Αρχείο κατηγορίας Αριστερά και Τοπική Αυτοδιοίκηση

ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ! 

Antonis Liakos  
https://www.facebook.com/antonis.liakos.98

Ως πρόσφατα ζούσα στην Ανατολική Αττική. Το μονοπάτι της ακτογραμμής από το Κόκκινο Λιμανάκι έως τον Μαραθώνα, το έχω περπατήσει αμέτρητες φορές, απολαμβάνοντας την ομορφιά αλλά και αγανακτώντας από την βουλιμία και την αλαζονεία των ισχυρών της περιοχής. Συρματόπλεξη ως τη θάλασσα, το μονοπάτι κόβεται πολλές φορές. Έχω περπατήσει και οδηγήσει στα στενά και αδιέξοδα δρομάκια. Και ομολογώ ότι δεν υπήρξε ούτε μια φορά που θαυμάζοντας το πράσινο να μη σκεφτώ την πυρκαγιά. Όλη η Ελλάδα έχει καεί. Θα γλύτωνε τούτη; Τη βραδιά της φωτιάς βρέθηκα πολύ κοντά από την αρχή. Στις 5.30 ήμουν σε υπερυψωμένο σημείο της Αττικής οδού. Φοβήθηκα από τα 12 μποφορ, δεν μπορούσα να ελέγξω το αυτοκίνητο, δεν έχω ξαναζήσει παρόμοια εμπειρία ανέμου. Σταμάτησα για να προφυλαχτώ. Είδα τους καπνούς προς την Νταού Πεντέλη, τηλεφώνησα στον αδελφό μου που μένει εκεί κοντά. Την ξέρω εκείνη την περιοχή, το μονοπάτι από το μοναστήρι είναι περπατήσιμο έως τη Μάκρη. Είχε ξανακαεί. Από Νότο προς Βορρά. Τώρα με το δυτικό άνεμο και την ελάχιστη απόσταση έως τη θάλασσα το έργο ολοκληρώθηκε. Σέβομαι τη λέξη θεομηνία και μπορώ να καταλάβω το δέος με το οποίο πλάστηκε και χρησιμοποιείται. Θεομηνία που επέπεσε σε μια έτοιμη για να καεί παγίδα . Όλα τα άλλα είναι τυμβωρυχία και δημιουργία ηθικού πανικού. Με λύπη βλέπω σοβαρούς ανθρώπους, και φίλους μου, να παρασύρονται. 
Εγραψα για την ΕφΣυν, και δημοσιεύεται σήμερα το άρθρο αυτό: 
ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ! 
Αν θες να μην καταλάβεις τίποτε από μια μεγάλη καταστροφή, ρίξ’ την στο μύλο της κομματικής αντιπαράθεσης. Αναζήτησε Ιφιγένειες ή αποδιοπομπαίους τράγους. Αναζήτησε ενόχους. Στην επόμενη καταστροφή θα καμώνεσαι πάλι την έκπληκτη και αγανακτισμένη στρουθοκάμηλο. Έτσι δεν έγινε με την προηγούμενη μεγάλη πυρκαγιά του 2007; Τότε έκαψε την Ελλάδα ο Καραμανλής, τώρα την καίει ο Τσίπρας. Αύριο κάποιος άλλος. Πάντως θα καίγεται. 
Στο πλαίσιο της τρέχουσας πολιτικής συζήτησης, πώς να μιλήσεις για κλιματική αλλαγή, για την καλπάζουσα υπερθέρμανση του πλανήτη; Πώς να εξηγήσεις ότι ο Ασπρόπυργος και οι πλημμύρες, το Μάτι και οι πυρκαγιές συνδέονται με μια κλιμάκωση ακραίων φαινομένων που δεν περιορίζονται μόνο στην Ελλάδα; Πώς να εξηγήσεις ότι αυτά τα φαινόμενα είναι ακόμη πιο φονικά γιατί μπαζώσαμε τα ρέματα, χτίσαμε στο δάσος, συρματοπλέξαμε τις ακτές, δηλαδή παραβιάσαμε όλες τις πολεοδομικές αρχές και δημιουργήσαμε ένα χωροταξικό περιβάλλον χωρίς κανόνες, που επιδεινώνει την τρωτότητα απέναντι στις φυσικές καταστροφές; Πώς να εξηγήσεις ότι το ανθρώπινο είδος, δεν είναι πλέον φιλοξενούμενο είδος πάνω στον πλανήτη, αλλά τον συνδιαμορφώνει; Ότι οι άνθρωποι αποτελούν κι αυτοί γεωλογική και κλιματική δύναμη. Ότι περάσαμε στην ανθρωπόκαινο περίοδο της ιστορίας της γης κι ότι αυτά δεν αφορούν μόνο τον ΟΗΕ αλλά τη βιωσιμότητα και της ελληνικής κοινωνίας, ότι τα πληρώνουμε καθημερινά; Δεν παράγεις εκλογικά αποτελέσματα με αυτά, δεν παράγεις πολιτική. 
Αλλά εδώ βρίσκεται το επιχείρημα που θέλω να αναπτύξω. Χρειάζεται να προσεγγίσουμε καταστροφές όπως τούτη, τοποθετώντας την σε διαδοχικούς κύκλους. Στον πρώτο, περιέχοντα κύκλο πρέπει να βάλεις τις μεγάλες περιβαλλοντικές μεταβολές, που εκδηλώνονται πλέον με μεγάλη πυκνότητα, αλλά και διαφορετικότητα επίσης. Γιατί δεν είναι μόνο οι φωτιές, δεν είναι μόνο οι πλημμύρες, δεν είναι μόνο η ερημοποίηση και η λειψυδρία. Έχουμε σκεφτεί το μεταναστευτικό φαινόμενο ως μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών εξαιτίας αυτών ακριβώς των ίδιων κλιματικών μεταβολών που προκαλούν θύματα από φωτιές και πλημμύρες; Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι εξωτερικά ως προς την πολιτική ύλη. Γίνονται ζητήματα πολιτικής επειδή έχουν μαζικές επιπτώσεις στις κοινωνίες. Αφορούν όχι ένα υπουργείο ή μια υπηρεσία, αλλά το σύνολο των λειτουργιών της πολιτείας. Αφορούν το τι είναι, και τι αφορά η πολιτική. Θέτουν ζήτημα επαναπροσδιορισμού της έννοιας «κανονικότητα». Γιατί αυτό που βλέπουμε είναι η νέα κανονικότητα. 
Επομένως πολιτική σημαίνει στρατηγική ανθεκτικότητας της κοινωνίας. Δεν βρισκόμαστε πια σε μια ουδέτερη και επίπεδη ιστορική κατάσταση με διακυμάνσεις. Δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τα φαινόμενα χωριστά στα κουτάκια τους. Στρατηγική σημαίνει ότι στα μετόπισθεν των επί μέρους πολιτικών, θα πρέπει να υπάρχει μια ενιαία σύλληψη, ικανή να αποδώσει συνεκτικότητα στις διαφορετικές δράσεις. Για ένα μεγάλο ιστορικό διάστημα αυτή ήταν η έννοια της προόδου, της ανάπτυξης, η υπόσχεση του σοσιαλισμού. Τώρα όλα αυτά πρέπει να τα δούμε υπό το πρίσμα της ανθεκτικότητας της κοινωνίας. Αποδίδοντας στις καταστροφές την κεντρική θέση πού ούτως ή άλλως έχουν, αποκτώντας μια επιστημονική κατανόηση των καταστροφών στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, ενδεχομένως θα είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τα ευάλωτα σημεία, το πεδίο και το βαθμό της επικινδυνότητας, και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε για να περιορίσουμε, όσο το δυνατό, θύματα και ζημιές. Να γιατί είναι αποπροσανατολιστική η συζήτηση για παραιτήσεις υπουργών ή της κυβέρνησης. Δίνει εντελώς λανθασμένο μήνυμα στην κοινωνία. Όπως και η αναζήτηση συνομωσίας εμπρηστών. Εμπρηστής είναι το πλαίσιο αποχαρακτηρισμού των δασών, αναγνώρισης των αυθαιρέτων, αλλαγών χρήσης της γης. 
Έχει ταξικό πρόσημο η ανθεκτικότητα; Ναι, γιατί οι καταστροφές πλήττουν πρώτα και κύρια τους φτωχούς. Σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα. Γι αυτό η στρατηγική ανθεκτικότητας πρέπει να γίνει κεντρική επιλογή της Αριστεράς. Αντί να περιορίζεται η κυβέρνηση στα άμεσα μικρο-μέτρα ανακούφισης, πρέπει να βγει ο πρωθυπουργός με μια μεγάλη στρατηγική. Στρατηγική συγκεκριμένη για το περιβάλλον, τα δάση, το χωροταξικό, τους κανόνες πολεοδομίας, την αντιμετώπιση των κινδύνων, όλα εκείνα τα ζητήματα που είναι ήδη διατυπωμένα από το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, τους πολεοδόμους, τους μηχανικούς, τους περιβαντολόγους. Υπάρχουν αυτές οι προτάσεις. Η Αριστερά και η προοδευτική Ελλάδα από τη δεκαετία του 60 πάντοτε τις είχε ως άξονα αναφοράς. Δεν έγινε αυτό μετά τις φονικές πυρκαγιές της Πελοποννήσου το 2007. Τώρα, έχοντας πίσω τα θύματα της καταστροφής αυτής, τώρα είναι η ώρα να μπουν κανόνες για όλη την Ελλάδα, και ακόμη να ξαναχτιστούν οι περιοχές αυτές πλέον υποδειγματικά. 
Η πολιτική προστασία δεν μπορεί να είναι υπόθεση φιλανθρωπίας, όπως έδειξε η απίστευτη πρόταση να αναλάβει το Ίδρυμα Νιάρχου τη συντήρηση των πυροσβεστικών αεροπλάνων! Όταν μια χώρα σαν την Ελλάδα, δαπανά πάνω από το 2% του ΑΕΠ για την Εθνική Άμυνα, είναι δυνατόν να μην χωράει τον μόνο πόλεμο με θύματα που διεξάγεται στην Ελλάδα, δηλαδή των φυσικών καταστροφών; Το δόγμα της άμυνας πρέπει να είναι ενιαίο και η δημοκρατική πολιτεία εγγυητής της συλλογικής ασφάλειας.

Antonis Liakos 27 Ιουλίου · Αν θες να ΜΗΝ καταλάβεις τίποτε από μια μεγάλη καταστροφή, ρίξ’ την στο μύλο της κομματικής διαμάχης. Αναζήτησε Ιφιγένειες να θυσιαστούν ή συνωμοσίες εμπρηστών. Θα εκφράσεις τον θυμό, θα τον έχεις διοχετεύσει στην αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων αλλά θα έχεις κλείσει τα μάτια σου και ξαναχώσεις το κεφάλι σου βαθειά στην άμμο. Η επόμενη καταστροφή θα σε βρει το ίδιο αθώο και αγανακτισμένο. (φωτο: John Liakos)


ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ! 
Αν θες να μην καταλάβεις τίποτε από μια μεγάλη καταστροφή, ρίξ’ την στο μύλο της κομματικής αντιπαράθεσης. Αναζήτησε Ιφιγένειες ή αποδιοπομπαίους τράγους. Αναζήτησε ενόχους. Στην επόμενη καταστροφή θα καμώνεσαι πάλι την έκπληκτη και αγανακτισμένη στρουθοκάμηλο. Έτσι δεν έγινε με την προηγούμενη μεγάλη πυρκαγιά του 2007; Τότε έκαψε την Ελλάδα ο Καραμανλής, τώρα την καίει ο Τσίπρας. Αύριο κάποιος άλλος. Πάντως θα καίγεται. 
Στο πλαίσιο της τρέχουσας πολιτικής συζήτησης, πώς να μιλήσεις για κλιματική αλλαγή, για την καλπάζουσα υπερθέρμανση του πλανήτη; Πώς να εξηγήσεις ότι ο Ασπρόπυργος και οι πλημμύρες, το Μάτι και οι πυρκαγιές συνδέονται με μια κλιμάκωση ακραίων φαινομένων που δεν περιορίζονται μόνο στην Ελλάδα; Πώς να εξηγήσεις ότι αυτά τα φαινόμενα είναι ακόμη πιο φονικά γιατί μπαζώσαμε τα ρέματα, χτίσαμε στο δάσος, συρματοπλέξαμε τις ακτές, δηλαδή παραβιάσαμε όλες τις πολεοδομικές αρχές και δημιουργήσαμε ένα χωροταξικό περιβάλλον χωρίς κανόνες, που επιδεινώνει την τρωτότητα απέναντι στις φυσικές καταστροφές; Πώς να εξηγήσεις ότι το ανθρώπινο είδος, δεν είναι πλέον φιλοξενούμενο είδος πάνω στον πλανήτη, αλλά τον συνδιαμορφώνει; Ότι οι άνθρωποι αποτελούν κι αυτοί γεωλογική και κλιματική δύναμη. Ότι περάσαμε στην ανθρωπόκαινο περίοδο της ιστορίας της γης κι ότι αυτά δεν αφορούν μόνο τον ΟΗΕ αλλά τη βιωσιμότητα και της ελληνικής κοινωνίας, ότι τα πληρώνουμε καθημερινά; Δεν παράγεις εκλογικά αποτελέσματα με αυτά, δεν παράγεις πολιτική. 


Αλλά εδώ βρίσκεται το επιχείρημα που θέλω να αναπτύξω. Χρειάζεται να προσεγγίσουμε καταστροφές όπως τούτη, τοποθετώντας την σε διαδοχικούς κύκλους.

