Αρχείο κατηγορίας Βιογραφικά Σημειώματα

Προμηθέας δεσμώτης – Αισχύλος

Γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου του 1908 στο Καστέλι Κισσάμου, στην Κρήτη. Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του έμπορου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης. Πριν συμπληρώσει τα 10 του χρόνια η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα, καθώς οι δουλειές του πατέρα δεν πήγαιναν και τόσο καλά και θεώρησαν πως η πρωτεύουσα θα προσέφερε περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες από τη Μεγαλόνησο.
Τον μικρό Μάνο γοήτευε το ποδόσφαιρο. Έπαιζε αρχικά στην ομάδα του «Κεραυνού» και μετά στον «Αθηναϊκό». Κάποια στιγμή σε νεαρή ηλικία αναγκάζεται να γίνει ο προστάτης της οικογένειας, καθώς ο πατέρας του λείπει πια συνεχώς και ο μεγαλύτερος αδερφός του Γιάννης είναι ήδη ξενιτεμένος στην Αμερική.
Γρήγορα πάντως το ταλέντο του θα ανακαλυφθεί. Εμφανίζεται για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή στην Αθήνα το 1927. Ο σκηνοθέτης Κώστας Λελούδας θα ενθουσιαστεί από το μπρίο και τη δυναμικότητα του νεαρού και έτσι ένα χρόνο αμέσως μετά θα παίξει στην πρώτη βουβή ταινία «Το λάβαρο του ’21» (1928). Ταυτόχρονα σχεδόν συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις τοπικών θιάσων, όπως του «Θιάσου Νέων» του Ανδρέα Παντόπουλου και του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη, μέχρις ότου καταφέρνει να μπει στο Εθνικό Θέατρο (1931).
Από κει και πέρα όλα άλλαξαν ραγδαία για τον Κατράκη. Η δεκαετία του ’30 έφερε την καταξίωσή του στο θεατρικό σανίδι, τη γνωριμία του με εξέχουσες προσωπικότητες του καιρού (όπως ήταν η φιλία του με τον μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο) αλλά και τον πρώτο του γάμο, σε ηλικία 25 ετών, με την επίσης ηθοποιό, Άννα Λώρη. Από το 1933 έπαιξε κατά σειρά με τους θιάσους Λουδοβίκου Λούη, Μήτσου Μυράτ, Βασίλη Αργυρόπουλου και Μαρίκας Κοτοπούλη μέχρι το 1935, όταν επαναπροσλήφθηκε από το Εθνικό θέατρο.
Ο γάμος του τέλειωσε σύντομα και γρήγορα ήρθε ο πόλεμος κι η κατοχή. Συμμετείχε στο μέτωπο και πολέμησε γενναία αλλά δραματικά γεγονότα στιγμάτισαν την τότε ζωή του: ένας δεύτερος γάμος που κι αυτός δεν ορθοπόδησε, ο χαμός κατά τη γέννα των μοναδικών δίδυμων παιδιών του, η ένταξή του στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ, που τον έβαλαν αργότερα στο στόχαστρο των συντηρητικών παρατάξεων. Το 1943, όταν ανέλαβε Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών συνέβαλε τα μέγιστα στην ίδρυση του Κρατικού θεάτρου Θεσσαλονίκης, όπου και έπαιξε μέχρι το 1946, όταν επαναπροσλήφθηκε στο Εθνικό Θέατρο για ένα έτος. Τότε, αρνούμενος να υπογράψει «δήλωση μετανοίας» εξορίστηκε στην Ικαρία, τη Μακρόνησο και τον Άγιο Ευστράτιο, μέχρι το 1952. Η φιλία του και η κοινή πορεία με συναγωνιστές του, όπως ο Γιάννης Ρίτσος και ο Γιάννης Χοντζέας, τον βοήθησαν να αντιμετωπίσει τις δραματικές αυτές στιγμές. Ταυτόχρονα είχε τη δύναμη να εμψυχώνει όποιον συναντούσε στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη.
Όταν πια στις αρχές της δεκαετίας του ’50 επιστρέφει στην Αθήνα οριστικά, το μετεμφυλιακό κλίμα είναι βαρύ. Λίγες πόρτες ανοιχτές, λίγες δουλειές. Αναγκάζεται να εργαστεί ευκαιριακά (στο ραδιόφωνο στην αρχή) αλλά σιγά-σιγά κατορθώνει να πάρει μικρούς ή μεγαλύτερους ρόλους στο θέατρο και στον κινηματογράφο.
Επίσης το 1951 – 1952 διοργανώνει «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη. Το 1952 πρωταγωνίστησε στον «Προμηθέα» του Αισχύλου με τον Θυμελικό θίασο του Καρζή σε Δελφούς και Αθήνα, όπου μετά την παράσταση δέχεται την έκφραση συγχαρητηρίων από τους Βασιλείς. Ακολούθως πρωταγωνίστησε στον θίασο της Κοτοπούλη και το 1953 οργάνωσε δικό του θίασο. Από το 1954 είναι πρωταγωνιστής του «Θεάτρου Αθηνών» και από το επόμενο έτος του «Εθνικού Λαϊκού Θεάτρου», στο οποίο ανέβαιναν συνεχώς παραστάσεις και με μεγάλη επιτυχία.
Στα 1954 θα γνωρίσει την πιο σημαντική σύντροφο της ζωής του και μετέπειτα σύζυγό του (τρίτη και τελευταία), τη Λίντα Άλμα μετά από μία θεατρική πρεμιέρα. Από κείνη τη μέρα και μετά δε θα τους χωρίσει τίποτα, μονάχα ο θάνατος του μεγάλου ηθοποιού, τριάντα χρόνια αργότερα.
Η επόμενη περίοδος ήταν η πιο λαμπρή για τον Κατράκη, τον καθιέρωσε και τον καταξίωσε ως μεγάλο άνθρωπο της τέχνης στη συνείδηση όλων.
Οι μεγάλες αγάπες του Μάνου Κατράκη ήταν, εκτός από το θέατρο και την τέχνη γενικότερα το ότι (σκιτσάριζε και έγραφε ποίηση), οι γυναίκες και ο ιππόδρομος. Πολλά έχουν ειπωθεί για αυτά του τα πάθη, ωστόσο το μόνο αναμφισβήτητο είναι το αστείρευτο και φυσικό του ταλέντο, η υπέροχη φωνή του (π.χ. όταν απαγγέλλει το «Άξιον Εστί» του Ελύτη ή το «Πέντε η ώρα που βραδιάζει» από τον Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας του Λόρκα), τα αδιαπραγμάτευτα ιδανικά του.
Η συνεχής καταπόνηση του οργανισμού του δημιούργησε με τον καιρό προβλήματα και η υγεία του εξασθένησε. Μανιώδης καπνιστής, σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, αρνήθηκε να ακολουθήσει αυστηρό πρόγραμμα θεραπείας. Έτσι, λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της τελευταίας ταινίας, στην οποία πρωταγωνίστησε -το Ταξίδι στα Κύθηρα με σκηνοθέτη τον Θόδωρο Αγγελόπουλο– άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, σε ηλικία 76 ετών.

“Πώς είστε κυρίες και κύριοι; Ονομάζομαι Άλφρεντ Χίτσκοκ.”

“Πώς είστε κυρίες και κύριοι; Ονομάζομαι Άλφρεντ Χίτσκοκ.”

13 Αυγούστου του 1899

Χίτσκοκ

Σε ένα μικρό σπίτι στο Leytonstone (πατρίδα του Ντέιβιντ Μπέκαμ και των Iron Maiden) του ανατολικού Λονδίνου, ο μανάβης και έμπορος πουλερικών Ουίλλιαμ και η σύζυγός του Έμμα Τζέιν αποκτούν το τρίτο και τελευταίο τους τέκνο. Το στρουμπουλό νεογέννητο θα πάρει αργότερα το όνομα του αδερφού του πατέρα του – Αλφρεντ…

Στον μικρό Alfred δόθηκε αυστηρή ρωμαιοκαθολική ανατροφή και εκπαίδευση. Αφού έκανε ένα σύντομο πέρασμα από το Salesian College κατέληξε στο Ιησουίτικο St Ignatius’ College του Stamford Hill. Τα παιδικά του χρόνια, όπως συνήθιζε να τα περιγράφει, δεν ήταν ούτε ευτυχισμένα ούτε συνηθισμένα. Πώς θα μπορούσαν άλλως τε;!

