Αρχείο κατηγορίας Κοινωνικά Kινήματα Πόλης και Περιφέρειας

Για πρώτη φορά πάνω από 30 χώρες και 70 πόλεις συντονίζονται

Η εικόνα ίσως περιέχει: 9 άτομα, , τα οποία χαμογελούν, άτομα στέκονται, πλήθος και υπαίθριες δραστηριότητες

Ο Νάσος Ηλιόπουλος και μέλη της Ανοιχτής Πόλης συμμετείχαν το Σάββατο το μεσημέρι στο αντιφασιστικό συλλαλητήριο στην Αθήνα.

Ο Νάσος Ηλιόπουλος αναφέρει σε ανάρτησή του:

«Για πρώτη φορά πάνω από 30 χώρες και 70 πόλεις συντονίζονται και διοργανώνουν ταυτοχρόνως κινητοποιήσεις ενάντια στην ακροδεξιά, τον ρατσισμό και τον φασιστικό κίνδυνο.
Εχθές, στο Κράιστσερτς της Νέας Ζηλανδίας, ένας ακροδεξιός εξτρεμιστής άνοιξε πυρ σε δυο μουσουλμανικά τεμένη και αφαίρεσε τη ζωή από 49 ανθρώπους, προκαλώντας μια ανείπωτη τραγωδία.
Η επιχειρούμενη παλινόρθωση της ακροδεξιάς σε παγκόσμιο επίπεδο προμηνύει μόνο τέτοιες τραγωδίες. Είναι χρέος όλων των δημοκρατικών πολιτών να αποτρέψουμε αυτή την εξέλιξη και παρά τις όποιες πολιτικές και ιδεολογικές διαφορές να οικοδομήσουμε όλοι μαζί έναν κόσμο που θα τους χωράει όλους, ανεξάρτητα από το φύλο, τη φυλή, τη θρησκεία και τον σεξουαλικό προσανατολισμό.
Είμαστε όλοι διαφορετικοί και είμαστε όλοι ίσοι. Προσωπική μου δέσμευση είναι ότι θα αγωνιστώ ώστε η Αθήνα να είναι μια πόλη ασφαλής και πολύχρωμη, που όχι απλά θα δέχεται αλλά θα αγκαλιάζει την διαφορετικότητα του κάθε ανθρώπου, είτε μένει εδώ μόνιμα είτε περνάει για λίγες μέρες ή ώρες.
Θα το επαναλάβω λοιπόν.
Η Αθήνα είναι πιο ασφαλής χωρίς την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής και των άλλων φασιστικών ομάδων.»

κοινοποίησε το:

Κανείς άλλος σοκολάτα;

Κανείς άλλος σοκολάτα;». Η Μαρία κρατά τα μπουκάλια με το ζεστό ρόφημα που έχουν σχεδόν αδειάσει. Βρισκόμαστε Κυριακή βράδυ κοντά στην Ε7 του λιμανιού του Πειραιά και είμαστε έτοιμοι μαζί με την «Παρέα» να μοιράσουμε φαγητό στους άστεγους που ζουν εδώ χρόνια τώρα.

Συνέχεια ανάγνωσης Κανείς άλλος σοκολάτα;
κοινοποίησε το:

η Μικρή ιστορία ενός γκραφίτι και το τέλος του

δυο διάσημα γκραφίτι-μουράλ της ιταλικής κολεκτίβας Μπλου (Βlu) που υπήρχαν στην οδό Κούβριστρασε (Cuvrystraße) στο Κρόιτσμπεργκ του Βε-ρολίνου. Η μια τοιχογραφία εικονοποιούσε ένα γιάπη χωρίς κεφάλι που φτιάχνει την γραβάτα του και φοράει δυο χρυσά ρολόγια ρόλεξ, τα οποία δένονται μεταξύ τους με αλυσίδα ώστε να φαίνονται σαν χειροπέδες, και η άλλη δύο καλυμμένα με κουκούλες πρόσωπα που η μια αποκαλύπτει την άλλη σχηματίζοντας η πρώτη με τα δάχτυλά της το σύμβολο «Ε» για την «Ανατολή (East)» και η δεύτερη το σύμβολο «W» για τη «Δύση (West)».
Συνέχεια ανάγνωσης η Μικρή ιστορία ενός γκραφίτι και το τέλος του
κοινοποίησε το:

