Έμφυλη τζιχάντ του Abdennur Prado

O Αμπντεννούρ Πράδο (γεν. 1967) είναι Καταλανός στοχαστής και ποιητής, συγγραφέας αρκετών βιβλίων για τη θέση του Ισλάμ στο σύγχρονο κόσμο, μεταξύ των οποίων και το El islam como anarquismo místico το οποίο έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ισνάφι (Ιωάννινα 2014) με τον τίτλο Ισλάμ και αναρχισμός. Το παραπάνω κείμενο αποτελεί παρουσίασή του στο Πρώτο Διεθνές Συνέδριο για τον Ισλαμικό Φεμινισμό (Βαρκελώνη, 26 Σεπτεμβρίου 2005). Μετάφραση: Α.Γ., με βάση το αγγλικό κείμενο που είναι αναρτημένο στην προσωπική ιστοσελίδα του συγγραφέα

από nomadicuniversality

 

Ο όρος «έμφυλη τζιχάντ» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον αγώνα ενάντια στις ανδροκρατικές, ομοφοβικές ή σεξιστικές αναγνώσεις των ιερών κειμένων του Ισλάμ. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα αναπτύχθηκε ένα εκτεταμένο κίνημα υπέρ της υπέρβασης των πατριαρχικών αναγνώσεων, στο οποίο πρωταγωνίστησαν κυρίως γυναίκες που ζητούσαν ίσα δικαιώματα ως πλήρη μέλη της μουσουλμανικής πίστης. Το κίνημα αυτό είναι ενδιαφέρον ότι προέκυψε αυθόρμητα και ταυτόχρονα σε πολλές χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία. Η προέλευσή του τοποθετείται συνήθως στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα στην Αίγυπτο, όταν Αιγύπτιες φεμινίστριες έθεσαν τα περισσότερα από τα ερωτήματα που συζητούνται σήμερα.

Παρά την πρόοδο που σημειώθηκε μέχρι σήμερα, στις αρχές του 21ου αιώνα το ζήτημα των φύλων εξακολουθεί να είναι ένα από τα εκκρεμή ζητήματα στις κοινωνίες με μουσουλμανική πλειοψηφία. Μοιάζει με έναν γόρδιο δεσμό γύρω από τον οποίο έχει αναπτυχθεί μια συντηρητική ανάγνωση της θρησκείας, μια ανάγνωση που επιφέρει διακρίσεις, περιορίζει τις ατομικές ελευθερίες και τείνει να διαιωνίζει τις ιεραρχικές δομές εξουσίας που αποκλείουν την πλειονότητα των πολιτών αυτών των κοινωνιών.

Σήμερα υπάρχει μια εκτεταμένη θεωρητική συζήτηση για τον «ισλαμικό φεμινισμό», στην οποία αμφισβητείται αν ο όρος αυτός είναι δόκιμος. Ο φεμινισμός, ως αγώνας για την απελευθέρωση των γυναικών, δεν έχει συγκεκριμένη ετικέτα. Ο χαρακτηρισμός «ισλαμικός» δεν μπορεί να ορίζει έναν τύπο φεμινισμού διαφορετικό από τον δυτικό, αλλά μάλλον είναι ένας τρόπος να τεθεί σε ένα πλαίσιο το πρόβλημα της απελευθέρωσης σε σχέση με το Ισλάμ. Επ’ ουδενί λόγω δεν πρέπει να είναι ένας περιοριστικός προσδιορισμός, με την έννοια ότι μειώνει την αξία της βασικής αξίωσης για γυναικεία ισότητα. Ασχέτως της ορολογίας, γεγονός είναι ότι υπάρχει ένα ευρύ κίνημα το οποίο, αμφισβητώντας τις ανδροκρατικές, ομοφοβικές ή σεξιστικές ερμηνείες που κυριαρχούν σε πολλές περιοχές του ισλαμικού κόσμου, μπορεί πραγματικά να ονομαστεί φεμινιστικό.

 

Υπέρβαση της πατριαρχίας

Υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν αυτονόητο ότι το Ισλάμ καταπιέζει τις γυναίκες και ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων δεν μπορεί να αλλάξει με κανένα τρόπο. Από αυτή την προοπτική, ο εκδυτικισμός, που θεωρείται ως απόρριψη του Ισλάμ, είναι ο μόνος δρόμος προς την απελευθέρωση της μουσουλμάνας. Αντίθετα προς αυτή την ανάγνωση, υπάρχει ένα γυναικείο κίνημα που ισχυρίζεται ότι είναι δυνατόν να επιτευχθεί απελευθέρωση στο πλαίσιο του Ισλάμ. Ως επί το πλείστον, πρόκειται για γυναίκες που δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τις παραδόσεις τους και να απορρίψουν την ανδροκρατία και το σεξισμό που τώρα κυριαρχούν στις μουσουλμανικές κοινωνίες. Αυτό το κίνημα θεωρεί ότι έχει υπάρξει ένας εκφυλισμός της ισλαμικής παράδοσης και μια στρέβλωση των ιερών κειμένων. Επιπλέον, το κίνημα αυτό διακηρύσσει ότι το αληθινό Ισλάμ περιέχει σημαντικά στοιχεία απελευθέρωσης και επιζητεί την ανάκτηση αυτών των στοιχείων ως πλαισίου για την κοινωνική χειραφέτηση.

Οι διακρίσεις εις βάρος των γυναικών, από κει που θεωρούνταν ως ουσιαστικό μέρος του Ισλάμ, έχουν αρχίσει να καταδικάζονται ως παραμόρφωση της παράδοσης. Την απελευθέρωση των γυναικών δεν μπορούμε να την πετύχουμε με το να επιτεθούμε στο Ισλάμ συνολικά, αλλά με το να επιτεθούμε σε όσες απόψεις απαιτούν την υποταγή των γυναικών, ανασκευάζοντας τα επιχειρήματά τους και προσφέροντας στις μουσουλμάνες αναγκαία εργαλεία και ιδέες για την απελευθέρωσή τους.

Μια νέα κατανόηση του ισλαμικού φαινομένου είναι απαραίτητη προκειμένου να εκτιμηθεί η σημασία του κινήματος αυτού. Αυτή προϋποθέτει μια προσπάθεια να ανακτήσουμε την πνευματική διάσταση και το αίσθημα ότι ανήκεις στον κόσμο, απέναντι σε όσους επιδιώκουν να συρρικνώσουν το σε ιδεολογία. Πρόκειται για μια κατανόηση βασισμένη στις έννοιες της συμπληρωματικότητας, της δικαιοσύνης και της ισορροπίας και ριζωμένη της στο Μήνυμα του Κορανίου.

Το Ισλάμ, ως κοσμική θεώρηση που προβλέπει την ενσωμάτωση όλων των δυνάμεων που διέπουν τη ζωή, δεν θα πρέπει να συνεπάγεται την υποταγή των γυναικών στους άνδρες. Στο αδιαίρετο σύμπαν, όλες οι δυνάμεις της φύσης βρίσκονται ενσωματωμένες, σε συνεχή κίνηση, σε ισορροπία. Στο πλαίσιο αυτής της σύλληψης, η ισορροπία μεταξύ των δύο πόλων ενός ζευγαριού (των αρσενικών και των θηλυκών δυνάμεων) είναι καθοριστικός παράγοντας. Οι όροι αρσενικό και θηλυκό δεν αντιστοιχούν στον άνδρα και τη γυναίκα, αλλά βρίσκονται στο εσωτερικό κάθε πλάσματος. Αυτό που είναι θηλυκό βρίσκεται σε ισορροπία με αυτό που είναι αρσενικό μέσα σε έναν άνδρα ακριβώς όπως και σε μια γυναίκα. Εάν προσπαθήσουμε να περιορίσουμε στις γυναίκες ό,τι είναι θηλυκό και να το υποτάξουμε στο «αρσενικό» ως αποκλειστική ουσία των ανδρών, ανατρέπουμε την εσωτερική ισορροπία ανδρών και γυναικών, μια πολικότητα που είναι παρούσα σε όλα τα πλάσματα.

Η πατριαρχία διαταράσσει αυτή την ισορροπία που καθόρισε ο Αλλάχ στη φύση, προωθώντας μια κοινωνία που βασίζεται στην καταπίεση και την αυθεντία. Η ανδροκρατία είναι η καταστροφή του Ισλάμ ως ισορροπημένου τρόπου ζωής. Βρίσκεται σε ρήξη με την ίδια την τάξη της δημιουργίας και επιβάλλει μια τεχνητή τάξη που ονομάζουμε πατριαρχία. Πρέπει να λεχθεί ότι τα ιδεολογικά θεμέλια της πατριαρχίας δεν απαντούν στο Κοράνι ή στη Σούννα. Μια νέα ανάγνωση των ιερών κειμένων είναι απαραίτητη για να εκτεθούν οι ασυνέπειες στην ανδροκρατική ερμηνεία της παράδοσης. Πιστεύουμε λοιπόν ότι ο ισλαμικός φεμινισμός δεν είναι απλώς ένα πολιτικό ή κοινωνικό κίνημα, αλλά μια πνευματική αποκατάσταση του Μηνύματος του Κορανίου.

Image result for islamic feminism

 

Η διχοτόμηση της μουσουλμάνας

Σε σχέση με όσες χώρες αντιμετωπίζουν μεγάλη αύξηση της μουσουλμανικής μετανάστευσης, ο ισλαμικός φεμινισμός θα μπορούσε να συνιστά ουσιώδες τμήμα της ένταξής τους. Αυτό προϋποθέτει μια επίθεση στις ίδιες τις ρίζες των διακρίσεων και της αδικίας. Μια επίθεση, βασισμένη στις πηγές του Ισλάμ, που αντικρούει την ολοκληρωτική ερμηνεία η οποία έχει επιβληθεί βίαια ως η μόνη και η αληθής εκδοχή του Ισλάμ.

Αν απορρίψουμε αυτή την εσωτερική κριτική (την αποδόμηση της πατριαρχίας με βάση τις πηγές του Ισλάμ), η αξίωση της δυτικής κουλτούρας για ανωτερότητα πιστεύουμε ότι δεν είναι αποτελεσματικό επιχείρημα κατά του φονταμενταλισμού, καθώς η επίθεση αυτή αποτυγχάνει στο στόχο της και πυροδοτεί ακόμη περισσότερο αυτές τις αντιθέσεις. Όσο πιο επιθετική είναι η υποστήριξη του εκδυτικισμού, και όσο περισσότερο επαφίεται σε επιχειρήματα βασισμένα σε ένα φόβο απέναντι στο Ισλάμ, τόσο μεγαλύτερη ισχύ αποκτούν τα φονταμενταλιστικά κινήματα τα οποία παρουσιάζονται ως υπερασπιστές της θρησκείας τους ενάντια σε αυτές τις «εκ των έξω» επιθέσεις.

Ούτε οι προσπάθειες «κοινωνικής μηχανικής», όπως αυτή που έθεσε σε εφαρμογή ο Kεμάλ Ατατούρκ στην Τουρκία –απαγορεύοντας τη μαντίλα, κλείνοντας τις ενώσεις των Σούφι, αντικαθιστώντας το αραβικό αλφάβητο με το λατινικό, καταστέλλοντας κάθε δημόσια τέλεση θρησκευτικών πράξεων κ.λπ.- είναι αποτελεσματικές. Η πολιτική αυτή υπήρξε μια θεαματική αποτυχία. Η κοινωνική μηχανική και η εξάπλωση της αντι-θρησκευτικής κοσμικότητας δεν έχουν πετύχει το στόχο τους. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία, ενώ πριν χαρακτηριζόταν από συγκρητισμό, ανάμειξη πολιτισμών και θρησκευτικό πλουραλισμό, έγινε μα χώρα όπου το παραδοσιακό Ισλάμ απειλείται από το πολιτικό Ισλάμ (ισλαμισμό).

Απέναντι σε αυτή τη διχοτόμηση μεταξύ εκδυτικισμού και ισλαμισμού, εμείς προτείνουμε να ανακτήσουμε και να δώσουμε προτεραιότητα στα πολυάριθμα στοιχεία του παραδοσιακού Ισλάμ που είναι συμβατά με ένα δημοκρατικό σύστημα και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ο ισλαμικός φεμινισμός έχει ισχυρή επιρροή σε ορισμένες χώρες. Το θέμα αυτό δεν είναι μεμονωμένο, αλλά αφορά τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Είναι κρίσιμο για τη θετική ανάπτυξη του Ισλάμ και την ήττα των φονταμενταλιστικών ερμηνειών αυτό το κίνημα να γίνει γνωστό και να στηριχθεί σε διεθνές επίπεδο. Είναι ένα σύνηθες σφάλμα στη Δύση το ότι αναδεικνύουμε συνεχώς τη σκοτεινή πλευρά του Ισλάμ και αγνοούμε τους μουσουλμάνους που στέκονται απέναντί της.

Στον αγώνα κατά των διακρίσεων, θα έπρεπε να ενώσουμε τις προσπάθειές μας και να υπερβούμε πολιτιστικούς ή θρησκευτικούς φραγμούς, που οι ίδιοι οι φονταμενταλιστές επιδιώκουν να ορθώσουν ως ανυπέρβλητα εμπόδια. Η υπέρβαση αυτών των φραγμών είναι καθήκον όλων όσων επιθυμούν μια παγκοσμιοποίηση που να σέβεται την ποικιλομορφία και να μην γίνεται ηγεμονικό σχέδιο ενός κράτους ή τμήματος του κόσμου εις βάρος των άλλων.

 

Μουσουλμανική μετανάστευση

Στο συγκείμενο των σύγχρονων κοινωνιών, όπου το βάρος των ΜΜΕ είναι τόσο μεγάλο, είναι απαραίτητο να δοθεί χώρος σε πλουραλιστικές εκφράσεις του Ισλάμ. Η εγκαθίδρυση μιας διαφορετικής οπτικής έρχεται σε ρήξη με τη μονολιθική πεποίθηση που οι φονταμενταλιστές θέλουν να καθιερώσουν. Είναι σημαντικό να προσφέρουμε εναλλακτικές λύσεις, να δημιουργήσουμε χώρο για διάλογο και να διευκολύνουμε τη ρήξη με πατριαρχικά και μονομερή πρότυπα.

Ένας από τους στόχους που έχει θέσει η Junta Islámica Catalana (Ισλαμική Επιτροπή Καταλωνίας) για τα επόμενα χρόνια είναι να προσφέρει μια ισλαμική ερμηνεία του ζητήματος των φύλων που είναι συμβατή με τον σύγχρονο κόσμο και τις συνταγματικές αξίες. Χρειαζόμαστε αυτή τη φεμινιστική ανάγνωση για να επικοινωνήσουμε με τις μουσουλμάνες, ώστε να γνωρίζουν ότι υπάρχει μια εναλλακτική λύση αφενός προς την εξάλειψη και αφετέρου προς την πατριαρχική ανάγνωση των παραδόσεών τους. Πρέπει να κάνουμε γνωστό αυτό το εκτεταμένο κίνημα υπέρ της ανάκτησης των δικαιωμάτων των γυναικών στο Ισλάμ.

Προς τούτο, όπως και για οποιοδήποτε εγχείρημα ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων συνολικά στην κοινωνία, οι δραστηριότητες μίας μόνο οργάνωσης δεν αρκούν. Κάθε κοινωνικός τομέας που εμπλέκεται στο έργο της ενσωμάτωσης και της παραγωγής πλουραλισμού είναι ικανός να προσφέρει τις δικές του πλατφόρμες δράσης και επικοινωνίας στην προσπάθειά του να διασφαλίσει ότι το μήνυμα αυτό θα φτάσει στην κοινωνία εν γένει εξίσου όσο και στον μουσουλμανικό πληθυσμό. Είναι ένα μήνυμα συνεύρεσης, στο οποίο μια πολυπολιτισμική κοινωνία μπορεί να έχει την ευκαιρία να αναπτυχθεί χωρίς να χάνει τις ελευθερίες που τόσο επίπονα κατέκτησε, με οργανικό και ευαίσθητο τρόπο, αποφεύγοντας παγίδες και προσφέροντας λύσεις συναινετικού χαρακτήρα.

 

 

Γιατί επέζησε ο νεοφιλελευθερισμός;

ΙΔΕΕΣ – ΠΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΝΕΕΣ

 

 

02.04.2017,

Συντάκτης:   Θανάσης Γιαλκέτσης

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2008, πολλοί έσπευσαν να προαναγγείλουν τον θάνατο του νεοφιλελευθερισμού και την επιστροφή στην κρατική παρέμβαση.

Το κράτος παρενέβη πράγματι, αλλά το έκανε για να διασώσει τον χρηματοπιστωτικό τομέα, μετατρέποντας έτσι την κρίση του ιδιωτικού χρέους σε δημοσιονομική κρίση. 

Και ο νεοφιλελευθερισμός όχι μόνον επέζησε μετά την κρίση που ο ίδιος προκάλεσε, αλλά βγήκε πιο ενισχυμένος και πιο επιθετικός, επιβάλλοντας τις πολιτικές λιτότητας και τις «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» ως τη μοναδική συνταγή εξόδου από την κρίση. Πώς εξηγείται αυτό το παράδοξο;

Στο ερώτημα αυτό επιχειρεί να απαντήσει με το ακόλουθο άρθρο του ο Βρετανός κοινωνιολόγος Κόλιν Κράουτς. Θυμίζουμε ότι για το ίδιο θέμα ο Κράουτς έχει γράψει το βιβλίο «Ο περίεργος μη θάνατος του νεοφιλελευθερισμού» (Εκκρεμές, 2014)

Η θεωρία του νεοφιλελευθερισμού υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ζωή αναπτύσσει στον μέγιστο βαθμό τις δυνατότητές της όταν κυβερνιέται από τους κανόνες της αγοράς. Αυτό σημαίνει πρώτα απ’ όλα ότι το κράτος παίζει έναν πολύ περιορισμένο ρόλο (για παράδειγμα, σχεδόν ολική απουσία κοινωνικών πολιτικών). Σημαίνει επίσης ότι η συντριπτική πλειονότητα των κοινωνικών σχέσεων θα βελτιώνεται αν υιοθετεί μια κάποια μορφή αγοράς.

Προβλήματα όπως αυτό του περιβάλλοντος μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, υπό τον όρο ότι θα μπορούν να μεταφραστούν σε όρους αγοράς. Στην αντίθετη περίπτωση πρέπει να αγνοούνται.

Λίγα πρόσωπα θα ήταν διατεθειμένα να αποδεχθούν αυτή τη θεωρία με όλες τις επιπτώσεις της, κι ωστόσο είναι ακριβώς αυτή η νεοφιλελεύθερη θεωρία που κυβερνάει τις ζωές μας, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά. Αυτή η θεωρία συγκεκριμένα ελέγχει τον ρόλο των κυβερνήσεων, τις κοινωνικές πολιτικές και την αγορά εργασίας. Παρουσιάζεται στο κοινό μόνον μέσα από ορισμένα ελκυστικά συνθήματα, όπως «χαμηλότεροι φόροι» ή «λιγότεροι κανόνες», αλλά πίσω από αυτά τα συνθήματα υπάρχει μια πολύ ευρύτερη ατζέντα.

Δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι, μολονότι οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές κυριαρχούν και κατευθύνουν τις κυβερνήσεις πολλών χωρών, σε καμιά χώρα δεν είναι πλειοψηφική δύναμη ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα.

Οι νεοφιλελεύθεροι βρίσκονται παντού, τόσο μέσα σε κόμματα όπου συνυπάρχουν με δυνάμεις που είναι αντίθετες στον νεοφιλελευθερισμό (όπως οι παραδοσιακοί συντηρητικοί, τα κόμματα θρησκευτικής και εθνικιστικής έμπνευσης), όσο και ως μικρά κόμματα σε συμμαχία με μεγαλύτερα κόμματα. Υπάρχουν παραδείγματα του πρώτου τύπου στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα των Ηνωμένων Πολιτειών, στο Συντηρητικό Κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας και στους Γάλλους γκολικούς. Παραδείγματα του δεύτερου τύπου μπορούμε να συναντήσουμε στη Γερμανία, στην Ιταλία και σε πολλές άλλες χώρες.

Η Ολλανδία είναι ίσως το μοναδικό παράδειγμα όπου το μεγαλύτερο αυτή τη στιγμή κόμμα είναι ένα τυπικά νεοφιλελεύθερο κόμμα, αλλά η Ολλανδία είναι μια χώρα στην οποία δεν υπάρχουν κυρίαρχα κόμματα.

Μια άλλη παράδοξη όψη του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι –περισσότερο στην πράξη παρά στη θεωρία– δεν απολήγει σε μια καθαρή οικονομία της αγοράς που επιφυλάσσει έναν περιορισμένο ρόλο στην κυβέρνηση, αλλά σε μια οικονομία κυριαρχούμενη από γιγάντιες εταιρείες, συχνά με μονοπωλιακή θέση, οι οποίες ασκούν πελώρια επιρροή στις κυβερνήσεις και σε διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση.

Αυτή η επιρροή έχει δυο κύριες αιτίες:

1) την εξάρτησή μας από τις δραστηριότητές τους, και

2) την πίεση που ασκούν μέσω λόμπι και μέσω άλλων τύπων πολιτικής δραστηριότητας. Από το πρώτο σημείο πηγάζει η εξάρτησή μας από τις τράπεζες που είναι «too big to fail», όπως ανακαλύψαμε στη διάρκεια της κρίσης που προκάλεσαν οι ίδιες οι τράπεζες, τις οποίες όμως εμείς οι πολίτες έπρεπε να τις σώσουμε με δικά μας έξοδα.

Πηγάζει επίσης η εξάρτησή μας από τις εταιρείες που κατέχουν ολιγοπωλιακή θέση στον τομέα της ενέργειας και ιδιαίτερα σε εκείνες του φυσικού αερίου και του πετρελαίου. Σε μια τέλεια αγορά μια τέτοια εξάρτηση θα ήταν αδύνατη, από τη στιγμή που στην αγορά η χρεοκοπία ιδιωτικών επιχειρήσεων και η είσοδος νέων επιχειρήσεων είναι πάντοτε δυνατή, και αυτό θα έπρεπε να εμποδίζει την κατίσχυση μονοπωλίων. Ακόμη και η δραστηριότητα των λόμπι και άλλες πολιτικές δραστηριότητες των εταιρειών σε μια καθαρή αγορά θα ήταν αδύνατες, επειδή σε μια καθαρή αγορά θα έπρεπε να υπάρχουν καλά καθορισμένοι φραγμοί μεταξύ της οικονομικής σφαίρας και της πολιτικής σφαίρας.

Οι νεοφιλελεύθεροι μπορούν βέβαια να υποστηρίζουν ότι στην ιδεώδη κοινωνία τους δεν θα έπρεπε να υπάρχει κανένας οικονομικός ρόλος για την κυβέρνηση και επομένως οι πολιτικές δραστηριότητες από μέρους των επιχειρήσεων δεν θα ήταν αναγκαίες.

Για παράδειγμα, αν δεν υπήρχαν κανονισμοί για τα συστατικά και τις ετικέτες των προϊόντων διατροφής, οι μεγάλες επιχειρήσεις του τομέα δεν θα είχαν λόγο να παρεμβαίνουν στην πολιτική.

Αυτό το επιχείρημα όμως προϋποθέτει ότι όλοι μας έχουμε αποδεχθεί το γεγονός ότι δεν έχουμε διαφορετικές πολιτικές προτιμήσεις από εκείνες που ο ίδιος ο νεοφιλελευθερισμός καθιστά δυνατές.

Αυτό το τελευταίο σημείο μάς οδηγεί στον πυρήνα ενός πολύ σοβαρού ερωτήματος: μπορεί η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία να αποδεχθεί τη δημοκρατία όταν σημαντικοί τομείς του πληθυσμού δεν αποδέχονται το ότι η αγορά (ακόμη και αν κυριαρχείται από μεγάλες επιχειρήσεις) μπορεί να αποκλείει όλες τις άλλες μορφές συλλογικής δράσης;

Σημαντικοί συγγραφείς, όπως ο Τομά Πικετί, ο Τζόζεφ Στίγκλιτς και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι του ΟΟΣΑ, έχουν ερευνήσει τις αιτίες της ανισότητας που σήμερα αυξάνεται σχεδόν παντού και έχουν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου: η ανισότητα θα προκαλέσει μια ανεπάρκεια της κατανάλωσης στην πλειονότητα του πληθυσμού. Από αυτό θα προκύψουν πολιτικές συνέπειες.

Είναι ο πλούτος αυτός που αγοράζει την πολιτική επιρροή. Και αυτή η επιρροή μπορεί να ασκηθεί για να αποκτηθούν πολιτικά προνόμια, τα οποία με τη σειρά τους παράγουν και άλλο πλούτο. Γεννιέται ένας φαύλος κύκλος που αναπαράγεται και αυξάνεται όλο και περισσότερο.

Εδώ βρίσκεται εν μέρει η εξήγηση του γιατί αυτή η νεοφιλελεύθερη θεωρία, η οποία από μόνη της δεν είναι και τόσο δημοφιλής, είναι σε θέση να κυριαρχεί στην πολιτική ζωή πολλών ευρωπαϊκών χωρών παρά την καταστροφική της κατάρρευση το 2008.

Παρά την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και τη δυσανεξία που αυτός επιδεικνύει απέναντι στη δημοκρατία, αυτός δεν απειλεί ευθέως τη δημοκρατία, στον βαθμό που η δημοκρατία προσφέρει μιαν ορισμένη σταθερότητα και τη δυνατότητα προσφυγής σε εκλογές στην περίπτωση που η πολιτική κατάσταση θα πρέπει να αλλάξει, πράγματα που στις δικτατορίες δεν είναι εγγυημένα.

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Λένιν υποστήριζε ότι μια δημοκρατική πολιτεία είναι «το καλύτερο κέλυφος» για τον καπιταλισμό. Σήμερα θα έπρεπε να πούμε ότι είναι η μεταδημοκρατία εκείνη που προσφέρει το καλύτερο κέλυφος στον καπιταλισμό.

παρρησία

παρρησία, Ετυμολογία: [<αρχ. παρρησία < πᾶν + ῥῆσις] (Το μεγαλύτερο λεξικό Συνωνύμων – Αντιθέτων)

ελευθεροστομία      Ουσ.    ειλικρινής και θαρραλέα έκφραση γνώμης
      
Για την έννοια αυτή και ►[έκφραση των πραγματικών αισθημάτων ή σκέψεων κάποιου]
ειλικρίνεια
φυσικότητα

[ειλικρινής και θαρραλέα έκφραση γνώμης]
ελευθεροστομία: η εφημερίδα μας διακρίνεται για την ελευθεροστομία της
παρρησία
θάρρος της γνώμης

Η έννοια της ισηγορίας στην πολιτική σκηνή

Η έννοια της ισηγορίας (=ισότητα στο δικαίωμα του λόγου) στην πολιτική σκηνή:

«Μάλιστα μια ιδιαίτερη λέξη χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στις αρχές του πέμπτου αιώνα π.Χ., η λέξη ισηγορία, που σήμαινε ελευθερία του λόγου όχι μόνο με τη συμβατική αρνητική έννοια της έλλειψης λογοκρισίας, αλλά με την ουσιαστική σημασία της ελευθερίας του λόγου, της δυνατότητας όλων να εκφέρουν γνώμη εκεί που μετρούσε και είχε σημασία, στη συνέλευση όλων των πολιτών. Δεν υπήρχε ανάλογη λατινική λέξη, διότι η μόνη παρόμοια ρωμαϊκή έννοια ήταν (τουλάχιστον στους τύπους) ισότητα και ελευθερία μεταξύ των nobiles, των ευγενών. […]
Η πρωταγόρεια αρχή, εάν μπορούμε να την αποκαλέσουμε έτσι, δεν έφτανε μέχρι τον ισχυρισμό ότι όλοι κατείχαν την «αρετή» της πολιτικής σοφίας στον ίδιο βαθμό. Οι πληροφορίες δείχνουν σαφώς ότι ακόμη και στην Αθήνα λίγοι ασκούσαν το δικαίωμα της ισηγορίας και δείχνουν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η πολιτική ηγεσία παρέμεινε το μονοπώλιο μίας σχετικά ολιγάνθρωπης μερίδας, η οποία όμως, αντίθετα απ’ ό, τι στη Ρώμη, δεν αναπαρήγαγε τον εαυτό της. Το όριο της καθολικής πολιτικής αρετής ήταν το καθολικό δικαίωμα συμμετοχής στην τελική απόφαση με ίσους όρους, βάσει της αρχής ότι ένας άνδρας ίσον μία ψήφος. Πέρα από αυτό το όριο κυριαρχούσε η αρχή της ανισότητας και η ιεραρχία».

[πηγή: Sir Moses Finley, H πολιτική στον αρχαίο κόσμο, μτφρ. Σοφία Βουτσάκη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1996, σσ. 160-161]

Στον Ηρόδοτο («Ιστορίαι» 5. 78) ισηγορία σημαίνει ισότητα:

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
 
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

δηλοῖ δὲ οὐ κατ᾽ ἓν μοῦνον ἀλλὰ πανταχῇ ἡ ἰσηγορίη ὡς ἔστι χρῆμα σπουδαῖον, εἰ καὶ Ἀθηναῖοι τυραννευόμενοι μὲν οὐδαμῶν τῶν σφέας περιοικεόντων ἦσαν τὰ πολέμια ἀμείνους, ἀπαλλαχθέντες δὲ τυράννων μακρῷ πρῶτοι ἐγένοντο. δηλοῖ ὦν ταῦτα ὅτι κατεχόμενοι μὲν ἐθελοκάκεον ὡς δεσπότῃ ἐργαζόμενοι, ἐλευθερωθέντων δὲ αὐτὸς ἕκαστος ἑωυτῷ προεθυμέετο κατεργάζεσθαι.

 

Είναι φανερό όχι μόνο με το παράδειγμα αυτό, αλλά γενικά ότι η ελευθερία του λόγου είναι πράγμα πολύ σπουδαίο, γιατί οι Αθηναίοι όσο είχαν την τυραννία, δεν ήσαν διόλου καλύτεροι από τους γείτονές τους στα πολεμικά έργα· αλλά όταν ελευθερώθηκαν από τους τυράννους, γρήγορα έγιναν πολύ καλύτεροι από τους άλλους. Τούτο σημαίνει ότι όσο ήσαν σκλαβωμένοι, δεν ενδιαφέρονταν να είναι γενναίοι, γιατί μόνον ο αφέντης τους θα ωφελούνταν, ενώ μόλις ελευθερώθηκαν, ο καθένας προσπαθούσε να κάνει ό, τι καλύτερο μπορούσε για τον εαυτό του.

[πηγή: Perseus Digital library]  
[πηγή: Ηροδότου, «Ιστορίαι», Τερψιχόρη, μτφρ. Άγγελος Βλάχος, τομ. Β., Παπαδήμα, Αθήνα 1988]

 

 

info