Αρχείο κατηγορίας οικονομική κρίση και τοπικη αυτοδιοίκηση

6 κεφ. Aναζήτηση της βιώσιμης και ανθεκτικής πόλης 1η Ενότητα

Συγκρούσεις και συναινέσεις στο πλαίσιο της κρίσης

Το βιβλίο ‘Βιώσιμες Πόλεις: Προσαρμογή και Ανθεκτικότητα σε Περιόδους Κρίσης’ είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας των συγγραφέων στο πλαίσιο της ομάδας πρωτοβουλίας Πόλη+Κρίση.


Η προετοιμασία της ηλεκτρονικής έκδοσης χρηματοδοτήθηκε από την Πράξη «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα» και είναι διαθέσιμο σε μορφή e- book και αρχείο pdf στο Αποθετήριο Κάλλιπος.  

Το βιβλίο περιλαμβάνει πέντε κεφάλαια:

  1. Η βιώσιμη πόλη ως εξελικτική διαδικασία (Γρηγόρης Καυκαλάς)
  2. Η μεταβαλλόμενη γεωγραφία των πόλεων (Γεωργία Γεμενετζή)
  3. Η αστική αναγέννηση και αναζωογόνηση ως απόκριση στην αστική αλλαγή (Αθηνά Γιαννακού)
  4. Ο ρόλος της δημόσιας ιδιοκτησίας στην αστική ανάπτυξη και αναζωογόνηση (Αθηνά Βιτοπούλου)
  5. Αστική διακυβέρνηση, παραδόσεις σχεδιασμού και ο ρόλος των ειδικών (Νατάσα Τασοπούλου)
  6. Αναζήτηση της βιώσιμης και ανθεκτικής πόλης: συγκρούσεις και συναινέσεις (Ομάδα Πόλη+Κρίση)

Σύνοψη

Το τελευταίο έκτο κεφάλαιο εξετάζει τις βασικές συνιστώσες της ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας των πόλεων σε σχέση με τους χωρικούς και κοινωνικο-οικονομικούς μετασχηματισμούς των αστικών δομών. Για τον σκοπό αυτό ανασυνθέτει τα κεντρικά ζητήματα που παρουσιάστηκαν και αναλύθηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια, προσφέροντας έτσι ταυτόχρονα τη σύνοψη και μια συνολική εικόνα των θεμάτων που θίγονται στο βιβλίο. Το κεφάλαιο αποτελείται από τρεις ενότητες οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά, κάνοντας όπου χρειάζεται άμεση ή/ και έμμεση αναφορά στα κεφάλαια που προηγήθηκαν, με στόχο να αναδειχτούν κυρίως οι πτυχές που συνδέουν τις πόλεις με την κρίση.

Η πρώτη ενότητα, με τίτλο «βασικές θεωρητικές έννοιες, προσεγγίσεις και πρακτικές», εστιάζει αρχικά στις έννοιες-κλειδιά και ειδικότερα σε αυτές της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας ή προσαρμοστικότητας ως τις κεντρικές έννοιες που διατρέχουν όλα τα κεφάλαια, παρέχοντας έτσι ένα ενιαίο υπόβαθρο στο πλαίσιο του οποίου καταγράφονται συμπληρωματικά ορισμένες βασικές πτυχές και εκδηλώσεις των συνεπειών της κρίσης στις πόλεις και τις πολεοδομικές πρακτικές. Η δεύτερη ενότητα αναφέρε-ται στις «εναλλακτικές στρατηγικές ανάκαμψης και το δικαίωμα στην πόλη». Συ- νοψίζει και αξιοποιεί απόψεις που διατυπώθηκαν σε στοχευμένες συζητήσεις των συγγραφέων με επιστήμονες οι οποίοι έχουν ασχοληθεί και αναδείξει πρωτοβου- λίες και συμπεριφορές που εκδηλώνονται τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο απέναντι στις συνέπειες της κρίσης. Τέλος, η τρίτη ενότηταπαρουσιάζει μέσα από την οπτική του βιβλίου ορισμένα κρίσιμα «συμπεράσματα από τη συζή- τηση για την αναζήτηση της δίκαιης και βιώσιμης πόλης», έχοντας επίσης ως βάση αναφοράς τις απόψεις επιστημόνων όπως αυτές διατυπώθηκαν σε συνεντεύξεις με τους συγγραφείς γύρω από το κεντρικό αυτό ζήτημα, το οποίο και αποτέλεσε τον πυρήνα της αρχικήςέμπνευσης και κεντρικό άξονα της επιδίωξης του βιβλίου να συμβάλει στον προσανατολισμό της επιστημονικής συζήτησης αλλά και της κοινωνικής πρακτικής.

Προαπαιτούμενη γνώση

Προϋπόθεση για την ουσιαστική κατανόηση της ύλης του παρόντος συμπερασματικού κεφαλαίου είναι η ανάγνωση, εξοικείωση και κατανόηση με την ύλη, τα επιχειρήματα και τα παραδείγματα, που περιλαμβάνουν τα κεφάλαια του βιβλίου που προηγήθηκαν.

6.1        BΑΣΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ, ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

Η συνθετότητα της οικονομικής και κοινωνικής γεωγραφίας των πόλεων αναδεικνύει με μεγαλύτερη ένταση τις συνέπειες της κρίσης συσσωρεύοντας μια πληθώρα αστικών προβλημάτων. Η κρίση των πόλεων εντείνεται και από τα οργανωτικά και χρηματοδοτικά ελλείμματα των κρατικών και τοπικών αρχών και επομένως από την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανάγκες των πόλεων. Η παρούσα πρώτη ενότητα εστιάζει αρχικά στις έννοιες- κλειδιά που πραγματεύονται αυτά τα ζητήματα και ειδικότερα στις έννοιες της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας ή προσαρμοστικότητας και στη συνέχεια καταγράφει συμπληρωματικά ορισμένες βασικές πτυχές και εκδηλώσεις των συνεπειών της κρίσης στις πόλεις και τις πολεοδομικές πρακτικές.

Οι έννοιες της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας ή προσαρμοστικότητας είναι έννοιες πολυδιάστατες με διαφορετικές ερμηνείες πολλές από τις οποίες είναι σχετικά πρόσφατες και εκ των πραγμάτων αμφιλεγόμενες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολυσημίας αυτών των βασικών εννοιών είναι ο τρόπος και οι μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται η βιωσιμότητα. Στο Sundström & Rydén (2003) αναφέρονται για παράδειγμα οι παρακάτω επτά εκδοχές της βιωσιμότητας που καλύπτουν τις μορφές με τις οποίες η έννοια εμφανίζεται συνήθως στις σχετικές συζητήσεις (στις παρενθέσειςαναφέρονται ορισμένες από τις περισσότερο γνωστές αναφορές των αντίστοιχων ορισμών):

  • 1) η βιωσιμότητα ως πολιτική πρωτοβουλία (Brundtland Commission και Our Common Future),
  • 2) η βιωσιμότητα ως επιστημονικό πεδίο μελέτης (Club of Rome και Limits to Growth),
  • 3) η βιωσιμότητα ως σεβασμός στη φύση (IUCN και Caring for the Earth),
  • 4) η βιωσιμότητα ως συμμετοχική δημοκρατία (Rio Conference και Agenda 21),
  • 5) η βιωσιμότητα ως δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών (Brundtland Commission και Our Common Future),
  • 6) η βιωσιμότητα ως κοινωνική δικαιοσύνη (Factor 10 Club και The factor 10 document),
  • 7) η βιωσιμότητα ως όραμα της ποιότητας ζωής (Earth Charter document).

Αντίστοιχη είναι η συζήτηση σχετικά με την έννοια της ανθεκτικότητας. Κατ’ αναλογία με την ευρύτερη συζήτηση στα πεδία των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών, η αστική ανθεκτικότητα θεωρείται ως μια πολυδιάστατη διαδικασία που περιλαμβάνει την αντίσταση στις δυνάμεις αποσταθεροποίησης και τον επαναπροσανατολισμό της αρχικής δομής σε συνέχεια ή όχι με την προηγούμενη διαδρομή της. Η ενδογενής ικανότητα προσαρμογής ενός αστικού συστήματος δεν αποτελεί πάγιο δομικό χαρακτηριστικό του αλλά επηρεάζεται από τις επιλογές και τις πρωτοβουλίες των κοινωνικών δρώντων, δηλαδή των φυσικών και θεσμικών υποκειμένων όπως είναι για παράδειγμα οι επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά και οι επαγγελματικές ενώσεις. Η προσαρμοστική ικανότητα της αστικής περιοχής προκύπτει από την ικανότητα των δρώντων να προετοιμάζονται, να μαθαίνουν και να ανταποκρίνονται στις διαφορετικές πιέσεις.

Η έννοια της ανθεκτικότητας έχει κατασκευαστεί με εισροές από πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις όπως η ψυχολογία, η βιολογία ή η μηχανική των υλικών. Παράλληλα, η κεντρική έννοια της ανθεκτικότητας διακλαδίζεται ή/και τροφοδοτεί παράλληλες ή συμπληρωματικές έννοιες όπως η προσαρμοστικότητα, η ευπλαστότητα, η τρωτότητα, η διαδικασία μάθησης, η καινοτομία, η αυτο-οργάνωση και τα πολύπλοκα προσαρμοστικά συστήματα. Όπως σημειώνουν οι Martin-Breen & Anderies (2011), στις κοινωνικές επιστήμες η έννοια της ανθεκτικότητας αποκτά περισσότερο χαρακτήρα στόχου και συνδέεται με προσπάθειες διαχείρισης ή διακυβέρνησης προς κάποια μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Στο πλαίσιο αυτό οι βασικές προσεγγίσεις είναι:

α) η παράδοση των μελετών τρωτότητας στη γεωγραφία με βασική μονάδα αναφοράς το νοικοκυριό ως μέσο αλληλεπίδρασης των διαφορετικών επιπέδων από το τοπικό στο παγκόσμιο,

β) η ανάλυση της επίδρασης των κοινωνικών δικτύων στην ανθεκτικότητα και

γ) η θεσμική προσέγγιση της πολιτική οικονομίας στα ζητήματα διακυβέρνησης των κοινών πόρων.