Οι αυτοοργανωμένες πλατφόρμες πολιτών αναλαμβάνουν τη διοίκηση των πόλεων

Της Δώρας Κοτσακά

– Ανάπτυξη συνεταιρισμών, κοινωνικών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων ενταγμένων στο οικονομικό σχέδιο εξυπηρέτησης των τοπικών αναγκών, όπως στη Βαρκελώνη και στο Πρίνστον, στο Κλίβλαντ και στο Τζάκσον (ΗΠΑ).

– Μαζικό κύμα επαναδημοτικοποίησης των δημοσίων υπηρεσιών κυρίως στους τομείς της ενέργειας, του νερού και των κοινωνικών υπηρεσιών, στο οποίο έχει προχωρήσει πολύ μεγάλος αριθμός δήμων και περιφερειών κυρίως σε Γαλλία, Αυστρία, Γερμανία και Νορβηγία.

– Θέσμιση κοινοτικών κοινοπραξιών γης με σκοπό την προστασία από το gentrification, όπως συμβαίνει στο Λιντζ και το Όκλαντ (ΗΠΑ).

Το κίνημα της νέας αυτοδιοίκησης ή, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, new municipalism αποτελεί το νέο αγαπημένο όρο όταν γίνεται κουβέντα για τον εκδημοκρατισμό της πολιτικής, τα κοινά αγαθά ή τα κινήματα πόλης. Οι σχετικές συζητήσεις, τα εφαρμοσμένα παραδείγματα και οι εκλογικές νίκες, ενώ πληθαίνουν ταχύτατα σε αριθμό, συνεχίζουν να αφορούν μικρές κλίμακες. Στις ΗΠΑ το κίνημα είναι περισσότερο συνδεδεμένο με τον M. Bookchin, θεωρητικό της κοινωνικής οικολογίας, ο οποίος ήταν και ο πρώτος που εισήγαγε τον όρο municipalism, ενώ στην Ευρώπη οι αναφορές του έχουν να κάνουν περισσότερο με τα Κοινά, την κοινωνική οικονομία, τις πρακτικές P2P. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την πολιτική παράδοση του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος και τα κινήματα των πλατειών, συνιστούν κοινό τόπο για το κίνημα της νέας αυτοδιοίκησης, από τη Βαρκελώνη και τη Νάπολη έως το Μόντρεαλ και τη Νέα Υόρκη, όπου τον Αύγουστο έγινε και η τελευταία συνάντηση των fearless cities, όπως ονομάζεται η διεθνής “ομπρέλα συντονισμού” τους.

Κινούμενοι μέσα σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο, άνθρωποι ενεργοί στα κινήματα των πλατειών πριν από μερικά χρόνια, μοιράστηκαν ως κοινή αφετηρία την παραδοχή ότι η κεντρική πολιτική σκηνή ήταν εξαιρετικά διαπλεκόμενη και περίπλοκη, εγκλωβισμένη στους όρους εξυπηρέτησης της κερδοσκοπίας των διεθνών χρηματοπιστωτικών κολοσσών, αλυσοδεμένη με συμβάσεις και μνημόνια. Η προσπάθεια που απαιτούνταν για να εμπλακούν σε αυτό το παιχνίδι ήταν τεράστια, τα αποτελέσματα αμφίβολα και, κυρίως, οι συμβιβασμοί που συνιστούσαν προϋπόθεση ήταν τέτοιοι και τόσοι που εξαρχής κατέστη σαφές ότι οι εθνικές εκλογές δεν ήταν μία μάχη που επέλεγαν να δώσουν. Αντίθετα, η αυτοδιοίκηση γινόταν αντιληπτή ως περισσότερο οικεία, λιγότερο εγκλωβισμένη σε “μεγάλα κόλπα” που τους υπερέβαιναν και καταλληλότερη προκειμένου να εφαρμοστούν πειραματικά οι πολιτικές και οι αρχές που πρέσβευαν μέσα από θεσμικά κανάλια. Ακόμα και η εκλογική αναμέτρηση σε αυτό το επίπεδο φαινόταν ως μία μάχη που μπορούσε να κερδηθεί, όταν π.χ. στον τομέα της ενημέρωσης μπορούσαν να δουλέψουν τις πόλεις τους γειτονία – γειτονιά, ενώ δεν μπορούσαν να επηρεάσουν ούτε κατ’ ελάχιστο τα ΜΜΕ εθνικής εμβέλειας.

Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά και σε εκλογικό επίπεδο. Από το 2015 μεγάλες πόλεις πέρασαν στα χέρια των κινημάτων που πλέον έπρεπε να γειωθούν και να αναμετρηθούν με τους όρους της διοίκησης και των θεσμικών εργαλείων. Τον Ιούνιο του 2017, το διεθνές κίνημα της νέας αυτοδιοίκησης συναντήθηκε για πρώτη φορά υπό την ομπρέλα του Fearless Cities σε ένα μεγάλο συνέδριο στη Βαρκελώνη, που οργανώθηκε από την πλατφόρμα πολιτών Barcelona En Comú. Σε αυτό συμμετείχαν περισσότεροι από 700 δήμαρχοι, αιρετοί στην αυτοδιοίκηση και ακτιβιστές από όλες τις ηπείρους με σκοπό τη συγκρότηση ενός παγκόσμιου δικτύου. Από την πρώτη στιγμή αποτέλεσε κοινό τόπο ότι το ζητούμενο δεν ήταν η εμπλοκή στην πολιτική εκπροσώπηση, αλλά ένα πείραμα για την αλλαγή των αυτοδιοικητικών θεσμών. Στόχος είναι η αξιοποίησή τους όχι στη θέση των οργανωτικών δομών των κινημάτων, αλλά προκειμένου να υποστηρίξουν, διευρύνουν και μαζικοποιήσουν το κίνημα.

Μετρώντας ήδη κάποια χρόνια στη διοίκηση, οι πλατφόρμες πολιτών μπορούν πλέον να αποτιμηθούν όχι μόνο ως ιδέα, αλλά και ως προς τα αποτελέσματα που φέρουν. Παρόλο που τα ονόματα και η σύνθεσή τους διαφέρουν από πόλη σε πόλη, έχουν όλες μία κοινή φιλοσοφία και τρόπο εργασίας. Χρησιμοποιούν ως βασικό εργαλείο τις λαϊκές συνελεύσεις και τα ψηφιακά εργαλεία συμμετοχής, προκειμένου να λάβουν αποφάσεις από την πολιτική τους ατζέντα έως την οργανωτική τους δομή.

Στην Ευρώπη το εν λόγω κίνημα έχει κυρίως συνδεθεί με τις πόλεις της Ισπανίας που ήταν και οι πρώτες που πέρασαν υπό τον έλεγχό του, όπως η Βαρκελώνη και η Μαδρίτη, ως συνέχεια του κινήματος 15Μ των πλατειών. Μέσα σε λίγους μήνες πολλοί εκ των υποψηφίων βρέθηκαν μέσω της θεσμικής οδού στα γραφεία των δημαρχείων να κοιτάζουν τις πλατείες στις οποίες διαδήλωναν και καταλάμβαναν τα προηγούμενα χρόνια. Σήμερα εργάζονται για το συστηματικό άνοιγμα της πολιτικής σφαίρας στα κοινωνικά κινήματα και τις συνελεύσεις γειτονιάς που στην πόλη είναι ενεργές και παίζουν μεγάλο ρόλο τόσο στη λήψη αποφάσεων όσο και στην υλοποίησή τους. Μετράνε ήδη πολλές νίκες ενάντια στις εξώσεις και την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών, ενώ ταυτόχρονα έχουν αυξήσει σημαντικά τις δημόσιες επενδύσεις στην κοινωνική πρόνοια.

