότητάς της γειτονιάς, έστω και με διαφορετικούς τρόπους για τον καθένα και την καθεμία. Να διευκρινιστεί ότι η παραπάνω γενίκευση δεν οδηγεί στο απλοϊκό συμπέρασμα ότι συγκρούεται η παραμονή σε μια κατάσταση ενάντια στην αλλαγή και το καινούργιο, καθώς ο λόγος, οι προτάσεις και οι πρακτικές που συνήθως αναπτύσσουν τα κινήματα καταρρίπτουν αυτή τη διχοτομία4. Σε ευρύτερο επίπεδο, κινήματα όπως αυτό που έχει αναπτυχθεί στις Σκουριές στη Χαλκιδική ενάντια στις εξορύξεις θα μπορούσαν να αναγνωστούν ως αντιστάσεις σε μια προσπάθεια επιβολής μιας ριζικής αλλαγής στο σύνολο των χρονοχώρων της καθημερινότητας.

Σύμφωνα με τον προηγούμενο συλλογισμό και αν θεωρήσουμε ότι οι αντιλήψεις βρίσκονται σε μια συνεχή διαδικασία διαπραγμάτευσης, τότε η εμφάνιση ενός κινήματος αφορά ένα σημείο έντονης ορατότητας της σύγκρουσης μεταξύ μιας κυρίαρχης θεσμικά αντίληψης που προσπαθεί να επιβληθεί «από τα πάνω» και μίας άλλης που αφορά το συγκεκριμένο και καθημερινό. Εκφράζει, δηλαδή, μια αντίθεση σε επίπεδο αναπαραστάσεων μεταξύ αυτού που θεωρείται κυρίαρχο, ιδεολογικά και θεσμικά και κάποιων άλλων ιδεών που τελικά υπερισχύουν σε επίπεδο καθημερινότητας, τουλάχιστον όσον αφορά την ομάδα των ανθρώπων που συμμετέχει με διάφορους τρόπους στο κίνημα. Με άλλα λόγια η κινητοποίηση αναδεικνύει την υψηλή ιεράρχηση ενός ζητήματος, η αξία του οποίου δεν αναγνωρίζεται θεσμικά (τουλάχιστον στα δεδομένα χρονοχωρικά πλαίσια), υποτιμάται ή υποβαθμίζεται.

Αν θεωρήσουμε ότι η γειτονιά, η πόλη, κατασκευάζεται, εκτός από τις παρεμ- βάσεις «από τα πάνω», από το σύνολο των χρονοχώρων των κατοίκων που ζουν ή κινούνται στην περιοχή, τι τελικά υπερασπίζεται, και ως εκ τούτου ενισχύει και νομι- μοποιεί ένα κίνημα πόλης/περιφέρειας στην καθημερινότητα;

Η κυρίαρχη αυτή τη στιγμή θεώρηση για την καθημερινή ζωή την αντιμετωπίζει ως ένα άθροισμα κατακερματισμένων χρόνων και χώρων. Οι Lefebvre (1974/1991) και Giddens (1994), παρά τις σημαντικές διαφορές τους, συμφωνούν ότι κατά τη νεωτερικότητα ο χρόνος διαχωρίζεται από τον (κοινωνικό) χώρο. Ο χώρος ως επιφάνεια και απόσταση, ο χρόνος ως ποσότητα αποτελούν κάτι έξω από εμάς, τα υποκείμενα. Ο χρόνος και ο χώρος αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα, αγαθά, πόροι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά το δοκούν. Σε αυτή τη θεώρηση στηρίζονται έννοιες όπως «παραγωγικότητα» ή «αποδοτικότητα» καθώς και όλη η κυρίαρχη αξιολόγηση πρακτικών. Οι τάσεις «επιτάχυνσης», «ελαστικοποίησης» και τελικά εντατικοποίησης που παρατηρούνται στην καθημερινότητα των αστικών κέντρων αποτελούν πρακτικές που εκφράζουν αυτές τις αφηρημένες αναπαραστάσεις για το χρόνο και το χώρο (βλ. και Χαϊδοπούλου Βρυχέα, 2013: 45-54). Όσο πιο τυποποιημένοι γίνονται οι χρόνοι και οι χώροι τόσο πιο «λειτουργικούς» χρονοχώρους δημιουργούν (βλ. και Ritzer, 1994), χαρακτηριστικές εκφράσεις των οποίων αποτελούν η ζωνοποίηση των πόλεων, τα εμπορικά κέντρα και ο πολλαπλασιασμός των μη χώρων (Auge, 1996). Η «αξιοποίηση» αφορά την ποσότητα δραστηριοτήτων (χρονοχώρων) ανά μονάδα χρόνου, γι’ αυτό έχουν καταστεί αναγκαία το ξεπέρασμα των «εμποδίων» του χώρου και η χρονοχωρική συμπίεση (Ηarvey, 1989).

Ο χώρος και ο χρόνος ως μέτρηση δε διαθέτουν συγκεκριμένα κοινωνικά και πο- λιτιστικά χαρακτηριστικά. Είναι όχι απλώς ομοιόμορφοι, αλλά και κενοί, άδειοι από περιεχόμενο και πλαίσιο (βλ. και Giddens 1994). Μόνο ως κενοί και αφηρημένοι μπορούν να μετρηθούν, να αξιοποιηθούν και να λειτουργήσουν ως μέσο ανταλλαγής (βλ. και Αdam, 1995: 90). Ο αφηρημένος χώρος δε διαθέτει χρόνο, δεν έχει παρελ- θόν και παρόν παρά μόνο μέλλον που μπορεί να σχεδιαστεί σύμφωνα με τις ανάγκες συγκεκριμένων ομάδων πληθυσμού (που συνήθως ανήκουν στις ελίτ). Η σύλληψη ενός χώρου αποκομμένου από τη συγκεκριμένη του διαδρομή προφανώς παραβλέπει ή/και αποκλείει όσους αποτελούν μέρος αυτής της διαδρομής, αυτούς και αυτές που συνήθως ορίζονται ως «χρήστες» και «χρήστριες».

Αυτή η θεώρηση μπορεί να είναι κυρίαρχη αλλά στην καθημερινότητα διαπλέκεται, συγκρούεται και βρίσκεται σε συνεχή διαπραγμάτευση με έννοιες και πρακτικές που αντιμετωπίζουν το χώρο και χρόνο ως εμπειρία, προσδίδουν δηλαδή στο αφηρημένο και άδειο συγκεκριμένα βιωμένα χαρακτηριστικά. Μία από τις εκφάνσεις αυτών των βιω- ματικών αναπαραστάσεων είναι και η ανάπτυξη οικειότητας (η αλλιώς η μετατροπή του «χώρου» σε «τόπο»). Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι αυτό που υπερασπίζονται τα κινήματα πόλης και περιφέρειας είναι η έννοια του βιωμένου χώρου από τους κατοί- κους, δηλαδή η ανάπτυξη μιας σχέσης με συγκεκριμένους χώρους. Ο βιωμένος χώρος αφορά μια διαδρομή, μια σχέση χρόνου και χώρου και κατ’ αυτόν τον τρόπο επανενώνει έννοιες που η κυρίαρχη αναπαράσταση διαχωρίζει (βλ. και Lefebvre 1990: 120-1). Ο βιωμένος χώρος δεν μπορεί παρά να αφορά χρονοχώρους. Η αναπαράσταση που υπε- ρασπίζονται, άρα και ισχυροποιούν, τα κοινωνικά κινήματα πόλης/περιφέρειας είναι η υποστήριξη μιας άλλης σχέσης με το χώρο (και άρα και με το χρόνο) η οποία προϋπο- θέτει την ενεργή συμμετοχή στην παραγωγή τους. Δεν είναι (μόνο) η αξία «χρήσης» που διακυβεύεται, με την έννοια της χρήσης του χώρου ως αντικειμένου, αλλά η ίδια η κατασκευή του. Η ενεργή συμμετοχή στην παραγωγή ενός χώρου της καθημερινότητας σημαίνει διαμόρφωση μιας όψης, ενός χρονοχώρου, της πόλης. Στη συνέχεια θα φανεί ο τρόπος με τον οποίο οι κινηματικοί χρονοχώροι λειτουργούν σε αυτή τη διαδικασία.

Β) ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΧΩΡΟΙ ΚΑΙ Η ΑΝΑΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

Τα κινήματα πόλης/περιφέρειας παράγουν δικτυώσεις, επηρεάζουν πρακτικές, συμ- βάλλουν στην αναζωογόνηση των υπό διεκδίκηση χώρων και αποτελούν φορείς δι- εργασιών ανασημασιοδότησης του χώρου της πόλης. Η δημιουργία ενός κινήματος πόλης ή περιφέρειας αφορά την κατασκευή ενός νέου κοινού χρόνου και χώρου στην καθημερινότητα της γειτονιάς, της περιοχής, της πόλης και περιφέρειας. Αν, λοιπόν, η καθημερινή ζωή βρίσκεται σε συνεχή κίνηση τότε η εμφάνιση ενός κινηματικού χρονοχώρου προκαλεί μια περαιτέρω αλλαγή. Ένας νέος χρονοχώρος σημαίνει νέες πρακτικές, νέα βιώματα και νέες ιδέες (το «νέο» εδώ νοείται ως έστω και ελάχιστα διαφορετικό από το προηγούμενο). Τα πολλές φορές αρκετά ετερόκλητα άτομα που συμμετέχουν ενεργά σε ένα κίνημα συνεργάζονται για τη συγκρότηση συγκεκριμέ- νων πρακτικών κινητοποίησης/αντίδρασης, πρακτική που σημαίνει όσμωση και δη- μιουργία κοινών αναφορών. Ως χώρος συνάντησης διαδρομών και καθημερινοτήτων συμβάλλει στην ανάπλαση ατομικών και συλλογικών αντιλήψεων σε διάφορα επίπε- δα, διαδικασία που εντείνεται από το βαθμό «ανοικτότητας» αυτού του χώρου στο διαφορετικό. Ο κινηματικός χρονοχώρος, εξάλλου, όπως και κάθε χρονοχώρος, βρί- σκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπους χρονοχώρους της καθημερινό- τητας, τόσο σε ατομικό, όσο και συλλογικό επίπεδο, και γι’ αυτό η επιρροή του έχει διαφορετικά επίπεδα διάχυσης, στους άμεσα εμπλεκόμενους, σε θεσμικούς φορείς, στην ίδια τη γειτονιά και πόλη κ.λπ.

Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η λειτουργία και η πορεία ενός κινήματος επηρεάζεται από τον τρόπο με τον οποίο αυτός ο νέος χρονοχώρος θα μορφοποιηθεί και θα συναρθρωθεί με τους υπόλοιπους. Για τους συμμετέχοντες και τις συμμετέ- χουσες ο κινηματικός χρονοχώρος απαιτεί κάποια αναδιάρθρωση του «κάθε μέρα», ο βαθμός της οποίας θα εξαρτηθεί από την εμπλοκή του καθενός και της καθεμίας. Ο νέος χρονοχώρος συνδέεται και πολλές φορές αναμετράται με τους υπόλοιπους, ατομικούς ή συλλογικούς χρονοχώρους (οικογενειακούς, εργασιακούς -έμμισθους και μη-, ξεκούρασης, διακοπών κ.λπ.)5. Εντάσσεται, δηλαδή, στις συχνά ρευστές ιε- ραρχήσεις που ποικίλουν ανάλογα με την κοινωνική ομάδα (το φύλο, την ηλικία, την εργασιακή, οικογενειακή, οικονομική κατάσταση, την κοινωνική και εθνοτική προέλευση, κλπ.). Βάσει των παραπάνω αλλά και της συγκυρίας, οι κινηματικοί χρονοχώροι σε κάποιες περιόδους πιθανότατα να ιεραρχούνται υψηλότερα και σε άλλες χαμηλότερα· σε περιπτώσεις που εντείνονται οι κινητοποιήσεις ορίζουν ρυθμούς και χρόνους και θα καθορίσουν, έστω και εφήμερα, το «κάθε μέρα» τουλάχιστον γι’ αυτούς που συμμετέχουν πιο ενεργά. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, θα μπορούσα- με να υποστηρίξουμε ότι πέρα από εύκολα ή δύσκολα συναρθρώσιμος, ο συνολικός τρόπος που τελικά βιώνεται ένας κινηματικός χρονοχώρος (ως ανάγκη συμμετοχής ή/και ως καθήκον ή/και ως εργασία ή/και ως διασκέδαση, ή/και ως κοινωνικοποίηση ή/και κ.λπ.) θα επηρεάσει τις πρακτικές που συνδέονται με αυτόν.

Οι δυσκολίες που εμφανίζει η συνάρθρωση ενός επιπλέον, μη σταθερού χρονοχώ- ρου στην καθημερινότητα, ιδίως σε αστικά περιβάλλοντα που κυριαρχούν η επιτά- χυνση και η εντατικοποίηση, καθορίζουν ως ένα βαθμό και την «ανοικτότητα» ενός κινήματος. Η συνθήκη της τοπικότητας, που χαρακτηρίζει τα κινήματα πόλης/περι- φέρειας, το γεγονός ότι οι πρακτικές που αναπτύσσουν «χωροθετούνται» και βιώνο- νται στο πλαίσιο της γειτονιάς ή της ευρύτερης περιοχής κατοικίας και μετακίνησης, διευκολύνει τη συνάρθρωση, ιδίως για ομάδες των οποίων μεγάλο μέρος της καθη- μερινότητας συνδέεται με τη συγκεκριμένη περιοχή. Για παράδειγμα, μια συνάντηση σε παιδική χαρά, με καλό καιρό, μια Κυριακή απόγευμα, θα αυξήσει τις πιθανότητες συμμετοχής γονιών με παιδιά και ιδίως μητέρων. Αυτό λειτουργεί και αντίστροφα. Όσοι και όσες συνδέουν μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς τους με την ευρύ- τερη περιοχή διεκδίκησης, άρα οι καθημερινές τους πρακτικές προϋποθέτουν την ανάπτυξη μιας σχέσης με το χώρο, είναι πιο πιθανό να αντιδράσουν σε μια έξωθεν παρέμβαση. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι ένας από τους λόγους της διάρκειας και της δυναμικότητας πολλών κοινωνικών κινημάτων πόλης και περιφέρειας είναι οι ποικίλες εκφράσεις αυτής της τοπικότητας.

Οι νέοι χρονοχώροι ως πεδία διαπραγμάτευσης της εμπειρίας της καθημερινότη- τας, εκτός των άλλων, συμβάλλουν στη συνεχή (ανα)νοηματοδότηση του χώρου. Με αυτή την έννοια, ακόμα και όταν ο κινηματικός χρονοχώρος παύσει να υπάρχει, θα έχει επηρεάσει αλλά και θα συνεχίζει να επηρεάζει τις πρακτικές και τις αντιλήψεις όχι μόνο των άμεσα εμπλεκομένων, αλλά και ευρύτερων συνόλων πολιτών, θεσμι- κούς παράγοντες αλλά και την ίδια την πόλη και τις αντιλήψεις για το χώρο. Αυτό βέβαια συμβαίνει σε όλα τα κινήματα που αναπτύσσουν μια έντονη σχέση με συγκεκριμένους χώρους, άσχετα από το αν οι διεκδικήσεις αφορούν αστικά, με τη στενή έννοια, αιτήματα. Το κίνημα των πλατειών συνδέθηκε με ιστορίες, βιώματα, εικόνες και άλλαξε τη συλλογική αναπαράσταση για τις ίδιες τις πλατείες. Ο χρονοχώρος των κινητοποιήσεων του Συντάγματος επηρέασε με διαφορετικούς τρόπους ακόμα και αυτούς που δεν συμμετείχαν, αλλά απλώς άκουσαν ή είδαν εικόνες από το Σύνταγμα. Η οικειοποίηση του Συντάγματος από τα άτομα και τις συλλογικότητες που συμμε- τείχαν, οι πρακτικές που αναπτύχθηκαν δημιούργησαν μια διαφορετική πλατεία και κατ’ επέκταση άλλαξαν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, κάποιες αντιλήψεις περί δημόσιου χώρου. Η εικόνα των ανθρώπινων αλυσίδων που προσπαθούσαν να πλύ- νουν το Σύνταγμα από τα δακρυγόνα με μικρά μπουκαλάκια νερό, αυτή η φροντίδα για το βιωμένο χώρο, ήρθε ως αποτέλεσμα μιας συλλογικής οικειοποίησης του δημό- σιου. Ο Σταύρος Σταυρίδης, προχωρώντας παραπέρα, διακρίνει σε αυτές τις πρακτικές την «επανεπινόηση του κοινού» (2011: 177).

ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΟΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΥ

Λόγω της συνεχούς κίνησης της καθημερινότητας είναι δύσκολο να μελετήσουμε τις διαδικασίες παραγωγής αντιλήψεων και ανανοηματοδότησης εννοιών. Επιπλέ- ον, αυτές οι διεργασίες είναι αόρατες, γιατί αφορούν αναπαραστάσεις αντίθετες με τις κυρίαρχες και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της εξουσίας είναι η επιβολή της δικιάς της μονοδιάστατης πραγματικότητας. Στην καθημερινότητα, εξάλλου, όλα είναι εφήμερα και όλα αλλάζουν συνεχώς, έστω και κάθε φορά ανεπαίσθητα και οι αντιλήψεις εμφανίζουν ιδιαίτερα αργούς ρυθμούς αλλαγής. Οι χρονοχώροι του παρό- ντος και του παρελθόντος επηρεάζουν το εδώ και το τώρα, αλλά και το μέλλον, και τα ορατά σημάδια δεν εκφράζουν απαραίτητα τις άπειρες διεργασίες που συντελούνται στο «κάθε μέρα». Αν η δράση των κινημάτων αποτελεί το πιο ορατό σημάδι μιας δια- δικασίας που ξεκινάει πριν την εμφάνισή τους και συνεχίζει να συντελείται και μετά την εξαφάνισή τους, τότε η μελέτη τους καθώς και η διερεύνηση των αλλαγών που πιθανώς επιφέρουν σε πρακτικές και αναπαραστάσεις μπορεί να φωτίσει ένα έστω μικρό κομμάτι της αργής αλλά συνεχούς πορείας αναδιαμόρφωσης αντιλήψεων.

Τα κοινωνικά κινήματα πόλης και περιφέρειας φωτίζουν τις αόρατες πολιτιστικές αλλαγές, τις αόρατες πολιτικές μάχες που συντελούνται στο «κάθε μέρα», καθώς αποτελούν ιδιαίτερα ορατές στιγμές σύγκρουσης μεταξύ αναπαραστάσεων κυρίαρ- χων/αφηρημένων και συγκεκριμένων, βιωμένων, καθημερινών. Τα κινήματα πόλης και περιφέρειας υπερασπίζουν το δικαίωμα στο συλλογικό ορισμό του καθημερινού προτείνοντας νέους ορισμούς του χώρου και μέσω αυτής της διαδικασίας νομιμοποιούν την αξία του βιωμένου. Υπό αυτό το πρίσμα εμφανίζουν συγκλίσεις με άλλα κινήματα, αγροτικά, οικολογικά, ιθαγενικά (βλ. και Zibechi, 2010). Η υψηλή αξιολό- γηση της σχέσης με το χώρο ως πρακτική, η ενίσχυση τελικά της αναπαράστασης του βιωμένου χώρου, ανατρέπουν τις κυρίαρχες ιεραρχήσεις και αμφισβητούν τη μονοσήμαντη αντίληψη του χώρου και του χρόνου ως αντικείμενα. Ευρύτερα, η διεκδίκηση της παραγωγής του καθημερινού, είτε αποσπασματική είτε συνολική, ως στοιχείο σύγκλισης μεταξύ διαφορετικών εγχειρημάτων και κινητοποιήσεων (βλ. και Mayer, 2009, Petropoulou, 2013, αλλά και Βαρκαρόλης, 2012) εμπλουτίζει τη συζήτηση για τη σχέση τοπικού – παγκόσμιου και τη συγκρότηση του glocal. Κυρίως, όμως, αυτές οι γειτνιάσεις δείχνουν τη δημιουργία μιας νέου είδους γενίκευσης «από τα κάτω» που συνδέει κινητοποιήσεις με διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές πρακτικές αλλά και διαφορετικά βιώματα τοπικότητας. Η ανάδειξη χαρακτηριστικών της καθημερινής ζωής και μετατροπής τους σε πεδίο συλλογικής έκφρασης και διεκδίκησης φανερώνει τη νομιμοποίηση και ισχυροποίηση αξιακών ιεραρχήσεων που οικοδομούνται με βάση το δικαίωμα στη διαμόρφωση του καθημερινού χρόνου και χώρου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι υπάρχουν δύο βασικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το σχήμα του Lefebvre: οι βιωμένοι χώροι δεν αντιμετωπίζονται ως παθητικοί και οι αναπαραστάσεις δεν περιορίζονται στις κυρίαρχες, στον λόγο δηλαδή των ειδικών. Αναλυτικότερα βλέπε: Χαϊδοπούλου Βρυχέα,

2008: 31-44.

2. Στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου της D. Massey ο όρος «trajectories» έχει αποδοθεί ως «τροχιές». Θεωρώ ότι η απόδοση ως «διαδρομές» είναι πιο ακριβής.

3. Ο Castells αναδεικνύει το σύνδεση μεταξύ καθημερινής ζωής και κινημάτων πόλης μέσα από την έννοια της «προβληματικής της πόλης» (Καστέλς, 1973/1980:11-12), ενώ ο Villasante (1984) βάζει στο επίκεντρο της έρευνάς του ακριβώς αυτή τη σχέση. Γενικότερα, η συνεισφορά του Lefebvre στο θέμα της σημασίας του καθημερινού για τη συγκρότηση του αστικού χώρου υπήρξε καθοριστική (για μια πιο σύγχρονη προσέγγιση βλ. Βαΐου, 2000).

4. Βλέπε χαρακτηριστικά τις ιστοσελίδες του Παρατηρητηρίου Ελεύθερων Χώρων Αθήνας-Αττικής (http://www.asda.gr/elxoroi/default.htm ) και των Λόφων Φιλοππάππου (http://filopappou.wordpress. com/) όπως και Καβουλάκος, 2008.

5. Όταν πια δεν υπάρχει ακριβής διαχωρισμός μεταξύ κινηματικών χρονοχώρων και υπόλοιπης καθημερινότητας, διαδικασία που σε κάθε περίπτωση είναι αργή και μακροχρόνια, τότε μπορούμε να μιλάμε για τη σταδιακή συγκρότηση μιας άλλης καθημερινότητας (ή αλλιώς την πλήρη πραγματοποίηση του «δικαιώματος στην πόλη»).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Adam, B. (1995) Timewatch. The social analysis of time. Κέιμπριτζ: Polity Press. Augé, M. (1992/1996). Los ‘no lugares’. Espacios del anonimato. Una antropología de la sobremodernidad, μτφρ. M. N. Mizraji. Βαρκελώνη: Editorial Gedisa. Βαΐου, Ντ. (2000) Πόλη και πολίτες: Η καθημερινή ζωή και το «δικαίωμα στην πόλη». Στο: Μοδινός, Μ., Ευθυμιόπουλος, Η. (επιμ.). Η βιώσιμη πόλη. Αθήνα: Εκδόσεις Στοχαστής, 204-216. Βαΐου, Ντ. & Χατζημιχάλης, Κ. (2012). Ο χώρος στην αριστερή σκέψη. Αθήνα: Ινστιτούτο Νίκος Πουλατζάς – Εκδόσεις Νήσος. Βαρκαρόλης, Ορ. (2012). Δημιουργικές αντιστάσεις και Αντεξουσία. Εγχειρήματα και προβληματισμοί του ριζοσπαστικού κινήματος στον 21 αιώνα. Αθήνα: Καφενείον «Το Παγκάκι». Crang, M. (2001) Rhythms of the city. Temporalised space and motion. Στο: May J., Thrift N. (επιμ.). Timespace – geographies of temporality. Λονδίνο: Routledge, 187-207. Giddens, A. (1990/1994) Consecuencias de la modernidad, μτφρ. A. Lizón Ramón. Μαδρίτη: Alianza Editorial. Στα ελληνικά: Giddens A. (2001). Οι συνέπειες της νεοτερικότητας, μτφρ. Γ. Μερτίκας. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική. Harvey, D. (1989) The condition of postmodernity. An enquiry into the origins of cultural change. Κέιμπριτζ: Blackwell. Στα ελληνικά: Harvey D. (2009). Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας. Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολής, μτφρ. Ελ. Αστερίου. Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο. Καβουλάκος, Κ. Ι. (2008) Προστασία και διεκδίκηση δημόσιων χώρων: Ένα κίνημα της πόλης στην Αθήνα του 21ου αιώνα. Στο: Εμμανουήλ Δ., Ζακοπούλου Έ., Καυταντζόγλου Ρ., Μαλούτας Θ., Χατζηγιάννη Α. (επιμ.). Κοινωνικοί και χωρι- κοί μετασχηματισμοί στην Αθήνα του 21ου αιώνα. Αθήνα: ΕΚΚΕ, 387-426. Καστέλς, Μ. (1973/1980) Πόλη και κοινωνικοί αγώνες, μτφρ. Γ. Κόκκινος, Μ. Παγκάλου. Αθήνα: Εκδόσεις Αγώνας. Lefebvre, H. (1968/1977) Το δικαίωμα στην πόλη, μτφρ. Π. Τουρνικιώτης, Κ. Λωράν. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση. Lefebvre, H. (1974/1991) The production of space, μτφρ. D. Nicholson – Smith. Οξφόρδη: Blackwell Publishing. Lefebvre, H. (1975/1990) Μηδενισμός και αμφισβήτηση, μετ. Λ. Τρουλινού. Αθήνα: Εκδόσεις Ύψιλον. Λόφοι Φιλοππάππου. Διαθέσιμο στο: http://filopappou.wordpress.com/. Massey, D. (2005) For Space. Λονδίνο: Sage. Στα ελληνικά: Massey D. (2009). Για το χώρο, μτφρ. Ι. Μπιμπλή. Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Mayer, Μ. (2009) The ‘Right to the City’ in the context of shifting mottos of urban social movements. City, 13(2-3), 362-374. Παρατηρηρητήριο Ελεύθερων Χώρων Αθήνας – Αττικής. Διαθέσιμο στο: http://www. asda.gr/elxoroi/default.htm. Petropoulou, Ch. (2013) “Alternative Networks of Collectivities” and “Solidarity- Cooperative Economy” in Greek cities: Exploring their theoretical origins. Journal of Regional Socio-Economic Issues, 3, 2: 61-85. Ritzer, G. (1994) The McDonaldization of society: Αn investigation into the changing character of contermporary social life. Θάουζαντ Όουκ: Pine Forge Press. Σταυρίδης, Στ. (2011) Πλατείες: Επινοώντας το κοινό, ανιχνεύοντας ξανά δρόμους προς τη συλλογική χειραφέτηση. Στο: Γιοβανόπουλος Χρ., Μητρόπουλος Δ. (επιμ.). Δημοκρατία under construction. Από τους δρόμους στις πλατείες. Αθήνα: Εκδόσεις Α/συνέχεια, 169-183. Villasante, Τ. R. (1984) Comunidades locales. Alálisis, movimientos sociales y alternativas. Μαδρίτη: Instituto de Estudios de administración Local. Χαϊδοπούλου Βρυχέα, Μ. (2008) Χρονοχώροι στην πόλη και καθημερινότητα. Συγκριτική μελέτη στην Αθήνα και την πόλη του Μεξικού, διδακτορική διατριβή. Αθήνα: Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. Διαθέσιμο στο: http://thesis.ekt. gr/thesisBookReader/id/22483#page/1/mode/2up. Χαϊδοπούλου Βρυχέα, Μ. (2013) Για τη σημασία της καθημερινότητας. Αθήνα: Εκδόσεις Νήσος. Zibechi, R. (2010) Αυτονομίες και χειραφετήσεις. Η Λατινική Αμερική σε κίνηση, μτφρ. Συλλογική. Αθήνα: Αλάνα.

Για πρώτη φορά πάνω από 30 χώρες και 70 πόλεις συντονίζονται

Η εικόνα ίσως περιέχει: 9 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, άτομα στέκονται, πλήθος και υπαίθριες δραστηριότητες

Ο Νάσος Ηλιόπουλος και μέλη της Ανοιχτής Πόλης συμμετείχαν το Σάββατο το μεσημέρι στο αντιφασιστικό συλλαλητήριο στην Αθήνα.

Ο Νάσος Ηλιόπουλος αναφέρει σε ανάρτησή του:

«Για πρώτη φορά πάνω από 30 χώρες και 70 πόλεις συντονίζονται και διοργανώνουν ταυτοχρόνως κινητοποιήσεις ενάντια στην ακροδεξιά, τον ρατσισμό και τον φασιστικό κίνδυνο.
Εχθές, στο Κράιστσερτς της Νέας Ζηλανδίας, ένας ακροδεξιός εξτρεμιστής άνοιξε πυρ σε δυο μουσουλμανικά τεμένη και αφαίρεσε τη ζωή από 49 ανθρώπους, προκαλώντας μια ανείπωτη τραγωδία.
Η επιχειρούμενη παλινόρθωση της ακροδεξιάς σε παγκόσμιο επίπεδο προμηνύει μόνο τέτοιες τραγωδίες. Είναι χρέος όλων των δημοκρατικών πολιτών να αποτρέψουμε αυτή την εξέλιξη και παρά τις όποιες πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές να οικοδομήσουμε όλοι μαζί έναν κόσμο που θα τους χωράει όλους, ανεξάρτητα από το φύλο, τη φυλή, τη θρησκεία και τον σεξουαλικό προσανατολισμό.
Είμαστε όλοι διαφορετικοί και είμαστε όλοι ίσοι. Προσωπική μου δέσμευση είναι ότι θα αγωνιστώ ώστε η Αθήνα να είναι μια πόλη ασφαλής και πολύχρωμη, που όχι απλά θα δέχεται αλλά θα αγκαλιάζει την διαφορετικότητα του κάθε ανθρώπου, είτε μένει εδώ μόνιμα είτε περνάει για λίγες μέρες ή ώρες.
Θα το επαναλάβω λοιπόν.
Η Αθήνα είναι πιο ασφαλής χωρίς την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής και των άλλων φασιστικών ομάδων.»

Κανείς άλλος σοκολάτα;

Κανείς άλλος σοκολάτα;». Η Μαρία κρατά τα μπουκάλια με το ζεστό ρόφημα που έχουν σχεδόν αδειάσει. Βρισκόμαστε Κυριακή βράδυ κοντά στην Ε7 του λιμανιού του Πειραιά και είμαστε έτοιμοι μαζί με την «Παρέα» να μοιράσουμε φαγητό στους άστεγους που ζουν εδώ χρόνια τώρα.

Συνέχεια ανάγνωσης Κανείς άλλος σοκολάτα;

η Μικρή ιστορία ενός γκραφίτι και το τέλος του

δυο διάσημα γκραφίτι-μουράλ της ιταλικής κολεκτίβας Μπλου (Βlu) που υπήρχαν στην οδό Κούβριστρασε (Cuvrystraße) στο Κρόιτσμπεργκ του Βε-ρολίνου. Η μια τοιχογραφία εικονοποιούσε ένα γιάπη χωρίς κεφάλι που φτιάχνει την γραβάτα του και φοράει δυο χρυσά ρολόγια ρόλεξ, τα οποία δένονται μεταξύ τους με αλυσίδα ώστε να φαίνονται σαν χειροπέδες, και η άλλη δύο καλυμμένα με κουκούλες πρόσωπα που η μια αποκαλύπτει την άλλη σχηματίζοντας η πρώτη με τα δάχτυλά της το σύμβολο «Ε» για την «Ανατολή (East)» και η δεύτερη το σύμβολο «W» για τη «Δύση (West)».
Συνέχεια ανάγνωσης η Μικρή ιστορία ενός γκραφίτι και το τέλος του

Οι αυτοοργανωμένες πλατφόρμες πολιτών αναλαμβάνουν τη διοίκηση των πόλεων

Της Δώρας Κοτσακά

– Ανάπτυξη συνεταιρισμών, κοινωνικών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων ενταγμένων στο οικονομικό σχέδιο εξυπηρέτησης των τοπικών αναγκών, όπως στη Βαρκελώνη και στο Πρίνστον, στο Κλίβλαντ και στο Τζάκσον (ΗΠΑ).

– Μαζικό κύμα επαναδημοτικοποίησης των δημοσίων υπηρεσιών κυρίως στους τομείς της ενέργειας, του νερού και των κοινωνικών υπηρεσιών, στο οποίο έχει προχωρήσει πολύ μεγάλος αριθμός δήμων και περιφερειών κυρίως σε Γαλλία, Αυστρία, Γερμανία και Νορβηγία.

– Θέσμιση κοινοτικών κοινοπραξιών γης με σκοπό την προστασία από το gentrification, όπως συμβαίνει στο Λιντζ και το Όκλαντ (ΗΠΑ).

Το κίνημα της νέας αυτοδιοίκησης ή, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, new municipalism αποτελεί το νέο αγαπημένο όρο όταν γίνεται κουβέντα για τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής, τα κοινά αγαθά ή τα κινήματα πόλης. Οι σχετικές συζητήσεις, τα εφαρμοσμένα παραδείγματα και οι εκλογικές νίκες, ενώ πληθαίνουν ταχύτατα σε αριθμό, συνεχίζουν να αφορούν μικρές κλίμακες. Στις ΗΠΑ το κίνημα είναι περισσότερο συνδεδεμένο με τον M. Bookchin, θεωρητικό της κοινωνικής οικολογίας, ο οποίος ήταν και ο πρώτος που εισήγαγε τον όρο municipalism, ενώ στην Ευρώπη οι αναφορές του έχουν να κάνουν περισσότερο με τα Κοινά, την κοινωνική οικονομία, τις πρακτικές P2P. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την πολιτική παράδοση του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος και τα κινήματα των πλατειών, συνιστούν κοινό τόπο για το κίνημα της νέας αυτοδιοίκησης, από τη Βαρκελώνη και τη Νάπολη έως το Μόντρεαλ και τη Νέα Υόρκη, όπου τον Αύγουστο έγινε και η τελευταία συνάντηση των fearless cities, όπως ονομάζεται η διεθνής “ομπρέλα συντονισμού” τους.

Κινούμενοι μέσα σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο, άνθρωποι ενεργοί στα κινήματα των πλατειών πριν από μερικά χρόνια, μοιράστηκαν ως κοινή αφετηρία την παραδοχή ότι η κεντρική πολιτική σκηνή ήταν εξαιρετικά διαπλεκόμενη και περίπλοκη, εγκλωβισμένη στους όρους εξυπηρέτησης της κερδοσκοπίας των διεθνών χρηματοπιστωτικών κολοσσών, αλυσοδεμένη με συμβάσεις και μνημόνια. Η προσπάθεια που απαιτούνταν για να εμπλακούν σε αυτό το παιχνίδι ήταν τεράστια, τα αποτελέσματα αμφίβολα και, κυρίως, οι συμβιβασμοί που συνιστούσαν προϋπόθεση ήταν τέτοιοι και τόσοι που εξαρχής κατέστη σαφές ότι οι εθνικές εκλογές δεν ήταν μία μάχη που επέλεγαν να δώσουν. Αντίθετα, η αυτοδιοίκηση γινόταν αντιληπτή ως περισσότερο οικεία, λιγότερο εγκλωβισμένη σε “μεγάλα κόλπα” που τους υπερέβαιναν και καταλληλότερη προκειμένου να εφαρμοστούν πειραματικά οι πολιτικές και οι αρχές που πρέσβευαν μέσα από θεσμικά κανάλια. Ακόμα και η εκλογική αναμέτρηση σε αυτό το επίπεδο φαινόταν ως μία μάχη που μπορούσε να κερδηθεί, όταν π.χ. στον τομέα της ενημέρωσης μπορούσαν να δουλέψουν τις πόλεις τους γειτονία – γειτονιά, ενώ δεν μπορούσαν να επηρεάσουν ούτε κατ’ ελάχιστο τα ΜΜΕ εθνικής εμβέλειας.

Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά και σε εκλογικό επίπεδο. Από το 2015 μεγάλες πόλεις πέρασαν στα χέρια των κινημάτων που πλέον έπρεπε να γειωθούν και να αναμετρηθούν με τους όρους της διοίκησης και των θεσμικών εργαλείων. Τον Ιούνιο του 2017, το διεθνές κίνημα της νέας αυτοδιοίκησης συναντήθηκε για πρώτη φορά υπό την ομπρέλα του Fearless Cities σε ένα μεγάλο συνέδριο στη Βαρκελώνη, που οργανώθηκε από την πλατφόρμα πολιτών Barcelona En Comú. Σε αυτό συμμετείχαν περισσότεροι από 700 δήμαρχοι, αιρετοί στην αυτοδιοίκηση και ακτιβιστές από όλες τις ηπείρους με σκοπό τη συγκρότηση ενός παγκόσμιου δικτύου. Από την πρώτη στιγμή αποτέλεσε κοινό τόπο ότι το ζητούμενο δεν ήταν η εμπλοκή στην πολιτική εκπροσώπηση, αλλά ένα πείραμα για την αλλαγή των αυτοδιοικητικών θεσμών. Στόχος είναι η αξιοποίησή τους όχι στη θέση των οργανωτικών δομών των κινημάτων, αλλά προκειμένου να υποστηρίξουν, διευρύνουν και μαζικοποιήσουν το κίνημα.

Μετρώντας ήδη κάποια χρόνια στη διοίκηση, οι πλατφόρμες πολιτών μπορούν πλέον να αποτιμηθούν όχι μόνο ως ιδέα, αλλά και ως προς τα αποτελέσματα που φέρουν. Παρόλο που τα ονόματα και η σύνθεσή τους διαφέρουν από πόλη σε πόλη, έχουν όλες μία κοινή φιλοσοφία και τρόπο εργασίας. Χρησιμοποιούν ως βασικό εργαλείο τις λαϊκές συνελεύσεις και τα ψηφιακά εργαλεία συμμετοχής, προκειμένου να λάβουν αποφάσεις από την πολιτική τους ατζέντα έως την οργανωτική τους δομή.

Στην Ευρώπη το εν λόγω κίνημα έχει κυρίως συνδεθεί με τις πόλεις της Ισπανίας που ήταν και οι πρώτες που πέρασαν υπό τον έλεγχό του, όπως η Βαρκελώνη και η Μαδρίτη, ως συνέχεια του κινήματος 15Μ των πλατειών. Μέσα σε λίγους μήνες πολλοί εκ των υποψηφίων βρέθηκαν μέσω της θεσμικής οδού στα γραφεία των δημαρχείων να κοιτάζουν τις πλατείες στις οποίες διαδήλωναν και καταλάμβαναν τα προηγούμενα χρόνια. Σήμερα εργάζονται για το συστηματικό άνοιγμα της πολιτικής σφαίρας στα κοινωνικά κινήματα και τις συνελεύσεις γειτονιάς που στην πόλη είναι ενεργές και παίζουν μεγάλο ρόλο τόσο στη λήψη αποφάσεων όσο και στην υλοποίησή τους. Μετράνε ήδη πολλές νίκες ενάντια στις εξώσεις και την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, ενώ ταυτόχρονα έχουν αυξήσει σημαντικά τις δημόσιες επενδύσεις στην κοινωνική πρόνοια.

Στη Βαρκελώνη ξεκίνησαν δημιουργώντας έναν “ηθικό κανονισμό” σχεδιασμένο με τρόπο που να θέτει τις κινήσεις των αιρετών υπό διαρκή λαϊκό έλεγχο με στόχο την αποφυγή της “θεσμοποίησής τους”, όπως αναφέρουν. Το πρόγραμμα συνδιοίκησής τους περιλαμβάνει δράσεις έκτακτης ανάγκης, όπως μέτρα για την παύση των εξώσεων, πρόστιμα στις τράπεζες που αφήνουν άδεια ακίνητα διαφορετικών χρήσεων, και επιδότηση για το κόστος σε ενέργεια και μετακινήσεις των ανέργων και όσων έχουν απολαβές χαμηλότερες του κατώτατου μισθού. Παράλληλα, πειραματίζονται με νέες μορφές συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων, όπως στην περίπτωση επαναχάραξης της στρατηγικής της πόλης για τον τουρισμό, μέσα από ένα συμμετοχικό σχέδιο που έχει ως βάση τις λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές. Στη Μαδρίτη δημιούργησαν τη “θέση του πολίτη” στα δημοτικά συμβούλια, όπου για πρώτη φορά μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα οι δημότες και να λαμβάνουν το λόγο.

Προφανώς πολλοί από τους στόχους του κινήματος της νέας αυτοδιοίκησης, από την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών έως την συντεταγμένη υποστήριξη στην κοινωνική οικονομία ως εναλλακτική στον εκ χρηματισμένο καπιταλισμό, περιορίζονται σε πλαίσια που στην πραγματικότητα τίθενται σε εθνικό, ευρωπαϊκό ή και παγκόσμιο επίπεδο. Προσπαθώντας να απαντήσουν σε αυτούς τους περιορισμούς οι πλατφόρμες πολιτών ενώνουν τις δυνάμεις τους και δημιουργούν δίκτυα όπως το “refuge cities” στην Ισπανία ή το δίκτυο των καταλανικών πόλεων που προωθεί την κοινωνική οικονομία με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Αυτού του τύπου τα δίκτυα επιτρέπουν την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και πόρων σε οριζόντιο επίπεδο και τη δημιουργία εναλλακτικών κοινωνικό-οικονομικών μοντέλων από τα κάτω. Την ίδια στιγμή η δημιουργία δικτύων τους επιτρέπει να υπερβούν τις πεπερασμένες δυνατότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης και να μπορέσουν να εισάγουν ζητήματα στην πολιτική ατζέντα που σκοπίμως παραμένουν στην αφάνεια, όπως έγινε στην περίπτωση της πρωτοβουλίας των TTIP free zones, στην οποία συμμετέχουν περισσότεροι από 2000 δήμοι και περιφέρειες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και πόλεις της Ιταλίας, όπως η Νάπολη όπου η πλατφόρμα πολιτών Mass Critica έλαβε το 65% των ψήφων. Μία από τις πρώτες της κινήσεις ήταν η δημιουργία του θεσμικού πλαισίου και νομικού πλαισίου προκειμένου “σημαντικοί αστικοί τομείς και λειτουργίες να ενταχθούν στην κατηγορία των κοινών”. Στη συνέχεια, δημιούργησαν την πρώτη υπηρεσία του δήμου αποκλειστικά υπεύθυνη για τα κοινά.

Δύο καίρια σημεία διαφοροποιούν το κίνημα της νέας αυτοδιοίκησης από παλαιότερες ριζοσπαστικές προσεγγίσεις αστικής διαχείρισης. Το τοπικό κράτος γίνεται αντιληπτό ως το θεσμικό εργαλείο για την ενδυνάμωση, το συντονισμό και την ανάπτυξη της κοινωνικής καινοτομίας από τις πρωτοβουλίες πολιτών, τις οργανώσεις και τις επιχειρήσεις της ίδιας της κοινότητας. Αυτή η αντίληψη – που πολλοί σήμερα αποδίδουν και με τον όρο partner state – εδράζεται στην παραδοχή ότι οι κοινότητες μπορούν να είναι πολύ αποτελεσματικές στην κάλυψη με ίδιους πόρους και εργασία μεγάλου μέρους των αναγκών τους. Το κίνημα της νέας αυτοδιοίκησης δεν αντιλαμβάνεται το ρόλο του τοπικού κράτους αποκλειστικά ως πάροχου υπηρεσιών. Επιδιώκει τη δημιουργία εκείνων των συνθηκών που θα επιτρέψουν στις πρωτοβουλίες πολιτών της κοινότητας να λειτουργήσουν και αναπτυχθούν ενδυναμώνοντας τις δυνατότητες αυτοοργάνωσης της κοινότητας.

Ωστόσο, δεν πρόκειται για μία διαδικασία που έχει ως στόχο να αποψιλώσει τις αρμοδιότητες της αυτοδιοίκησης. Συνιστά εμπεδωμένη παραδοχή ότι θεμελιακά αγαθά και υπηρεσίες όπως η ενέργεια, η παροχή νερού και αποχέτευσης, οι δημοτικές συγκοινωνίες και οι σχολικές μονάδες, ξεπερνούν τις τοπικές πρωτοβουλίες πολιτών εξαιτίας της κλίμακάς τους. Είναι η αυτοδιοίκηση με την θεσμική της ιδιότητα που εγγυάται ότι αυτού του τύπου τα αγαθά και οι υπηρεσίες τιμολογούνται δίκαια και είναι προσβάσιμα από όλους τους πολίτες.

Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με μία ριζοσπαστική προσέγγιση σχετικά με το τι συνιστά τοπική οικονομική ανάπτυξη. Σε αυτό το νέο όραμα για τα δημοτικά πράγματα στόχο αποτελεί η δημιουργία μίας τοπικής οικονομίας που θα είναι αποκεντρωμένη, δίκαιη και δημοκρατική. Έρχεται σε ρήξη στην πράξη με την εμπεδωμένη αντίληψη που αντιλαμβάνεται την οικονομική πολιτική των δήμων ως κάτι που συνίσταται σε αναζήτηση επενδύσεων από μεγάλες εταιρείες και ανάθεση προμηθειών πάλι σε αυτές, αναπτυξιακά σχέδια real estate μεγάλης κλίμακας και μεγάλες πανάκριβες εκδηλώσεις εντυπωσιασμού. Αντίθετα, εστιάζει στη διεύρυνση του δημοσίου και κοινωνικού τομέα της οικονομίας, σε οικονομικές δραστηριότητες με δικαιότερους μισθούς, με μεγαλύτερο εργατικό έλεγχο και αυξημένη περιβαλλοντική και κοινωνική μέριμνα. Στόχος είναι η δημιουργία πλούτου στην κοινότητα κατά τη διάρκεια της πραγματικής λειτουργίας της οικονομίας και όχι μίας εκ των υστέρων ανακατανομής με αμφίβολους όρους. Ορισμένα από τα εργαλεία που εφαρμόζουν προκειμένου να πετύχουν τα παραπάνω έχουν να κάνουν με:

– Τη δημιουργία “συμφώνων συνεργασίας” και θερμοκοιτίδων συνεργατικής οικονομίας, όπως στη Μπολόνια και τη Γάνδη.

– Την ανάπτυξη συνεταιρισμών, κοινωνικών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων ενταγμένων στο οικονομικό σχέδιο εξυπηρέτησης των τοπικών αναγκών, όπως στη Βαρκελώνη και στο Πρίνστον, στο Κλίβλαντ και στο Τζάκσον (ΗΠΑ).

– Το μαζικό κύμα επαναδημοτικοποίησης των δημοσίων υπηρεσιών κυρίως στους τομείς της ενέργειας, του νερού και των κοινωνικών υπηρεσιών, στο οποίο έχει προχωρήσει πολύ μεγάλος αριθμός δήμων και περιφερειών κυρίως σε Γαλλία, Αυστρία, Γερμανία και Νορβηγία.

– Την προώθηση και ενίσχυση των αυτοδιαχειριζόμενων κοινωνικών κέντρων, όπως στη Νάπολη.

– Τη θέσμιση κοινοτικών κοινοπραξιών γης με σκοπό την προστασία από το gentrification, όπως συμβαίνει στο Λιντζ και το Όκλαντ (ΗΠΑ).

Παρέχοντας φροντίδα στο αστικό περιβάλλον

29 Sep 2012, London, England, UK --- London, United Kingdom. 29th September 2012 -- Woman holds placard 'Our bodies are still battlegrounds' based on Barbara Kruger's 1989 poster for a 1989 US abortion rights protest. -- On the International Day of Action for Safe and Legal Abortion, an Abortion Rights protest called for rights for women in Northern Ireland, an end to anti-choice harassment outside abortion clinics and the global decriminalisation of abortion. --- Image by © Peter Marshall/Demotix/Corbis

Της Τζοάννας Μπρένερ

Συνέχεια ανάγνωσης Παρέχοντας φροντίδα στο αστικό περιβάλλον