Τα περισσότερα παιδιά δεν τον αποδέχονταν και τον κορόιδευαν για την παχυσαρκία του. Έτσι, ο ίδιος απομονώθηκε αρκετά ενώ οι γονείς τους τον περιόριζαν πολύ. Ήτανε περίπου πέντε ετών, όταν ο πατέρας του τον έστειλε στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής με ένα σημείωμα προς τον αξιωματικό υπηρεσίας, ζητώντας του να τον κλειδώσει στο κρατητήριο για πέντε λεπτά, θέλοντας να τον τιμωρήσει για κάποια σκανταλιά του.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε όμως στον Άλφρεντ έναν διαρκή φόβο προς τους αστυνομικούς που δεν τον ξεπέρασε ποτέ. Από εκεί προέρχονται και τα συχνά θέματα αδίκως κυνηγημένων χαρακτήρων που αντιμετωπίζουν ένα σκληρό κυνήγι από τις Αρχές.

Ο πατέρας του πέθανε, όταν εκείνος ήταν δεκαπέντε ετών. Τότε άφησε το κολέγιο, για να πάει να σπουδάσει Ναυπηγική και Ναυτική Μηχανολογία. Στα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου κρίθηκε ακατάλληλος για να σταλεί στο πεδίο της μάχης κι έτσι υπηρέτησε σε εργασίες γραφείου μαζί με δόκιμους του συντάγματος Μηχανικών.

Μετά το πέρας του πολέμου, έπιασε την πρώτη του δουλειά ως σχεδιαστής και διαφημιστής στην Τηλεγραφική Εταιρεία Henley’s. Στην εφημερίδα της εταιρείας ξεκίνησε να γράφει άρθρα και διηγήματα το 1919.

Το πρώτο του κομμάτι έφερε τον τίτλο “Gas”. Όλα εκείνα τα γραπτά του διηγούνταν συναρπαστικές ιστορίες που, συνήθως, κατέληγαν σε μία απροσδόκητη λύση. Σε ένα από αυτά παρουσιάζει και μία αναλυτική περιγραφή της μέλλουσας γυναίκας του,  Alma Reville, την οποία μέχρι τότε…δεν είχε ακόμη γνωρίσει.


 
[Πίσω από την κάμερα και όχι μόνο…]
23HITCHCOCK1-master1050

Ο Χίτσκοκ υπήρξε λάτρης του κινηματογράφου από τα εφηβικά του κιόλας χρόνια. Έτσι, δεν άργησε να μεταπηδήσει από την τηλεγραφική εταιρεία στην ραγδαία αναπτυσσόμενη τότε βιομηχανία του σινεμά.

Λόγω των γνώσεών του, ξεκίνησε ως σχεδιαστής τίτλων και διάτιτλων στο παράρτημα του Λονδίνου της αμερικανικής εταιρείας παραγωγής, Famous Players-Lasky, μέσω της οποίας πραγματοποιούσε παραγωγές η  Paramount Pictures, στα Islington Studios.

Λίγα χρόνια μετά, η εταιρεία αποσύρθηκε από το Λονδίνο και ο ίδιος προσελήφθη από τον παραγωγό Μάικλ Μπάλκον. Εκείνος ίδρυσε αργότερα μία εταιρεία με την επωνυμία Gainsborough Pictures.

Χρειάστηκαν να περάσουν πέντε χρόνια, μέχρι ο νεαρός Άλφρεντ να σταθεί πίσω από την κάμερα και να καθίσει στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Στο μεσοδιάστημα εργάστηκε άλλοτε ως σεναριογράφος, άλλοτε ως σκηνογράφος και βοηθός του σκηνοθέτη Γκράχαμ Κατς (1884 – 1958).

Για τα γυρίσματα μιας από τις ταινίες του, ο Άλφρεντ βρέθηκε στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε γυρίσματα της ταινίας “The Last Laugh”, σε σκηνοθεσία του μεγάλου εξπρεσσιονιστή δημιουργού Φρίντριχ Βίλχελμ Μουρνάου (1888 – 1931). Εκεί πρωτομαγεύτηκε από την τεχνική και το ύφος του γερμανικού αυτού καλλιτεχνικού ρεύματος και επηρεάστηκε και ο ίδιος στην προσωπική του φιλμογραφία.

Το ντεμπούτο του Χίτσκοκ έγινε το 1922 με την κωμωδία “Number 13“, της οποίας τα γυρίσματα δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ για οικονομικούς λόγους. Οι ταινίες που ακολούθησαν ήταν το ίδιο άτυχες, μέχρι που το 1927, παρουσιάζει το θρίλερ “The Lodger: A Story of the London Fog” (“Ο Ενοικιαστής”). Κοινό και κριτικοί αποθεώνουν το φιλμ και το όνομά του αρχίζει να ακούγεται.

Την ίδια περίοδο ο Χίτσκοκ προσλαμβάνει υπεύθυνο δημοσίων σχέσεων για να τον προωθήσει, νυμφεύεται την βοηθό του,  Άλμα Ρέβιλ, στο South Kensington του Λονδίνου και το 1928 αποκτούν τη μοναχοκόρη τους,  Πατρίσια. Από κει και πέρα τίποτα δεν ήταν ίδιο.

hitchcock-alfred-reville-alma-001-portrait_0
Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ με τη σύντροφο και πιστή του συνεργάτιδα, Άλμα
lodger-entrance.jpg
Στιγμιότυπο του “Ενοικιαστή” (1927)

[“Απολαμβάνω να παίζω με το κοινό, σαν να ήταν πιάνο”.]
24_01
Στα γυρίσματα της “Rebecca” (1940).

Το 1929, ο Χίτσκοκ γυρίζει την – κατά πολλούς ιστορικούς – πρώτη ομιλούσα βρετανική ταινία, “Blackmail” και εισάγει μερικά από τα – μετέπειτα – συνήθη μοτίβα του. Aκολουθεί η ακμή τη βρετανικής περιόδου του, με κλασικές πλέον ταινίες, όπως: “The Man Who Knew Too Much” (1934), “The 39 Steps” (1935), “Sabotage” (1936) και το περίφημο “The Lady Vanishes” (1938). Την επόμενη χρονιά, σκηνοθετεί την τελευταία του ταινία στην Γηραιά Αλβιώνα και ο παραγωγός Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ αρπάζει το μοναδικό του ταλέντο και το φέρνει στο Χόλιγουντ με ένα επταετές συμβόλαιο. 

H συναρπαστική “Rebecca” (1940), βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Δάφνη Ντι Μωριέ (1907 – 1989), αποτελεί την πρώτη του δημιουργία σε αμερικανικό έδαφος. Η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία και εκθειάστηκε από την Ακαδημία, η οποία τις έδωσε έντεκα υποψηφιότητες για Όσκαρ από τις οποίες κέρδισε τις δύο (Καλύτερης Ταινίας – είναι η μόνη της φιλμογραφίας του Χίτσκοκ με το βραβείο αυτό – και Καλύτερης Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας). Ο Χίτσκοκ απέσπασε την πρώτη του υποψηφιότητα για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας και χωρίς να επαναπαυθεί, έβαλε μπρος για τις επόμενες.

Κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, ο πολυπράγμων σκηνοθέτης γύρισε ποικίλων ειδών ταινίες, αλλά και ταινίες μικρού μήκους και ντοκυμανταίρ με θέμα το Ολοκαύτωμα και γαλλόφωνες προπαγανδιστικές ταινίες υπέρ της εξορισμένης Ελεύθερης Γαλλίας του Σαρλ ντε Γκωλ. Στο δεύτερο μισό της ίδιας δεκαετίας, παρουσιάζει έξοχες δημιουργίες, όπως το “Spellbound” (1945) και το “Notorious” (1946) με την Ίνγκριντ Μπέργκμαν να πρωταγωνιστεί και στις δύο.

Η φήμη του εκτοξεύεται μέσα στην επόμενη δεκαετία με αριστουργηματικές ταινίες, όπως: “Strangers on a Train” (1951), “Dial M for Murder” και “Rear Window” (1954), το remake του “The Man Who Knew Too Much” (1956), “Vertigo” (1958) – έχει αναδειχθεί καλύτερη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου από πολλές επίσημες ψηφοφορίες – και το “North by Northwest” (1959) με τον Κάρι Γκραντ.

020-rear-window-theredlist
Στα απαιτητικά γυρίσματα του Rear Window (1954) με το πελώριο σκηνικό και το σκαμμένα δάπεδο (!)

Εκείνα τα χρόνια, ο Μάστερ του Σασπένς είχε ήδη μαζέψει τέσσερις υποψηφιότητες για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας, οι ταινίες του είχαν αναδείξει δημοφιλείς πρωταγωνιστές, είχε συνεργαστεί με καταξιωμένους συγγραφείς και οπερατέρ και είχε εισάγει καινοτόμες τεχνικές και είχε φέρει εις πέρας μεγαλεπήβολα και δύσκολα projects.

Άλλη μία ευφυής κίνηση ήταν το πέρασμά του στη μικρή οθόνη, η οποία τότε πολιορκούσε την κυριαρχία του κινηματογράφου και σε μεγάλο βαθμό την είχε κατατροπώσει. Τον Οκτώβριο του 1955 προβάλλεται στην τηλεόραση το πρώτο επεισόδιο της μακρόβιας σειράς μυστηρίου και τρόμου, “Alfred Hitchcock Presents” (1955-1962).

Η εκπομπή με την χαρακτηριστική εισαγωγή και πλειάδα διάσημων πρωταγωνιστών να παρελαύνουν στα αυτοτελή επεισόδιά της, άφησε εποχή και οδήγησε αργότερα στην γέννηση του “Psycho” (“Ψυχώ”) (1960). Ο αυτού μεγαλειότης Άλφρεντ εμφανιζόταν ως αφηγητής στην έναρξη κάθε ιστορίας, ενώ υπήρξε και σκηνοθέτης και παραγωγός πολλών επεισοδίων. “Good evening”….

Alfred-Hitchcock-Presents

Alfred Hitchcock Presents Intro…


[“Όλοι τρελαινόμαστε λιγάκι μερικές φορές”…]
Libraries-Team_Images-url-12_2.sflb_.jpg
Καθυστερείστε, αν τολμάτε…

Έπειτα από τις ακριβές και χρωματιστές παραγωγές των 50’s, ο Χίτσκοκ αποφασίζει να πλάσει κάτι πιο καινούριο, πλησιέστερο στην τηλεοπτική αισθητική που είχε ξεκινήσει να υπερισχύει, αλλά και να βάλει ένα υψηλού κινδύνου στοίχημα με τον εαυτό του και τους θεατές, που τόσο λάτρευε να βασανίζει… Συνεπαρμένος από το το βιβλίο “Psycho” του Ρόμπερτ Μπλοκ (1917 – 1994), αγοράζει τα δικαιώματα και βάζει μπροστά το ριψοκίνδυνο σχέδιό του.

Χωρίς να προσλάβει κάποιο από τα γνωστά αστέρια της εποχής, χωρίς το φανταχτερό technicolor και τα παχυλά budget, ξεκινάει μία ασπρόμαυρη ταινία τρόμου και φρίκης με πολύ χαμηλό προϋπολογισμό κι ένα ευέλικτο επιτελείο τεχνικών με τηλεοπτική εμπειρία. Η γέννηση του “Psycho” είναι γεγονός.

Η σκοτεινή ιστορία του Νόρμαν Μπέιτς (Άντονι Πέρκινς) και της μητέρας του…έκανε πάταγο. Ουρές στήνονταν στα ταμεία του κινηματογράφου και φυσικά εγκαίρως, γιατί η διαφημιστική καμπάνια με τον αυστηρό σκηνοθέτη να δείχνει το ρολόι του και να προειδοποιεί, δεν άφηνε πολλά περιθώρια. Δίχασε τους κριτικούς μα σίγουρα ενθουσίασε πολλούς και άλλη μία καινούρια λαμπρή σελίδα άνοιγε για την πορεία της 7ης Τέχνης και την εξέλιξή της.

Η ταινία απέσπασε τέσσερις υποψηφιότητες για Όσκαρ (μεταξύ των οποίων και στην κατηγορία της Σκηνοθεσίας), κέρδισε Χρυσή Σφαίρα Β’ Γυναικείου Ρόλου η Τζάνετ Λι και ακόμη και σήμερα συγκαταλέγεται στις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών.

Εν συνεχεία, τα “Πουλιά” (1963) επανέλαβαν μία σχεδόν ισάξια επιτυχία, αλλά από κει και πέρα άρχισε η κάμψη της καριέρας του “Αρχιτέκτονα τους Σασπένς”. Ειδικότερα από το “Torn Curtain” (1966) καμία νέα δημιουργία του δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις των θεατών και στην ίδια του την αξία. Εξαίρεση αποτελεί το “Frenzy” (1972), η μόνη χιτσκοκική ταινία χαρακτηρισμένη ως Ακατάλληλη, η οποία γυρίστηκε στην Αγγλία.

Ο Χίτσκοκ είχε γυρίσει στον τόπο του εγκλήματος… Τέσσερις υποψηφιότητες για Χρυσή Σφαίρα απέσπασε αυτή η “ενοχλητική”, όπως την είχε χαρακτηρίσει η κόρη του, ταινία.

Οι τίτλοι τέλους έπεσαν με το “Family Plot” (1976), σε σενάριο του βραβευμένου Έρνεστ Λέμαν (1915 – 2005).

Ο Χιτς, όπως τον αποκαλούσαν μερικοί, δεν κέρδισε ποτέ του Όσκαρ, όπως και αρκετά άλλα βαρύγδουπα βραβεία. Το 1968 η Ακαδημία του απένειμε ένα τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο της καριέρας του, ενώ δεν είχε καν αποσυρθεί ακόμη. H Βενετία και οι Κάννες δεν τον βράβευσαν ποτέ αν και οι ταινίες του είχαν φτάσει σε ποικίλων κατηγοριών υποψηφιότητες.

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ παραλαμβάνει το Τιμητικό Όσκαρ της Ακαδημίας, λέγοντας απλώς “Ευχαριστώ”.

Παρ’ όλο τον εμπορικό χαρακτήρα της κυρίαρχης φιλμογραφίας του, ο Άλφρεντ Χίτσκοκ έχει μελετηθεί, αναλυθεί και δεχθεί διθυραμβικά σχόλια και κριτικές από θεατές και ειδικούς του κινηματογράφου όσο λίγοι σκηνοθέτες. Ακόμη και οι ριζοσπαστικοί, επαναστάτες της Νουβέλ Βαγκ θαύμαζαν τα έργα του και αναφέρονταν σε αυτά. Χαρακτηριστικά, ο ίδιος ο Φρανσουά Τρυφφώ τού είχε πάρει συνεντεύξεις, όπου μακροσκελώς μιλούσαν για το σύνολο του έργου του.

Σε πολλές ψηφοφορίες μεταξύ ειδικών, ιστορικών και κριτικών κινηματογράφου ο Βρετανός auteur έχει επανειλημμένως αναδειχθεί Κορυφαίος Σκηνοθέτης του Κινηματογράφου και ολόκληρες γενιές από κινηματογραφιστές έχουν επηρεαστεί και εμπνευστεί από αυτόν και την παρακαταθήκη που άφησε.

Στις 29 Απριλίου του 1980, από νεφρική ανεπάρκεια, ο πολυσχιδής, παραγωγικός, αξεπέραστος Δάσκαλος με την μυστηριώδη του περσόνα, πέρασε στο αγαπητό του σκοτάδι για πάντα και το έργο του στο αιώνιο φως…

web-hitchcock-2-getty.jpg

[Apodyoptis_special: #4 Πράγματα που δεν ξέρατε για τον Χιτς:]
  • Στα παιδικά του χρόνια ήταν υποχρεωμένος να στέκεται μπροστά στο κρεββάτι της μητέρας του και να της εξιστορεί κάθε μέρα τα νέα του.
  • Στα γυρίσματα, συνήθιζε μόλις τελείωνε το τσάι του, να πετάει χωρίς διακριτικότητα το φλιτζάνι με το πιατάκι του πίσω από τον ώμο του.
  • Είχε δηλώσει, πως ο Λουίς Μπουνιουέλ είναι ο καλύτερος σκηνοθέτης του κόσμου.
  • Η αγαπημένη του προσωπική του ταινία ήταν το “Shadow of a Doubt” (1943).

Κράτα το

Κράτα το

Μιχάλης Παπαγιαννάκης

O οικονομολόγος, καθηγητής πανεπιστημίου, πολιτικός της Αριστεράς και Βουλευτής

 «Αν υπήρχε πιθανότητα να αφήσω τον Συνασπισμό, θα ήμουν ο τελευταίος που θα το έκανα – θα κλείδωνα και την πόρτα» αστειευόταν.

Στις 19 Αυγούστου 1941, γεννήθηκε στην Καλαμάτα, ο οικονομολόγος, καθηγητής πανεπιστημίου, πολιτικός της Αριστεράς και Βουλευτής Μιχάλης Παπαγιαννάκης.  

Σπούδασε Νομικά, Οικονομικές και Πολιτικές Επιστήμες σε Αθήνα, Μονπελιέ και Παρίσι. 

Εργάστηκε ως καθηγητής και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού 2, στο Ινστιτούτο Διοίκησης Επιχειρήσεων του Ορσαί και στο Μεσογειακό Αγρονομικό Ινστιτούτο του Μονπελιέ. Έκανε έρευνες και μελέτες πάνω στη μεσογειακή οικονομία, την ΕΟΚ, την Κινεζική αγροβιομηχανία, την αλιεία στην Ελλάδα και άλλες, για λογαριασμό της ΕΟΚ, της ΓΚΑΤΤ και του ΟΗΕ, από το 1967 ως το 1987. 

Υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης στο Πάντειο και είχε συνεργαστεί και αρθρογραφήσει στο Βήμα, τον Οικονομικό Ταχυδρόμο, το Αντί, την Αυγή και τον Πολίτη. Μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά,Ισπανικά και Ιταλικά.

Ως το 1963 ήταν μέλος της ΕΔΑ. Κατά τη στρατιωτική χούντα (1967-1973) εντάχθηκε στη Δημοκρατική ‘Aμυνα. 

Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ΕΑΡ και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και της Εθνικής Γραμματείας της. Όταν το κόμμα του εντάχθηκε στο Συνασπισμό, ο Παπαγιαννάκης έγινε μέλος της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής και εν συνεχεία της Πολιτικής Γραμματείας του, υπεύθυνος του Τμήματος Οικολογία και Ποιότητα της Ζωής. Το 1993 ήταν υποψήφιος για την προεδρία του κόμματος, όμως ηττήθηκε στην πρώτη ψηφοφορία και στήριξε το Νίκο Κωνσταντόπουλο που τελικά εξελέγη.

Ο Παπαγιαννάκης είχε εκλεγεί ευρωβουλευτής με το ΣΥΝ στις ευρωεκλογές του 1989, του 1994 και του 1999. Το 2004 δεν είχε διεκδικήσει επανεκλογή στο ευρωκοινοβούλιο, επιθυμώντας να δραστηριοποιηθεί στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Στο 4ο Συνέδριο του Συνασπισμού (Δεκέμβριος 2004) ήταν ξανά υποψήφιος πρόεδρος του κόμματος, αλλά ηττήθηκε από τον Αλέκο Αλαβάνο. Στις εθνικές εκλογές του 2007 εκλέχθηκε βουλευτής στη Β’ Αθηνών, τρίτος σε σταυρούς μέσα στο κόμμα του.

Ανήκε στην τάση Ανανεωτική Πτέρυγα του Συνασπισμού.

Πέθανε στις 26 Μαΐου του 2009 σε ηλικία 68 ετών, μετά από πολυετή μάχη με τον καρκίνο.

Κράτα το

Κράτα το

Ρένα Δούρου

Βιογραφικό

Η Ρένα Δούρου εκλέχτηκε Περιφερειάρχης Αττικής κατά τις αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαΐου 2014. Είναι μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΣΥΡΙΖΑ, Πρόεδρος του Ειδικού Διαβαθμιδικού Συνδέσμου Νομού Αττικής (ΕΔΣΝΑ) και Πρόεδρος Δ.Σ. του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Αττικής.

Η Ρένα Δούρου γεννήθηκε στο Αιγάλεω της Αττικής και εργάστηκε ως σύμβουλος εκδόσεων. Αποφοίτησε από το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία, την Τουρκία και τη Μεγάλη Βρετανία. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στις Πολιτικές Επιστήμες.

Η Ρένα Δούρου ομιλεί την Αγγλική, Γαλλική και Τουρκική γλώσσα. Αρθρογραφεί στον Ελληνικό και ξένο Τύπο. Έχει συγγράψει τα βιβλία «Μια κουβέντα με τον Γλέζο» (Αθήνα, 2014), «Η Απόλαυση του Εθνικισμού» (Αθήνα, 2007), και έχει συμπράξει σε διάφορα συλλογικά έργα.

Συμμετείχε ενεργά στο Ελληνικό φοιτητικό κίνημα και, από το 1995, υπήρξε οργανωμένη στην Νεολαία του Συνασπισμού. Αργότερα, διετέλεσε υπεύθυνη Ευρωπαϊκής Πολιτικής, ΚΕΑ-Κόμμα Ευρωπαϊκής Αριστεράς και Διεθνών Σχέσεων, αρχικά στον Συνασπισμό και μετέπειτα στον ΣΥΡΙΖΑ.

Εκλέχθηκε Βουλευτής Β’ Αθηνών με τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 6ης Μαΐου και της 17ης Ιουνίου 2012. Κατά την κοινοβουλευτική της θητεία συμμετείχε στην Επιτροπή για τα Δικαιώματα των Γυναικών της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης της Μεσογείου. Εκλέχθηκε Αναπληρωματική Γενική Γραμματέας στη Διακοινοβουλευτική Συνέλευση Ορθοδοξίας. Ούσα βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, υπήρξε και μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, συμμετέχοντας στην Επιτροπή Μετανάστευσης και την Επιτροπή Πολιτισμού της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης.

Σήμερα, η Ρένα Δούρου είναι μέλος του Κογκρέσου των Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης (Αντιπρόσωπος του Επιμελητηρίου Περιφερειακών Αρχών και τακτικό μέλος της Επιτροπής Τρεχουσών Υποθέσεων).

Του Κωστή Χατζημιχάλη: Έπαινος για την Doreen Massey

Λόγος που εκφωνήθηκε στην τελετή αναγόρευσης της Doreen Massey σε επίτιμη διδάκτορα του τμήματος Γεωγραφίας του Χαρόκοπειο Πανεπιστημίου της Αθήνας, στις 12 Νοέμβρη  του 2012https://g.co/kgs/Kyw2n6

Γέννηση: 3 Ιανουαρίου 1944, Μάντσεστερ, Ηνωμένο ΒασίλειοΑπεβίωσε: 11 Μαρτίου 2016, Κίλμπουρν, Λονδίνο, Ηνωμένο ΒασίλειοΕκπαίδευσηΠανεπιστήμιο της ΟξφόρδηςΒραβείαVictoria MedalΠεδίαΟικονομική γεωγραφίαSocial geography

επικαιροποίηση https://g.co/kgs/Kyw2n6   

Είναι μεγάλη χαρά που έχουμε σήμερα μαζί μας για άλλη μια φορά την Doreen Μassey. Στη συγκυρία της βαθειάς και πολύπλευρης κρίσης που βιώνουμε ως κοινωνία, ωςδημόσιο πανεπιστήμιο αλλά και ως Τμήμα Γεωγραφίας, η παρουσία της εδώ είναι έμπρακτη συμπαράσταση. Τιμώντας στο πρόσωπο της την γεωγράφο, την καθηγήτρια, τη φεμινίστρια και την αριστερή δημόσια διανοούμενη, το Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου τιμά και τον εαυτό του. Όπως της αρέσει να σημειώνει, η τιμή που της αποδίδεται σήμερα είναι σχεσιακή: περιλαμβάνει την αποδοχή του επαίνου και την ανταπόδοση του, κάτι που έχει υλοποιήσει άμεσα με τις παρουσίες της στο Τμήμα και γενικότερα στην Ελλάδα και έμμεσα με το έργο της, ιδιαίτερα αυτό που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.

Σε πρόσφατη τηλεοπτική συνέντευξη στο Κέντρο Πολιτισμού της Βαρκελώνης και στην ερώτηση τι σημαίνει γι’ αυτήν ο δημόσιος χώρος, η Doreen απαντά, σε ελεύθερη δική μου μετάφραση, ότι:  «…είναι μια αρένα για να συγκροτηθεί με διαβουλεύσεις ο συλλογικός χώρος. Ο δημόσιος χώρος υπόκειται σε γεωμετρίες δύναμης, με συμφωνίες και αντιδικίες αλλά πάντα προϋποθέτει συλλογική χρήση και όχι ατομική, Καθήκον μας ως προοδευτικών γεωγράφων και δραστήριων πολιτών είναι η ανάδειξη των δημοκρατικών πτυχών συγκρότησης του δημόσιου ως συλλογικού χώρου, χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις».

Ας κρατήσουμε μερικές έννοιες-κλειδιά από τα παραπάνω: τη διαφορά μεταξύ δημόσιου και συλλογικού, τη διαβούλευση, τις γεωμετρίες δύναμης, το χώρο χωρίς αποκλεισμούς και διακρίσεις. Είναι έννοιες που διατρέχουν το σύνολο του έργου της, χαρακτηρίζουν την προσωπική της ζωή και εισάγουν στην πολύπλευρη προσωπικότητα που τιμάμε σήμερα. Δεν είναι φυσικά δυνατό να συνοψίσω σε μια σύντομη παρουσίαση τη δραστηριότητα της από το 1960 μέχρι σήμερα. Θα αναφερθώ συνοπτικά και επιλεκτικά σε ορισμένες δημοσιεύσεις, στην εμπειρία ως καθηγήτριας στο Open University (OU) και στη δράση της ως πολιτικά ενεργής πολίτιδας και φεμινίστριας-ακτιβίστριας, μέσα και έξω από θεσμούς.

Η Doreen Barbara Massey γεννήθηκε στο Μάντσεστερ σε μια από τις δύσκολες εργατικές συνοικίες με μεγάλη πυκνότητα εργατικών κατοικιών. Οι φιλεργατικές κοινωνικές πολιτικές του μεταπολεμικού Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) της επέτρεψαν να ολοκληρώσει τη μέση εκπαίδευση σε καλά σχολεία μέχρι το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης όπου σπούδασε γεωγραφία. Στην Οξφόρδη, βιώνοντας την ταξική και την έμφυλη διαφορά με τους ελίτ συμφοιτητές της, ριζοσπαστικοποιείται και αρχίζει να δραστηριοποιείται πολιτικά και φεμινιστικά. Η πρώτη της εργασία είναι στο Center for Environmental Studies (CES) στο Λονδίνο, τη σημαδιακή χρονιά του 1968, όπου ασχολείται με τον περιφερειακό προγραμματισμό και την εφαρμογή μοντέλων βιομηχανικής χωροθέτησης.

Doreen Massey.jpg
By DarkMoMoOwn work, CC BY-SA 3.0, Link

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 πηγαίνει για μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνιας στις ΗΠΑ. Η επιστροφή της στο Λονδίνο στο CES συμπίπτει με τις απαρχές της αποβιομηχάνισης του ΗΒ και σηματοδοτεί για την ίδια μια στροφή προς ριζοσπαστικές προσεγγίσεις της βιομηχανικής χωροθέτησης. Το 1973 δημοσιεύει στο Antipode το κλασσικό κείμενο “Towards a critique of industrial location theory” και ακολουθούν τρία βιβλία σε συνεργασία με τον Richard Meegan σχετικά με τη βιομηχανική αναδιάρθρωση και τις χωρικές ανισότητες. Οι εργασίες αυτές συνέβαλαν σημαντικά στον επαναπροσδιορισμό των ζητημάτων γύρω από τα οποία αρθρώνεται η γεωγραφική συζήτηση (στo HB και όχι μόνο), αναδεικνύοντας την εργασία (και την έλλειψη της) ως σημαντικό παράγοντα για την κατανόηση και ερμηνεία των περιφερειακών ανισοτήτων.

Στην πιο πάνω συζήτηση, σταθμό αποτελεί το βιβλίο της Spatial Divisions of Labour (Massey 1985/ δεύτερη έκδοση 1995), όπου επεξεργάζεται παραπέρα τις χωροθετικές επιλογές των επιχειρήσεων από μια οπτική με επίκεντρο την εργασία (και τις διαφορετικές μορφές της), εισάγοντας την έννοια του χωρικού καταμερισμού της εργασίας. Χρησιμοποιεί μια «γεωλογική μεταφορά», όπως έχει αποκληθεί, για να αναφερθεί στις διαδοχικές φάσεις ανάπτυξης μιας περιφέρειας –οι οποίες αποτυπώνονται σαν γεωλογικά στρώματα- με βάση το ιστορικά διαμορφωμένο παραγωγικό της παρελθόν και τις μεταβολές του ρόλου της στο χωρικό καταμερισμό της εργασίας. Οι κοινωνικές σχέσεις, όπως υποστηρίζει η Doreen, δεν αναπτύσσονται απλώς στο χώρο, αλλά αποτελούν φορείς και παραγωγούς χωρικών σχέσεων. Το βιβλίο σήμανε αλλαγή παραδείγματος στην οικονομική γεωγραφία και όπως υπογραμμίζει ο Phelps (2008:83):

«…Αποτελεί ταυτόχρονα μια κριτική στη θεωρία της χωροθέτησης και της υπάρχουσας οικονομικής γεωγραφίας και μια νέα προσέγγιση για να αντιληφθούμε την άνιση οικονομική ανάπτυξη. Πρόκειται για ένα θεωρητικό επίτευγμα και ταυτόχρονα για μια εμπειρική και αναλυτική διερεύνηση της συγκεκριμένης θεωρητικής προσέγγισης.» (δική μου μετάφραση)

Μετά από μια σύντομη παραμονή στο τμήμα γεωγραφίας του Berkeley, το 1982 εκλέγεται καθηγήτρια στο Open University (OU) όπου, όπως η ίδια λέει σε μια συνέντευξη (βλ. Massey 1998, σελ. 85), «…πίστευα ότι ήταν ένα μέρος όπου θα μπορούσα να είμαι διανοούμενη, δασκάλα και ερευνήτρια χωρίς να βρίσκομαι μέσα σε ένα πιο τυπικό πανεπιστήμιο». Στο Τμήμα Γεωγραφίας ήταν για πολλά χρόνια πρόεδρος και συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός δυναμικού πυρήνα διδασκόντων και ερευνητών/τριών, καθώς και στη συγγραφή πολλών καινοτόμων διδακτικών βιβλίων. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του OU επίσης σημαίνουν μια πρόκληση και μια δέσμευση για τη γεωγραφία της Μassey.

Οι προπτυχιακοί φοιτητές έχουν πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: αφού πρόκειται για εξ αποστάσεως εκπαίδευση, συχνά μιλάμε για φοιτητές που δεν διαθέτουν μια συγκεκριμένη δυναμική σπουδών, και κατά, κύριο λόγο, αποτελούν εξαιρετικά διαφορετικές και διάσπαρτες περιπτώσεις. Μπορεί να είναι νοικοκυρές, άνεργοι, έγκλειστοι σε φυλακές ή ακόμα και στρατιώτες στα υποβρύχιά τους. Άτομα που δύσκολα θα μπορούσαν να είχαν πρόσβαση σε οποιοδήποτε από τα άλλα βρετανικά πανεπιστήμια με υποχρεωτικές παρουσίες. Έτσι, ο διδακτικός προγραμματισμός που αναπτύχθηκε από τη Massey βασίζεται στο να γοητεύσει τους φοιτητές ώστε να μελετούν και να ενδιαφέρονται για τη γεωγραφία. Γι’ αυτό το λόγο η δημιουργία των εγχειριδίων σε απλή και κατανοητή γλώσσα με πολλά παραδείγματα και παράλληλα η δημιουργία των προγραμμάτων του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης που συνοδεύουν τα βιβλία έχουν ουσιαστική σημασία για να προσεγγίσει αυτό το τόσο ποικίλο και τόσο απαιτητικό φοιτητικό κοινό. Σε συνεργασία με τον John Allen και τους άλλους συναδέλφους στο OU έχουν συντάξει μερικά λαμπρά εγχειρίδια-κλειδιά όπως τα: Geography Matters! (1984, και στα ελληνικά το 2001 από το Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο), The Economy in Question (1988), Geographical Worlds (1986), Uneven Re-Development: Cities and Regions in Transition (1988). Πολλά από τα κείμενα και video του OU χρησιμοποιούμε και στο Τμήμα μας.

Η Massey επενδύει στο σύνολο της γεωγραφικής γνώσης από τις πιο περίπλοκες διεργασίες της φυσικής γεωγραφίας μέχρι τις πιο εκλεπτυσμένες έννοιες και διαδικασίες της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής γεωγραφίας. Παρά το γεγονός ότι είναι αναγνωρισμένη ως οικονομική και πολιτική γεωγράφος, έχει ευρύτατες γνώσεις γεωμορφολογίας, κλιματολογίας και υδρολογίας και είναι βαθειά γνώστρια των drumlins, αυτών των ιδιόμορφων ανάγλυφων σχηματισμών παγετώδους προέλευσης. Είναι επίσης γνωστή η προσπάθειά της για τη γεφύρωση του, περιττού για την ίδια, χάσματος μεταξύ φυσικής και ανθρώπινης γεωγραφίας. Υποστηρίζει όμως ότι ακόμα κι αυτή τη φυσική γεωγραφία πρέπει να την αντιληφθούμε στο πλαίσιο της κοινωνίας και του κοινωνικού, σε ένα πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο, αλλιώς δεν κάνουμε γεωγραφία αλλά γεωλογία.

Το 1991, δυο χρόνια μετά τη πτώση του Τείχους του Βερολίνου και στην απαρχή της βίαιης έκρηξης των ιδιαιτεροτήτων του τόπου (εθνική καθαρότητα, διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης) και της ανάδυσης εθνικισμών και τοπικισμών, η Massey δημοσίευσε το «A Global Sense of Place». Ένα μη επιστημονικό άρθρο, με την αυστηρή έννοια, το οποίο φιλοδοξούσε να γνωρίσει στο ευρύτερο κοινό την έννοια των τόπων ως παραγόμενων σχεσιακά, των οποίων η ιδιαιτερότητα δεν είναι το αποτέλεσμα της απομόνωσής και της κλειστότητας αλλά των σχέσεων με άλλους τόπους. Το κείμενο αυτό έχει μεγάλη απήχηση και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και στα ελληνικά. Ασκεί έντονη κριτική στις παραδοσιακές αντιλήψεις, γεωγραφικές και μη, οι οποίες συνδέουν την ταυτότητα ενός τόπου με υποθέσεις περί αυθεντικότητας, μοναδικότητας και περιχαράκωσης. Υπογραμμίζει με πολλά παραδείγματα από τη δική της γειτονιά στο Λονδίνο, το Kilburn, ότι οι τόποι έχουν όντως χαρακτήρα, ταυτότητα και ατμόσφαιρα, αλλά αυτά δεν προέρχονται μόνο από εσωτερικά και αποκλειστικά τοπικά χαρακτηριστικά αλλά και από τις σχέσεις και ανταλλαγές με άλλους μακρινούς τόπους, με την παρουσία και συγκατοίκηση με τους «Άλλους» που ζουν και εργάζονται στο Kilburn. Απόψεις ενάντια σε τοπικιστικές, εθνικιστικές και ρατσιστικές προσεγγίσεις, τόσο επίκαιρες και στη δική μας Αθήνα.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η έκδοση του βιβλίου Space, place and gender το 1994. Παρ’ όλο που τα περισσότερα κείμενα που περιλαμβάνει είχαν δημοσιευτεί και παλιότερα, στο βιβλίο αυτό αναπτύσσεται με ιδιαίτερα συγκροτημένο και προσιτό τρόπο μια επιχειρηματολογία που η Μassey επεξεργάζεται σταδιακά από τη δεκαετία 1970, για το χώρο και τον τόπο. Όπως τονίζουμε στο βιβλίο με την Ντίνα Βαΐου (βλ. Βαΐου, Χατζημιχάλης, 2012:155), σημαντική συνεισφορά στην επιχειρηματολογία αυτή είναι η οπτική του φύλου στη μελέτη του χώρου και του τόπου. Όπως η ίδια έχει αναφέρει, αν και δραστηριοποιείται πολιτικά ως φεμινίστρια από τη δεκαετία 1960, για ένα μεγάλο διάστημα αναρωτιόταν «πώς να εντάξει τον φεμινισμό» στη δουλειά της. «Ανέφερα τις γυναίκες, έκανα σκληρά σχόλια για τους άνδρες, έκανα όλα αυτά τα κλασικά πράγματα, αλλά δεν έβαζα μια φεμινιστική θεωρία στη δουλειά μου. Οι συζητήσεις στις οποίες συμμετείχα στο γυναικείο κίνημα δεν είχαν σχέση με όσα συζητούνταν στη φεμινιστική γεωγραφία» (Massey 1998, σελ. 87). Έτσι, οι προβληματισμοί του φεμινισμού εισάγονται στη δουλειά της όταν προβληματοποιείται η έννοια του φύλου ως αναφορά στις γυναίκες (και ιδίως σε γυναίκες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και επιλογές ζωής) και συνδέεται  με τη συζήτηση για τη σεξουαλικότητα και την ταυτότητα. Μέσα από την οπτική αυτή, που επιτρέπει σύνθετες και αντι-ουσιοκρατικές αναλύσεις για τη σχέση φύλου και χώρου, επανεξετάζει τους τρόπους με τους οποίους συγκροτείται ο τόπος και ο χώρος, καθώς και τη σημασία τους για την κατανόηση του φύλου και των έμφυλων σχέσεων.

Παράλληλα με την ακαδημαϊκή και ερευνητική της δραστηριότητα είναι ενεργά παρούσα, με αρθογραφία, συνεντεύξεις, εκπομπές στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, για μια σειρά θέματα που απασχόλησαν στη Μ.Βρετανία το δημόσιο διάλογο σε μεταβαλλόμενες συγκυρίες (αποβιομηχάνιση και ανεργία, περιφερειακή πολιτική, ζητήματα τοπικής ανάπτυξης κοκ). Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 προσκαλείται από την τότε κυβέρνηση των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, ως σύμβουλος σε θέματα τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης (βλ. το σχετικό βιβλίο της, Massey 1987). Την ίδια περίοδο συμμετέχει και στο Greater London Enterprise Board (GLEB), μια μονάδα που συγκροτήθηκε στα πλαίσια του Μητροπολιτικής Διοίκησης του Λονδίνου, με αντικείμενο τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής για τη βιομηχανική αναδιάρθρωση υπέρ των εργαζομένων (βλ. συνέντευξη στο ΑΝΤΙ,1986). Είναι τακτική συνεργάτιδα πολλών εφημερίδων και περιοδικών και από το 1996, μαζί με τους Stuart Hall και Michael Rustin, είναι εκδότες του πολιτικού/πολιτιστικού περιοδικού Soundings.

Όταν το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο ήρθε στην εξουσία στη Νότια Αφρική το 1994, προσκάλεσαν τη Massey και δυο ακόμη Αγγλίδες καθηγήτριες να συμμετάσχουν στη συγκρότηση των ερευνητικών ομάδων για να συμβάλουν στον μακροοικονομικό σχεδιασμό. Οι τρεις τους δούλεψαν μαζί με την Πρόεδρο του Κοινοβουλίου της Νοτίου Αφρικής και συνέταξαν μια σειρά αναφορών που κατέληξαν σε προτάσεις φεμινιστικής  παρέμβασης στα οικονομικά αναπτυξιακά σχέδια. Η δεύτερη δραστηριότητα της Massey στη Νότια Αφρική ήταν να συζητήσει με διαφορετικούς ανθρώπους για προβλήματα περισσότερο γεωγραφικά: τη συγκρότηση και το νέο ρόλο των περιοχών και την αποκέντρωση της χώρας. Το θέμα ήταν περίπλοκο γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή ο χωρισμός σε περιοχές (με τη μορφή των Bantustan) θεωρείτο καθαυτό μέρος του Απαρτχάιντ.

Το 2005 και το 2009 κυκλοφορούν δυο ακόμη βιβλία-σταθμοί: το For Space (στα ελληνικά το 2009) και το World City. Στο πρώτο οργανώνει και συστηματοποιεί μεγάλο μέρος των θεωρητικών και επιστημονικών προτάσεων οι οποίες υπήρχαν στη δουλειά της τα προηγούμενα χρόνια και έχουν αναδείξει το χώρο και τη χωρικότητα, όπως και τη σχέση τους με τα καινούργια κοινωνικά κινήματα. Στο δεύτερο, βασιζόμενη στη πολυετή εμπειρία αλλά και στράτευση σε ζητήματα της ανάπτυξης του Λονδίνου εισάγει την έννοια της γεωγραφικής ευθύνης και υποστηρίζει  ότι η χρηματική και οικονομική επιτυχία της πόλης σχετίζεται με την αυξανόμενη ανέχεια και ανισότητα στον κόσμο, στο ΗΒ αλλά και στο εσωτερικό της μητρόπολης.

Ο τίτλος του βιβλίου της «Για το Χώρο» νομίζω ότι έχει άμεση αναφορά στον Αλτουσέρ και στο Για τον Μαρξ. Όπως υποστηρίζει η ίδια η επαφή της με το έργο του Αλτουσέρ την βοήθησε να ξεπεράσει την ουσιοκρατία που υπάρχει σε πολλά κείμενα του Μαρξ και να αναπτύξει φιλοσοφικές και πολιτικές ιδέες που επηρεάστηκαν από άλλους στοχαστές όπως ο Αντόνιο Γκράμσι και σύγχρονους όπως ο Stuart Hall, η Chantal Mouffe, ο Ernesto Laclau και ο Michael Rustin. Τρία σημαντικά σημεία αναδεικνύονται στις σελίδες του βιβλίου:

1. Ο χώρος είναι προϊόν αλληλεξαρτήσεων, συγκροτείται μέσω αλληλεπιδράσεων από το παγκόσμιο ως το τοπικό. Με την έννοια αυτή ο χώρος και η χωρικότητα είναι αναπόσπαστο μέρος και προϊόν της διαδικασίας συγκρότησης ταυτοτήτων, όπως και πολιτικών υποκειμένων.

2. Ο χώρος είναι η σφαίρα της δυνατότητας να υπάρχει πολλαπλότητα, να συνυπάρχουν ξεχωριστές τροχιές, να υπάρχουν περισσότερες από μία φωνές/εκδοχές για «την πραγματικότητα». Η χωρικότητα είναι μία από τις συνιστώσες συγκρότησης της διαφοράς, η οποία δεν επιτρέπει να θεωρούμε τη ματιά της Δύσης ως συνολική και καθολική.

3.  Ακριβώς εξ αιτίας των πιο πάνω, ο χώρος δεν είναι ποτέ μια παγιωμένη οντότητα ή ένα κλειστό σύστημα, βρίσκεται συνεχώς «εν τω γίγνεσθαι». Από μια τέτοια οπτική, το μέλλον αναδύεται ως «ανοικτό», χωρίς δηλαδή να υπάρχει μια προδιαγεγραμμένη ή γνωστή κατεύθυνση προόδου, ανάπτυξης, εκσυγχρονισμού, πράγμα που απαιτεί διαφορετικές προσεγγίσεις της πολιτικής (βλ. Βαΐου, Χατζημιχάλης, 2012: 158).

Στο World City αναλύει την δεσπόζουσα οικονομική θέση του Λονδίνου στο ΗΒ αλλά και στον κόσμο και υπογραμμίζει ότι το Λονδίνο έγινε μια πλούσια μητρόπολη του παγκόσμιου καπιταλισμού έχοντας εγκαθιδρύσει ένα πλέγμα σχέσεων και ένα έλεγχο ροών σε παγκόσμιο επίπεδο, παλιότερα ως το κέντρο μιας αποικιοκρατικής αυτοκρατορίας και σήμερα ως κόμβος των χρηματοπιστωτικών δικτύων. Αυτά δημιουργούν μια ευθύνη στο Λονδίνο και στις ελίτ που ελέγχουν μέσω των γεωμετριών δύναμης τα δίκτυα και τις ροές. Οι έντονες ανισότητες με το Βορρά του ΗΒ και η άνιση γεωγραφικά ανάπτυξη με τον υπόλοιπο κόσμο δεν είναι ανεξάρτητες από την διαρκή ευημερία της Λονδρέζικης ελίτ και συγκεκριμένων περιοχών στο εσωτερικό του Λονδίνου. Τα άυλα παγκοσμιοποιημένα χρηματοπιστωτικά δίκτυα δεν μπορούν να λειτουργήσουν αν δεν είναι γειωμένα σε τόπους όπως το Λονδίνο. Δεν θα μπορούσαν να είναι παγκόσμια αν δεν είναι συγχρόνως και τοπικά. Μέσα από αυτές τις παρατηρήσεις μας καλεί να αναρωτηθούμε όχι μόνο πως ο κόσμος έχει υποταχθεί στην παγκοσμιοποίηση (δηλαδή στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία) αλλά και πως έχουμε αποδεχτεί τον κυρίαρχο Λόγο και τις διηγήσεις περί παγκοσμιοποίησης ως μοναδικές αλήθειες.

Μετά την έκδοση του For Space, στις πολιτικές δυσκολίες της εποχής προστέθηκαν οι αμφιβολίες σχετικά με την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα να εξακολουθήσει  να έχει ένα διαπρεπή ρόλο στο πανεπιστήμιο ή ναεπιλέξει μια ήρεμη και πρόωρη συνταξιοδότηση. Την εποχή εκείνη, το 2007, της έρχεται μια αναπάντεχη πρόσκληση  να επισκεφθεί τη Βενεζουέλα και να συμμετάσχει στους προβληματισμούς για την ανασυγκρότηση της χώρας. Η έκπληξη της γίνεται εντονότερη, –όπως γράφει η ίδια στο «When Theory meets Politics» στο Antipode2008-όταν ένα τεράστιο πανό σε κεντρικό δρόμο του Καράκας έχει το σύνθημα «La Nueva Geometrίa del Poder», η νέα γεωμετρία δύναμης. Μια έννοια  με την οποία ασχολείται τα τελευταία χρόνια και την έχει αναπτύξει δημόσια, την οποία βλέπει τώρα ως πολιτικό  σύνθημα να έχει ταξιδεύσει και να έχει επανα-επεξεργαστεί  σε άλλους τόπους. Πως απευθύνεσαι σε ευρύτερα ακροατήρια; αναρωτιέται στο παραπάνω κείμενο. Πως αντιλαμβάνεσαι το ρόλο του δημόσιου διανοούμενου; Και πως αποφεύγεις τις δυσκολίες της θέσης και του ρόλου σου; Ευρύτερα πολιτικά ερωτήματα τα οποία βρίσκονται στον πυρήνα της γεωμετρία δύναμης, με τη τριπλή έννοια της δύναμης επιβολής, της εξουσίας ως θεσμού και του κοινωνικο-χωρικού ελέγχου.

Η γραφή, ο λόγος και η επαφή που έχει κάποιος/α μαζί της είναι απλός και μη εξεζητημένος. Χρησιμοποιεί συχνά προσωπικές εμπειρικές παρατηρήσεις από την καθημερινότητα που συνδυάζονται με πολιτικές και φιλοσοφικές έννοιες για να καταλήξουν σε πρωτότυπες γεωγραφικές παρατηρήσεις. Η μέθοδος αυτή υλοποιεί με τον καλύτερο τρόπο το φεμινιστικό πρόταγμα «το προσωπικό είναι πολιτικό» και αναδεικνύει εκείνα τα μικρά και καθημερινά που άλλοι τα προσπερνούν. Παράλληλα έχει μοναδική ευχέρεια να γενικεύει, να δει τη μεγάλη εικόνα και να υποδείξει νέες θεωρητικές έννοιες και κατευθύνσεις. Σημαντικό ρόλο στη δουλειά της, σε αντίθεση με άλλους διάσημους συναδέλφους της, έχουν οι πρωτογενείς έρευνες πεδίου, με ποσοτικές και ποιοτικές μεθόδους, αμφισβητώντας πάντα τα έτοιμα διοικητικά όρια των τόπων και των περιφερειών τις οποίες μελετά. Τέλος, οι συχνές δημόσιες παρεμβάσεις της, οι συνεργασίες της με χώρες και κινήματα στη Λατινική Αμερική, οι συνεντεύξεις στη τηλεόραση, η συμμετοχή σε ντοκιμαντέρ όπως στο: The future of landscape and the moving image, η συνεργασία με την Tate Modern κ.α. την καθιστούν μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες δια- νοούμενες στο ΗΒ αλλά και στη Λατινική Αμερική.

Στο πρόσφατο θαυμάσιο βιβλίο τους για την Doreen: Doreen Massey: Un sentido global del lugar (η παγκόσμια αίσθηση του τοπικού), οι Καταλανοί συνάδελφοι Abel Albet και Nuria Benach υποστηρίζουν ότι παρά τη σημαντική διεθνή προσφορά της Doreen και την επιρροή της στη γεωγραφική σκέψη, δεν μπορούν να μιλήσουν για μια πιθανή «σχολή Massey». Έχουν δίκιο. Ποτέ δεν είχε τη φιλοδοξία να δημιουργήσει ένα αυτοαναφορικό κύκλο μαθητών και συναδέλφων, αλλά πάντα η ακαδημαϊκή της ενασχόληση ήταν σε ομάδες και είχε σχέση με την πολιτική δράση. Η διδασκαλία της και τα βιβλία της δεν προωθούν μόνο τη γεωγραφία αλλά ένα κριτικό, αυτόνομο και υπεύθυνο τρόπο να «σκέφτομαι μέσω της χωρικότητας».

Τα παραπάνω συνθέτουν μια συνολική φυσιογνωμία επιστήμονα, δασκάλας και δημόσιας διανοούμενης την οποία θα τολμούσα να ονομάσω «ο τρόπος της Massey». Ένας τρόπος χαμηλών τόνων αλλά με εσωτερική δυναμική και διεθνή αναγνώριση, που συνδυάζει τη διδασκαλία με τον πολιτικό και φεμινιστικό ακτιβισμό, ανοικτός και παγκόσμιος όσο και τοπικός, εδραιωμένος σε μια απλή καθημερινή ζωή. Γι΄αυτόν τον “τρόπο” και για όλα τα άλλα σε ευχαριστούμε Doreen.

Αναφορές

Albet, A., Benach, N.,2012 Doreen Massey: Un sentido global del lugar, Barcelona: Icaria

Allen, J.,  Massey, D. 1985, (eds) Geographical Worlds, Oxford University Press and the Open University.

Allen, J.,  Massey, D.1988,(eds) The Economy in Question, London: Sage

Allen, J., Massey, D., Cochrane, A. 1998, Rethinking the Region, New York: Routledge

Allen, J.,Massey, D.1988, (eds) Uneven Re-Development : cities and regions in transition, London: Routledge

Massey, D. 1973, “Towards a Critique of Industrial Location Theory”, Antipode, 5:3, pp. 33-39

Massey, D. 1985/1995, Spatial Divisions of Labour. Social Structures and the geography of production,  London: Macmillan (Β’ έκδοση το 1995)

Massey, D. 1987, Nicaragua, Milton Keynes: Open University Press

Μassey, D. 1991,“A global sense of place”, Marxism Today, 1991, June

Massey, D. 1994, Space, Place and Gender, Oxford: Polity

Massey, D. 1998, Power Geometries and the Politics of SpaceTime, Hettner Lecture, Department of Geography, University of Heidelberg (ένα από τα κείμενα του μικρού αυτού τόμου κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το 2001: Φιλοσοφία και πολιτικές της χωρικότητας, Αθήνα: ΕΜΠ, Τμήμα Αρχιτεκτόνων – Παπασωτηρίου)

Massey, D. 2007, World City, Cambridge: Polity

Massey, D. 2008, ‘When theory meets politics’,  Antipode, vol.40, no.3, pp.492-497

Massey, D., Allen, J. (eds) 1984, Geography Matters! A Reader, Cambridge: Cambridge University Press, in association with Open University Press

Massey, D., Meagan, R. 1979, The geography of industrial reorganisation: the spatial effects of the restructuring of the electrical engineering sector under the industrial reorganisation corporation, Oxford: Pergamon Press

Massey, D., Meagan, R. 1982, The Anatomy of Job Loss: The how, why and where of employment decline, London: Methuen

Massey, D., Quintas, P., Sarre, P. 1992, High-Tech Fantasies Science parks in society, science and space, London and New York: Routledge

Phelps, N. 2008, “Spatial Divisions of Labour (1984): Doreen Massey”, in P. Hubbard, R. Kitchin, G. G. Valentine (eds) Key Texts in Human Geography, London: Sage, pp. 83- 90

Βαΐου, Ντ. , Χατζημιχάλης, Κ. (2012) Ο Χώρος στην Αριστερή Σκέψη,  Αθήνα: Ίδρυμα Ν. Πουλαντζάς/Εκδόσεις Νήσος

Βιβλιογραφία της Doreen Massey στα ελληνικά

Συνέντευξη της D. Massey στο περιοδικό ΑΝΤΙ 4.7.1985 με θέμα: «Αγορά εργασίας, τοπική αυτοδιοίκηση και οργάνωση του χώρου»

L. Mc Dowell, D. Massey (1992) «Ένας χώρος για τις γυναίκες» (μτφρ. Ντ. Βαΐου) στο: Κ. Χατζημιχάλης (επιμ.) Περιφερειακή Ανάπτυξη και Πολιτική. Κείμενα από τη διεθνή εμπειρία, Αθήνα: Εξάντας, σελ. 111-125

Massey (1995) «Η παγκοσμιότητα του τοπικού», (μτφρ. Γ.Παρασκευόπουλος), Νέα Οικολογία, 134, σελ. 56- 61

D. Massey, J. Allen (2001) (επιμ.) Η Γεωγραφία έχει Σημασία! (μτφρ. Κ. Παυλογεωργάτου) Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

D. Massey (2001) Φιλοσοφία και πολιτικές της χωρικότητας, (μτφρ. A. Πατσού) Αθήνα: Τμήμα Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

Συνέντευξη της D. Massey στο περιοδικό Γεωγραφίες, 1/2001 με θέμα τις πρόσφατες εργασίες της

D. Massey (2008) Για το χώρο (μτφρ. Ι. Μπιλμπή), Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας αριστερός, κοινωνικά ενεργός πολεοδόμος

Κυριακή, 05 Σεπτεμβρίου 2010 19:51 

Με μια λιτή πολιτική κηδεία αποχαιρετήσαμε στο Α΄ Νεκροταφείο τον Γρηγόρη Διαμαντόπουλο. Πέθανε σε ηλικία 86 χρόνων. Υπήρξε ένας από τους πιο πρωτοπόρους και προικισμένους πολεοδόμους του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα με έργο που θα μείνει για πάντα. Τουλάχιστον σε πόλεις όπως η Καλαμάτα, η Θήβα, το Πέραμα, ο Βόλος κ. ά. Από νέος στην Αριστερά, γραμματέας της ΕΠΟΝ Πολυτεχνείου ένα διάστημα, εντάχθηκε στο κομμουνιστικό κίνημα και ακολούθησε την γνωστή διαδρομή των αγωνιστών της γενιάς του. Στέλεχος της ΕΔΑ με τη διάσπαση του ΚΚΕ βρέθηκε στο Παρθένι και μετά στις φυλακές Αβέρωφ. Όσοι τον γνωρίσαμε εκεί, όχι μόνο ως στέλεχος της Αριστεράς αλλά και ως ανήσυχο αριστερό διανοούμενο, μάθαμε και με τη συμβολή του από πολύ νωρίς όσο αργότερα θα κατανοούσαμε ως βαθύτερες πηγές της κακοδαιμονίας του ΚΚΕ και του περιορισμού της εμβέλειας της Αριστεράς. Συνέχεια ανάγνωσης ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας αριστερός, κοινωνικά ενεργός πολεοδόμος

Αγωνιστής της αριστεράς οραματιστής πολεοδόμος

Ημερομηνία δημοσίευσης: 31/08/2010
“Είπαμε πολλά και σώνει. Ας λαλήσει και άλλο αηδόνι”. Με αυτή τη παροιμία ευχαριστούσε ο Γρηγόρης Διαμαντόπουλος τους ομιλητές, της τελευταίας τιμητικής προς το πρόσωπό του εκδήλωσης, που έγινε το 2008 με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του “Τι μένει άραγε από 45 χρόνια μαχόμενης πολεοδομίας”;

Συνέχεια ανάγνωσης Αγωνιστής της αριστεράς οραματιστής πολεοδόμος