Στον πρώτο, περιέχοντα κύκλο πρέπει να βάλεις τις μεγάλες περιβαλλοντικές μεταβολές, που εκδηλώνονται πλέον με μεγάλη πυκνότητα, αλλά και διαφορετικότητα επίσης. Γιατί δεν είναι μόνο οι φωτιές, δεν είναι μόνο οι πλημμύρες, δεν είναι μόνο η ερημοποίηση και η λειψυδρία. Έχουμε σκεφτεί το μεταναστευτικό φαινόμενο ως μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών εξαιτίας αυτών ακριβώς των ίδιων κλιματικών μεταβολών που προκαλούν θύματα από φωτιές και πλημμύρες; Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι εξωτερικά ως προς την πολιτική ύλη. Γίνονται ζητήματα πολιτικής επειδή έχουν μαζικές επιπτώσεις στις κοινωνίες. Αφορούν όχι ένα υπουργείο ή μια υπηρεσία, αλλά το σύνολο των λειτουργιών της πολιτείας. Αφορούν το τι είναι, και τι αφορά η πολιτική. Θέτουν ζήτημα επαναπροσδιορισμού της έννοιας «κανονικότητα». Γιατί αυτό που βλέπουμε είναι η νέα κανονικότητα. 
Επομένως πολιτική σημαίνει στρατηγική ανθεκτικότητας της κοινωνίας. Δεν βρισκόμαστε πια σε μια ουδέτερη και επίπεδη ιστορική κατάσταση με διακυμάνσεις. Δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τα φαινόμενα χωριστά στα κουτάκια τους. Στρατηγική σημαίνει ότι στα μετόπισθεν των επί μέρους πολιτικών, θα πρέπει να υπάρχει μια ενιαία σύλληψη, ικανή να αποδώσει συνεκτικότητα στις διαφορετικές δράσεις. Για ένα μεγάλο ιστορικό διάστημα αυτή ήταν η έννοια της προόδου, της ανάπτυξης, η υπόσχεση του σοσιαλισμού. Τώρα όλα αυτά πρέπει να τα δούμε υπό το πρίσμα της ανθεκτικότητας της κοινωνίας. Αποδίδοντας στις καταστροφές την κεντρική θέση πού ούτως ή άλλως έχουν, αποκτώντας μια επιστημονική κατανόηση των καταστροφών στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, ενδεχομένως θα είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τα ευάλωτα σημεία, το πεδίο και το βαθμό της επικινδυνότητας, και κυρίως τι πρέπει να κάνουμε για να περιορίσουμε, όσο το δυνατό, θύματα και ζημιές. Να γιατί είναι αποπροσανατολιστική η συζήτηση για παραιτήσεις υπουργών ή της κυβέρνησης. Δίνει εντελώς λανθασμένο μήνυμα στην κοινωνία. Όπως και η αναζήτηση συνομωσίας εμπρηστών. Εμπρηστής είναι το πλαίσιο αποχαρακτηρισμού των δασών, αναγνώρισης των αυθαιρέτων, αλλαγών χρήσης της γης. 
Έχει ταξικό πρόσημο η ανθεκτικότητα; Ναι, γιατί οι καταστροφές πλήττουν πρώτα και κύρια τους φτωχούς. Σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα. Γι αυτό η στρατηγική ανθεκτικότητας πρέπει να γίνει κεντρική επιλογή της Αριστεράς. Αντί να περιορίζεται η κυβέρνηση στα άμεσα μικρο-μέτρα ανακούφισης, πρέπει να βγει ο πρωθυπουργός με μια μεγάλη στρατηγική. Στρατηγική συγκεκριμένη για το περιβάλλον, τα δάση, το χωροταξικό, τους κανόνες πολεοδομίας, την αντιμετώπιση των κινδύνων, όλα εκείνα τα ζητήματα που είναι ήδη διατυπωμένα από το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, τους πολεοδόμους, τους μηχανικούς, τους περιβαντολόγους. Υπάρχουν αυτές οι προτάσεις. Η Αριστερά και η προοδευτική Ελλάδα από τη δεκαετία του 60 πάντοτε τις είχε ως άξονα αναφοράς. Δεν έγινε αυτό μετά τις φονικές πυρκαγιές της Πελοποννήσου το 2007. Τώρα, έχοντας πίσω τα θύματα της καταστροφής αυτής, τώρα είναι η ώρα να μπουν κανόνες για όλη την Ελλάδα, και ακόμη να ξαναχτιστούν οι περιοχές αυτές πλέον υποδειγματικά. 
Η πολιτική προστασία δεν μπορεί να είναι υπόθεση φιλανθρωπίας, όπως έδειξε η απίστευτη πρόταση να αναλάβει το Ίδρυμα Νιάρχου τη συντήρηση των πυροσβεστικών αεροπλάνων! Όταν μια χώρα σαν την Ελλάδα, δαπανά πάνω από το 2% του ΑΕΠ για την Εθνική Άμυνα, είναι δυνατόν να μην χωράει τον μόνο πόλεμο με θύματα που διεξάγεται στην Ελλάδα, δηλαδή των φυσικών καταστροφών; Το δόγμα της άμυνας πρέπει να είναι ενιαίο και η δημοκρατική πολιτεία εγγυητής της συλλογικής ασφάλειας.

ΣΥΡΙΖΑ – Η στρατηγική για τις αυτοδιοικητικές εκλογές

Η Πολιτική Απόφαση της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ

– Οι βασικές κατευθύνσεις της στρατηγικής του…για τις αυτοδιοικητικές εκλογές

Οι βασικές κατευθύνσεις της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ για τις επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές, αναπτύσσονται εκτενώς στο κείμενο της πολιτικής απόφασης που έλαβε η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος το περασμένο Σάββατο 19/5.

Όπως αποφασίστηκε, επιδίωξη του ΣΥΡΙΖΑ είναι η συγκρότηση συνδυασμών νίκης που θα διοικήσουν την επόμενη μέρα τους δήμους και τις Περιφέρειες και θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο σε κάθε περιοχή, με προϋπόθεση για να γίνει αυτό, να υπάρξουν οι «ευρύτερες δυνατές συνεργασίες, που θα βασίζονται σε συγκεκριμένες προγραμματικές και προοδευτικές συγκλίσεις».

Παράλληλα, μέσα από την αποτύπωση της πολιτικής συγκυρίας, παρουσιάζονται και κεντρικές στοχεύσεις του κυβερνώντος κόμματος.

«Σήμερα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ οδηγεί τη χώρα σε έξοδο από τα μνημονιακά προγράμματα και μάλιστα με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για το κοινωνικό σώμα, με την κοινωνία όρθια», αναφέρεται στην πολιτική απόφαση, όπου διαπιστώνεται πως «μέσα από σκληρό αγώνα και με μάχες στο εσωτερικό μέτωπο για την πάταξη της διαφθοράς και της διαπλοκής, η χώρα ανακτά την αυτοπεποίθηση, την αξιοπρέπεια και την οικονομική της κυριαρχία. Ταυτόχρονα, ανακτά τη χαμένη γεωπολιτική δυναμική της. Μέσα από σημαντικές πρωτοβουλίες στην εξωτερική πολιτική, η διεθνής θέση και εικόνα της χώρας αναβαθμίζονται».

Εκτιμάται ότι «όσο μάλιστα πλησιάζουμε στην οριστική απεμπλοκή της χώρας από την εποχή των μνημονίων με την υπογραφή μιας αριστερής κυβέρνησης, τόσο οι αντιδραστικές επιθέσεις θα εντείνονται, τόσο τα εμπόδια που θα προσπαθεί να βάλει το «μαύρο» αυτό μέτωπο θα αυξάνονται». Απέναντι στην προσπάθεια του «παλιού συστήματος» για επιστροφή, ο ΣΥΡΙΖΑ σημειώνει την προτεραιότητα ανάληψης πρωτοβουλιών «για τη διαμόρφωση προοδευτικών, ριζοσπαστικών, κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα αμφισβητούν το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο μοντέλο». Προαναγγέλλεται δε, ότι σε επόμενη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, θα συζητηθεί το στρατηγικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη ενός μεγάλου μετώπου σε Ελλάδα και Ευρώπη, «ενός προοδευτικού πόλου που θα διευρύνεται συνεχώς με τη συμμετοχή όλο και περισσότερων δυνάμεων, οι οποίες αντιλαμβάνονται τον ισχυρό συμβολισμό της διακυβέρνησης με κορμό την Αριστερά και κατανοούν πως η λύση δεν μπορεί να δοθεί στο πλαίσιο της σημερινής αρχιτεκτονικής της Ευρώπης, αλλά με τον προοδευτικό μετασχηματισμό της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης».

Αναφορά γίνεται επίσης στον ρόλο των περιφερειακών αναπτυξιακών συνεδρίων, στην αναπτυξιακή διαδικασία της χώρας και της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Σχετικά με την αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου της τοπικής αυτοδιοίκησης, τονίζεται ότι «είναι μια εξαιρετικά σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία και αποτελεί τον καρπό πολύμηνων διαβουλεύσεων και συζητήσεων» και ότι «αποτελεί ένα πρώτο βήμα, που δημιουργεί τις προϋποθέσεις ουσιαστικής αλλαγής και αποτύπωσης της κοινωνικής απαίτησης για ενίσχυση της τοπικής δημοκρατίας, της συμμετοχής των πολιτών, της αλληλεγγύης και της ανάπτυξης».

Ο ΣΥΡΙΖΑ εκτιμά ότι αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019 θα διεξαχθούν σε ένα πολύ διαφορετικό πολιτικό κλίμα από εκείνο των αντίστοιχων εκλογών του 2014 και υπογραμμίζει ότι στόχος του κόμματος «πρέπει να είναι η εδραίωση της ενισχυμένης παρουσίας του ΣΥΡΙΖΑ στην Αυτοδιοίκηση», με αξιοποίηση της εμπειρίας του 2014 για αποφυγή λαθών. Τονίζεται ότι «η αλλαγή του εκλογικού συστήματος με την καθιέρωση της απλής αναλογικής, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ενδυνάμωση της κουλτούρας των συνεργασιών, φέρνει νέες δυνάμεις στο προσκήνιο και προωθεί δημοκρατικές, προοδευτικές και προγραμματικές συγκλίσεις».

«Οφείλουμε», σημειώνεται μεταξύ άλλων, «να κατανοήσουμε τις συνέπειες και να αποφύγουμε την αρνητική εμπειρία από τις λογικές «καθαρότητας» και «καταγραφής» που οδηγούν σε απομόνωση, χωρίς όμως εκπτώσεις από τις αρχές και τις αξίες μας». Ορίζεται ως επιδίωξη η «συγκρότηση συνδυασμών νίκης, που θα διοικήσουν την επόμενη μέρα τους δήμους και τις Περιφέρειες και θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο σε κάθε περιοχή» . Ως προϋπόθεση για να συμβεί αυτό, ορίζονται «οι ευρύτερες δυνατές συνεργασίες, που θα βασίζονται σε συγκεκριμένες προγραμματικές και προοδευτικές συγκλίσεις».

Ολόκληρη η Πολιτική Απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ:

1. Η πολιτική συγκυρία

Διανύουμε μια ιδιαίτερα σημαντική και κρίσιμη περίοδο με ορατή πλέον την έξοδο από τα μνημόνια και την επιτροπεία. Το τέλος των μνημονιακών προγραμμάτων δεν συνεπάγεται και το τέλος της κρίσης, διότι η κρίση στη χώρα δεν υπήρξε αποκλειστικά δημοσιονομική, αλλά ευρύτερη δομική κρίση του ελληνικού καπιταλισμού. Η επώδυνη και καταστροφική περίοδος των μνημονίων, προκάλεσε ή όξυνε προβλήματα, οι συνέπειες των οποίων θα χρειαστούν πολύ καιρό για να ξεπεραστούν, αφήνοντας βαθύ το αποτύπωμά της στην ελληνική κοινωνία και οικονομία. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας διέλυσαν τον οικονομικό και κοινωνικό ιστό, παρασύροντας τη χώρα σε ένα ολέθριο σπιράλ ύφεσης και αποεπένδυσης. Την εξαετία 2009-2014, το ΑΕΠ της Ελλάδας υπέστη μείωση κατά 25%, η ανεργία εκτοξεύτηκε στο 27% και μεγάλα τμήματα του ελληνικού λαού οδηγήθηκαν στη φτωχοποίηση.

Η όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και η διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων στα χρόνια των μνημονίων, είχαν ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας. Η πλειοψηφία αυτή ήρθε αντιμέτωπη με τις κυρίαρχες πολιτικοοικονομικές ελίτ και έθεσε τέρμα στις καταστροφικές πολιτικές των συγκυβερνήσεων ΝΔ – ΠΑΣΟΚ, οδηγώντας τον ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνηση της χώρας.

Στο πολιτικό σύστημα διαμορφώθηκαν επίσης κρίσιμες αλλαγές.

– Η Νέα Δημοκρατία έχει εδώ και χρόνια υιοθετήσει τις πιο ακραία νεοφιλελεύθερες και κοινωνικά ανάλγητες πολιτικές, που συνοδεύονται από υπερσυντηρητικές και ακροδεξιού χαρακτήρα επιλογές. Ταυτόχρονα, η προάσπιση των πιο ακραία διαπλεκομένων συμφερόντων αποτελεί στρατηγική επιλογή της ΝΔ, η οποία – απροκάλυπτα πλέον – στέκεται ευθέως απέναντι σε κάθε μέτρο κοινωνικής στήριξης, θεσμικής εμβάθυνσης της δημοκρατίας και υπεράσπισης των δικαιωμάτων.

– Η πλήρης προσχώρηση του ΠΑΣΟΚ στις νεοφιλελεύθερες, αντικοινωνικές πολιτικές, είχε ως αποτέλεσμα τη διάρρηξη των σχέσεων και των δεσμών ανάμεσα στην σοσιαλδημοκρατία και τις κοινωνικές δυνάμεις που τη στήριζαν παραδοσιακά.

Σήμερα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ οδηγεί τη χώρα σε έξοδο από τα μνημονιακά προγράμματα και μάλιστα με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για το κοινωνικό σώμα, με την κοινωνία όρθια. Με αργά αλλά σταθερά βήματα, μέσα από σκληρό αγώνα και με μάχες στο εσωτερικό μέτωπο για την πάταξη της διαφθοράς και της διαπλοκής, η χώρα ανακτά την αυτοπεποίθηση, την αξιοπρέπεια και την οικονομική της κυριαρχία. Ταυτόχρονα, ανακτά τη χαμένη γεωπολιτική δυναμική της. Μέσα από σημαντικές πρωτοβουλίες στην εξωτερική πολιτική, η διεθνής θέση και εικόνα της χώρας αναβαθμίζονται. Η Ελλάδα αποτελεί δύναμη σταθερότητας που προωθεί την ειρήνη, τη συνεργασία και τον διάλογο σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περιοχή όπως αυτή της νοτιοανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων.

Το παλιό σύστημα προσπαθεί και θα συνεχίσει να προσπαθεί με όλα τα μέσα, προκειμένου να επιστρέψει στην εξουσία και στη συνέχιση όλων εκείνων των καταστροφικών πολιτικών που οδήγησαν την Ελλάδα στη χρεοκοπία και στη δίνη της λιτότητας και της επιτροπείας. Όσο μάλιστα πλησιάζουμε στην οριστική απεμπλοκή της χώρας από την εποχή των μνημονίων με την υπογραφή μιας Αριστερής κυβέρνησης, τόσο οι αντιδραστικές επιθέσεις θα εντείνονται, τόσο τα εμπόδια που θα προσπαθεί να βάλει το «μαύρο» αυτό μέτωπο θα αυξάνονται.

Ο λαός όμως δεν ξεχνά και δεν θα βάλει σε κίνδυνο, όλα όσα ο ίδιος με θυσίες και κόπους έχει υποστεί για να οδηγηθούμε στην σημερινή κατάσταση, στην οριστική έξοδο από τα μνημόνια και στο δρόμο για την βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη.

Στην κατεύθυνση αυτή, προέχει η ανάληψη πρωτοβουλιών από τον ΣΥΡΙΖΑ, για τη διαμόρφωση προοδευτικών, ριζοσπαστικών, κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα αμφισβητούν το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Η ρωγμή που δημιουργήθηκε πρέπει να βαθύνει και να συμπεριλάβει εκείνες τις κοινωνικές δυνάμεις που αναζητούν ιδεολογική και πολιτική εκπροσώπηση. Κρίσιμη είναι η συνειδητοποίηση της συγκυρίας.

Είναι η ώρα για την ανασύνταξη των δυνάμεών μας, για την αξιολόγηση της μέχρι τώρα πορείας, για τον σχεδιασμό της επόμενης φάσης. Είναι ανάγκη να διαμορφώσουμε το δικό μας στρατηγικό σχέδιο για τη μεταμνημονιακή εποχή.

Σε επόμενη Κ.Ε. θα συζητηθεί το στρατηγικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την ανάπτυξη ενός μεγάλου μετώπου σε Ελλάδα και Ευρώπη. Ενός προοδευτικού πόλου που θα διευρύνεται συνεχώς με τη συμμετοχή όλο και περισσότερων δυνάμεων, οι οποίες αντιλαμβάνονται τον ισχυρό συμβολισμό της διακυβέρνησης με κορμό την Αριστερά και κατανοούν πως η λύση δεν μπορεί να δοθεί στο πλαίσιο της σημερινής αρχιτεκτονικής της Ευρώπης, αλλά με τον προοδευτικό μετασχηματισμό της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης.

Η προοδευτική συμμαχία στο Ευρωκοινοβούλιο, το Φόρουμ των προοδευτικών δυνάμεων στη Μασσαλία, καθώς και το πρόσφατο Προοδευτικό Φόρουμ στην Αθήνα, συνιστούν μεταξύ άλλων το πλαίσιο των ενεργειών και των πρωτοβουλιών που πρέπει να συνεχιστούν σε όλα τα επίπεδα.

2. Ο ρόλος των Περιφερειακών Αναπτυξιακών Συνεδρίων στην αναπτυξιακή διαδικασία της χώρας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Η διενέργεια των Περιφερειακών Αναπτυξιακών Συνεδρίων συνιστά μια πρωτόγνωρη πολιτική διαδικασία. Η διαβούλευση με την ίδια την κοινωνική βάση (τοπική αυτοδιοίκηση – επαγγελματικά επιμελητήρια – πανεπιστημιακά ιδρύματα – σωματεία εργαζομένων – αγρότες- ενεργοί πολίτες) αποτελεί τομή για την πολιτική πραγματικότητα της χώρας μας.

Μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί δεκατέσσερα περιφερειακά συνέδρια. Η κοινωνική μόχλευση που προκλήθηκε στις περιοχές καθώς και η συμμετοχή του μεγαλύτερου μέρους των φορέων, ανεξαρτήτως κομματικών προτιμήσεων, έδειξε ότι εκφράζεται κοινή αγωνία για το μέλλον κάθε περιοχής. Το εύρος της συμμετοχής έδωσε στις διαδικασίες τα χαρακτηριστικά λαϊκής διαβούλευσης. Αναδείχθηκε η ανάγκη για αποκέντρωση, σε ένα πλαίσιο άμβλυνσης των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων, με στόχο την δίκαιη και βιώσιμη ανάπτυξη. Εδραιώνεται στην αντίληψη της κοινωνίας πως η κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτουν τόσο την ειλικρινή διάθεση, όσο και ένα υπό διαμόρφωση συνεκτικό αναπτυξιακό σχέδιο για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Γνωρίζουν ότι η διαδικασία των αναπτυξιακών συνεδρίων δεν εξαντλείται με το τέλος τους. Θα υπάρχει συνεχής παρακολούθηση των δεσμεύσεων καθώς και η αξιοποίηση των προτάσεων των διαφόρων παραγωγικών και κοινωνικών φορέων και συλλογικοτήτων που πήραν μέρος και συνέβαλαν σε αυτή την διαδικασία.

3. Η στρατηγική μας για τις αυτοδιοικητικές εκλογές

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση αποτελεί τον εγγύτερο προς τους πολίτες δημοκρατικό και συγχρόνως συμμετοχικό θεσμό διοίκησης, καθώς και τον δεύτερο πυλώνα του πολιτικοδιοικητικού μας συστήματος. Η Αυτοδιοίκηση είναι θεσμός δημοκρατίας, αποκέντρωσης λαϊκής συμμετοχής και ανάπτυξης. Στη χώρα μας ωστόσο η Τοπική Αυτοδιοίκηση ήταν διαχρονικά όμηρος πελατειακών δικτύων, σχέσεων εξάρτησης και διαπλοκής, μικρών και μεγάλων συμφερόντων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.

Η αναθεώρηση του θεσμικού πλαισίου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι μια εξαιρετικά σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία και αποτελεί τον καρπό πολύμηνων διαβουλεύσεων και συζητήσεων.

Βασικά της στοιχεία συνιστούν η καθιέρωση της απλής αναλογικής ως εκλογικού συστήματος και για τους δύο βαθμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και η ενίσχυση των διαδικασιών διαβούλευσης και συμμετοχής (δημοψηφίσματα, λαϊκές συνελεύσεις κλπ.)

Αποτελεί ένα πρώτο βήμα, που δημιουργεί τις προϋποθέσεις ουσιαστικής αλλαγής και αποτύπωσης της κοινωνικής απαίτησης για ενίσχυση της τοπικής δημοκρατίας, της συμμετοχής των πολιτών, της αλληλεγγύης και της ανάπτυξης.

Είναι προφανές πως οι αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019 θα διεξαχθούν σε ένα πολύ διαφορετικό πολιτικό κλίμα από εκείνο των αντίστοιχων εκλογών του 2014.

Στόχος μας πρέπει να είναι η εδραίωση της ενισχυμένης παρουσίας του ΣΥΡΙΖΑ στην Αυτοδιοίκηση. Αξιοποιώντας την εμπειρία του 2014, πρέπει να αποφύγουμε τα λάθη που διαμόρφωσαν ένα αρνητικό αποτέλεσμα, καθώς υπήρξε μεγάλη αναντιστοιχία, τόσο του κοινωνικού ρεύματος υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και του εκλογικού σώματος που τον εμπιστεύτηκε δύο φορές το 2015. Οφείλουμε να μην αγνοήσουμε ξανά τις πολιτικές ιδιαιτερότητες της αυτοδιοίκησης, την ανάγκη συνεχών παρεμβάσεων σε τοπικό επίπεδο διαμέσου ευρύτερων αυτοδιοικητικών σχημάτων, την ανάδειξη στελεχών – όχι μόνο με βάση την πολιτική τους συγκρότηση και κομματική τους ένταξη, αλλά και με βάση την ενεργοποίησή τους στην επίλυση των τοπικών προβλημάτων. Η αλλαγή του εκλογικού συστήματος με την καθιέρωση της απλής αναλογικής δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ενδυνάμωση της κουλτούρας των συνεργασιών, φέρνει νέες δυνάμεις στο προσκήνιο και προωθεί δημοκρατικές, προοδευτικές και προγραμματικές συγκλίσεις.

Οφείλουμε να κατανοήσουμε τις συνέπειες και να αποφύγουμε την αρνητική εμπειρία από τις λογικές «καθαρότητας» και «καταγραφής» που οδηγούν σε απομόνωση, χωρίς όμως εκπτώσεις από τις αρχές και τις αξίες μας.

Επιδιώκουμε τη συγκρότηση συνδυασμών νίκης, που θα διοικήσουν την επόμενη μέρα τους Δήμους και τις Περιφέρειες και θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο σε κάθε περιοχή. Προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι οι ευρύτερες δυνατές συνεργασίες, που θα βασίζονται σε συγκεκριμένες προγραμματικές και προοδευτικές συγκλίσεις.

Με βάση τα παραπάνω, η κατεύθυνσή μας το επόμενο χρονικό διάστημα δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή του δρόμου της συγκροτημένης λειτουργίας των αυτοδιοικητικών κινήσεων, της δραστήριας παρουσίας τους στα αυτοδιοικητικά πράγματα και στην κοινωνία, της καλλιέργειας του προγραμματικού λόγου τους και της αναζήτησης συνεργασιών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, με προγραμματικό πλαίσιο γύρω από τους παρακάτω άξονες:

• Την ευρύτερη δυνατή συμφωνία για το ρόλο της Αυτοδιοίκησης στο πολιτικό-διοικητικό σύστημα της χώρας, σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις που προωθούνται για τους ΟΤΑ, με την ενίσχυση της δημοκρατίας και με τη συμμετοχή των πολιτών.

• Ένα συνεκτικό αναπτυξιακό σχέδιο βασισμένο στις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών (όπως αυτές αποτυπώθηκαν και μέσα από τα περιφερειακά συνέδρια), με σεβασμό στο περιβάλλον.

• Τη συγκρότηση μετώπου απέναντι στο νεοφιλελευθερισμό, την ακροδεξιά, το φασισμό, τη διαφθορά, τη διαπλοκή, τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και την ομοφοβία. Συνεχής και συνεπής υπεράσπιση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

• Την εφαρμογή κοινωνικής και πολιτιστικής – πολιτισμικής πολιτικής (υγεία, παιδεία, αλληλεγγύη), με την ενίσχυση δημοτικών και κοινωνικών υπηρεσιών με σταθερές και πλήρους απασχόλησης θέσεις εργασίας (8500 προσλήψεις στις ανταποδοτικές υπηρεσίες).

• Την προώθηση της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας ως εναλλακτικού οικονομικού παραδείγματος, που θα συμβάλλει στην ανάπτυξη πολιτικών απασχόλησης, ενισχύοντας σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο την κοινωνία των πολιτών και το κοινωνικό της κεφάλαιο.

• Τη θεσμοθέτηση της τακτικής λογοδοσίας.

• Τη χρηστή και διαφανή διαχείριση του δημοσίου χρήματος, με την αξιοποίηση και διάχυση νέων τεχνολογιών για τη βελτίωση της ζωής των πολιτών.

Στο παραπάνω προγραμματικό πλαίσιο θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η διεθνής διάσταση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Στόχος μας είναι η ενισχυμένη εκπροσώπηση της ΤΑ στην Επιτροπή Περιφερειών της Ε.Ε. -όπου ο ΣΥΡΙΖΑ και η Ευρωπαϊκή Αριστερά μπορούν να διεκδικήσουν την αναβάθμιση του ρόλου της Επιτροπής- καθώς επίσης η συνεργασία της ΤΑ με διεθνή δίκτυα όπως «Διεθνής Συνασπισμός Πόλεων κατά του ρατσισμού» και «Δήμαρχοι για την Ειρήνη».

Για την καλύτερη οργάνωση της δουλειάς μας μπορούμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες Δήμων και Περιφερειών:

• Περιπτώσεις που είμαστε διοίκηση. Το βασικό επιχείρημα θα είναι το έργο που επιτελούν αυτές οι δημοτικές-περιφερειακές αρχές, οι οποίες οφείλουν να το επικοινωνούν στους πολίτες με στόχο την ενεργοποίηση τοπικών κοινωνικών ομάδων ή κινημάτων που μπορούν να προσανατολισθούν σε θετικές και παράλληλες με τις αυτοδιοικητικές αρχές, ενέργειες και όχι μόνο. Η συμμετοχή των δημοτών, ή τουλάχιστον των μελών των παρατάξεων που διοικούν μέσα από συγκροτημένες διαδικασίες, αποτελεί σημαντικό παράγοντα πολιτικής αναζωογόνησης τους.

• Περιπτώσεις όπου βρισκόμαστε στην αντιπολίτευση ή δεν συμμετέχουμε στα Συμβούλια. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις πρέπει άμεσα να πρωτοστατήσουμε σε πρωτοβουλίες συγκρότησης προοδευτικών αυτοδιοικητικών σχημάτων, μέσα από αυθεντικές δημοκρατικές διαδικασίες, επιδιώκοντας τη συμμετοχή των πολιτών που είναι δραστήριοι κοινωνικά, σε κινήσεις, συλλόγους, κοινωνικές οντότητες κ.λ.π.

Στα παραπάνω πρέπει να προσθέσουμε μια πολύ σημαντική πολιτική διάσταση: Οι Αυτοδιοικητικές εκλογές, η πορεία προς αυτές και τα αποτελέσματά τους μπορούν και πρέπει να αξιοποιηθούν στην κατεύθυνση της προώθησης βημάτων για ευρύτερες προοδευτικές πολιτικές συγκλίσεις μεταξύ κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων, μέσα από τα κατάλληλα, κάθε φορά, πρόσωπα και τις πλέον κατάλληλες πρακτικές.

4. ‘Αξονες προγραμματισμού

α. Οι βασικές μας επιλογές ως προς τα αυτοδιοικητικά σχήματα, τους επικεφαλής, τις συμμαχίες, τους συνδυασμούς πρέπει να έχουν δρομολογηθεί – απαραίτητα – μέσα στο επόμενο 6μηνο, ως ακρότατο χρονικό όριο.

β. Οι τελικές επιλογές πρέπει να είναι αντικείμενο διαβουλεύσεων των παραταξιακών μας σχημάτων, συζητήσεων με τους συμμάχους μας, ζύμωσης μέσα στις τοπικές κοινωνίες.

Στο κομματικό επίπεδο, απαιτείται η εμπλοκή των τοπικών οργανώσεων, των νομαρχιακών επιτροπών, των περιφερειακών επιτροπών, καθώς και των κεντρικών οργάνων του κόμματος. Το τελευταίο αφορά οπωσδήποτε τις περιφέρειες, τις πρωτεύουσες νομών και όλους τους μεγάλους Δήμους.

Γιώργος Ιωακειμίδης – Δημοκρατική Αυτοδιοίκηση: Είναι καιρός να ξαναβρούμε το όραμά μας

Αναρτήθηκε: 31.05.13

«Είναι καιρός να ξαναβρούμε, μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, το όραμά μας», επεσήμανε στην ομιλία του στο τακτικό συνέδριο της ΚΕΔΕ ο επικεφαλής της παράταξης Δημοκρατική Αυτοδιοίκηση Γιώργος Ιωακειμίδης προσθέτοντας ότι πρέπει να επανακαθοριστεί ο τρόπος που θα κινηθεί η Τ.Α.

«Η Αυτοδιοίκηση έχει τεράστια ανάγκη από ένα καινούργιο θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο» είπε, και σημείωσε ότι η ΚΕΔΕ πρέπει να ανοίξει τη διαδικασία ενόψει της νέας δημοτικής περιόδου.

Ακολουθεί η ομιλία του Γ. Ιωακειμίδη

ΟΜΙΛΙΑ Γ. ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗ

Νομίζω ότι αυτό το συνέδριο μοιάζει με το ρέκβιεμ αυτής της αυτοδιοικητικής περιόδου. Και αν θα ήταν το ρέκβιεμ αυτής της αυτοδιοικητικής περιόδου, δεν θα ήταν και τόσο κακό. Αν είναι όμως το ρέκβιεμ της Αυτοδιοίκησης συνολικότερα, είναι πολύ μεγαλύτερο το κακό.

Το ότι περνάμε 3 κολασμένα χρόνια, το ζούμε όλοι. Πριν ένα χρόνο, το ζητούμενο από τους Δημάρχους ήταν οι παραιτήσεις. Να παραιτηθούμε για να δείξουμε την αντίθεσή μας, την αντίδρασή μας και λοιπά. Σήμερα το ζητούμενο των Δημάρχων είναι να πάμε σπίτι μας. Είναι ο αναχωρητισμός. Ακόμα δυσμενέστερη κατάσταση. Γιατί το άλλο ήταν μία πράξη που είχε ενέργεια. Αυτό έχει μία πράξη που έχει παραίτηση: φεύγω. Και γιατί έχει φεύγω; Γιατί πρώτα από όλα είναι σαφές ότι υπάρχει αδυναμία έργου. Χωρίς χρήματα τι να κάνεις; Απίστευτες απαιτήσεις, έργο δεν μπορεί να βγει. Άρα απλώς ακούς παράπονα και συλλέγεις, στην καλύτερη περίπτωση.

Το δεύτερο είναι οι ποινικοποίηση. Νιώθουμε όλοι ότι αργά ή γρήγορα, η δαμόκλειος σπάθη θα χτυπήσει και το δικό μας κεφάλι. Εγώ είμαι 19 χρόνια Δήμαρχος, ευτυχώς δεν κουβαλάω κάτι, ίσως είμαι τυχερός. Δεν θα έλεγα ότι είμαι ο καλός που δεν μου έτυχε τίποτα. Ίσως είμαι τυχερός. Το βλέπω σε πολλούς Δημάρχους μετά από τόσα χρόνια, που είμαι σίγουρος ότι είναι καθαροί και αθώοι, να κινδυνεύουν να εκπέσουν του αξιώματος, διότι από ένα τυχαίο γεγονός μπορεί να συμβεί αυτό, τις ξέρουμε τις γκέλες που μπορούν να γίνουν και ξαφνικά μετά από χρόνια που ήσουν πιστός σε αυτό που ασκούσες, που τίμησες τον όρκο σου, που ακολούθησες μια διαδικασία που πραγματικά τίμησες τον εαυτό σου και τον λαό σου, να βρεθείς έκπτωτος, με ότι αυτό συνεπάγεται και ποιος θα σε πιστέψει αν κάποια στιγμή, 6 μήνες μετά ή ένα χρόνο, δικαιωθείς από το δικαστήριο. Η ζημιά θα έχει γίνει και θα είναι φοβερό ότι θα έχεις υποστεί. Άρα λοιπόν, γιατί να μπεις σε αυτή τη δοκιμασία;

Το τρίτο είναι οι αμοιβές. Ο Καμίνης ο Γιώργος, που μίλησε πριν, η αμοιβή του είναι 2.100 €. Όσο περίπου φαντάζομαι είναι και η δική μου, των μεγάλων Δημάρχων. Τόσο είναι, εγώ παίρνω 2.100 €. Οι πάνω από 100.000, παίρνουμε 2.100 €. Οι μικροί παίρνουν γύρω στα 1.000 €. Με αυτές τις αμοιβές αυτή τη στιγμή, ποιος θα υποστεί όλα όσα είπαμε πριν; Και γιατί να το κάνεις; Πρέπει να είσαι βαθιά άρρωστος και όσοι ξεκινήσαμε πριν χρόνια την Αυτοδιοίκηση, να πω ότι είμαστε βαθιά άρρωστοι πια, δεν γίνεται. Όμως, ποιος υγιής άνθρωπος θα μπει σε αυτή τη διαδικασία; Ποιος θα αποφασίσει σήμερα να κατέβει στα κοινά, αποφασισμένος ότι θα ζήσει με αυτό το μισθό, θα εγκαταλείψει το γραφείο του, τη δουλειά του και λοιπά;

Γιατί το εκ παραλλήλου επάγγελμα, δεν γίνεται. Δόθηκε υποτίθεται μια μάχη να καταργηθεί το ασυμβίβαστο, για ποιους; Εκτός από τους γιατρούς, δεν νομίζω, εγώ που είμαι μηχανικός και έκλεισα το γραφείο μου πριν 19 χρόνια, ότι θα μπορούσα να κάνω και γραφείο και να είμαι Δήμαρχος. Και φαντάζομαι το ίδιο και οι δικηγόροι και κάποιοι άλλοι. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα.

Τέταρτον. Εξηγώ γιατί υπάρχει τάση αναχωρητισμού. Έλλειψη οράματος. Έχει όραμα η Αυτοδιοίκηση σήμερα; Θαρρώ πως δεν έχει και εδώ είμαστε συνυπεύθυνοι όλοι. Γιατί αυτή τη στιγμή, τι θέλουμε να κάνουμε στην Αυτοδιοίκηση; Να διαχειριστούμε την τρύπα στο δρόμο, την πλάκα που χάλασε ή το να βάψουμε το σχολείο; Αν τα καταφέρουμε στην καλύτερη περίπτωση, είναι αυτά. Στην χειρότερη, ούτε αυτά δεν μπορούμε να κάνουμε. Αλλά ποια έργα μπορούμε να δώσουμε στο Δήμο; Πού μπορούμε να πάμε τους Δήμους μας; Τι μπορούμε να αφήσουμε πίσω μας; Τίποτα απολύτως.

Με όλα αυτά λοιπόν, αναρωτιέται κανείς: γιατί να είμαστε εδώ; Ακούω τον έναν συνάδελφο μετά τον άλλο να λέει: εγώ τελευταία τα παρατάω. Αλλά αυτό φυσικά, δεν μπορεί να αποτελεί λύση για όσους αγαπάμε την πόλη μας και τη χώρα μας. Και εδώ είναι θέμα δικό μας, όλων μας, να ξαναδούμε το όραμά μας, να ξαναδούμε γιατί μπήκαμε στην Αυτοδιοίκηση. Δηλαδή ξυπνήσαμε ένα πρωί και είπαμε: θέλω να γίνω Δήμαρχος γιατί έχει γκλαμουριά; Δεν έχει πια. Αν κάποιοι το έκαναν για αυτό. Θυμόσαστε οι παλιοί, εποχές Δημάρχων, που ο φωτογράφος ήταν από πίσω 24 ώρες, που έκανε χειραψίες, δημόσιες σχέσεις και χαιρόταν γιατί είναι Δήμαρχος και χειροκροτούσε η κοινωνία. Τελείωσαν αυτά για όσους μπήκαν. Όσοι είμαστε εδώ, θα είμαστε γιατί πονάμε αυτό που κάνουμε, αλλά πρέπει να έχουμε και ένα όραμα σε αυτό που κάνουμε και νομίζω ότι είναι καιρός να ξαναβρούμε, μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, το όραμά μας.

Ποιος είναι ο ρόλος της Αυτοδιοίκησης σε αυτές τις δύσκολές στιγμές; Πώς θα κινηθούμε; Απεδείχθη περίτρανα ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός. Ότι η Αυτοδιοίκηση, όπως και όλοι οι υπόλοιποι θεσμοί του κράτους, ήταν γυμνοί. Λόγια, ιστορίες, αυτό, εκείνο, το άλλο και λοιπά, ξαφνικά, με το που κατέβηκαν και έκλεισαν οι κρουνοί, βρεθήκαμε όλοι: τώρα θα κάνουμε τι; Τώρα θα πάμε πού; Τώρα θα λειτουργήσουμε με ποιον τρόπο; Θεωρώ λοιπόν ότι αυτή τη στιγμή πρέπει να ξανά ορίσουμε – εγώ δεν το έχω έτοιμο και δεν θα μπορούσα να το έχω ούτε εγώ, ούτε η παράταξη να σας το καταθέσουμε – τον τρόπο που θα κινηθούμε. Και το πρώτο που πρέπει να δούμε πώς θα κινηθούμε, είναι το καινούργιο θεσμικό πλαίσιο.

Η Αυτοδιοίκηση έχει τεράστια ανάγκη από ένα καινούργιο θεσμικό πλαίσιο. Ο Καλλικράτης ήταν ένα πλαίσιο που το οραματιζόμασταν, το 2006, το 2007, το 2008, το 2009 και με παραλλαγές – τις κακές παραλλαγές – εφαρμόστηκε το 2010. Όμως το πλαίσιο του Καλλικράτη το γενικότερο, το συζητούσε η Αυτοδιοίκηση τα πρώτα χρόνια του 2000. Μετά το 2010 όμως, αυτό που ήρθε, δεν μπορούσε να περιγραφεί σε κανέναν Καλλικράτη. Κανείς δεν μπορούσε να το προβλέψει. Δηλαδή μπορεί να έχει χίλια στραβά ο νόμος, αλλά αυτό που ζήσαμε από το 2011 και μετά, δεν μπορούσε να περιγραφεί έτσι και αλλιώς.

Άρα λοιπόν, από τα πράγματα, είναι μια πάρα πολύ ξεπερασμένη ιστορία ο Καλλικράτης. Εδώ δεν θα έρθουμε να κάνουμε αποτίμηση: καλός, κακός. Αυτό θα το κάνουμε αν πάμε σε ένα καινούργιο θεσμικό πλαίσιο, γιατί το έχουμε ανάγκη. Σημασία έχει να συνειδητοποιήσουμε όλοι μαζί ότι αυτό το πλαίσιο έχει τελειώσει. Δεν μπορούμε να κινηθούμε στη χώρα πια, με ένα νόμο σαν τον Καλλικράτη. Πρέπει να βρούμε το καινούργιο θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο.

Η δική μας πρόταση λοιπόν, λέει ότι αυτή τη στιγμή η ΚΕΔΕ πρέπει να ανοίξει αυτή τη διαδικασία. Σε μία προσπάθεια μέχρι την καινούργια δημοτική περίοδο, να έχουμε το καινούργιο θεσμικό πλαίσιο. Και θα προσπαθήσω στα γρήγορα να περιγράψω τους βασικούς άξονες αυτού του θεσμικού πλαισίου, προσπαθώντας να δώσω μια θετική προοπτική στην Αυτοδιοίκηση. Αυτή είναι η προσπάθεια της παράταξής μου. Να δώσει μία θετική προοπτική σε αυτό που έχουμε, αντί απλώς να λέμε τις δυσκολίες που έχουμε.

Νέα κατανομή των ΚΑΠ. Πρώτο και σημαντικό θέμα. Διχάζει τους Δήμους. Όσοι βγήκαν με αυξημένες τις απογραφές τους, θέλουν τα περισσότερα λεφτά που τους αναλογούν και δικαίως. Οι υπόλοιποι που χάνουν χρήματα, λένε: και εγώ πώς θα λειτουργήσω σε αυτή τη δύσκολη στιγμή; Αυτό όμως είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα για την Αυτοδιοίκηση. Στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΚΕΔΕ πήρα μόνο την ψήφο μου όταν είπα ότι δεν μπορεί να συζητηθεί σε αυτό το συνέδριο, να είμαστε σαφείς, δεν βγαίνει αυτό μαζί με όλα τα άλλα και η ανακατανομή των ΚΑΠ. Θέλει ξεχωριστό έκτακτο συνέδριο, που θα κάτσουμε πολύ σοβαρά να αντιμετωπίσουμε σε πνεύμα αλληλεγγύης, τα έτσι και τα αλλιώς.

Γιατί ποιο είναι το σημαντικό που έχουμε να αντιμετωπίσουμε εδώ; Γιατί στην παλιότερη φάση που έγινε αυτό, είπαμε να αυξηθεί κατά ελάχιστον 5% στους Δήμους που είχαν αρκετά χρήματα και από εκεί και πέρα να πάμε. Τώρα δεν μπορούμε να αυξηθεί. Το να αυξηθεί στον έναν, σημαίνει να μειωθεί στον άλλον. Τα χρήματα που παίρνουμε είναι 1,3 δις. Οι ανάγκες που προκύπτουν στο ελάχιστο κόστος, είναι 2,6 δις. Άρα λοιπόν, στο καλημέρα, έχουμε τα μισά χρήματα από όσα θα θέλαμε. Αυτό λοιπόν, είναι μία επισήμανση στην οποία πρέπει να δουλέψουμε. Δεν σημαίνει το αποδεχόμαστε.

Η Αυτοδιοίκηση πρέπει να παλεύει μονίμως το 1,3 να το κάνει 2,6. Παρ’ όλα αυτά όμως, δεν μπορούμε να μείνουμε εδώ και να πούμε: μέχρι να γίνει 2,6, ας κάνει ότι θέλει ο εκάστοτε Υπουργός, κατανέμοντας με τον τρόπο που θέλει τους ΚΑΠ. Εμείς θα φτιάξουμε τον τρόπο κατανομής που είτε 1,3 είναι, είτε 1,6 δις, θα κατανέμεται δικαίως στους Δήμους. Αυτό λοιπόν, είναι ένα αντικείμενο πολύ μεγάλης συζήτησης μεταξύ μας, διότι έτσι όπως μπήκε εδώ στο πλαίσιο, δεν είπε τίποτα. Ναι, θα γίνει βάσει του πληθυσμού, των ελάχιστων αναγκών… Και; Έτσι γινόταν πάντα. Τι θα πει αυτό; Πρέπει να πάμε σε συγκεκριμένες ποσοστώσεις. Θεωρώ λοιπόν ότι είναι ένα θέμα έκτακτου συνεδρίου, που θα πρέπει να το δούμε, αφού περάσει από τις ΠΕΔ, για να έρθει στο έκτακτο συνέδριο και στην ΚΕΔΕ, με πρόταση συγκεκριμένη που πρέπει να αποφασίσουμε όλοι μαζί.

Κοινωνικές δομές των Δήμων. Διάβαζα πρόσφατα ότι το 2016, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τις αισιόδοξες, η ανεργία θα είναι στο 21%. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως ότι έχουμε αναλάβει ως κοινωνικές δομές των Δήμων, σημαίνει ότι θα το έχουμε μπροστά μας όλη την 4ετία. Δεν τελειώνει το 2014, που ακούμε θα αρχίσει η ανάκαμψη και λοιπά. Όταν η ανεργία είναι πάνω από 20%, ότι ζούμε, θα συνεχίσουμε να ζούμε. Και τις ανάγκες των Δήμων μας που πρέπει να καλύψουμε. Άρα λοιπόν, θα έχουμε μία καινούργια 5ετία μπροστά μας, που το κοινωνικό πρόβλημα θα είναι εξίσου μεγάλο όπως είναι και τώρα. Άρα λοιπόν, αυτό πρέπει να είναι στοιχείο της πρόβλεψης του καινούργιου θεσμικού πλαισίου, για να μην σας κουράζω.

Τρίτον. Διαφάνεια και χρηστή διοίκηση. Δεν το κουβεντιάζω ότι ο Καλλικράτης έφερε πολλά θετικά βήματα σε αυτό το κομμάτι, πέρα από κάποιες υπερβολές. Και έτσι πρέπει να κινηθούμε. Δεν το κουβεντιάζω ότι σήμερα δεν μπορούμε να λέμε πουθενά, σε ότι έχει να κάνει με διαφάνεια: μας κουράζει, κάνει εκείνο, κάνει το άλλο. Ο πολίτης περιμένει από εμάς τη μέγιστη διαφάνεια, κάθε στιγμή, κάθε ώρα και πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί.

Αισθάνομαι εδώ και καιρό, ότι κάποιοι συνάδελφοι ζούμε σε ένα αυτιστικό περιβάλλον: εμείς οι καλοί της Αυτοδιοίκησης, που τα κάνουμε καλά και δεν χρειάζεται να είμαστε πολύ προσεκτικοί σε όλα αυτά. Δεν υπάρχει αυτό, έχει τελειώσει. Όλο το πολιτικό σύστημα και εμείς μαζί, είμαστε πυροβολημένοι. Ανά πάσα στιγμή. Άρα πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί.

Πρόσφατα, πέρασε η ρύθμιση με τη μείωση των προστίμων για 1.100 συναδέλφους. Την στηρίξαμε όλοι. Τι κάναμε; Το πρόστιμο των 20.000 € το κάναμε 1.000 €. Των 30.000 €, 2.000 €. Τι παρενέργειες μπορεί να έχει αυτό; Στις εκλογές που θα έχουμε την καινούργια χρονιά, να έρθουν κάποιοι συνάδελφοι, με οικονομικούς πακτωλούς από πίσω και να πει: ναι, εγώ θα γεμίσω την πόλη αφίσες και θα πληρώσω ένα χιλιάρικο πρόστιμο. Σιγά τα αβγά. Γιατί αν ο νόμος μείνει έτσι, δεν έχουμε θωρακίσει το σύστημα. Άντε να δεχτούμε ότι την πρώτη φορά δεν το ξέραμε, έγιναν λάθη και λοιπά. Το λύσαμε. Δεν μπορούμε να πάμε με αυτό το νόμο όμως, διότι αντιλαμβάνεστε ότι στα μάτια των πολιτών μας, θα είμαστε όλοι ένοχοι. Δηλαδή τα πράγματα έχουν πολλές αναγνώσεις και πάνω από όλα, κατά την άποψή μου, έχει σημασία η ανάγνωση του λαού. Η ανάγνωση του απλού πολίτη που είναι άνεργος, που δεινοπαθεί και λοιπά και μας βλέπει και εμάς σαν κομμάτι εξουσίας και δεν πρέπει να το ξεχάσουμε στιγμή αυτό.

Η οικονομική προοπτική μας. Δεν ξέρω αν ξέρει κανείς σίγουρα τι λέει το μνημόνιο. Το μνημόνιο προβλέπει αύξηση των πόρων μας το 2015 κατά 80 εκατομμύρια και το 2016 κατά 200 εκατομμύρια. Δηλαδή, αστεία πράγματα, έτσι και αλλιώς, στο σύνολο της Αυτοδιοίκησης. Ένα μέρος της προσπάθειάς μας είναι να αλλάξουν αυτά τα ποσά, να μεγαλώσουν, αλλά αυτή τη στιγμή, στο προβλέπει το μνημόνιο, αντιλαμβάνεστε ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο.

Τι σημαίνει αυτό; Ότι πρέπει να κινηθούμε, όσο και αν φωνάζουμε και αν παλεύουμε και λοιπά, με κάποια δεδομένα που ήδη είναι ορισμένα. Και πάλι κανείς μας δεν μπορεί να φανταστεί ότι θα αλλάξουν τα πράγματα από την επόμενη χρονιά και τι καλά θα ξανά αρχίσουν να συρρέουν λεφτά στα ταμεία μας να μπορέσουμε να κάνουμε πράγματα. Θα είναι μια εξίσου δύσκολη 5ετία για όποιον αναλάβει να συνεχίσει.

Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων του καινούργιου προγράμματος. Ήδη η Κοινωνική Επιτροπή της ΚΕΔΕ, κατέθεσε σοβαρές προτάσεις και θα πρέπει σαφέστατα στο καινούργιο πλαίσιο, που θα καλύψει και όλη την δημοτική περίοδο, μιας και θα πάει μέχρι το 2020, να καλύψουμε όλες τις ανάγκες. «Βοήθεια στο Σπίτι», Παιδικοί Σταθμοί, ΚΗΦΗ, ΚΔΑΠ και όλα τα υπόλοιπα, Κοινωνικά Παντοπωλεία, ώστε μέσα από αυτόν τον τρόπο, τουλάχιστον στο κοινωνικό κομμάτι, να είναι εξασφαλισμένο.

Το δεύτερο κομμάτι έχει να κάνει με την ενέργεια. Το καινούργιο πλαίσιο, η 5η Προγραμματική, προβλέπει πολλά χρήματα πάνω στην ενέργεια. Εδώ έχουμε πολλά ανοιχτά θέματα. Από τα φωτοβολταϊκά και τους λαμπτήρες τους ενεργειακούς, που μπορούμε να εντάξουμε σε αυτή την ιστορία και πρέπει έγκαιρα να το δούμε και να το τρέξουμε.

Το ανθρώπινο δυναμικό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η άποψή μας λέει ότι δεν μπορούμε να χάσουμε καμία δομή. Η κόκκινη γραμμή πρέπει να είναι αυτή. Δηλαδή οι δομές που έχουμε στον πολιτισμό, στον αθλητισμό, στις Κοινωνικές Υπηρεσίες κατά κόρον και λοιπά, δεν μπορούν να λιγοστέψουν. Δεν υπάρχει περίπτωση. Δεν μπορείς να πας σε ένα νόμο, με τα Νομικά Πρόσωπα ή με τις Δημοτικές Επιχειρήσεις, που εμάς, όλους αυτούς που έχουμε με Ευρωπαϊκά Προγράμματα, αύριο θα τους χάσουμε και να κλείσουν αυτές οι δομές, γιατί δεν έχουμε τρόπο να πάρουμε ξανά τους ανθρώπους αυτούς που έχουμε. Πρέπει να εξασφαλιστεί λοιπόν αυτό το κομμάτι οπωσδήποτε και πρέπει να είμαστε πάρα πολύ σαφείς.

Και βέβαια, η όποια αναδιάρθρωση του προσωπικού της Αυτοδιοίκησης, πρέπει να γίνει εντός Αυτοδιοίκησης. Δηλαδή, λέει ο «χι» Δήμος – και να μην πω ονόματα – εγώ έχω περισσευούμενους αυτούς. Πάρα πολλοί άλλοι λέμε: εμείς θέλουμε προσωπικό. Εντός Αυτοδιοίκησης λοιπόν και εντός της ίδιας γεωγραφικής περιφέρειας, μπορούν να γίνουν αυτές οι μεταφορές προσωπικού, που και θα ανακουφίσουν αυτούς που έχουν πλεονασματικό προσωπικό και θα ανακουφίσουν τους άλλους που δεν έχουν προσωπικό. Όμως αυτή είναι μια υπόθεση ενδοαυτοδιοικητική, που μπορούμε να τη δούμε μεταξύ μας και δεν χρειάζεται να παρέμβει ο κάθε Υπουργός για να πει: κόβω δομές και ανθρώπους.

Εγώ θεωρώ ότι σε αυτή την ιστορία την καινούργια, η ΚΕΔΕ προσπάθησε να ανταποκριθεί. Και είναι η μοναδική Διοίκηση που είχε στην ουσία 1,5 χρόνο. Ξεκίνησε με 1 χρόνο καθυστέρηση, αυτό είναι το τελευταίο συνέδριο, άρα λοιπόν κρίνεται για 1,5 χρόνο διοίκησης. Και σε ποιον 1,5 χρόνο; Στην χειρότερη περίοδο της χώρας. Πρέπει να είμαστε λοιπόν επιεικείς σε αυτό το κομμάτι, κατά την άποψή μου. Και το λέω εγώ, που έχω κάνει μια κριτική και θα συνεχίσω να κάνω. Γιατί τι πιστεύω; Πιστεύω ότι αυτό το Διοικητικό Συμβούλιο διαχειρίστηκε θέματα και κάποια πολύ επιτυχώς, δηλαδή η υπόθεση με τα ληξιπρόθεσμα, ήταν μια τεράστια επιτυχία, που όσοι τη ζήσαμε, όσοι Δήμοι είχαμε προβλήματα και ήδη έχουμε φτάσει τους 170, άρα πολύ πάνω από τους μισούς, αντιλαμβανόμαστε πόσο μεγάλη υπόθεση ήταν. Γιατί χωρίς αυτό, δεν θα μπορούσε να τρέξει.

Δεν ήταν δεδομένο όμως ότι στα ληξιπρόθεσμα θα μπει η Αυτοδιοίκηση. Αυτό το Διοικητικό Συμβούλιο το έτρεξε και το ενέταξε σε αυτή την ιστορία, που 800 εκατομμύρια, που μπορούν να γίνουν και 1 δις, θα έρθουν να καλύψουν χρέη αυτοδιοικητικά. Μια τεράστια ιστορία. Αντίστοιχα μπορεί να πει κανείς για την μακροπροθεσμοποίηση των δανείων, για την περίοδο χάριτος, για τη μικρή μείωση του επιτοκίου και λοιπά. Είναι σημαντικές επιτυχίες.

Αυτό που έκανε όμως αυτό το Διοικητικό Συμβούλιο, είναι να τρέχει μονίμως να σβήσει φωτιές που μας άναβε μία Κεντρική Διοίκηση, που δεν ξέρεις μέχρι τώρα κάθε στιγμή τι θα σου σκάσει αύριο, όπως τώρα δεν ξέρουμε με τα Νομικά Πρόσωπα. Αυτή είναι η προσπάθεια. Παρ’ όλα αυτά όμως, δεν πρέπει να αφήσουμε το οραματικό μας κομμάτι. Δεν πρέπει να αφήσουμε αυτό που θέλουμε να είμαστε ως Αυτοδιοίκηση. Η τρέχουσα διαχείριση, δεν αρκεί για να απαντήσουμε σε όλα τα ζητήματα και θεωρώ ότι και το εκλογικό σύστημα και ο χρόνος διεξαγωγής των εκλογών, είναι πολύ μεγάλα θέματα για να αφήνουμε τον Υπουργό να τοποθετηθεί. Το Σώμα οφείλει να έχει θέσεις, συγκεκριμένες.

Το ότι κάναμε μια κουβέντα στην Κομοτηνή πριν 1,5 χρόνο, που δεν ήταν και σαφής η κουβέντα, η παράταση θα ήταν για 4 μήνες ή θα ήταν για 1,5 χρόνο; Δεν ξεκαθάρισε. Ο καθένας το ερμήνευε όπως ήθελε και έκτοτε δεν το ξανά ανοίξαμε. Ουσία, επιτρέπουμε στον «χι» Στυλιανίδη, να λύσει το θέμα όπως αυτός νομίζει. Θεωρώ λοιπόν ότι αυτό είναι ένα θέμα που πρέπει να κουβεντιαστεί. Το ότι ο ίδιος ο Υπουργός και από εκεί και πέρα τα παπαγαλάκια, βγάζουν ένα καινούργιο σύστημα εκλογικό και εμείς δεν μιλάμε για αυτό, δεν τοποθετούμαστε, γιατί δεν έχει γίνει επίσημα. Τι θα πει αυτό; Αφού ξέρουμε πολύ καλά από πού εκκινεί. Δεν πρέπει να τοποθετηθούμε; Θα περιμένουμε να πέσει, οπότε εκεί θα έχουμε την κόντρα αν θα το πάρει ή δεν θα το πάρει πίσω ο κάθε Υπουργός; Δηλαδή σε θέματα τέτοια, θεσμών, οφείλουμε να παρεμβαίνουμε.

Και για να κλείσω και να μην σας κουράζω, νομίζω ότι σε αυτό το συνέδριο, ήρθαμε 300 από τους 500 συνέδρους. Στο συνέδριο της ΠΕΔΑ που είχαμε πριν λίγες ημέρες, ήμασταν οι μισοί. Και φαντάζομαι κάπως έτσι ήταν και οι περιφερειακές ΠΕΔ. Τι σημαίνει; Ότι στην χειρότερη στιγμή του χώρου μας, εμείς δεν ερχόμαστε καν στα Όργανα. Και δεν ερχόμαστε καν στα Όργανα, διότι ο καθένας έχει επιλέξει τον προσωπικό του δρόμο, τις προσωπικές του επιλογές, μόνος εναντίον όλων και σε επίπεδο Δήμου και σε επίπεδο κοινωνίας και λοιπά και στην λογική: ο σώζων εαυτόν, σωθείτο.

Αυτή η λογική δεν μας πάει πουθενά. Είναι πολύς καιρός που είμαστε μονίμως σε αυτή την κατεύθυνση, πολύ χειρότερα τώρα, γιατί όσο πιο δύσκολες γίνονται οι συνθήκες, τόσο πολύ δουλεύουμε σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά έτσι δεν βοηθάμε κανέναν. Είναι πάρα πολύ εύκολο να κάνουμε κριτική στα Όργανα, σε όλους τους άλλους, στην Πολιτεία, αλλά όταν εμείς είμαστε απόντες, σε κανέναν δεν μπορούμε να κάνουμε κριτική. Την κριτική θα την κάνουμε όταν είμαστε παρόντες, συμμετέχουμε, δουλεύουμε και σπρώχνουμε προς κάποια κατεύθυνση συγκεκριμένη.

Αυτό λοιπόν νομίζω ότι πρέπει να είναι η κατεύθυνση και το θεσμικό πλαίσιο που είπαμε πριν, που πρέπει να πάμε όλοι μαζί, συντονισμένοι.

Ευχαριστώ.

Δύο χρόνια «Καλλικράτης»: η αυτοδιοίκηση υπό κατάρρευση

Ανάγκη για τοπικά σύμφωνα κοινωνικής συνοχής

του Γιάννη Ιωαννίδη

Μίμης Βιτσώρης, «Σπίτια»

Μίμης Βιτσώρης, «Σπίτια»

Ο Καλλικράτης σχεδιάσθηκε το 2010 ως πρόγραμμα με στόχο τη διοικητική μεταρρύθμιση στους ΟΤΑ, που θα αποτελούσε δημιουργική απάντηση στην πολύπλευρη κρίση που αντιμετώπιζε η χώρα. Μάλιστα, πριν την εφαρμογή του είχε καταφέρει να εξασφαλίσει ιδιαίτερα αυξημένη συναίνεση στο χώρο της αυτοδιοίκησης, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από σχετική έρευνα. Δεκαοχτώ μήνες μετά, οι υψηλές προσδοκίες είχαν μετατραπεί σε διαψεύσεις.[1] Το θέμα της συγκυρίας αναδεικνύεται, με κρίσιμη παράμετρο το ότι ο «Καλλικράτης» αποτελεί μια καλή ευκαιρία για τη διοικητική διαχείριση του Μνημονίου. Κατά συνέπεια, η ανάγκη να δούμε με διαφορετικό τρόπο την οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης καθίσταται επίκαιρη.

Από την προαναφερθείσα έρευνα προκύπτει ότι τα σημαντικότερα προβλήματα στην εφαρμογή του «Καλλικράτη» αποτελούν τόσο η έλλειψη οικονομικών πόρων σε σχέση με τις νέες αρμοδιότητες όσο και το ανελαστικό, γραφειοκρατικό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας. Επίσης, καταγράφεται ότι αρνητικές πλευρές στον σχεδιασμό του σχετίζονται, κυρίως, με την αδυναμία του ελληνικού συστήματος διοίκησης (κεντρικής και τοπικής) να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός τέτοιου εγχειρήματος.

Παράλληλα, ενώ οι δήμοι ενισχύονται με 220 νέες αρμοδιότητες, οι θεσμοθετημένοι από το κράτος πόροι τους έχουν μειωθεί την τελευταία τριετία πάνω από 60%. Μια τόσο ριζική αλλαγή στην αρχιτεκτονική της διοίκησης διαφοροποιεί, εξ αντικειμένου, τον χαρακτήρα του διοικητικού μηχανισμού. Οι αλλαγές που συντελούνται οδηγούν σε υποχώρηση του κράτους, μια λειτουργία που έχει περιγραφεί θεωρητικά ως «αποκένωση του κράτους». Το αποκενωμένο κράτος αναζητά τρόπους να αντιμετωπίσει τη δραματική συρρίκνωση των πόρων, αποφεύγοντας να φορτωθεί κοινωνικές υποχρεώσεις. Με τον τρόπο αυτό διοχετεύει κοινωνικά αιτήματα και ευθύνες τόσο «προς τα κάτω» (περιφέρειες και δήμοι) όσο και «προς τα έξω» (αγορά, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών), με αποτέλεσμα να συγκαλύπτονται ευκολότερα οι κοινωνικές αντιθέσεις.

Η τάση αποκένωσης του κράτους, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, διαμορφώνουν ιδιαίτερα κρίσιμες επιδράσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση: στις συνθήκες του Μνημονίου, με δύο χρόνια εφαρμογής του «Καλλικράτη» κινείται σε περιβάλλον οξείας οικονομικής κρίσης και δημοσιονομικής ασφυξίας. Οι σήμοι αποστερούνται ανθρώπινο δυναμικό, συρρικνώνουν βασικούς τομείς άσκησης κοινωνικής πολιτικής (πρόνοια, παιδεία, πολιτισμός) και εξαναγκάζονται σε μια ανώδυνη διαχειριστική λειτουργία, χωρίς αναπτυξιακό χαρακτήρα και όραμα.

Οι ΟΤΑ έχουν, βέβαια, τις δικές τους ευθύνες, παραλείψεις και στρεβλώσεις. Η αυτοδιοίκηση δεν αποκόπηκε ποτέ από την κεντρική εξουσία ούτε διεκδίκησε την πολιτική, διοικητική και οικονομική αυτοτέλειά της. Ωστόσο, η αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να αποτελεί μικρογραφία, κακέκτυπο ή εξάρτημα του κράτου,ς ασκώντας εξουσία με τους τρόπους, τα μέσα και την οπτική του κράτους. Το γεγονός ότι οι δήμοι, πολλές φορές, αποτελούν ενεργούμενα της κεντρικής πολιτικής σκακιέρας είναι βασική ευθύνη και των αιρετών της. Οι πελατειακές σχέσεις πολλών δημάρχων με τις εκάστοτε κυβερνήσεις διεύρυναν την εξάρτηση, έστω και αν προσωρινά εξασφάλιζαν πόρους και ευνοϊκή μεταχείριση για δικές τους τοπικές υποθέσεις. Το πολιτικό προσωπικό της αυτοδιοίκησης δεν απέκτησε το απαραίτητο status και χαρακτηριστικά αντίστοιχα των λειτουργιών του ούτε φυσικά βρίσκεται σε μία εν δυνάμει συγκρουσιακή κατεύθυνση με την κυβέρνηση.

Σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, είναι σημαντικό η αυτοδιοίκηση να αποφύγει αδράνειες και προκαταλήψεις, υπερβαίνοντας στην πράξη ψευδεπίγραφα διλήμματα. Μια ιδεοληπτική ταύτιση γίνεται με τον όρο «συμφέρον». Συγκεκριμένα, το «κρατικό συμφέρον» ταυτίζεται συστηματικά με το «δημόσιο συμφέρον», και συνακόλουθα το «δημόσιο συμφέρον» εκλαμβάνεται ως «κοινωνικό συμφέρον». Η εξίσωση αυτή είναι εμφανώς αυθαίρετη. Η κάθε κρατική (κεντρική ή τοπική) δραστηριότητα δεν ταυτίζεται εκ προοιμίου με το δημόσιο συμφέρον, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να το αντιβαίνει ή και να το καταπατά. Επιπρόσθετα, ούτε το δημόσιο συμφέρον που εκπροσωπεί η τοπική αυτοδιοίκηση δεν εκφράζει στο σύνολό του το κοινωνικό συμφέρον της τοπικής κοινωνίας. Οι τοπικές υποθέσεις διαφοροποιούνται από τις κεντρικές, καθώς δεν εξαντλούνται στη δημόσια σφαίρα αλλά την υπερβαίνουν, καθώς υπεισέρχονται σε μεγάλο βαθμό στην καθημερινή, ακόμη και την προσωπική ζωή των κατοίκων μιας τοπικής κοινωνίας.

Στην αυτοδιοίκηση, λοιπόν, το κοινωνικό και συλλογικό συμφέρον δεν ταυτίζεται πάντα με ότι χαρακτηρίζεται ως δημόσιο συμφέρον. Συνεπώς, είναι δυνατόν να υιοθετηθούν προσεγγίσεις που θα προκρίνουν μια επιχειρηματικότητα τοπικού κοινωνικού συμφέροντος, σε σχέση με τη «δημόσια επιχειρηματικότητα» που επιδιώκει την ταύτιση του «δημόσιου» με το «κρατικό». Μια τέτοια επιχειρηματικότητα αποτελεί επιχειρηματικότητα για το συλλογικό όφελος, καθώς συμβάλλει σε παροχή αγαθών που προάγουν το αίσθημα του «ανήκειν». Το παραγόμενο κεφάλαιο είναι δυνατόν να αναδιανεμηθεί σε τοπικό επίπεδο, με κοινωνικούς όρους — θα διαθέτει, έτσι, συλλογικό χαρακτήρα, συνιστώντας ένα πολύτιμο απόκτημα κοινωνικής αναπαραγωγής που αντιμάχεται τον αποκλεισμό, συνεισφέρει στην αλληλεγγύη και την κοινωνική συνοχή της πόλης.

Η επιχειρηματικότητα κοινωνικού συμφέροντος είναι σημαντικό να ανταποκρίνεται σε όρους αποτελεσματικότητας και ωφελιμότητας, συνδυάζοντας κοινωνικά με οικονομικά κριτήρια. Οι παρεχόμενες υπηρεσίες είναι δυνατόν να διέπονται από μια σχέση «χρησιμότητας-τιμής», όπου το κόστος ενός δημοτικού προγράμματος θα συσχετίζεται με την ωφελιμότητα που έχει για το κοινωνικό σύνολο. Εάν οι δήμοι πασχίζουν για μια κοινωνία των αναγκών, διεκδικώντας τη λύση προβλημάτων της καθημερινότητας, πρέπει να ιεραρχήσουν τις ανάγκες σε σχέση με τους πραγματικούς διαθέσιμους πόρους σε οικονομικά μέσα και ανθρώπινο δυναμικό.

Για να αναπτυχθούν επιχειρηματικότητες κοινωνικού συμφέροντος, απαιτείται η ουσιαστική παραχώρηση ζωτικού χώρου στην τοπική κοινωνία. Η αυτοδιοίκηση μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης, συμβάλλοντας καθοριστικά στη δημιουργία θεσμών πολυμερούς οργάνωσης και εντάσεως συμμετοχής προσφέροντας το απαραίτητο «οξυγόνο» στις άλλες εμπλεκόμενες δυνάμεις, αναγκαίο προαπαιτούμενο για να μη γραφειοκρατικοποιηθούν και ενσωματωθούν.[2]

Προκύπτει, λοιπόν, η ανάγκη μιας νέας και σύνθετης πραγματικότητας, όπου ορίζονται συναρμοδιότητες, ενθαρρύνονται δυνάμεις και συντίθενται πόροι. Η τέχνη της διοίκησης μιας πόλης επιτυγχάνεται με τη συμμετοχή όχι μόνο των επίσημων θεσμικών εκφράσεων αλλά και των «ζωντανών» δυνάμεων της πόλης όπως οι οργανώσεις του «τρίτου τομέα» και της κοινωνίας των πολιτών, οι συλλογικότητες εθελοντικής δράσης, οι τοπικοί θεσμοί διαλόγου και επικοινωνίας, τα ανεπίσημα πλέγματα και τα πρωτογενή τοπικά δίκτυα, το σύνολο, δηλαδή, των αποθεματικών δυνάμεων που δρουν σε τοπικό επίπεδο.

Η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο που μπορεί να ανιχνεύσει κοινές μορφές δράσεων, δημιουργώντας ένα μείγμα συνέργειας και συναυτουργίας, συνθέτοντας διαφορετικές δυνάμεις που δρουν ως «τοπικοί συμμέτοχοι» αλλά και ως «ισοδύναμοι παίκτες». Η πολιτική δυναμική ενός τέτοιου μείγματος αναδεικνύει ένα νέο πλαίσιο δημόσιας συμμετοχής και προσδίδει νέα αντίληψη στην ιδιότητα του πολίτη.

Μια μορφή που θα μπορούσε να προκύψει από αυτή την ισχυρή σύνθεση είναι η συγκρότηση ενός τοπικού συμφώνου κοινωνικής συνοχής, που περικλείει κοινωνική δυναμική, αξιοποιεί πλευρές της αλληλέγγυας οικονομίας, συγκροτεί τοπική συναίνεση και διαμορφώνει ένα ισχυρό αίσθημα εντοπιότητας των κατοίκων.

Η αυτοδιοίκηση δεν πρέπει να εξαντλείται στους υφιστάμενους θεσμικούς πόρους, αλλά να αξιοποιεί νέους κοινωνικούς πόρους. Η νέα αρχιτεκτονική της αυτοδιοίκησης δεν θα προέλθει από την εξάλειψη των αρνητικών του «Καλλικράτη», αλλά ενσωματώνοντας τις καινούργιες κατακτήσεις που επιβάλλουν οι νέες συνθήκες. Η αυτοδιοίκηση οφείλει να διεκδικήσει τον αυτονόητο κοινωνικό χαρακτήρα της, να ξαναβρεί την ουσία της ύπαρξής της, δηλαδή να παραμείνει και τοπική και αυτοδιοίκηση, υπηρετώντας με αποτελεσματικότητα την εγγύτητα της σχέσης της με την τοπική κοινωνία. Έτσι μόνον θα αντιπαρατεθεί με το παρόν, επινοώντας το μέλλον και δίνοντας έκφραση σε μια κοινή αίσθηση οράματος.

Ο Γιάννης Ιωαννίδης είναι δρ του Παντείου Πανεπιστημίου, διευθυντής ΟΤΑ


[1] Το 93% των δημάρχων δήλωσαν ότι τον Νοέμβριο του 2010 είχαν «υψηλές» ή «πολύ υψηλές» προσδοκίες. Ενάμιση χρόνο μετά, μόνο το 36% χαρακτηρίζει την εφαρμογή του «Καλλικράτη» με «υψηλό» ή «πολύ υψηλό» βαθμό επιτυχίας. Τον ερευνητικό πληθυσμό αποτελούσαν οι αιρετοί 79 ΟΤΑ στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Η έρευνα ολοκληρώθηκε στα μέσα του 2012· τα πλήρη στοιχεία και η ανάλυσή της, στην Επιθεώρηση Διοικητικών Επιστημών, τχ. 18.

[2] Ήδη έχουμε περιπτώσεις ΟΤΑ που δοκιμάζουν ένα διευρυμένο φάσμα συνεργασιών με συλλόγους ή αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες, οι οποίες, ως ενδιάμεσοι φορείς μεταξύ δήμων και ενδιαφερομένων χρηστών, εξασφαλίζουν τη συνέχεια ενός προγράμματος ή μιας λειτουργίας σε τοπικό επίπεδο. Μάλιστα, ορισμένοι ΟΤΑ αξιοποιούν μια νέα δυνατότητα με τη δημιουργία κοινωνικής συνεταιριστικής επιχείρησης (Νόμος 4019/2011), στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας.

Αριστερά και Τοπική Αυτοδιοίκηση: εμπειρίες, προβλήματα, προοπτικές

Συζητούν ο Χάρης Κωνσταντάτος,

ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης

και ο Κωστής Χατζημιχάλης

Δημοσιεύουμε σήμερα το δεύτερο μέρος της συζήτησης μεταξύ του Χ. Κωνσταντάτου, του Μ. Σπουρδαλάκη και του Κ. Χατζημιχάλη, με γενικό θέμα το αυτοδιοικητικό τοπίο όπως διαμορφώνεται στη συγκυρία της κρίσης και της εφαρμογής του «Καλλικράτη». Το πρώτο μέρος, με τίτλο «Η τεράστια διοικητική-πολιτική αναδιάρθωση του “Καλλικράτη” και η λογική της “αποκένωσης του κράτους” στη συγκυρία της κρίσης», είχε δημοσιευθεί την προηγούμενη Κυριακή. Αφιερωμένο στον Καλλικράτη, κατέληγε ανοίγοντας το θέμα των δυνατοτήτων και της πολιτικής της Αριστεράς, σε τοπικό επίπεδο, με τα νέα δεδομένα.

«Ε»

 

Χάρης Κωνσταντάτος: Ο Μ. Σπουρδαλάκης αναφέρθηκε σε «κοινωνικές συνέργειες που υπονομεύουν την καπιταλιστική λογική και θα ενδυναμώνουν τα κοινωνικά θύματα του Μνημονίου και του προκρούστειου Καλλικράτη». Αυτό, κατά τη γνώμη μου, έχει ως προϋπόθεση την υπέρβαση του γνώριμου μοντέλου του αριστερού αγωνιστή δημάρχου της μεταπολίτευσης. Το μοντέλο αυτό, που προέτασσε κατά κύριο λόγο τη διεκδίκηση (πόρων, αρμοδιοτήτων, υποδομών) από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, το ζήσαμε για πολλά χρόνια και προφανώς αποτελεί αναπόσπαστη παρακαταθήκη της αριστερής ταυτότητας, ειδικά στα αστικά κέντρα· ακόμα και σήμερα αισθανόμαστε την ηχώ του, αν και τα παραδείγματα πια είναι λίγα. Λέω «υπέρβαση», γιατί οι δημοτικές αρχές, ακόμα και της Αριστεράς, υπήρξαν εχθρικές σε κοινωνικές πρωτοβουλίες αυτοοργάνωσης, βλέποντας τον ρόλο τους κυρίως ως προνομιακούς διαμεσολαβητές των αιτημάτων και των προσδοκιών της τοπικής κοινωνίας προς το κεντρικό κράτος.

Μιχάλης Σπουρδαλάκης: …σχεδόν σαν ομάδα πίεσης.

Χ. Κωνσταντάτος: Υπάρχει λοιπόν, ιδιαίτερα σε καθεστώς κρίσης, όπου πολλές ταυτότητες και σχέσεις σε τοπικό επίπεδο αλλάζουν ριζικά, ένα ζήτημα αναπροσανατολισμού: Τι κάνει μια αριστερή δημοτική αρχή ή οι αριστερές δυνάμεις τοπικά και πώς το ζήτημα της πολιτικής αντιπροσώπευσης συνδέεται οργανικότερα με νέου τύπου κοινωνικές διεργασίες, αλληλέγγυες, που ξεπηδούν σταδιακά «από τα κάτω», πώς ενθαρρύνουμε κάποιες από αυτές; Πώς η προηγούμενη αγωνιστική παράδοση, της διεκδίκησης απέναντι στο συγκεντρωτικό ελληνικό κράτος, μπορεί να συνταιριαστεί με τον ρόλο του υποκινητή, του οργανωτή — και πάντως ομόλογου σε τοπικό επίπεδο της κοινωνικής κινητοποίησης, όχι αντιπροσώπου της, εξωτερικά;

Μ. Σπουρδαλάκης: Θεωρώ ότι αυτό πρέπει να γίνει με ανοικτό μυαλό, με φαντασία, χωρίς στερεότυπα και πάντα με πολιτικούς όρους. Ας μην ξεχνάμε ότι η κρίση συμβάλλει ουσιαστικά στην αναδιάταξη των πολιτικών δυνάμεων. Αναδιάταξη που ξεκινά από τη σοβούσα, εδώ και καιρό, κρίση αντιπροσώπευσης και ολοκληρώνεται με την αποευθυγράμμιση των πολιτικών δυνάμεων από την κοινωνία, εξέλιξη που στις παρούσες εκλογές γίνεται περισσότερο από φανερή. Έτσι, και σε τοπικό και σε περιφερειακό επίπεδο, θα δημιουργούνται ευκαιρίες για νέες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να μεταφέρουμε την παλιά αγωνιστική κινηματική παράδοση της Αριστεράς στον δικό μας χώρο· πρέπει να βλέπουμε και πολιτικά στο επίπεδο των δημοτικών, περιφερειακών κινήσεων κλπ. και προς τις όμορες δυνάμεις, για να κάνουμε αυτή την παρέμβαση, που πολύ σωστά επισημαίνει ο Χ. Κωνσταντάτος.

Έργο του Ανρί Ματύς, από την ενότητα «Τζαζ”

Οι αριστεροί δήμαρχοι και το πρόβλημα του «ρεφορμισμού»

Κωστής Χατζημιχάλης: Εδώ νομίζω αγγίζουμε ένα θέμα-ταμπού για την έννοια του αριστερού δημάρχου στην Ελλάδα: το πρόβλημα του ρεφορμισμού. Αφενός, υπάρχει ένα κατοχυρωμένο πλαίσιο, που ανέφερε πριν ο Χάρης: ο διεκδικητικός ρόλος. Αυτό όχι μόνο δεν πρέπει να αρθεί, αλλά, ιδίως υπό τις σημερινές συνθήκες, πρέπει να ενταθεί. Από την άλλη, κάθε φορά που συζητάμε τι κάνει ένας αριστερός δήμαρχος ξαναμπαίνει το ερώτημα: Αν κάνει κάτι πέρα από τη διεκδίκηση, αυτό είναι αναπαραγωγή του συστήματος, είναι ένταξη στις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής;

Να θυμίσω ένα περιστατικό που συζητάμε συχνά όταν μπαίνει το θέμα. Το 1979 ψηφίστηκε ο περίφημος νόμος 947/1979 «Περί οικιστικών περιοχών», του Στ. Μάνου, υφυπουργού τότε Δημόσιων Έργων. Θέμα του ήταν πώς γίνονται οι επεκτάσεις των πόλεων, με την ενεργό πολεοδομία, με εισφορά σε γη και σε χρήμα — αιτήματα δηλαδή εκσυγχρονιστικά που έθετε και η Αριστερά πριν τη δικτατορία. θυμίζω τα συνέδρια με τη συμμετοχή των Γρ. Διαμαντόπουλου, I. Μπούζεμβεργκ κ.ά. Οι μόνοι δήμαρχοι που έκαναν κάποια προσπάθεια να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες του νόμου ήταν οι δήμαρχοι της ανανεωτικής Αριστεράς. Οι υπόλοιποι, με βασικό κορμό το ΚΚΕ και το ΠΑΣΟΚ, ήταν κάθετα αντίθετοι, θεωρούσαν ότι μια τέτοια στάση αποτελεί τον πιο χυδαίο ρεφορμισμό. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στην εποχή του «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο».

Τι γίνεται λοιπόν σήμερα, όταν υπάρχει ένα τοπικό πρόβλημα μεγάλης ανεργίας; Οι καινούργιες δυνατότητες σου αφήνουν κάποια ψήγματα πρωτοβουλιών, με λίγους πόρους. Καταρχάς, σίγουρα ζητάς περισσότερα χρήματα, γιατί, όπως έχει πει και ο Χ. Κωνσταντάτος, ένας αριστερός δήμαρχος δεν μπορεί να είναι απλώς διαχειριστής της φτώχειας. Αυτό είναι σίγουρο. Μια πολύ σημαντική πηγή κονδυλίων, ειδικά για τη φτώχεια, είναι τα κοινωνικά ταμεία συνοχής. Όμως, για να πάρεις χρήματα από εκεί χρειάζεσαι τεχνοκρατική προετοιμασία. Ορισμένοι αριστεροί δήμαρχοι δεν το κάνουν, επειδή θεωρούν ότι είναι χάσιμο χρόνου ή αποδοχή της «κακιάς Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Παραπέρα, πρέπει να σκεφτούμε ιδέες που ξεπερνάνε τη διαχείριση της φτώχειας και την έλλειψη κονδυλίων. Στην Ευρώπη, δήμαρχοι που έχουν ψηφιστεί από την Αριστερά (εμείς μπορεί, βέβαια, με το δικό μας το «αριστερόμετρο» να τους θεωρούμε απλώς «εκσυγχρονιστές») έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν θεσμούς και δομές που δίνουν στους άνεργους και τις άνεργες δημιουργικές διεξόδους. Είναι επίσης διαδεδομένα τα «κοινωνικά παντοπωλεία»: παρόλο που στη χώρα μας η ιδέα έχει υλοποιηθεί συχνά με κακό και ψηφοθηρικό τρόπο, μπορεί να αποτελέσει, για την Αριστερά, μια πρακτική με προοπτικές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο συνδυασμός βιολογικής γεωργίας και κοινωνικά χρήσιμου φαγητού. Υπάρχουν μεγάλοι καταναλωτές φαγητού, όπως ο στρατός, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα πανεπιστήμια, καθώς και τα κοινωνικά συσσίτια ενός δήμου, που έχουν σημαντική ζήτηση αγροτικών προϊόντων, ως πρώτη ύλη. Στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, ακόμη και τη Γιουγκοσλαβία κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, αριστεροί δήμοι και περιφέρειες (η τελευταία προσφέρει τις αναγκαίες οικονομίες κλίμακας), οργάνωσαν και θεσμοθέτησαν τη συνεργασία μεταξύ βιολογικής γεωργίας και μεγάλων, σταθερών καταναλωτών, δημιουργώντας στην πράξη κοινωνικά χρήσιμο φαγητό για όλους.

Μια άλλη ιδέα είναι οι λεγόμενες «κοινωνικές τράπεζες χρόνου», που έχουν εφαρμοστεί εκτεταμένα στην Ιταλία. Ο κάθε πολίτης «καταθέτει» στην τράπεζα ένα χρονικό διάστημα στο οποίο μπορεί να παρέχει μια υπηρεσία: να φτιάξει τα υδραυλικά, να κάνει μαθήματα κιθάρας ή αγγλικών, να συμπληρώσει μια φορολογική δήλωση κ.ο.κ. Η κάθε ώρα σε αυτή την κοινωνική παροχή είναι ισάξια, δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάλογα με το είδος της εργασίας: μία ώρα ενός ηλεκτρολόγου αντιστοιχεί με μία ώρα μιας καθηγήτριας, ενός γυμναστή κ.ο.κ. Θα μπορούσε να πει κανείς –εγώ βέβαια δεν συμφωνώ– ότι όλα αυτά είναι ρεφορμισμός.

Μ. Σπουρδαλάκης: Δεν είναι, διότι αυτού του είδους οι πρωτοβουλίες ουσιαστικά πάνε κόντρα στη λογική της αγοράς.

Κ. Χατζημιχάλης: …και κόντρα στην εμμονή να περιμένουμε όλες τις λύσεις από το κράτος.

Βάσω Κατράκη, «Ψαράδες με καπέλα”

Μ. Σπουρδαλάκης: Και έτσι φτιάχνεις συνειδήσεις, «ουσιαστικοποιείς», αν μου επιτρέπεται ο βαρβαρισμός, τα συνθήματα που ακούμε, ειδικά παραμονές των εκλογών, περί αλληλεγγύης. Η αλληλεγγύη δεν είναι αφηρημένη έννοια και υπόσχεση· έχει να κάνει και με πολύ συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, όπως οι τράπεζες χρόνου, με το πώς οργανώνει κανείς όσους έχουν ανάγκη, στη συγκυρία της καλλικρατικής μεταρρύθμισης και της μνημονιακής διαχείρισης της κρίσης. Η διχοτομία ανάμεσα στον ρεφορμισμό και την επανάσταση, τουλάχιστον στο πεδίο αυτό, δεν πρέπει να μας απασχολεί και κυρίως δεν πρέπει να παγώνει τη δράση μας.

Αν δεν το κάνουμε εμείς, η Aριστερά, αυτό θα γίνει από άλλους που αναπαράγουν ένα εγωιστικό, φιλανθρωπικό στυλ, και ακόμη όχι σπάνια με διαφημιστικό και αγοραίο τρόπο. Δείτε, για παράδειγμα, την καμπάνια του ΣΚΑΪ, όπου τηλεφωνικά γιατροί, δάσκαλοι, άλλοι επαγγελματίες ή και μικροεπιχειρηματίες δηλώνουν την προσφορά τους: είτε για δύο ώρες δωρεάν μαθημάτων είτε για ένα σφράγισμα δοντιού είτε κάποια άλλη υπηρεσία. Όλα αυτά γίνονται αποσπασματικά, εξατομικευμένα, όχι συλλογικά και χωρίς διαφάνεια. Σε κάθε περίπτωση, τέτοιες πρωτοβουλίες δεν φτιάχνουν δομές και δεν διαμορφώνουν συνειδήσεις· «είναι της Κυριακής χαρά και της Δευτέρας λύπη». Μόλις σταματήσει ο σταθμός την καμπάνια, θα τελειώσει και το όλον πράγμα και, πέρα από κάποια «φιλανθρωπικά» αισθήματα και ίσως κάποια εμπορική-διαφημιστική διάθεση ορισμένων, δεν θα έχει απομείνει τίποτα. Άρα, επιβάλλεται η Αριστερά να είναι εκείνη που αναλαμβάνει τέτοιες πρωτοβουλίες.

Ο συμμετοχικός προϋπολογισμός στην Ελλάδα και το εξωτερικό

Κ. Χατζημιχάλης: Θέλει όμως προσοχή, διότι έχουμε πολλές αρνητικές εμπειρίες εισαγωγής τέτοιων ιδεών, και πρόσφατα, σε δήμους με προοδευτικούς δημάρχους. Φέρνω ως παράδειγμα μια καλή ιδέα με ατυχή εφαρμογή: τον συμμετοχικό προϋπολογισμό. Όπως είναι γνωστό, από το σύνολο του προϋπολογισμού ενός δήμου αφαιρούνται καταρχάς τα πάγια έξοδα και οι υποχρεώσεις, από τη μισθοδοσία μέχρι τη συλλογή σκουπιδιών. Από το υπόλοιπο, ένα ποσοστό (που κυμαίνεται από 10% μέχρι 30%) κατανέμεται σύμφωνα με τις προτεραιότητες που βάζουν οι πολίτες μέσα από συμμετοχικές διαδικασίες. Η πρώτη εφαρμογή ήταν στο Πόρτο Αλέγκρε, ένα μεγάλο δήμο με 2 εκατομμύρια δημότες. Φαινόταν ουτοπικό, κι όμως τα κατάφεραν, γιατί βασίστηκαν σε ισχυρές κοινωνικές δομές αλληλεγγύης, μια σταθερή πίστη και αφοσίωση των δυνάμεων της Αριστεράς να το υλοποιήσουν. Υπήρχαν βέβαια και πολλά προβλήματα, δεν πρέπει να εξιδανικεύουμε τις εκεί εμπειρίες.

Η ιδέα βρήκε διαφορετικές εφαρμογές σε διαφορετικές χώρες. Στη Γερμανία και στη βόρεια Γαλλία είναι περισσότερο διαχειριστική, ενώ στη νότια Ευρώπη έχει και έναν ακτιβίστικο δυναμισμό και αριστερή προέλευση.

Η εμπειρία όμως του συμμετοχικού προϋπολογισμού στα καθ’ ημάς ήταν αρνητική. Ξεκίνησε με έναν υπερενθουσιασμό, την υιοθέτησαν κάποιοι δήμοι, αλλά σταμάτησε πολύ νωρίς. Νομίζω ότι οι δημοτικές αρχές δεν την πίστεψαν πραγματικά, δεν τη θεώρησαν προτεραιότητα, ενώ ταυτόχρονα κάποιες τεχνικές και κοινωνικές δυσκολίες δημιούργησαν προβλήματα. Έτσι, ο θεσμός, πριν εφαρμοστεί, υπονομεύτηκε. Κάτι ανάλογο μπορεί να συμβεί και με τη λεγόμενη «κοινωνική οικονομία», για την οποία το ΠΑΣΟΚ ετοιμάζει νόμο.

Χ. Κωνσταντάτος: Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, ο συμμετοχικός προϋπολογισμός εκκινεί κυρίως από δύο ανάγκες. Η πρώτη, κι αυτό το έχουμε δει κυρίως στη Λατινική Αμερική και τη νότια Ευρώπη, είναι να ενταχθούν στην πολιτική οι μάζες. Αποξενωμένες από πελατειακά ή και αυταρχικά πολιτικά καθεστώτα, οι τοπικές αριστερές αυτοδιοικήσεις επινόησαν έναν τρόπο για να μπουν οι μάζες στο πολιτικό παιχνίδι, να απο-τεχνικοκρατικοποιηθεί η διαδικασία λήψης αποφάσεων, να αποκτήσει νόημα η πολιτική συμμετοχή, καταρχάς σε τοπικό επίπεδο. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή συμμετοχικότητας, που μας λείπει στην Ελλάδα. Έχουμε όμως μια σχετική εμπειρία από τα τοπικά κινήματα για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής των τελευταίων χρόνων, που είναι εργαστήρια δημοκρατίας και συμμετοχής σε τοπικό επίπεδο, πάνω στην οποία κάποιοι αριστεροί αυτοδιοικητικοί δρώντες θα μπορούσαν να οικοδομήσουν.

Υπάρχει και μια δεύτερη εκδοχή της συμμετοχικότητας, που εφαρμόζεται περισσότερο σε τοπικές κοινωνίες των ανεπτυγμένων βιομηχανικά χωρών, ως μια τεχνική για τη βέλτιστη κατανομή των ελάχιστων διαθέσιμων πόρων, των πόρων σε σπάνι. Σε ένα νεοφιλελεύθερο περιβάλλον λιτότητας και αποστέρησης συλλογικών αγαθών, θέτει πολλά προβλήματα το να γίνει «συμμετοχική» η διαχείριση της φτώχειας. Και χρειάζεται προσοχή, γιατί ενώ είναι εξαιρετικά κρίσιμο να μην αποξενωθεί ο κόσμος από την πολιτική και, ειδικά σε τοπικό και αυτοδιοικητικό επίπεδο, να βρεθούν fora ενεργοποίησης και τρόποι ένταξης των πολιτών, μπαίνει το ζήτημα να μην είναι τελετουργική και τελικά ανούσια αυτή η συμμετοχή. Αλλά αυτό δεν επιδέχεται οριστικές απαντήσεις, είναι διαρκώς ένα ρευστό διακύβευμα.

Μ. Σπουρδαλάκης: Θέλω να αναφέρω μια παραπλήσια εμπειρία από τον Καναδά. Εδώ και 25-30 χρόνια έχει ξεκινήσει το εγχείρημα του «εναλλακτικού προϋπολογισμού» (alternative budget), σε μια επαρχία, τη Μανιτόμπα (επαρχία με δυόμισι φορές την έκταση της Γαλλίας και πληθυσμό ένα εκατομμύριο). Κάποιοι αριστεροί οικονομολόγοι, πανεπιστημιακοί, που μετείχαν όμως στα κινήματα (των Ινδιάνων, το συνδικαλιστικό, το φοιτητικό), ξεκίνησαν να κάνουν έναν εναλλακτικό προϋπολογισμό· όχι συμμετοχικό, αλλά εναλλακτικό, ο οποίος ήταν εν τοις πράγμασι συμμετοχικός. Προσπαθούσαν να δείξουν ότι, ενάντια στις περικοπές που επέβαλε ο δυναμικός και φρέσκος τότε νεοφιλελευθερισμός, η κοινωνία μπορούσε, και πρακτικά και τεχνικά, να δώσει εναλλακτικές λύσεις. Σταδιακά, η προσπάθεια αυτή μετεξελίχθηκε και έγινε εναλλακτική πρόταση προϋπολογισμού για ολόκληρη τη χώρα. Μάλιστα, είχε τέτοια δυναμική που εξανάγκασε κατά καιρούς τους υπουργούς Οικονομικών του Καναδά να απαντάν επισήμως σε αυτό κίνημα.

Καθώς είχα την τύχη να γνωρίζω κάποιους από τους εμπνευστές αυτής της δράσης, ξέρω ότι έμπαινε ένα ζήτημα ορίων. Έλεγαν πως, ό,τι και να κάνεις, ο προϋπολογισμός, έτσι όπως δομείται τεχνικά, έχει περιορισμούς, δεν μπορεί να είναι πλήρως εναλλακτικός. Όμως η προσπάθεια αναδείκνυε κάποιες δυνατότητες και υπονόμευε τα κυρίαρχα επιχειρήματα περί περικοπών.

Τώρα, σε επίπεδο δήμων και περιφέρειας, και με δεδομένη, επαναλαμβάνω, την κρίση, αν τη δούμε και ως πολιτική ευκαιρία για την Αριστερά, τέτοιες πρακτικές μπορεί να δώσουν μια άλλη προοπτική και δυναμική σε μια περιφέρεια ή ένα δήμο. Με όλες τις επιφυλάξεις προφανώς και τις αντιφάσεις που έθεσε ο Κωστής πριν.

Μια δύσκολη ισορροπία

Χ. Κωνσταντάτος: Πιστεύω ότι ιδίως μια αριστερή δημοτική αρχή πρέπει να είναι σε εγρήγορση για ορισμένους κινδύνους, όπως το πώς η εθελοντική ή τοπική παροχή υπηρεσιών δεν θα ενισχύσει τη σημερινή τάση για πλήρη απορρύθμιση των λειτουργιών του κοινωνικού κράτους, που οφείλουν να είναι οικουμενικής παροχής. Ή, ακόμη, πώς τα παράλληλα κοινωνικά δίκτυα διανομής δεν θα είναι υποδεέστερης ποιότητας, απευθυνόμενα στους φτωχούς, αλλά αντίθετα αναβαθμίζουν τη συνολική ποιότητα υπηρεσιών. Συνεπώς, πάντα θα υπάρχει μια ένταση: η τοπική καινοτομία (σε εγχειρήματα, λ.χ., όπως η εθελοντική συνεισφορά χρόνου ή η προσπάθεια άρσης του διαχωρισμού καταναλωτών-παραγωγών) και γενικότερα ένας ενεργητικός κοινωνικός-αναπτυξιακός ρόλος μιας αριστερής ή προοδευτικής αυτοδιοίκησης αμφισβητεί, έστω εν σπέρματι, τις βασικές προκείμενες του κυρίαρχου μοντέλου ή τις νομιμοποιεί και τις αναπαράγει; Είναι ένα ρευστό ζήτημα· δεν υπάρχουν μονοδιάστατες απαντήσεις. Πιστεύω πάντως ότι υπάρχει πολύ μεγάλο πεδίο δράσης, σε αντίθεση με μια λογική που η Αριστερά γνώριζε να δουλεύει στους δήμους, εν πολλοίς βάζοντας έναν «κόκκινο μάνατζερ» να διαχειριστεί, περίπου, τις ίδιες δομές στις τοπικές κοινωνίες.

Κ. Χατζημιχάλης: Θα ήθελα, επ’ αυτού, να προσθέσω μια ελληνική ιδιαιτερότητα: το πρόβλημα της περιορισμένης, γενικά, κουλτούρας κοινωνικής, εθελοντικής συμμετοχής. Η συμμετοχή, κυρίως μεταπολιτευτικά, γίνεται μέσα από τα κόμματα. Άρα, οποιαδήποτε έκκληση για κοινωνική συμμετοχή δημιουργεί το ερώτημα, σε αυτούς και αυτές που πρόκειται να συμμετέχουν, «ποιος το κάνει»: ο ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ, η Ν.Δ., ο ΣΚΑΪ;

Αντίθετα, στις ευρωπαϊκές χώρες έχουμε μια εντελώς διαφορετική παράδοση και κουλτούρα συμμετοχής. Η λαϊκή συμμετοχή, σε τοπικό επίπεδο, δεν ήταν πάντοτε κομματικά καθοδηγούμενη. Το παράδειγμα που σας είπα με το βιολογικό και κοινωνικά χρήσιμο φαγητό προέκυψε από τους δραστήριους συλλόγους γονέων που ενδιαφέρονταν για υγιεινό φαγητό των παιδιών τους. Και όταν οι βιοπαραγωγοί είπαν ότι μόνο τα σχολεία δεν δημιουργούν αρκετή ζήτηση, τότε συμμετείχε και ο σύλλογος πασχόντων στα νοσοκομεία, ο σύλλογος των φαντάρων κ.ο.κ. Υπήρχαν δηλαδή οι συλλογικότητες, που συνεννοήθηκαν γύρω από μια εναλλακτική ιδέα, χωρίς να περάσουν μέσα από τα κόμματα.

Μ. Σπουρδαλάκης: Θεωρώ ότι η παρατήρηση του Κωστή είναι καίρια και ανοίγει ένα μεγάλο θέμα. Έχουμε μια παράδοση που περνάει μέσα από τα κόμματα, διότι τα κόμματα σήκωσαν στην πλάτη τους τις διαδικασίες μετάβασης στη δημοκρατία το 1974. Δεν υπήρχαν συνδικάτα ούτε άλλοι θεσμοί, όπως λ.χ. το opus dei στην Ισπανία, που θα σήκωναν το βάρος της μετάβασης.

Ωστόσο, πρέπει να δούμε ότι, εν τοις πράγμασι, αυτή η τάση, όπου η συμμετοχή ταυτίζεται με τα κόμματα, έχει υπονομευθεί τα τελευταία χρόνια. Και το λέω παρά την επιμονή διαφόρων συναδέλφων μας, οι οποίοι αναπαράγουν, ιμπρεσιονιστικά θα έλεγα, μια κοινωνιολογία του καφενείου, ότι όλα είναι κομματικοποιημένα κλπ. Η πολυδιαφημιζόμενη «κομματοκρατία» έχει υπονομευτεί σε σημαντικό βαθμό σε πολλά επίπεδα, ενώ η κρίση –πιστεύω και ελπίζω– φαίνεται να της επιφέρει το καίριο πλήγμα. Άρα, ανοίγεται μπροστά μας μια πολύ καλή ευκαιρία.

Κ. Χατζημιχάλης: Συμφωνώ, και το ερώτημα είναι αν αυτή την αλλαγή θα την αποδεχθεί ο νέος αριστερός δήμαρχος.

Χ. Κωνσταντάτος: Μπορεί να γίνει και ερήμην του…

Κ. Χατζημιχάλης: Θα γίνει ερήμην του ή θα τη βοηθήσει να ανθήσει; Είναι ένα ερώτημα.

Χ. Κωνσταντάτος: Πάντως, δεν θα γίνει ερήμην των νέων ριζοσπαστικών κοινωνικών υποκειμένων και κινημάτων, με τα οποία πρέπει να συμβαδίσει η Αριστερά. Πιστεύω ότι, σε αυτή τη συγκυρία, πρέπει να ακολουθήσουμε τον βηματισμό που περιέγραψε ο Μ. Σπουρδαλάκης: να είμαστε μέρος, ως αριστεροί, αυτών των κινημάτων και διεργασιών που συγκροτούνται, ίσως και εκτός επίσημης πολιτικής αυτοδιοικητικής σφαίρας.

Κ. Χατζημιχάλης: Με βάση αυτό που είπατε και οι δύο, ότι τέτοιου είδους πρωτοβουλίες βρίσκονται πάντα στο μεταίχμιο μεταξύ ρεφορμισμού και ουσιαστικής αλλαγής, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε κοινωνικά χρήσιμες πρωτοβουλίες και να μην τις κατακεραυνώνουμε αν προέρχονται από άλλους χώρους. Γιατί η συλλογικότητα, μέσα στη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού και της ατομικοποίησης δημιουργεί, εν δυνάμει μια κουλτούρα· μαθαίνουν οι πολίτες να συζητούν για τα μικρά και καθημερινά, πέρα από την υπερπολιτικοποίηση. Κι αυτό είναι για μας μια πολύτιμη υποθήκη, είναι ζωτικός χώρος για τη δική μας Αριστερά.

Ο Χάρης Κωνσταντάτος είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου. Ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης διδάσκει πολιτική επιστήμη στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Κωστής Χατζημιχάλης διδάσκει οικονομική γεωγραφία και περιφερειακή ανάπτυξη στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας αριστερός, κοινωνικά ενεργός πολεοδόμος

Κυριακή, 05 Σεπτεμβρίου 2010 19:51 

Με μια λιτή πολιτική κηδεία αποχαιρετήσαμε στο Α΄ Νεκροταφείο τον Γρηγόρη Διαμαντόπουλο. Πέθανε σε ηλικία 86 χρόνων. Υπήρξε ένας από τους πιο πρωτοπόρους και προικισμένους πολεοδόμους του δεύτερου μισού του προηγούμενου αιώνα με έργο που θα μείνει για πάντα. Τουλάχιστον σε πόλεις όπως η Καλαμάτα, η Θήβα, το Πέραμα, ο Βόλος κ. ά. Από νέος στην Αριστερά, γραμματέας της ΕΠΟΝ Πολυτεχνείου ένα διάστημα, εντάχθηκε στο κομμουνιστικό κίνημα και ακολούθησε την γνωστή διαδρομή των αγωνιστών της γενιάς του. Στέλεχος της ΕΔΑ με τη διάσπαση του ΚΚΕ βρέθηκε στο Παρθένι και μετά στις φυλακές Αβέρωφ. Όσοι τον γνωρίσαμε εκεί, όχι μόνο ως στέλεχος της Αριστεράς αλλά και ως ανήσυχο αριστερό διανοούμενο, μάθαμε και με τη συμβολή του από πολύ νωρίς όσο αργότερα θα κατανοούσαμε ως βαθύτερες πηγές της κακοδαιμονίας του ΚΚΕ και του περιορισμού της εμβέλειας της Αριστεράς. Συνέχεια ανάγνωσης ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Ένας αριστερός, κοινωνικά ενεργός πολεοδόμος

Κόμματα και Αυτοδιοίκηση

 
Κόμματα και Αυτοδιοίκηση

Κορυφώνεται σήμερα η αναμέτρηση για την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ωστόσο – όπως και την προηγούμενη Κυριακή – στις εφημερίδες, στα ραδιόφωνα και στις τηλεοράσεις πρωταγωνιστές δεν θα είναι αυτοί που δίνουν τη μάχη – τα αυτοδιοικητικά δηλαδή στελέχη – αλλά οι εκπρόσωποι των κομμάτων, που «στηρίζουν» τις νομαρχιακές ή δημοτικές υποψηφιότητ

Το γεγονός αυτό παρουσιάζεται είτε ως υποκρισία, όσων ομνύουν στην «ανεξάρτητη Αυτοδιοίκηση» και μετά την καπηλεύονται κομματικά, είτε ως άλλο ένα δείγμα «τριτοκοσμικής υστέρησης» της Ελλάδας έναντι της ανεπτυγμένης Ευρώπης. Παρουσιάζεται η εικόνα από πολλούς σχολιαστές ότι λίγο πολύ στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες υπάρχουν δύο διαφορετικά επίπεδα πολιτικής λειτουργίας: το Κοινοβούλιο, τα κόμματα και η εκτελεστική εξουσία από τη μια πλευρά και η Τοπική Αυτοδιοίκηση από την άλλη, τα οποία μάλιστα δεν τέμνονται, ούτε συνδέονται, κατ’ αντίθεση με την Ελλάδα, όπου το μακρύ χέρι των κομμάτων επεμβαίνει και αλλοιώνει την αυτοδιοικητική καθαρότητα.

Πριν από όλα, όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη όχι απλώς είναι παρόμοια με τα εν Ελλάδι, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στη Γαλλία ή στο Βέλγιο, δεν υπάρχει καν ασυμβίβαστο στην ταυτόχρονη άσκηση κεντρικού πολιτικού και αυτοδιοικητικού αξιώματος.

Στη συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαϊκών χωρών επίσης, η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι βαθύτατα πολιτικοποιημένη και ανοικτά κομματικοποιημένη. Πολλές μάλιστα φορές η κατάληψη ενός μείζονος αυτοδιοικητικού αξιώματος αποτελεί την προσήμανση σε μεταπήδηση σε εξίσου μείζονα ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή είτε αφορά την προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας είτε, όπως τώρα ο σοσιαλιστής νικητής του Δήμου του Βερολίνου, θεωρείται πλέον και μέλλων υποψήφιος πρόεδρος της Γερμανικής Δημοκρατίας.

Ποια είναι όμως η πραγματική «ελληνική ιδιαιτερότητα», ποιος είναι ο λόγος, που όλοι αισθανόμαστε μια πικρή αίσθηση στη ρητορική περί «ακηδευμόνευτης αυτοδιοίκησης» από τη μια και τους κομματικούς πανηγυρισμούς ή κλαυθμυρισμούς από την άλλη;

Το αναγκαίο επόμενο βήμα της ωρίμανσης του ελληνικού πολιτικού συστήματος είναι ο επαναπροσδιορισμός της σχέσης των κομμάτων με την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ειδικότερα για το ΠαΣοΚ, αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ανανέωση των ιδεολογικών, πολιτικών και οργανωτικών λειτουργιών που επιδιώκει. Ακόμη περισσότερο, γιατί το ΠαΣοΚ συνέβαλε αποφασιστικά στη δημιουργία των προϋποθέσεων για μια αποκεντρωμένη Διοίκηση και για ουσιαστικότερες εξουσίες στους ΟΤΑ.

Ο επαναπροσδιορισμός αυτής της σχέσης δεν πρέπει να οδηγεί στο διαζύγιο των κομμάτων από την Αυτοδιοίκηση, όπως προτείνουν κάποιοι «ευρωπαϊστές» ερήμην της πραγματικότητας στην Ευρώπη. Πρέπει όμως να επιδιώξουμε την καλλιέργεια μέσα στα κόμματα μιας πραγματικής αυτοδιοικητικής κουλτούρας, που θα παράγει, θα αναδεικνύει και θα υποδεικνύει τα αντίστοιχα στελέχη «αυτοδιοικητικής αγωγής».

Ετσι ώστε να υπάρχει και ο εναρμονισμός των μεγάλων πολιτικών ρευμάτων με την ιδιαιτερότητα των κοινωνικών απαιτήσεων στην περιφερειακή, νομαρχιακή ή δημοτική συγκρότησή τους.

Ηδη αυτή η αυτοδιοικητική πολιτική κουλτούρα είναι σε μεγάλο βαθμό παρούσα στο ΠαΣοΚ – αλλά και σε δυνάμεις του ΣΥΝ. Και λαμπρά παραδείγματα επιτυχιών έχουμε και σε αυτές τις εκλογές. Είναι ένα κεφάλαιο που πρέπει να αξιοποιήσουμε και όχι μια πραγματικότητα που πρέπει να παραποιήσουμε.

Ο κ. Πέτρος Ευθυμίου είναι βουλευτής Β’ Αθήνας και συντονιστής Οικονομίας του ΠαΣοΚ.

 

ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΛΗΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ

Μαρία Μαντουβάλου       Προκλήσεις για την πολεοδομική σκέψη 1

Στη δίνη των τεχνολογικών, παραγωγικών, πολιτικών μεταβολών και ιδεολογικών ζυμώσεων της εποχής μας, η πόλη, η κοινωνική της συγκρότηση, οι τρόποι ζωής και η πολεοδομική οργάνωση μετασχηματίζονται με άγνωστη ή μάλλον απρόβλεπτη έκβαση.

Οι -δεδομένες- κοινωνικές ανισότητες εντείνονται, ενώ οι παράγοντες που ωθούν σε αλληλεγγύη και ομαδοποιήσεις -ή συγκρούσεις- φαίνονται πιο ασαφείς. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, μεγαλύτερη σαφήνεια αποκτά η κοινωνική διαίρεση της πόλης κατά εθνικές και πολιτισμικές προελεύσεις, που έρχεται συχνά να συντεθεί με την διαίρεση κατά εισοδήματα και δυνατότητες πρόσβασης στα αγαθά της οικονομικής ανάπτυξης. Έτσι η «πολυ-πολιτισμική πόλη», χαρακτηριστικό στοιχείο της σημερινής κοινωνικής οργάνωσης και όραμα του διεθνισμού, εμφανίζεται μάλλον ως μία εκρηκτική κοινωνικά πραγματικότητα.

Στο σημείωμα αυτό θέλομε να συνοψίσουμε ορισμένες σκέψεις για το Κέντρο της πόλης, προνομιακό αντικείμενο της πολεοδομικής πρακτικής σήμερα, διότι θεωρούμε ότι μέσα στα δεδομένα των αστικών μετασχηματισμών επενδύεται με ιδιαίτερες σημασίες, που θα πρέπει να ενσωματωθούν και στην πολεοδομική σκέψη.

Συνέχεια ανάγνωσης ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΛΗΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