Ουσιαστικά πρόκειται για την αναζήτηση μιας προγραμματικής ανθεκτικότητας που θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί καλύτερα με τον όρο σταθερότητα.

Η έννοια της ανθεκτικότητας ή προσαρμοστικότητας εμφανίστηκε πρόσφατα στην αστική και οικονομική γεωγραφία (Martin, 2012) περιλαμβάνοντας μηχανισμούς που μπορούν να συμβάλουν  στην αστική βιωσιμότητα. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης οι διαδικασίες συρρίκνωσης (στις πόλεις) αναμένεται να διαδοθούν ώστε να μοιάζουν τόσο φυσιολογικές όσο οι διαδικασίες ανάπτυξης, όλο και περισσότεροι τόποι και νοικοκυριά πρέπει να εμφανίζουν χαρακτηριστικά ανθεκτικότητας απέναντι σε αβέβαιες, ρευστές και ταχείες οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές που πυροδοτούνται από τις πολιτικές λιτότητας σε μια ευρεία περιοχή της Ευρώπης. Αυτομάτως τίθεται το ζήτημα της χωρικής κλίμακας όσον αφορά την ανθεκτικότητα στις πιέσεις που προκαλούν οι κοινωνικοοικονομικοί μετασχηματισμοί στην καθημερινή ζωή. Δηλαδή, τι είδους ανθεκτικότητα είναι κατάλληλη και αν μπορεί να αναπτυχθεί σε κάθε χωρική κλίμακα.

Στη μεγαλύτερη κλίμακα κυριαρχεί η έννοια της «περιφερειακής ανθεκτικότητας» που τροφοδοτήθηκε από την οικονομική κρίση (Christopherson et al., 2010· Fingleton et al., 2012· Hassink, 2010· Martin, 2012). ΟMartin (2012: 12) ισχυρίζεται ότι η ανθεκτικότητα βασίζεται σε ένα σύστημα τεσσάρων αλληλοσυνδεόμενων στοιχείων: την αντίσταση (βαθμός ευαισθησίας ή ένταση της αντίδρασης μιας περιφερειακής οικονομίας), την ανάκαμψη, την ανανέωση και τον επαναπροσανατολισμό (επαναχάραξη πορείας και προσαρμογή) προς μια νέα τροχιά ανάκαμψης. Ο Martin τονίζει πως η περιφερειακή ανθεκτικότητα διαφέρει σημαντικά από προηγούμενες προσεγγίσεις της ανθεκτικότητας, καθώς δεν σχετίζεται με τη διατήρηση και την επαναφορά του συστήματος στην προηγούμενη κατάσταση και πρακτικές που μπορεί να μην είναι επιθυμητές αλλά, αντίθετα, με νέες πραγματικότητες και ευκαιρίες που δημιουργούνται από την καταστροφή παρωχημένων μοντέλων παραγωγής. Με άλλα λόγια, η περιοχή που ανταποκρίνεται σε ένα οικονομικό σοκ επιλέγει να χρησιμοποιήσει τις ευκαιρίες που αναδύονται για να αναπτύξει νέους τρόπους οικονομικής ανάπτυξης.

Όσον αφορά τη μικρότερη χωρική κλίμακα, οι Andres και Round (2015) θέτουν την ιδέα της «επίμονης ανθεκτικότητας», υποστηρίζοντας ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι μόνο η ανάκαμψη από μεγάλα σοκ, αλλά και η εύρεση τρόπων απόκρισης απέναντι σε συνήθεις πιέσεις της καθημερινής ζωής που προκαλούνται από περισσότερο μακροπρόθεσμες διαδικασίες όπως η οικονομική αναδιάρθρωση και οι αλλαγές στις πολιτικές του κράτους πρόνοιας. Η επίμονη ανθεκτικότητα εστιάζει στο μικρο-επίπεδο, δηλαδή στις πρακτικές που αναπτύσσουν τα άτομα, τα νοικοκυριά και τα δίκτυα τα οποία εντάσσονται μέσα σε καθορισμένα χωρικά όρια. Κρίσιμο στοιχείο στην επίμονη ανθεκτικότητα είναι η έννοια του άτυπου τόσο στη δημιουργία των δικτύων όσο και στους χώρους που αυτά καθορίζουν τη δράση τους.

Προκειμένου να κατανοηθεί και να εξηγηθεί η ανθεκτικότητα των τόπων, έχουν χρησιμοποιηθεί οι έννοιες της προσαρμογής και της προσαρμοστικότητας μέσα σε ένα πλαίσιο που οργανώνεται με βάση τους δρώντες,τους μηχανισμούς και τις τοποθεσίες, ενώ παράλληλα συσχετίζεται με τον διαχωρισμό των ποσοτικών και ποιοτικών διαστάσεων της ανθεκτικότητας. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται ηγεωγραφική διαφοροποίηση, η διαφορετικότητα και η μη κανονικότητα της ανθεκτικότητας, εγείροντας ερωτήσεις σχετικά με το είδος της ανθεκτικότητας και τίνων ανάγκες καλύπτει (Vale, 2014· Pike et al., 2010). Συνηγορώντας υπέρ της εξισορρόπησης της βραχυπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης αντιμετώπισης και των ποσοτικών και ποιοτικών διαστάσεων της ανθεκτικότητας, οι Pike et al. (2010: 68) υποστηρίζουν ότι «η διατομεακή πρόκληση της προσαρμογής και της προσαρμοστικότητας συνεπάγεται τον θεσμικό συντονισμό των πολλαπλών παραγόντων τόσο οριζόντια όσο και κάθετα, ανάμεσα στα πολλαπλά χωρικά επίπεδα από το υπερεθνικό ως το τοπικό».

Παρόμοια είναι η ιδέα της «εξελικτικής ανθεκτικότητας» ή των «πολλαπλών εξελικτικών τροχιών» που εισάγει η Davoudi (2012). Κεντρικό στοιχείο της εξελικτικής ανθεκτικότητας είναι η «αλληλεπίδραση ανάμεσα στην επιμονή, την προσαρμοστικότητα και την ικανότητα μετασχηματισμού σε πολλαπλές χωρικές κλίμακες και χρονικές περιόδους»,με στόχο περισσότερο τη διασφάλιση του μέλλοντος παρά την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση (Davoudi, 2012: 304), η οποία όχι μόνο μπορεί να μην είναι επιθυμητή αλλάενδεχομένως αναπαράγει προηγούμενες ανισότητες και δυσλειτουργίες (Vale & Campanella, 2005).

Η διαχρονική επίτευξη της ανθεκτικότητας σε διαφορετικά χωρικά επίπεδα φαίνεται ότι αποτελεί ζητούμενο προς την κατεύθυνση της βιωσιμότητας. Στο πλαίσιο αυτό υπεισέρχεται το ερώτημα της γεωγραφικής διαφοροποίησης της ανθεκτικότητας, δηλαδή σε ποιο βαθμό και πώς επηρεάζεται η ανθεκτικότητα από τα διακριτά δομικά, περιβαλλοντικά και κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά των πόλεων. Ας πάρουμε το παράδειγμα της ανθεκτικότητας μιας περιοχής με όρους οικονομίας. Αντλώντας από την εμπειρία της αποβιομηχάνισης που είχε μακροπρόθεσμες και άνισες επιπτώσεις, οι Pike et al. (2010: 68) εισηγούνται τη «διαφοροποιημένη εξειδίκευση» εστιάζοντας στην ισορροπία ανάμεσα στην εξειδίκευση που εξασφαλίζει σχετική ανταγωνιστικότητα και στην ανάπτυξη σε συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες με επαρκή διαφοροποίηση ώστε να αποφεύγεται η υπερ-εξάρτηση από στενές οικονομικές βάσεις, κάτι που συμβάλλει στην κατασκευή ενός περιφερειακού πλεονεκτήματος.

Σύμφωνα με τον Hudson (2009) η περιφερειακή ανθεκτικότητα συνδέεταιμε περισσότερο αυτάρκεις και βιώσιμες μορφές ανάπτυξης που στηρίζονται στην αποσύνδεση της τοπικής οικονομίας από την ευρύτερη οικονομία, στη μεγιστοποίηση των ενδο-περιφερειακών ροών και συνδέσεων και στη μείωση του οικολογικού αποτυπώματος, οδηγώντας τελικά σε περισσότερο κλειστά και αυτόνομα συστήματα, τόσο με όρους οικονο- μίας όσο και περιβάλλοντος. Αυτή η θεώρηση έρχεται σε αντίθεση με την πρόσφατα επικρατούσα άποψη ότι η οικονομική ανάπτυξη και «επιτυχία» συνδέεται με τη μεγιστοποίηση των ροών και των συνδέσεων με άλλες περιοχές, συχνά σε παγκόσμια κλίμακα, και την προσέλκυση επενδύσεων και ανθρώπινου δυναμικού. Ωστόσο, ο Hudson επισημαίνει ότι οι πρακτικές για την αύξηση της ανθεκτικότητας σε ορισμένες περιοχές, απλώς μεταθέτουν χρονικά τα περιβαλλοντικά κόστη ή/και τα εκτοπίζουν χωρικά, μειώνοντας έτσι την ανθεκτικότητα άλλων περιοχών, ενώ δεν έχουν καμία βελτιωτική επίδραση στο παγκόσμιο σύστημα συνολικά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να δει κανείς τους ορισμούς και τις χρήσεις της ανθεκτικότητας ανάμεσα σε διαφορετικά επιστημονικά πεδία. Η κρίσιμη διάκριση είναι ανάμεσα σε αντικείμενα και συστήματα. Σχεδόν οτιδήποτε μπορεί να εξεταστεί ως ενιαίο αντικείμενο: πχ. ένα άτομο, ένα νοικοκυριό, ένα οικοσύστημα, μια πόλη, μια γέφυρα, μια κυβέρνηση. Στην περίπτωση αυτή η ανθεκτικότητα τείνει προς τον ορισμό που δίνει η μηχανική των υλικών. Από την άλλη πλευρά, ως σύστημα θεωρείται κάθε οριοθετημένο σύνολο δρώντων αντικειμένων και των μεταξύ τους σχέσεων. Συνήθως οι δρώντες είναι άτομα ή νοικοκυριά. Το οριοθετημένο σύνολο μπορεί να είναι από το νοικοκυριό, την πόλη, την περιφέρεια, τη χώρα έως το σύνολο του πλανήτη. Η συνήθης χρήση της έννοιας αναφέρεται στην ικανότητα ενός συστήματος να αντέξει μια ξαφνική πίεση και να συνεχίσει να λειτουργεί ομαλά ή γενικότερα να τα καταφέρει με κάθε πίεση για αλλαγή.

Το ζήτημα με τα συστήματα είναι ότι η φύση τους είναι άγνωστη. Αν και τα γραμμικά συστήματα επιτρέπουν την πρόβλεψη, είναι πρακτικά αδύνατον να βρεθεί κοινωνικο-οικολογικό σύστημα που να μπορεί να περιγραφεί γραμμικά. Τα μη-γραμμικά συστήματα έχουν λειτουργική νομοτέλεια αλλά οι προβλέψεις εξαρτώνται από τις αρχικές συνθήκες. Εδώ υπάρχει η διπλή δυσκολία, αφενός να περιγραφεί η δυναμική του συστήματος και αφετέρου να υπολογιστούν με ακρίβεια οι αρχικές συνθήκες. Σε όλες τις περιπτώσεις κάθε απλοποιημένη ή λανθασμένη παραδοχή μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία αξιόπιστης αποτίμησης της οποιαδήποτε μελλοντικής κατάστασης του συστήματος.

Τέλος, υπάρχουν τα αυτο-δομούμενα πολύπλοκα προσαρμοστικά συστήματα τα οποία έχουν ιδιότητες όπως η ατομικότητα των επιμέρους στοιχείων, οι τοπικές αλληλεπιδράσεις των στοιχείωντου συστήματος και οι αυτόνομες διαδικασίες επιλογής και αναπαραγωγής των στοιχείων τους με βάσητααποτελέσματα τωντοπικών αλληλεπιδράσεων (Martin-Breen & Anderies, 2011). Η εξελικτική δυναμική αυτών των συστημάτων, που προσομοιάζουν στα πραγματικά κοινωνικο-οικολογικά συστήματα, είναι πρακτικά και θεωρητικά αδύνατον να προβλεφθεί.

Σχετικά με την εξέλιξη των πόλεων υπεισέρχονται επιπλέον αξιακές επιλογές που επαναπροσδιορίζουν τα βασικά ερωτήματα σχετικά με την ανθεκτικότητα ενός συστήματος οποιασδήποτε μορφής: προσαρμογή σε τι; προσαρμογή τίνος; προσαρμογή με ποιό τρόπο; Τα ερωτήματα αυτά είναι σχετικά ανεξάρτητα από τον τύπο της προσαρμογής, αν δηλαδή θα είναι παθητική, ενεργητική ή προληπτική και αν θα προκύπτει αυθόρμητα ή θα είναι σχεδιασμένη εκ των προτέρων. Η προσέγγιση της βιώσιμης ανά- πτυξης θέτει έτσι θεμελιώδη ερωτήματα για τη σχέση της ανάπτυξης των πόλεων με το φυσικό περιβάλλον, τον υλικό πλούτο και την κοινωνική δι- καιοσύνη. Η πορεία των ιδεών, των αντιλήψεων και των πρακτικών για τις πόλεις και τον σχεδιασμό υπογραμμίζει ότι οι απαραίτητες προσαρμογές δεν προκύπτουν αυτομάτως από τις γενικές αρχές ή τις επιμέρους αντιλήψεις σχετικά με το περιεχόμενο και τις προτεραιότητες της βιώσιμης ανάπτυξης.

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου τονίστηκε ότι η πόλη είναι μια διαδικασία συνεχών αλλαγών και μετασχηματισμών και ότι ο πολεοδομικός σχεδιασμός αποτελεί οργανικό μέρος αυτής της διαδικασίας. Η εξελικτική διαδικασία αποτελεί ταυτόχρονα την πηγή των αστικών προβλημάτων αλλά και το πλαίσιο μέσα από το οποίο εξασφαλίζονται οι προοπτικές ανθεκτικότητας ή προσαρμογής και βιωσιμότητας της πόλης. Αντίστοιχα, στο δεύτερο κεφάλαιο, υπογραμμίστηκε ότι η μελέτη,η περιγραφή και η ερμηνεία των αστικών μετασχηματισμών και διαδικασιών που συντελούνται μέσα από τη σύνθεση κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων δημιουργούν το πλαίσιο για την κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων με αναφορά στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον και οριοθετούν το πεδίο διαμόρφωσης των σχετικών πολιτικών.

Στον βαθμό που είναι αβέβαιο τόσο το πώς μπορούν να εξελιχθούν μελλοντικά οι σημερινοί γεωγραφικοί μετασχηματισμοί, όπως είναι οι διαδικασίες αστικής συρρίκνωσης (που σε ορισμένες περιοχές συντελούνται μάλιστα ταυτόχρονα με φαινόμενα αστικής διάχυσης και προαστιοποίησης) και η αλλαγή της οικονομικής διάρθρωσης των πόλεων και των εργασιακών σχέσεων, όσο και το ποιες μπορεί να είναι οι (νέες) αστικές αλλαγές, τα θέματα της προσαρμοστικότητας και ανθεκτικότητας αναδεικνύονται ως κεντρικά στην ατζέντα της γεωγραφίας των πόλεων. Συμπληρωματικά, η ανάγκη αναγνώρισης και διατήρησης της διαφοροποίησης των πόλεων συνεπάγεται και τη γεωγραφική διαφοροποίηση και ποικιλομορφία της ανθεκτικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική αστικής αναγέννησης και αναζωογόνησης εξετάζεται στο τρίτο κεφάλαιο σε σχέση με τις προοπτικές αξιοποίησης των ευκαιριών ανάκαμψης και διεξόδου από την κρίση.  Η εξέλιξη των στόχων, των θεσμικών διαδικασιών και των πρακτικών που συνιστούν την πολιτική αστικής αναγέννησης και αναζωογόνησης αποτέλεσαν αντικείμενο ανάλυσης. Όπως φαίνεται, αυτή η πολεοδομική πολιτική διαμορφώθηκε ως απόκριση σε κρίσεις και μετασχηματισμούς που υφίστανται οι πόλεις, αναδεικνύοντας παράλληλα την αναγκαιότητα συνθετικού χειρισμού των επιδράσεων της κρίσης και γενικότερα των αστικών προβλημάτων. Επίκεντρο της πολεοδομικής πολιτικής –από τη δεκαετία του 1980 και μετά γίνεται το υφιστάμενο απόθεμα αστικής γης και κτιρίων, η υφιστάμενη  πόλη δηλαδή, έτσι όπως διαμορφώνεται μέσα από προηγούμενες μακρόχρονες αστικές αλλαγές.

Αυτή την πόλη επιχειρεί η πολιτική αστικής αναγέννησης να επανεντάξει σε διαδικασίες του σήμερα για να αντιμετωπιστούν οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα τρωτότητας, αλλά και για να την αξιοποιήσει ως κεφάλαιο-τόπο διαμόρφωσης συνθηκών ανάκαμψης και ανθεκτικότητας. Η εγκατάλειψη και η υποβάθμιση με τις ποικίλες μορφές τους –όπως είναι οι πρώην βιομηχανικοί χώροι, οι πρώην μεταφορικές εγκαταστάσεις, τα υποβαθμισμένα ιστορικά κέντρα ή οι υποβαθμισμένες περιοχές κατοικίας– είναι κατά μια έννοια το χωρικό αποτύπωμα συνθηκών τρωτότητας τις οποίες φέρνουν στο προσκήνιο οι μικρότερες ή μεγαλύτερες κρίσεις και μεταλλαγές και καθιστούν έτσι αναγκαίες τις πολιτικές αστικής παρέμβασης ως πολιτικές ανάκτησης της ανθεκτικότητας και της βιωσιμότητας της πόλης.

Οι παράγοντες  που συμβάλλουν σε αυτού του είδους τις κρίσεις συγκεκριμένων τόπων οφείλονται, χωρίς αμφιβολία, σε μετασχηματισμούς στο οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό πεδίο, οι οποίοι ωστόσο διαταράσσουν –και μάλιστα με άνισο τρόπο– ισορροπίες και λειτουργίες της πόλης αποκαλύπτοντας ευπάθειες και προβλήματα στον τρόπο με τον οποίο οι πόλεις διαμορφώνουν τις συνθήκες βιωσιμότητας και ποιότητας ζωής για  τους κατοίκους τους. Την ίδια στιγμή, οι τόποι της κρίσης μιας χρονικής περιόδου, όπως είναι οι εγκαταλελειμμένες περιοχές της περιόδου της αποβιομηχάνισης, γίνονται χώροι ευκαιρίας της επόμενης περιόδου, χώροι αναδιάταξης και ανάκαμψης που φέρνουν την πόλη στο προσκήνιο των νεότερων ευρύτερων οικονομικών και κοινωνικών μετασχηματισμών με τα νέα της σημαντικά αποθέματα, πρωτίστως αποθέματα σε γη και κτί- ρια. Με αυτή την έννοια, η πολεοδομική πολιτική γίνεται ενεργητική και προωθητική, γίνεται δηλαδή μέρος της πολιτικής της πόλης να επανακα- θορίσει τη θέση της σε αυτά τα ευρύτερα πεδία, παγκοσμιοποιημένου χα- ρακτήρα σε μεγάλο βαθμό,και δεν περιορίζεται απλώς σε αμυντικές διαδικασίες ελέγχου που την καθιστούν εν τέλει αρνητικό εργαλείο. Έτσι οι
στόχοι, οι βασικές αρχές και εν γένει τα κρίσιμα χαρακτηριστικά αυτής της πολεοδομικής πολιτικής, της αστικής αναγέννησης, συγκλίνουν στη βασική της φυσιογνωμία, ότι δηλαδή πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο όραμα και συνάμα μια σύνθετη διαδικασία με την οποία επιδιώκεται η διαρκής βελτίωση της οικονομικής, φυσικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής κατάστασης ενός τόπου, μιας περιοχής που υπόκειται σε αλλαγές.