Στη Βαρκελώνη ξεκίνησαν δημιουργώντας έναν “ηθικό κανονισμό” σχεδιασμένο με τρόπο που να θέτει τις κινήσεις των αιρετών υπό διαρκή λαϊκό έλεγχο με στόχο την αποφυγή της “θεσμοποίησής τους”, όπως αναφέρουν. Το πρόγραμμα συνδιοίκησής τους περιλαμβάνει δράσεις έκτακτης ανάγκης, όπως μέτρα για την παύση των εξώσεων, πρόστιμα στις τράπεζες που αφήνουν άδεια ακίνητα διαφορετικών χρήσεων, και επιδότηση για το κόστος σε ενέργεια και μετακινήσεις των ανέργων και όσων έχουν απολαβές χαμηλότερες του κατώτατου μισθού. Παράλληλα, πειραματίζονται με νέες μορφές συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων, όπως στην περίπτωση επαναχάραξης της στρατηγικής της πόλης για τον τουρισμό, μέσα από ένα συμμετοχικό σχέδιο που έχει ως βάση τις λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές. Στη Μαδρίτη δημιούργησαν τη “θέση του πολίτη” στα δημοτικά συμβούλια, όπου για πρώτη φορά μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα οι δημότες και να λαμβάνουν το λόγο.

Προφανώς πολλοί από τους στόχους του κινήματος της νέας αυτοδιοίκησης, από την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών έως την συντεταγμένη υποστήριξη στην κοινωνική οικονομία ως εναλλακτική στον εκ χρηματισμένο καπιταλισμό, περιορίζονται σε πλαίσια που στην πραγματικότητα τίθενται σε εθνικό, ευρωπαϊκό ή και παγκόσμιο επίπεδο. Προσπαθώντας να απαντήσουν σε αυτούς τους περιορισμούς οι πλατφόρμες πολιτών ενώνουν τις δυνάμεις τους και δημιουργούν δίκτυα όπως το “refuge cities” στην Ισπανία ή το δίκτυο των καταλανικών πόλεων που προωθεί την κοινωνική οικονομία με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Αυτού του τύπου τα δίκτυα επιτρέπουν την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και πόρων σε οριζόντιο επίπεδο και τη δημιουργία εναλλακτικών κοινωνικό-οικονομικών μοντέλων από τα κάτω. Την ίδια στιγμή η δημιουργία δικτύων τους επιτρέπει να υπερβούν τις πεπερασμένες δυνατότητες της τοπικής αυτοδιοίκησης και να μπορέσουν να εισάγουν ζητήματα στην πολιτική ατζέντα που σκοπίμως παραμένουν στην αφάνεια, όπως έγινε στην περίπτωση της πρωτοβουλίας των TTIP free zones, στην οποία συμμετέχουν περισσότεροι από 2000 δήμοι και περιφέρειες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και πόλεις της Ιταλίας, όπως η Νάπολη όπου η πλατφόρμα πολιτών Mass Critica έλαβε το 65% των ψήφων. Μία από τις πρώτες της κινήσεις ήταν η δημιουργία του θεσμικού πλαισίου και νομικού πλαισίου προκειμένου “σημαντικοί αστικοί τομείς και λειτουργίες να ενταχθούν στην κατηγορία των κοινών”. Στη συνέχεια, δημιούργησαν την πρώτη υπηρεσία του δήμου αποκλειστικά υπεύθυνη για τα κοινά.

Δύο καίρια σημεία διαφοροποιούν το κίνημα της νέας αυτοδιοίκησης από παλαιότερες ριζοσπαστικές προσεγγίσεις αστικής διαχείρισης. Το τοπικό κράτος γίνεται αντιληπτό ως το θεσμικό εργαλείο για την ενδυνάμωση, το συντονισμό και την ανάπτυξη της κοινωνικής καινοτομίας από τις πρωτοβουλίες πολιτών, τις οργανώσεις και τις επιχειρήσεις της ίδιας της κοινότητας. Αυτή η αντίληψη – που πολλοί σήμερα αποδίδουν και με τον όρο partner state – εδράζεται στην παραδοχή ότι οι κοινότητες μπορούν να είναι πολύ αποτελεσματικές στην κάλυψη με ίδιους πόρους και εργασία μεγάλου μέρους των αναγκών τους. Το κίνημα της νέας αυτοδιοίκησης δεν αντιλαμβάνεται το ρόλο του τοπικού κράτους αποκλειστικά ως πάροχου υπηρεσιών. Επιδιώκει τη δημιουργία εκείνων των συνθηκών που θα επιτρέψουν στις πρωτοβουλίες πολιτών της κοινότητας να λειτουργήσουν και αναπτυχθούν ενδυναμώνοντας τις δυνατότητες αυτοοργάνωσης της κοινότητας.

Ωστόσο, δεν πρόκειται για μία διαδικασία που έχει ως στόχο να αποψιλώσει τις αρμοδιότητες της αυτοδιοίκησης. Συνιστά εμπεδωμένη παραδοχή ότι θεμελιακά αγαθά και υπηρεσίες όπως η ενέργεια, η παροχή νερού και αποχέτευσης, οι δημοτικές συγκοινωνίες και οι σχολικές μονάδες, ξεπερνούν τις τοπικές πρωτοβουλίες πολιτών εξαιτίας της κλίμακάς τους. Είναι η αυτοδιοίκηση με την θεσμική της ιδιότητα που εγγυάται ότι αυτού του τύπου τα αγαθά και οι υπηρεσίες τιμολογούνται δίκαια και είναι προσβάσιμα από όλους τους πολίτες.

Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με μία ριζοσπαστική προσέγγιση σχετικά με το τι συνιστά τοπική οικονομική ανάπτυξη. Σε αυτό το νέο όραμα για τα δημοτικά πράγματα στόχο αποτελεί η δημιουργία μίας τοπικής οικονομίας που θα είναι αποκεντρωμένη, δίκαιη και δημοκρατική. Έρχεται σε ρήξη στην πράξη με την εμπεδωμένη αντίληψη που αντιλαμβάνεται την οικονομική πολιτική των δήμων ως κάτι που συνίσταται σε αναζήτηση επενδύσεων από μεγάλες εταιρείες και ανάθεση προμηθειών πάλι σε αυτές, αναπτυξιακά σχέδια real estate μεγάλης κλίμακας και μεγάλες πανάκριβες εκδηλώσεις εντυπωσιασμού. Αντίθετα, εστιάζει στη διεύρυνση του δημοσίου και κοινωνικού τομέα της οικονομίας, σε οικονομικές δραστηριότητες με δικαιότερους μισθούς, με μεγαλύτερο εργατικό έλεγχο και αυξημένη περιβαλλοντική και κοινωνική μέριμνα. Στόχος είναι η δημιουργία πλούτου στην κοινότητα κατά τη διάρκεια της πραγματικής λειτουργίας της οικονομίας και όχι μίας εκ των υστέρων ανακατανομής με αμφίβολους όρους. Ορισμένα από τα εργαλεία που εφαρμόζουν προκειμένου να πετύχουν τα παραπάνω έχουν να κάνουν με:

– Τη δημιουργία “συμφώνων συνεργασίας” και θερμοκοιτίδων συνεργατικής οικονομίας, όπως στη Μπολόνια και τη Γάνδη.

– Την ανάπτυξη συνεταιρισμών, κοινωνικών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων ενταγμένων στο οικονομικό σχέδιο εξυπηρέτησης των τοπικών αναγκών, όπως στη Βαρκελώνη και στο Πρίνστον, στο Κλίβλαντ και στο Τζάκσον (ΗΠΑ).

– Το μαζικό κύμα επαναδημοτικοποίησης των δημοσίων υπηρεσιών κυρίως στους τομείς της ενέργειας, του νερού και των κοινωνικών υπηρεσιών, στο οποίο έχει προχωρήσει πολύ μεγάλος αριθμός δήμων και περιφερειών κυρίως σε Γαλλία, Αυστρία, Γερμανία και Νορβηγία.

– Την προώθηση και ενίσχυση των αυτοδιαχειριζόμενων κοινωνικών κέντρων, όπως στη Νάπολη.

– Τη θέσμιση κοινοτικών κοινοπραξιών γης με σκοπό την προστασία από το gentrification, όπως συμβαίνει στο Λιντζ και το Όκλαντ (ΗΠΑ).

κοινοποίησε το:

Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Παρουσίαση με θέμα: “Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

1 Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

2 The City and the Grassroots
Από το Έργο Η Πόλη και οι Αποκάτω The City and the Grassroots Manuel Castells, 1983

Συνέχεια ανάγνωσης Η ΠΟΛΗ ΩΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
κοινοποίησε το:

Κοινωνική κατοικία: φιλανθρωπία ή δικαίωμα;

27 Απριλίου 2014 της Δήμητρας Σιατίτσα

dim

Πρόγραμμα κοινωνικής κατοικίας για τους άστεγους: το ανακοίνωσε πομπωδώς ο πρωθυπουργός, πριν από λίγες μέρες, εξαγγέλλοντας τη λειτουργία ενός υπνωτηρίου 80 ατόμων στο κέντρο της Αθήνας. Το σοβαρότερο ζήτημα –πέρα από τον εμπαιγμό, την ασημαντότητα και τον προεκλογικό χαρακτήρα των εξαγγελιών– είναι ότι οι επιλογές προδιαγράφουν την πορεία που θα ακολουθήσει η όποια κοινωνική πολιτική κατοικίας. Καθώς διανύουμε μια περίοδο μετασχηματισμών και ρευστότητας, τα πρώτα βήματα, ιδιαίτερα σε ένα τόσο αδιαμόρφωτο πεδίο όπως η κοινωνική πολιτική κατοικίας και οι υπηρεσίες για αστέγους, είναι ιδιαίτερα σημαντικά, καθώς διαπλάθουν την αντίληψή μας και οριοθετούν τις κοινωνικές αξιώσεις για τον ρόλο του δημοσίου.

Όταν η φιλανθρωπία μετατρέπεται σε κοινωνική πολιτική του κράτους.

Τόσο στο αυτοδιοικητικό όσο και στο «κεντρικοπολιτικό» επίπεδο, εμπεδώνεται ένα μοντέλο και μια ρητορεία για θέματα κατοικίας που ανάγει τη φιλανθρωπία σε κρατική πολιτική, τους χορηγούς σε ρυθμιστές των κοινωνικών παροχών, ευτελίζοντας ταυτόχρονα τους όρους του σχεδιασμού και της εφαρμογής της κοινωνικής πολιτικής. Είναι ξεκάθαρο σε όσους ασχολούνται με τα ζητήματα στέγης, ότι στην παρούσα προεκλογική περίοδο οι κυβερνώντες ενδιαφέρονται μόνο για επικοινωνιακά αξιοποιήσιμες εξαγγελίες, που δεν λαμβάνουν υπόψη τους την εμπειρία των υπηρεσιών και των οργανώσεων. Χωρίς να επενδύουν στις θεσμικές αλλαγές, τις μακροπρόθεσμες δομές και τους μηχανισμούς που απαιτούνται, εισάγουν στην ελληνική πραγματικότητα ένα ξεπερασμένο και αναποτελεσματικό μοντέλο διαχείρισης του ζητήματος των αστέγων.

Η πολιτική αυτή δεν κατοχυρώνει δικαιώματα, αλλά κατά περίπτωση, και κυρίως ανάλογα με τη διαθεσιμότητα της ιδιωτικής χρηματοδότησης, διανέμει παροχές και ευεργετήματα. Αυτό τείνει να κυριαρχήσει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο: «οι αγορές» γίνονται ρυθμιστής της πολιτικής απαιτώντας μεγαλύτερες ελευθερίες και στον τομέα της κατοικίας, η δημόσια χρηματοδότηση για κοινωνική πολιτική περιορίζεται, οι χορηγοί και τα διεθνή φιλανθρωπικά ιδρύματα μετατρέπονται σε εγγυητές της βιωσιμότητας του κοινωνικού κράτους. Κάτι τέτοιο, όπως δείχνει η παγκόσμια εμπειρία, εκτός από ένδειξη κατάργησης του κοινωνικού κράτους και των δημοκρατικών θεσμών, συνιστά επισφαλή συνθήκη στον βαθμό που εξυπηρετεί τις προτεραιότητες των χορηγών, συχνά έναντι άλλων ανταλλαγμάτων και, σίγουρα, δεν υποκαθιστά την (απούσα) πολιτική συνολικότερης προστασίας.

Επιχειρείται παράλληλα και μια άκρως επικίνδυνη ιδεολογική πλαισίωση της αποκένωσης των δικαιωμάτων και της κατάργησης της κοινωνικής προστασίας, με τη χρήση μιας διαχωριστικής και ρατσιστικής ρητορικής. Η διστύπωση «νεο-άστεγοι» (και μάλιστα Έλληνες), που χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως αναλυτική κατηγορία για να περιγράψει τις τάσεις εκπτώχευσης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού, οδηγεί σε κοινωνικό ανταγωνισμό για τους ελάχιστους πόρους και παροχές. Νομιμοποιούνται έτσι προσδοκίες, αλλά και η διοχέτευση πόρων, στην «ελληνική οικογένεια», ενώ παραμένουν στην αφάνεια οι υπόλοιπες αποκλεισμένες ομάδες ως μη επιλέξιμες, προκαλώντας διαιρέσεις στους «από κάτω».

Οι όροι και τα εργαλεία πολιτικής έχουν σημασία

Στον κυρίαρχο λόγο παρακολουθούμε επίσης τη διαστρέβλωση των νοημάτων. Σήμερα, στις περισσότερες χώρες τις Ευρώπης, κοινωνική κατοικία ονομάζεται ο τομέας της αγοράς κατοικίας που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο μη κερδοσκοπικό τομέα και διατίθεται με κοινωνικό ενοίκιο σε δικαιούχους που δεν μπορούν να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες μέσω της αγοράς. Συνολικότερα, η κοινωνική πολιτική κατοικίας αποτελεί ένα πλέγμα προγραμμάτων για την κάλυψη διαφοροποιημένων αναγκών του πληθυσμού, με κύρια εργαλεία το δημόσιο οικιστικό απόθεμα, την επιδότηση ενοικίου και τον έλεγχο της λειτουργίας της αγοράς.

Από την άλλη, η πολιτική για τους άστεγους έχει στόχο την ανάπτυξη κοινωνικών υπηρεσιών και δομών για την αντιμετώπιση των ακραίων περιπτώσεων στεγαστικού και πολύπλευρου κοινωνικού αποκλεισμού. Αποτελεί έναν διακριτό, αν και συμπληρωματικό, τομέα πολιτικής ο οποίος αναπτύχθηκε ως απάντηση στα εντεινόμενα φαινόμενα φτώχειας και αποστέρησης, που παρήγαγε η κατάργηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, η πλήρης εκχώρηση της παραγωγής κατοικίας στην ιδιωτική αγορά, και ο περιορισμός της δημόσιας παρέμβασης στις πιο ακραίες περιπτώσεις.

O καθ’ ημάς νεολογισμός «κοινωνική κατοικία για άστεγους», μια υβριδική ορολογία που δεν αντιστοιχεί σε καμία από τις τυπολογίες που χρησιμοποιούνται σήμερα στην Ευρώπη, είναι εξαιρετικά βολικός ώστε να καλύψει την απουσία πολιτικών και στις δύο κατευθύνσεις.

Αντίθετα, η γεφύρωση των πολιτικών κοινωνικής κατοικίας με τις υπηρεσίες για αστέγους –όταν υπάρχουν– αποτελεί πάγιο αίτημα ειδικών και κοινωνικών οργανώσεων, και σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο. Μάλιστα, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες μελέτες, τα ενδιάμεσα στάδια επισφαλούς, μερικής και μη αξιοπρεπούς στέγασης όπως τα υπνωτήρια, οι ξενώνες και οι προσωρινές μονάδες πρέπει να περιοριστούν, καθώς έχει αποδειχθεί ότι στην ουσία ανακυκλώνουν τον αποκλεισμό. Η περιορισμένη μέχρι σήμερα ανάπτυξη τέτοιων δομών στην Ελλάδα, και η ύπαρξη πολλών άδειων και κλειστών κτιρίων και διαμερισμάτων, αποτελεί ευκαιρία για να περάσουμε κατευθείαν σε πολιτικές που προλαμβάνουν την απώλεια της στέγης και προγράμματα άμεσης πρόσβασης σε σταθερή κατοικία, με την παροχή ενός κατάλληλου οικονομικού, προνοιακού και υποστηρικτικού πλαισίου.

Διεκδικώντας το δικαίωμα στην κατοικία.

Οι κοινωνικές στεγαστικές πολιτικές αναπτύχθηκαν πολύ λίγο στην Ελλάδα. Μέχρι και σήμερα η πρόσβαση στην κατοικία γίνεται σχεδόν αποκλειστικά μέσω της αγοράς με τη σημαντική υποστήριξη της οικογένειας, με όλο και πιο δύσκολους και άνισους όρους, με εντεινόμενη εξάρτηση από τον δανεισμό και αποκλεισμό περισσότερων ομάδων. Η απουσία πολιτικών και η αντιμετώπιση των στεγαστικών αναγκών μέσω της αγοράς και με πολιτικές στήριξης της κατασκευής, είχε ως αποτέλεσμα η δημόσια παρέμβαση στον τομέα της κατοικίας να βρίσκεται εκτός δημόσιας συζήτησης, σε μεγάλο βαθμό και από την Αριστερά. Από την άλλη, η περίοδος της κρίσης απέδειξε πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του κράτους ως εγγυητή των όρων λειτουργίας της αγοράς κατοικίας. Το ζήτημα της στέγης απαιτεί την ανάπτυξη δημόσιων πολιτικών, χωρίς όμως να είναι ξεκάθαρο ποιες θα είναι αυτές.

Μπορούμε να αντλήσουμε έμπνευση από πολλά ευρωπαϊκά κινήματα: Στην Ισπανία το κίνημα ενάντια στις κατασχέσεις και τις εξώσεις διεκδικεί κοινωνικό ενοίκιο και αύξηση του αποθέματος κοινωνικών κατοικιών ως μόνιμες λύσεις στεγαστικής αποκατάστασης για τα νοικοκυριά που χάνουν την κατοικία τους και όσα δεν μπορούν να καλύψουν το κόστος, τους άστεγους, τους επισφαλώς εργαζόμενους, τους άνεργους, τους νέους, τους ηλικιωμένους, τους μετανάστες. Στην Ρώμη, οι δυναμικές κινητοποιήσεις ενάντια στις πολιτικές λιτότητας, διεκδικούν, μαζί με την εργασιακή ασφάλεια, κοινωνική κατοικία. Στο Βερολίνο το κίνημα ενοικιαστών ενάντια στις εξώσεις απαιτεί την προστασία των δικαιωμάτων των κατοίκων απέναντι στις αυθαιρεσίες των κερδοσκόπων επενδυτών και την επαναφορά ενός ανεπτυγμένου πλαισίου κοινωνικής κατοικίας και προστασίας του δικαιώματος στη στέγη και την πόλη.

Θα διεκδικήσουμε λοιπόν κοινωνική κατοικία, πλαίσιο προστασίας και δικαιώματα ή θα αρκεστούμε σε πολιτικές ανακύκλωσης της φτώχειας, πελατειακές σχέσεις εξάρτησης με μοντέρνο περιτύλιγμα μέσα από ξεπερασμένες παροχές προσωρινής στέγασης;

Τα δικαιώματα δεν χαρίζονται αλλά κατοχυρώνονται μέσα από τη διεκδίκησή τους, ενώ οι όροι και οι τρόποι πραγμάτωσής τους είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων συνθηκών και συσχετισμών δύναμης. Και ενώ το δικαίωμα στην κατοικία είναι κατοχυρωμένο στο Σύνταγμα από το 1975, πρέπει να συμφωνήσουμε σαν κοινωνία ότι η πραγμάτωση αυτών των αρχών αποτελεί προτεραιότητα. Κάτι τέτοιο απαιτεί την επερώτηση και μια συνολική επαναδιαπραγμάτευση των διαμορφωμένων όρων πρόσβασης στην κατοικία σε σχέση, για παράδειγμα, με την ιδιοκατοίκηση και την ιδιοκτησία, τον ρόλο του κράτους και της οικογένειας. Δεν υπάρχουν έτοιμες απαντήσεις, αλλά καμία πολιτική δεν θα είναι ριζοσπαστική και αποτελεσματική αν δεν προέρχεται από επεξεργασίες που θα γίνουν στο πλαίσιο της κοινωνίας και των κινημάτων.

 Η Δήμητρα Σιατίτσα είναι αρχιτέκτονας, υποψήφια διδάκτωρ ΕΜΠ.

κοινοποίησε το: