A Web Page

ΙΣΤΟΡΙΚΉ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΣΤΑ ΔΑΣΗ

 

Τα τελευταία χρόνια μια σειρά προβλήματα που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και τις χρήσεις γης βρίσκονται στην επικαιρότητα. Οι πρόσφατες πλημμύρες, οι ελλείψεις στην αντισεισμική και αντιπλημμυρική προστασία των πόλεων, οι δασικές πυρκαγιές, η αύξηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης είναι ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η όξυνση των συγκεκριμένων προβλημάτων δεν αποτελεί ούτε τυχαίο ούτε φυσικό φαινόμενο. Σχετίζεται με την πολιτική των αστικών κυβερνήσεων να οργανώσουν το χώρο πιο αποτελεσματικά ώστε να θωρακιστεί η ανταγωνιστικότητα των μονοπωλιακών ομίλων. Αυτή η κατεύθυνση αποτυπώθηκε για παράδειγμα στις αποφάσεις της προηγούμενης συγκυβέρνησης για το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας και τον πρόσφατο νόμο για τα Δάση.

Όλα αυτά τα προβλήματα αναδεικνύουν σε τελευταία ανάλυση τις συνέπειες του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης που θυσιάζει τις διευρυνόμενες λαϊκές ανάγκες με κριτήριο το κέρδος των μονοπωλιακών ομίλων.

Οι χρήσεις γης συνδέονται με την προστασία του περιβάλλοντος (δασών, ρεμάτων, ζωνών χρήσης κλπ.) και την ασφάλεια των κατοίκων (π.χ. πυρκαγιές, πλημμύρες, σεισμοί, βιομηχανικά ατυχήματα μεγάλης έκτασης).

Στον καπιταλισμό η γη ιδιοκτησιακά χωρίζεται σε κρατική και ιδιωτική. Επίσης, ανάλογα με το χαρακτήρα και τη χρήση της, χαρακτηρίζεται ως δάσος, δασική, αγροτική, άγονη, ακίνητο-οικόπεδο, κοινόχρηστος χώρος εντός σχεδίου, βιομηχανική, βιοτεχνική περιοχή κλπ.

Οι εκκρεμότητες του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στη γη δημιουργούν πλήθος διεκδικήσεων, με συνέπεια διαχρονικά να οξύνονται σοβαρά προβλήματα στη χρήση γης και ιδιαίτερα στην προστασία και διαχείριση των δασών και δασικών εκτάσεων.

Το ιδιοκτησιακό πρόβλημα των δασικών οικοσυστημάτων, των χερσαίων δηλαδή φυσικών οικοσυστημάτων, αφορά ουσιαστικά το σύνολο των αμφισβητήσεων της ιδιοκτησίας τους μεταξύ του κράτους και ιδιωτών, συμπεριλαμβανομένης και της εκκλησίας. Ως τέτοιο επηρεάζεται από το πώς ιστορικά το αστικό Ελληνικό κράτος αναγνώριζε την ιδιοκτησιακή κατάσταση στα τμήματα που αποσπούσε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Διαχρονικά και ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, ως προς τα δασικά εδάφη κυρίαρχο ζήτημα είναι η αλλαγή της χρήσης ή της ιδιοκτησίας τους μέσω της αλλαγής του χαρακτήρα τους. Στόχος όλων των αστικών κυβερνήσεων είναι η αξιοποίησή τους με βάση το κέρδος, τα συμφέροντα των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων και όχι η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Η εξέλιξη του ιδιοκτησιακού δεν είναι χωρίς αντιθέσεις μεταξύ τμημάτων του κεφαλαίου (τουριστικού, κατασκευαστικού, μεταποιητικού, εφοπλιστικού, ενεργειακών ομίλων κλπ.).

Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Στρατηγική 2020, πράσινη πολιτική, πολιτική για την βιοποικιλότητα και την κλιματική αλλαγή, η νέα στρατηγική για τα δάση της ΕΕ) συνδέεται και με τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα και τον τελευταίο νόμο που ψηφίστηκε από τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ μόλις τον Αύγουστο του 2014.

Η υπάρχουσα βιβλιογραφία και διάφορες πηγές εμφανίζουν αντιφάσεις στην προσπάθεια αρκετών να εξασφαλίσουν πολιτική και επιστημονική κάλυψη στη διαχρονικά ασκούμενη αστική πολιτική.

Τα δασικά οικοσυστήματα αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του φυσικού περιβάλλοντος. Θα μπορούσαν να λειτουργήσουν προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων με μια δασική πολιτική που θα εξασφάλιζε την ολοκληρωμένη προστασία, την οικολογική τους ανόρθωση και τη διαχείρισή τους ως βασικού τομέα της πρωτογενούς παραγωγής, την αειφορία των δασικών καρπώσεων, η οποία είναι σε αντίθετη κατεύθυνση με την «προσαρμογή των δασών στην οικονομία της αγοράς» και την ιδιωτικοποίησή τους.

Η κοινωνική αξιοποίησή τους στο πλαίσιο ενός ριζικά διαφορετικού δρόμου ανάπτυξης προϋποθέτει την κοινωνική ιδιοκτησία στη γη, στα δασικά οικοσυστήματα, τον επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας, εργατικό έλεγχο και διαφορετική οργάνωση παραγωγής, που θα ικανοποιεί τις διευρυνόμενες λαϊκές ανάγκες, με βάση ένα σύνολο κριτηρίων οικονομικών, κοινωνικών, περιβαλλοντικών, με κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Απαιτεί τελικά ανατροπή του χαρακτήρα της εξουσίας, κατάκτηση της εργατικής εξουσίας, όπου τα δασικά οικοσυστήματα και η γη θα γίνουν κοινωνική λαϊκή περιουσία, θα κοινωνικοποιηθούν τα μονοπώλια. Άλλωστε ένα από τα πρώτα διατάγματα της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης ήταν το διάταγμα για τη γη, με το οποίο: «Η ιδιοκτησία γης των τσιφλικάδων καταργείται, αμέσως, χωρίς καμιά αποζημίωση. Τα κτήματα των τσιφλικάδων, όπως και όλη η γη που ανήκει στην αυτοκρατορική οικογένεια, στα μοναστήρια, στις εκκλησίες, μαζί με όλα τα σύνεργα και ζώα εργασίας, όλα τα κτίρια των αγροκτημάτων και όλα τα εξαρτήματά τους μπαίνουν στη διάθεση των επαρχιακών επιτροπών γης και των νομαρχιακών Σοβιέτ των αγροτών βουλευτών, ως τη σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης»1.

Η εξέλιξη της ιδιοκτησίας στη γη ακολουθεί και εντάσσεται αντικειμενικά στην κοινωνικοοικονομική εξέλιξη. Διαμορφώνεται και καθορίζεται από τις σχέσεις παραγωγής, από τις οποίες απορρέει και η αξιοποίηση της γης, των δασικών οικοσυστημάτων, ειδικότερα από την εκάστοτε άρχουσα τάξη.

Η ιδιοκτησία της γης, η γαιοκτησία, αποτελεί ιστορική κληρονομιά του φεουδαρχικού συστήματος στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Όμως ο καπιταλισμός χωρίζει τη γη από τη γαιοκτησία και από το γαιοκτήμονα, για τον οποίο η γη δεν αντιπροσωπεύει τίποτα άλλο εκτός από μια καθορισμένη πρόσοδο (γαιοπρόσοδο), ένα καθορισμένο ποσό σε χρήμα, ως αποτέλεσμα της ιδιοκτησίας του στη γη και της χρήσης γης, την οποία παραχωρεί έναντι αυτού του τιμήματος στον καπιταλιστή και του εκχωρεί τη δυνατότητα χρήσης της για την εγκατάσταση και λειτουργία της βιομηχανικής, της εμπορικής ή όποιας άλλης δραστηριότητας προτίθεται να ασκήσει.

 Ο Μαρξ αναφέρει: «Ο ίδιος ο τίτλος ιδιοκτησίας όμως δε δημιουργείται με την πούληση, αλλά απλώς μεταφέρεται. Ο τίτλος πρέπει να υπάρχει προτού μπορέσει να πουληθεί, και όπως δεν μπορεί τον τίτλο αυτό να τον δημιουργήσει μια πούληση, άλλο τόσο δεν μπορεί να τον δημιουργήσει μια σειρά από τέτοιες πουλήσεις, η διαρκής επανάληψή τους. Αυτό που γενικά τον δημιούργησε ήταν οι σχέσεις παραγωγής. Όταν οι σχέσεις παραγωγής φτάσουν σε ένα ορισμένο σημείο, στο οποίο οφείλουν, όπως το φίδι, να αλλάξουν το περικάλυμμά τους, φεύγει από τη μέση η υλικά, οικονομικά και ιστορικά δικαιολογημένη πηγή του τίτλου, που προκύπτει από το προτσές της κοινωνικής γενεσιουργίας, καθώς και όλες οι συναλλαγές που βασίζονται σ’ αυτόν τον τίτλο. Από τη σκοπιά ενός νεότερου οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού η ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών ατόμων στη γήινη σφαίρα θα εμφανίζεται τόσο πέρα για πέρα ανούσια, όσο και η ατομική ιδιοκτησία ενός ανθρώπου πάνω σε έναν άλλο άνθρωπο. Ακόμα και μια ολόκληρη κοινωνία, ένα έθνος, μάλιστα όλες οι σύγχρονες κοινωνίες μαζί παρμένες, δεν είναι ιδιοκτήτες της γης. Είναι απλώς κάτοχοί της, οι επικαρπωτές της και οφείλουν σαν boni patres familias –καλοί οικογενειάρχες– να την κληροδοτήσουν βελτιωμένη στις επόμενες γενεές»2.

 Η συνολική αποτύπωση αυτής της εξέλιξης δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο ενός άρθρου. Υπάρχουν ειδικά ζητήματα, όπως η εκκλησιαστική περιουσία, για τα οποία απαιτείται ειδική μελέτη. Γίνεται προσπάθεια να αποτυπωθούν πλευρές της ιστορικής πορείας της ιδιοκτησίας στα δασικά οικοσυστήματα της Ελλάδας μετά την επανάσταση του 1821 και μαζί με τις ιδιοκτησιακές συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι οποίες επηρέασαν και το καθεστώς ιδιοκτησίας του νεοσύστατου Ελλαδικού κράτους σε συνδυασμό με τη στάση των κυβερνήσεων από τα πρώτα χρόνια της επανάστασης του 1821 μέχρι σήμερα.

Αν και η πολιτική γης όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων της Ελλάδας μετά την επανάσταση του 1821 είχε ως βάση της την καπιταλιστική ανάπτυξη, το δίκαιο σχετικά με τη δασική ιδιοκτησία έχει βαθιά ακόμη τις ρίζες του στο Οθωμανικό Δίκαιο και σε αυτό ανατρέχουν τόσο όσοι επιδιώκουν να υπερασπίσουν την κρατική ιδιοκτησία ως τέτοια, όσο και όσοι επιδιώκουν να την ιδιοποιηθούν προς όφελός τους.

Είναι προφανές ότι ανοίγεται ένα μεγάλο ζήτημα που αφορά τελικά την ιδιοκτησία της γης και τη χρήση της, του οποίου η επίλυση προς όφελος της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί συνολικά αν δεν ξεπερασθεί το ζήτημα της ατομικής ιδιοκτησίας στη γη με την κοινωνικοποίησή της.

 

Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ (ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ)

Την εποχή του Βυζαντίου τα δάση του σημερινού ελλαδικού χώρου αποτελούνταν από αιωνόβια και μη, αυτοφυή άγρια δένδρα. Την παλαιότερη μορφή εκδήλωσης δικαιώματος επί δασών αποτελούσε η χρήση τους και η κάρπωση για την ικανοποίηση ατομικών ή διατομικών/κοινοτικών αναγκών.

Στην περίοδο των ρωμαϊκών χρόνων παραμένει το δικαίωμα χρήσης τους, ενώ στο πλαίσιο του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου γίνονται οι πρώτες αναφορές για την ύπαρξη δουλειών3 στα δάση, όπως ότι επιτρεπόταν η υλοτομία ως δουλεία και ο δικαιούχος της μπορούσε να πουλάει την ξυλεία του.

Το Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο προέβλεπε τη συνετή διαχείριση και προστασία των δασών, τα οποία κατά πλήρη κυριότητα ανήκαν στο βυζαντινό κράτος. Η κυριότητα αυτή παρέμενε πάντοτε απαράγραπτη. Από τα δάση εξυπηρετούνταν κατά κύριο λόγο οι πολεμικές και άλλες αναπτυξιακές κρατικές ανάγκες και δραστηριότητες. Με χρυσόβουλα διατάγματα και άλλων ειδών τίτλους, ο αυτοκράτορας παραχωρούσε την κυριότητα ορισμένων περιοχών. Αν μέσα στα φυσικά όρια που περιγράφονταν στα παραχωρητήρια αυτά περιλαμβάνονταν και δάση και άλλες δασικές εκτάσεις, καλυμμένες με άγριους θάμνους και αγριόχορτα, αυτές συνόρευαν με πόλεις, χωριά και μοναστήρια. Οι στρατηγοί, οι άρχοντες, τα μοναστήρια, οι εκκλησίες και οι ελεύθεροι αγρότες είχαν την πλήρη κυριότητα στις καλλιεργήσιμες λειβαδικές γαίες και γαίες στις οποίες υπήρχαν ή κατασκεύαζαν σπίτια και άλλα οικήματα.4

Η καθεμία από τις ιδιοκτησίες αυτές είχε ιδιαίτερα φυσικά χαρακτηριστικά, δηλαδή θέση, σχήμα, όρια, εμβαδόν, μορφολογία. Επίσης είχε ιδιαίτερη νομική κατάσταση, δηλαδή συγκεκριμένο ονοματεπώνυμο ιδιοκτήτη, εμπράγματες υποχρεώσεις. Αυτή η φυσική και νομική κατάσταση διατηρήθηκε μέχρι το 1204.

Σημειώνεται ότι από το 771 και από το 814, με νέους γραπτούς νόμους του Καρλομάγνου και των μετέπειτα φεουδαρχών, ισχυροποιήθηκε στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη το φεουδαρχικό σύστημα.

Από το 1099 (τέλος Α΄ Σταυροφορίας) και μετά, επιβάλλονταν κι εφαρμόζονταν οι συνθηκολογήσεις-συνθήκες στις χώρες και στους νικημένους λαούς της Βαλκανικής και των ανατολικών παραλίων της Μεσογείου.

Το 1204 οι Ευρωπαίοι σταυροφόροι φεουδάρχες κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη και κατέλυσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, υπογράφτηκε η Συνθήκη μεταξύ του ηττημένου Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλέξιου Ε΄ Δούκα Μουρτζουφλού και των νικητών Ευρωπαίων φεουδαρχών.

Άλλαξε η εδαφική τους οριοθέτηση, αφού καταργήθηκαν όρια, σχήματα, εμβαδά των ιδιοκτησιών των Βυζαντινών γαιοκτημόνων. Άλλες ιδιοκτησίες ενώθηκαν, άλλες κατατμήθηκαν και αποτέλεσαν νέα ακίνητα, με άλλα όρια, άλλα σχήματα, άλλα εμβαδά, τα φέουδα. Άλλαξε η νομική κατάσταση, αφού η κυριότητα των Βυζαντινών ιδιοκτητών πέρασε στα ονόματα των φεουδαρχών των διάφορων περιοχών. Οι Βυζαντινοί ιδιοκτήτες εξαφανίστηκαν για να γλιτώσουν τη ζωή τους, ενώ όσοι από αυτούς έγιναν υποτελείς έχασαν ουσιαστικά τη νομική δυνατότητα να αναζητήσουν τις περιουσίες τους.5

Το φέουδο ως χώρος ήταν μια ενιαία εδαφική περιοχή που περικλειόταν από φυσικά όρια (βουνοκορυφές, λίμνες, παραλίες, ποτάμια κλπ.). Τα μεγάλα φέουδα (την κυριότητα είχαν οι ανώτεροι άρχοντες, δούκες κόμητες, βαρόνοι, μαρκήσιοι κλπ.) περιλάμβαναν πολλά μικρότερα φέουδα, τα οποία ανήκαν στην πλήρη κυριότητα των ιεραρχικά κατώτερων αρχόντων, ιπποτών, κληρικών. Η εδαφική περιοχή των φέουδων περιλάμβανε και δάση στην απόλυτη κυριότητα των φεουδαρχών.

Από τα δάση επιτρεπόταν να κόβουν δένδρα, αφού προηγούμενα σημαδεύονταν, κατάλληλα, για στρατιωτικές και λοιπές ανάγκες του κυρίαρχου φεουδάρχη. Για τις οικιακές ανάγκες των υποτελών χωρικών επιτρεπόταν να κόβουν μόνο τα δένδρα που είχαν ξεραθεί πριν ένα
χρόνο.

Οι ορθόδοξοι επίσκοποι αντικαταστάθηκαν από Λατίνους και ο κατώτερος κλήρος διατηρούνταν μόνο αν μνημόνευε τον καθολικό Πάπα, ενώ οι περιουσίες των εκκλησιών και μοναστηριών πέρασαν στους φεουδάρχες Λατίνους επισκόπους – πνευματικούς διοικητές κομητειών, με λαϊκούς διοικητές τους κόμητες. Καταργήθηκε το βυζαντινό ρωμαϊκό Δίκαιο κι επιβλήθηκε η φεουδαρχική νομοθεσία.6

Στις Συνθηκολογήσεις, Συνθήκες, δε γίνεται λόγος περί δασών, επειδή η κυριότητα των δασών ανήκε στον κάθε φεουδάρχη και δεν άγγιζε τους χωρικούς. Η κατάσταση αυτή διήρκεσε από το 1204 μέχρι το 1453 που οι Οθωμανοί κατέλαβαν το Βυζάντιο, διέλυσαν όλα τα φέουδα, υπέταξαν όλους τους κατοίκους και τους χωρικούς, κατάργησαν την ισχύουσα νομοθεσία κι επέβαλαν το Ιερό Μουσουλμανικό – Ισλαμικό Δίκαιο. Η πλήρης κυριότητα όλων των πάσης φύσεως και κατηγορίας γαιών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πέρασε κάτω από την απόλυτη κυριότητα του εκάστοτε σουλτάνου.7

 

ΤΑ ΔΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Κατά το παλαιότερο Ισλαμικό Δίκαιο, οι γαίες των κατακτούμενων χωρών χαρακτηρίζονταν ως λάφυρα, η δε διανομή τους γινόταν ως εξής: Το 1/5 παρέμενε στο δημόσιο θησαυροφυλάκιο, ενώ το υπόλοιπο μοιραζόταν μεταξύ των πολεμιστών που έπαιρναν μέρος στον πόλεμο. Αυτό όμως δεν ήταν απόλυτο, γιατί η γη ορισμένων κρατών που καταλαμβάνονταν δε μοιραζόταν, αλλά το κρατικό ταμείο κρατούσε την ψιλή κυριότητα και παραχωρούσε τη νομή. Έτσι, κατά το παλαιό οθωμανικό γαιοκτητικό σύστημα δημιουργήθηκαν δύο είδη γαιών: Οι ιδιόκτητες γαίες και οι μη ιδιόκτητες γαίες.8

Η επέκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και οι ανάγκες που διαμορφώθηκαν κατά την πρώιμη οθωμανική φεουδαρχία καθιέρωσαν το τιμαριωτικό γαιοκτητικό σύστημα (βλ. παράρτημα) το οποίο είχε ως κυρίαρχο στοιχείο το ότι ο σουλτάνος, ως εκπρόσωπος του κράτους, έχει την ψιλή κυριότητα της γης, της οποίας τη νομή εκχωρούσε στους αξιωματούχους του. Οι παραχωρημένες αυτές εκτάσεις γης (των οποίων οι δικαιούχοι έχουν τη νομή και τη χρήση-καλλιέργεια, αλλά όχι και την πραγματική ιδιοκτησία – κυριότητα) ονομάζονται τιμάρια.9 Τηρουμένων των αναλογιών, το γαιοκτητικό σύστημα των Οθωμανών θυμίζει πολύ περισσότερο το αντίστοιχο των χρόνων της βυζαντινής ακμής και λιγότερο εκείνο της όψιμης φάσης της Αυτοκρατορίας, την πιο ολοκληρωμένη δηλαδή μορφή του φεουδαρχικού συστήματος στον ανατολικό χώρο.

Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος οι κάτοικοι μπορούσαν να αξιοποιήσουν τα δάση της περιφέρειάς τους για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Η κύρια μορφή χρήσης δάσους είναι η δουλεία.

Μετά το τέλος των οθωμανικών κατακτήσεων, στα τέλη του 16ου και τις αρχές 17ου αιώνα, στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συντελούνται βασικές αλλαγές, με κυριότερη την εδραίωση του συστήματος των τσιφλικιών, που αποτελεί στην πραγματικότητα την εδραίωση του φεουδαρχικού συστήματος.

Κατά τη διάρκεια των κατακτήσεων, όσο η οθωμανική «γη» μεγάλωνε, ο σουλτάνος είχε τη δυνατότητα να παραχωρεί στους αξιωματούχους του εκτάσεις για νομή και καλλιέργεια.10

Όταν οι κατακτήσεις σταμάτησαν, σταμάτησε και αυτή η διαδικασία παραχώρησης γης. Το τιμαριωτικό σύστημα αντικαταστάθηκε, τα τιμάρια δέχονται πλέον μια ουσιαστική μεταβολή στην ιδιοκτησία τους. Από κρατικές παραχωρημένες γαίες, τα τιμάρια μετατρέπονται σε ιδιωτικές κληρονομητέες εκτάσεις, οι καλλιεργητές των οποίων βαρύνονται με συγκεκριμένες αποδόσεις απέναντι στο φεουδάρχη, ενώ η ψιλή κυριότητα παρέμενε στο σουλτάνο. Αυτό είναι το σύστημα των τσιφλικιών, με τις πολλές επιπτώσεις στην οικονομική και πολιτική ζωή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με τα τσιφλίκια συνδέεται το δικαίωμα χρήσης των δασών.

Ο σουλτάνος με φιρμάνια παραχωρούσε ισόβια νομή καλλιεργούμενων, καλλιεργήσιμων και βοσκήσιμων γαιών στους πασάδες των περιοχών, παρακρατώντας πάντοτε την ψιλή (γυμνή) κυριότητα αυτών των γαιών στο όνομα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.11 Έτσι σχηματίστηκαν με νέα φυσική και νομική κατάσταση τα πασαλίκια, τα βιλαέτια, τα τσιφλίκια, από διαδοχικές μεταβιβάσεις δικαιώματος ισόβιας νομής με αντίτιμο (βλ. παράρτημα).12 Σημειώνουμε όμως ότι, παρά τα όσα αναφέρουν ορισμένοι ερευνητές, δεν προκύπτει από κανένα επίσημο ντοκουμέντο της εποχής ότι έπαψε να ισχύει η ψιλή κυριότητα του σουλτάνου, ενώ η κύρια μεταβολή αφορά το ότι το δικαίωμα νομής και κατοχής, δηλαδή η χρήση των γαιών, κληρονομείται.

 

ΤΑ ΔΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Το 18ο αιώνα συντελείται η διαμόρφωση της αστικής τάξης από ελληνόφωνους πληθυσμούς όχι μόνο του μετέπειτα ελλαδικού χώρου, αλλά και των βασικών αστικών κέντρων της Μικρασίας, του Εύξεινου Πόντου, κυρίως μέσα από την ένταση και την επέκταση των εμπορικών και ναυτιλιακών δραστηριοτήτων, αλλά και την ανάπτυξη της βιοτεχνίας σε ορισμένα αστικά κέντρα. Σε αυτές τις συνθήκες, η εικόνα του ελλαδικού χώρου υπό οθωμανική κατοχή πριν την επανάσταση είναι εικόνα ενός χώρου που συμμετέχει στις διαδικασίες της μετάβασης στον καπιταλισμό. Υπάρχουν στοιχεία αστικής ανάπτυξης και μια αστική τάξη που μπαίνει με αξιώσεις στη διεθνή αγορά και ανταγωνίζεται τις αστικές τάξεις της Γαλλίας και της Μ. Βρετανίας. Από αυτήν την αστική τάξη «λείπει» το εθνικό κράτος και η ενιαία εσωτερική αγορά, βασικά στοιχεία για την εκπλήρωση του ιστορικού της ρόλου.

Η αστική τάξη των Ελλήνων λειτουργεί και στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και ευρύτερα (Οδησσός, Βιέννη, Βενετία, Παρίσι, Μόσχα κλπ.). Αναπτύσσει την εθνική της συνείδηση, ως αποτέλεσμα των οικονομικών της δραστηριοτήτων και τείνει όλο και περισσότερο να αποκοπεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αφού το ευρύτερα οικονομικό και θεσμικό της πλαίσιο γίνεται ασφυκτικό.

Οι διαδικασίες οι οποίες οδήγησαν στην έκρηξη της επανάστασης του 1821 είναι, στην ουσία τους, διαδικασίες μετάβασης από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Ο 19ος αιώνας είναι εποχή των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και της διαμόρφωσης εθνών-κρατών, με ηγέτιδα δύναμη την αστική τάξη.

Οι τρεις τότε μεγάλες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία ρύθμισαν με Πρωτόκολλα και Συμβάσεις στο διάστημα από το 1826 μέχρι το 1832 τα δικαιώματα των εμπόλεμων. Τα μεν δικαιώματα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πέρασαν στην κυριότητα του ελληνικού κράτους, τα δε δικαιώματα των Οθωμανών φυσικών προσώπων πουλήθηκαν το διάστημα 1830-1836 σε Έλληνες αγοραστές.

Το ελληνικό κράτος αποτελεί διάδοχη οντότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κι έτσι, ό,τι ανήκε στο σουλτάνο, αυτομάτως θεωρήθηκε ιδιοκτησία του ελληνικού κράτους.

Στα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου κράτους το ζήτημα της ιδιοκτησίας των δασών δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, γιατί προείχε η ρύθμιση της ιδιοκτησίας των αγροτικών εκτάσεων και άλλου είδους ακινήτων ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση αμέσων οικονομικών πόρων και επισιτιστικών αγροτικών προϊόντων, αλλά και γιατί η ξύλευση στα δάση γενικότερα γινόταν παντού κατά τρόπο αυθαίρετο και ασυστηματοποίητο με απόλυτη ελευθερία. Το ίδιο και η βοσκή.

Το ζήτημα της ιδιοκτησίας των δασών υπόβοσκε στο πλαίσιο του γενικότερου ζητήματος των λεγομένων εθνικών κτημάτων ή του αγροτικού ζητήματος.

Ως «εθνικά κτήματα» χαρακτηρίζονταν όσα πριν την επανάσταση ανήκαν στο σουλτάνο, σε οθωμανικά θρησκευτικά ιδρύματα ή σε Οθωμανούς αξιωματούχους ή ιδιώτες που έφευγαν από τις περιοχές που επικρατούσε η επανάσταση. Υπήρχαν βέβαια κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Έλληνες κάτοχοι μικρών τμημάτων γης, οι δε κοτζαμπάσηδες και πρόκριτοι κατείχαν σημαντικές εκτάσεις, μεταξύ των οποίων και δάση. Οι ιδιοκτησίες αυτές διατηρήθηκαν και στο νέο ελληνικό κράτος, αλλά αντιπροσώπευαν μικρό ποσοστό στην επικράτεια. Οι Οθωμανοί κατά κανόνα κατείχαν τα καλύτερα εδάφη.13

Τα «εθνικά κτήματα» διακρίνονταν σε φθαρτά (σπίτια, μύλοι, εργαστήρια, μαγαζιά, χάνια, λουτρά, φούρνοι, ελαιοτριβεία κλπ.) και σε άφθαρτα (καλλιεργούμενες γενικά εκτάσεις, ελαιώνες, αμπελώνες, βοσκοτόπια, δάση). Η έκταση των εθνικών κτημάτων υπολογιζόταν σε 6-10 εκατομμύρια στρέμματα, εκ των οποίων μεγάλο ποσοστό ήταν δασικά οικοσυστήματα.14

Το πρόβλημα των «εθνικών κτημάτων», ο τρόπος διαχείρισής τους, η εκποίηση και η υποθήκευσή τους απασχόλησε όλες τις εθνικές συνελεύσεις κατά τη διάρκεια της επανάστασης και αποτέλεσε αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των διάφορων φατριών και έναν, ίσως, από τους βασικούς λόγους, αν όχι το βασικότερο, του εμφύλιου πολέμου που εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της επανάστασης.

Από το Μάη του 1822 η στρατολόγηση των αγωνιστών γινόταν με την υπόσχεση ένα στρέμμα γης για κάθε μήνα υπηρεσίας στο στρατό. Αρχικά οι εφοπλιστές και οι οικονομικά ισχυρότεροι κοτζαμπάσηδες απαιτούσαν την άμεση εκποίηση των εθνικών κτημάτων με δημοπρασία. Μια τέτοια λύση όμως θα ευνοούσε μόνο τους οικονομικά ισχυρούς, που είχαν τη δυνατότητα ν’ αγοράσουν.

Η δημοτική μερίδα, στην οποία ανήκε ο Κολοκοτρώνης και άλλοι αγωνιστές, αλλά και κοτζαμπάσηδες, αντιτάχτηκε στη λύση της εκποίησης, επειδή τα περισσότερα εθνικά κτήματα βρίσκονταν στην Πελοπόννησο όπου τα εκμεταλλεύονταν. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της Εθνοσυνέλευσης του Άστρους, αναφέρεται ότι «οι δε στρατιώτες, γράψαντες εις τεμάχιον χάρτου εκποίησης γης, την έβαλαν σκοπόν και την ετουφέκιζαν πολλή ώρα».

Είναι χαρακτηριστική και η φράση-απάντηση του Μακρυγιάννη όταν του πήγαν ένα χαρτί για να υπογράψει ότι ο Πλαπούτας θα έπαιρνε για τις υπηρεσίες του στον αγώνα μερικά κτήματα στην Αττική, όπου, αφού τον «στόλιζε», κατέληγε ότι «…εμείς θέλουμε να διώξουμε τον Τούρκο κι όχι να βάλουμε νέους Τούρκους στο κεφάλι μας».15

Αυτό ήταν το κλίμα που επικρατούσε στα πρώτα χρόνια της επανάστασης.

 Τελικά έγινε η εκποίηση μόνο φθαρτών κτημάτων, αλλά σε περιορισμένη κλίμακα και μόνο για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών του αγώνα. Δεν έλειψαν όμως και οι αυθαίρετες εκποιήσεις εθνικών κτημάτων από ορισμένους προκρίτους, παρά τους νόμους και τα ψηφίσματα των εθνοσυνελεύσεων, καθώς και οι προσπάθειες ιδιοποίσης εθνικών κτημάτων. Ένα άλλο μέτρο που ίσχυσε στα πρώτα χρόνια της επανάστασης ήταν η μίσθωση εθνικών κτημάτων, αλλά και στην περίπτωση αυτή οι πρόκριτοι, οι καπεταναίοι και οι κοτζαμπάσηδες ήταν συνήθως οι ενοικιαστές. Κατά τη διεξαγωγή των σχετικών δημοπρασιών των μισθώσεων και των εκποιήσεων επικρατούσε ένταση, πολεμικό κλίμα και συμπλοκές.

Τα άφθαρτα εθνικά κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα δάση, υποθηκεύτηκαν για τη σύναψη εξωτερικού δανείου. Γενικά όμως δεν εκποιήθηκαν, ούτε διανεμήθηκαν, αλλά παρέμειναν εθνικά, δηλαδή κρατικά. Σε πολλά ψηφίσματα και εθνοσυνελεύσεις, αλλά και σε μετέπειτα νομοθετήματα, απαγορεύτηκε ρητά η εκποίηση δασών.

Προς το τέλος της επανάστασης και ειδικότερα κατά την περίοδο 1826-1832, μια σειρά Πρωτοκόλλων, Συμβάσεων και Συνθηκών, μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων (Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας) και των εμπολέμων μερών (Ελλάδας – Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) οδηγούν σταδιακά στην πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδας με τα γνωστά σύνορα μέχρι τη γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού. Είναι τα γνωστά Πρωτόκολλα της Πετρούπολης, του Λονδίνου, (6.6.1827 και Πρωτόκολλα 22.3.1829, 3.2.1830 και 16.6.1830), της Κωνσταντινούπολης (9.7.1832 και πρωτόκολλο 30.8.1832) κλπ. Σε όλες αυτές τις Συνθήκες υπήρχε ο όρος που έδινε το δικαίωμα στους αποχωρούντες Οθωμανούς να μεταβιβάζουν τις ιδιοκτησίες τους.16

Μετά από την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου του 1830 περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας, προκειμένου ο Καποδίστριας να εξασφαλίσει την οριστική απελευθέρωση της Ανατολικής Στερεάς και της Εύβοιας, εφάρμοσε τον όρο αυτό στην περιοχή της Αττικής και της Εύβοιας, ώστε να αποχωρήσουν από την Ανατολική Στερεά και Εύβοια οι τελευταίες τουρκικές δυνάμεις που κατείχαν καίριες θέσεις. Δηλαδή τα φρούρια Ακρόπολης των Αθηνών, Ευρίπου, του Καράμπαμπα όπως ήταν γνωστό, της Καρύστου, του Ζητουνίου (Λαμία) και γενικά της περιοχής της Ανατολικής Στερεάς και Εύβοιας. Ο όρος αυτός, της μεταβίβασης των οθωμανικών κτημάτων, ήταν επαχθής κι εξευτελιστικός για την ελληνική πλευρά, αφού τόσο αίμα είχε χυθεί σε όλη την περίοδο του αγώνα και στην περιοχή βέβαια της Στερεάς Ελλάδας. Η λύση της αγοράς των οθωμανικών κτημάτων δεν ήταν επιθυμητή από την κυβέρνηση του Καποδίστρια, ήταν όμως αναγκαία και μεθοδεύτηκε ως εξής:17

1. Εξετάστηκε η δυνατότητα αγοράς των οθωμανικών κτημάτων από την κυβέρνηση. Για το λόγο αυτό ζήτησε από τον Τούρκο επιτετραμμένο για την εφαρμογή του όρου, στην περιοχή της Αττικής και Εύβοιας, Χατζηισμαήλ Μπέη, Τούρκου νομομαθή του Τάγματος των Νομικών, να παραδώσει κατάλογο των οθωμανικών ιδιοκτησιών με τα όρια, την έκταση και την αξία των κτημάτων.

Ο Οθωμανός επιτετραμμένος στάθηκε ανένδοτος στη σύνταξή του, προβάλλοντας ότι μόλις είχε πείσει τους Οθωμανούς να υποβληθούν σε μεγάλη εξέταση από την επιτροπή και δεν μπορούσε να τους υποβάλει πάλι σε τόση δαπάνη και μόχθο που απαιτούσε η λεπτομερής καταγραφή των κτημάτων. Στην πραγματικότητα η οθωμανική πλευρά επιδίωκε την όσο το δυνατό χαλαρή διευκόλυνση των πωλήσεων, για να εισπραχτούν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα, τα οποία προφανώς με την παλιννόστηση των Οθωμανών υπηκόων θα έμπαιναν ως συνάλλαγμα στο οθωμανικό κράτος. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι ο Χατζηισμαήλ Μπέης, ενώ υποσχέθηκε σε όλους τους αγοραστές να τους αποζημιώσει αν αποδειχτεί κακή η αγορά τους, όταν αποκαλύφτηκαν άκυρες πωλήσεις δεν έκανε καμία ενέργεια για επιστροφή των χρημάτων στους αγοραστές.

Τα απαιτούμενα όμως ποσά ήταν τεράστια. Εξάλλου δυνατότητα εξωτερικού ή εσωτερικού δανεισμού δεν υπήρχε. Η περίπτωση ν’ αγοραστούν τα κτήματα από αγρότες αποκλείστηκε, γιατί ο πληθυσμός της υπαίθρου ήταν εξαθλιωμένος.18

Τότε ο Καποδίστριας κάλεσε κεφαλαιούχους ομοεθνείς του εξωτερικού ν’ αναλάβουν τις αγορές των οθωμανικών κτημάτων. Απέκλεισε όμως όλους τους μη έχοντες ελληνική ιθαγένεια. Κάποια εξαίρεση φαίνεται να ανέχτηκε για ορισμένους ξένους φιλέλληνες, όπως για τον Άγγλο ιστορικό της ελληνικής επανάστασης Τζορτζ Φίνλεϊ και τη Δούκισσα της Πλακεντίας, που αγόρασαν οθωμανικά κτήματα στην Αττική. Επίσης τον Έντουαρντ Νόελ Μπέκερ, που ήταν συγγενής της οικογένειας του Λόρδου Βύρωνα, και μερικούς άλλους πού αγόρασαν οθωμανικά κτήματα στην Εύβοια.

2. Για τη διασφάλιση των συμφερόντων των αγοραστών, αλλά και του Δημοσίου, τη 10η Αυγούστου του 1830 ο Καποδίστριας συγκρότησε την κατά την Αττική και Εύβοια εξεταστική των οθωμανικών κτημάτων επιτροπή για τον έλεγχο των πωλήσεων, γιατί οι αποχωρούντες Οθωμανοί ήταν πιθανό να πουλούσαν κτήματα τα οποία επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν αποτελούσαν ιδιοκτησίες πλήρους κυριότητας, να παραποιούσαν τα σύνορα των ιδιοκτησιών ή ακόμα και να πουλούσαν ήδη πουλημένα κτήματα. Τέτοιες ελαττωματικές αγορές έγιναν πολλές από Έλληνες, με παραποιημένα σύνορα, αγορές ήδη πουλημένων οθωμανικών κτημάτων κλπ.

Έγιναν από αυτούς αθρόες αναγραφές ψευδών ιδιοκτησιακών καταστάσεων και με τη συνεργασία δημογερόντων εκδίδονταν ψευδή πιστοποιητικά, με βάση τα οποία ενεργούνταν η εγγραφή ακινήτων στο όνομα ιδιωτών και εκδίδονταν οι προβλεπόμενοι από το νόμο τίτλοι. Τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση, παρατηρήθηκαν πωλήσεις κτημάτων με βάση ελληνικά ιδιοκτησιακά έγγραφα και χωρίς έλεγχο για την ύπαρξη ή όχι οθωμανικών τίτλων, καθώς και πωλήσεις βακουφίων κτημάτων ή κτημάτων που τελούσαν υπό μεσεγγύηση (πράγμα που υπαινίσσεται σαφώς η Επιτροπή Πώλησης Οθωμανικών Κτημάτων Αττικής και Εύβοιας στην από 27.12.1832 διακήρυξή της).

3. Σύστησε στους αγοραστές να μην καταβάλουν στους Οθωμανούς ολόκληρο το τίμημα της αγοράς πριν τους δοθεί τίτλος ιδιοκτησίας από τις οθωμανικές Αρχές, επεξεργασμένος από τη συσταθείσα για το σκοπό αυτό επιτροπή ελέγχου. Παρά τις συστάσεις της κυβέρνησης, πολλοί Έλληνες αγόρασαν κτήματα χωρίς να πάρουν ποτέ τίτλους ιδιοκτησίας.

4. Η κυβέρνηση διατήρησε το δικαίωμα της επικύρωσης των παραπάνω πωλήσεων και δεν επικύρωνε αγορές που αφορούσαν πολλά εκτεταμένα δάση, λίμνες, έλη, λιμάνια, ιχθυοτροφεία, «αδέσποτα», δηλαδή κτήματα και βακούφια, αφού τέτοιου είδους κτήματα δεν αποτελούσαν ιδιοκτησίες πλήρεις ή, αν ανήκαν κατά κυριότητα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι αποχωρούντες Οθωμανοί δεν είχαν το δικαίωμα πώλησης. Εν τούτοις τέτοιου είδους παράνομες αγορές έγιναν πολλές και πολλές από αυτές στην πραγματικότητα αφορούσαν δάση.

Σε επιστολές της εποχής (π.χ. Δ. Περούκα προς Καποδίστρια, αρχές 1831), σε αναφορές και πρακτικά της παραπάνω επιτροπής, φαίνεται το κλίμα έντασης που επικρατούσε μεταξύ αγοραστών και κυβέρνησης, η σπουδή με την οποία αγοράστηκαν τα οθωμανικά κτήματα, η χρησιμοποίηση πληρωμένων μαρτύρων από τους αγοραστές, οι απευθείας συνεννοήσεις με την οθωμανική πλευρά και οι δωροδοκίες πολιτών. Επίσης φαίνεται η άρνηση ορισμένων αγοραστών να υποβάλουν στην επιτροπή των πωλήσεων τα πωλητήριά τους για έλεγχο. Ακόμη, από έγγραφα και διαταγές της κυβέρνησης προς την επιτροπή των εκποιήσεων των οθωμανικών κτημάτων, προκύπτουν οι σαφείς εντολές που έδινε η κυβέρνηση να μην επικυρώνονται πωλήσεις που αφορούν δάση, λιμάνια, βοσκές, γαίες ακαλλιέργητες και «πολλά εκτεταμένες», όπως αναφέρονται στα έγγραφα.

Οι Οθωμανοί τελικά αποχώρησαν από τα τελευταία φρούρια της Ακρόπολης της Αθήνας, του Ευρίπου, της Καρύστου, του Ζητουνίου το 1833, αφού είχαν γίνει οι περισσότερες πωλήσεις οθωμανικών κτημάτων και αφού ασκήθηκε η σχετική στρατιωτική πίεση από την Αντιβασιλεία. Το ζήτημα όμως της ιδιοκτησίας των δασών παρέμεινε σε εκκρεμότητα. Τελική διευκρίνιση έγινε με την ελληνοτουρκική Σύμβαση του 1835, η οποία όριζε ότι οι Έλληνες αγοραστές μπορούσαν να κρατούν στη νομή και κατοχή τους μόνο τα τσιφλίκια τα οποία ήταν διάσπαρτα ανάμεσα στα όρια τα οποία περιγράφονταν στα ταπιά19. Αυτή η σύμβαση επικυρώθηκε με βασιλικό διάταγμα.

Η λύση του προβλήματος επιχειρήθηκε με το γνωστό διάταγμα της 17ης Νοέμβρη του 1836 «περί ιδιωτικών δασών», που είναι το πρώτο νομοθέτημα που αφορά την ιδιοκτησία των δασών. Στο διάταγμα αυτό αναγνωρίζεται η ιδιοκτησία στα Δάση. Το πρώτο του άρθρο αναφέρει ότι ιδιωτικά δάση θα είναι όσα αποδειχτούν ότι υπήρχαν με νόμιμα έγγραφα από τις οθωμανικές Αρχές πριν αρχίσει η επανάσταση. Τότε όμως κανένα επίσημο έγγραφο δεν αναγνώριζε πλήρη κυριότητα. Έτσι κατοχυρώνει ουσιαστικά το δικαίωμα κυριότητας όχι επειδή κάποιος είχε αυτό ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΟΜΙΜΑ, αλλά από το αν ΕΙΧΕ ΝΟΜΙΜΟ ΕΓΓΡΑΦΟ (όμως τα νόμιμα έγγραφα του οθωμανικού κράτους δεν έδιναν το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας). Αναγνωρίζει έτσι έμμεσα ότι πλήρης ιδιοκτησία ιδιωτικών Δασών δεν υπάρχει στους οθωμανικούς νομούς. Αναγνωρίζει ακόμη ως ιδιωτικά και όσα δασικά οικοσυστήματα περιέχονται μέσα στα όρια τσιφλικιών, ακόμη κι αν δεν αναφέρονται ονομαστικά, ενώ, όπως είναι γνωστό, στα τσιφλίκια (βλ. παράρτημα) δεν περιλαμβάνονταν δάση.

Ακόμη αναγνωρίζονταν ως μοναστηριακά όσα είχαν νόμιμους τίτλους κι όχι απλά αυτά στα οποία γινόταν πολύχρονη ελεύθερη ξύλευση. (Σημειώνεται ότι επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι όποιοι τίτλοι εκδίδονταν στο όνομα των ηγουμενοσυμβούλων κι όχι στο όνομα των Μονών).

Οι διεκδικούντες δάση καλούνταν σε διάστημα ενός έτους (μέχρι το τέλος του 1837) να προσκομίσουν πρωτότυπους τίτλους πλήρους ιδιοκτησίας στην επιτροπή διαφιλονικούμενων δασών που συστάθηκε, η οποία λειτουργούσε στην επί των Οικονομικών γραμματεία, δηλαδή στο τότε υπουργείο Οικονομικών.

Μετά το τέλος της προθεσμίας, όλα τα δάση θα θεωρούνταν «αδιαφιλονικήτως εθνικά», δημόσια δηλαδή, εκτός εκείνων τα οποία θ’ αναγνωρίζονταν ως ιδιωτικά από την παραπάνω επιτροπή. (Σημειώνουμε ότι τελικά η προθεσμία αυτή παρατάθηκε μέχρι το 1848).20

Όμως η επιτροπή δεν καταχώρησε σε ειδικά βιβλία τις αποφάσεις της, ενώ πολλοί από τους «αγοραστές» οθωμανικών κτημάτων και δασικών οικοσυστημάτων δεν υπέβαλαν αιτήσεις αναγνώρισης των δασικών οικοσυστημάτων που αγόρασαν, πολλοί δε απέσυραν τις αιτήσεις που είχαν υποβάλει αρχικά.21

Αντίθετα, έγιναν μεταβιβάσεις δασικών οικοσυστημάτων σε καθολικούς και ειδικούς διαδόχους, χωρίς να είναι αναγνωρισμένα ως ιδιωτικά από την παραπάνω επιτροπή. Έτσι δημιουργήθηκε η κατηγορία των «διαφιλονικουμένων δασών», που αργότερα γύρω στο 1900 αναφέρονται ως «διακατεχόμενα», με ανεπίλυτο σε πολλές περιπτώσεις μέχρι σήμερα το ιδιοκτησιακό καθεστώς.22

Με το προαναφερόμενο διάταγμα αναγνωριζόταν η αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων για οριστική και τελεσίδικη εκδίκαση των ιδιοκτησιακών αμφισβητήσεων και τέλος καθιερωνόταν το υπέρ του Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας και η δασοπολιτική επιτήρηση επί των μη δημόσιων δασών.

Με το από 21/6-10/7/1837 διάταγμα «Περί διακρίσεως κτημάτων» δεν αποκλείστηκαν τα δημόσια δάση από την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτες (όσοι αποδεδειγμένα ασκούσαν νομή στα δασικά οικοσυστήματα για 30 τουλάχιστον χρόνια από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους μέχρι τις 12.9.1915, ημερομηνία αποκλειστική, γιατί στη συνέχεια εκδόθηκαν διατάγματα με τα οποία δεν ίσχυε πλέον χρησικτησία έναντι του ελληνικού Δημοσίου).

Με το παραπάνω νομικό πλαίσιο αναγνωρίστηκαν ανύπαρκτα δικαιώματα κυριότητας – ιδιοκτησίας σε Δάση.

 

ΤΟ ΓΑΙΟΚΤΗΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 182123

Την περίοδο που είχαν απελευθερωθεί ορισμένα από τα μετέπειτα ελλαδικά εδάφη ίσχυαν οι παρακάτω βασικοί νόμοι:

 

Ο ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΠΕΡΙ ΓΑΙΩΝ ΤΗΣ 7 ΡΑΜΑΖΑΝ 1274 (1856)

Είναι ο σημαντικότερος νόμος κωδικοποίησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των γαιών και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα γίνεται αναφορά σ’ αυτόν. Ο οθωμανικός αυτός νόμος αφορούσε και τις γαίες των περιοχών Άρτας, Θεσσαλίας και των «νέων χωρών» Ηπείρου και Μακεδονίας που ενσωματώνονταν στο ελληνικό κράτος. Σύμφωνα με αυτόν, οι γαίες διαιρούνταν σε πέντε κατηγορίες:

• γαίες καθαρής ιδιοκτησίας,

• δημόσιες γαίες,

• γαίες αφιερωμένες,

• γαίες εγκαταλελειμμένες,

•  γαίες νεκρές.

 Εκτός από τις παραπάνω κατηγορίες, σύμφωνα με τους ερευνητές, μπορούν να προστεθούν άλλες δύο, οι μοναστηριακές και οι δημόσιες κρατικές γαίες.

Οι γαίες καθαρής ιδιοκτησίας μεταβιβάζονταν κατά κυριότητα και, στην περίπτωση που απεβίωνε ο άκληρος ιδιοκτήτης, περιέρχονταν στο Δημόσιο και γίνονταν έτσι δημόσιες. Οι γαίες αυτές ήταν τεσσάρων ειδών και στην ουσία αφορούσαν τμήματα δημόσιων γαιών που έγιναν ιδιόκτητες (οικόπεδα και χώροι που τα περιέβαλαν μέχρι μισό στρέμμα), δημόσιες γαίες από τις δεκατιζόμενες (που είχαν μοιραστεί στους πολεμιστές ως λάφυρα με πλήρη κυριότητα και σε όσους εξισλαμίστηκαν) και τις φορολογούμενες (γαίες κρατών, οι οποίες ανήκαν σε μη μουσουλμάνους και πλήρωναν ως φόρο μέρος του εισοδήματος από την καλλιέργεια). Η πλήρης κυριότητα των γαιών αυτών ανήκε στον ιδιοκτήτη τους.

Με τον παραπάνω νόμο προσδιορίζονταν οι δημόσιες γαίες, υποκατηγορία των οποίων ήταν και τα δάση (μέχρι να κωδικοποιηθούν ως κατηγορίες από το μεταγενέστερο οθωμανικό Νόμο περί Δασών). Ως τέτοιες θεωρούνταν «οι αγροί, οι ελαιώνες, οι χειμερινές και οι θερινές βοσκές, τα δάση και οι παρόμοιοι προς αυτούς τόποι, των οποίων η κυριότητα ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και παραχωρούνταν η “εξουσίαση” αυτών», αφού εφοδιάζονταν οι δικαιούχοι με ταπί που έφερε τη σφραγίδα (τουγρά) του σουλτάνου, η οποία, αφού παρακρατούσε την ψιλή κυριότητα, παραχωρούσε το δικαίωμα της εξουσίασης – τεσσαρούφ στους πολίτες που ενδιαφέρονταν προς εκμετάλλευση.

Ως αφιερωμένες (βακούφικες) γαίες χαρακτηρίζονταν αυτές που αφιερώνονταν για κοινωφελείς σκοπούς με τις διατάξεις και τους όρους του αφιερωτή και από τις δημόσιες γαίες των οποίων οι ωφέλειες και οι καρποί και μόνο αυτοί παραχωρούνταν για κοινή ωφέλεια.

Ως εγκαταλελειμμένες γαίες χαρακτηρίζονταν αυτές που παραχωρήθηκαν σε κοινή χρήση για κοινοχρήστους σκοπούς και οι καθορισμένες για τους κατοίκους μιας περιοχής (πλατείες, δημόσιοι δρόμοι, δασικά προϊόντα κλπ.). Δεν εξουσιάζονταν ποτέ από ιδιώτες, αλλά αφήνονταν πάντα σε κοινή χρήση.

Οι νεκρές γαίες δεν κατέχονταν από κανέναν και ούτε αφέθηκαν σε κοινή χρήση των κατοίκων. Στην κατηγορία αυτή ανήκαν οι χέρσες, έρημες, ορεινές και δασώδεις εκτάσεις που η φύση τους δεν υπαγόταν σε καμία από τις λοιπές κατηγορίες. Αν αυτές εκχερσώνονταν, τότε υπάγονταν στην κατηγορία των δημόσιων, τις οποίες εξουσίαζε ο εκχερσωτής, αλλά η ψιλή κυριότητα παρέμενε στο οθωμανικό κράτος.

Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούσαν οι μοναστηριακές γαίες οι οποίες συνήθως ήταν προσαρτημένες στις μονές με την ιδιότητα της απαλλοτριωτής ιδιοκτησίας τους που δεν εξουσιαζόταν με ταπί (όσες γαίες ανήκαν στις μονές ανέκαθεν σαν αφιερωμένες υπάγονταν στην απόλυτη και πλήρη κυριότητά τους), είτε με την ιδιότητα των δημόσιων γαιών οι οποίες εξουσιάζονταν με ταπί και αναφέρονταν στις κοινές δημόσιες γαίες που περιήλθαν στους μοναχούς μεταγενέστερα (άρθρο 122 παρ. 1,2 οθωμανικού νόμου περί γαιών).

Τέλος, οι δημόσιες κρατικές γαίες στις οποίες ανήκαν τα δάση που ανήκαν στην άμεση διοίκηση του οθωμανικού κράτους, στα οποία αυτό ασκούσε πραγματικά δικαιώματα ιδιοκτήτη.

Σε αντιδιαστολή με τις λοιπές δημόσιες γαίες στις οποίες το κράτος κρατούσε την ψιλή κυριότητα, ενώ παραχωρούσε την εξουσίασή τους σε ιδιώτες, στις δημόσιες κρατικές γαίες το Δημόσιο ασκούσε δικαιώματα άμεσης κυριότητας πάνω σ’ αυτές. Η τυπική αναγνώριση της ιδιαίτερης αυτής κατηγορίας δασών – δασικών εκτάσεων επιτεύχθηκε με το Νόμο περί Δασών.

Ανακεφαλαιώνοντας, όλες οι παραπάνω δημόσιες γαίες, πλην των δημόσιων, ανήκαν στο Δημόσιο και στους πολίτες παραχωρούνταν η χρήση τους με ταπιά – τίτλους παραχώρησης χρήσης.

Οι ιδιώτες δεν αποκτούσαν, δηλαδή, δικαιώματα πλήρους ιδιοκτησίας, αλλά περιορισμένης. Σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο, το δικαίωμα της εξουσίασης αποτελούσε το δικαίωμα της νόμιμης και διαρκούς χρήσεως των γαιών αυτών, το οποίο μπορούσε να κληρονομηθεί και να μεταβιβαστεί.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο οθωμανικός νόμος περί γαιών του 1856 και οι οδηγίες που τον συνόδεψαν προέβλεπαν επανεξέταση όλων των ιδιοκτησιακών εγγράφων από ειδικές επιτροπές και την αντικατάστασή τους με τα προβλεπόμενα από το νόμο ταπιά, γιατί τα χοτζέτια, οι αποφάσεις των ιεροδικείων και τα φιρμάνια που διέτασσαν ιδιοκτησιακές διαρρυθμίσεις επί δασών, δε θεωρούνταν τίτλοι έγκυροι και ισχυροί.

Σημειώνεται ότι με τον υπόψη νόμο αναγνωρίζονταν σε μια κατηγορία γαιών δικαιώματα κυριότητας (γαίες καθαρής ιδιοκτησίας) που ουσιαστικά δεν προϋπήρχαν.

Οι Ν. Π. Ελευθεριάδης24, Δ. Α. Κουμουνδουράκης25 (1863) και Δ. Νικολαΐδης26 (1890) αναφέρουν ότι, με το νόμο περί γαιών, όποιος είχε τη νομή δημόσιας γης έπρεπε να έχει επίσημο τίτλο «ταπί» και να το ανταλλάξει με τα παλιά έγγραφα. Οι κρατικοί αξιωματούχοι έπρεπε να διευκολύνουν τους αρμόδιους υπαλλήλους για τη διαδικασία αυτή και τη λεπτομερή καταγραφή των ιδιωτών που είχαν τη νομή αυτή και τις γαίες που αφέθηκαν στο σύνολο των κατοίκων των κοινοτήτων, ενώ μετά την καταγραφή θα πήγαιναν τα στοιχεία στην Κωνσταντινούπολη και θα εκδίδονταν οι επίσημοι τίτλοι οι οποίοι θα δίνονταν στους ιδιώτες. Και αυτό γιατί από τότε και μετά κάθε δικαιοπραξία που αφορούσε τις δημόσιες γαίες έπρεπε να γίνεται ενώπιον της αρμόδιας δημόσιας Αρχής, γιατί η καθ’ αυτό κυριότητα (ρεκαμπέ τόνος) των δημόσιων γαιών ανήκε στο οθωμανικό κράτος. Διαφορετικά ήταν άκυρη κάθε δικαιοπραξία (βλ. παράρτημα).

Ιδιαίτερης σημασίας είναι το άρθρο 78 που κάνει ένα σημαντικό διαχωρισμό, τον οποίο επικαλείται η ελληνική νομολογία ακόμη και σήμερα.

Σύμφωνα με αυτό, «εάν τις εξουσιάση και καλλιεργήσει επί δέκα έτη άνευ αμφισβητήσεως δημοσίας και αφιερωμένας γαίας, αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως, αι δε γαίαι αύται δεν θεωρούνται αδέσποτοι είτε ο εξουσιάζων κατέχει έγκυρον έγγραφον είτε μη, δέον δε να τω δοθή εκ νέου δωρεάν έγγραφον ταπίου. Εάν όμως ούτος ομολογήση ότι, καίπερ αδεσπότους, αδίκως κατέλαβεν αυτάς, μη λαμβανομένης υπόψη της παραγραφής, αι γαίαι αύται προσφέρονται αυτώ έναντι αντιτίμου ταπίου, εάν δεν δεχθή, παραχωρούνται διά πλειοδοσίας»27.

Το άρθρο αυτό, σε συνδυασμό με τα άρθρα 8, 9, 24, 30, 61 και 71 του εν λόγω νόμου, δεν είχε ισχύ στα δάση και τις δασικές εκτάσεις – βοσκοτόπους, γιατί αυτά εξουσιάζονταν μόνο με ταπί. Έτσι η κτήση δικαιώματος εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή και καλλιέργεια αφορούσε μόνο τις καλλιεργήσιμες γαίες, χωρίς να απαιτείται η έκδοση ταπίου.

Σημειώνεται τέλος ότι στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την προσάρτηση των Νέων Χωρών αναφέρονταν οι ίδιες κατηγορίες γαιών που περιγράφονται στον υπόψη οθωμανικό νόμο περί Γαιών.

 

Ο ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΠΕΡΙ ΔΑΣΩΝ ΤΗΣ 11 ΣΕΒΑΛ (1869)

Μετά τον οθωμανικό νόμο Περί Γαιών έγινε ένα πιο εξειδικευμένο νομοθέτημα όσον αφορούσε την κρατική δασική ιδιοκτησία.

Σύμφωνα με το νόμο αυτό (άρθ. 1), τα δάση διακρίνονταν σε τέσσερις κατηγορίες:

α. Τα δάση που ανήκαν απευθείας στο κράτος.

β. Τα δάση τα προσαρτώμενα στα βακούφια.

γ. Τα δάση που ανήκαν στις κωμοπόλεις (μπαλταλίκια).

δ. Τα δάση που ανήκαν στους ιδιώτες.

Στο νομοθέτημα αυτό περιέχονταν διατάξεις οι οποίες αφορούσαν μόνο τα δημόσια δάση, ενώ για τα ιδιωτικά δάση εφαρμογή είχε ο οθωμανικός νόμος Περί Γαιών.

Όσον αφορούσε την πρώτη κατηγορία, των κρατικών δασών (δημόσιες κρατικές γαίες), καθοριζόταν πότε επιτρεπόταν η υλοτομία, η συγκομιδή των καρπών και άλλων προϊόντων τους και για ποιους από τους πολίτες. Η δεύτερη κατηγορία, η οποία αφορούσε τα βακουφικά δάση, παρέπεμπε στο νόμο περί γαιών και ανέφερε την αναλογική ισχύ του νόμου και για τα δάση. Η τρίτη κατηγορία, τα λεγόμενα μπαλταλίκ, αφορούσε τα δάση κωμοπόλεων ή χωριών των οποίων ο προορισμός ήταν αποκλειστικά η εξυπηρέτηση των αναγκών και η εκμετάλλευση των καρπών τους από τους κατοίκους τους. Οι εκτάσεις αυτές δεν επιτρεπόταν να εξουσιάζονται από ιδιώτες, αλλά παρέμεναν για πάντα κοινής ωφέλειας για τους κατοίκους των κωμοπόλεων ή χωριών στα οποία ανήκαν. Τέλος, στην τέταρτη κατηγορία, η οποία περιλάμβανε τα «ιδιωτικά» δάση, είχε εφαρμογή ο νόμος Περί Γαιών, σύμφωνα με τον οποίο ο ιδιώτης δεν είχε πλήρη κυριότητα.

 

Ο ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΠΕΡΙ ΤΑΠΙΩΝ ΤΗΣ 8 ΔΖΕΜΑΖΗΛ – ΑΧΙΡ 1275 (1858)

Στο νόμο αυτό αναφέρονται τα απαραίτητα στοιχεία του ταπιού, για να έχει νόμιμη ισχύ. Όταν αυτά τα στοιχεία δεν υπήρχαν στο ταπί, αυτό ήταν άκυρο. Το ταπί ήταν άκυρο όταν ερχόταν σε αντίθεση με τις οδηγίες της 7 Σαπάν 1276, σύμφωνα με τις οποίες οποιαδήποτε μεταγενέστερη σημείωση δεν έπρεπε να καταχωρείται στο περιθώριο του ήδη εκδοθέντος ταπιού, αλλά στη νέα έκδοση τίτλου.

Ο ενοικιαστής ζητούσε και οι Αρχές χορηγούσαν άδεια για να δημιουργήσει μούλκια από φυτείες αμπελιών και καρποφόρων – φυλλοβόλων δένδρων και κτίσματα. Αυτά ήταν τα εγκτήματα, δηλαδή κτήματα μέσα σε ξένη (του κράτους) γη (του κράτους κτήμα).

Ο σουλτάνος αφιέρωνε σε ευαγή ιδρύματα όλα τα έσοδα μεγάλων περιοχών από κάθε πηγή, ενώ η ψιλή κυριότητα των κρατικών γαιών ανήκε στο οθωμανικό κράτος. Απαράγραπτα παρέμεναν πάντοτε τα δικαιώματα πλήρους και ψιλής κυριότητας επί των δασών και λοιπών γαιών του τουρκικού κράτους.

Το Μουσουλμανικό Δίκαιο δεν αναγνώριζε χρησικτησία τακτική ή έκτακτη υπέρ κανενός προσώπου σε βάρος κρατικών γαιών και δασών. Αντίθετα, το οθωμανικό κράτος μπορούσε να ασκήσει δικαίωμα νομής σε βάρος φυσικών προσώπων νομέων.

Τα εμπράγματα και λοιπά δικαιώματα επί δασών και άλλων κατηγοριών γαιών, που είχε και διατηρούσε απαράγραπτα στο όνομά του το οθωμανικό κράτος, ήταν:

• Πλήρης κυριότητα στα τότε απέραντα δάση.

• Ψιλή κυριότητα σε όλες τις γαίες που μίσθωσε με ταπί (ενοικιαστήριο).

• Πλήρης κυριότητα σε όλες τις άγονες εκτάσεις.

• Πλήρης κυριότητα στα Μούλκια (εγκτήματα) των Τούρκων οι οποίοι έπεσαν στους πολέμους και χωρίς κληρονόμους θεωρούνταν αδέσποτα.

• Ψιλή κυριότητα όλων των κατηγοριών βακουφιών.

Τα εμπράγματα και άλλα δικαιώματα στα δάση και άλλες κατηγορίες γαιών, που είχαν στα ονόματά τους οι Τούρκοι ως φυσικά πρόσωπα, ήταν:

1. Δικαίωμα ισόβιας νομής στα τσιφλίκια, των οποίων η έκταση κυμαινόταν λόγω ποιότητας μεταξύ 80 και 130 στρεμμάτων και τα οποία αποτελούνταν από διάσπαρτα τμήματα καλλιεργήσιμων και βοσκήσιμων γαιών, που απείχαν μεταξύ τους χιλιόμετρα λόγω παρεμβολής μεγάλων και μικρών κρατικών δασών και άλλων άγονων γαιών.

2. Πλήρη κυριότητα στα όσα Μούλκια (εγκτήματα), δηλαδή φυτείες αμπέλων και καρποφόρων δένδρων και κτισμάτων που είχαν δημιουργήσει με άδειες του οθωμανικού κράτους μέσα στα διάσπαρτα τμήματα από τα οποία αποτελούνταν τα τσιφλίκια τους.

 

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ28

Το 1871 και με βάση το Σύνταγμα του 1864 έγινε διανομή 2.650.000 στρεμμάτων σε 357.217 κλήρους άφθαρτων εθνικών κτημάτων, αλλά αγροτικών και μόνο εκτάσεων, σε ακτήμονες και με μικρό τίμημα.

Με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης στις 20 Ιούνη 1881, περιήλθε στο ελληνικό κράτος και η περιοχή της Θεσσαλίας, με βόρεια όρια τη γραμμή Πλαταμώνα, Κάτω Ολύμπου, Ελασσόνας κλπ. Η ελληνική πλευρά ανέλαβε στην ανωτέρω Σύμβαση την υποχρέωση να σέβεται τη ζωή, την τιμή και την περιουσία όλων των μουσουλμάνων που παρέμεναν στις περιοχές που περιέρχονταν στο ελληνικό κράτος και να διασφαλίζει τα περιουσιακά στοιχεία των μουσουλμάνων.

Με το άρθρο 4 της Σύμβασης αυτής, «η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει αναγνωρίσει εν ταις παραχωρουμέναις χώραις το της ιδιοκτησίας δικαίωμα επί των αγροκηπίων, βοσκών, λειμώνων, νομών (γρασιδοτόπων Kechlak), δασών και παντός είδους γαιών ή ακινήτων, κατεχομένων υπό ιδιωτών ή κοινοτήτων, δυνάμει Φιρμανιών, χοδζετίων, ταπίων και άλλων τίτλων, ή δυνάμει των Οθωμανικών νόμων, επίσης θέλουσιν αναγνωρισθή οι τίτλοι ιδιοκτησίας των κτημάτων άτινα καλούνται βακούφια και χρησιμεύουσιν εις συντήρησιν τζαμιών, εκπαιδευτηρίων, σχολείων και άλλων ευαγών ή αγαθοεργών ιδρυμάτων».

Κύριος στόχος ήταν η διασφάλιση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των Οθωμανών οι οποίοι εκποιούσαν τις ιδιοκτησίες τους με συμβολαιογραφικές πράξεις που έπασχαν από νομιμοποιητικά στοιχεία και με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε η μεταβίβαση επισφαλών ιδιοκτησιών, που κινδύνευαν να χαθούν. Κατά την εφαρμογή της Σύμβασης μετά το 1881 παρουσιάστηκαν σοβαρά προβλήματα αμφισβητήσεων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων στα πωλητήρια συμβόλαια της εποχής, κυρίως λόγω της αναγωγής των νομιμοποιητικών βάσεων στο οθωμανικό δίκαιο, με αίτια κτήσης άλλοτε την κληρονομική διαδοχή χωρίς αποδεικτικά στοιχεία και άλλοτε την κτήση τίτλων (ταπιά ή χοτζέτια). Ουσιαστικά οι εξελίξεις στην ιδιοκτησία της γης με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας εκφράζουν τη βίαιη αποσύνθεση του φεουδαρχικού συστήματος και την ένταξη της θεσσαλικής γης στο αστικό ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο.

Μεταβιβάστηκε δηλαδή στο ελληνικό κράτος το γαιοκτητικό καθεστώς που ίσχυσε προ της ανωτέρω συμβάσεως στο οθωμανικό κράτος. Ειδικά η κυριότητα των μεγάλων δασών της Θεσσαλίας και Άρτας, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή στις περιοχές Λάρισας, Αλμυρού, Βόλου, Τρικάλων, Φαρσάλων και Άρτας, ανήκε στο οθωμανικό κράτος, που σημαίνει ότι κατά την προσάρτησή τους περιήλθαν στο ελληνικό κράτος, ως διάδοχο του οθωμανικού.

Το σύνολο των φθαρτών και άφθαρτων οθωμανικών κτημάτων, μεταξύ των οποίων και τα μεγάλα δάση που ανήκαν επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο οθωμανικό κράτος και που στη συνέχεια περιήλθε στο ελληνικό κράτος, καταγράφηκε σε ειδικό κατάλογο που παραδόθηκε στην ελληνική κυβέρνηση.

Το οθωμανικό κράτος αξίωσε αποζημίωση γι’ αυτά τα δημόσια κτήματα. Ο κατάλογος αυτός δημοσιεύτηκε στο 512 φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως του 1883.

Ως προς τις «ιδιοκτησίες» των Οθωμανών που «βρήκε» το ελληνικό κράτος στη Θεσσαλία και έπρεπε (βάσει των Συνθηκών) να τα σεβαστεί, αυτά δημιουργήθηκαν σε διάστημα τριών ετών πριν η Θεσσαλία και η Άρτα περιέλθουν το 1881 στο ελληνικό κράτος. Δημιουργήθηκαν με την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου το 1878, με την οποία απαγορεύτηκε στο ελληνικό κράτος να εθνικοποιήσει τα οθωμανικά αυτά κτήματα που δημιουργήθηκαν από το 1858, όταν τροποποιήθηκε ο οθωμανικός νόμος «Περί Γαιών» που συμπλήρωνε τα μεταρρυθμιστικά σουλτανικά διατάγματα, τα οποία μεταξύ των άλλων ρύθμιζαν και ζητήματα γαιοκτησίας και με τη μετατροπή του δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης, με ορισμένη και ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους (τεσσαρούφ), σε δικαίωμα απόλυτης κυριότητας της γης (μουτεσσαρήφ). Με τις αγοραπωλησίες που έγιναν, μετατράπηκαν τα οθωμανικά κτήματα σε τσιφλίκια Ελλήνων.

Η έτσι συγκροτημένη θεσσαλική γη ήταν κατά τα 3/4 διαιρεμένη σε μεγάλες ιδιοκτησίες. Από την παραπάνω δυνατότητα των αγοραπωλησιών μεταξύ των Οθωμανών και των Ελλήνων «νεοτσιφλικάδων» δεν εξαιρούνταν τα δάση και οι βοσκές, που αφομοιώθηκαν στην υπόλοιπη μη δασική ιδιοκτησία βάσει της από 29.7.1882 Συνθήκης μεταξύ
Ελλάδας και Τουρκίας, η οποία κυρώθηκε με το νόμο ΠΛΖ της 11/13.3.1882 –διαφοροποιούμενο έτσι το εδώ γαιοκτητικό καθεστώς για τα δάση σε σχέση με εκείνο που ίσχυσε στην Παλαιά Ελλάδα– και διαμορφώθηκε με το Διάταγμα του 1936 «Περί ιδιωτικών δασών».

Έχοντας οι Οθωμανοί ισχυρούς νεοπαγείς τίτλους εφοδιασμένους από την Κωνσταντινούπολη, σε κατά κανόνα ανέλεγκτες εκτάσεις ως προς τα εμβαδά τους, αλλά και αμφισβητούμενης όχι μόνο εγκυρότητας ορισμένων από τους τίτλους αλλά ακόμη και ύπαρξης τίτλων, εμφανίζονταν να είναι κύριοι πολύ μεγάλων περιοχών, τις οποίες, μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βερολίνου, άρχισαν να πωλούν προκειμένου να μετοικήσουν στην Τουρκία, λόγω της υπαγωγής της Θεσσαλίας και της Άρτας στην Ελλάδα.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις εκείνης της περιόδου (Χαρ. Τρικούπη κλπ.) παρότρυναν Έλληνες μεγαλοκεφαλαιούχους αστούς του εξωτερικού ν’ αγοράσουν τα οθωμανικά αυτά κτήματα για να μην περιέλθουν σε ξένους. Δεσμεύτηκαν δε οι κυβερνήσεις ότι θα διευκολύνουν τη μετάβαση αυτού του προνομιακού καθεστώτος στην ελληνική πραγματικότητα και ότι δε θα θίγονταν οι περιουσίες που δημιουργήθηκαν.

Έτσι διαμορφώνεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς στη Θεσσαλία (λιγότερο στην Άρτα), με τη στήριξη των κυβερνήσεων από Έλληνες αστούς του εξωτερικού, οι οποίοι δεν είχαν καμιά σχέση με τη γη (ήταν έμποροι, διπλωμάτες, τραπεζικοί κ.ά.), αλλά είδαν την αγορά γης στην Ελλάδα ως επένδυση. Ανάλογη κατάσταση επικράτησε στη Μακεδονία και στην Ήπειρο. Μερικά ονόματα από τους «επενδυτές» ήταν οι Ζωγράφος, Σκυλίτσης, Μπαλτατζής, Στεφάνοβικ, Ζαρίφης, Συγγρός, Ζάππας, Καρτάλης, Τερτιπής κ.ά.

Στις νησιωτικές περιοχές το ιδιοκτησιακό ζήτημα είναι ιδιαίτερα ιδιόμορφο. Η Ρόδος και η Κρήτη είχαν διοικητικά και φορολογικά προνόμια, ενώ πιο ευνοημένες ήταν η Ύδρα, οι Σπέτσες και τα Ψαρά. Επίσης τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου θεωρούνταν ότι αυτοβούλως υποτάχτηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τα εδάφη τους υπάγονταν επίσης στην κατηγορία των ιδιωτικών γαιών, στα οποία οι κάτοικοι διατηρούσαν στην πράξη χωρίς νομική κατοχύρωση μια χαλαρή κυριότητα.

Το καθεστώς αυτό των νησιών όμως δεν έγινε αποδεκτό από το ελληνικό Δημόσιο με τη σταδιακή προσάρτηση των νησιών. Για την κρίση της ιδιοκτησίας των δασών εφαρμόστηκε το διάταγμα της 17ης Νοέμβρη 1836 περί ιδιωτικών δασών και ερευνούνταν κατά περίπτωση οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας.

Τα δάση της Θάσου επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ιδιωτικά και επιβαλλόταν σ’ αυτά ειδική φορολογία. Το ελληνικό κράτος κληρονόμησε αυτό το καθεστώς, αλλά αναγνώρισε τα ιδιωτικά δάση υπέρ της ολότητος των κατοίκων των δήμων και κοινοτήτων.

Στα δασικά εδάφη των Επτανήσων κληρονομήθηκε ένα εντελώς διαφορετικό καθεστώς από τους Ενετούς.

Στο από 13/29.12.1817 «Σύνταγμα του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων» δεν υπάρχει αναφορά σε δημόσια δάση ή σε δημόσια κτήματα που ν’ ανήκουν στο υπό την προστασία της Αγγλίας Ηνωμένο Ιόνιο Κράτος, ώστε η εν λόγω ιδιοκτησία να περιέλθει κατά διαδοχή στο ελληνικό κράτος, γιατί η εγχώρια περιουσία κάθε νησιού ανήκε στην εγχώρια τοπική κυβέρνηση.

Μεγάλες ιδιοκτησίες τιμαριούχων (Τοπικών Διοικητών) και Ευγενών κατακερματίστηκαν και μεταβιβάστηκαν σε ιδιώτες. Η λεγόμενη επιχώριος διακοινοτική περιουσία (είδος κοινόχρηστων εκτάσεων) δεν περιήλθε στο ελληνικό Δημόσιο, αλλά διανεμήθηκε στους δήμους μετά την προσάρτηση. Έτσι σήμερα το ελληνικό Δημόσιο θεωρεί ως μη δημόσια τα δασικά εδάφη των Επτανήσων. Γι’ αυτό δεν ισχύουν οι διατάξεις του Διατάγματος του 1836 «Περί ιδιωτικών δασών» στα Ιόνια νησιά και δε θεσπίζεται για τα δάση της Επτανήσου το τεκμήριο κυριότητας του ελληνικού κράτους.

Τέλος, στα Δωδεκάνησα το ελληνικό κράτος διαδέχτηκε το ιταλικό γαιοκτητικό καθεστώς, στο οποίο υπάγονταν τα δημόσια και ιδιωτικά εδάφη που είχαν κτηματογραφηθεί. Κάθε εμπράγματο δικαίωμα των ιδιωτών και του Δημοσίου στα εδάφη των Δωδεκανήσων βασίζεται πλέον στις καταγραφές και μόνο του κτηματολογίου.29

Σημειώνεται ότι μέχρι τότε τα ταπιά δεν αποδείκνυαν πλήρη και καθαρή ιδιοκτησία για τον ενδιαφερόμενο ιδιώτη στον οποίο παραχωρούνταν προς χρήση η δασική έκταση, αλλά ομολογούσαν την κυριότητα του Δημοσίου. Άλλωστε, στο άρθρο 1 του παραπάνω νόμου περί ιδιωτικών δασών του 1836 ορίζεται ρητά ότι «αναγνωρίζονται ιδιωτικά δάση μόνο εκείνα όσα δι’ εγγράφων, εκδιδόμενων κατά τους νομίμους τύπους από τας αρμοδίας Τουρκικάς Αρχάς, αποδειχθώσιν ότι υπήρχον και πριν της αρχής του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος, ιδιοκτησίαι πλήρεις ιδιωτών». Τα ταπιά δεν αποτελούσαν τέτοιου είδους τίτλους και τα δάση παρέμεναν στην κυριότητα του οθωμανικού κράτους.

Συμπερασματικά η βάση του ιδιοκτησιακού προβλήματος έγκειται στο αντικειμενικό γεγονός ότι, για ν’ αναπτυχθεί καπιταλιστικά η Ελλάδα, έπρεπε να εξασφαλιστεί η ατομική ιδιοκτησία στη γη ως ένα εργαλείο αυτής της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Κι αυτό εξασφαλίστηκε με την κατοχύρωση της κυριότητας στη γη γενικά, αλλά και σε ορισμένα δασικά οικοσυστήματα, αφού ουσιαστικά αναγνωρίστηκαν δικαιώματα κυριότητας (ενώ εξασφάλιζαν μόνο δικαίωμα νομής και χρήσης) στα οθωμανικά έγγραφα (χοτζέτια, φιρμάνια, ταπιά κλπ.) που εμφανίζονταν ως επίσημα και νόμιμα, παραγνωρίζοντας ότι ποτέ μέχρι τότε η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα της κυριότητας στη γη.

Οι απόψεις ότι οι ιδιοκτησιακές αμφισβητήσεις και προβλήματα που ανέκυψαν συνδέονται και με το γεγονός ότι η οθωμανική διοίκηση καθόρισε αργά, με το νόμο Περί Γαιών (1856), τους κανόνες που διέπουν την ιδιοκτησία στα ακίνητα και με το νόμο Περί Ταπιών (1858) καθόρισε τους τύπους των αποδεικτικών της ιδιοκτησίας εγγράφων, ενώ μέχρι το 1856 οι ιδιοκτησιακές υποθέσεις εκδικάζονταν κυρίως με τους κανόνες του ιερού νόμου, καθώς και με το γεγονός ότι οι όροι αυτών των συμφωνιών παραβιάστηκαν ποικιλοτρόπως, είναι απολογητικοί και προσπαθούν να συγκαλύψουν την πραγματική αιτία, που είναι ουσιαστικά ο αποχαιρετισμός της φεουδαρχίας και η «υποδοχή» του καπιταλισμού και των σχέσεων παραγωγής του.

Αυτήν ουσιαστικά τη μεταβολή εξυπηρετούσαν και οι ρυθμιστικές αποφάσεις για τις ιδιοκτησιακές υποθέσεις και η ισχύς πολλών τύπων εγγράφων αποδεικτικών ιδιοκτησιών, οι οποίες εκδίδονταν από τα ιεροδικεία και εξέταζαν στην Παλαιά Ελλάδα οι εξεταστικές επιτροπές των ιδιοκτησιακών υποθέσεων, η γραμματεία επί των Οικονομικών και τα δικαστήρια.

Η αλλαγή με την αναγνώριση κυριότητας εξασφάλιζε στους εκδιωκόμενους και αποχωρούντες Οθωμανούς το δικαίωμα να πουλήσουν εκτάσεις για τις οποίες δεν είχαν αυτό το δικαίωμα κυριότητας και το αποκτούσαν με αυτές τις ρυθμίσεις, ευνοώντας τους οικονομικά ισχυρούς Έλληνες να αποκτήσουν ιδιοκτησία – κυριότητα σε εκτάσεις γης.

 

ΤΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΟ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ ΑΠΟ ΤΟ 1900 ΕΩΣ ΤΟ 197530

Το ιδιοκτησιακό στα δάση των λεγόμενων Νέων Χωρών (Ήπειρος και Μακεδονία) ρυθμίστηκε με την υπογραφή της από 14 Νοέμβρη 1913 Συνθήκης «περί Ειρήνης μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας» (Ν. 4213/1914). Με αυτήν αναγνωρίστηκαν όλα τα μέχρι την απελευθέρωση των Νέων Χωρών κεκτημένα νόμιμα, κατά την οθωμανική νομοθεσία, δικαιώματα που προϋπήρχαν της στρατιωτικής κατάληψης των Νέων Χωρών, κάθε ιδιώτη ή νομικού προσώπου (που δεν αναγνώριζε το οθωμανικό Δίκαιο) και οι επί τουρκοκρατίας δικαστικές αποφάσεις και οι επίσημοι τίτλοι που εκδόθηκαν από τις αρμόδιες οθωμανικές Αρχές. Μετά τις σχετικές μεταβιβάσεις και πάλι διαμορφώθηκαν και στις περιοχές αυτές τα ιδιωτικά δάση, πολλά από τα οποία είναι κοινοτικά και βαρύνονται με συγκυριότητα του Δημοσίου κατά το 1/5. Προϋπόθεση αναγνώρισης ιδιωτικού δάσους είναι και πάλι η κατοχή ταπίου με τις ίδιες εμπλοκές. 

Η περιοχή της Θράκης απελευθερώθηκε από τα ελληνικά στρατεύματα με τη βοήθεια των συμμάχων το 1919 χωρίς να τεθούν όροι σχετικά με τα οθωμανικά κτήματα ή τα κτήματα άλλων μειονοτήτων. Έτσι όλα τα εδάφη περιήλθαν στο ελληνικό Δημόσιο και το 98% των δασών της Θράκης ανήκει σήμερα στο Δημόσιο.

Το ελληνικό κράτος ψήφισε το νόμο 422/1.12.1914 («Περί καθορισμού της ιδιοκτησίας επί ιδιωτικών δασών» κλπ.). Με την ίδρυση του υπουργείου Γεωργίας συστάθηκε το Συμβούλιο Κτημάτων (ν.853/1917 «Περί οργανισμού του υπ. Γεωργίας») για την αντιμετώπιση του ιδιοκτησιακού των δασών, το οποίο αργότερα αντικαταστάθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο που λειτούργησε μέχρι το έτος 1939.

Με το ν. 1747/1939 το Διοικητικό Δικαστήριο διαδέχτηκε το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημόσιων Δασών, το οποίο αργότερα αντικαταστάθηκε από το Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών (ΣΙΔ). Από τα όργανα αυτά το Διοικητικό Δικαστήριο εξέδωσε πολλές αναγνωριστικές αποφάσεις, που στηρίχτηκαν όχι σε ταπιά αναφερόμενα σε δάση, αλλά και σε φιρμάνια, χοτζέτια, αποφάσεις των ιεροδικείων κλπ., με το σκεπτικό ότι τόσο ο νόμος Περί Γαιών του 1856 όσο και ο κανονισμός Περί Ταπίων δεν είχαν αναδρομική ισχύ και συνεπώς οι κάθε είδους τίτλοι, οι αποφάσεις των ιεροδικείων, ακόμα και τα έγγραφα των σπαχήδων, έδιναν στους κατόχους τους δικαίωμα κυριότητας, κατά τους κανόνες του ιερού νόμου. Την τακτική αυτή δεν ακολούθησαν το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο και το Συμβούλιο Ιδιοκτησίας Δασών (ΣΙΔ), τα οποία βάσισαν κυρίως τις αποφάσεις τους στην ύπαρξη ταπίου ή, προκειμένου για την Παλαιά Ελλάδα και τη Θεσσαλία, στην απόκτηση δικαιωμάτων με χρησικτησία συμπληρωμένη μέχρι το 1915.

Αλλά και στη δικαστηριακή νομολογία δεν τηρήθηκε σε όλο αυτό το διάστημα σταθερή και άκαμπτη γραμμή. Χαρακτηριστική περίπτωση διαφορετικής αντιμετώπισης του ιδιοκτησιακού σε διάφορα χρονικά διαστήματα από τον Άρειο Πάγο είναι η νομολογία που αναπτύχθηκε για τα δάση των Νέων Χωρών. Ενώ δηλαδή με την 4/1935 απόφασή του έκρινε ότι όλα τα δάση των Νέων Χωρών περιήλθαν στο ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του τουρκικού και ότι ιδιωτικά είναι μόνο τα δάση που εξουσιάζονται με ταπί αναφερόμενο σε δάσος (δε δεχόταν ως έγκυρο τίτλο το ταπί που δεν αναφερόταν σε δάσος, έστω και αν το δάσος αναπτύχθηκε μετά την έκδοση του ταπιού), μετά από 24 χρόνια υπαναχώρησε και με την 450/1959 απόφασή του έκρινε ότι το δικαίωμα της χρησικτησίας ήταν επιτρεπτό, όχι μόνο επί καλλιεργουμένων γαιών, αλλά και επί δασών και βοσκοτόπων επιδεκτικών καλλιέργειας με υλοτομίες, καθαρισμούς κλπ. Μόλις στη δεκαετία του 1960, με σειρά αποφάσεων (ΑΠ. 4439/1963, 499/1966, 615/1966 κλπ.) παγιώθηκε η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου στην αταλάντευτη πλέον θέση ότι δεν είναι δυνατή η χρησικτησία στα δάση των Νέων Χωρών, γιατί δεν επιτρέπεται από το σύνολο των διατάξεων του οθωμανικού νόμου, αλλά και δεν μπορεί να συμπληρωθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυσαν πριν το Αστικό Δίκαιο, μέχρι το 1915.

 Το αστικό κράτος στην Ελλάδα όμως ποτέ δεν προσδιόρισε ουσιαστικά ποιες εκτάσεις αναγνώριζε, παραχωρούσε, ποιες ανήκαν στο Δημόσιο. Στις διάφορες περιόδους εξέλιξής του, ακολούθησε πολιτική διανομής μικρού κλήρου σε ακτήμονες (ιδιαίτερα στη 10ετία του 1920 με την ενσωμάτωση του προσφυγικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία).

Από το 1922, με διάφορες διατάξεις και την κωδικοποίηση του 1929, απαγορεύτηκε η κατάτμηση των δασών, ενώ από το 1900 εμφανίστηκε ως ρύθμιση η κήρυξη μιας έκτασης αναδασωτέας ως μηχανισμός προστασίας της. Ο λόγος της καθιέρωσης αυτών των ρυθμίσεων είναι η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου.

Ήταν αδύνατο όμως να προστατευτεί αυτή η ιδιοκτησία σε μια περίοδο κατά την οποία δεν υπήρχαν χάρτες, κτηματολόγιο ή άλλοι μηχανισμοί προστασίας. Μοναδικό στοιχείο τα φυσικά της χαρακτηριστικά, ιδιαίτερα η φυτοκάλυψη με άγρια ξυλώδη πολυετή φυτά και η πυκνότητα της κάλυψης αυτής.31

 

ΟΙ ΚΑΤΑΠΑΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΑΣΙΚΗΣ ΓΗΣ

Οι μεγάλες καταπατήσεις της κρατικής δασικής γης άρχισαν να συντελούνται από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Μέχρι την εποχή εκείνη φαίνεται ότι σε γενικές γραμμές αναγνωρίζονταν ως ιδιοκτήτες δασών όσοι προσέφυγαν στις διατάξεις τον νόμου περί ιδιωτικών δασών της 17/29 Νοέμβρη 1836. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την 574/1867 απόφαση του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την οποία: Εφόσον οι αξιούντες δικαίωμα κυριότητας σε δάσος δεν προσκόμισαν, μέσα στην προθεσμία που προέβλεπε το διάταγμα της 17/29 Νοέμβρη 1836 τους τίτλους τους για την αναγνώριση του δικαιώματος που επικαλούνταν, το δάσος ανήκει αδιαφιλονίκητα στο ελληνικό Δημόσιο.

Όμως το ίδιο έτος συμπληρώνονταν ήδη 30 χρόνια από την έκδοση και ισχύ του διατάγματος «Περί διακρίσεως κτημάτων», με το οποίο δεν αποκλειόταν η κτήση κυριότητας σε δάση με έκτακτη χρησικτησία και τέσσερα έτη αργότερα εκδόθηκε ο νόμος ΥΛΑ 24 Μάρτη 1871 «Περί διανομής και διαθέσεως της εθνικής γης», ο οποίος έδινε δυνατότητα δηλοποίησης των αυθαίρετα κατεχομένων δημόσιων κτημάτων με σκοπό τη νομιμοποίηση, έναντι καταβολής τέλους.

Με αφορμή τις ευνοϊκές αυτές διατάξεις, που στην ουσία ανέτρεπαν την αρχή που καθιέρωσε το διάταγμα της 17/29 Νοέμβρη 1836 «Περί ιδιωτικών δασών», εμφανίστηκαν οι πρώτοι ιδιοκτήτες δασών εκτός από εκείνους που αναγνώριζε μέχρι την εποχή αυτή το ελληνικό κράτος. Τότε εμφανίζονται και οι κυριότερες αγοραπωλησίες μεγάλων «δασοαγροτικών» περιοχών από γνωστά ονόματα της αστικής τάξης, αποδεικνύοντας ότι η αγορά δασικής γης αποτελούσε πλέον κερδοφόρα επένδυση. Βέβαια οι καταπατήσεις της κρατικής δασικής γης συνεχίστηκαν και αργότερα, αλλά ο κύριος όγκος τους συντελέστηκε εκείνη την εποχή.32 Η πολιτική αυτή οδήγησε στον πολυτεμαχισμό της γης συνολικά –ιδιαίτερα της δασικής γης– και στη σκόπιμη ασάφεια των ιδιοκτησιακών όρων, η οποία διευκόλυνε την επέκταση της ιδιωτικής σε βάρος της κρατικής δασικής γης. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα σε περιοχές που δέχτηκαν τις επιδράσεις των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών εξελίξεων (Μικρασιατική Καταστροφή, εμφύλιος, ραγδαία επέκταση πόλεων κλπ.).33

Σε αυτές τις εκτάσεις τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα είναι τεράστια. Είχαν ανάγκη νέας θεσμικής ρύθμισης των όρων χρήσης των δασικών οικοσυστημάτων. Το νέο θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει τη μεταβολή των δασικών οικοσυστημάτων σε άλλες χρήσεις, που είναι ο πιο πρόσφορος τρόπος για την αλλαγή και του ιδιοκτησιακού καθεστώτος κυρίως σε βάρος του Δημόσιου, με στόχο την επέκταση της ατομικής ιδιοκτησίας της γης. Πολύ περισσότερο που το 60% της χερσαίας έκτασης της Ελλάδας είναι δασικά οικοσυστήματα και από αυτό το 65% είναι δημόσια περιουσία, από την οποία είναι καταγεγραμμένη ως δημόσια μόνο το 1/2.

Ο Mιχ. Δεκλερής34 το 2003 αναφέρει ότι «το τεκμήριο της “ιδιοκτησίας” του ελληνικού κράτους στα δάση του δεν είναι νομικό πλάσμα, αλλά εκφράζει και την πραγματική κατάσταση. Είναι γνήσια εξουσία η οποία αποκτήθηκε με το δικαίωμα του πολέμου (“πολεμικώ δικαίω” ή “δορυάλωτες περιοχές”)».

Η κατασκευή και προβολή ιδιωτικών δικαιωμάτων σε κρατικά δασικά οικοσυστήματα είναι αποτέλεσμα των κυβερνητικών επιλογών διαχρονικά, που απέφευγαν μέχρι σήμερα την καταγραφή της κρατικής δασικής περιουσίας, αναγνώρισαν ανύπαρκτα δικαιώματα σε διάφορες κατηγορίες προσώπων και ενέκριναν την ένταξη δασικών οικοσυστημάτων σε σχέδια πόλης σύμφωνα με τις ανάγκες του κεφαλαίου.

Οι πολιτικές αυτές μπορεί να οδήγησαν σε φαλκίδευση των δασών και δημόσιων εκτάσεων, αλλά ουσιαστικά δε θεμελίωσαν κανένα ιδιωτικό δικαίωμα στα δημόσια δάση. Παραμένει όμως προκριματικό στοιχείο για την αντιμετώπιση του ιδιοκτησιακού ζητήματος μιας έκτασης ο δασικός ή μη χαρακτήρας της. Νομικό αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας είναι ότι τα βλαστητικά γνωρίσματα μιας έκτασης (σήμερα ή στο παρελθόν) την υπάγουν ή όχι σε ιδιαίτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς.

 

ΤΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΟ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ ΑΠΟ ΤΟ 1975 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ35

Σύμφωνα με την Εθνική Απογραφή Δασών το 1992, τα Δάση και οι μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις (δασικά οικοσυστήματα) καταλάμβαναν το 57,2% της συνολικής εδαφοκάλυψης της Ελλάδας (Πίνακας 1).

Η ιδιοκτησιακή κατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων είναι για τα μεν δημόσια από 74,1% (βλ. Πίνακα 2)  μέχρι 65,5% (βλ. Πίνακα 3), για τα ιδιωτικά από 6,5-8%, τα κοινοτικά από 9-12%, σύμφωνα με τους ιδίους πίνακες.

Τα στοιχεία των πινάκων (2) & (3) δεν πρέπει να θεωρούνται απόλυτα ακριβή, αφού δεν υπάρχει κτηματολόγιο, ούτε σταθερά, αφού από σύστασης του ελληνικού κράτους συνεχείς διεκδικήσεις μεταβάλλουν τις αναλογίες αυτές και αφού δεν περιλαμβάνεται η κατηγορία των λεγομένων διακατεχομένων ή διαφιλονικουμένων δασών, καθώς και άλλες κατηγορίες δημόσιων δασών που βαρύνονται με δουλείες ιδιωτών.

Κατ’ εκτίμηση της Γενικής Διεύθυνσης Δασών του ΥΠΕΚΑ, το σύνολο των ιδιωτικών δασικών οικοσυστημάτων της Ελλάδας υπολογίζεται στο 35% της δασοκάλυψης επειδή υπάρχουν μέσα στα ιδιωτικά δάση και γυμνές, άγονες και γεωργικές εκτάσεις.

 

Pin Ralatos 1-3

 

Διαπιστώνεται από τους παραπάνω πίνακες ότι ακόμη και σήμερα δεν είναι καταγεγραμμένες με ακρίβεια οι ιδιοκτησίες στα δασικά οικοσυστήματα, ενώ, παρά την πρόθεσή μας, δεν έγινε δυνατή η αξιόπιστη σύγκριση των ποσοτικών μεταβολών στην ιδιοκτησιακή κατάσταση, αφού ούτε η αστική διακυβέρνηση, ούτε κανένας κρατικός φορέας μέχρι σήμερα δεν έχει καταγράψει με συστηματικό τρόπο τα απαραίτητα γι’ αυτό στοιχεία. Άλλωστε αυτό φαίνεται και από τις αποκλίσεις που εμφανίζονται στους παραπάνω πίνακες και οι οποίες ξαναδείχνουν ακριβώς την έλλειψη αυτών των στοιχείων και όχι τις όποιες διαφορές στη μέθοδο.

 

ΒΑΣΙΚΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το 1975 ψηφίζεται το νέο Σύνταγμα. Μετά από την ψήφιση του, στο οποίο περιλήφθηκαν διατάξεις για την προστασία των δασικών οικοσυστημάτων (άρθρα 24 και 117), ξεκίνησαν οι προσπάθειες για την ανατροπή τους, λόγω του ότι ως δασικού χαρακτήρα εκτάσεις ορίζονται όχι μόνο αυτές που σήμερα έχουν τα απαραίτητα από το νόμο βλαστητικά χαρακτηριστικά, αλλά και αυτές που τα είχαν στο παρελθόν και κάηκαν ή εκχερσώθηκαν. Δασικό Κτηματολόγιο δεν υπάρχει και ισχύει το «τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου». Οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου συνειδητοποιούν ότι οι περιορισμοί στις αλλαγές χρήσης είναι πολύ δεσμευτικοί, οπότε προβαίνουν σε νομοθετικά μέτρα για να άρουν την προστασία του Συντάγματος.

Το 1976 ψηφίστηκε ο Νόμος 248/76 για την κατάρτιση Δασικού Κτηματολογίου, συγκροτήθηκαν Υπηρεσίες Δασικού Κτηματολογίου σε όλη την Ελλάδα, που επιτέλεσαν ένα μεγάλο έργο κτηματογράφησης το οποίο όμως ποτέ δεν κατέληξε σε οριστικές αναρτήσεις δασικών χαρτών και καταγραφή των ιδιοκτησιών σε δάση και δασικές εκτάσεις.

Η πρώτη προσπάθεια μέσω της αλλαγής του χαρακτήρα των δασικών οικοσυστημάτων να «λυθεί» υπέρ των ιδιωτών και με ένταση της εμπορευματοποίησής τους έγινε από την κυβέρνηση της ΝΔ, με το Ν. 998/1979, με τον οποίο περίπου 15 εκατομμύρια στρέμματα εκτάσεων τις οποίες ονόμασαν ως «χορτολιβαδικές» επιδιώχτηκε να αποδεσμευτούν από την προστασία της δασικής νομοθεσίας και να αλλάξουν χρήση. Με τον ίδιο νόμο εισάγεται η καινοφανής έννοια των «δασικών εκτάσεων» για τις εκτάσεις που μέχρι τότε ονομάζονταν «μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις» και είχαν την ιδία νομική προστασία και ιδιοκτησιακές υποχρεώσεις όπως τα δάση. (Στη δασική οικολογία δεν υπάρχει η έννοια της δασικής έκτασης γιατί τα δάση, οι μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις και οι γυμνές μέσα σ’ αυτά εκτάσεις, θεωρούνται ενιαία οικοσυστήματα που έχουν την ίδια ανάγκη προστασίας και υπόκεινται στους ίδιους κανόνες διαχείρισης).

Στη δασική νομοθεσία (από το Νόμο ΑΧΝ/1888 έως το Ν.Δ. 86/1969 Περί Δασικού Κώδικος), δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ δασών και δασικών εκτάσεων. Για πρώτη φορά στο Ν. 998/79 Περί Προστασίας Δασών εισάγεται ο αυθαίρετος νομικός όρος «δασικές εκτάσεις» προκειμένου να στηρίξει κυρίως τις επιτρεπτές επεμβάσεις του ΣΤ΄ κεφαλαίου του νόμου αυτού.

Το ΠΑΣΟΚ ως αντιπολίτευση ανακοίνωσε (Α. Παπανδρέου στη Βουλή) ότι «το ΠΑΣΟΚ, όταν έρθει στην εξουσία, θα καταργήσει αυτόν το νόμο».

Το ΠΑΣΟΚ έγινε κυβέρνηση κι όχι μόνο δεν τον κατάργησε, αλλά το 1987 έκανε την επόμενη προσπάθεια, ψηφίζοντας το Νόμο 1734/1987, γνωστό ως νόμο για τα βοσκοτόπια, με τον οποίο έγινε προσπάθεια αφαίρεσης της συνταγματικής προστασίας από 40 περίπου εκατομμύρια στρέμματα δασικών εκτάσεων, μέσω της μετονομασίας τους σε «βοσκότοπους». «Βάφτισαν» δηλαδή την περιοδική ή και πιο μόνιμη χρήση των εκτάσεων αυτών σε χαρακτήρα, προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταβολή του προορισμού τους. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε διότι οι βασικές διατάξεις του νόμου κρίθηκαν αντισυνταγματικές από το ΣτΕ.

Για το λόγο αυτό η επόμενη προσπάθεια ήταν να αλλάξει το περιεχόμενο του άρθρου 24 κατά τη Συνταγματική Αναθεώρηση του 2001. Για πρώτη φορά στο Σύνταγμα έγινε σαφής διάκριση μεταξύ των εννοιών του δάσους και της δασικής έκτασης. Τέλος, με την καθιέρωση ποσοτικών στοιχείων για το χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δάσους ή δασικής («αναγκαία επιφάνεια»), ένα μεγάλο ποσοστό εκτάσεων που μέχρι τότε θεωρούνταν δάση και δασικές αποδεσμεύτηκαν από τη συνταγματική προστασία, με πρόσθετη συνέπεια να μην ισχύει γι’ αυτές ούτε το μαχητό υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας.36

«Κατ’ επιταγήν» της αναθεώρησης αυτής ήταν ο Ν. 3208/2003 της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ για την «προστασία» των δασικών οικοσυστημάτων, ο οποίος έδινε νέο ορισμό για το δάσος και τις δασικές εκτάσεις, με κύριο γνώμονα το ελάχιστο εμβαδόν που απαιτείται για το χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δάσους ή δασικής έκτασης, ανοίγοντας το δρόμο για ευρείς αποχαρακτηρισμούς και, στο όνομα της «βιώσιμης» και «αειφόρου ανάπτυξης», διευκόλυνε την εμπορευματοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων.

Ενδιάμεσα αλλά και μετά την Αναθεώρηση, ψηφίζονται επίσης διάφοροι νόμοι ή τροπολογίες σε νόμους που καταπατούν το Σύνταγμα, πάντα σε βάρος της κρατικής περιουσίας και του δασικού πλούτου (π.χ., ο Νόμος για το Κτηματολόγιο που αποδυνάμωσε το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου, η ένταξη σε σχέδιο πόλης παλαιών καταπατήσεων, η παραχώρηση της διαχείρισης των περιαστικών δασών στους ΟΤΑ κλπ.).

Σήμερα δεν ισχύει ο ορισμός για το δάσος με βάση το Ν. 3208/2003, γιατί τον ακύρωσε το ΣτΕ μετά από προσφυγές που έγιναν, οπότε ισχύει ο παλιότερος ορισμός του Ν. 998/79 για το δάσος. Όμως για το χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δασικής ή μη ακόμη αναμένονται από την κυβέρνηση τα «επιστημονικά κριτήρια»…

Η ΝΔ το 2005 ανακοίνωσε εκ νέου αναθεώρηση του άρθρου 24, στην οποία όμως δεν προχώρησε (το περιεχόμενο της ήταν η συνταγματική νομιμοποίηση όλων των πριν το 1975 παράνομων εκχερσώσεων στα δασικά οικοσυστήματα, με παράλληλη κατάργηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εκτάσεις αυτές), αφού δε θα ίσχυε το «μαχητό υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας».

 

Ο ΔΑΣΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ 4280/2014 ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΝΔ – ΠΑΣΟΚ

Είναι η πιο πρόσφατη παρέμβαση (Ιούλης – Αύγουστος 2014). Ο νόμος της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ με τίτλο «Περιβαλλοντική αναβάθμιση και ιδιωτική πολεοδόμηση –βιώσιμη ανάπτυξη οικισμών– ρυθμίσεις δασικής νομοθεσίας» αποτέλεσε συνέχεια της πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων διαχρονικά, στη γη και τη χρήση της, στο χωροταξικό σχεδιασμό, στον τουρισμό, στην ενέργεια, στην ιδιωτική πολεοδόμηση, στον τομέα των Δασών, συνολικότερα στην οργάνωση του κοινωνικού χώρου. Εντάσσεται στο πλαίσιο της επιτάχυνσης των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και της επέκτασης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της χρήσης γης, στις νέες αναπτυξιακές προτεραιότητες του ελληνικού κεφαλαίου.

Άλλωστε οι αλλαγές στη «χωρική πολιτική» που προωθούνται στοχεύουν επίσης στη μεγαλύτερη κερδοφορία για τους ομίλους, μέσα από τη διασφάλιση νέων επενδυτικών πεδίων, την άρση περιορισμών στη χρήση γης προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου, την επιτάχυνση της συγκέντρωσης γης και τεχνικών έργων. Είναι εναρμονισμένη με τη γενικότερη πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, της ενίσχυσης της κερδοφορίας του κεφαλαίου στο πλαίσιο της στρατηγικής της ΕΕ για την προσαρμογή των δασών στους νόμους της καπιταλιστικής αγοράς, της λεγόμενης «πράσινης» ανάπτυξης, των οδηγιών για τα δασικά συστήματα και τελευταία το 7ο Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Δράσης.

Υπηρετεί το σχεδιασμό της άρχουσας τάξης για την ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας ο οποίος μεταξύ άλλων προκρίνει τη μετατροπή της χώρας σε κόμβο μεταφοράς εμπορευμάτων και ενέργειας και την ανάπτυξη του τουρισμού με εξωτερικό προσανατολισμό για υψηλού και μεσαίου εισοδήματος τουρίστες, στο πλαίσιο της γαλάζιας πολιτικής της ΕΕ και της «ήπιας τουριστικής ανάπτυξης», σύμφωνα με τις προτάσεις των τραπεζών, των τουριστικών ινστιτούτων και των τουριστικών ομίλων.

Η δασική πολιτική της ΕΕ εντάσσεται στη στρατηγική «Ευρώπη 2020», το Χάρτη για την Αποδοτικότητα των Πόρων, την ΚΑΠ, τη Βιομηχανική και Ενεργειακή Πολιτική, τη στρατηγική για το Κλίμα, τη Βιοποικιλότητα και τη Βιοοικονομία, την πράσινη οικονομία, ώστε να διασφαλίζεται η συμβολή των Δασών στην επίτευξη των στόχων και των επιδιώξεων της ΕΕ, σύμφωνα με τη «Νέα στρατηγική της ΕΕ για τα Δάση και το Δασικό τομέα», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη σχετική απόφαση του 2014 [COM(2013)659 final].

 Ταυτόχρονα, η ιδιωτικοποίηση κρατικών δασικών εκτάσεων μέσω της παραχώρησης, όπως προβλέπει ο νόμος, αποτελεί και μια μέθοδο κρατικής χρηματοδότησης των μονοπωλίων, αφού οι σχετικές επενδύσεις γίνονται με εξαιρετικά μικρές δαπάνες για τη γη.

Η ραγδαία είσοδος –επενδύσεις– μέσω της διεύρυνσης των επεμβάσεων στα δασικά οικοσυστήματα, ακόμη κι αν τηρηθούν οι «περιβαλλοντικοί όροι», θα εξασφαλίσουν τεράστια κέρδη –και διεύρυνσή τους– για το κεφάλαιο και μισή ζωή για τους όποιους εργαζόμενους, με επιδείνωση των όρων εργασίας, μισθό – «βοήθημα» και δικαιώματα που να διασφαλίζουν την ανταγωνιστικότητα της επένδυσης.

Η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ αντιμετώπιζε το ζήτημα στη βάση ότι οι μέχρι σήμερα «πρωτοβουλίες» δεν «απελευθέρωσαν» τη δασική γη, τα δασικά οικοσυστήματα από την όποια νομική προστασία, ώστε να αποτελέσουν κερδοφόρα διέξοδο στα συσσωρευμένα κέρδη των μονοπωλιακών ομίλων. Έτσι προώθησε αποφασιστικά τη δυνατότητα της ιδιωτικής πολεοδόμησης.

Έδωσε τη δυνατότητα στο μεγάλο κεφάλαιο να κατασκευάζει νέα πολεοδομικά συγκροτήματα, με τους όρους χρήσης που θεωρεί ως απαραίτητους, στις περιοχές που κρίνει. Η ευθύνη και η πρωτοβουλία χάραξης νέων πολεοδομικών σχεδίων μεταφέρεται στο μεγάλο κεφάλαιο, καθώς μόνο αυτό θα συγκεντρώνει αρκετή γη και κεφάλαιο για να προχωρήσει στην ιδιωτική πολεοδόμηση, ενώ ταυτόχρονα, μέσα από το νομοσχέδιο, η πολεοδόμηση μετατρέπεται σε οικονομική δραστηριότητα με το κόστος να μετακυλίεται στους νέους κατοίκους των περιοχών.

Είναι μια ποιοτική αλλαγή στην εμπορευματοποίηση των δασικών οικοσυστημάτων, του κρατικού πλούτου. Στο όνομα της «βιώσιμης ανάπτυξης», έρχεται να άρει τα όποια «εμπόδια» υπήρχαν στη δράση του μεγάλου κεφαλαίου που θέλει να χρησιμοποιήσει τα κρατικά και ιδιωτικά δασικά οικοσυστήματα, την κρατική δασική περιουσία ως κερδοφόρα διέξοδο στα υπερσυσσωρευμένα κεφάλαια. Σε ολόκληρες περιοχές με διαδικασίες «fast – track» μπορούν να αλλάζουν οι χρήσεις γης, σε βάρος του δημόσιου χαρακτήρα του δασικού πλούτου, ενώ είναι ανοιχτός ακόμη και ο αποχαρακτηρισμός δασικών οικοσυστημάτων.

Με το νέο νόμο επιτρέπονται ουσιαστικά όλες οι επεμβάσεις που ενδιαφέρουν τους μονοπωλιακούς ομίλους στα δασικά οικοσυστήματα και δε συνεχίζονται οι κυβερνητικές «πρωτοβουλίες» αλλαγής χαρακτήρα, προορισμού, ιδιοκτησίας, που από το 1975 μέχρι σήμερα έβγαιναν αντισυνταγματικές ή δημιουργούσαν «εμπόδια» στην «ελευθερία» της επιχειρηματικής δραστηριότητας, των συμφερόντων και των επιλογών της άρχουσας τάξης και των ομίλων. Πολύ περισσότερο που επιδιώκεται το ξεπέρασμα, με την παραχώρηση της χρήσης τους, «εμποδίων» στις επενδύσεις μέχρι σήμερα, λόγω της κρατικής ιδιοκτησίας τους.

Συνολικά ο νέος δασικός νόμος εξειδικεύει τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στα δασικά οικοσυστήματα προς όφελος του κεφαλαίου, το οποίο κρίνει σήμερα ότι η κερδοφορία του θα εξυπηρετηθεί όχι κυρίως με τον αποχαρακτηρισμό τους και την αλλαγή ιδιοκτησίας, όπως βασικά επιδίωκε μέχρι σήμερα, αλλά με την εξασφάλιση της «νομιμότητας» των επεμβάσεών του μέσα σ’ αυτά με τη γενίκευση και διεύρυνσή τους και με την ανάθεση της διαχείρισης ευαίσθητων περιοχών προς όφελός του μέσω της μακροχρόνιας μίσθωσης.

Παράλληλα νομιμοποιούνται όλες οι προ του έτους 1975 (εμφύλιος, δικτατορία) παράνομες εκχερσώσεις, αγοραπωλησίες, κατατμήσεις και αλλαγές χρήσης στα δασικά οικοσυστήματα και αναγνωρίζει δικαιώματα ιδιοκτησίας καταπατήσεων, με παράλληλη κατάργηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εκτάσεις αυτές, αφού δε θα ισχύει το μαχητό υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας. Αποδίδει κυριότητα σε διακατεχόμενα δάση απεμπολώντας τα δικαιώματα του κράτους απέναντι σε διεκδικητές που τα διακατέχουν. Βγάζει από τις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας τις χορτολιβαδικές εκτάσεις οι οποίες θα μπορούν και να πολεοδομηθούν και όχι μόνο.

Η ουσία όλων των αλλαγών μετά το 1975 στόχευε στη νομική κατοχύρωση της μεταβολής του προορισμού των δασών και δασικών εκτάσεων και στην εισαγωγή τους στο «χρηματιστήριο» της γης και, μέσω αυτής, σε αλλαγή της ιδιοκτησίας, με νομιμοποίηση ανύπαρκτων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και νομιμοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων παράνομων συμβολαίων.

 

Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ

Όπως αναδείχθηκε και από τις προγραμματικές δηλώσεις του αναπληρωτή υπουργού Περιβάλλοντος Γιάννη Τσιρώνη, η νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ δεν αμφισβητεί τη στρατηγική της ανταγωνιστικότητας, στηρίζει τη στρατηγική της ΕΕ – άρχουσας τάξης, του ΣΕΒ, για την «πράσινη ανάπτυξη», τη δασική πολιτική της ΕΕ.

Η συγκεκριμένη πολιτική προς όφελος του κεφαλαίου δεν είναι τέκνο της κρίσης, των μνημονίων και της τρόικας. Η πολιτική αυτή προωθείται διαχρονικά, τόσο στην κρίση όσο και στην ανάπτυξη, στην ΕΕ, αφού απαντά στην ανάγκη των μονοπωλιακών ομίλων για θωράκιση της ανταγωνιστικότητάς τους, για ανακοπή της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους.

Γι’ αυτό η νέα κυβέρνηση υποκλίνεται στην «υγιή» επιχειρηματικότητα. Επιχειρεί να πείσει τους εργαζόμενους ότι μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά τα επενδυτικά σχέδια και τα κέρδη των ομίλων με την ικανοποίηση των αναγκών τους, κι ότι αυτό μπορεί να εξασφαλίσει η νέα κυβερνητική διαχείριση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, και πριν ως αντιπολίτευση και τώρα ως κυβέρνηση, συσκοτίζει την αιτία που οξύνει τα προβλήματα των δασικών οικοσυστημάτων, της δασικής γης που είναι ο καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης. Προτείνει μια άλλη μορφή διαχείρισης, με την «παραγωγική ανασυγκρότηση» και τη «νέα πολιτική για τα δάση» με την οποία αναγνωρίζει τη δράση των μονοπωλιακών ομίλων στα κρατικά δασικά οικοσυστήματα, γεγονός που κατοχυρώνει και ο πρόσφατος δασικός νόμος της προηγούμενης κυβέρνησης ΝΔ – ΠΑΣΟΚ. Απευθύνεται σε «υπεύθυνους και υγιείς επιχειρηματίες», στους οποίους δήλωσε ότι θα τους εξασφαλίσει «σταθερό φορολογικό σύστημα» και «σταθερό χωροταξικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο».

Ο ΣΥΡΙΖΑ «χτίζει» τις συμμαχίες του, επιδιώκοντας παράλληλα να παρουσιαστεί ως «φιλολαϊκή» κυβέρνηση, στο πλαίσιο όμως της ΕΕ, ως καλύτερος διαχειριστής του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης της Ελλάδας. Καλλιεργεί την αυταπάτη ότι μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη, χωροταξικός σχεδιασμός, τουρισμός, μπορεί να υπάρξει προστασία των δασικών οικοσυστημάτων, «φιλολαϊκή νησίδα» που να ωφελεί ταυτόχρονα το λαό και τους ανταγωνιζόμενους μονοπωλιακούς ομίλους, χωρίς οργάνωση της σύγκρουσης και ρήξης με τους επιχειρηματικούς ομίλους και το κράτος τους.

Η πολιτική γης και η προστασία των δασικών οικοσυστημάτων δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποσπασματικά. Αποτελούν κρίκους μιας ολόκληρης αλυσίδας νομοθετικών ρυθμίσεων που προωθούν την εμπορευματοποίηση της γης, μεταβάλλουν τη χρήση της προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου, υλοποιούν οδηγίες της ΕΕ, που επίσης απαντούν στις ίδιες ανάγκες. Αδιάψευστος μάρτυρας είναι η αλλαγή χρήσης εκατοντάδων χιλιάδων στρεμμάτων κρατικών εκτάσεων δασικών οικοσυστημάτων που δεν ήταν καταγραμμένες, οι οποίες μετά από δασικές πυρκαγιές – εμπρησμούς έγιναν οικισμοί, εργοστάσια, ξενοδοχεία. Επίσης η εμφάνιση αρκετών οικοδομικών συνεταιρισμών, οι οποίοι με το υπάρχον νομικό πλαίσιο μετέτρεψαν ιδιωτικά αλλά και αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας δασικά εδάφη σε πολυτελείς οικισμούς, όπως η Ιπποκράτειος πολιτεία στην περιφέρεια του εθνικού δρυμού της Πάρνηθας και οι χιλιάδες πολυτελείς βίλλες και τουριστικά συγκροτήματα σε δασικά οικοσυστήματα με παράνομα συμβόλαια ιδιοκτησίας.

Γι’ αυτό το λαϊκό κίνημα πρέπει να απαιτήσει κατάργηση όλου του σχετικού νομοθετικού πλαισίου, να βαδίσει με γραμμή σύγκρουσης με τους ομίλους και το κράτος τους, το αστικό κράτος.

 

Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ.
ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΟΥ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΟΥ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Η αστική διακυβέρνηση διαχρονικά αντιμετώπισε το ιδιοκτησιακό πρόβλημα με τις εξής κατευθύνσεις:

1. Συμβιβασμός συμφερόντων μεταξύ της οθωμανικής γαιοκτητικής αριστοκρατίας και της αστικής τάξης της Ελλάδας.

2. Εξυπηρέτηση των επιλογών και των συμφερόντων της αστικής τάξης μέσω της αλλαγής ή νομιμοποίησης της ιδιοκτησίας φυσικών και νομικών προσώπων σε βάρος της κρατικής δασικής ιδιοκτησίας, με την εμπορευματοποίηση της δασικής γης και της αλλαγής του χαρακτήρα και της χρήσης της ανάλογα με τις κάθε φορά επιδιώξεις κερδοφορίας της.

3. Με τον τελευταίο δασικό νόμο, που αποτελεί νέο ποιοτικό βήμα, εξασφάλισε την ένταση της εμπορευματοποίησης και της διείσδυσης των μονοπωλιακών ομίλων με τη διεύρυνση των νόμιμων επεμβάσεων στα δασικά οικοσυστήματα, χωρίς πλέον να χρειάζεται η εξασφάλιση της κυριότητας, αλλά μόνο η παραχώρηση της χρήσης.

Το ιδιοκτησιακό ζήτημα των δασικών οικοσυστημάτων και η επίλυσή του πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο της ιδιοκτησίας της γης και της χρήσης της, της πολιτικής γης, στην οποία συγκρούονται και αντιπαρατίθενται οι γενικές πολιτικές και τα ταξικά συμφέροντα. Από τη σκοπιά της αστικής τάξης η γη και η χρήση της είναι εμπόρευμα.

Στρατηγική της αστικής τάξης είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων μέσω της βιώσιμης – πράσινης ανάπτυξης.

Η πολιτική έντασης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της γης και της χρήσης της προϋποθέτει και την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος (από κρατική σε ιδιωτική) ενός σημαντικού μέρους γης, με την αλλαγή της νομοθεσίας προς όφελος της ατομικής ιδιοκτησίας. Η πολιτική αυτή προϋποθέτει την ιδιωτικοποίηση των δασών ή τη μακροχρόνια μίσθωσή τους, τον ουσιαστικό αποχαρακτηρισμό εκατομμυρίων στρεμμάτων, την εκχώρηση κρατικών εκτάσεων δασικών οικοσυστημάτων και παράκτιων περιοχών, τη διαμόρφωση και υλοποίηση δράσεων για την εξασφάλιση της ανταποδοτικότητας σε κάθε δραστηριότητα στη γη, την ενίσχυση της κερδοφορίας και της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε εκτός σχεδίου περιοχές, τη νομιμοποίηση δραστηριοτήτων που μέχρι σήμερα ήταν παράνομες.

Το ιδιοκτησιακό πρόβλημα στα δασικά οικοσυστήματα επηρεάζει τις επενδύσεις, τα «εμπόδια» στην αλλαγή χρήσης δασών και δασικών εκτάσεων, ενώ υπάρχει ενδιαφέρον για επενδύσεις στον τουρισμό (διεύρυνση περιόδου και μορφών), τις ΑΠΕ, τα λατομεία, τη διαχείριση των νερών, τον κατασκευαστικό τομέα.

Παράλληλα υπάρχουν συσσωρευμένα προβλήματα που αφορούν τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς, τα αυθαίρετα, την εκτός σχεδίου δόμηση, τις επεκτάσεις σχεδίων πόλεων, τις καταπατήσεις κρατικών εκτάσεων που έχουν αλλάξει χρήση, την ίδρυση και ενίσχυση μεγάλων κτηνοτροφικών επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή όμως δεν έχουν γίνει οι δασικοί χάρτες που θα κατέγραφαν τα δασικά οικοσυστήματα, ούτε το δασικό κτηματολόγιο, που θα είχαν ως αποτέλεσμα να αντιμετωπιζόταν –από τη σκοπιά βέβαια των συμφερόντων της αστικής τάξης, των μονοπωλιακών επιχειρηματικών ομίλων και των επιδιωκόμενων συμμάχων τους– και τα όποια ιδιοκτησιακά προβλήματα και το μεγάλο ζήτημα «σε ποια γη θα επενδύσουν».

Η γενίκευση της ιδιωτικοποίησης στη γη (αγορά γης, συμπράξεις, παραχώρηση για μακροχρόνια χρήση), είτε απευθείας προς το κεφάλαιο είτε με τη διαμεσολάβηση άλλων φορέων (Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, Τοπικής Διοίκησης κλπ.), ο περιορισμός της δημόσιας ιδιοκτησίας στη γη, είναι βασικός στόχος.

Για το ΚΚΕ, από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης, η γη και η χρήση της, τα δασικά οικοσυστήματα είναι κοινωνικά αγαθά, πρέπει να αποτελούν κοινωνική ιδιοκτησία.

Η πολιτική αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την οργανωμένη παρέμβαση του εργατικού-λαϊκού κινήματος για την αποτροπή της επέκτασης της δράσης των μονοπωλιακών ομίλων, την ανατροπή της κρατικής πολιτικής και των αντιλαϊκών νόμων που εμπορευματοποιούν τη γη, τα δασικά οικοσυστήματα, με στόχο την κοινωνικοποίηση της γης και του συνόλου των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, για την ολόπλευρη ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 Τιμαριωτικό σύστημα

Στις κατακτημένες περιοχές εγκαθιδρύθηκε το οθωμανικό τιμαριωτικό σύστημα. Είναι το γαιοκτητικό σύστημα κατά το οποίο ο σουλτάνος, ως εκπρόσωπος του Αλλάχ στη Γη και κύριος κάτοχος της κρατικής γης, παραχωρούσε την ισόβια επικαρπία –οικονομική εκμετάλλευση– εδαφών των τιμαρίων (δικαίωμα είσπραξης ορισμένων φόρων) στους δικαιούχους (τιμαριούχους), με τη μορφή τιμαρίου (timar) ζιαμετίου (ziamet) και χασίου (hass).

Τα χάσια παραχωρούνταν σε ανώτατους αξιωματούχους της Αυλής και σε πασάδες, ενώ τα τιμάρια και τα ζιαμέτια στους σπαχήδες (sipahi). Οι τελευταίοι είχαν ως κύριο καθήκον να εντάσσονται κατά τις εκστρατείες στις τάξεις των ιππέων υπό την ηγεσία του σαντζάκμπεη (διοικητή ευρύτερης περιφέρειας) με δικό τους στρατό (ελαφρούς ιππείς) στο πλευρό του σουλτάνου, όποτε οι συνθήκες το απαιτούσαν.

Τα ζιαμέτια και τα χάσια είναι ουσιαστικά ανώτερες κατηγορίες τιμαρίων και γι’ αυτό οι έννοιες αυτές αποδίδονται συχνά με τον κοινό όρο «τιμάρια». Οι τιμαριούχοι είχαν την υποχρέωση να ανταποκριθούν στις παραπάνω υποχρεώσεις. Αν αυτές δεν εκπληρώνονταν, το κράτος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει το τιμάριο. Δεν είχαν κανένα άλλο δικαίωμα πάνω στη γη αυτή, που συνέχιζε να είναι κρατική. Στο σύστημα αυτό στηριζόταν η αποτελεσματική διοίκηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο της ακμής της.

Δεν επρόκειτο για φέουδο με την καθαρή έννοια του όρου, γιατί ο κάτοχος του τιμαρίου δεν είχε κανένα δικαίωμα επί των χρηστών των εδαφών αυτών, είτε αυτοί ήταν μουσουλμάνοι είτε όχι, εκτός από το δικαίωμα της συλλογής των φόρων, και αυτό το δικαίωμά του μπορούσε να ανακληθεί.

Η παραχώρηση αυτή ήταν προσωπική. Με το θάνατο του δικαιούχου, το τιμάριο θεωρητικά δεν περιερχόταν στην κυριότητα των απογόνων του. Επίσης, ένας δικαιούχος μπορούσε να λάβει τιμάρια διαφορετικής αξίας στη διάρκεια της στρατιωτικής του καριέρας, ανάλογα με την πρόοδό του στα αξιώματα.

Το τιμαριωτικό σύστημα θεωρείται ότι αποτέλεσε τη βάση του οθωμανικού κράτους κι άρχιζε να παρακμάζει από τον 17ο αιώνα. Τα τιμάρια, που είχαν δημόσιο χαρακτήρα και έκταση από 1.500-2.500 στρέμματα, μετατράπηκαν σταδιακά σε ιδιωτικά τσιφλίκια και η θέση των χωρικών που τα καλλιεργούσαν επιδεινώθηκε δραματικά. Η παρακμή του τιμαριωτικού συστήματος προκάλεσε και τη διάλυση του επίλεκτου στρατιωτικού σώματος των σπαχήδων τιμαριούχων.

 

Τσιφλίκι

Αποτελούνταν από διάσπαρτες μικρές και μεγάλες καλλιεργήσιμες γαίες 80 μέχρι 130 στρέμματα ανάμεσα σε άλλες δασικές και άγονες εκτάσεις, των οποίων όμως την πλήρη κυριότητα είχε το οθωμανικό κράτος, γι’ αυτό και γινόταν περιγραφή φυσικών ορίων από κορυφογραμμές βουνών, ποταμών, λίμνες, παραλίες, ρεύματα κλπ., μέσα στα όρια των οποίων ενέπιπταν αυτά τα τμήματα των τσιφλικιών. (Σήμερα, πολλοί φερόμενοι ως διάδοχοι δικαιούχοι τσιφλικιών εμφανίζονται ως κύριοι όχι μόνο των καλλιεργούμενων γαιών, αλλά και χιλιάδων στρεμμάτων δημόσιων δασών τα οποία περιβάλλονταν από τις γεωργικές εκτάσεις, αυξάνοντας αυθαίρετα την έκταση του τσιφλικιού, από 130 στρέμματα ακόμη και σε χιλιάδες στρέμματα).

 

Βιλαέτι

Ήταν μεγάλη διοικητική περιοχή/περιφέρεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Βιλαέτια Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου, Κοσσυφοπεδίου κλπ.). Κάθε βιλαέτι υποδιαιρούνταν στα σαντζάκια (πασαλίκια) τα οποία με τη σειρά τους υποδιαιρούνταν στους καζάδες (σημερινοί νομοί).

 

Πασαλίκια

Στο οθωμανικό διοικητικό σύστημα αποκαλούνταν ορισμένες από τις μεγάλες διοικητικές περιφέρειες του βυζαντινού κράτους, γνωστές ως «θέματα» (Θεσσαλία, Πελοπόννησος, Ανατολική Στερεά κλπ.).

 

Χοτζέτια

Ήταν αποφάσεις τοπικών ιεροδικαστών (καδήδων) ποινικού ή αστικού περιεχομένου για διάφορα θέματα δημόσιου ή ιδιωτικού βίου (περιπτώσεις οικονομικού, κοινωνικού ή προσωπικού χαρακτήρα που απαιτούν κάποιου είδους διαιτησία). Οθωμανικό συμβόλαιο που εκδιδόταν για να επικυρώσει μια μεταβίβαση ακινήτου μεταξύ ιδιωτών. Για τα μούλκια (κτήματα στα οποία υπήρχε κυριότητα για τα φυτά, τα δένδρα και τα προϊόντα) οι αγοραπωλησίες γίνονταν παρουσία του καδή που εξέδιδε τα χοτζέτια, τα οποία ήταν και τίτλοι, αλλά όχι πλήρους κυριότητας στη γη.

 

Φιρμάνι

Ήταν διάταγμα-εντολή του σουλτάνου, προερχόμενο άνωθεν (εκτελεστήριο έγγραφο), προς το οποίο δεν μπορούσε να φέρει κανείς καμία αντίρρηση.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

* Ο Αντώνης Ραλλάτος είναι υπεύθυνος της Ομάδας Περιβάλλοντος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ και μέλος του Τμήματος Αγροτικής Πολιτικής.

1. Β. Ι. Λένιν: «Άπαντα», τ. 35, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 24.

2. Κ. Μαρξ: «Το κεφάλαιο», τ. 3, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ 954.

3. Δουλεία είναι η χρήση μιας έκτασης για ένα σκοπό, π.χ., υλοτομία, συλλογή βελανιδιών, βοσκή, χωρίς να υπάρχει καμιά μορφή ιδιοκτησίας από το χρήστη στη συγκεκριμένη έκταση.

4. Γ. Α. Πετρόπουλου: «Ιστορία και Εισηγήσεις Ρωμαϊκού Δικαίου» τόμ. Α΄, εκδ. «Σάκκουλα», Αθήνα, 1963.

5. «Το ιδιοκτησιακό ζήτημα των Δασικών εδαφών της Ελλάδας», ΓΕΩΤΕΕ, Αθήνα, 1991.

6. «Το ιδιοκτησιακό ζήτημα των Δασικών εδαφών της Ελλάδας», ΓΕΩΤΕΕ, Αθήνα, 1991.

7. Ν. Σάθα: «Μεσαιωνικά», «Βιβλιοθήκη Βουλής».

8. Ν. Σάθα: «Μεσαιωνικά», «Βιβλιοθήκη Βουλής», υποσημ. 4.

9. Γεωργίου Π. Νάκου: «Το νομικό καθεστώς των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών 1821-1912», Θεσσαλονίκη, 1984.

10. Δ. Νικολαΐδη (επ.): «Οθωμανικοί Κώδικες», τ. Β΄, 2η έκδοση, εκδ. «Νομικό βιβλιοπωλείο», 2012.

11. Ν. Π. Ελευθεριάδη: «Η ακίνητος ιδιοκτησία εν Τουρκία» (1903). Βλ. επίσης Δ. Α. Κουμουνδουράκη: «Οθωμανικός κώδικας περί γαιών ή αφθάρτων κτημάτων μεταφρασθείς εκ του Τουρκικού», 1863.

12. Ν. Μοσχοβάκη: «Το εν Ελλάδι Δημόσιον Δίκαιον επί Τουρκοκρατίας» (διατριβή επί υφηγεσία), Αθήναι, 1882.

13. Γ. Ντούρος, εισήγηση σε ημερίδα, 1991.

14. «Το ιδιοκτησιακό ζήτημα των Δασικών εδαφών της Ελλάδας», ΓΕΩΤΕΕ, Αθήνα, 1991.

15. Ε. Φραγκιουδάκης, εισήγηση σε ημερίδα, 1991.

16. Χ. Γ. Θηβαίου: «Ελληνικόν Γεωργικόν Δίκαιον», τόμ. Α΄, Αθήνα 1948. Π. Γρίσπου: «Δασική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος. Από τον ΙΕ΄ αιώνα μέχρι 1971», έκδ. «Γενική Διεύθυνση Δασών», 1973.

17. «Το ιδιοκτησιακό ζήτημα των Δασικών εδαφών της Ελλάδας», ΓΕΩΤΕΕ, Αθήνα, 1991.

18. Ε. Φραγκιουδάκης, εισήγηση σε ημερίδα, 1991.

19. Το ταπί (ταπού σενεδή) ήταν επίσημος τίτλος – ενοικιαστήριο που χορηγούνταν στον ενοικιαστή ισόβιο νομέα από το οθωμανικό κτηματολόγιο, γι’ αυτό και οι γαίες αυτές λέγονταν ταπιζόμενες (ενοικιαζόμενες) και το αντίτιμο λεγόταν τάπου (τοπιάτικο – ενοίκιο). Στο επάνω μέρος του έμπαινε η σφραγίδα του σουλτάνου, ενώ καταγραφόταν το ποσό της «εκποίησης», η υποδιοίκηση στην οποία ανήκε η γαία, η θέση, τα όρια και η έκτασή της. Καταβαλλόταν το τέλος της παραχώρησης στο Δημόσιο και φυλασσόταν στο αρμόδιο τοπικό συμβούλιο.

20. Κ. Κεμίδη: «Δασική ιδιοκτησία», εκδ. «Σάκκουλα», Αθήνα, 1995.

21. «Το ιδιοκτησιακό ζήτημα των Δασικών εδαφών της Ελλάδας», ΓΕΩΤΕΕ, Αθήνα, 1991.

22. Π. Ε. Γιαννακούρου – Ι. Ν. Στεργιόπουλου: «Η νέα δασική νομοθεσία μετά διαταγμάτων και νομολογίας», Αθήνα, 1970.

23. Πηγές αποτέλεσαν: Δ. Νικολαΐδη (επ.): «Οθωμανικοί Κώδικες», τόμ. Β΄ και Γ΄, Γεωργίου Π. Νάκου: «Το νομικό καθεστώς των τέως δημόσιων οθωμανικών γαιών 1821-1912», Ν. Μοσχοβάκη: «Το εν Ελλάδι Δημόσιον Δίκαιον επί Τουρκοκρατίας», Γ. Α. Πετρόπουλου: «Ιστορία και Εισηγήσεις Ρωμαϊκού Δικαίου», τ. Α΄, Α. Ζ. Καλλικλή: «Το Οθωμανικό Δίκαιο εν Ελλάδι».

24. «Η ακίνητος ιδιοκτησία εν Τουρκία», 1903.

25. «Οθωμανικός κώδικας περί γαιών ή αφθάρτων κτημάτων μεταφρασθείς εκ του Τουρκικού», 1863.

26. «Οθωμανικοί κώδικες».

27. Κ. Κεμίδη: «Δασική ιδιοκτησία», εκδ. «Σάκκουλα», Αθήνα, 1995.

28. Πηγές: Κ. Σάμιου: «Τα δάση και η Ελλάς» Αθήνα, 1905. «Μηνιαίον Δασικόν Περιοδικόν», τεύχη 14-21, Αθήναι, 1925-1930. Π. Κοντού: «Δασική Ελληνική Ιστορία», Αθήνα, 1929. Χ. Γ. Θηβαίου: «Ελληνικόν Γεωργικόν Δίκαιον», τ. Α΄, Αθήνα, 1948.

29. Γ. Ντούρος, εισήγηση σε ημερίδα, 1991.

30. Πηγές: Κ. Βαβούσκου: «Γεωργικόν και Δασικόν Δίκαιον», Θεσσαλονίκη, 1970. Π. Ε. Γιαννακούρου – Ι. Ν. Στεργιόπουλου: «Η νέα δασική νομοθεσία μετά διαταγμάτων και νομολογίας». Π. Γρίσπου: «Δασική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος. Από τον ΙΕ αιώνα μέχρι το 1971». Στεριανή Χατζή: «Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Δασών μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας». «Το ιδιοκτησιακό ζήτημα των Δασικών εδαφών της Ελλάδας», ΓΕΩΤΕΕ, Αθήνα, 1991.

31. Β. Πετρέλης, εισηγήσεις σε ημερίδες, 1991, 2005.

32. Β. Γιωτάκης, εισήγηση σε ημερίδα, 1991.

33. Γ. Β. Καραγιάννη: «Νομικά Προβλήματα από τη Δασική Νομοθεσία», Νο. Β 26/1978. Κ. Παπαδόπουλου: «Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου», Αθήνα, 1989.

34. Επίτιμος αντιπρόεδρος του ΣτE.

35. Πηγές: «Το ιδιοκτησιακό ζήτημα των Δασικών εδαφών της Ελλάδας», ΓΕΩΤΕΕ, Αθήνα, 1991. «Δασική ανάπτυξη ιδιοκτησιακό – χωροταξικό» (6ο Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο, πρακτικά (Ελληνική Δασολογική Εταιρία, 1995). Δ. Δημητρόπουλος, εισήγηση σε ημερίδα, 1991.

36. Β. Πετρέλης, εισήγηση σε ημερίδα, 2005.

 

Σύγχρονες μορφές επενδύσεων στον τουρισμό: Η περίπτωση της Costa Navarino

Το παρόν άρθρο αποτελεί διπλωματική εργασία στην κατεύθυνση Πολεοδομία – Χωροταξία του ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του Χώρου της Αρχιτεκτονικής Αθήνας, με επιβλέπουσα την Μ. Μαντουβάλου. Η διπλωματική παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του 2016.

 

Στο πλαίσιο των ευρύτερων οικονομικών και παραγωγικών μετασχηματισμών, της οικονομικής κρίσης, της εκτεταμένης αποβιομηχάνισης και της τριτογενοποίησης της παραγωγής, τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα, αναζητούνται νέες αναπτυξιακές κατευθύνσεις, με σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις. Στις νέες αυτές τάσεις σημαίνοντα ρόλο φαίνεται να έχει ο χώρος και συγκεκριμένα η αξιοποίηση της γης, ως προσοδοφόρο πεδίο για την καθιέρωση νέων μορφών επενδυτικής δραστηριότητας. Πολύ περισσότερο, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού χώρου και τοπίου, καθιστούν την χώρα ιδανικό προορισμό για την ανάπτυξη νέων τουριστικών προϊόντων, στο έδαφος της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού μοντέλου της χώρας. Ταυτόχρονα, οι ασκούμενες πολιτικές, κάτω από το μανδύα της «έκτακτης ανάγκης», προωθούν ένα εύρος νομοθετικών ρυθμίσεων στο πεδίο του χωροταξικού σχεδιασμού, οι οποίες ορίζουν έναν βίαιο επαναπροσδιορισμό του ελληνικού μοντέλου χωρικής ανάπτυξης.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα των παραπάνω στρατηγικών αποτελούν οι πρόσφατες τουριστικές επενδύσεις μεγάλης κλίμακας ανά την ελληνική περιφέρεια, εγκατεστημένες σε τόπους υψηλού περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, οι οποίες εκμεταλλεύονται ένα μεγάλο μέρος του νέου νομοθετικού «οπλοστασίου», όπως διαμορφώθηκε την περίοδο πριν και μετά τη μνημονιακή εποχή. Μέχρι σήμερα, το μεγαλύτερο αντίστοιχο επενδυτικό έργο και το μοναδικό σε λειτουργία αποτελεί η επένδυση της Costa Navarino και η Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης στη Μεσσηνία, με την οποία και θα ασχοληθούμε στην παρούσα μελέτη.

 

Ερευνητικά ερωτήματα – υπόθεση εργασίας

Η θεσμοθέτηση της Περιοχής Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης στη Μεσσηνία και η επένδυση της Costa Navarino έχει αποτελέσει τα τελευταία χρόνια αντικείμενο διαφωνιών και συγκρούσεων, αλλά και πεδίο κοινωνικών συμμαχιών, σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, ανάμεσα σε τοπικούς κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες, επιχειρηματίες και κινήσεις πολιτών. Μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης αφορά στις σημαντικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επένδυσης, στο μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου της περιοχής, αλλά και στα ζητήματα ιδιοκτησιακού χαρακτήρα τμημάτων της περιοχής, ανάμεσα στον επενδυτικό φορέα και μικροϊδιοκτήτες γης. Την ίδια στιγμή, στα τοπικά και πανελλαδικά δημοσιογραφικά μέσα, η επένδυση της Costa Navarino προβάλλεται εκτενώς ως το μέσο για την ανάδειξη της Μεσσηνίας σε σημαντικό τουριστικό προορισμό, ενώ ο εμπνευστής της επένδυσης, Βασίλης Κωνσταντακόπουλος, μνημονεύεται ως τοπικός ευεργέτης.

Αντίστοιχο ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζεται για την επένδυση με πλήθος σχετικών ερευνητικών εργασιών, οι οποίες εξετάζουν το ζήτημα τόσο από πολεοδομική – χωροταξική, όσο και από περιβαλλοντική σκοπιά. Ταυτόχρονα, το θεσμικό πλαίσιο, που συνέβαλλε στην προώθηση και χωροθέτηση της εν λόγω επένδυσης στην περιοχή, αποτέλεσε αντικείμενο διερεύνησης, σχετικής αρθρογραφίας και κριτικής. Η Costa Navarino αποτελεί την πρώτη περίπτωση Περιοχής Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης, τη μοναδική σε λειτουργία, αλλά και την πρώτη επένδυση σύνθετων τουριστικών συγκροτημάτων στην Ελλάδα. Μ’ αυτήν την έννοια η επένδυση αντιμετωπίζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα των προωθούμενων στρατηγικών αναδιάρθρωσης της τουριστικής δραστηριότητας και αναδεικνύει νέα ερωτήματα σχετικά με τη στοχοθεσία τους αλλά και την αποτελεσματικότητα τους.

Στην παρούσα εργασία, λαμβάνοντας υπόψη την ευρύτερη θεωρητική συζήτηση, θέτουμε την εξής υπόθεση:

Στο έδαφος των νέων συνθηκών και αναδιαρθρωτικών απαιτήσεων, οι σύγχρονες στρατηγικές που αρθρώνονται, όπως και οι νομοθετικές αλλαγές που τις πλαισιώνουν, έρχονται να μετασχηματίσουν το υπάρχον καθεστώς ιδιοκτησίας γης, χρήσεων αλλά και όρων εκμετάλλευσης, με στόχο τη διευκόλυνση και επέκταση των νέων επενδυτικών μορφών στο χώρο. Ο τομέας του τουρισμού παρουσιάζεται ως «μοχλός» οικονομικής ανάπτυξης, προσφέροντας ένα πεδίο παραγωγής νέων τουριστικών προϊόντων, προσαρμοσμένων στις ανάγκες της διεθνούς αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, η αξιοποίηση ανεκμετάλλευτων, μέχρι σήμερα, περιοχών υψηλού περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την ανάπτυξη των νέων αυτών προϊόντων. Οι πρόσφατες τουριστικές επενδύσεις μεγάλης κλίμακας στον ελληνικό χώρο, αν και μεμονωμένες, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα των σύγχρονων απαιτήσεων και λειτουργούν ως υπόδειγμα για τη χάραξη των νέων επενδυτικών κατευθύνσεων για την αξιοποίηση της γης, μετασχηματίζοντας ριζικά τους όρους παραγωγής του χώρου και τις κοινωνικές σχέσεις γύρω από αυτόν.

Μ’ αυτήν την έννοια, θεωρούμε πως η επένδυση της Costa Navarino έχει στρατηγικό ρόλο στις παραπάνω κατευθύνσεις: i) η συγκέντρωση πολλών μικρών ιδιοκτησιών γης, για τη συγκρότηση μιας μεγάλης ενιαίας έκτασης από τον επενδυτή, ως προϋπόθεση για την υλοποίηση του έργου, ii) η σταδιακή συγκρότηση και συμπλήρωση του νομοθετικού πλαισίου που εξασφάλισε του όρους υλοποίησης, χρηματοδότησης, επιτάχυνσης και λειτουργίας της επένδυσης, αλλά και iii) η ανάδειξη και αξιοποίηση του συλλογικού συμβολικού κεφαλαίου και μονοπωλιακής θέσης της περιοχής, ως επενδυτική στρατηγική, αποτελούν τους παράγοντες που καθιστούν την Costa Navarino σημαντικό προπομπό του νέου αναπτυξιακού υποδείγματος που προωθείται.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, θα εστιάσουμε στη χωρική διάσταση των μεταβολών που επιφέρει η υλοποίηση της επένδυσης, αλλά και στα κοινωνικά διακυβεύματα που αναδεικνύονται σε αυτήν την διαδικασία. Με αφετηρία το ερώτημα σχετικά με το «ποιοι κοινωνικοί παράγοντες επωφελούνται από την επένδυση και πώς», θα μελετήσουμε το μετασχηματισμό των κοινωνικών δυναμικών στην περιοχή μελέτης, αλλά και τις τάσεις διάχυσης ή συγκέντρωσης των ωφελειών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Επιπλέον, προκύπτουν ερωτήματα, τα οποία αφορούν στο ρόλο του κρατικού σχεδιασμού, σε βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο επίπεδο, στην προώθηση της επενδυτικής διαδικασίας, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την προστασία αυτής της κρίσιμης περιβαλλοντικά περιοχής. Τέλος, με άξονα την υπόθεση του ευρύτερου μετασχηματισμού του αναπτυξιακού μοντέλου, θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε τις ευρύτερες μεταβολές στην ανάπτυξη του χώρου, που σηματοδοτεί η γενίκευση του επενδυτικού αυτού υποδείγματος και σε άλλες περιοχές, αντίστοιχης περιβαλλοντικής αξίας.

 

Αναδιάρθρωση της χωρικής ανάπτυξης και επενδυτικές τάσεις στον ελληνικό χώρο

 

Το καθεστώς ιδιοκτησίας γης και χωρικής ανάπτυξης στην Ελλάδα

Το καθεστώς έγγειας ιδιοκτησίας στη χώρα, ήδη από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την καταπάτησή της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου από ιδιώτες, αλλά και την αδυναμία ακριβούς καθορισμού των ιδιοκτησιών γης. Ταυτόχρονα το καθεστώς αυτό νομιμοποιήθηκε και καθιερώθηκε με κρατικές πολιτικές που στόχευαν στην κοινωνική ενσωμάτωση και συναίνεση ευρύτερων ομάδων και την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Η απουσία εθνικού κτηματολογίου, μέχρι και την έναρξη της σύνταξής του το 1986, λειτούργησε αντικειμενικά υπέρ των καταπατήσεων γης, τόσο από ανώτερα, όσο και από μεσαία ή εργατικά κοινωνικά στρώματα, χωρίς ωστόσο να αναδεικνύεται στον κρισιμότερο παράγοντα διεύρυνσης αυτών των πρακτικών. «Επέτρεπε στην αστική τάξη την αξιοποίηση του αστικού πλούτου για ίδιον όφελος, διευκόλυνε τα μεσαία και εργατικά/αγροτικά στρώματα στις μικρο-υφαρπαγές για καλλιέργεια ή για οικόπεδα και αναπαρήγαγε πελατειακές σχέσεις μεταξύ πολιτικής εξουσίας και καταπατητών μέσω της σιωπηρής αποδοχής ή/και των νομιμοποιήσεων μικρο-υφαρπαγών.» (Χατζημιχάλης, 2014)

Κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων σύστασης του ελληνικού κράτους, η δημόσια γη γίνεται αντικείμενο αναδιανομής, τόσο με τον προσφυγικό εποικισμό και με τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά και το διάταγμα περί «προικοδοτήσεων» από τους Βαυαρούς στο γηγενή πληθυσμό. Από την άλλη, η έγγεια ιδιοκτησία μεγαλύτερης κλίμακας καθορίστηκε μέσα από την πώληση και συγκέντρωση των πρώην οθωμανικών τσιφλικιών στα χέρια λίγων, αλλά και από τη εκτεταμένη καταπάτηση δημόσιας περιαστικής και δασικής γης από μεγάλους ιδιοκτήτες (Χατζημιχάλης, 2014). Το καθεστώς της κατακερματισμένης και μικρής ιδιοκτησίας γης, όπως διαμορφώνεται ήδη από εκείνη την περίοδο, αποτελεί βασικό παράγοντα για το σχεδιασμό και την οργάνωση των αστικών και περιαστικών περιοχών, αλλά και για την άσκηση πολιτικής γης από το κράτος. Φαίνεται, συνεπώς, πως η συνθήκη αυτή «ανάγεται από το ελληνικό κράτος σε πολιτικό μέσο για την εξασφάλιση της συναίνεσης των πλατειών λαϊκών στρωμάτων» (Βαΐου κ.ά., 1995).

Σημαντική τομή για την παγίωση αυτής της δυναμικής αποτελεί η αστικοποίηση του ελληνικού πληθυσμού, ιδιαίτερα τη μεταπολεμική περίοδο, και η οικιστική κρίση που αυτή συνεπάγεται, λόγω της συγκέντρωσης πληθυσμών στα μεγάλα αστικά κέντρα (Μαντουβάλου, 1985). Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στον ελληνικό χώρο δεν προωθήθηκαν από το κράτος μεγάλης κλίμακας οργανωμένα στεγαστικά προγράμματα, για την στέγαση των εσωτερικών μεταναστών (Βαΐου κ.ά, 1995). Οι ανάγκες αντιμετωπίστηκαν κυρίως με τη μαζική αυθαίρετη οικοπεδοποίηση και δόμηση και την παραγωγή εμπορικής κατοικίας, με τη μέθοδο της αντιπαροχής, διαδικασίες που ευνόησαν επιπλέον τη μικροϊδιοκτησία και τη μεγάλη κατάτμηση της γης. Ακόμα η ραγδαία αστικοποίηση δε συνοδεύτηκε από τη θεσμοθέτηση ενός συστηματικού πλαισίου ρυθμίσεων για τις χρήσεις γης στα αστικά κέντρα, γεγονός που όξυνε τις παραπάνω προβληματικές· η ανάμειξη ασυμβίβαστων ή αντιπαραθετικών χρήσεων γης, η ανάπτυξη χρήσεων του τριτογενή τομέα σε βάρος της κατοικίας στα κέντρα των πόλεων και η γραμμική επέκταση των κεντρικών λειτουργιών κατά μήκος των βασικών αξόνων κυκλοφορίας (Γετίμης, 2000) αποτέλεσαν κάποιες από τις κυριότερες αποκλίσεις της ανάπτυξης των ελληνικών αστικών κέντρων, σε σχέση με το κυρίαρχο ευρωπαϊκό πρότυπο αστικής ανάπτυξης.

Μ’ αυτήν την έννοια, η κατάτμηση της γης και ο κατακερματισμός των ιδιοκτησιών, σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά την ανάπτυξης της ελληνικής παραγωγής, αναδεικνύει μια σημαντική ιδιαιτερότητα. Η ανάπτυξη του αστικού χώρου στην Ελλάδα δεν καθορίστηκε από την εκμετάλλευση των μεγάλων ιδιοκτησιών, μέσω ενός συγκεντρωμένου οικοδομικού και κατασκευαστικού κεφαλαίου, όπως σε άλλες βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες. Αντίθετα, έχουμε να κάνουμε με ένα περισσότερο «συσσωρευτικό» τύπο ανάπτυξης, ο οποίος πραγματοποιείται ως αποτέλεσμα της συσσώρευσης πολλών, μικρής κλίμακας, επιμέρους παρεμβάσεων (Μαντουβάλου, 1995). Το ελληνικό παράδειγμα αστικής ανάπτυξης αριθμεί πολλούς συντελεστές παρεμβάσεων στον κατασκευαστικό τομέα, με διαφορετικά οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα, ενώ τα κεφάλαια που επενδύθηκαν είναι τις περισσότερες φορές μικρά και κατακερματισμένα. Έτσι, λόγω της φύσης και της πολυπλοκότητας των σχέσεων που αναπτύχθηκαν, ο χώρος στην περίπτωση αυτή οργανώθηκε και μεταβλήθηκε σταδιακά. Ταυτόχρονα, καθώς η συμβολή του κράτους στις διαδικασίες αυτές υπήρξε μόνο έμμεση, η ανάπτυξη αστικής δυναμικής προϋπέθετε, σε μεγάλο βαθμό, τη δραστηριοποίηση των ιδιοκτητών.

Οι διαδικασίες παραγωγής ακινήτων, όπως περιγράφηκαν παραπάνω, σε συνάρτηση με τη διαρκή επέκταση του αστικού χώρου, διαμόρφωσαν μια σειρά αστικών γαιοπροσόδων, που συνέβαλαν στη συνεχή αύξηση των τιμών. Με τον τρόπο αυτό, ακόμα και μικροϊδιοκτήτες ακινήτων κατάφεραν, σε μεγάλο βαθμό, να αξιοποιήσουν την περιουσία τους, γεγονός που τους κατέστησε «αλληλέγγυους του παραγωγικού και κοινωνικού συστήματος και συμμέτοχους της διαδικασίας αστικής ανάπτυξης». Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώνει κανείς πως «η ανάπτυξη του αστικού χώρου συναρτάται με μια κοινωνική δυναμική που συγκροτείται από τις ενέργειες και την πρακτική ατόμων και ομάδων με διαφορετικά κοινωνικά χαρακτηριστικά», μια συνθήκη που ενισχύεται από την κρατική πολιτική, ενώ συνέβαλε σημαντικά στην κοινωνική ενσωμάτωση των έως τότε περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων, την απόσπαση κοινωνικής συναίνεσης για τη νομιμοποίηση της ευρύτερης κρατούσας πολιτικής και την άμβλυνση των έντονων κοινωνικών ανισοτήτων και συγκρούσεων (Βαΐου κ.ά., 1995).

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε πως οι παραπάνω παράγοντες εδραιώνουν και αναπαράγουν, από τη μεταπολεμική περίοδο μέχρι και τα τέλη του 20ου αιώνα, το ελληνικό υπόδειγμα έγγειας ιδιοκτησίας. Βασικό χαρακτηριστικό αυτού του υποδείγματος υπήρξε η μεγάλη κοινωνική και γεωγραφική διασπορά, η οποία συνέβαλε αντίστοιχα στη κοινωνική και γεωγραφική διάχυση των προσόδων (Χατζημιχάλης, 2013). Απέναντι στις προβληματικές και στις επιπτώσεις της συνθήκης αυτής, όπως την άναρχη οικιστική εξάπλωση και τη διάσπαρτη δόμηση, προσπάθησε να απαντήσει, τουλάχιστον σε επίπεδο διακηρύξεων, το πλαίσιο πολεοδομικού σχεδιασμού και νομοθεσίας, το οποίο είχε διαμορφωθεί μέχρι την περίοδο. Ως διακηρυκτικοί στόχοι ορίζονται η μεγαλύτερη δυνατή οικονομία των οικιστικών επεκτάσεων, η συνοχή και ανασυγκρότηση του περιαστικού και αστικού χώρου, ο έλεγχος των χρήσεων, σύμφωνα με τα πολεοδομικά σταθερότητα και κριτήρια καταλληλότητας, αλλά και η προστασία του περιβάλλοντος (Βουρεκάς, 2013). Ταυτόχρονα, συντελέστηκε μια προσπάθεια, σε επίπεδο νομοθεσίας, για τη διαχείριση και τον έλεγχο της αυθαίρετης δόμησης και της παράνομης κατάτμησης γης, με την απαγόρευσή τους και την παράλληλη νομιμοποίηση των υφιστάμενων αυθαιρέτων. Ωστόσο η αυστηροποίηση του σχετικού θεσμικού πλαισίου, δεν κατάφερε να συμβάλλει αποτελεσματικά, καθώς προσέκρουε στην καθολική συναίνεση και τα συμφέροντα ευρύτερων κοινωνικών ομάδων και φορέων, γύρω από τις πρακτικές αυτές (Μαντουβάλου, Μαυρίδου, 1993).

 

Μετασχηματισμός του υποδείγματος χωρικής ανάπτυξης: θεσμικές αλλαγές και νέες επενδυτικές πρακτικές

Στις αρχές τις δεκαετίας του ’90, την περίοδο του «εκσυγχρονισμού» του ελληνικού κράτους και προετοιμασίας των Ολυμπιακών αγώνων, συντελείται μια τομή, σε επίπεδο επενδυτικών πρακτικών αλλά και θεσμικών αλλαγών σχετικά με τη γη, πλήρως ενταγμένη στο πλαίσιο των παγκόσμιων στρατηγικών ανάπτυξης του χώρου. Το ενδιαφέρον για τη γη αυξάνεται, καθώς αυτή πλέον έρχεται να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα και τη χάραξη κυβερνητικής πολιτικής. Το «νέο» παράδειγμα περιγράφει την αξιοποίηση των «αστικών κενών» της αποβιομηχάνισης, των παλιών λιμανιών και αποθηκών, των περιοχών υποβαθμισμένης κοινωνικής κατοικίας κτλ, για αναπλάσεις μεγάλης κλίμακας, με νέες δραστηριότητες υπηρεσιών και επικοινωνίας (Μαντουβάλου κ.ά, 2004). Στο πλαίσιο αυτής της δραστηριότητας ο κατασκευαστικός κλάδος γίνεται κεντρικός παραγωγικός τομέας και εντάσσεται στην χρηματοοικονομική σφαίρα. Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, παράλληλα με την αναδιάρθρωση του θεσμικού πλαισίου που αφορά στη ρύθμιση και την οργάνωση του χώρου, διευκολύνουν τη μεταστροφή των επενδύσεων στη γη και τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία (Χατζημιχάλης, 2014).

Στο πλαίσιο αυτό, προβάλλεται η απαίτηση για μεταλλαγή του συστήματος γης και οικοδομής, η οποία γίνεται στο έδαφος ευνοϊκών συνθηκών. Τα ΚΠΣ ΙΙ και τα έργα των Ολυμπιακών Αγώνων προωθούν τη χρηματοδότηση και κατασκευή μεγάλων και σημαντικών έργων υποδομής και κτιριακών συγκροτημάτων, διαδικασία την οποία παρακολουθεί με μεγαλύτερη ένταση ο ιδιωτικός τομέας (Μαντουβάλου κ.ά, 2004). Στην περίπτωση αυτή, η δραστηριοποίηση του μεγάλου κεφαλαίου και η μεγέθυνση των ιδιοκτησιών γης, η τροποποίηση των χαρακτηριστικών του υπάρχοντος συστήματος γης και οικοδομής, καθίσταται ουσιαστικά αναγκαία, λόγω του μεγέθους και της συνθετότητας αυτών των έργων.

Παράλληλα, ένα ευρύ πλέγμα κρίσιμων πρακτικών και θεσμικών αλλαγών καθιστούν την περίοδο αυτή προθάλαμο για την εμπέδωση, σε θεσμικό και κοινωνικό επίπεδο, των σημερινών μνημονιακών απαιτήσεων. Με την είσοδο του τραπεζικού κεφαλαίου στην αγορά ακινήτων, έρχεται η μαζική απελευθέρωση των στεγαστικών δανείων και η αξιοποίηση της μεγάλης ακίνητης τραπεζικής περιουσίας από κτηματομεσιτικά επενδυτικά σχήματα. Επιπλέον, η καθιέρωση των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), ως εργαλείο υλοποίησης των απαραίτητων υποδομών και παροχής κοινωνικών υπηρεσιών, συντελεί στη συγκεντροποίηση κεφαλαίων του κατασκευαστικού κλάδου και στην παραχώρηση εκμετάλλευσης των δημόσιων υποδομών σε αυτά. Τέλος, η σύσταση εταιριών, όπως η ΓΑΙΟΣΕ και η ΟΤΕestate, με σκοπό την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας των δημόσιων οργανισμών (Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου), προετοίμασαν το πλαίσιο των νομοθετικών ρυθμίσεων για την αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου, που θα ακολουθούσε την επόμενη δεκαετία (Χατζημιχάλης, 2014).

Επιπλέον, η περίοδος αυτή είναι καθοριστική για την αξιοποίηση των τεράστιων δασικών και προστατευόμενων εκτάσεων εντός της ελληνικής επικράτειας. Οι εκτάσεις αυτές είτε αποτελούσαν κομμάτι της εκκλησιαστικής περιουσίας, η οποία στο μέχρι πρόσφατα δεν είχε εμπλακεί στην αγορά ακινήτων, είτε παρέμεναν κατακερματισμένες στα χέρια πολλών μικροϊδιοκτητών. Οι δασικές ή αγροτικές αυτές εκτάσεις ήταν αδόμητες, σε μεγάλο μέρος τους ενταγμένες σε προγράμματα προστασίας περιοχών περιβαλλοντικής σημασίας και συνεπώς αδύνατο να αξιοποιηθούν επενδυτικά. Ωστόσο, η ανάπτυξη του τουριστικού real estate, συγκέντρωσε το ενδιαφέρον μεγάλων επενδυτών σε αυτές τις περιοχές και η αξιοποίηση και συγκέντρωση οικοδομήσιμης γης που συνορεύει ή τις περικλείει αποτέλεσε ευκαιρία για την απόδοση σημαντικών γαιοπροσόδων από αυτές (Χατζημιχάλης, 2014).

Το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και η ένταξη της Ελλάδας στο μηχανισμό στήριξης των ΔΝΤ–ΕΕ–ΕΚΤ το 2010, περισσότερο αποτέλεσε την αφορμή για την περαιτέρω προώθηση και θεσμοθέτηση των παραπάνω αναδιαρθρώσεων, παρά εισήγαγε νέες κατευθύνσεις για την ανάπτυξη επενδύσεων στο χώρο.  Έτσι, η προβαλλόμενη ανάγκη για εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και προσέλκυση επενδύσεων στη χώρα, αποτέλεσαν το πρόσχημα για την προώθηση μιας σειράς μεταρρυθμίσεων «έκτακτης ανάγκης», με άμεσες ή έμμεσες χωρικές επιπτώσεις. Οι κυριότερες κατευθύνσεις τους αφορούν στην αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας του δημοσίου, τη χωροθέτηση επενδυτικών χρήσεων σε αυτή, αλλά και την πρόβλεψη νομοθετικών εργαλείων για τη διευκόλυνση και επιτάχυνση των παραπάνω. Στο πλαίσιο αυτό, φαίνεται η πολιτική και ο σχεδιασμός, που προωθούνται σε χωρικό επίπεδο, να «απεμπολούν ουσιαστικά τη διάσταση του δημόσιου οφέλους, της κοινωνικής αποδοχής αλλά και της περιβαλλοντικής προστασίας, στόχοι που υιοθετούνται από σειρά προγενέστερων νόμων» (Κλαμπατσέα, 2012).

Οι πολιτικές αυτές έρχονται να αναβαθμίσουν, σε ακόμα πιο μεγάλο βαθμό, το ρόλο της γης και του σχεδιασμού, ως εργαλείο οικονομικής ανάπτυξης και να διαμορφώσουν το πλαίσιο προώθησης νέες επενδυτικών ευκαιριών. Πέρα από την κοινωνική και πολιτική συνθήκη που συγκρότησε το πλαίσιο αυτό, μια σειρά εξωγενών παραγόντων ενέτειναν τη ζήτηση εδαφών με χαρακτηριστικά όπως αυτά της ελληνικής γης, από εγχώριους και ξένους επενδυτές. Η γεωπολιτική θέση της χώρας αλλά και τα φυσικά και γεωγραφικά χαρακτηριστικά των εδαφών της αποτελούν ανταγωνιστικά δεδομένα για τους εν δυνάμει επενδυτές, ενώ μπορούν αποφέρουν μονοπωλιακές προσόδους, λόγω της εγγύτητάς της χώρας στις ευρωπαϊκές αγορές, τη Ρωσία και την Αν. Μεσόγειο. Επιπλέον «μια ειδική ομάδα χαρακτηριστικών γης στην Ελλάδα αφορά τα πολλά ιστορικά μνημεία, το διατηρημένο τοπίο, τον σχετικά υψηλό δείκτη φυσικής αξίας και τέλος την καθιερωμένη φήμη (brand name) ως μεσογειακού προορισμού» (Χατζημιχάλης, 2014), τα οποία και καθιστούν μεγάλο μέρος της ελληνικής γης ιδανική για την προσέλκυση μεγάλων τουριστικών επενδύσεων και παραθεριστικού real estate.

 

Ο τουρισμός ως «μοχλός ανάπτυξης» της ελληνικής οικονομίας

Ο κλάδος του τουρισμού καταλαμβάνει σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό του συνολικού προϊόντος της ελληνικής οικονομίας. Αποτέλεσε διαχρονικά, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, μια προσοδοφόρα και ανταγωνιστική οικονομική δραστηριότητα, ενώ συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση του σύγχρονου ελληνικού τοπίου. Ταυτόχρονα, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της περιφερειακής ανάπτυξης της χώρας, δίνοντας τη δυνατότητα σε απομακρυσμένες και νησιωτικές περιοχές να αναπτυχθούν οικονομικά μέσα από την τουριστική δραστηριότητα. Οι λόγοι που καθιέρωσαν τον τουρισμό στην ελληνική περιφέρεια είναι, αφενός η ποικιλία και η χωρική διάχυση των φυσικών και πολιτισμικών πόρων, σε συνδυασμό με τον ευνοϊκό κλίμα της χώρας, αφετέρου η απουσία αστικής και βιομηχανικής ανάπτυξης, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη διατήρηση του παραδοσιακού ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος (Μελισσουργός, 2008).

Στο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, τις προηγούμενες δεκαετίες, κυρίαρχο ρόλο είχε η κρατική πρωτοβουλία. Το κράτος ήταν υπεύθυνο, τόσο για το σχεδιασμό της τουριστικής στρατηγικής και την προβολή της ελληνικής πολιτισμικής κληρονομιάς, όσο και για την ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών και οργανισμών. Έτσι, ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού, μαζί με άλλους δημόσιους οργανισμούς, συνέβαλε στον εξωραϊσμό πολιτιστικών χώρων (Βλάχος, 2016), ενώ ταυτόχρονα επιδιώχθηκε η ανάδειξη στοιχείων της απλής, καθημερινής ζωής, μέσω της τουριστικής δραστηριότητας, φέρνοντας στο επίκεντρο στοιχεία της, μέχρι τότε, περιθωριακής «λαϊκής» κουλτούρας.

Η αντιμετώπιση του τουρισμού ως ανταγωνιστική οικονομική δραστηριότητα και μέσο άντλησης συναλλάγματος ήρθε τη δεκαετία του ’60, ως απόρροια της ευρύτερης στροφής ανάπτυξης της τριτογενούς παραγωγής και ανεύρεσης νέων επενδυτικών διεξόδων διεθνώς. Στο πλαίσιο αυτό, η κρατική πολιτική προσανατολίστηκε σε πιο παρεμβατικές μεθόδους τουριστικής ανάπτυξης, με την ενίσχυση του ρόλου του ΕΟΤ, τη λειτουργία μεγάλου αριθμού ξενοδοχείων «Ξενία», σε επιλεγμένους προορισμούς με πολιτιστικό ενδιαφέρον, ενώ ταυτόχρονα ενισχύθηκε η κρατική χρηματοδότηση για μια σειρά σχετικών έργων υποδομής. Τα επόμενα χρόνια, η τουριστική πολιτική του ελληνικού κράτους εστίαζε στην εξωτερική αγορά και συγκεκριμένα στην προβολή της χώρας σε αυτή. Για το σκοπό αυτό, ο πολιτισμός προωθείται ως το κατεξοχήν χαρακτηριστικό της τουριστικής εικόνας της χώρας και ως το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα σε σχέση με άλλους προορισμούς (Πούλιος, Τουλούπα, 2015).

Τις επόμενες δεκαετίες η τουριστική ανάπτυξη βασίστηκε, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, στις επενδυτικές επιλογές ιδιωτών και επικεντρώθηκε κυρίως στον παράκτιο και νησιωτικό χώρο, κοντά σε πολιτιστικούς και φυσικούς πόρους, αστικά κέντρα, κόμβους και δίκτυα εθνικών και διεθνών μεταφορών. Πολεοδομικά, αναπτύχθηκε κυρίως σε περιοχές εκτός σχεδίου, με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους δόμησης για τουριστικές εγκαταστάσεις. Σημειώνεται ακόμα πως «ο καθορισμός περιοχών οικονομικών κινήτρων επηρέασε αρχικά τις τουριστικές συγκεντρώσεις ενώ αργότερα, μαζί με μια παράλληλη δέσμη ρυθμίσεων, μέτρων και έργων ειδικής τουριστικής υποδομής, λειτούργησε διορθωτικά ως προς τα κύρια διαρθρωτικά προβλήματα του κλάδου, που είναι οι χωρικές και εποχιακές συγκεντρώσεις εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων αντίστοιχα.» (Καλοκάρδου κ.ά.,2013). Στην κατεύθυνση αυτή, προωθήθηκε μια σειρά ρυθμίσεων για τις λειτουργικές μορφές τουριστικών καταλυμάτων, τις προδιαγραφές καταλληλότητας περιοχών και τους όρους δόμησης τουριστικών εγκαταστάσεων σε περιοχές εκτός σχεδίου, όπως και την χωρική κατηγοριοποίηση των περιοχών (Καλοκάρδου,1995).

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’90, το ελληνικό πρότυπο τουρισμού προσανατολίζεται προς αυτό του οργανωμένου, μαζικού τουρισμού, το οποίο χαρακτηρίζεται και ως τουρισμός των 3S (sun, sand, sea) (Τσελεμέγκου, 2016). Έτσι τα κίνητρα της ζήτησης του τουριστικού προϊόντος αφορούν κυρίως στην ξεκούραση, την αναζήτηση του δίπτυχου «ήλιος – θάλασσα» ή αλλιώς «sunlust» και λιγότερο στις φυσικές ή πολιτιστικές ιδιαιτερότητες του κάθε προορισμού (Αυγερινού-Κολώνια κ.ά., 2013). Τα βασικότερα χαρακτηριστικά αυτής της κατεύθυνσης ήταν η ανάπτυξη του παραθαλάσσιου παραθεριστικού τουρισμού, με μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες σε εντοπισμένους προορισμούς και την ταυτόχρονη εξάρτηση της τοπικής παραγωγής από την τουριστική δραστηριότητα, όπου συναντάμε την ανάπτυξη μικρών και μεσαίων οικογενειακών επιχειρήσεων (Χατζημιχάλης, 2006).

Ωστόσο, τις τελευταίες δυο δεκαετίες αναζητούνται, σε συνέχεια των παγκόσμιων τάσεων στον τουρισμό, νέες μορφές ανάπτυξης της τουριστικής δραστηριότητας, σε εναλλακτική και ηπιότερη κατεύθυνση, με εξειδικευμένη απεύθυνση, τουλάχιστον σε επίπεδο διακήρυξης στόχων. Άλλωστε, η συνεχής επέκταση του μαζικού τουρισμού, επέφερε σημαντικές επιβαρύνσεις σε περιβαλλοντικό επίπεδο, αλλοίωση του φυσικού τοπίου, όπως και υποβάθμιση του τοπικού πολιτιστικού και τουριστικού προϊόντος. Οι βασικότερες στρατηγικές επιταγές, σε διεθνές επίπεδο, αναφορικά με την αναδιάρθρωση της τουριστικής δραστηριότητας αφορούν: α) στη διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος, με ανάπτυξη νέων αγορών και συμπληρωματικότητα του προϊόντος με ειδικές μορφές τουρισμού, β) στην ποιοτική αναβάθμισή του, γ) στον περιορισμό του κόστους λειτουργίας των τουριστικών επιχειρήσεων και δ) στη γεωγραφική ανακατανομή και οργανωτική αναδιάρθρωση της τουριστικής δραστηριότητας (Τσελεμέγκου, 2016).

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, επιχειρείται η ανάπτυξη του θεματικού τουρισμού, με μια σειρά από ειδικούς τομείς δραστηριότητας, οι οποίοι θα απευθύνονται σε υψηλότερες κοινωνικά κατηγορίες, αλλά και θα συμβάλλουν στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Υπό το πρίσμα αυτό, σχεδιάζεται η δημιουργία μεγάλων τουριστικών μονάδων, που πλαισιώνονται με εγκαταστάσεις, όπως γήπεδα γκολφ, συνεδριακά κέντρα, spa κ.ά., υποδομές που απαιτούν μεγάλες εκτάσεις γης, ανεκμετάλλευτες, με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος, σε αντίθεση με τα τοπία που δημιουργήθηκαν σε περιοχές μαζικού τουρισμού στο παρελθόν. Η αναζήτηση μεγάλων αναξιοποίητων περιοχών για τη χωροθέτηση των εγκαταστάσεων αυτών ερμηνεύεται από το χαρακτήρα των επενδύσεων ως «έργα real estate μεγάλης κλίμακας». Ταυτόχρονα, όμως, σημαντική παράμετρο αποτελεί η αναζήτηση φτηνών ενιαίων εκτάσεων γης, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως σε μη ανεπτυγμένες περιοχές, και των οποίων το νομικό καθεστώς επιτρέπει την εκμετάλλευσή τους (Μελισσουργός, 2008). Επιπλέον κρίσιμη για τη χωροθέτηση τους είναι η δυνατότητα αξιοποίησης όλων των απαραίτητων υποδομών προσβασιμότητας, όπως οδικοί άξονες, αεροδρόμια  ή λιμάνια στην ευρύτερη περιοχή των επενδύσεων.

Η προσέλκυση αθλητικού τουρισμού και ιδιαίτερα τουρισμού γκολφ φαίνεται να αποτελεί σημαντική πτυχή της αναδιάρθρωσης του υπάρχοντος τουριστικού προϊόντος. Το 2007, η τότε υπουργός Τουριστικής Ανάπτυξης, Φάνη Πάλλη – Πετραλιά, αναφέρει σε δημόσιες δηλώσεις της: «Η Ελλάδα είναι ένας μοναδικός τόπος και αυτό το συγκριτικό μας πλεονέκτημα οφείλουμε να το αξιοποιήσουμε και σ’ αυτήν τη νέα μορφή τουρισμού που είναι το γκολφ. Και μάλιστα πρέπει να κάνω μια ειδική μνεία εδώ στο Ειδικό Χωροταξικό του Τουρισμού, όπου δίνουμε τη δυνατότητα δημιουργίας των γκολφ με τουριστικές κατοικίες, αλλά πάντοτε μέσα σε πολύ αυστηρά πλαίσια και μέσα στα πλαίσια μιας τουριστικής εγκατάστασης.»[1] Πράγματι, όπως αναδεικνύει και το παράδειγμα της Costa del Sol στην Ισπανία, η χωροθέτηση γηπέδων γκολφ αφορά κυρίως σε μεγάλες ενιαίες εκτάσεις γης και επιπλέον στην ενσωμάτωση τους, σε μεγάλο ποσοστό, σε τουριστικές εγκαταστάσεις μεγάλης κλίμακας και τη γειτνίαση με συγκροτήματα παραθεριστικής κατοικίας (τουριστικό real estate). Το γεγονός αυτό, πέρα από ότι ενσωματώνει το μεγάλο κόστος κατασκευής ενός γηπέδου γκολφ σε μια ευρύτερη εγκατάσταση, επιτυγχάνει και την άνοδο των αξιών των γειτονικών ακινήτων, καθώς «το γήπεδο γκολφ δρα ως ένας παράγοντας αντίστοιχος με τη θέα στη θάλασσα ή σε άλλο φυσικό τοπίο, τέτοιος που επιτρέπει περισσότερο ακριβές πωλήσεις» (Μελισσουργός, 2008).

Την περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, ο κλάδος του τουρισμού αντιμετωπίστηκε ως, εν δυνάμει, μοχλός διεξόδου από την κρίση, ενώ σε πλήθος στρατηγικών μελετών παρουσιάζεται ως «βραχίονας ανάπτυξης», σε μια κατεύθυνση αναδιάρθρωσης του παραγωγικού μοντέλου (Αυγερινού, Δεμερτζή, Κλαμπατσέα, 2013). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μελέτη της McKinsey & Company «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά», που εκπονήθηκε με την χορηγία του ΣΕΒ και της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών το 2011, στην οποίο ο τουρισμός αποτελεί τον ένα από τους μόλις 5 κλάδους (Τουρισμός, Ενέργεια, Βιομηχανία – μεταποίηση τροφίμων, Αγροτική παραγωγή, Λιανικό – χοντρικό εμπόριο), στους οποίους προτείνεται να βασιστεί το νέο μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Επιπλέον, αναφέρει: «Η οικονομική βιωσιμότητα του προϊόντος είναι αμφίβολη καθώς δεν υπάρχουν ούτε οικονομίες κλίμακας, ούτε επαρκείς υποδομές υψηλής ποιότητας. Σε ότι αφορά την αξιοποίηση της γης, τη δημιουργία υποδομών και το επενδυτικό πλαίσιο, υπάρχουν πολλά εμπόδια που αποτρέπουν εκείνη τη μορφή ανάπτυξης που θα ικανοποιεί τις σύγχρονες δομές ζήτησης και τα νέα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας». Ταυτόχρονα, τίθεται ως άμεση προτεραιότητα η επιτάχυνση των επενδύσεων και η άρση των «υπερβολικών» περιορισμών, με στόχο τη διευκόλυνση της ανάπτυξης ποιοτικών υποδομών διαμονής και την παραγωγική αξιοποίηση αδρανών τουριστικών υποδομών (McKinsey & Company, 2011).

Σε αυτό το πνεύμα, από το 2010 έως και σήμερα, έχει θεσμοθετηθεί ένα νομικό πλαίσιο (Ν.3894/2010, Ν.4002/2011, Ν.4146/2013), γνωστό και ως πλαίσιο fast-track επενδύσεων, ευνοϊκό στην υλοποίηση άμεσων ξένων, αλλά και εγχώριων επενδύσεων, που αφορά μεταξύ άλλων και στον κλάδο του τουρισμού. Η θέσπιση των Περιοχών Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Ν.2545/1997) και των Σύνθετων Τουριστικών Καταλυμάτων (Ν.4002/2011) αποτελεί την πρώτη προσπάθεια εισαγωγής νέων τουριστικών προϊόντων στην ελληνική αγορά, εντάσσοντας την τουριστική κατοικία και άλλες λειτουργικές υποδομές σε μια νέα σύνθετη μορφή ξενοδοχειακού καταλύματος. Ειδικότερα, στο νομοθετικό πλαίσιο που αφορά στα Σύνθετα Τουριστικά Καταλύματα καθορίζονται ως βασικοί στόχοι α) η ανάπτυξη της τουριστικής κατοικίας στην Ελλάδα, β) η απόσυρση και κατεδάφιση των παλαιών και μειωμένων προδιαγραφών τουριστικών καταλυμάτων, γ) η δημιουργία νέων Περιοχών Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης και δ) η απλοποίηση και επιτάχυνση της αδειοδοτικής διαδικασίας για το σύνολο των τουριστικών επενδύσεων. Οι σύνθετες αυτές υποδομές θα μπορούν να αναπτύσσονται σε εκτάσεις τουλάχιστον 150 στρεμμάτων, σε συνδυασμό με ξενοδοχεία 4 ή 5 αστέρων, σε ποσοστό έως 30% της συνολικά δομούμενης επιφάνειας, ενώ προβλέπεται ενιαίος συντελεστής δόμησης για το σύνολο του σύνθετου τουριστικού καταλύματος λίγο μικρότερος (0,15) από αυτόν που ισχύει σήμερα για τις τουριστικές εγκαταστάσεις εκτός σχεδίου (0,20) (Αυγερινού-Κολώνια, Σπυρόπουλος, 2012β).

Ακόμα, προωθήθηκε ένα πλέγμα θεσμικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες περιλαμβάνουν το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό (ΕΠΧΣΑΑ) καθώς και τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ). Οι στρατηγικοί στόχοι που διατυπώνονται, στο πλαίσιο αυτό είναι: α) η μετάβαση από το μοντέλο του μαζικού, μονοθεματικού τουρισμού σε έναν ποιοτικό, διαφοροποιημένο και πολυθεματικό, β) η προώθηση της αειφόρου και ισόρροπης ανάπτυξης του τουρισμού της χώρας, σύμφωνα με τις φυσικές, πολιτιστικές, οικονομικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, γ) η προσαρμογή του σχεδιασμού στις νέες προκλήσεις και πολιτικές, για τη βελτίωση της απόδοσης στον κλάδο του τουρισμού και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του τουριστικού προϊόντος στο πλαίσιο της ασκούμενης δημοσιονομικής πολιτικής. Επιπλέον επισημαίνεται, η ανάγκη για ταυτόχρονη ανάπτυξη νέων εναλλακτικών μορφών τουρισμού (Αυγερινού-Κολώνια κ.ά., 2013).

Παρότι, η αρχική στοχοθεσία των παραπάνω θεσμοθετήσεων παραπέμπει στην κατεύθυνση της αειφόρου ανάπτυξης, τα βασικότερα χαρακτηριστικά τους φαίνεται να συνάδουν με την ευρύτερη στρατηγική του σημειακού και «ευέλικτου» σχεδιασμού (Αυγερινού-Κολώνια κ.ά., 2013). Καθώς η καθιέρωση του νομικού αυτού πλαισίου έρχεται να λειτουργήσει ως εργαλείο προώθησης αυτής της στρατηγικής, όπως περιγράφηκε και παραπάνω, αλλάζει, σε μεγάλο βαθμό, το ρόλο του χώρου στην τουριστική δραστηριότητα. Ακόμα, δε φαίνεται να περιορίζει, αλλά να ενισχύει την ανάπτυξη του μαζικού τουρισμού και των επιπτώσεών του. Συνοπτικά, σημειώνεται πως ενισχύει τις τουριστικές επενδύσεις à la carte, ενώ θεσμοθετεί τις τουριστικές ζώνες, οι οποίες υποδέχονται μαζικά ρεύματα τουρισμού για περιορισμένο χρονικό διάστημα, τους λεγόμενους «Οργανωμένους Υποδοχείς Τουριστικών Δραστηριοτήτων».

Επιπλέον, αντίρροπες από το πνεύμα της αειφορίας (Αυγερινού-Κολώνια κ.ά., 2012α) είναι και οι επιπτώσεις που εκτιμώνται από νέο αυτό μοντέλο τουρισμού, νέο ως προς τα εργαλεία, αλλά μάλλον παρωχημένο ως προς τις μορφές τουρισμού. Στο παρόν πλαίσιο, τα σύνθετα τουριστικά καταλύματα και οι οργανωμένες τουριστικές αναπτύξεις μεγάλης κλίμακας εξακολουθούν επικεντρώνονται στον ήδη επιβαρυμένο νησιωτικό και παράκτιο χώρο. Στο πλαίσιο αυτό, διαφαίνεται η επανάληψη ενός μοντέλου που δημιουργεί λίγους τουριστικούς προορισμούς, οι οποίοι λειτουργούν για λίγους μήνες και έπειτα ερημώνουν κοινωνικά και παραγωγικά. Στο παρελθόν, άλλωστε, αυτό το υπόδειγμα τουριστικής ανάπτυξης οδήγησε στην αποκλειστική απασχόληση των τοπικών κοινωνιών στον τομέα του τουρισμού, δημιουργώντας ένα είδος «μονοκαλλιέργειας» με επιπτώσεις στην τοπική παραγωγική, κοινωνική και πολιτισμική δομή (Αυγερινού-Κολώνια κ.ά., 2013). Από την άλλη, η ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού, ως απάντηση στους παραπάνω κινδύνους, αποτελεί διακηρυκτικό στόχο του νέου αυτού σχεδιασμού. Όμως, οι υποστηρικτικές δομές που αυτές προϋποθέτουν, δεν έχουν μελετηθεί σε επίπεδο σχεδιασμού και με όρους προστασίας του περιβάλλοντος, ενώ περιορίζονται στο να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη συμπλήρωση της τουριστικής εμπειρίας.

Στο έδαφος αυτών των αλλαγών, σήμερα προωθείται ένα εύρος επενδυτικών σχεδιασμών για την ανάπτυξη ξενοδοχειακών συγκροτημάτων και σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων, με βάση τη σχετική νομοθεσία, όπως διαμορφώθηκε μέχρι σήμερα. Ήδη 15 τουριστικές επενδύσεις βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια αδειοδοτήσεων ή εκδήλωσης ενδιαφέροντος και αφορούν σε περιοχές της Πελοποννήσου, της Κρήτης και νησιών του Αιγαίου (Κουσουνής, 2016α). Μέχρι σήμερα, το μοναδικό αντίστοιχο έργο, το οποίο βρίσκεται σε λειτουργία, αφορά στην ΠΟΤΑ Μεσσηνίας και τις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις της Costa Navarino.

 

Η επένδυση της Costa Navarino στη Μεσσηνία

 

Χαρακτηριστικά περιοχής μελέτης: η υφιστάμενη κατάσταση πριν την υλοποίηση της επένδυσης

Ο Νομός Μεσσηνίας καταλαμβάνει το νοτιοδυτικό άκρο της Πελοποννήσου, συνορεύοντας με την Ηλεία στα βόρεια, τη Λακωνία στα ανατολικά και την Αρκαδία στα βορειοανατολικά. Στην ανατολική πλευρά του νομού βρίσκεται ο ορεινός όγκος του Ταϋγέτου, ο οποίος αποτελεί και το φυσικό όριο μεταξύ Μεσσηνίας και Λακωνίας. Στα νότια η Μεσσηνία βρέχεται από το Μεσσηνιακό Κόλπο και στα δυτικά, προς το Ιόνιο Πέλαγος, από τον Κυπαρισσιακό Κόλπο. Η μεσσηνιακή γη εκτείνεται περίπου σε 3.000 τ.χλμ., ενώ ο πληθυσμός της ανέρχεται συνολικά στους 175.587 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2011 (ΕΛΣΤΑΤ). Το επενδυτικό έργο που θα μελετήσουμε εκτείνεται σε 2 ευρύτερες περιοχές, αφενός στα όρια του δήμου Τριφυλίας και δήμου Πύλου – Νέστορος, στο δυτικό τμήμα του νομού Μεσσηνίας και αφετέρου μεταξύ των Διοικητικών Διαμερισμάτων Ριζόμυλου, Καρποφόρας, Βελίκας και Πεταλιδίου, εντός του Μεσσηνιακού κόλπου. Η επένδυση χωρίζεται γεωγραφικά σε 4 τμήματα, τα οποία και θα περιγραφούν αναλυτικά παρακάτω.

Η γεωμορφολογία της Μεσσηνίας την καθιστά μια από τις παραγωγικότερες αγροτικά περιοχές στην Ελλάδα, με το 43% της συνολικής της έκτασης να είναι καλλιεργήσιμη. Από αυτήν την έκταση, το 13% είναι αροτραίες, το 3% κηπευτική γη, το 6% σταφιδάμπελα, το 68% δενδρώδεις καλλιέργειες (κυρίως ελαιώνες) και το 10% δεν καλλιεργούνται. Η αγροτική παραγωγή της γης της Μεσσηνίας περιλαμβάνει μεγάλες ποσότητες ελαιόλαδου, αλλά και μελιού, καπνών, σταφίδας, σύκων, εσπεριδοειδών. Η ευρύτερη περιοχή μελέτης χαρακτηρίζεται από ήπια οικονομική ανάπτυξη, με έμφαση σε δραστηριότητες του πρωτογενή τομέα, αγροτική παραγωγή και κτηνοτροφία, αλλά και με ανεπτυγμένο τον κλάδο του τουρισμού, ιδιαίτερα στα παραθαλάσσια τμήματά της.

Ο μεγαλύτερος οικισμός του πρώτου υλοποιήσιμου τμήματος της επένδυσης είναι η Πύλος, στο νοτιοδυτικό άκρο της Πελοποννήσου. Η ευρύτερη περιοχή της Πύλου χαρακτηρίζεται από πλούσια ιστορία και αντίστοιχο πλήθος ιστορικών και αρχαιολογικών μνημείων, που τη μαρτυρούν. Τα ανάκτορα και το σπήλαιο του Νέστορα, ένας αριθμός αρχαίων θολωτών τάφων που βρίσκονται στην περιοχή, το Παλαιόκαστρο και το Νιόκαστρο, γύρω από το οποίο οικοδομήθηκε η σημερινή Πύλος, ο όρμος της Βοϊδοκοιλιάς και ο ιστορικός κόλπος του Ναβαρίνου, αποτελούν κάποια μόνο από αυτά.

Εικόνα 1: η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας (http://www.ornithologiki.gr/)

 

Επιπλέον, σημαντικό χαρακτηριστικό της περιοχής αποτελεί η ιδιαίτερα μεγάλη οικολογική και βιολογική αξία της. Στα όρια της περιοχής βρίσκεται το Διβάρι Πύλου (γνωστό ως λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας), το οποίο εντάσσεται στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών «NATURA 2000», ενώ στο χώρο αυτό λειτουργεί και παρατηρητήριο της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρίας. Η συγκεκριμένη περιοχή αναγνωρίζεται ως Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ), χαρακτηρίζεται ως Καταφύγιο Άγριας Ζωής (ΚΑΖ) και αναμένεται να χαρακτηριστεί οριστικά ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ), σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Έχει κηρυχθεί Περιοχή Εξαιρετικής Φυσικής Ομορφιάς, ενώ λόγω της πλούσιας ορνιθοπανίδας της χαρακτηρίζεται και ως Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά της Ελλάδας (ΣΠΠΕ) (Δικαίος, 2010). Χαρακτηριστική της εξαιρετικής σημασίας του υγροβιοτόπου της περιοχής, είναι η μεγάλη ποικιλία χλωρίδας και πανίδας, η οποία και καθιστά τη λιμνοθάλασσα ως μια από τις πλουσιότερες στη Μεσόγειο και τον σημαντικότερο μεταναστευτικό σταθμό πτηνών των Βαλκανίων, όπου συγκεντρώνονται και ξεκουράζονται τα χιλιάδες πουλιά της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους για την Αφρική (Ψαρρού, 2009). Σαν τόπος διαχείμανσης η λιμνοθάλασσα είναι εξαιρετικά σημαντική για σπάνια είδη όπως ο Αργυροτσικνιάς, ο Λευκοτσικνιάς και ο Ψαραετός. Εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης οι χειμώνες είναι γενικά ήπιοι, με αποτέλεσμα είδη που κανονικά ξεχειμωνιάζουν στην Αφρική να συναντώνται συχνά και να παραμένουν ολόκληρο τον χειμώνα. Συνολικά φιλοξενεί 265 είδη πουλιών (το 63% των ειδών που έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα), όπως και τον μοναδικό πληθυσμό στην Ευρώπη του Αφρικανικού χαμαιλέοντα, ο οποίος ανακαλύφθηκε μόλις το 1989 (Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία, 2009).

Εικόνα 2: η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας (http://www.ornithologiki.gr/)

 

Η περιοχή προστατεύεται, επίσης, ως αρχαιολογικός χώρος, καθώς έχουν ανακαλυφθεί σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Το 1977, στην περιοχή επρόκειτο να εγκατασταθούν ναυπηγεία εµπορικής ναυτιλίας. Η χωροθέτηση αυτή αποτέλεσε μέρος του κεντρικού σχεδιασμού του Υπουργείου Ναυτιλίας, Υποδομών και Μεταφορών, που στόχο είχε τη προσέλκυση επενδύσεων στην Πύλο για τη βιομηχανική και ταυτόχρονα τουριστική ανάπτυξη της (Βαΐου, Χατζημιχάλης, 1979). Ωστόσο, μετά από αντιδράσεις της αρχαιολογικής κοινότητας και µε απόφαση του Κ.Α.Σ., η εγκατάσταση απετράπη. Σε αυτό το έδαφος, ξεκίνησε το 1982 η δημιουργία Κέντρου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών στο κάστρο της Πύλου –Νιόκαστρο, έργο που δεν κατάφερε να ολοκληρωθεί μέχρι και το 2013.

Εικόνα 3: τμήματα της περιοχής μελέτης που είναι ενταγμένα στο πρόγραμμα «NATURA 2000» (http://www.oikoskopio.gr/)

 

Σύντομο ιστορικό της επένδυσης: επενδυτικοί σχεδιασμοί, νομοθετικές ρυθμίσεις και διευκολύνσεις

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, γεννήθηκε η ιδέα της Costa Navarino, από τον ντόπιο εφοπλιστή Βασίλη Κωνσταντακόπουλο, ο οποίος συχνά συναντάται στη σχετική ειδησιογραφία και ως «Καπετάν Βασίλης» (Παναγιωτόπουλος, 2014). Ως κύριος στόχος τέθηκε η δημιουργία μιας «ποιοτικής τουριστικής ανάπτυξης», η οποία αφενός θα τοποθετούσε τη Μεσσηνία στο παγκόσμιο τουριστικό χάρτη και αφετέρου θα επέτρεπε στους κατοίκους της περιοχής να παραμείνουν και να εργαστούν στη γενέτειρα τους[2]. Για το σκοπό αυτό, από την περίοδο εκείνη άρχισε να αγοράζει γη στην περιοχή της Μεσσηνίας. Συγκέντρωσε σταδιακά 10.000 στρέμματα, μέσα σε διάρκεια 30 ετών, από 1250 ιδιοκτήτες γης[3]. Η αρχή έγινε με 800 στρέµματα, τα Κοκκεβέικα, στο τµήµα Ρωµανός και με 1.200 στρέµµατα στην Πύλο, από τις υπό εκκαθάριση εταιρείες του Καραγιώργη (Αλεφάντης, 2007).

Ταυτόχρονα, η επενδυτική δραστηριότητα του Βασίλη Κωνσταντακόπουλου άρχισε να επεκτείνεται. Πέρα από την εφοπλιστική εταιρία Costamare Shipping Co S.A., εισήλθε και στον κλάδο της μεταλλευτικής δραστηριότητας, με την GEOHELLAS, η οποία έχει ως αντικείμενο την εξόρυξη, επεξεργασία και διάθεση ανόργανων βιομηχανικών ορυκτών από τα κοιτάσματα της εταιρείας στη Μακεδονία.  Το 1997 ιδρύεται η εταιρία ΤΕΜΕΣ Α.Ε. (Τουριστικές Επιχειρήσεις Μεσσηνίας Α.Ε.), με σκοπό την υλοποίηση της επένδυσης, ενώ ταυτόχρονα διαμορφώνεται και η νομοθεσία (Ν. 2545/1997) που αφορά στη θεσμοθέτηση των Περιοχών Οργανωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης, η οποία και συμπληρώνεται μέχρι και τις αρχές του 2004.

Την ίδια περίοδο, η επενδυτική πρόταση της Costa Navarino εντάχθηκε στο Β’ Κοινοτικό Πλαίσιο στήριξης (ΚΠΣ), το οποίο έληξε χωρίς να έχει ξεκινήσει το έργο και επανεντάχθηκε στο Γ’ ΚΠΣ (2000), με το πρόγραμμα «Ενίσχυση εγκαταστάσεων ειδικής τουριστικής υποδομής – Π.Ο.Τ.Α.», προϋπολογισμού 123.410.000 ευρώ. Χαρακτηριστικό στοιχείο για την επαναλαμβανόμενη διεκδίκηση της ένταξης του έργου στα ΚΠΣ αποτελεί η ρητή αναφορά της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας, ως μια πρότυπη παρέμβαση και έργο εθνικής σημασίας, λόγω του κόστους και του καινοτόμου χαρακτήρα της, το οποίο θα δημιουργήσει έτσι ένα νέο, διαφοροποιημένο τουριστικό προορισμό. Θα πρέπει να σημειώσουμε ακόμα πως η αρχική πρόθεση των επενδυτών ήταν το έργο να αποπερατωθεί με ταχύτατους ρυθμούς. Συγκεκριμένα σημειώνεται πως ήδη από την πρώτη παρουσίαση του επενδυτικού σχεδίου για το Costa Navarino οι εργασίες προβλέπονταν να ξεκινήσουν μέσα στο 2000, ενώ το έργο θα ολοκληρώνονταν μέσα στο 2002 (Πετράκος, 2010).

Οι συγκεκριμένοι χρόνοι υλοποίησης, ωστόσο, δεν κατέστησαν εφικτοί. Ο χαρακτηρισμός και οριοθέτηση των περιοχών της ΠΟΤΑ υλοποιήθηκε, μόλις το 2001. Ταυτόχρονα εντάθηκαν οι προσπάθειες για τη συγκέντρωση γης, από την επενδυτική εταιρία, στις οποίες συνέβαλε και η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης υπέρ ιδιώτη για κοινωφελές έργο, με Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Τουριστικής Ανάπτυξης, για την απόκτηση του συνόλου της έκτασης που χαρακτηρίστηκε ως ΠΟΤΑ. Σημείο τομή, στην κατεύθυνση της υλοποίησης του έργου, αποτελεί η κύρωση Αναπτυξιακού Νόμου (Ν. 3299/2004), όπου η ΠΟΤΑ Μεσσηνίας υπάχθηκε στα Ειδικά Καθεστώτα Ενίσχυσης, το ίδιο έτος.

Η κατασκευή του έργου ξεκίνησε, μετά από αρκετές καθυστερήσεις, το 2006. Η πρώτη φάση του, που αναπτύχθηκε σε δύο παραθαλάσσιες εκτάσεις, τα Νavarino Dunes και Νavarino Βay, από τον αρχιτέκτονα Αλ. Τομπάζη, έχει ξεπεράσει τα 550 εκατ. ευρώ σε κόστος κατασκευής και κατά πολύ τον αρχικό προϋπολογισμό που προεκτίμησε το υπουργείο για την επιδότηση, ο οποίος έφτανε τα 365 εκατ. ευρώ για το σύνολο του έργου[4]. Το 2007, η ΠΟΤΑ Μεσσηνίας εντάχθηκε και σε νέο Αναπτυξιακό Νόμο (Ν.3550/2007), με την επιχείρηση ΤΕΜΕΣ  Α.Ε. να λαμβάνει συνολική επιχορήγηση 324,545 εκατ. ευρώ.

Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να σημειώσουμε την προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το 2007, δύο ιδιοκτήτων ακινήτων συνολικής έκτασης 17,5 στρεμμάτων στην περιοχή Ρωμανού, οι οποίοι αιτήθηκαν να ακυρωθούν οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις των ακινήτων τους. Η απόφαση του ΣτΕ αφενός δικαίωσε τους ιδιοκτήτες γης, αφετέρου έθεσε ζήτημα αντισυνταγματικότητας του καθορισμού της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την θετική εισήγηση του ΣτΕ (1593/2007), κρίθηκε αντισυνταγματική η διάταξη του Ν.2545/97, που δίνει τη δυνατότητα να χαρακτηρισθεί μία περιοχή ως ΠΟΤΑ, κατ’ εξαίρεση, σε οποιαδήποτε περιοχή εντός ή εκτός σχεδίου, ακόμα και χωρίς να έχει προηγηθεί χωροταξικός σχεδιασμός ή τομεακή χωροταξική μελέτη, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν εγκριθεί κάποιες γενικές κατευθύνσεις τουριστικής πολιτικής σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο (Δικαίος, 2010). Ωστόσο, με την ψήφιση του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό (ΦΕΚ 1138 Β/2009), το 2009, η ανάγκη για καθορισμό των ΠΟΤΑ μετά από προηγούμενο ευρύτερο χωροταξικό σχεδιασμό, ιδίως όταν η Π.Ο.Τ.Α. εγκαθίσταται σε αξιόλογες περιβαλλοντικά περιοχές, παράκτιες, δασικές κλπ, όπως τίθεται από τη σχετική απόφαση του ΣτΕ, αίρεται.

Το Μάιο του 2010, τέθηκε σε λειτουργία η πρώτη εγκατάσταση της Costa Navarino, το Νavarino Dunes, ενώ ένα χρόνο αργότερα, τον Οκτώβριο του 2011, ξεκίνησε η λειτουργία του 2ου γηπέδου γκολφ 18 οπών, Club House, στην περιοχή του Νavarino Βay. Καθώς εκκρεμούν οι εργασίες για την ολοκλήρωση της συγκεκριμένης περιοχής και συνολικά της ανάπτυξης του συνόλου των εγκαταστάσεων, κυρώθηκαν νέες ρυθμίσεις για τις Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης. Με το άρθρο 11 του Ν. 4002/2011, που αφορά στην προώθηση των τουριστικών επενδύσεων, ορίστηκε ο επαναπροσδιορισμός και η επανοριοθέτηση των τμημάτων της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας. Μέχρι και τις αρχές του 2016, η έκδοση της άδειας δόμησης για την κατασκευή της νέας φάσης του ξενοδοχειακού συγκροτήματος Navarino Bay, που θα επιτρέψει και την εκκίνηση των εργασιών, όπως και η έγκριση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) που αφορά στο Navarino Blue[5], εκκρεμούν.

Μόλις 4 χρόνια μετά την έναρξη λειτουργίας των πρώτων εγκαταστάσεων της Costa Navarino, η διαχειρίστρια εταιρία ΤΕΜΕΣ Α.Ε., παρότι φαίνεται να κερδίζει το στοίχημα της προβολής της επένδυσης, καταγράφει σημαντικές συνολικές ζημίες στον ισολογισμό της. Στην τελευταία ετήσια χρήση του 2014, οι ζημίες της TEMEΣ έφτασαν στα 22,24 εκατ. ευρώ (από 26,1 εκατ. ευρώ το 2013) και ο τζίρος στα 43,45 εκατ. ευρώ από τα 33,9 εκατ. έναν χρόνο νωρίτερα[6]. Η σχετική άνοδος του τζίρου της εταιρίας οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην αναζήτηση ξένων επενδυτών, την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας κατά 400-500 εκατ. ευρώ και την είσοδο του σαουδαραβικού Ομίλου Olayan στην επιχείρηση, με 150 εκατ. ευρώ, ως τέταρτος ισότιμος μέτοχος[7].

 

Το επενδυτικό σχέδιο της COSTA NAVARINO

Διακηρυκτικός στόχος της εν λόγω επένδυσης, σύμφωνα με ανακοινώσεις της εταιρίας TEMES S.A., είναι να αποτελέσει η Costa Navarino τον πρώτο ολοκληρωμένο τουριστικό προορισμό υψηλών προδιαγραφών στην Ελλάδα, που θα συμβάλλει στην καθιέρωση της Μεσσηνίας ως τουριστική περιοχή υψηλής ποιότητας και παγκοσμίου φήμης. Ως φιλοσοφία που διέπει την υλοποίηση όλης της ανάπτυξης προβάλλεται ο σεβασμός στο περιβάλλον, τις παραδόσεις και την τοπική κοινωνία[8]. Έτσι, ως βασικές κατευθύνσεις της επένδυσης προβάλλονται, αφενός η ανάδειξη και διαφύλαξη των μέχρι πρότινος ανεκμετάλλευτων περιοχών που γειτνιάζουν με τις εγκαταστάσεις και αφετέρου να λειτουργήσει το έργο ως φορέας ανάπτυξης για ολόκληρη την περιοχή της Μεσσηνίας (Τσώνης, 2015).

Το επενδυτικό σχέδιο της εταιρίας για την Costa Navarino έχει υποστεί αρκετές αλλαγές από την περίοδο της πρώτης ανακοίνωσής του μέχρι σήμερα. Αυτό οφείλεται σε πιθανές αναπροσαρμογές με βάση το κόστος και τη χρηματοδότηση του έργου και έτσι σήμερα έχουμε αρκετές διαφοροποιήσεις, σε επίπεδο κτιριακών υποδομών που προβλέπονται, συγκριτικά με την επενδυτική πρόταση που εγκρίθηκε για την οριοθέτηση των ΠΟΤΑ. Ωστόσο, η  χωροθέτηση των εγκαταστάσεων και τα βασικά χαρακτηριστικά της καθεμίας διατηρούνται.

Εικόνα 4: η χωροθέτηση των τεσσάρων τμημάτων της ΠΟΤΑ (πηγή: http://www.costanavarino.com)

 

Η Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης της Costa Navarino αναπτύσσεται σε 4 ανεξάρτητες περιοχές, συνολικής έκτασης 10.000 στρεμμάτων. Αυτές είναι η ΠΟΤΑ Ρωμανού (Navarino Dunes), η ΠΟΤΑ Κυνηγού (Navarino Hills), η ΠΟΤΑ Πύλου (Navarino Bay) και η ΠΟΤΑ Ριζόμυλου (Navarino Blue). Τα επιμέρους τμήματα της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας εκτείνονται στο Δήμο Πύλου -Νέστορος, τον πρώην Δήμο Γαργαλιάνων και τον πρώην Δήμο Πεταλιδίου.

 

ΠΟΤΑ Ρωμανού (Navarino Dunes)

Η περιοχή βρίσκεται στα όρια των πρώην Δήμων Νέστορος και Γαργαλιάνων, μεταξύ του Ρωμανού στα νότια, του Τραγάνα στα βόρεια, του Κορυφασίου στα ανατολικά, ενώ τα δυτικά όρια της περιοχής εκτείνονται μέχρι την παραλία προς το Ιόνιο Πέλαγος. Η συνολική έκταση της ΠΟΤΑ Ρωμανού εκτιμάται περίπου στα 1.500 στρέμματα. Αποτελεί την μοναδική ΠΟΤΑ που έχει τεθεί μέχρι στιγμής σε πλήρη λειτουργία, από το καλοκαίρι του 2010.

Αυτή περιλαμβάνει:

1. 2 ξενοδοχειακές μονάδες 5 αστέρων («Τhe Romanos, a Luxury Collection Resort» και το «Τhe Westin Resort»), δυναμικότητας 760 και 1130 κλινών αντιστοίχως, που διαχειρίζεται η διεθνής ξενοδοχειακή αλυσίδα Starwood Ηotels & Resorts.

2. γήπεδο γκολφ 18 οπών (το πρώτο signature γήπεδο γκολφ στην Ελλάδα) – Dunes Golf Course

3. συνεδριακό κέντρο χωρητικότητας ως 2.000 συνέδρων

4. κέντρο θαλασσοθεραπείας, 4.000 τ.μ.

5. εμπορικό χωριό με εστιατόρια και καταστήματα, αθλητικές εγκαταστάσεις, κέντρο ψυχαγωγίας νέων, υδάτινο πάρκο (Navarino Natura Hall) και ειδικές εγκαταστάσεις για παιδιά και νήπια.

6. ελικοδρόμιο

Εικόνα 5: το masterplan του Navarino Dunes, 2007. Έργο του γραφείου Atelier Jean Mus et cie (πηγή: http://www.jeanmus.fr)

 

Συνολικά οι ξενοδοχειακές μονάδες περιλαμβάνουν 13 κτίρια. Επιπλέον προβλέπεται μονάδα βιολογικού καθαρισμού, ενώ έχει διαμορφωθεί τεχνητή λιμνοδεξαμενή, η οποία και τροφοδοτεί την εγκατάσταση και τροφοδοτείται από τις βροχοπτώσεις, γεωτρήσεις αλλά και μερικώς από τον γειτονικό ποταμό Σέλα (Μοσχοβίτης, 2011)

Εικόνα 6: Τhe Westin Resort (πηγή: http://www.olympicholidays.com/)

 

Στη Β’ φάση του έργου προβλέπονταν, σύμφωνα με το επενδυτικό σχέδιο της εταιρίας, ακόμα 2 ξενοδοχεία επιπλωμένων διαμερισμάτων (868 και 742 κλινών), παραθεριστικές κατοικίες και επιπλέον ειδικές εγκαταστάσεις και έργα υποδομής (Μοσχοβίτης, 2011).

 

ΠΟΤΑ Πύλου (Navarino Bay)

Βρίσκεται μεταξύ της Πύλου στα νότια, της Γιάλοβας στα βόρεια, της Πύλας στα ανατολικά και το δυτικό της όριο εκτείνεται μέχρι τον κόλπο του Ναβαρίνου. Η συνολική έκταση της ΠΟΤΑ Πύλου εκτιμάται στα 1.400 στρέμματα, κατά μήκος μιας ακτογραμμής 2 χλμ., όπου προβλέπεται η κατασκευή βιλών πολυτελείας και ξενοδοχειακών μονάδων, ενώ ήδη λειτουργεί γήπεδο γκολφ. Αναλυτικά για την Α’ φάση του έργου προβλέπονται:

1. υπερπολυτελής ξενοδοχειακή μονάδα 5 αστέρων, δυναμικότητας 298 κλινών

2. πολυτελής ξενοδοχειακή μονάδα, δυναμικότητας 570 κλινών

3. παραθαλάσσιο γήπεδο γκολφ 18 οπών (The Bay Course)

4. εγκαταστάσεις spa και στις δυο ξενοδοχειακές μονάδες

5. εστιατόρια, αναψυκτήρια και εμπορικά καταστήματα

6. ειδικά έργα υποδομής

Εικόνα 7: Navarino Bay (πηγή: http://www.costanavarino.gr/)

 

Η κατασκευή των εγκαταστάσεων βρίσκεται σε εξέλιξη, ενώ εκκρεμεί η έκδοση της άδειας δόμησης για την πρώτη ξενοδοχειακή μονάδα. Προς την κατεύθυνση αυτή, η εταιρεία έχει λάβει έγκριση για το σύνολο των περιβαλλοντικών αδειοδοτήσεων της νέας ανάπτυξης, προϋπολογισμού 240 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, έχει ήδη δημιουργηθεί λιμνοδεξαμενή ανατολικά της ΠΟΤΑ, για την τροφοδότηση της και για τις αυξημένες ανάγκες υδροδότησης του γηπέδου γκολφ.

Στη Β’ φάση του έργου προβλέπεται η επέκταση της δεύτερης ξενοδοχειακής μονάδας, κατά 271 κλίνες, η επέκταση των ειδικών έργων υποδομής και η ανέγερση παραθεριστικών κατοικιών που θα εκτείνονται σε μια περιοχή 40 στρεμμάτων.

 

ΠΟΤΑ Κυνηγού (Navarino Hills)

Η περιοχή βρίσκεται σε ορεινή περιοχή, κοντά στο χωριό Κυνηγό και έχει έκταση 5.000 στρεμμάτων. Μέχρι σήμερα, στην περιοχή έχει δημιουργηθεί ένας βιολογικός αμπελώνας και εγκαταστάσεις οινοποίησης από την ιδιοκτήτρια εταιρία, για ίδια χρήση (Μοσχοβίτης). Αναλυτικά προβλέπεται να περιλαμβάνει:

1. ξενοδοχειακές μονάδες 5 αστέρων

2. οικιστική ανάπτυξη ορεινού οικισμού

3. εγκατάσταση spa

4. συνεδριακό κέντρο

5. εστιατόρια, αναψυκτήρια και εμπορικά καταστήματα

6. ειδικά έργα υποδομής

Επιπλέον, σε περιοχή νοτιοανατολικά του Κυνηγού, προβλέπεται η κατασκευή φωτοβολταϊκού πάρκου, έκτασης περίπου 269 στρεμμάτων, από την ΤΕΜΕΣ Α.Ε., το οποίο θα εξυπηρετεί τις ενεργειακές ανάγκες των τουριστικών εγκαταστάσεων της εταιρίας. Η ισχύς του θα είναι των 11.963,2 ΚW και προβλέπεται να παράγει 11,8-14,5 εκατομμύρια kWh ετησίως.

 

ΠΟΤΑ Ριζόμυλου (Navarino Blue)

Πρόκειται για μια περιοχή στο μεσσηνιακό κόλπο, μεταξύ των Ριζόμυλου, Καρποφόρας, Βελίκας και Πεταλιδίου, σε αμμώδη παραλία μήκους ενός χιλιομέτρου, σε απόσταση 10 λεπτών οδικώς από το Διεθνές Αεροδρόμιο της Καλαμάτας. Η συνολική της έκταση είναι 2.100 στρέμματα, ενώ καμία εργασία κατασκευής δεν έχει δρομολογηθεί μέχρι τώρα στην συγκεκριμένη περιοχή. Το Navarino Blue προβλέπεται να περιλαμβάνει:

1. 5 ξενοδοχεία 3000 κλινών συνολικά,

2. θαλάσσιο πάρκο

3. κέντρο θαλασσοθεραπείας

4. συνεδριακό κέντρο

5. Γήπεδο γκολφ 18 οπών

6. Παραθεριστικές κατοικίες, συνολικής επιφάνειας 25 στρεμμάτων

7. Εστιατόρια, αναψυκτήρια και εμπορικά καταστήματα

8. Ειδικά έργα υποδομής

 

Τάσεις μετασχηματισμού & επιπτώσεις στην ευρύτερη περιοχή της επένδυσης

Εικόνα 8: η περιοχή, όπου εστιάζει η επιτόπια έρευνα (ίδια επεξεργασία)

 

Περιβαλλοντικές επιπτώσεις

Λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη περιβαλλοντική αξία του υδροβιότοπου που βρίσκεται εντός της περιοχής, θα θεωρούσε κανείς πως κάθε δραστηριότητα που προβλέπεται να χωροθετηθεί στα ευρύτερα όρια του θα εξετάζεται αυστηρά, υπό το πρίσμα των επιπτώσεων που μπορεί να επιφέρει στην ευαίσθητη οικολογικά αυτή περιοχή. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της Διεύθυνσης Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Α.Π. Οικ. 89577/23.5.2001), ως προς τη χωροθέτηση των εγκαταστάσεων της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας, σημειώνεται ρητά πως «οι περιοχές με τη μεγαλύτερη οικολογική αξία που μπορεί να δεχτούν απειλές από την κατασκευή του εξεταζόμενου έργου είναι οι εξής:

  • Η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας ή Διβάρι
  • Οι αμμοθίνες στην παραλία του Ρωμανού. Τονίζεται δε ότι ο χώρος αυτός θεωρείται ως οικότοπος προτεραιότητας της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Υπό αυτό το πρίσμα, η ανωτέρω περιοχή προτείνεται να χαρακτηριστεί ως Περιοχή Προστασίας της Φύσης, λόγω της μεγάλης οικολογικής και βιολογικής της αξίας (βλ. άρθρο 19 παρ.2 ν. 1650/1986), έτσι ώστε να απαγορεύεται κάθε δραστηριότητα ή επέμβαση που είναι δυνατό να μεταβάλει ή να  αλλοιώσει τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξή της
  • Ο ποταμός Σέλλας και τα άλλα ρέματα της περιοχής, που έχουν σημαντική παραποτάμια βλάστηση.» (Δικαίος, 2010)

Παρότι δεν θέτει υπό αίρεση την υλοποίηση του έργου, επισημαίνει την ανάγκη πρόβλεψης σειρά πρόσφορων τεχνικών λύσεων, για την εξασφάλιση των αναγκών σε υδάτινο δυναμικό της εγκατάστασης, με δεδομένο ότι οι αναγκαίες ποσότητες νερού για την πλήρη λειτουργία της ΠΟΤΑ είναι πολύ μεγάλες. Επιπλέον απαιτείται αναλυτική περιγραφή του τρόπου διαχείρισης του υδάτινου δυναμικού της περιοχής, προκειμένου η λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, ο ποταμός Σέλλας και το παρόχθιο δάσος του να μην απειληθούν από την υπεράντληση των υπόγειων υδροφορέων, καθώς και από υπέρμετρη χρήση επιφανειακών υδάτων για ύδρευση και άρδευση της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας. Τέλος προτείνεται η ήπια ανάπτυξη του τμήματος της εγκατάστασης στην περιοχή του Ρωμανού ή εναλλακτικά να μην χωροθετηθούν καθόλου κτιριακές εγκαταστάσεις στο τμήμα αυτό, με στόχο την εξασφάλιση πρόσβασης των χρηστών στην παραλία από σημεία εκτός των αμμοθινών της παραλίας Ρωμανού, οι οποίες και ορίζεται να προστατευτούν (Δικαίος, 2010).

Ωστόσο, η γνωμοδότηση αυτή φαίνεται ότι δεν υιοθετήθηκε από τον σχεδιασμό της επενδυτικής εταιρίας, καθώς όπως χαρακτηριστικά διαπιστώνεται, όχι μόνο δεν επιλέχθηκε η ήπια ανάπτυξη της εγκατάστασης στην περιοχή του Ρωμανού, αλλά εντός της περιλαμβάνονται κτιριακά συγκροτήματα και πλήθος τουριστικών και μη αμιγώς τουριστικών εγκαταστάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, εκφράζονται επιφυλάξεις για τον κίνδυνο υπέρβασης της φέρουσας ικανότητας της περιοχής από τις υψηλής δυναμικότητας και κλίμακας παρεμβάσεις και συνεπώς για τη μη διαφύλαξη των προστατευόμενων τμημάτων της περιοχής (Δικαίος, 2010). Ένα πλήθος παραμέτρων που επηρεάζουν, σε κάθε περίπτωση, την περιβαλλοντική ισορροπία του εν λόγω υδροβιότοπου θα πρέπει να μελετηθούν. Η ραγδαία αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας, όπως και πολλές ακόμα ανθρωπογενείς δραστηριότητες στην περιοχή, η οποία ήταν χαρακτηρισμένη από ήπια τουριστική ανάπτυξη μέχρι πρόσφατα, δε συνοδεύονται από την απαραίτητη αξιολόγηση κριτηρίων καταλληλότητας, χωρητικότητας αλλά και συμβατότητας τους με υφιστάμενα γειτνιάζοντα ευαίσθητα οικοσυστήματα (Αθανασοπούλου, Μάραντος, 2009). Πέρα από τη μαζικοποίηση των τουριστικών ροών, οι μεγάλες ανάγκες των ξενοδοχειακών μονάδων και των γηπέδων γκολφ για νερό, η απουσία σχεδίου ολοκληρωμένης διαχείρισης απορριμμάτων, που εδώ και χρόνια χαρακτηρίζει την περιοχή αποτελούν μόνο κάποιες από τις παραμέτρους που διακυβεύουν τη συμβατότητα της επένδυσης με το φυσικό περιβάλλον της περιοχής (Αλεφάντης, 2007).

Μέχρι σήμερα, έχουν ήδη διαπιστωθεί σημαντικές καταστροφές, στο πλαίσιο της κατασκευής και της λειτουργίας των εγκαταστάσεων στην περιοχή του Ρωμανού, όπως η συστηματική απόθεση μπαζών και σκουπιδιών της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας στην παρόχθια ζώνη του ποταμού Σέλλα (Γκόνης, 2010), η παράνομη κοπή αιωνόβιων αγριοκέδρων σε μεγάλη έκταση και η ισοπέδωση αμμόλοφων μέσα στην προστατευόμενη περιοχή της λιμνοθάλασσας Γιάλοβας (Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία, 2010), οι οποίες εκτιμώνται σε μεγάλο βαθμό μη αναστρέψιμες. Ο αφρικανικός χαμαιλέοντας, ο οποίος κατοικεί στη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, μεταξύ πολλών άλλων ειδών, θεωρείται σήμερα είδος προς εξαφάνιση με σημαντικότερη απειλή την ανθρώπινη παρέμβαση. Η εξάπλωση της τουριστικής δραστηριότητας, η μη ελεγχόμενη διέλευση των οχημάτων, τα σκουπίδια στον βιότοπο του αφρικανικού χαμαιλέοντα είναι μερικές από τις αιτίες του προβλήματος. Τους καλοκαιρινούς μήνες η περιοχή που περικλείει την λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας μοιάζει σχεδόν απροστάτευτη. Σύμφωνα με σχετική μελέτη, «εξαιτίας της εγγύτητας της παραλίας στη Πύλο (6 χλμ.), της προστατευμένης από τον άνεμο περιοχής, της εύκολης πρόσβασης λόγω του ασφαλτόδρομου κατά μήκος της ακτής αλλά και της μοναδικής καντίνας στη περιοχή που βρίσκεται στο κέντρο της παραλίας, η παραλία αυτή συγκεντρώνει τον περισσότερο κόσμο». Οι επιπτώσεις από την ανθρώπινη δραστηριότητα αφορούν κυρίως την δομή και σύσταση των οικοτόπων των θινών, καθώς και την ενόχληση που προκαλείται στον αφρικανικό χαμαιλέοντα (Καλούλη, Bedau, 2010).

Ακόμα παρουσιάζονται σημαντικές επιπτώσεις στα νερά της προστατευόμενης λιμνοθάλασσας της Γιάλοβας, που έρχονται να προστεθούν στα σοβαρά προβλήματα λειψυδρίας που αντιμετωπίζει η ευρύτερη περιοχή. Λόγω της υπεράντλησης υδάτων από τη λιμνοθάλασσα για τις ανάγκες των γηπέδων γκολφ, σημειώνονται φαινόμενα ξηρασίας μέρους του υγρότοπου, αλλά και αύξησης της αλατότητας του, καθώς η ποσότητα των υδάτων του ποταμού Σέλλα, που εκβάλλουν σε αυτήν, έχει μειωθεί σημαντικά, εξαιτίας της κατασκευής υδατοδεξαμενής στις εκβολές του, από την οποία ποτίζονται εναλλακτικά τα γήπεδα γκολφ[9].

Από το 2010[10] βρίσκεται σε λειτουργία το Περιβαλλοντικό Παρατηρητήριο της Costa Navarino (Navarino Environmental Observatory), ως σύμπραξη του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης, της Ακαδημίας Αθηνών και της ΤΕΜΕΣ Α.Ε. Πρόσφατα ανακοινώνεται η συνεργασία της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρίας με την Costa Navarino για τη δημιουργία του Navarino Natura Hall, με σκοπό την ενημέρωση των επισκεπτών, φοιτητών, μαθητών τοπικών σχολείων και των κατοίκων της περιοχής, για τη Μεσσηνιακή φύση και τα τοπικά οικοσυστήματα, αλλά και τις μελέτες του Περιβαλλοντικού Παρατηρητηρίου[11]. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχουν δημοσιευτεί επίσημα από τους εν λόγω φορείς νεότερα στοιχεία που να αφορούν στις μεταβολές των περιβαλλοντικών συνθηκών της περιοχής.

 

Αλλαγές στο δίκτυο υποδομών και μεταφορών

Η περιοχή της Μεσσηνίας αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα ύδρευσης και άρδευσης, λόγω της παρατεταμένης ξηρασίας, ενώ πλέον και οι υπάρχουσες γεωτρήσεις, που εξυπηρετούν πολύ μεγάλο μέρος της αγροτικής παραγωγής της περιοχής, δεν είναι δυνατό να καλύψουν τις υπάρχουσες ανάγκες. Ειδικότερα, οι περιοχές που αντιμετωπίζουν το μεγαλύτερο πρόβλημα, σχετικά με την άρδευσή τους, είναι η περιοχές της Μάνης, της Πυλίας αλλά και της Μεσσήνης. Για το λόγο αυτό, στο δήμο Πύλου – Νέστορος ανακοινώθηκαν ήδη περιοριστικά μέτρα στην κατανάλωση νερού (σύμφωνα με τον κανονισμό ύδρευσης) από τη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης – Αποχέτευσης της Πύλου (Δ.Ε.Υ.Α.Π.), λόγω της μείωσης των υδατικών αποθεμάτων νερού[12]. Την ίδια στιγμή, το ζήτημα της λειψυδρίας[13] φέρνει στην επιφάνεια το θέμα των εκπτώσεων στην παροχή νερού που απολαμβάνει η Costa Navarino, οι οποίες αγγίζουν μέχρι και το 20%. Επιπλέον, το ξενοδοχειακό συγκρότημα εξαιρέθηκε από την τελευταία αύξηση των τελών ύδρευσης και αποχέτευσης που αφορούσε σχεδόν όλες τις περιοχές του δήμου Πύλου – Νέστορος, γεγονός που ενέτεινε τις κοινωνικές αντιδράσεις[14].

Σε όλα τα παραπάνω έρχονται να προστεθούν ακόμα οι πολύ αυξημένες ανάγκες υδροδότησης των εγκαταστάσεων της Costa Navarino. Οι ανάγκες των εγκαταστάσεων χωρίζονται κυρίως σε αυτές της ύδρευσης (πόσιμο νερό) και σε αυτές της άρδευσης (πότισμα γηπέδων γκολφ και λοιπών χώρων πρασίνου). Σημειώνεται, πως οι επιβαρυμένες ανάγκες νερού, για τις οποίες διατίθενται ποσοτικά στοιχεία, αφορούν μόνο στις εγκαταστάσεις των ΠΟΤΑ Πύλου και Ρωμανού, που είναι πλήρως ή εν μέρει σε λειτουργία. Η προσφορά πόσιμου νερού για τις εγκαταστάσεις προβλέπεται να προέρχεται, πέρα από την προσφορά της Δ.Ε.Υ.Α.Π., από γεωτρήσεις και πηγές της λεκάνης απορροής του ποταμού Σέλα, αλλά και τις δύο λιμνοδεξαμενές, που κατασκευάστηκαν από την ιδιοκτήτρια εταιρία, για την αποθήκευση επαρκούς ποσότητας νερού για τις αρδευτικές ανάγκες των ΠΟΤΑ (Τσώνης, 2015).

Ακόμα και αν θεωρήσουμε πως οι παραπάνω ανάγκες καλύπτονται στο μεγαλύτερο βαθμό από έργα ύδρευσης – άρδευσης της ίδιας της επενδυτικής εταιρίας, αποτελεί ερώτημα το πώς προβλέπεται να καλυφθούν οι ανάγκες των υπόλοιπων γηπέδων γκολφ που πρόκειται να κατασκευαστούν. Συγκεκριμένα σημειώνεται πως «για τη συντήρηση του χλοοτάπητα απαιτούνται καθημερινά περίπου 5 κυβικά μέτρα νερού για κάθε τετραγωνικό μέτρο. Δηλαδή και για τα δύο γήπεδα θα απαιτηθούν περίπου 5.500 κυβικά μέτρα νερού, ποσότητα που αρκεί για να καλύψει τις ημερήσιες ανάγκες μιας πόλης 20.000 κατοίκων» (Πολυχρονιάδης, 2007). Τα στοιχεία για την κατανάλωση νερού μπορεί να ποικίλουν, ανάλογα με τα τοπογραφικά και κλιματολογικά χαρακτηριστικά του κάθε γηπέδου, σε κάθε περίπτωση, όμως, όταν τα γήπεδα γκολφ σχεδιάζονται και εγκαθίστανται σε άνυδρες περιοχές, όπως η περιοχή της Πύλου, οι πιέσεις είναι ακόμα πιο σημαντικές. Τέλος, στις παραπάνω περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις θα πρέπει να συνυπολογιστεί πως η μετατροπή μιας έκτασης γης σε γήπεδο γκολφ, αποκλείει τη μελλοντική  χρήση της για άλλη παραγωγική δραστηριότητα βραχυπρόθεσμα, αλλά και μακροπρόθεσμα (Καπετανάκη-Μπριασούλη, 2003).

Οι αυξημένη επισκεψιμότητα της περιοχής, μετά την υλοποίηση του έργου, απαιτεί, σε μεγάλο βαθμό, αλλαγές τόσο στο οδικό δίκτυο που πρόκειται να διοχετευτούν οι ροές αυτές, όσο και στους επιβατικούς σταθμούς, ώστε να διευκολυνθεί η προσπελασιμότητα στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσηνίας. Στην κατεύθυνση αυτή, προβλέπονται διαδικασίες βελτίωσης ή ακόμα και επαναχάραξης της εθνικής οδού Καλαμάτας – Πύλου, η οποία βρίσκεται στα όριο της ΠΟΤΑ Πύλου[15]. Η βελτίωση του οδικού δικτύου που συνδέει την ΠΟΤΑ Πύλου με την πόλη της Καλαμάτας και το αεροδρόμιο της κρίνεται ως σημαντικό βήμα για την πλήρη ανάπτυξη της επένδυσης, ενώ πιθανή νέα χάραξή του θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και την «τύχη» της όποιας τουριστικής δραστηριότητας της ευρύτερης περιοχής. Καθώς δεν έχει οριστικοποιηθεί μέχρι σήμερα η μελέτη για την ακριβή χάραξη του άξονα, πολλές είναι οι παράμετροι που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και αυτές δεν αφορούν αποκλειστικά σε τεχνικά κριτήρια. Η νέα χάραξή του αντικειμενικά θα αναβαθμίσει την τουριστική κίνηση και θα αποδώσει διαφορική γαιοπρόσοδο στις περιοχές τις οποίες θα διασχίσει, γεγονός που μπορεί να αναδείξει και αντικρουόμενα συμφέροντα ανάμεσα στις επιμέρους τοπικές κοινωνίες της ευρύτερης περιοχής. Στον κεντρικό οδικό άξονα Καλαμάτας-Πύλου-Μεθώνης θα διοχετεύεται το μεγαλύτερο μέρος του συγκοινωνιακού φορτίου της Μεσσηνίας και από την αποτελεσματική λειτουργία του, θα εξαρτάται η διάχυση και κυκλοφορία των επισκεπτών, στο σύνολο της Μεσσηνιακής επικράτειας.

Επιπλέον, εντός της ΠΟΤΑ Πύλου εντάσσεται και τμήμα της Εθνικής Οδού Χώρας-Πύλου, όπου και η εταιρία ΤΕΜΕΣ Α.Ε. ανέλαβε την κατασκευή του νέου δρόμου, ο οποίος και παρακάμπτει πλέον τον χώρο της τουριστικής εγκατάστασης και το παραλιακό μέτωπο, το οποίο περιελάμβανε η προηγούμενη του χάραξη. Σημειώνεται σχετικά: «Ένας από τους πιο γραφικούς και όμορφους δρόμους της Ελλάδας είναι ο δρόμος Πύλου –Γιάλοβας και η συνέχειά του, που φτάνει μέχρι τη Λιμνοθάλασσα. […] Ο δρόμος αυτός είναι μέρος της φυσιογνωμίας, της ιστορίας και της παράδοσης της πόλης και της ευρύτερης περιοχής. Δεν νοείται Πύλος, Γιάλοβα, Λιμάνι χωρίς αυτό το δρόμο. Και τι θα είναι η Πύλος χωρίς αυτό το δρόμο της; Θα είναι, απλά, μια πόλη αποκομμένη από ένα ζωτικό τμήμα της, τη Γιάλοβα, μια πόλη σε πολιορκία» (Οικολογική Κίνηση Καλαμάτας, 2008). Συγκεκριμένα, το έργο αφορά α) στη νέα χάραξη μήκους 2.036 μέτρων περίπου για την αποκατάσταση τμήματος της υφιστάμενης εθνικής οδού Γιάλοβας – Πύλου, το οποίο θα καταργηθεί και θα ενσωματωθεί στην ΠΟΤΑ Πύλου και β) σε τμήμα της υφιστάμενης εθνικής οδού Καλαμάτας – Πύλου, το οποίο θα βελτιωθεί σε μήκος 365 μέτρων.

Ταυτόχρονα, προβλέπεται η χάραξη πυκνού οδικού δικτύου, στο εσωτερικό και των τεσσάρων τμημάτων της επένδυσης. Η μελέτη για τη χάραξη του αφορά περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες δρόμων ανάλογα με τις διαστάσεις τους και τις περιοχές που συνδέουν, ενώ το δίκτυο σχεδιάζεται να εποπτεύεται από το ίδιο το προσωπικό της Costa Navarino, για την αποφυγή ατυχημάτων, αλλά και την παροχή πληροφοριών τους επισκέπτες (Μοσχοβίτης, 2011).

Παράλληλα, από το 2010, έγιναν εντατικές προσπάθειες, με πρωτοβουλία της ιδιοκτήτριας εταιρίας της Costa Navarino, για την αναβάθμιση του αεροδρομίου της Καλαμάτας και την εξασφάλιση καθημερινών πτήσεων από πολλές χώρες της Ευρώπης, σε συνεργασία με την αεροπορική εταιρία Aegean[16]. Η επίδραση αυτής της επενδυτικής πρωτοβουλίας αποτυπώνεται ακόμα και στην απόδοση του ονόματος «Καπετάν Βασίλης Κωνσταντακόπουλος» στο αεροδρόμιο το 2011 (Καρανάτση, 2011). Ο σχεδιασμός αυτός λειτούργησε καταλυτικά στη ραγδαία αύξηση της επισκεψιμότητας της ευρύτερης περιοχής της Μεσσηνίας από αλλοδαπούς τουρίστες. Το αεροδρόμιο της Καλαμάτας σήμερα καταλαμβάνει την 3η θέση μεταξύ των σημαντικότερων ευρωπαϊκών αεροδρομίων, ενώ αναμένεται να συνδεθεί με 25 πόλεις της Ευρώπης, όπως και με το Τελ Αβίβ στη Μέση Ανατολή. Από την αύξηση αυτή φαίνεται ακόμα να επωφελείται, όχι μόνο η επιχείρηση της Costa Navarino, αλλά ευρύτερα οι ξενοδοχειακές μονάδες της περιοχής, καθώς μόνο το 13,5% των επιβατών που καταφτάνουν διαμένουν σε αυτή.

Η βελτίωση του οδικού δικτύου της ευρύτερης περιοχής της ΠΟΤΑ Πύλου και των αξόνων που τη συνδέουν με την πόλη της Καλαμάτας, αλλά και η ίδια η αναβάθμιση του αεροδρομίου της πόλης, αποτελούν μια σειρά έργων υποδομής που είναι απαραίτητα για την προβολή και την προσβασιμότητα της τουριστικής επένδυσης. Για το λόγο αυτό και μέρος αυτών έργων είναι αποτέλεσμα ιδιωτικής πρωτοβουλίας και χρηματοδότησης του ίδιου του επενδυτικού φορέα της Costa Navarino. Επιπλέον, είναι γεγονός πως τα οφέλη από αυτές τις βελτιώσεις δεν αφορούν μόνο την ίδια την επένδυση, καθώς δημιουργούν διαφορικές γαιοπροσόδους και μπορούν να αποδώσουν προστιθέμενη αξία στην ευρύτερη περιοχή της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας. Ωστόσο, αντικείμενο μελλοντικής διερεύνησης, μετά την οριστικοποίηση των εν λόγω σχεδιασμών και μελετών, θα μπορούσε να είναι ο γεωγραφικός προσανατολισμός των έργων υποδομής, ο οποίος θα καθορίσει και σε μεγάλο βαθμό τους δευτερεύοντες τουριστικούς πόλους και τα χαρακτηριστικά ανάπτυξης της περιοχής.

 

Αναδιάρθρωση της παραγωγικής δραστηριότητας και κοινωνικά διακυβεύματα

Σε δημοσιογραφική έρευνα που παρουσιάστηκε στον ελληνικό τύπο (Κουσουνής, 2016β), τον Ιούλιο του 2016, υπολογίζεται πως τα δευτερογενή οφέλη στην τοπική οικονομία, από την αύξηση των επισκεπτών στο νομό Μεσσηνίας και την τουριστική κίνηση στο συγκρότημα της Costa Navarino, μπορούν να πολλαπλασιαστούν. Συγκεκριμένα αναφέρεται πως από τους επισκέπτες που καταφθάνουν στο αεροδρόμιο της Καλαμάτας «το 86,5% των επιβατών διαμένει σε τοπικά ξενοδοχεία και μικρά καταλύματα σε όλη την Πελοπόννησο, ενώ το 13,5% στην Costa Navarino». Με αυτά τα δεδομένα, «τα άμεσα έσοδα από την αύξηση των επισκεπτών στη Μεσσηνία για το 2016 αναμένονται σε 17,5 εκατ. ευρώ», ενώ «η δευτερογενής επίδραση των εσόδων στην τοπική οικονομία ανέρχεται σε επιπλέον 28,8 εκατ. ευρώ».

Οι παραπάνω εκτιμήσεις ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό σε μια ευρύτερη ρητορική, σχετικά με την ευνοϊκή επίδραση της επένδυσης στην τοπική οικονομία, ενώ αναδεικνύουν ταυτόχρονα τις προσδοκίες που γεννιούνται, σε τοπικό επίπεδο, για τη συνολικότερη προώθηση του τοπικού τουριστικού προϊόντος. Στο πλαίσιο αυτό, θα μελετήσουμε τις κοινωνικές και οικονομικές δυναμικές που φαίνεται να αναπτύσσονται στη Μεσσηνία και πιο ειδικά στην περιοχή γύρω από το υλοποιημένο τμήμα της ΠΟΤΑ Πύλου, στο έδαφος του ευνοϊκού θεσμικού πλαισίου αλλά και των επενδυτικών τάσεων που συγκροτούνται.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, ο νομός Μεσσηνίας αναδεικνύεται σήμερα σε ολοένα και δυναμικότερο τουριστικό προορισμό, καθώς καταγράφεται ως ο δεύτερος ξενοδοχειακός πόλος της Περιφέρειας Πελοποννήσου, μετά το νομό Αργολίδας. Χαρακτηριστικό στοιχείο του προσανατολισμού του μοντέλου παροχών τουρισμού στην περιοχή αποτελεί ο μεγάλος αριθμός ξενοδοχειακών μονάδων πολυτελείας που παρουσιάζει, οι οποίες και αφορούν σε τουριστικές μονάδες υψηλών προδιαγραφών, με υποδομές πολυτελείας, και σε επισκέπτες με αντίστοιχες οικονομικές δυνατότητες.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι μελλοντικοί σχεδιασμοί για τη δημιουργία τουριστικών καταλυμάτων στην περιοχή της Μεσσηνίας. Πιο συγκεκριμένα, το 2014, ανακοινώνεται νέα επένδυση για τη δημιουργία σύνθετου τουριστικού καταλύματος, αντίστοιχων προδιαγραφών με αυτές της Costa Navarino, από τον όμιλο Libra. Η επένδυση Grace Kalamata θα αναπτυχθεί 20 χλμ. δυτικά της Καλαμάτας, στην παραλία Βελίκα και θα εκτείνεται σε περίπου 261 στρέμματα. Ο επενδυτικός σχεδιασμός προβλέπει τη δημιουργία boutique ξενοδοχειακής μονάδας πέντε αστέρων, δυναμικότητας 125 δωματίων και σουιτών, ενώ θα κατασκευαστούν έως 40 πολυτελείς επαύλεις οι οποίες θα είναι διαθέσιμες προς πώληση.

Η πρόσφατη τουριστική δυναμική που αναπτύσσεται στη Μεσσηνία, έρχεται να προστεθεί στην ήδη ανεπτυγμένη τουριστική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή γύρω από την Πύλο, πριν ακόμα από την οριοθέτηση της Περιοχής Οργανωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης. Η ραγδαία ανάπτυξη της τουριστικής και εμπορικής δραστηριότητας οικισμών, όπως αυτός της Γιάλοβας, θεωρείται ενδεικτική των προσδοκιών που καλλιεργήθηκαν, από την εκτιμώμενη διάχυση των ωφελειών της επένδυσης της Costa Navarino. Μάλιστα, καθώς η Γιάλοβα βρίσκεται γεωγραφικά ανάμεσα στις εγκαταστάσεις των Navarino Dunes και Navarino Bay, δύναται να αποτελέσει τον πλησιέστερο εναλλακτικό πόλο των προορισμών αυτών. Έτσι, αντίστοιχα υψηλός παρουσιάζεται και ο αριθμός των επιχειρήσεων εστίασης που δραστηριοποιούνται στην Γιάλοβα, αλλά και των εμπορικών καταστημάτων που εξυπηρετούν τους επισκέπτες.

Πριν ακόμα την ολοκλήρωση των εγκαταστάσεων του Navarino Bay στην ΠΟΤΑ Πύλου, φαίνεται πως η προσμονή για αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας στις γύρω περιοχές είναι μεγάλη, μένει ωστόσο να διερευνήσει κανείς, αν η προσδοκία αυτή επιβεβαιώνεται με βάση τα μελλοντικά στατιστικά στοιχεία. Σύμφωνα με πρόσφατες αναφορές τοπικών φορέων, η πληρότητα των ξενοδοχειακών μονάδων και ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων το καλοκαίρι του 2016, στην ευρύτερη περιοχή γύρω από το Navarino Dunes, παρουσιάζεται ικανοποιητική, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζει και το 100% την περίοδο του Αυγούστου[17], γεγονός που ενισχύει τις δυναμικές ανάπτυξης και νέων τουριστικών καταλυμάτων. Αντίθετα, παρότι μέχρι σήμερα δεν διατίθενται ακριβή στατιστικά στοιχεία, δεν επιβεβαιώνεται η αντίστοιχη δυναμική στα εμπορικά καταστήματα και τους χώρους εστίασης της Πύλου και της Γιάλοβας, ο αριθμός των οποίων έχει αυξηθεί ραγδαία, όπως σημειώσαμε (επιτόπια έρευνα – μαρτυρίες κατοίκων). Τέλος, μια παράμετρος που μαρτυρά την επενδυτική κινητικότητα και προσδοκία οικονομικής ανάπτυξης της Πύλου και της Γιάλοβας, αποτελεί η σημαντική ανάπτυξη του real estate της περιοχής, με τη δραστηριοποίηση μεγάλου αριθμού κτηματομεσιτικών επιχειρήσεων, την αύξηση των αγοραπωλησιών ακινήτων[18], όπως επίσης και την άνοδο των τιμών πώλησής τους[19] (επιτόπια έρευνα – μαρτυρίες κατοίκων).

Εικόνα 9: η θέση της Γιάλοβας και της Πύλου, σε σχέση με τις εγκαταστάσεις της Costa Navarino (πηγή: http://www.costanavarino.com, ίδια επεξεργασία)

 

Στα παραπάνω δεδομένα, επενεργεί ταυτόχρονα και η επιχειρηματική και επικοινωνιακή τακτική της επενδυτικής εταιρίας ΤΕΜΕΣ, η οποία φαίνεται να καθορίζει ευρύτερα την επιχειρηματική, αλλά και την αγροτική δραστηριότητα της περιοχής. Άλλωστε, η προσφορά εργασίας στις εγκαταστάσεις της, με προτεραιότητα στους εργαζόμενους της Μεσσηνίας, αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα επιχειρήματα για την προώθηση της επένδυσης, με τη δημιουργία περίπου 12.000 θέσεων εργασίας μέχρι σήμερα, σύμφωνα με στοιχεία που παρέχει η ίδια η επιχείρηση[20]. Στο ίδιο πνεύμα, το 2016, σχεδιάζεται η παροχή 75.000 γευμάτων σε τοπικές επιχειρήσεις εστίασης για τους επισκέπτες της Costa Navarino, με πρωτοβουλία της ίδια της εταιρίας, γεγονός που υπολογίζεται να αποφέρει έως και 2,25 εκατ. ευρώ στην τοπική οικονομία (Κουσουνής, 2016β).

Την ίδια στιγμή, η δραστηριότητα του δικτύου της Costa Navarino επεκτείνεται και στην τυποποίηση παραδοσιακών προϊόντων (σειρά προϊόντων Navarino Icons), ενώ επιχειρείται το «λανσάρισμα» του παραγωγικού πλούτου της Μεσσηνίας, τοποθετώντας τα ακόμη και στις προθήκες πωλητηρίων μεγάλων μουσείων ανά τον κόσμο. Τα παραγόμενα προϊόντα συσκευάζονται σε χώρους στο εσωτερικό της τουριστικής μονάδας, με την αναγραφή του σήματος της εταιρίας «Costa Navarino», και στη συνέχεια διοχετεύονται στην αγορά του τουριστικού συγκροτήματος. Στο πλαίσιο αυτό, με την ίδρυση του ιδρύματος «Καπετάν Βασίλης», έχει δημιουργηθεί ένα περιορισμένο δίκτυο τοπικών παραγωγών, για την ελεγχόμενη παραγωγή των προωθούμενων προϊόντων, αλλά και την ταυτόχρονη προβολή των ίδιων των παραγωγών στην αγορά[21].

Το εύρος της δραστηριότητας που επιχειρείται από την επενδυτική εταιρία της Costa Navarino αναμφίβολα ενισχύει σημαντικά την ανάπτυξη της μικρότερης επιχειρηματικής δραστηριότητας στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και την τοπική παραγωγή. Ταυτόχρονα, όμως, με τη δημιουργία του δικτύου των τοπικών επιχειρήσεων και παραγωγών, αναπτύσσονται αναπόφευκτα και σχέσεις οικονομικής εξάρτησης ανάμεσα σε αυτούς και την επένδυση. Πολύ περισσότερο, οι προϋποθέσεις ένταξης στο εν λόγω δίκτυο, όπως οι συνθήκες παραγωγής, η τυποποίηση των προϊόντων και αντίστοιχα η αποκλειστική, ενδεχομένως, προσφορά τους σε αυτό, αποτελούν στοιχεία που αυξάνουν τον ανταγωνισμό στην τοπική δραστηριότητα και αποκλείουν τις επιχειρήσεις και τους παραγωγούς που αδυνατούν να ανταποκριθούν σε αυτές τις απαιτήσεις. Θα λέγαμε, τελικά, πως η οικονομική δραστηριότητα και απασχόληση στην ευρύτερη περιοχή συναρτάται στο μέγιστο βαθμό με την εξέλιξη και οικονομική απόδοση της επένδυσης της Costa Navarino. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, αποτελεί ερώτημα το τι θα σημάνει συνολικότερα, για την τοπική οικονομία και την απασχόληση των εργαζόμενων της περιοχής, το ενδεχόμενο απαξίωσης του συγκεκριμένου τουριστικού προϊόντος ή ακόμα της απόσυρσης της επενδυτικής εταιρίας από την περιοχή, στην περίπτωση που η επένδυση δεν αποφέρει τα αναμενόμενα κέρδη ή αποδειχτεί ζημιογόνα (Παναγιωτόπουλος, 2014).

 

Συμπεράσματα

Η περίπτωση της Costa Navarino αποτελεί ίσως ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τουριστικής ανάπτυξης, όπου ο χωροταξικός σχεδιασμός φαίνεται να προσαρμόζεται πλήρως στον σχεδιασμό του επενδυτικού φορέα και στις ανάγκες υλοποίησης του έργου. Μ’ αυτήν την έννοια, δεν έχουμε μια προσπάθεια συγκρότησης ενός πλαισίου κανόνων και κριτηρίων σχεδιασμού και χωροθέτησης, αλλά αντίστροφα τη θεσμοθέτηση των απαραίτητων νομοθετικών ρυθμίσεων για τη διευκόλυνση και επιτάχυνση υλοποίησης του επενδυτικού σχεδίου. Πολύ περισσότερο, οι σημαντικές δυνατότητες εκμετάλλευσης που παρέχει ο καθορισμός της περιοχής εγκατάστασης του έργου ως ΠΟΤΑ, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μέχρι σήμερα αποτελεί το μόνο παράδειγμα ενεργοποίησης του συγκεκριμένου νομοθετικού εργαλείου, αποδίδουν στην επένδυση της Costa Navarino το χαρακτήρα μιας μοναδικής περίπτωσης προς διερεύνηση (Μελισσουργός, 2008).

Το νομοθετικό πλαίσιο, που διαμορφώθηκε, συνέβαλε στην εξυπηρέτηση των βραχυπρόθεσμων στόχων απόδοσης της επένδυσης του ιδιώτη, χωρίς ωστόσο να λαμβάνει υπόψη του τη μακροπρόθεσμη εξυπηρέτηση των αναγκών του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου και την προστασία των φυσικών πόρων της περιοχής. Χαρακτηριστικά σημειώνεται πως ο καθορισμός των ΠΟΤΑ δεν μπορεί να γίνεται «χωρίς στάθμιση και ποικίλων άλλων παραμέτρων, όπως π.χ. η προστασία του περιβάλλοντος, η αρχή της αειφορίας χάριν των σύγχρονων και μελλοντικών γενεών, η εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας της περιοχής, η ύπαρξη ολοκληρωμένου χωροταξικού σχεδιασμού (τα θεμέλια του οποίου τίθενται με την εκπόνηση του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης) και ολοκληρωμένης εκτίμησης των επιπτώσεων των σχεδιαζόμενων δραστηριοτήτων στην εκάστοτε περιοχή. Ειδικά, όταν ο καθορισμός Π.Ο.Τ.Α γίνεται στα όρια προστατευόμενων οικοσυστημάτων του Δικτύου Natura 2000, οι παραπάνω παράγοντες πρέπει να εξετάζονται με ιδιαίτερη αυστηρότητα και προσοχή, σύμφωνα με τις επιταγές του εθνικού και ευρωπαϊκού δικαίου. Η ύπαρξη χωροταξικού σχεδιασμού πρώτου επιπέδου θα πρέπει συνεπώς να προηγείται κατά κανόνα του καθορισμού Π.Ο.Τ.Α.» (Δικαίος, 2010)

Άλλωστε, ο χαρακτήρας του καθορισμού του δικτύου NATURA 2000, είναι σύμφυτος με τη βιώσιμη ανάπτυξη των περιοχών που είναι ενταγμένες σε αυτό, στοχεύοντας στην διατήρηση της βιοποικιλότητας, την αειφορική διαχείριση και ήπια ανάπτυξη τους. Οι περιοχές αυτές βέβαια δεν αποτελούν «άβατους χώρους», όπου αποκλείεται οποιαδήποτε κατασκευή ή εγκατάσταση έργου, ωστόσο η ανάπτυξη οικονομικών και παραγωγικών δραστηριοτήτων επιτρέπεται μόνο «εφόσον οι σχετικές δραστηριότητες εναρμονίζονται με τους στόχους αειφόρου διατήρησης της εκάστοτε προστατευόμενης περιοχής και δεν θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση των φυσικών οικοτόπων και των ειδών που ενδημούν σε αυτές» (Δικαίος, 2010). Σύμφωνα με τις παραπάνω κατευθύνσεις και παρά το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο που ορίζουν για τη χωροθέτηση δραστηριοτήτων σε περιοχές Natura, εγείρει προβληματισμό το γεγονός, ότι στην περίπτωση της Costa Navarino δεν προηγήθηκε χωροταξικός σχεδιασμός, αλλά και σχετική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, πριν τον καθορισμό της ΠΟΤΑ και την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων υπέρ του φορέα της επένδυσης.

Επιπλέον, η προσαρμογή του κρατικού σχεδιασμού σε αυτόν της επένδυσης αφορά και στη χωροθέτηση και τον ευρύτερο προσανατολισμό σημαντικών έργων υποδομής, που εξασφαλίζουν την προσβασιμότητα στο χώρο των τουριστικών εγκαταστάσεων, αλλά καθορίζουν ταυτόχρονα και τη λειτουργία και δραστηριότητα των γύρω περιοχών. Όποτε δεν καθίσταται εφικτό, το ρόλο αυτό αναλαμβάνει η ίδια η επενδυτική εταιρία, με τις αντίστοιχες πρωτοβουλίες, όπως με την κατασκευή και βελτίωση του οδικού δικτύου ή την αναβάθμιση του ρόλου του αεροδρομίου της Καλαμάτας, ως κόμβο εισόδου στην περιοχή.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, ο φορέας της επένδυσης φαίνεται να καθίσταται απόλυτος «ρυθμιστής» της περιοχής της Μεσσηνίας, είτε με έμμεσο τρόπο ορίζοντας το πλαίσιο του κρατικού σχεδιασμού γύρω από της ανάγκες της επένδυσης, είτε άμεσα καλύπτοντας τα κενά του σχεδιασμού, καθορίζοντας τις ευρύτερες αναπτυξιακές συνθήκες στην περιοχή. Στο έδαφος αυτό, αναδεικνύεται η συγκρότηση τοπικών συμφερόντων, συχνά αντικρουόμενων και ανταγωνιστικών μεταξύ των επιμέρους τοπικών κοινωνιών, που αφορούν στη χωροθέτηση επωφελών υποδομών ή την απομάκρυνση επιβλαβών χρήσεων. Πολύ περισσότερο, η μερική και επιμέρους διεκδίκηση τους είναι πιθανό να εντείνει τις σχέσεις άμεσης ή έμμεσης εξάρτησης από τον επενδυτικό φορέα, αναβαθμίζοντας επιπλέον το ρυθμιστικό του ρόλο στην περιοχή (κεφ. 6.2.). Το πλέγμα αυτών των κοινωνικών σχέσεων, μαζί με την προσμονή αναπτυξιακής δυναμικής, έχει αποτελέσει ήδη μέχρι σήμερα σημαντικό παράγοντα της συνθήκης διευρυμένης συναίνεσης της τοπικής κοινωνίας της Μεσσηνίας, αναφορικά με την υλοποίηση της επένδυσης.

Πράγματι, τα σημερινά δεδομένα αλλά και οι αναγγελίες μελλοντικών επενδύσεων στην περιοχή, αναδεικνύουν μια δυναμική διάχυσης οικονομικών ωφελειών στην τοπική οικονομία από την υλοποίηση της εν λόγω τουριστικής ανάπτυξης και δυνατότητες απόσπασης διαφορικής γαιοπροσόδου από τις ευρύτερες υποδομές και το ευνοϊκό κλίμα που την πλαισιώνουν. Από τη μια, η στόχευση της Costa Navarino στην προσέλκυση επισκεπτών από την κοινωνική ελίτ και η υψηλή εξειδίκευση του τουριστικού προϊόντος που παρέχει, δίνουν τη δυνατότητα ανάπτυξης των γειτονικών τουριστικών επιχειρήσεων, ως εναλλακτικά ή συμπληρωματικά τουριστικά προϊόντα, τα οποία αναφέρονται σε μεσαία και χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.  Από την άλλη, στην ευρύτερη περιοχή της Μεσσηνίας, διαφαίνεται η δυναμική ανάπτυξης ανταγωνιστικών επενδυτικών σχεδίων, αντίστοιχης κλίμακας με αυτήν της Costa Navarino. Το σύνολο των παραπάνω δυναμικών δημιουργεί επιπλέον συνθήκες αυξημένου ανταγωνισμού στην ευρύτερη περιφέρεια της Πελοποννήσου, η οποία απαιτεί τον «εκσυγχρονισμό» της τουριστικής δραστηριότητας των επιμέρους περιοχών, που δε διαθέτουν αντίστοιχες υποδομές ή μηχανισμούς προβολής του συλλογικού συμβολικού κεφαλαίου τους, ώστε να επιβιώσουν οικονομικά.

Σε αντιπαραβολή με τις δυναμικές αυτές και την προσδοκία οικονομικής ευημερίας από την οποία συνοδεύονται, θα ήταν λάθος να παραβλέψουμε το δημόσιο διάλογο, σχετικά με τις δυσμενείς επιπτώσεις της επένδυσης, που άνοιξε ένα προηγούμενο διάστημα, με πρωτοβουλία τοπικών συλλογικοτήτων. Από την περίοδο καθορισμού των Περιοχών Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης στη Μεσσηνία μέχρι και την έναρξη λειτουργίας της τουριστικής εγκατάστασης, έχουν επισημανθεί ένα πλήθος κινδύνων, αλλά και πραγματικών επιπτώσεων που αφορούν στον υδροβιότοπο της Γιάλοβας, ιδιαίτερα στο έδαφος της απουσίας συνολικού χωροταξικού σχεδιασμού και των νομοθετικών κενών που δημιουργούνται. Στο πλαίσιο αυτό, διατυπώθηκαν φόβοι για τη διατάραξη της ισορροπίας του ευαίσθητου αυτού οικοσυστήματος και την απαξίωση των φυσικών πόρων της περιοχής, σε μεγαλύτερη ένταση και κλίμακα από ότι με τις προϋπάρχουσες ηπιότερες ανθρωπογενείς δραστηριότητες.

Από την άλλη πλευρά, ο αντίλογος που αρθρώθηκε απέναντι στους φόβους αυτούς σημειώνει πως «η υφιστάμενη κατάσταση, προ της έναρξης της κατασκευής του έργου [δεν] ήταν εφάμιλλη της απομόνωσης της περιοχής. Δυστυχώς, η μοναδική αυτή περιοχή δέχεται ποικίλες πιέσεις από τον άνθρωπο». Οι αγροτικές δραστηριότητες, η ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση εξοχικών κατοικιών στην ευρύτερη περιοχή με «αμφίβολης ποιότητας αισθητική και ρυμοτομία», αλλά η υφιστάμενη τουριστική δραστηριότητα, η οποία ανταποκρίνεται σε προηγούμενα πρότυπα τουριστικής ανάπτυξης, υποστηρίζεται πως είχαν σαν αποτέλεσμα την «ασυδοσία από πλευράς των επισκεπτών ως προς το φυσικό περιβάλλον». Αντίθετα, το νέο τουριστικό πρότυπο παρουσιάζεται ως αυτό που μπορεί να εξασφαλίσει την οργανωμένη και λελογισμένη, με αυστηρούς περιβαλλοντικούς κανόνες, επενδυτική εκμετάλλευση αυτών των περιοχών, παρέχοντας «υψηλής ποιότητας υπηρεσίες», τονίζοντας πάντα τη συμπληρωματικότητα των παρεμβάσεων, ως προς τις υφιστάμενες δραστηριότητες (Μοσχοβίτης, 2011). Ορίζοντας τελικά το διακύβευμα της δημόσιας συζήτησης γύρω από το «τι είδους χωρική ανάπτυξη θέλουμε», η ανησυχία για περαιτέρω απαξίωση των φυσικών πόρων της περιοχής προσέκρουσε στη ρητορική γύρω από τη «δημόσια ωφέλεια» που θα αποφέρει η ολοκλήρωση της επένδυσης, αλλά και στα αναδυόμενα τοπικά συμφέροντα γύρω από αυτή.

Έκτοτε, οι αντιδράσεις κόπασαν ή αμβλυνθήκαν, η επενδυτική εταιρία παρείχε όλες τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις και μελέτες για τη διαφύλαξη των περιβαλλοντικών συνθηκών, ιδρύοντας ταυτόχρονα δικό της Περιβαλλοντικό Παρατηρητήριο, ενώ οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, που είχαν συμβάλλει στη μελέτη του οικοσυστήματος της περιοχής, συνέπραξαν τελικά από κοινού με την ίδια την Costa Navarino, για τη συνέχιση της δράσης τους. Ακόμα και αν σήμερα δεν είμαστε σε θέση, λόγω έλλειψης αντίστοιχων καταγραφών, να επιβεβαιώσουμε τους περιβαλλοντικούς κινδύνους που έχουν διατυπωθεί, μπορούμε να επισημάνουμε μια σειρά ζητήματα που αφορούν στα δικαιώματα που παραχωρούνται στο φορέα της επένδυσης, ιδιαίτερα σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή. Θα πρέπει, βέβαια, να σημειώσουμε πως αυτές οι παραχωρήσεις, προηγούνται κατά πολύ χρονικά των αντίστοιχων πρόσφατων μνημονιακών ρυθμίσεων, σχετικά με την επενδυτική αξιοποίηση των δημόσιων, κυρίως, εκτάσεων γης. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας έχουμε ουσιαστικά την παραχώρηση 1) δικαιώματος απαλλοτρίωσης γης για τους σκοπούς της επένδυσης, 2) εκμετάλλευσης παραθαλάσσιων και υψηλής περιβαλλοντικής αξίας εκτάσεων γης και 3) διαχείρισης των υδάτων τριών ποταμών που εκβάλλουν στη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας και του Κόλπου του Ναυαρίνου, αλλά και άλλων επιφανειακών υδάτων που εμπλουτίζουν τους υδροφόρους υπόγειους ορίζοντες, όπως επίσης τη δυνατότητα να αναζήτησης υπογείων υδάτων και γεωτρήσεων, εκτός της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας της (Οικολογική Κίνηση Καλαμάτας, 2008).

Επιπλέον, η ίδια η διαδικασία συγκέντρωσης γης από τον φορέα της επένδυσης θεωρούμε πως ενέχει σε μεγάλο βαθμό στοιχεία υφαρπαγής γης· η παραχώρηση γης από τους επιμέρους ιδιοκτήτες έγινε πράγματι έναντι υψηλών αντιτίμων (Παναγιωτόπουλος, 2014), σε σχέση με την υφιστάμενη αξία χρήσης των εκτάσεων αυτών, ωστόσο η συγκέντρωσή τους αποφέρει σήμερα στον φορέα της επένδυσης μονοπωλιακές προσόδους, πολύ υψηλότερες από τις τιμές με τις οποίες παραχωρήθηκε η γη. Αντίθετα με το πρότυπο προηγούμενων δεκαετιών, όπου μεγάλες αστικές αναπτύξεις και υποδομές δημιουργούσαν καθεστώς διασποράς διαφορικής γαιοπροσόδου στους επιμέρους μικρο-ιδιοκτήτες γης, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν απομείνει παρά ελάχιστοι ιδιοκτήτες, ώστε να καρπωθούν τις αυξημένες προσόδους από την δημιουργία της Costa Navarino και των υποδομών που τη συνοδεύουν.

Στο ίδιο πλαίσιο, η νομοθεσία που αφορά στις ΠΟΤΑ και τα σύνθετα τουριστικά συγκροτήματα, όπως αυτό της Costa Navarino, παρέχει τη δυνατότητα επιμερισμού των εκτάσεων τους και εκ νέου παραχώρησή τους, ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες. Ταυτόχρονα, όμως, η απαλλοτρίωση γης, που κυρώθηκε με Κοινή Υπουργική Απόφαση, επικαλείται το «δημόσιο συμφέρον» για τη νομιμοποίησή της (Δικαίος, 2010). Η παραχώρηση αυτής της δυνατότητας, από τους κρατικούς φορείς προς όφελος ενός ιδιώτη, είναι τουλάχιστον αντιφατική και εγείρει νέα ερωτήματα για το ρόλο του κρατικού σχεδιασμού, καθώς αναλαμβάνει την απαλλοτρίωση εκτάσεων από επιμέρους ιδιοκτήτες, για λογαριασμό του φορέα της επένδυσης, ώστε αργότερα ο ίδιος, επωφελούμενος από τις αυξημένες προσόδους που αποδίδονται στις εκτάσεις αυτές, να τις μεταπωλήσει.

Το πλαίσιο των μετασχηματισμών, που περιγράψαμε, κάνουν σαφές πως η περιοχή της Μεσσηνίας βρίσκεται μπροστά σε μια διαδικασία μετασχηματισμού του υφιστάμενου παραγωγικού της μοντέλου, από την αγροτική και ήπια τουριστική δραστηριότητας  στην ανάπτυξη τουρισμού μαζικού χαρακτήρα, ως προς το μέγεθος των ροών και την κλίμακα των εγκαταστάσεων που φαίνεται να προσελκύει. Πέρα από τους σημαντικούς κινδύνους που σημειώσαμε, γύρω από την απουσία μελέτης σχετικά με τη χωρητικότητα της περιοχής και τη συμβατότητα των προωθούμενων δραστηριοτήτων με τα ευαίσθητα οικοσυστήματα με τα οποία γειτνιάζουν, εγείρονται επιπλέον ερωτήματα σε σχέση με τη συνολική μεταλλαγή των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών και πολιτισμικών στοιχείων διάκρισης της περιοχής. Η παραπάνω απαίτηση «εκσυγχρονισμού» του παρεχόμενου τουριστικού προϊόντος, ώστε να συμβαδίζει με το νέο υπόδειγμα τουριστικής ανάπτυξης, μαζί με τις ευρύτερες τάσεις συστηματοποίησης και τυποποίησης της ντόπιας παραγωγής, δημιουργούν αναπόφευκτες πιέσεις ομογενοποίησης και εμπορευματοποίησης του πολιτισμικού κεφαλαίου της περιοχής, οι οποίες ταυτόχρονα συγκροτούν και τους όρους σταδιακής απαξίωσης του παρεχόμενου προϊόντος.

Το εύρος των κοινωνικών διακυβευμάτων που αναδεικνύονται, τόσο μέσα από τη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από την επένδυση, όσο και μέσα από τις μεταλλαγές που ήδη παρατηρούμε, συμπυκνώνεται χαρακτηριστικά στο παρακάτω απόσπασμα:

«Έμφαση στον τριτογενή τομέα μέσα από μεγάλης κλίμακας επενδύσεις που ωθούν τους μικρο-ιδιοκτήτες και μικρο-επιχειρηματίες στη μισθωτή εργασία. Το στοιχείο όμως που καθιστά την περίπτωση Κωνσταντακόπουλου ξεχωριστή είναι η ιδιαίτερη συμβολική αξία που “έντυσε” αυτό το όνομα. Χάρη σε αυτή τη συμβολική αξία και με ευθύνη της τοπικής κοινωνίας, η οικογένεια έχει βρει “χώρο” για πρωτοβουλίες μεγάλης κλίμακας, με έντονο κοινωνικό αντίκτυπο σε βάθος χρόνου, πρωτοβουλίες που σε δημοκρατικές κοινωνίες αντιστοιχούν σε δημόσιες δομές κι όχι σε ιδιώτες. Ακόμα κι αν δεχτούμε, για την οικονομία της συζήτησης, πως οι Κωνσταντακόπουλοι διαχειρίζονται τη μεγάλη τους ισχύ χρησιμοποιώντας μεθόδους “βιώσιμης ανάπτυξης”, αυτό δεν αναιρεί τον προβληματικό χαρακτήρα της ισχύος αυτής: Οι κάτοικοι τείνουν να απεμπολήσουν το δικαίωμά τους να ορίζουν τα του τόπου τους και συνδέουν σε μεγάλο βαθμό τις τύχες της Μεσσηνίας με τις πρωτοβουλίες της συγκεκριμένης οικογένειας» (Παναγιωτόπουλος, 2014)

Η περίπτωση της ΠΟΤΑ Μεσσηνίας, όπως διαπιστώσαμε, συγκεντρώνει σε μεγάλο βαθμό τα βασικότερα στοιχεία της προωθούμενης αναδιάρθρωσης της χωρικής ανάπτυξης και του νέου προτύπου τουριστικής δραστηριότητας. Η συγκρότηση μιας μεγάλης, ενιαίας έκτασης γης, σε μια αναξιοποίητη περιοχή, με ιδιαίτερους φυσικούς πόρους, η ανάπτυξη νέων εξειδικευμένων τουριστικών προϊόντων, όπως τα γήπεδα γκολφ και τα σύνθετα τουριστικά συγκροτήματα, αλλά και η εκμετάλλευση ενός εύρους σύγχρονων νομοθετικών εργαλείων, προσαρμοσμένων πλήρως στις νέες επενδυτικές ανάγκες, αποτελούν τους κύριους άξονες της στρατηγικής αυτής, η οποία είναι πλήρως εναρμονισμένη με τις ευρύτερες διεθνείς τάσεις ανάπτυξης του χώρου. Μ’ αυτήν την έννοια, η μελέτη της περίπτωσης αυτής μας δίνει τη δυνατότητα να εντοπίσουμε στοιχεία μετασχηματισμού που μπορεί να σηματοδοτήσει η καθιέρωση αυτού του μοντέλου ανάπτυξης, ευρύτερα στον ελληνικό χώρο.

Στο έδαφος των παραπάνω παρατηρήσεων, θα επιχειρήσουμε να θέσουμε τα στοιχεία που τοποθετούν τις αναξιοποίητες, μέχρι σήμερα, και περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές της ελληνικές περιφέρειας στο επίκεντρο των σύγχρονων αναπτυξιακών στοχεύσεων, ιδιαίτερα όσον αφορά στην προσέλκυση επενδύσεων μεγάλης κλίμακας. Σε πρώτο επίπεδο, έχουμε ήδη περιγράψει τις διαδικασίες, οι οποίες καθιστούν τα ιδιαίτερα και μοναδικά χαρακτηριστικά ενός τόπου, όπως ο φυσικός πλούτος ή τα πολιτισμικά του στοιχεία, προϋπόθεση για τη δυνατότητα απόσπασης μονοπωλιακών προσόδων και συνεπώς για τη βέλτιστη απόδοση των επενδύσεων που χωροθετούνται στα όρια του. Ιδιαίτερα όμως για τις περιοχές περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, το προϋπάρχον νομικό καθεστώς που εξασφάλιζε την προστασία τους από τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες και την αλόγιστη δόμηση και εκμετάλλευση, καθιστούσε αυτές τις εκτάσεις γης άχρηστες παραγωγικά, μη οικοδομήσιμες και απαξιωμένες επενδυτικά, όπως επίσης συχνά κατακερματισμένες σε ιδιοκτησιακό επίπεδο. Αντίστοιχα, η χωροθέτηση επενδύσεων μεγάλης κλίμακας απαιτεί τη συγκρότηση ενιαίων ιδιόκτητων εκτάσεων γης, με χαμηλές αξίες και απομονωμένες από άλλους οικιστικούς ή αστικούς πυρήνες (Μελισσουργός, 2008). Επιπλέον, η ελαχιστοποίηση των διαρροών των κερδών εκτός των επενδύσεων και ο περιορισμός της συνολικής τουριστικής «εμπειρίας» στο εσωτερικό τους, είναι στόχοι που διασφαλίζονται από «τη μεγάλη έκταση, την πολλαπλότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών και τον έλεγχο που θα ασκεί η εταιρία στους πελάτες της» (Χατζημιχάλης, 2008, προσαρμογή δική μου).

Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, αντιλαμβάνεται κανείς, πως ο σχεδιασμός των επενδύσεων αυτών δεν μπορεί παρά να είναι μακροπρόθεσμος, τόσο ως προς τον ορίζοντα οικονομικής απόδοσής τους, όσο και προς τους μετασχηματισμούς που επιφέρουν. Το πλαίσιο των νομοθετικών εξασφαλίσεων για τους φορείς αντίστοιχων επενδύσεων μεγάλης κλίμακας, όπως περιγράφηκε, καθιστά δυνατή την απρόσκοπτη κερδοφορία τους σε βάθος χρόνου, ενώ παρέχει και τις κατάλληλες δικλείδες ασφαλείας για τη μελλοντική απόσυρση των κεφαλαίων τους από τις περιοχές αυτές, με την κατάτμηση και μεταβίβαση των εκτάσεων σε επιμέρους ιδιώτες. Αντίθετα, ωστόσο, ελλιπείς είναι οι προβλέψεις και σχεδιασμοί για το μέλλον των τοπικών κοινωνιών και της παραγωγικής δραστηριότητας στις περιοχές, όπου εγκαθίστανται οι επενδύσεις αυτές. Θα λέγαμε καλύτερα, πως υπάρχει πλήρες κενό, σε επίπεδο κρατικού σχεδιασμού για τις τοπικές οικονομίες, επιτρέποντας έτσι την εναπόθεση της «τύχης» τους εξ’ ολοκλήρου στην εξέλιξη και απόδοση αυτών των επενδύσεων. Όμως, με αφορμή τα όσα όχι και τόσο ελπιδοφόρα παραθέσαμε για τη σημερινή οικονομική κατάσταση του επενδυτικού φορέα της Costa Navarino και την αβεβαιότητα που παράγει η οικονομική κρίση που σοβεί ακόμα, προκύπτουν μια σειρά νέα ερωτήματα, προς μελλοντική διερεύνηση. Αυτά αφορούν στη κοινωνική και οικονομική συνθήκη που πρόκειται να αντιμετωπίσουν οι περιοχές που μελετήσαμε ή πιο απλά στο «τι θα αφήσουν πίσω τους οι επενδύσεις αυτές», σε επίπεδο αποθέματος φυσικών πόρων, παραγωγικής δραστηριότητας, αλλά πολύ περισσότερο κοινωνικών και πολιτισμικών κεκτημένων, που καθόριζαν το χαρακτήρα των περιοχών αυτών μέχρι σήμερα.

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

Αθανασοπούλου Ε., Μάραντος Φ., 2009, «Τουριστικές Εγκαταστάσεις και Χωρικός Σχεδιασμός στην Ελλάδα. Η Περίπτωση των Π.Ο.Τ.Α.», Πρακτικά 2ου Πανελληνίου Συνεδρίου Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, τόμος 1, σελ. 423 – 430

Αλεφάντης Χ., 2007, «Μη αμιγώς βιώσιμο περιβάλλον. Με πολιορκητικό κριό την τουριστική ανάπτυξη, ακόμα και τα γήπεδα γκολφ εμφανίζονται ως ζώνες ανάπτυξης νέων οικοτόπων και καταφύγια άγριων ζώων», περιοδικό Γαλέρα, τ. 17

Αυγερινού-Κολώνια Σ., Σπυρόπουλος Γ., Τουφεγγοπούλου Α., 2012α, «Ο αειφόρος τουρισμός στη μεγάλη και στη μικρή κλίμακα. Τεκμήρια και προϋποθέσεις», Εισήγηση στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Βόλος

Αυγερινού-Κολώνια Σ., Σπυρόπουλος Γ., 2012β, «Τουριστική κατοικία: Στρατηγική επιλογή ενίσχυσης του ελληνικού τουριστικού προϊόντος (;)», http://www.citybranding.gr/

Αυγερινού-Κολώνια Σ., Δεμερτζή Α. Κλαμπατσέα Ρ., 2013, «Τα χρηματοδοτικά εργαλεία του Τουρισμού: στρατηγικοί στόχοι ανάπτυξης και fast-track επενδύσεις στην εποχή της κρίσης», Πρακτικά συνεδρίου «Μεταβολές και Ανασημασιοδοτήσεις του Χώρου στην Εποχή της Κρίσης», Βόλος, σσ.141-149

Βαΐου Ντ., Χατζημιχάλης Κ., 1979, Περιφερειακή ανάπτυξη και εκβιομηχάνιση. Μονοπωλιακές επενδύσεις στην Πύλο, Αθήνα: Εξάντας

Βαΐου Ντ., Μαντουβάλου Μ., Μαυρίδου Μ., 1995, «Κοινωνική ενσωμάτωση και ανάπτυξη του αστικού χώρου στην Ελλάδα: Τα τοπικά δεδομένα στην ενωμένη Ευρώπη», Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, τόμος Α’, τ. 16

Βουρεκάς Κ., 2013, «Αλλαγές στο σύστημα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού στην Ελλάδα της κρίσης», παρουσιάστηκε στο συνέδριο «Μεταβολές και Ανασημασιοδοτήσεις του Χώρου στην Εποχή της Κρίσης», Τμήμα Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Βόλος 1-3/11/2013, σσ.79-86

Βλάχος Α., 2016, Τουρισμός και δημόσιες πολιτικές στη σύγχρονη Ελλάδα (1914-1950): Η ανάδυση ενός νεωτερικού φαινομένου, Αθήνα: Economia Publishing

Γετίμης Π., 2000, Οικιστική πολιτική στην Ελλάδα – τα όρια της μεταρρύθμισης, Αθήνα: εκδόσεις Οδυσσέας

Γκόνης Γ., 2010, «Η Π.Ο.Τ.Α. Μεσσηνίας μετατρέπει το ποτάμι σε χωματερή την ώρα που βραβεύεται για το περιβάλλον», http://www.ecocrete.gr/

Δικαίος E., 2010, «Η προβληματική καθορισμού Π.Ο.Τ.Α. σε προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000», http://nomosphysis.org.gr/

Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία, 2009, «Λιμνοθάλασσα Γιάλοβα: δράση για την προστασία και ανάδειξη ενός πολύτιμου βιότοπου», 4/2/2009, http://www.ornithologiki.gr/

Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία, 2010, «Εγκληματική καταστροφή στη λιμνοθάλασσα Γιάλοβα Μεσσηνίας», 3/8/2010, http://www.ornithologiki.gr/

Καλοκάρδου Ρ., 1995, «Δομημένο Περιβάλλον και Τουρισμός: μια δύσκολη σχέση», Σύγχρονα Θέματα, τ. 55, σελ. 81-87

Καλοκάρδου Ρ., Κραντονέλλης Κ., 2013, «Η προοπτική της Τουριστικής ανάπτυξης των περιφερειών της χώρας στο πλαίσιο των πρόσφατων θεσμικών ρυθμίσεων», http://www.citybranding.gr/

Καλούλη Μ., Bedau Ν., 2010, «Σχέδιο Διαχείρισης Επισκεπτών-Λιμνοθάλασσα Γιάλοβας», Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία, http://chameleontas09.blogspot.gr/

Καπετανάκη-Μπριασούλη Ε., 2003, «Τουρισμός και γκολφ: οι αθέατες πλευρές του φεγγαριού», Γεωγραφίες, τ. 6, σελ. 90-94

Καρανάτση Ε., 2011, «Φόρος τιμής και μνήμης στον καπετάν Βασίλη», εφημ. Η Καθημερινή, φ.25/6/2011

Κλαμπατσέα Ε., 2012, «Ο σχεδιασμός του χώρου ως μέσο διαχείρισης της κρίσης στην Ελλάδα», ομιλία στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πολεοδομίας Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Βόλος 27-30/9/2012, http://www.citybranding.gr/

Κομπρεσέρ (ομάδα συντακτών), 2012, «Rethink Gentrification: Φιλόδοξοι Μεσίτες, Ξεπεσμένοι Μεσοαστοί και Σύγχρονοι Πληβείοι στο Κέντρο της Αθήνας», Κομπρεσέρ, τ. 4, σελ. 37-51

Κουρής Γ., 2016, «Τουριστική ανάπτυξη και ειδικές μορφές τουρισμού: ο τουρισμός γκολφ στην Ελλάδα», http://www.citybranding.gr/

Κουσουνής Στ., 2014, «Ανερχόμενος προορισμός για τουριστικές επενδύσεις η Καλαμάτα», εφημ. Η Καθημερινή, φ.14/3/2014

Κουσουνής Στ., 2016α, «Οι 15 λουξ τουριστικές επενδύσεις σε ηπειρωτική Ελλάδα και νησιά», εφημ. Η Καθημερινή, φ.23/7/2016

Κουσουνής Στ., 2016β, «Στο 1 δισ. η επίδραση της Costa Navarino στην οικονομία», εφημ. Η Καθημερινή, φ.31/7/2016

Μαντουβάλου M., 1985, «Η οικοδομή στην Αθήνα μετά τον πόλεμο: οικονομικές και κοινωνικές απόψεις μιας ευκαιριακής ανάπτυξης», σημειώσεις του μεταπτυχιακού μαθήματος: Μεταλλαγές των ιδεών για την πόλη και σχεδιασμοί στον 20ο αιώνα, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Μαντουβάλου M., Μαυρίδου Μ., 1993, «Αυθαίρετη δόμηση: Μονόδρομος σε αδιέξοδο;», δελτίο Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, τ.7

Μαντουβάλου Μ., 1995, «Αστική γαιοπρόσοδος, τιμές γης και διαδικασίες ανάπτυξης του αστικού χώρου Ι. Σημειώσεις στη θεωρία μέσα από την ελληνική εμπειρία», ΕΚΚΕ Επιθεώρηση κοινωνικών ερευνών, τ.88

Μαντουβάλου Μ., Μπαλλά Ε., 2004, «Μεταλλαγές στο σύστημα γης και οικοδομής και διακυβεύματα του σχεδιασμού στην Ελλάδα σήμερα», Πόλη και Χώρος από τον 20ο στον 21ο αιώνα, τιμητικός τόμος για τον καθηγητή Α, Αραβαντινό, ΕΜΠ, Παν.  Θεσσαλίας, ΣΕΠΟΧ, Αθήνα

Μελισσουργός Γ., 2008, «Τοπική-περιφερειακή ανάπτυξη και η γεωγραφία των χωροθετικών αντιθέσεων: μελέτη δύο περιπτώσεων τουριστικής ανάπτυξης σε Ελλάδα και Ισπανία», Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα

Μοσχοβίτης Β., 2011, «Περιβαλλοντικές επιπτώσεις Περιοχής Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) Μεσσηνίας», Διπλωματική εργασία, Σχολή Πολιτικών Μηχανικών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Οικολογική Κίνηση Καλαμάτας, 2008, «Η Πύλος και η ευρύτερη περιοχή σε πολιορκία», δημοσίευση στις 9/9/2008, http://www.ecocrete.gr/

Παναγιωτόπουλος Γ., 2014, «Costa Navarino, “ευεργέτης” των κυβερνήσεων», Εφημερίδα των Συντακτών, φ. 27/10/2014

Πετράκος Κ., 2010, «Costa Navarino, Η πρώτη Περιοχή Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) στην Ελλάδα», Μεταπτυχιακή εργασία, μάθημα: Γεωγραφικές δυναμικές και σύγχρονοι μετασχηματισμοί του ελληνικού χώρου, ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του Χώρου, Κατεύθυνση: Πολεοδομία – Χωροταξία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Πολυχρονιάδης Χ.Ε., 2007, «Γκολφ στη Γιάλοβα», περιοδικό Γαλέρα, τ. 20, Μάιος 2007

Πούλιος Ι., Τουλούπα Σ., 2015, «Τουρισμός, πολιτισμική διαχείριση, τοπική κοινωνία και βιώσιμη ανάπτυξη», http://www.kallipos.gr/

Πουτέτση Χ., 2016, «Επένδυση γκολφ στην Αττική από Βασιλάκη – Κωνσταντακόπουλο», http://www.tovima.gr/

Τουφεγγοπούλου Α., 2014, «Εναλλακτικές μορφές τουρισμού και αναδυόμενοι τουριστικοί προορισμοί. Ο ρόλος του σχεδιασμού στη χωρική τους διάρθρωση και οι προϋποθέσεις ανάπτυξής τους.», Διδακτορική διατριβή, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Τσελεμέγκου Λ., 2016, «Νέες μορφές αστικοποίησης και Τουριστική ανάπτυξη. Επενδύσεις στο Κάβο Σίδερο», Μεταπτυχιακή Διπλωματική εργασία, ΔΠΜΣ Αρχιτεκτονική – Σχεδιασμός του Χώρου, Κατεύθυνση: Πολεοδομία – Χωροταξία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Τσώνης Γ., 2015, «Η διερεύνηση της Περιοχής Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης Μεσσηνίας και η συνολική αξιολόγησή της», Διπλωματική εργασία, Σχολή Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Χατζημιχάλης Κ., 2006, «Τοπική/περιφερειακή ανάπτυξη και τουριστικές επενδύσεις: τα κρίσιμα ερωτήματα», 5η Πανελλήνια συνάντηση Περιβαλλοντικών Οργανώσεων. Ηράκλειο, Κρήτης | πηγή: http://www.ecocrete.gr

Χατζημιχάλης Κ., 2008, «Η Πύλος χωρίς γκολφ; Να και κάτι ευχάριστο… Να ελπίζουμε άραγε και για τη Σητεία;», Εποχή, φ.20/1/2008

Χατζημιχάλης Κ., 2014, Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης, Αθήνα: Εκδόσεις ΚΨΜ

Χατζημιχάλης Κ., 2013, «Η υφαρπαγή της γης στην Ελλάδα της κρίσης», Εποχή, φ.24/3/2013

Ψαρρού Ν., 2009, «Οι νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες και οι πυρκαγιές», Ταξίδι στη Σαμοθράκη: ένα πολιτικό ημερολόγιο, Αθήνα: εκδόσεις Παρασκήνιο

McKinsey & Company, 2011, «Η Ελλάδα 10 Χρόνια Μπροστά: Προσδιορίζοντας το νέο Εθνικό Μοντέλο Ανάπτυξης», http://www.mckinsey.gr

 

 

Θεσμικό πλαίσιο

Ν.1892/1990 (ΦΕΚ 101 Α/1990) «Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις»

Ν. 2234/1994 (ΦΕΚ 142 Α/ 1994) «Τροποποίηση και συμπλήρωση του Ν. 1892/1990»

Ν.2545/1997 (ΦΕΚ 254 Α/1997) «Βιομηχανικές και επιχειρηματικές περιοχές και άλλες διατάξεις»

ΚΥΑ Τ3522/1998 (ΦΕΚ 822 Β/1998) «Γενικές κατευθύνσεις τουριστικής πολιτικής για τη δημιουργία Περιοχών Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης κατά τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν.2545/97»

ΚΥΑ 1079579/729/0010 (ΦΕΚ 925 Δ/2004) «Αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για τη δημιουργία Περιοχών Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης στο Νομό Μεσσηνίας»

ΚΥΑ 24069/3817/19-10-2001 (ΦΕΚ 887 Δ/2001) «Χαρακτηρισμός και οριοθέτηση περιοχών ως Περιοχής Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.), καθορισμός όρων και περιορισμών στις χρήσεις, έγκριση της διάταξης των εγκαταστάσεων, των όρων για την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και του φορέα ίδρυσης και εκμετάλλευσης της»

Ν.3299/2004 «Κίνητρα Ιδιωτικών Επενδύσεων για την Οικονομική Ανάπτυξη και Περιφερειακή Σύγκλιση»

ΚΥΑ 31656/2005 (ΦΕΚ 766 Δ/2005) «Τροποποίηση και συμπλήρωση των διατάξεων της υπ’ αριθμό 24069/3817/19.10.2001 κοινής υπουργικής απόφασης»

Ν.3550/2007 «Κύρωση αποφάσεων υπαγωγής Επενδυτικών Σχεδίων στο άρθρο 9 του Ν.3299/2004 και άλλες διατάξεις»

ΦΕΚ 1138 Β/2009 «Έγκριση Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού»

Ν.3894/2010 «Επιτάχυνση και διαφάνεια υλοποίησης Στρατηγικών Επενδύσεων»

Ν.4002/2011 «Τροποποίηση της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξυγίανση. Θέματα αρμοδιότητας Υπουργείων Οικονομικών, Πολιτισμού και Τουρισμού και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης»

Ν.4146/2013 «Διαμόρφωση Φιλικού Αναπτυξιακού Περιβάλλοντος για τις Στρατηγικές και Ιδιωτικές Επενδύσεις και άλλες διατάξεις»

ΦΕΚ 3155 Β/2013 & ΦΕΚ 3156/2013 «Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΠΧΣΑΑ) για τον Τουρισμό και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού»

 

πηγή: Αριστερή Κίνηση Εργαζόμενων Αρχιτεκτόνων

 

[1] Τηλεοπτική εκπομπή «Μένουμε Ελλάδα», ΝΕΤ, 9/6/2007

[2] http://www.costanavarino.com/gr/about-us/captain-story

[3] http://www.tekmon.gr/costa-navarino

[4] http://www.tovima.gr/finance/finance-business/article/?aid=282731

[5] http://messiniapress.gr/2016/10/03/xeblokari-navarino-blue-tis-ikogenias-konstantakopoulou/

[6] http://www.naftemporiki.gr/finance/story/965277/ston-ruthmo-tou-tourismou-to-costa-navarino

[7] http://www.dealnews.gr/

[8] http://www.costanavarino.com/gr/about-us/about-temes

[9] https://kpylos.blogspot.gr/2008/07/blog-post_400.html

[10] Από την περίοδο αυτή και την έναρξη λειτουργίας της εγκατάστασης της Navarino Dunes, έχουμε ελάχιστα στοιχεία στη διάθεσή μας για τις περιβαλλοντικές συνθήκες στην περιοχή, είτε από επίσημες μελέτες, είτε από ανεπίσημες καταγραφές.

[11] http://observatory.sustainablegreece2020.com/

[12] Συγκεκριμένα ορίζεται ως ανώτατο όριο ημερήσιας κατανάλωσης νερού ανά άτομο τα 220 λίτρα, για το διάστημα έως 31/8/2016, ενώ προβλέπεται η προσωρινή διακοπή της παροχής νερού για όσους υπερβαίνουν τα ανωτέρω όρια

(πηγή: http://www.pylos-nestor.gr/portal/index.php/enimerosi-politon/anakoinoseis/anakoinoseis-devap/919-perioristika-metra-gia-tin-katanalosi-neroy)

[13] Ταυτόχρονα υπάρχει μεγάλη ανησυχία και για την ποιότητα ή καταλληλότητα του παρεχόμενου νερού σε ορισμένες περιοχές (πηγή: http://messiniapress.gr/2016/08/24/chiliades-anthropi-pinoun-nero-laspi/)

[14] http://messiniapress.gr/2016/09/22/polemos-gia-nero-ke-tin-asylia-tis-costa-navarino/,       http://messiniapress.gr/2016/07/30/esvisan-110-000-evro-apo-logariasmo-nerou-xenodochiou/

[15] http://www.eleftheriaonline.gr/local/oikonomia/ypodomes/item/27576-nea-xaraxi-parakampseis-xoriwn

[16] Η σύμπραξη των δυο εταιριών δεν περιορίζεται σε αυτό μόνο το επίπεδο, καθώς ο Αχιλλέας Κωνσταντακόπουλος, της εταιρίας ΤΕΜΕΣ κατέχει το 20% των μετοχών της Aegean (πηγή: http://www.e-travelnews.gr/poioi-einai-oi-metohoi-ths-aegean-airlines/), ενώ ταυτόχρονα επεκτείνονται οι κοινές επενδύτικές δραστηριότητες, όπως με την συν-διοργάνωση τουρνουά γκολφ στις εγκαταστάσεις της Costa Navarino  (Πουτέτση, 2016).

[17] https://kpylos.blogspot.gr/2016/04/blog-post_23.html

http://kyparissiotis.blogspot.gr/2015/08/blog-post_16.html

[18] Χαρακτηριστικά σημειώνεται, πως οικόπεδο 2,5 στρεμμάτων πωλήθηκε στην τιμή των 120.000 ευρώ, ενώ οικόπεδο 4 στρεμμάτων στην τιμή των 180.000 ευρώ.

[19] Σε ηλεκτρονικές αγγελίες που αναφέρονται σε αγροτεμάχια στην περιοχή της Γιάλοβας, συναντά κανείς προσφορές που ανέρχονται έως και τα 700 ευρώ./ τ.μ. (πηγή: http://www.xe.gr/)

[20] http://www.costanavarino.com/

[21] http://www.cvf.gr/

 

Αλλαγές στον Οικιστικό Νόμο Ν.4315/2014 και πώς επηρεάζουν τις πράξεις εφαρμογής στον Άτταλο | Δημοτική Κίνηση “Αλληλεγγύη” Αγίων Αναργύρων – Καματερού

ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΟΙΚΙΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟ με το Ν. 4315/2014 (ΦΕΚ A/269/24-12-2014) ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΕ ΓΗ ΚΑΙ ΣΕ ΧΡΗΜΑ-ΡΥΜΟΤΟΜΙΚΕΣ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Με το νόμο που ψηφίστηκε πρόσφατα στην Βουλή, αλλάζει ο οικιστικός νόμος, γνωστός ως νόμος Τρίτση του 1983,Ο σημερινός νόμος έρχεται να ανατρέψει την φιλοσοφία του προηγούμενου, που στηριζόταν στο εξής σημείο. Οι κοινόχρηστοι χώροι, στην πολεοδομική ενότητα, εξασφαλίζονται με την συμμετοχή όλων των ιδιοκτητών σε γη, συνεισφέροντας κλιμακωτά ο κάθε ιδιοκτήτης το ποσοστό που του αναλογεί.Οι αλλαγές που έγιναν σε τρία βασικά σημεία είναι τα εξής:

  • Μειώνονται τα ποσοστά εισφοράς σε γη. Σε ιδιοκτησίες από 250 τ.μ. και πάνω μειώνονται κατά δέκα ποσοστιαίες μονάδες.

    <500 τ.μ. ποσοστό 10%

    500-1000 τ.μ. ποσοστό 20%

    1000-2000 τ.μ. ποσοστό 30%

    2000-10000 τ.μ. ποσοστό 40%

    >10000  τ.μ. ποσοστό 50%

    Στο προηγούμενο νόμο ίσχυαν τα παρακάτω ποσοστά:

    <250 τ.μ. ποσοτό 10%

    250-500 τ.μ. ποσοστό 20%

    500-1000 τ.μ. ποσοστό 30%

    1000-2000 τ.μ. ποσοστό 40%

    >2000 ποσοστό 50%

    >10000 τ.μ. 60%

  • Ημερομηνία αναφοράς για τον υπολογισμό των ποσοστών εισφοράς σε γη είναι η 28/5/2014. Στον προηγούμενο νόμο ήταν η 10/3/1982.
  • Ως ιδιοκτησία νοείται το γεωτεμάχιο υπό την έννοια της συνεχόμενης έκτασης γης, που αποτελεί αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο. Στον προηγούμενο νόμο, ως ιδιοκτησία ήταν το άθροισμα των ιδιοκτησιών του ενός και του αυτού ιδιοκτήτη στην ίδια πολεοδομική ενότητα.

Οι τρεις αυτές αλλαγές, σε συνδυασμό μεταξύ τους, ευνοούν την μεγάλη ιδιοκτησία και έχουν ως αποτέλεσμα να μειώνεται σημαντικά η γη που είναι διαθέσιμη για την δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων.

Αλλαγές για τις απαλλοτριώσεις:

Όταν η εισφορά σε γη δεν είναι αξιοποιήσιμη πολεοδομικά μετατρέπεται σε ισάξια χρηματική συμμετοχή που διατίθεται αποκλειστικά για την δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χρήσεων. Στον προηγούμενο νόμο τα ποσά αυτά διατίθονταν αποκλειστικά για την αποζημίωση ρυμοτομούμενων τμημάτων ιδιοκτησιών.

Μετά την παρέλευση δεκαπενταετίας από την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου ή πενταετίας από την κύρωση της πράξης εφαρμογής επέρχεται αυτοδίκαια άρση της απαλλοτρίωσης, μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη στο δήμο. Στον προηγούμενο νόμο μετά την παρέλευση εικοσαετίας είχαν το δικαίωμα οι ιδιοκτήτες να προσφύγουν στα δικαστήρια για άρση της απαλλοτρίωσης.Και αυτές οι αλλαγές λειτουργούν πάλι σε βάρος των κοινόχρηστων χώρων, χωρίς να θέλουμε να αγνοήσουμε και το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Τα προβλήματα προέκυπταν από την κακή εφαρμογή του νόμου και την μεγάλη καθυστέρηση στην κύρωση των πράξεων εφαρμογής. Και τα ποσά που ήταν αποκλειστικά για τις απαλλοτριώσεις, τώρα διατίθενται για έργα υποδομής, προφανώς για λόγους εξοικονόμησης πόρων, λόγω της οικονομικής κρίσης.

Αλλαγές για την εισφορά σε χρήμα:

Υπολογίζεται με την τιμή Ζώνης κατά την κύρωση της πράξης εφαρμογής.Αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού με βάση κάποιους συντελεστές. Βεβαιώνεται από τον Δήμο και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις των δημοσίων εσόδων. Καταβάλλεται σε προθεσμία 9 ετών σε 108 ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Ελάχιστη μηνιαία δόση το ποσό των 50 ευρώ.Τα ανωτέρω ισχύουν για την οφειλόμενη εισφορά σε χρήμα και όχι για μετατροπές εισφοράς γης σε χρήμα ή προσκυρώσεις.Το ποσό διατίθεται για την κατασκευή κοινόχρηστων έργων εντός της περιοχής μελέτης. Για τις συμβολαιογραφικές πράξεις επισυνάπτεται βεβαίωση του δήμου, ότι έχει καταβληθεί το 30% των συνολικών υποχρεώσεων. Σε πράξεις επιβολής εισφοράς σε χρήμα που εκδόθηκαν μετά την 1-1-2009 εφαρμόζεται ενιαία ποσοστιαία μείωση επί του αρχικού ποσού ίση με 20% .

Δεν εφαρμόζεται σε μετατροπές εισφοράς γης σε χρήμα ή σε προσκυρώσεις.Σε περιοχές που ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού αξιών δύναται να επιβάλλεται μειωτικός συντελεστής στην τιμή ζώνης του οικοπέδου. Και αυτό αποκλειστικά για την εισφορά σε χρήμα. Σε περίπτωση που καθιστούν ληξιπρόθεσμες άνω των 6 μηνιαίων δόσεων, χάνεται αμετάκλητα το δικαίωμα καταβολής της εισφοράς σε δόσεις και καθίσταται εφάπαξ απαιτητή.Τα θετικά σημεία του νόμου είναι ότι παρέχονται κάποιες διευκολύνσεις, λόγω της οικονομικής κρίσης, που έτσι κι αλλιώς τα ποσά αυτά αδυνατούν οι ιδιοκτήτες να τα πληρώσουν και διευκολύνονται οι συμβολαιογραφικές πράξεις. Αλλά αυτά ισχύουν για την εισφορά σε χρήμα και όχι για την μετατροπή της εισφοράς γης σε χρήμα, ποσά που είναι δεκαπλάσια.

Εν γένει, ο νόμος χαρακτηρίζεται από διαχειριστικό, «λογιστικού» και εισπρακτικού τύπου «πνεύμα» χωρίς ολιστική, αειφόρο προσέγγιση του αστικού χώρου. Ευνοεί την μεγάλη ιδιοκτησία σε βάρος των κοινόχρηστων χώρων.  Επιπλέον, απουσιάζει η αναπτυξιακή διάσταση του πολεοδομικού σχεδιασμού ενώ προσπαθεί να «αποσείσει» από την κεντρική διοίκηση την χρηματοδότηση των δήμων μετακυλώντας το μεγαλύτερο τμήμα του κόστους της πολεοδομικής μελέτης και κατασκευής υποδομών στους πολίτες.

 

Αδικεί το Ασπρόχωμα η εισήγηση της δημοτικής αρχής για πολεοδόμηση με έλλειμμα γης – Kalamata Journal

27 Φεβ2016

Του Σταμάτη Μπεχράκη*

Αδικεί το Ασπρόχωμα, τους κατοίκους του αλλά και τον ίδιο το θεσμό της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης, αν γίνει η πολεοδόμηση του Ασπροχώματος με το Προεδρικό Διάταγμα του ‘85. Η πολεοδόμηση που εισηγείται η Δημοτική Αρχή του Δήμου Καλαμάτας, τουλάχιστον για λόγους ατολμίας, αν τελικά υιοθετηθεί, θα οδηγήσει στην πράξη στη μη καλή πολεοδόμηση της περιοχής…Το έλλειμμα γης 130 στρεμμάτων που θα δημιουργηθεί με το ΠΔ του ‘85 θα έχει ως συνέπεια σε μεγάλο βαθμό να ακυρωθεί η πολεοδομική μελέτη, δημιουργώντας υποβαθμισμένη χωριάτικη δόμηση, τύπου «Φρανκενστάιν», με χαοτική οικιστική κατάσταση ακολούθως.Αν τελικά υιοθετηθεί η πολεοδόμηση με το ΠΔ του ‘85, οι κάτοικοι του Ασπροχώματος θα βλέπουν με την πάροδο του χρόνου τη συνεχή απαξίωση των κτισμάτων τους και των περιουσιών τους.Εξάλλου το Δημοτικό Συμβούλιο Καλαμάτας δεν είχε ποτέ τέτοια επιλογή οικιστικής αντίληψης για το Ασπρόχωμα στο παρελθόν ως προοπτική.Μπορεί τελικά ορισμένες δημοτικές αρχές οι κάτοικοι να μην τις θυμούνται για την ανάπλαση της κεντρικής πλατείας αλλά για τις πολεοδομήσεις που έγιναν επί των ημερών τους.

*Δημοτικός σύμβουλος Καλαμάτας με την παράταξη «Ανοιχτός Δήμος-Ενεργοί Πολίτες

Πηγή: Αδικεί το Ασπρόχωμα η εισήγηση της δημοτικής αρχής για πολεοδόμηση με έλλειμμα γης – Kalamata Journal

αποκατάσταση του χωρικού σχεδιασμού: η ώρα του «από τη θεωρία στην πράξη» – Οικοτριβές

Με σειρά δημόσιων παρεμβάσεων και αρθρογραφίας κι εδώ στις Οικοτριβές αλλά και αλλού έχει επισημανθεί και σχολιαστεί κατ’ επανάληψη τα τελευταία «μνημονιακά» χρόνια, ο συστηματικός τρόπος υποκατάστασης του δημόσιου χωρικού σχεδιασμού από έναν προσχηματικά δημόσιο και προσχηματικά χωρικό σχεδιασμό, έναν σχεδιασμό δηλαδή αχωρικό και ιδιωτικής κοπής που δεν απορρέει από διαδικασίες διαπραγμάτευσης του σκοπού του σχεδιασμού, του περιλάλητου δημόσιου συμφέροντος,

Πηγή: αποκατάσταση του χωρικού σχεδιασμού: η ώρα του «από τη θεωρία στην πράξη» – Οικοτριβές

Προς διαμόρφωση κανόνων προστασίας των μικρών οικισμών

 

  • 23.01.2016

οικισμοιΣτον αναπροσανατολισμό των μελετών που προκηρύχθηκαν το 2011 για τη θέσπιση “μορφολογικών κανόνων δόμησης” στους οικισμούς κάτω των 2.000 κατοίκων, με τη συνέργεια του DIKTUO_ORGΣυλλόγου Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ – ΠΕΑ) και των αρχιτεκτονικών σχολών της χώρας, προχωρά το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας διά της Γενικής Γραμματείας Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος.

Οι 48 μελέτες εντάχθηκαν στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη (ΕΠΠΕΡΑΑ), με προϋπολογισμό 10,7 εκατ. ευρώ το 2011, οπότε ξεκίνησε δημοπράτησή τους. Στο τελικό στάδιο (σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος βάσει των αρχικών προδιαγραφών) βρίσκονται οι 23 από τις 24 μελέτες που συμβασιοποιήθηκαν.

Όπως υπογράμμισε η γενική γραμματέας Χωροταξίας και Αστικού Περιβάλλοντος Ρ. Κλαμπατσέα, σε συνέντευξη Τύπου, χθες, με αφορμή την έναρξη της διαβούλευσης των 23 μελετών, που θα ολοκληρωθεί σε δύο μήνες, μέσα από τον διάλογο και “με τη συμμετοχή των πολλών” επιδιώκουμε να πάμε ένα βήμα παραπέρα. “Να τροφοδοτήσουμε την ολοκλήρωση των μελετών, αλλά και τη σύνταξη των νέων προδιαγραφών για την ολοκλήρωση του προγράμματος, με τέτοιο τρόπο που θα θεσμοθετεί την αναζωογόνηση των οικισμών και την προώθηση άλλου μοντέλου διαβίωσης” συμπλήρωσε. Η χρηματοδότηση των υπόλοιπων μελετών έχει ενταχθεί στη νέα προγραμματική περίοδο.

Επεσήμανε ακόμη ότι το υλικό τεκμηρίωσης για τις 23 περιφερειακές ενότητες που έχει στα χέρια του το υπουργείο (καταγραφή της πληροφορίας και ανάλυση ανά οικισμό, καταγραφή των ορίων των οικισμών, των τόπων προστασίας, των ασύμβατων χρήσεων και κατασκευών κ.ά.) μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο εργαλείο για τη δημιουργία μητρώου για κάθε οικισμό, προσβάσιμο σε όλους, ώστε να μην καταχωνιάζονται σε ένα συρτάρι οι μελέτες και κάθε φορά να ξεκινάμε από το μηδέν.

Η πρόεδρος του ΣΑΔΑΣ ΠΕΑ Τ. Κατερίνη παρατήρησε ότι η θέσπιση μορφολογικών κανόνων έθετε σε κίνδυνο την ουσία και το περιεχόμενο της αρχιτεκτονικής. Οι εν εξελίξει μελέτες και αυτές που θα προκηρυχθούν θα εμπλουτισθούν από το υλικό του “πορίσματος της Ναυπάκτου” του 2014 (συνεργασία ΣΑΔΑΣ και αρχιτεκτονικών Σχολών), το οποίο θεωρεί καταστροφική την επιβολή μορφολογικών κανόνων στους οικισμούς γιατί τους μετατρέπει σε τουριστικό σκηνικό.

Ο καθηγητής του ΕΜΠ Β. Γκανιάτσας, συντονιστής της Επιστημονικής Επιτροπής που συνέταξε το πόρισμα, σημείωσε ότι για τη διαμόρφωση νέου θεσμικού πλαισίου προστασίας, ανάδειξης και ανάπτυξης των μικρών οικισμών απαιτείται αξιολόγηση, ομαδοποίηση και κατάταξη των οικισμών, θεσμοθέτηση γενικού πλαισίου δόμησης και εξειδίκευσή του ανά οικισμό.

 

Της Μαρίας Νίκα Η Καλαμάτα όπως την φαντάστηκε ο αρχιτέκτονας Κώστας Πουλόπουλος

Η Καλαμάτα όπως την φαντάστηκε ο αρχιτέκτονας Κώστας Πουλόπουλος

26 Οκτ 2015
 
«Οι καλοί καλλιτέχνες αντιγράφουν. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες κλέβουν!». Με μια ρήση του Πικάσο άνοιξε την ομιλία του ο Κώστας Πουλόπουλος την Κυριακή το βράδυ στο Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας, καλεσμένος της εκδήλωσης «Φαντάσου την πόλη: Καλαμάτα 2015». Ως πετυχημένος αρχιτέκτονας «έκλεψε» και εκείνος ιδέες από άλλες μεσογειακές πόλεις, όπως η Βαρκελώνη, η Νίκαια και το Τελ Αβίβ και μας κάλεσε να φανταστούμε πώς θα ήταν η…
 
…Καλαμάτα με λιγότερο χώρο για το αυτοκίνητο και περισσότερο για τον άνθρωπο, με έναν κεντρικό αστικό άξονα που θα ξεκινούσε από το Κάστρο και θα κατέβαινε γραμμή στο τέρμα του λιμενοβραχίονα «καταλήγοντας αβίαστα στο νερό», με ένα μικρό πολύ ελαφρύ τραμ (τύπου βαγόνι Σαν Φρανσίσκο) που θα κινούνταν αργά στη Ναυαρίνου και το καλοκαίρι θα μπορούσες να πηδήξεις πάνω του με το μαγιό σου!

 

Μια κατεβασιά από το Κάστρο στη θάλασσα

Ξεκίνησε να μιλά έχοντας πίσω του ένα αφαιρετικό σχέδιο της πόλης της Καλαμάτας. Μια ευθεία γραμμή που ξεκινούσε από το Κάστρο, διέσχιζε την πόλη και το Πάρκο Σιδηροδρόμων, έφτανε στο λιμάνι και έμπαινε στη θάλασσα μέσω του λιμενοβραχίονα.
«Η συνέχεια του αστικού άξονα είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε» παρατήρησε ο Κώστας Πουλόπουλος, σημειώνοντας ότι το Πάρκο, όπως είναι σήμερα στο τέλος της Αριστομένους, αλλά και η οδός Κρήτης και το περιτοιχισμένο Πάρκο του Λιμενικού στη συνέχεια, αποκόπτουν την αστική ροή προς τη θάλασσα. Πρότεινε λοιπόν ένα είδος πάρκου που δεν θα σταματά την κίνηση προς τα κάτω (ημιπάρκο ή ημιπεζόδρομο) ώστε ο αστικός άξονας να συνεχίζει ευθεία και να φτάνει στον λιμενοβραχίονα. «Δε λέω να κόψουμε δέντρα. Κι εγώ αγαπώ το πράσινο. Τα δέντρα θα υπάρχουν, αλλά δεν θα καταργούν στην αστικότητα του χώρου» παρατήρησε ο Καλαματιανός αρχιτέκτονας με τη διεθνή καριέρα και έδειξε ως παράδειγμα τη Ράμπλα, τον διάσημο πεζόδρομο στην καρδιά της Βαρκελώνης που καταλήγει στη θάλασσα. Για τον κεντρικό αστικό άξονα της Καλαμάτας είπε ότι θα μπορούσε να καταλήγει στο τέρμα του λιμενοβραχίονα, όπου θα υπήρχε ίσως ένα κτήριο, στο οποίο κάτι θα γινόταν. Για παράδειγμα στη Βαρκελώνη υπάρχει ένα ενυδρείο.
«Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε έναν αστικό άξονα που θα δίνει νόημα στην πόλη» επέμεινε ο Κώστας Πουλόπουλος. «Η διαδρομή από το Κάστρο στον λιμενοβραχίονα θα είναι σαν ένα ταξίδι στο χωροχρόνο. Ξεκινάμε από την παλιά, παραδοσιακή Καλαμάτα και όσο κατηφορίζουμε η πόλη γίνεται πιο σύγχρονη, πιο μοντέρνα ώσπου φτάνει σε έναν πρωτοποριακό, κοσμοπολίτικο χώρο. Ένας περίπατος που καταλήγει κάπου».
 

«Κρυμμένη» μαρίνα

Για την περιοχή του λιμανιού ο Κώστας Πουλόπουλος έφερε ως παράδειγμα τη Νίκαια της Γαλλίας, με την κοσμοπολίτικη μαρίνα, της οποίας το σχήμα μοιάζει πολύ με το λιμάνι της Καλαμάτας. «Έτσι όπως είναι το λιμάνι σήμερα ελάχιστα αφορά τον άνθρωπο» σχολίασε και πρότεινε τη μετατόπιση του λιμανιού και στη θέση του μια μαρίνα που θα δημιουργεί ναυτική κουλτούρα. Είπε ότι η μαρίνα της Καλαμάτας ενώ θα έπρεπε να αποτελεί βιτρίνα, σήμερα είναι κρυμμένη, ξεχασμένη και ο επισκέπτης είναι αδύνατον να τη βρει.
Επικίνδυνη χαρακτήρισε ο Κώστας Πουλόπουλος την κατάσταση που επικρατεί στην Ανατολική Παραλία, προσθέτοντας ότι μπορεί να συμβεί σοβαρό ατύχημα ιδίως με τους σερβιτόρους που διασχίζουν συνεχώς κάθετα το δρόμο. Σε πρώτη φάση είπε ότι θα μπορούσε να μονοδρομηθεί, ενώ πρότεινε και το πέρασμα τραμ.
Ειδικά για το τραμ επισήμανε ότι σχετίζεται με την ιστορία της πόλης, υπήρχε από το 1920 και υφίστανται οι υποδομές για να ξαναλειτουργήσει ένα μικρό ελαφρύ σαν βαγόνι. «Δυο ράγες χρειάζονται» ανέφερε χαρακτηριστικά.
 

Χώρος για τον άνθρωπο

Έχοντας την εμπειρία του ποδηλάτη, από την Κοπεγχάγη όπου ζει τα τελευταία χρόνια με την οικογένειά του, ο Κώστας Πουλόπουλος χαρακτήρισε την Καλαμάτα πόλη «αυτοκινητοκεντρική» και ελάχιστα «ανθρωποκεντρική». Είπε ότι είναι η πιο κατάλληλη πόλη για τη χρήση ποδηλάτου και έφερε ως παράδειγμα σύγκρισης το Όσλο, όπου ανακοινώθηκε πως σε τέσσερα χρόνια δεν θα κυκλοφορούν καθόλου αυτοκίνητα!
«Ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος και έχουμε μείνει πίσω» σχολίασε ο Κώστας Πουλόπουλος, δείχνοντας έναν χάρτη με τις σημαντικότερες παραθαλάσσιες πόλεις της Μεσογείου.
Αναρωτήθηκε γιατί οι Δήμοι δεν κάνουν αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, αφού δεν έχουν οικονομικό κόστος και πρόσθεσε ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει έργο χωρίς να το έχει σχεδιάσει αρχιτέκτονας και χωρίς να έχει σοβαρή συμμετοχή σε αυτό. Αντίθετα, στην Ελλάδα, όπως είπε, φερόμαστε στους αρχιτέκτονες σαν να μην έχουμε τι να τους κάνουμε. Και αυτό έχει τις συνέπειες που βλέπουμε γύρω μας.
Τέλος, ο Κώστας Πουλόπουλος πρότεινε ανοιχτούς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, διάλογο και συναίνεση φορέων ώστε η διαδικασία σε κάθε έργο να είναι συμμετοχική για να μη βρίσκει στη συνέχεια αντίλογο.
Η βραδιά συνεχίστηκε με μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με το κοινό, ενώ τον Κώστα Πουλόπουλο στη χθεσινή διάλεξη προλόγισε ο πολιτικός μηχανικός Βασίλης Παπαευσταθίου από την ομάδα «ευ τόπος» που διοργάνωσε το «Φαντάσου την πόλη».