Στην τριακονταετή  εφαρμογή μιας μεγάλης ποικιλίας πολιτικών και σχεδίων αστικής αναγέννησης αναδείχθηκαν εμπειρικάορισμένες κρίσιμα θέματα και διαστάσεις που συμβάλλουν στην κατανόηση των τρόπων με τους οποίους σήμερα, στο πλαίσιο νέων κρίσεων, η πολεοδομική πολιτική καλείται να αναδιαμορφώσει τις προσεγγίσεις και τα εργαλεία της.

Το πρώτο θέμα είναι καταρχήν η σύνδεση της αστικής αναγέννησης με την ανάπτυξη των ακινήτων, καθώς εκ των πραγμάτων μία διάστασή της αφορά διαδικασίες επένδυσης στη γη με ό,τι ιδιαίτερα στοιχεία χαρακτηρίζουν αυτές της διαδικασίες. Η σύνδεση με τον τομέα ακινήτων – αν και κατά βάθος έμμεση– ουσιαστικά θέτει το ερώτημα πόσο ευάλωτες είναι οι ίδιες οι αστικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα αυτέςμεγάληςκλίμακας που περιλαμβάνουν μεγάλες επενδύσεις σε χώρους και εμπεριέχουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά διαδικασιών υπερπαραγωγής ακινήτων, κερδοσκοπίας και διαμόρφωσης μονολειτουργικών τόπων. Όλα αυτά είναι πρωτίστως στοιχεία που σχετίζονται άμεσα με τον τομέα της ανάπτυξης των ακινήτων –και εν γένει με το παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξης– και συνεπώς με τις ειδικότερες κρίσεις που διέρχεται συχνά ο κλάδος αυτός εξαιτίας τέτοιων επιλογών.

Το δεύτερο θέμα είναι ο ρόλος των εμπλεκόμενων φορέων και συντελεστών του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα που συμμετέχουν με πολλαπλούς τρόπους στα διάφορα στάδια της εφαρμογής σχεδίων αστικής αναγέννησης. Η εμπειρική μελέτη δείχνει με καθαρό τρόπο ότι αυτό που κάνει τα σχέδια αστικής αναγέννησης εφικτά και συνάμα βιώσιμα –και όχι μόνον από χρηματοδοτική άποψη που είναι φυσικά καθοριστική– είναι η αναγνώριση ότι η υλοποίηση ενός οράματος

με σύνθετα εγχειρήματα προϋποθέτει κάτι περισσότερο από μια απλή συμμετοχή σε ένα διάλογο-διεργασία για την αποδοχή του σχεδίου, δηλαδή προϋποθέτει τον επιμερισμό στα δικαιώματα αποφάσεων, στα κόστη και στους κινδύνους που εμπεριέχει το σχέδιο. Η σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και ακόμη περισσότερο μια «συμπαραγωγή» που εμπλέκει ποικιλία φορέων και συντελεστών ως προϋπόθεση και συνθήκη εφικτότητας, αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας των σχεδίων, είναι η καθοριστική παράμετρος που μπορεί να διαχειριστεί τις δεδομένες αβεβαιότητες και εξωτερικότητες μιας διαδικασίας αστικής ανάπτυξης και να προσδώσει διαστάσεις ανθεκτικότητας στα σχέδια κάθε κλίμακας και επικέντρωσης.

Το τρίτο θέμα είναι η συσχέτιση της αστικής αναγέννησης με τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη και οι πολλαπλές μορφές που λαμβάνει αυτή η συσχέτιση. Αν και αυτή καθαυτή η πολιτική αστικής αναγέννησης είναι μια στρατηγική βιώσιμης αστικής ανάπτυξης λόγω του ότι επιχειρεί να διαχειριστεί με συνθετικό τρόπο οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, ωστόσο η ανάδειξη της διάστασης της βιωσιμότητας δεν προκύπτει αυτόματα σε όλα τα σχετικά σχέδια, τα οποία συχνά έχουν ή αποκτούν εκ των πραγμάτων διαφοροποιημένες στοχεύσεις και προτεραιότητες. Πολλές φορές μάλιστα οι αστικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα οι μεγαλύτερες, διαμορφώνουν από μόνες τους συνθήκες δραστικής αλλαγής του τοπικού κοινωνικο-χωρικού χαρακτήρα με πολλές επιπτώσεις στον τοπικό πληθυσμό. Η πολύχρονη εμπειρία της εφαρμογής της πολιτικής δείχνει ότι υπάρχει πεδίο για περισσότερο συστηματική σύνδεση των σχεδίων αστικής αναγέννησης με τις μορφές βιώσιμης αστικής ανάπτυξης, αλλά και για μεγαλύτερη επικέντρωση στον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές κοινότητες δια- μορφώνουν τις συνθήκες ποιότητας ζωής, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα φυσικά όρια των δικών τους τόπων όσο και συνολικά τις επιπτώσεις στον πλανήτη.

Οι πολλές και πολλαπλού χαρακτήρα πρακτικές, ιδιαίτερα από τον ευρωπαϊκό χώρο, καταδεικνύουν ότι η αστική αναγέννηση ποικίλει όχι μόνο στα διαφορετικά χωρικά πλαίσια αλλά και διαχρονικά, σε τέτοιο βαθμό ώστε συχνά στο ευρύτερο πλαίσιο της έννοιας «αστική αναγέννηση και αναζωογόνηση» να εντάσσονται σχέδια και προγράμματα διαφορετικής κλίμακας,διαφορετικής επικέντρωσης, διαφορετικού περιεχομένου και διαφορετικών μορφών διακυβέρνησης. Αυτή μάλιστα η πολύ μεγάλη ποικιλία σχεδίων δείχνει και σημαντικές αποκλίσεις από το τυπικό παράδειγμα της πολιτικής. Αυτές όμως οι αποκλίσεις συμβάλλουν ώστε να γίνουν κατανοητοί οι παράγοντες επιτυχίας και αποτυχίας των αστικών παρεμβάσεων και έχουν την ειδικότερη σημασία τους καθώς συσχετίζουν την τοπική διάσταση της πολιτικής με το παγκόσμιο πλαίσιο, συσχέτιση απαραίτητη στην αναζήτηση συνθηκών ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας στις πόλεις.

Αυτό που γίνεται επίσης σαφές είναι ότι οι πολιτικές αυτές, ακόμη και οι πιο αποτελεσματικές και αποδοτικές, χρειάζονται μεγάλο χρόνο για να υλοποιηθούν. Ακόμη, η επικέντρωση της πολιτικής αστικής αναγέννη- σης σε μια συγκεκριμένη περιοχή της πόλης –γεγονός που συνεπάγεται διάθεση σημαντικών κεφαλαίων μόνον σε ένα τόπο– προϋποθέτει την εν- σωμάτωση σε έναευρύτερο σχεδιασμό κατά τρόπο ώστε να βελτιώνονται οι τοπικές συνθήκες, και συγχρόνως το σχέδιο να αποτελεί παράγοντα α- ναζωογόνησης και βιωσιμότητας για το σύνολο της ευρύτερης περιοχής και της πόλης. Με αυτό το σκεπτικό είναι χρήσιμο να εξετάζονται οι πολιτι- κές αστικής ανάπλασης στην Ελλάδα, ορισμένες από τις οποίες εμπίπτουν στην πολιτική αστικής αναγέννησης, για να διαγνωστούν όχι μόνον οι ση- μαντικές αδυναμίες που διαπιστώνονται κατά κοινή ομολογία, αλλά και οι θετικές πλευρές που υπάρχουν.

Ορισμένα από τα κρισιμότερα ζητήματα που αντιμετωπίζουν σή- μερα οι πόλεις –όπως τα ανέδειξε στην ατζέντα της πολεοδομικής πολιτι- κής η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση του 2008 και η παρατετα- μένη ύφεση που την ακολούθησε– είναι η αύξηση των χωρικο-κοινωνικών ανισοτήτων, η μείωση των υπηρεσιών δημόσιου χαρακτήρα, η αποεπένδυση στις ασθενέστερες περιοχές των πόλεων και των περιφερειών, η α- νεργία,η διάσπαση του δημόσιου χώρου, τα προβλήματα ανταγωνιστικό- τητας των μικρότερων πόλεων, η κρίση των ακινήτων,αλλά και οι επιδρά- σεις της αστικοποίησης σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπό το πρίσμα αυτής της οικονομικής κρίσης που επηρέασε και εξακολουθεί να επηρεάζει τις πόλεις είναι σημαντικό να κατανοηθούν τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής αστικής αναγέννησης. Πλευρές που την καθιστούν επίκαιρη είναι ότι πρόκειται για πολιτική που επιδιώκει να επιλύσει σύνθετα προβλήματα της πόλης δίνοντας έμφαση στην οικονομική, κοινωνική, περιβαλλοντική και πολεοδομική διάσταση, και συμβάλλοντας έτσι έμμεσα σε αναγκαίες διαρ- θρωτικές χωρικές αλλαγές. Η κρίση έφερε επίσης στο προσκήνιοενδιαφέ- ρουσεςπροσεγγίσεις για την έννοια των εγκαταλελειμμένων περιοχών και για τη θεώρησή τους ως απόθεμα της πόλης ενώ συγχρόνως άλλοτε δια- φοροποίησε και άλλοτε ενίσχυσε υφιστάμενους κινδύνους εγκατάλειψης στους επιμέρους τόπους ή στις επιμέρους ζώνες της πόλης.

Πράγματι, στη διαμόρφωση της πολιτικής αστικής αναγέννησης ως απόκριση των πόλεων σε κρίσεις, έτσι όπως εκφράστηκε και εξελίχθηκε μέσα από ποικίλες πρακτικές και προσεγγίσεις σε διαφορετικά κοινωνικο- οικονομικά πλαίσια και τοπικές συνθήκες, κρίσιμη παράμετρο αποτέλεσε η ύπαρξη ενός μεγάλου αποθέματος δημόσιας γης, εκτάσεων δηλαδή που ανήκουν σε θεσμικούς ιδιοκτήτες ή διαχειρίζονται από δημόσιους και ημι- δημόσιους οργανισμούς, οι οποίες έχασαν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την αρχική τους λειτουργία. Στην ιστορία, το γεγονός της απώλειας της αρχικής λειτουργίας κτιρίων και εκτάσεων προώθησε την ανάπτυξη της πολεοδομίας μέσα από διαδοχικές αντικαταστάσεις τμημάτων του αστικού ιστού με στόχο την προσαρμογή του στις νέες κάθε φορά οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές συνθήκες. Η ιδιαιτερότητα ωστόσο του φαινομένου στην πρόσφατη περίοδο έγκειται κυρίως στις διαστάσεις του, καθώς συχνά υπερέβη σε έκταση και σημασία τις κλασικές διαδικασίες αστικής ανάπτυξης και επέκτασης.

Η σημασία της δημόσιας γης ως εργαλείο άσκησης πολεοδομικής πολιτικής απασχόλησε τους ειδικούς του σχεδιασμού του χώρου κατά τη διάρκεια συγκρότησης της πολεοδομίας σε επιστημονική ειδικότητα στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Αυτό αποτέλεσε την αρχή της διαδικα- σίας συγκρότησης ενός συνόλου εργαλείων παρέμβασης στην ατομική ι- διοκτησία και οδήγησε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ιδιαίτερα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στην ανάπτυξη δυναμικών πολιτικών γης με στόχο, μεταξύ άλλων, την απόκτηση γης από δημόσιους φορείς για την υ- λοποίηση πολεοδομικών επεμβάσεων και την εφαρμογή πολεοδομικών σχεδίων. Παρά το γεγονός όμως ότι η δημόσια ιδιοκτησία μοιάζει να έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και τους μετασχηματισμούς των αστικών χώρων, δεν υπάρχει επαρκής θεωρητική και κυρίως εμπειρική έ- ρευνα πάνω στο ζήτημα. Η έλλειψη αξιόπιστων εμπειρικών δεδομένων σχετικάμε τηδομή της έγγειας ιδιοκτησίας και ειδικότερα της αστικής ιδιο- κτησίας, η αποσπασματικότητα και η περιορισμένη προσβασιμότητά τους ισχύει και στην περίπτωση της δημόσιας ιδιοκτησίας, τη μελέτη της οποίας δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο το γεγονός της κατοχής και διαχείρισής της από μεγάλο αριθμό δημόσιων υπηρεσιών και οργανισμών.

Το ενδιαφέρον για τη δημόσια ιδιοκτησία, από την άποψη της πο- λεοδομικής πολιτικής, ήρθε λοιπόν ξανά στο προσκήνιο κατά τη δεκαετία του 1980, μέσα από τη γενικότερη προβληματική που αναπτύχθηκε στα- διακά γύρω από την αξιοποίηση και επανάχρηση εγκαταλελειμμένων α- στικών περιοχών, καθώς και τη σημασία απόκτησης γης για την επίτευξη ορισμένων από τους στόχους του χωρικού σχεδιασμού, σε μια περίοδο που προωθούνταν νεοσυντηρητικές πολιτικές και τύποι διακυβέρνησης με στόχο τη μείωση της κρατικής παρέμβασης και την ιδιωτικοποίηση δια- φόρων δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών.

Έτσι, τα τελευταία τριάντα χρόνια,μεγάλος αριθμός από τις μεγά- λης ή μεσαίας κλίμακας αστικές παρεμβάσεις αναζωογόνησης και αναγέννησης αστικών περιοχών υλοποιήθηκαν είτε λόγω των διαθέσιμων εγκαταλελειμμένων αστικών δημόσιων ή εν δυνάμει δημόσιων εκτάσεων, είτε λόγω της εξαγοράς ιδιωτικών εγκαταλελειμμένων αστικών εκτάσεων, κυρίως βιομηχανικών, από δημόσιους φορείς και οργανισμούς ή τοπικές αυτοδιοικήσεις στο πλαίσιο βραχυπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων πολεοδομικών προγραμματισμών και πολιτικών γης, είτε ως αποτέλεσμα συνδυασμού και των δύο περιπτώσεων. Οι πολιτικές αυτές διαχείρισης και αξιοποίησης της δημόσιας ιδιοκτησίας στο πλαίσιο των σύγχρονων προσεγγίσεων και πρακτικών αστικής ανάπτυξης και αναζωογόνησης αποτέλεσαν βασικό άξονα διερεύνησης του τετάρτου κεφαλαίου.

Καθώς οι εγκαταλελειμμένες αστικές περιοχές φιλοξενούσαν σε πολλές περιπτώσεις βασικές λειτουργίες των πόλεων, καθορίζοντας συχνά τη φυσιογνωμία τους, οι δημόσιες, περιφερειακές και τοπικές αρχές τις α- ντιμετώπισαν ως μια ευκαιρία για την υλοποίηση φιλόδοξων αστικών πα- ρεμβάσεωνπου θαέδιναν τη δυνατότητα να ανακατευθύνουν τηνοικονο- μική και αστική ανάπτυξη, να διευρύνουν ή ακόμα και να επανακαθορί- σουν τις λειτουργικές βάσεις της πόλης τους, αντιμετωπίζοντας έτσι τις συ- νέπειες τοπικής εμβέλειας κρίσεων και ενδυναμώνοντας την ανθεκτικό- τητα και προσαρμοστικότητα των αστικών περιοχών στις νέες συνθήκες.

Μια σειρά από τεχνικά, οικονομικά και διαχειριστικά προβλήματα αυξάνουν την πολυπλοκότητα των επεμβάσεων αυτού του τύπου, το χρόνο υλοποίησής τους αλλά και την ιδιαιτερότητά τους, λόγω των πολλα- πλών παραγόντων που επηρεάζουν τις δυνατότητες αξιοποίησής τους, κα- θώς και των πολλών και διαφορετικών εμπλεκόμενων δρώντων, δημό- σιων και ιδιωτικών. Η ανάλυση επιλεγμένων και αντιπροσωπευτικών πα- ραδειγμάτων ανέδειξε τη μεγάλη ποικιλία στρατηγικών παρέμβασης και προσεγγίσεων ως προς τους στόχους και τα λειτουργικά προγράμματα, αλλά και εργαλείων και μηχανισμών διαχείρισης και ανάπτυξης της έγγειας ιδιοκτησίας. Ενδεικτική είναι η δημιουργία ειδικών δημόσιων φορέων, κυ- ρίως κτηματικών εταιρειών, που προικοδοτούνται με αρμοδιότητες και εργαλεία απόκτησης γης και προετοιμασίας των εκτάσεων ώστε να δεχθούν νέες χρήσεις, αλλά και η θεσμοθέτηση εργαλείων σχεδιασμού και υλοποίησης που «παρακάμπτουν» συχνά τις μέχρι τότε συνήθεις διαδικασίες πολεοδομικού σχεδιασμού, η δημιουργία δηλαδή ευέλικτων πλαισίων με στόχο την προώθησησυνεργατικών σχημάτων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Σημαντικήείναι επίσης και η προώθησηδιαδικασιών, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένων, συνδιαμόρφωσης προτάσεων αξιοποίησης με τη συμμετοχήτης τοπικής κοινωνίας.

Παρά την αναμφισβήτητα συνεχώς αυξανόμενη σημασία του ρό- λου του ιδιωτικού τομέα στη διαμόρφωση και υλοποίηση των επεμβά- σεων, ηπαρουσία του δημόσιου τομέα, κυρίως της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και του κεντρικού κράτους, παραμένει εξίσου σημαντική, καθώς το κόστος απόκτησης και προετοιμασίας των εκτάσεων για ανάπτυξη λει- τουργεί συχνά αποτρεπτικά για τον ιδιωτικό τομέα. Άλλωστε, η προσφορά της δημόσιας γης ή η απόκτησή της δεν αρκεί στην πράξη για την προσέλ- κυση επενδύσεων στον αστικό χώρο. Μία σειρά από παράγοντες, όπως η ύπαρξη συνολικής στρατηγικής, σωστού προγραμματισμού, αξιόπιστων και αποτελεσματικών μηχανισμών υλοποίησης, αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την ελκυστικότητα ενός επενδυτικού σχεδίου, που μόνο ο δημόσιος τομέας μπορεί να εξασφαλίσει, όπως άλλωστε και τον καθορι- σμό ορίων στη δράση του ιδιωτικού τομέα και τη χωροθέτηση χρήσεων που απευθύνονται στο σύνολο των κατοίκων (δημόσιοι χώροι και εγκατα- στάσεις κοινωνικού εξοπλισμού).

Στην Ελλάδα, οι πολιτικές διαχείρισης της δημόσιας ιδιοκτησίας που υιοθετήθηκαν από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους είχαν ως αποτέλεσμα την ιδιωτικοποίηση, νόμιμη και παράνομη, του μεγαλύτερου τμήματος του αποθέματος δημόσιας γης, αγροτικής και αστικής. Οι πολιτι- κές προστασίας και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές, δεδομένου του μεγάλου αριθμού των καταπατημέ- νων δημοσίων εκτάσεων ακόμη και σήμερα, καθώς και του σημαντικού μέρους των δημοσίων αστικών ακινήτων που παραμένει επί δεκαετίες α- ναξιοποίητο ήυπο-αξιοποιείται, αν και θαμπορούσε μέσααπό κατάλληλες διαδικασίες και υπό όρους να αποδίδει έσοδα για την κάλυψη άλλων κοι- νωνικών αναγκών.Η δημόσια γη δεναντιμετωπίστηκε δηλαδή ως ένα α- πόθεμα μέσω του οποίου το κράτος επεδίωξενα ασκήσει τη δική του πο- λιτική για τον χώρο. Έτσι, παρά την ύπαρξη σημαντικού μεγέθους αστικών εκτάσεωνπου τις διαχειρίζονταν διάφοροι δημόσιοι φορείς και οργανι- σμοί, αλλά και τις ενδιαφέρουσες προτάσεις που αναπτύχθηκαν κατά και- ρούς –όπως αυτές για την επανάχρηση των στρατοπέδων του πολεοδομι- κού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης τις δεκαετίες 1990-2000 με στόχο τη συνολική αναδιοργάνωση του αστικού χώρου και τη δημιουργία χώ- ρων πρασίνου και εγκαταστάσεων κοινωνικού εξοπλισμού– δεν υλοποιήθηκαν παρά πολύ λίγες μεγάληςκαι μεσαίας κλίμακας επεμβάσεις αστικής ανάπλασηςή αναγέννησης (πχ. Φαληρικό δέλτα, προβλήτα Α΄ στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και στη νέα παραλία, παραλία Βόλου και Ηρακλείου).

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, στο πλαίσιο ευρύτερων αλλα- γών στα δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος διαχείρισης και αξιοποί- ησης της γης και του κατασκευαστικού τομέα, καταγράφονται προσπά- θειες ανάπτυξης μιας πιο συνεκτικής και συγκροτημένης στρατηγικής διαχείρισης της δημόσιας ιδιοκτησίας, με στόχο την προώθηση της συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και την αξιοποίηση με ιδιωτικής μορ- φής ανάπτυξη, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα στην πράξη. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας επανήλθε δυ- ναμικά στο προσκήνιο, κυρίως ως μέρος των δεσμεύσεων των δανειακών συμβάσεων της χώρας σχετικά με την εξόφληση του δημοσίου χρέους και την προσέλκυση επενδύσεων. Μέσα από πληθώρα νομοθετημάτων, θε- σμοθετήθηκε ειδικός φορέας με στόχο την ιδιωτικοποίηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας του Δημοσίου και της ιδιοκτησίας δημοσίων φορέων και οργανισμών, μεταξύ των οποίων και παρόχων δημοσίων αγαθών και υπηρε- σιών, και διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο χωρικού σχεδιασμού με στόχο την
επιτάχυνση και απλοποίηση των διαδικασιών ανάπτυξης και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας μέσω επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα.

Η πολιτική αυτή αξιοποίησης που προωθείται έχει εγείρει έναν έ- ντονο δημόσιο και επιστημονικό διάλογο, παράλληλα με σημαντικές δια- μαρτυρίες και αντιδράσεις από κινήματα πολιτών και συλλογικές οργανώ- σεις. Αναδείχτηκαν έτσι οι διαφορετικές, συχνά αντιθετικές, απόψεις και α- ντιλήψεις, οι οποίες αφορούν: τον χαρακτήρα και τις επιπτώσεις της συγκε- κριμένης πολιτικής αξιοποίησης και ιδιωτικοποίησης της δημόσιας πε- ριουσίας, τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η δημόσια περιουσία στη γενικότερη αναπτυξιακή διαδικασία και στη διαμόρφωση στρατηγικών ανάκαμψης, το ζήτημα της αντιμετώπισης των δημόσιων αγαθών και του τρόπου διαχείρισης των δημόσιων πόρων –άρρηκτα συνδεδεμένο με την ανθεκτικότητα όχι μόνο των αστικών αλλά ευρύτερων γεωγραφικών σχηματισμών– αλλά και την ανάγκη ανάπτυξης αποτελεσματικών διαδικασιών συμμετοχής και διαβούλευσης με στόχο τη συνδιαμόρφωση προτάσεων αξιοποίησης για τη μεγιστοποίηση των θετικών επιδράσεών τους στην ευρύτερη περιοχή στην οποία εντάσσονται.

Τα παραπάνω κάνουν φανερή τη σημασία της διακυβέρνησης, του ρόλου των πολιτικών και τη συμμετοχή των ειδικών και των κοινωνικών εταίρων σε όλα τα γεωγραφικά επίπεδα. Ειδικότερα το ζήτημα της διακυβέρνησης και του ρόλου των ειδικών (δηλαδή των επαγγελματιών πολεοδόμων-χωροτακτών) στο πλαίσιο διαφορετικών «παραδόσεων» ή «κουλτούρας» σχεδιασμού, εξετάστηκε στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου. Οι έννοιες «διακυβέρνηση», «παράδοση» και «κουλτούρα σχεδιασμού» χαρακτηρίζονται από πολυπλοκότητα και συνθετότητα, καθώς έχουν αποδοθεί πολλαπλέςερμηνείες, καθιστώντας τις συχνά ασαφείς, ενώ ακόμα περισ- σότερο ασαφήείναι τα μεταξύ τους όρια. Για παράδειγμα, είναι σύνηθες το φαινόμενο –όχι αναίτια– οι έννοιες «παραδόσεις σχεδιασμού» και «κουλτούρες σχεδιασμού» να χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημες. Επιχειρώντας εδώ μια αδρομερή αποσαφήνιση των σχετικών εννοιών, αναδεικνύοντας και τις μεταξύ τους επικαλύψεις/αλληλεξαρτήσεις, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η «παράδοση σχεδιασμού» μιας χώρας προσδιορίζεται σε σημαντικό βαθμό από θεσμικούς παράγοντες, ακολουθούμενες διαδικασίες και πρότυπα, αλλά ταυτόχρονα επηρεάζεται και από ιστορικές και πολιτισμικές συνθήκες, αναπόσπαστο στοιχείο στην ανάλυση και της έννοιας της «κουλτούρας». Οι διαφορετικές «κουλτούρες σχεδιασμού» από την άλλη ενσωματώνουν τον πλουραλισμό και τη διαφορετικότητα των ατομικών ή συλλογικών συμπεριφορών, στάσεων και αντιλήψεων, που συνθέτουν τις πραγματικές σχέσεις που αναπτύσσονται κατά τις διαδικασίες του σχεδιασμού και κατ’ ακολουθία επηρεάζουν το τελικό αποτέλεσμα, άλλοτε ρητά και άλλοτε συγκαλυμμένα.

Στο πλαίσιο αυτό, οι εμπειρίες και ο ρόλος των πολεοδόμων απο- τελούν σημαντικό παράγοντα που προσδιορίζει την «κουλτούρα σχεδια- σμού» μιας περιοχής, καθώς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Abukhater (2009: 74), «διαφορετικοί πολεοδόμοι, ανάλογα με το υπόβαθρο, το όραμα και το σύστημα αξιών τους, δρουν διαφορετικά», γεγονός που οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα. Η διακυβέρνηση, τέλος, αποτελεί τη θεωρητική προσέγγιση που επιδιώκει να αναλύσει τόσο τις επίσημες (θεσμικές) όσο και τις ανεπίσημες διαδικασίες μέσα από τις οποίες γίνεται η συνά- θροιση των διαφόρων παικτών και η διαπραγμάτευση, η διαμεσολάβηση ή ακόμα και η σύγκρουση των διαφορετικών απόψεων και συμφερόντων. Επομένως, μια δεδομένη διαδικασία διακυβέρνησης επηρεάζεται από τα χαρακτηριστικά τόσο της «παράδοσης» όσο και των διαφορετικών κατευθύνσεων «κουλτούρας σχεδιασμού».

Η σύνθεσηόλων αυτών των ζητημάτων αποτέλεσε τον κεντρικό ά- ξονα του πέμπτουκεφαλαίου, με αφετηρία αλλά και κατάληξη το περιεχό- μενο και τον ρόλο του χωρικού σχεδιασμού. Ως αφετηρία, ο χωρικόςσχε- διασμός αναλύθηκε ως μια διαδικασία σύνθετη, πολύπλευρη και «πολι- τική», έχονταςπεριεχόμενο πολύ ευρύτερο του σχεδιασμού των χρήσεων γης και μιας ρυθμιστικής παρέμβασης, που αφορά στονσυντονισμό ενός εύρους τομέων πολιτικής, και που ασκείται σε πολλά επίπεδα με διαφορε- τικό κάθε φορά χαρακτήρα και περιεχόμενο. Ως κατάληξη, αναζητήθηκε ένας νέος ρόλος για τον σχεδιασμό και τους ειδικούς που να ανταποκρίνεται σε ένα ραγδαία εξελισσόμενο περιβάλλον και σε ιδιαίτερες συνθήκες όπως αυτές που δημιουργεί η τρέχουσαοικονομική κρίση. Ο περισσότερο ευέλικτος,επιχειρησιακός και συμμετοχικός χαρακτήρας, η συνθετικήθε- ώρηση του χώρου ως ένα ολοκληρωμένο και σύνθετοκοινωνικό, οικονο- μικό και περιβαλλοντικό σύστημα, η ενσωμάτωση διαδικασιών συνεργα- σίας, διάδρασηςκαι εκμάθησης, η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, μέσων και καινοτόμων εργαλείων, είναι τα κρίσιμα θέματα που αναδείχθηκαν.

Στο ίδιο κεφάλαιο επιχειρήθηκε επίσης να κατανοηθεί το ευρύτερο πλαίσιο που επηρεάζει και καθοδηγεί τις παρεμβάσεις και αλλαγές που συμβαίνουν τόσο στο επίπεδο της πόλης όσο και σε ευρύτερεςεδαφικές ενότητες και επιπλέον να δοθεί έμφαση και να εντοπιστούν οι μεταλλαγές που έχουν προκληθείλόγω της τρέχουσας οικονομικής κρίσης στην Ελ- λάδα. Ειδικότερα ως προς την κυρίαρχη «παράδοση σχεδιασμού» θα περί- μενε κανείς σημαντικές επιδράσεις. Όπως προαναφέρθηκε, μέσα από την καταιγιστική νομοθέτηση κατά τη διάρκειατης κρίσης, με σκοπότη διευ- κόλυνσητης προσέλκυσης επενδύσεων αλλά και στο πλαίσιο συγκεκριμέ- νωνμνημονιακών δεσμεύσεων της χώρας,έχουν επέλθει ουσιαστικές αλ- λαγέςστον τρόπο με τον οποίο ασκείταιο σχεδιασμός καθώς και στα επί- πεδα και τις σχέσεις εξουσίας. Το παραδοσιακό πρότυπο παραγωγής του χώρου έχειαποδομηθεί καιοιβασικές λογικές των προηγούμενων τρόπων ρύθμισης του χώρου έχουν ανατραπεί ως αποτέλεσμα νέων προτεραιοτή- των. Η προώθηση μεγαλύτερης ευελιξίας στον σχεδιασμό στο όνομα της ανταγωνιστικότητας έχει προκαλέσει έντονη κριτική σεσχέση με τις πιθα- νές αρνητικές επιπτώσεις στην προοπτική της βιωσιμότητας. Η συζήτηση για τα κόστη και τα οφέλη της νέας προσέγγισης για τον σχεδιασμό του χώρουεξελίσσεται, ενώ η πραγματική επίδραση στα κυρίαρχα χαρακτηρι- στικά της «παράδοσης» σχεδιασμού δεν είναι ακόμα εμφανής σε όλες της
τις διαστάσεις.

Η γενικότερη τάση διευκόλυνσης της δράσης οικονομικών παρα- γόντων φαίνεται ότι αποτελεί κομβικό στοιχείο και για την όποια αλλαγή στο μοντέλο διακυβέρνησης. Αν και υπάρχει η προσμονή η νέα πραγματι- κότητα που διαμορφώνεται να συμβάλει στη βελτίωση αρκετών αρνητι- κών χαρακτηριστικών του ακολουθούμενου μέχρι πρόσφατα μοντέλου, όπως η μείωση της γραφειοκρατίας και η εξασθένιση της εξουσίας της κρατικοκεντρικής διοίκησης, η υλοποίησή της συναντά αντιστάσεις. Προς το παρόν, φαίνεται ότι οι όποιες μετατοπίσεις δικαιοδοσίας περιορίζονται στο εσωτερικό του κεντρικού κράτους και δεν συνιστούν προσανατολι- σμό προς περισσότερο διακυβερνητικές μορφές, με την έννοια τουλάχι- στον που αυτές περιγράφονται στη διεθνή βιβλιογραφία. Αν και η ενδυνά- μωση της συμμετοχής οικονομικών παραγόντων στον σχεδιασμό αποτε- λεί φανερή στόχευση, και κατ’ αυτήν την έννοια θα μπορούσε να ισχυρι- στεί κανείς ότι επέρχονται αλλαγές στις σχέσεις κράτους-αγοράς, το ίδιο δενσυμβαίνει και με τηνενσωμάτωση της κοινωνίας, που μοιάζει να απου- σιάζει παντελώς από τις προβλεπόμενες διαδικασίες, υποβαθμίζοντας α- κόμα περισσότερο την κοινωνική διάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης. Τα παραπάνω θα πρέπει να συσχετιστούν και με τη διαπίστωση ότι οι εγκαθι- δρυμένες επί μακρόν συνήθεις διαδικασίες τείνουν να χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό αδράνειας, περιορίζοντας με αυτό τον τρόπο το εύρος των διαδικασιών διακυβέρνησης.

Η συζήτησηγύρω από τα ζητήματα της «κουλτούρας σχεδιασμού» όπως και της«παράδοσης» ή της ρύθμισηςτου χώρου και ειδικότερα των επιδράσεων της κρίσης στις αντιλήψεις και τον ρόλο των εμπλεκομένων αναδεικνύει ότι πρόκειται γιαστοιχεία που διαμορφώνονται και εδραιώνο- νται σε μεγάλο εύρος χρόνου και επομένως δεν μπορούν να αλλάξουν εύ- κολα. Αυτόαναφέρεται τόσο στην προσωπική στάση και την προσωπική «κουλτούρα» ατόμων που εμπλέκονται στον σχεδιασμό όσο και στην «ωριμότητα» της κοινωνίας συνολικά να ανταποκριθεί σε ή να διαχειριστεί τις όποιες αλλαγές. Χαρακτηριστικό της πρώτης περίπτωσης είναι η «αντι-α- ναπτυξιακή» αντίληψη,η αποφυγή ανάληψης ευθυνών, η τυπολατρία, η α- διαφορία και η διαπλοκή από την πλευρά της διοίκησης, και της δεύτερης η αγνόηση ή καταστρατήγηση κανόνων,ο σκεπτικισμός και ηέλλειψη πί- στης στους θεσμούς και στους διαχειριστές του σχεδιασμού. Για τον ρόλο του πολεοδόμου δεν μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότιέχουν επέλθει ου- σιαστικές αλλαγές, πέραν των αρνητικών επιδράσεωντης οικονομικής κρί- σης αυτής καθαυτής στη λειτουργία των μελετητικών γραφείων, αφού άλ- λωστε το νέο σύστημα σχεδιασμού δεν έχει ακόμα διαμορφωθεί πλήρως και ενεργοποιηθεί.

κοινοποίησε το:

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΠΑΡΑΛΙΑ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΑ ΜΠΑΖΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΩΝ , ΤΩΝ ΣΕΙΣΜΩΝ ΤΟΥ 1986….ΒΓΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΠΑΡΑΛΙΑ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΑ ΜΠΑΖΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΩΝ , ΤΩΝ ΣΕΙΣΜΏΝ ΤΟΥ 1986….ΒΓΑΊΝΕΙ ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ.

c5c0bfc8b7c6b9bfb9-32

Με απόφαση της κυβέρνησης παραχωρούνται στο ΤΑΙΠΕΔ 3.150 ακίνητα του ελληνικού δημοσίου. Φυσικά, επειδή των “φρονίμων” τα παιδιά , πριν πεινάσουν μαγειρεύουν , οι βουλευτές φρόντισαν και προνόησαν να στερήσουν νομοθετικά από το ελληνικό Δημόσιο τη δυνατότητα να ανακτήσει μελλοντικά , όποιο από τα περιουσιακά στοιχεία έχει μεταβιβάσει στο ΤΑΙΠΕΔ , ακόμη και αν δε συντρέχουν πλέον οι λόγοι για την «αξιοποίηση» ή ρευστοποίησή του!  Συνέχεια ανάγνωσης Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΠΑΡΑΛΙΑ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΑ ΜΠΑΖΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΩΝ , ΤΩΝ ΣΕΙΣΜΩΝ ΤΟΥ 1986….ΒΓΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ

κοινοποίησε το:

Ο Μπεχράκης λέει: “Οχι” στη συνεργασία Καλαμάτας – Σβέμπις Χαλ

Δευτέρα, 21 Οκτώβριος 2013 20:25

Ο Μπεχράκης λέει: “Οχι” στη συνεργασία Καλαμάτας – Σβέμπις Χαλ

Ο Μπεχράκης λέει: "Οχι" στη συνεργασία Καλαμάτας - Σβέμπις Χαλ

Την αντίδρασή του επισημαίνει ο δημοτικός σύμβουλος Καλαμάτας Σταμάτης Μπεχράκης, επικεφαλής του Δικτύου Ενεργών Πολιτών, στο πρωτόκολλο συνεργασίας μεταξύ της μεσσηνιακής πρωτεύουσας και του γερμανικού αυτοδιοικητικού φορέα Σβέμπις Χαλ -που ενέκρινε η πλειοψηφία του Δημοτικού Συμβουλίου στην πρόσφατη συνεδρίασή της κι ενώ το σύνολο των παρατάξεων της μειοψηφίας είχαν αποχωρήσει διαμαρτυρόμενες για τον τρόπο λειτουργίας του Σώματος

Στη σχετική ανακοίνωσή του ο Στ. Μπεχράκης σημειώνει ειδικότερα:

“Ψηφίστηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο Καλαμάτας η υπογραφή πρωτοκόλλου “συνεργασίας” της γενέτειρας περιοχής του εντεταλμένου της Γερμανίδας Καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ για την ελληνογερμανική “συνεργασία” Χανς Γιοακίμ Φούχτελ, με την γενέτειρα του Ελληνα πρωθυπουργού.

Στην ψηφοφορία τελικά που έγινε, καταμετρήθηκαν μόνο οι ψήφοι της πλειοψηφίας του Δημοτικού Συμβουλίου Καλαμάτας του φιλομνημονιακού Παναγιώτη Νίκα, μετά την αποχώρηση των δημοτικών παρατάξεων της αντιπολίτευσης για τον τρόπο λειτουργίας της δημοτικής αρχής απέναντι στο συλλογικό όργανο του δήμου.

Η πράξη της συναίνεσης με τις ”αδελφές ψυχές” της γενέτειρας του Φούχτελ μεταφέρει το έντονο συμβολικό φορτίο της πολιτικής και οικονομικής υποταγής της χώρας και θα μας θυμίζει μαζί τον υποτιμητικό τρόπο που ανακοινώθηκε κατά τη διάρκεια της τελευταίας επίσκεψης της κ. Μέρκελ στην Αθήνα. Η απόφαση αυτή της πλειοψηφίας, για συνεργασία με την γενέτειρα του Γερμανού εντεταλμένου, είναι μια προσπάθεια για δημιουργία σαφούς δέσμευσης της επόμενης δημοτικής αρχής που θα προκύψει από τις προσεχείς δημοτικές εκλογές του Μαΐου, από τη σημερινή δημοτική αρχή. Στηρίζει, ως προγεφύρωμα, ανοικτά τις προσπάθειες για την ανάπτυξη γερμανικών τραπεζών στην περιοχή και άλλων συμφερόντων στον χώρο της αυτοδιοίκησης.

Θέλουμε να σημειώσουμε ότι μια συνεργασία που μπορεί να γίνει αποδεκτή, χωρίς να προσβάλει τους Καλαματιανούς, με δήμους της Γερμανίας, όσο χρονικό διάστημα η χώρα μας είναι στη δίνη της οικονομικής κρίσης και την μετατροπή της σε αποικία χρέους, δεν μπορεί να μην έχει βασικό απαραίτητο -και με απόλυτη σαφήνεια διατυπωμένο- όρο στη συμφωνία για συνεργασία μεταξύ των δύο μερών, την από κοινού προώθηση της επιστροφής του αναγκαστικού κατοχικού δανείου στη χώρα μας και καταβολής των πολεμικών αποζημιώσεων. Υποχρέωση που υπάρχει από την εποχή της ναζιστικής Γερμανίας και δεν αναγνωρίζεται επίσημα ακόμα από τη σημερινή γερμανική κυβέρνηση, ενώ υπάρχουν και οι σχετικές αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου του δήμου μας.

Η παράδοση του Μιχάλη Χριστοφοράκου, μαζί με τη λίστα όσων Ελλήνων κυβερνητικών και κρατικών παραγόντων χρηματίστηκαν από τη Siemens, θα συμβάλει ουσιαστικά στην ενημέρωση του ελληνικού λαού για τη διασπάθιση του δημοσίου χρήματος από τη γερμανική εταιρεία και θα βοηθήσει την πάταξη της διαφθοράς και στις δύο χώρες”.

κοινοποίησε το:

Η εκπληξη του Φουχτελ στον Σαμαρα παρουσια της Μερκελ!

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Τι περιείχε ο φάκελος που άνοιξε ο ο στενός συνεργάτης της Γερμανίδας καγκελαρίου μπροστά στον Έλληνα πρωθυπουργό

«Σας έχουμε μια ευχάριστη έκπληξη, κύριε Σαμαρά», ακούστηκε να λέει ο κ. Χοακίν Φούχτελ βγάζοντας έναν φάκελο από την τσάντα του. Η κυρία Ανγκελα Μέρκελ ήταν ενήμερη για το γεγονός της παρέμβασης του υπουργού της και έδειξε να συναινεί ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη. Ο αναπληρωτής υπουργός Εργασίας και στενός συνεργάτης της καγκελαρίου, άνοιξε τον φάκελο και τον παρέδωσε στον Ελληνα πρωθυπουργό.
«Η ιδέα της αδελφοποίησης της επαρχίας απ’ όπου κατάγομαι με τον τόπο καταγωγής σας έχει προχωρήσει», πρόσθεσε ο Γερμανός υπουργός.
Η αδελφοποίηση του Δήμου της Καλαμάτας με τη γερμανική επαρχία Schwabisch Hall ήταν κάτι που είχε απασχολήσει από τις αρχές Σεπτεμβρίου τον πρωθυπουργό. Στις 5 Σεπτεμβρίου την πόρτα του Μεγάρου Μαξίμου είχε περάσει μόνος του ο κ. Φούχτελ. Ο κ. Σαμαράς άκουσε τότε τα επιχειρηματικά σχέδια της γερμανικής κυβέρνησης που αφορούν στην Περιφέρεια. Η προετοιμασία του Γερμανού ήταν εντυπωσιακή, όμως το ίδιο καλά μελετημένες αποδείχτηκαν και οι επαφές του.
Σε εκείνη την πρώτη συνάντηση για πρώτη φορά έθεσε το θέμα της αδελφοποίησης των δύο περιοχών, ως μια κίνηση που θα αποτελέσει το πρότυπο συνεργασίας της ελληνικής και της γερμανικής πλευράς. Την επόμενη κιόλας ημέρα ο κ. Φούχτελ συναντήθηκε με τον υπουργό Εσωτερικών κ. Ευριπίδη Στυλιανίδη, ο οποίος ως γερμανόφωνος διατηρεί άριστες σχέσεις με Γερμανούς υπουργούς και αξιωματούχους. Στη συνάντηση παρευρίσκονταν με παράγοντες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Οταν μίλησε με τον Μεσσήνιο εκπρόσωπο του Δήμου Καλαμάτας κ. Παναγιώτη Νίκα, δεν παρέλειψε την παρατήρηση: «Εσείς δεν είστε από την εκλογική περιφέρεια του πρωθυπουργού; Χθες συζητούσαμε το θέμα της αδελφοποίησης δύο περιοχών».
Πράγματι, μερικές ώρες μετά το σχετικό ενδιαφέρον του πρωθυπουργού επιβεβαιώθηκε για την ιδιαίτερη πατρίδα του. Και δεν ήταν μόνο τη συγκεκριμένη ημέρα. Από τις 5 Σεπτεμβρίου έως και την Παρασκευή 12 Οκτωβρίου το ενδιαφέρον του Μεγάρου Μαξίμου ήταν συνεχές.
Το ενδιαφέρον των Γερμανών είναι επιχειρηματικό και όπως λένε οι άνθρωποι που χειρίζονται την κατάσταση, η αδελφοποίηση δεν θα είναι τυπική αλλά ουσιαστική. Από τη γερμανική πλευρά προωθούν μια συνεργασία που θα αποτελέσει πλατφόρμα για όλη τη χώρα. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του κ. Φούχτελ βρίσκεται πρώτα απ’ όλα η διαχείριση απορριμμάτων. Για την τεχνογνωσία που ενδιαφέρεται να «πουλήσει» έχει ήδη συζητήσει και με άλλες περιοχές της χώρας, όπως είναι η Λάρισα και η Πάτρα. Σχετικές συζητήσεις πρόκειται να κάνει και με τους δήμους της Βόρειας Ελλάδας, αφού ο κ. Φούχτελ πρόκειται να επιστρέψει στην Ελλάδα τις επόμενες ημέρες και να επισκεφτεί τη Θεσσαλονίκη.
Ενα άλλο ενδιαφέρον κομμάτι για τους Γερμανούς, οι οποίοι θα ασχοληθούν με την ελληνική Περιφέρεια, είναι ο ενεργειακός τομέας. Η συμπαραγωγή ενέργειας και ιδιαίτερα το βιοαέριο ρεύμα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των ενδιαφερόντων τους. Επίσης θεωρούν πως οι δήμοι στην Ελλάδα υστερούν σε θέματα πολιτικής προστασίας, γι’ αυτό είναι πρόθυμοι να «βοηθήσουν» προς αυτή την κατεύθυνση.
Τέλος τα υπόλοιπα θέματα για τα οποία έχουν εκφράσει ενδιαφέρον είναι η διοίκηση των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η κτηματογράφηση και η κοινωνική πρόνοια.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το επόμενο χρονικό διάστημα θα γίνει μια συντονισμένη κίνηση από πλευράς ελληνικής και γερμανικής κυβέρνησης ούτως ώστε να αδελφοποιηθούν ελληνικοί και γερμανικοί δήμοι προς την κατεύθυνση της συνεργασίας. Ο ίδιος πιστεύει πως «οι αδελφοποιήσεις των δήμων δεν θα πρέπει να γίνονται συμβατικά, αλλά να επιδιώκονται μεταξύ πόλεων που επικρατούν ανάλογες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες».
Η συνεργασία των δύο πλευρών θα γίνει στη μοντέλο της «αλληλεγγύης» που είχε εφαρμοστεί μεταξύ δυτικής και ανατολικής Γερμανίας. Άλλωστε ο κ. Φούχτελ πιστεύει πως «μπορεί να υπάρξουν σύντομα θετικά αποτελέσματα με τη μεταφορά τεχνολογίας τρίτης γενιάς σε δράσεις όπως η διαχείριση των απορριμμάτων». Εχει πει, δε, πως «το μοντέλο αυτό εφαρμόστηκε με επιτυχία στις πόλεις της Ανατολικής Γερμανίας μετά την επανένωση της χώρας».
Ο κ. Φούχτελ έχει σχετικά αθόρυβα κάνει τον γύρο της Ελλάδας, πραγματοποιώντας συναντήσεις με περιφερειάρχες και δημάρχους από την Κέρκυρα μέχρι την Κρήτη. Οι προτάσεις του είναι πάρα πολλές και συνεχώς «γεννάει» θέματα συνεργασίας. Είναι αποφασισμένος να εφαρμόσει στην οικονομικά δύσκολη εποχή την έννοια της ελληνογερμανικής προσέγγισης.
Στην Κέρκυρα παρουσίασε ακόμα και μια ιδέα για τηλεοπτική εκπομπή με συνταγές μαγειρικής που θα παρουσιάζει ένας Ελληνας και ένας Γερμανός σεφ. Θέλει να κερδίσει τους Ελληνες, κάτι που ο ίδιος δείχνει να αντιμετωπίζει ως το προσωπικό του στοίχημα, ενώ δεν εμφανίζεται πουθενά υπερφίαλος, λέγοντας συχνά στους συνδαιτυμόνες του πως «ακόμα και το λίγο είναι πολύ».
κοινοποίησε το:

Η προγραμματισμένη για το 2014 μείωση της ΣΑΤΑ κατά 53% σφίγγει το βρόχο στο λαιμό των δήμων

Από την εφημερίδα
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Η προγραμματισμένη για το 2014 μείωση της ΣΑΤΑ κατά 53% σφίγγει το βρόχο στο λαιμό των δήμων και τους οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια είτε σε οικονομική κατάρρευση είτε σε αύξηση των δημοτικών τελών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οδηγία για αύξηση των τελών σε περίπτωση που δεν επαρκούν τα έσοδα για την κάλυψη των αναγκών, εμπεριέχεται και στην Κοινή Υπουργική Απόφαση που εξέδωσαν ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρας και ο υπουργός Εσωτερικών Γ. Μιχελάκης για την κατάρτιση των προϋπολογισμών των δήμων το 2014. Συνέχεια ανάγνωσης Η προγραμματισμένη για το 2014 μείωση της ΣΑΤΑ κατά 53% σφίγγει το βρόχο στο λαιμό των δήμων

κοινοποίησε το:

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, τα νέα!: Και…ξαφνικά σύμφωνα με την εφ. “καθημερινή” : Στην ΕΛ.ΑΣ. η Δημοτική Αστυνομία!

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, τα νέα!: Και…ξαφνικά σύμφωνα με την εφ. “καθημερινή” : Στην ΕΛ.ΑΣ. η Δημοτική Αστυνομία!.

κοινοποίησε το: